← Κύπρος

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΑΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ν. ΚΩΣΤΑ ΦΡΑΝΤΖΗ ως παραλήπτη και Διαχειριστή της εταιρείας Α. VASSIADES ESTATE LIMITED, Αρ. Αγωγής: 641/2012, 7/6/2013

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΑΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ν. ΚΩΣΤΑ ΦΡΑΝΤΖΗ ως παραλήπτη και Διαχειριστή της εταιρείας Α. VASSIADES ESTATE LIMITED, Αρ. Αγωγής: 641/2012, 7/6/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:A218 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Στ. Χατζηγιάννη, Α.Ε.Δ. Μεταξύ: Αρ. Αγωγής: 641/2012 ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΑΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ Ενάγουσας και

  1. ΚΩΣΤΑ ΦΡΑΝΤΖΗ ως παραλήπτη και Διαχειριστή της εταιρείας Α. VASSIADES ESTATE LIMITED
  2. NAZIK KOΣTANIAN
  3. ΡΟΛΑΝΔΟΥ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ Εναγομένων ____________________ Αίτηση ημερ. 11.10.12 για παραμερισμό απόφασης 7 Ιουνίου,
  4. Εμφανίσεις: Για Εναγόμενη 2-αιτήτρια: κ. Τριλλίδης. Για Ενάγουσα-καθ' ης η αίτηση: κ. Κορομίας. Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Εναγόμενη 2 (στο εξής η αιτήτρια) στοχεύει σε παραμερισμό της απόφασης που εκδόθηκε στην απουσία της στις 2.7.12, κατ' επίκληση της Δ.17 θ.10, Δ.26 θ.14-15 και Δ.48 θ.9 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών και στη βάση των λόγων που προβάλλουν στην ένορκη δήλωση της ημερ. 10.10.12 που συνοδεύει την αίτηση της. Η αίτηση προσέκρουσε σε ένσταση της Ενάγουσας (στο εξής η καθ' ης η αίτηση), αλλά πριν την καταγραφή των εκατέρωθεν θέσεων, θα ήταν χρήσιμο να γίνει σύντομη αναφορά στο ιστορικό της αγωγής. Όπως προκύπτει από τον φάκελο του Δικαστηρίου, η καθ' ης η αίτηση καταχώρησε στις 26.1.12 γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα εναντίον των Εναγομένων 1, 2 και 3 και στις 30.5.12 Έκθεση Απαίτησης. Η αγωγή επιδόθηκε δεόντως στον Εναγόμενο 1 και στην αιτήτρια στις 25.2.12 και 6.6.12 αντίστοιχα, οι οποίοι όμως παρέλειψαν να καταχωρήσουν σημείωμα εμφάνισης. Γι' αυτό και η καθ' ης η αίτηση στις 2.7.12, κατόπιν απόδειξης της αγωγής, εξασφάλισε την έκδοση απόφασης προς όφελος της και εναντίον του Εναγομένου 1 και της αιτήτριας, για το ποσό των €162.450 πλέον τόκους και έξοδα. Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την παρούσα αίτηση προέρχεται από την αιτήτρια. Με αυτήν υποστηρίζεται ότι εργάζεται στο ΡΙΚ και καμιά σχέση έχει με τον τομέα ανάπτυξης γης και ακινήτων ή με εργοληπτικά έργα. Αναφέρει ότι το οικόπεδο στο οποίο ανηγέρθηκε από τους Εναγόμενους 1 και 3 πολυκατοικία όπου βρίσκεται το επίδικο διαμέρισμα, της το μεταβίβασαν οι γονείς της πριν από 30 χρόνια. Στις 14.11.03 συνήψε σύμβαση αντιπαροχής (τεκμ. 1) με τους Εναγόμενους 1 που, όπως της παρουσιάστηκε, ήταν εταιρεία του Εναγόμενου 3, με τον οποίο συνομιλούσε σχετικά. Γνωρίζει την καθ' ης η αίτηση, η οποία ήταν υπάλληλος στο κομμωτήριο του Εναγόμενου 3, με τον οποίο διατηρούσε αισθηματικό δεσμό. Επισκεπτόταν το κομμωτήριο για να συναντήσει τον Εναγόμενο 3 για θέματα που αφορούσαν την ανέγερση της πολυκατοικίας. Οι σχέσεις της με την καθ' ης η αίτηση ήταν τυπικές και κοινωνικού χαρακτήρα. Γνώριζε ότι αγόρασε από τον Εναγόμενο 3 διαμέρισμα στην πολυκατοικία, αλλά ουδέποτε συνομίλησε μαζί της για την αγοραπωλησία. Στις 6.6.12 της επιδόθηκε η παρούσα αγωγή και κατάλαβε ότι αφορούσε την πολυκατοικία. Αμέσως τηλεφώνησε στον Εναγόμενο 3, ο οποίος την καθησύχασε λέγοντας της ότι του είχαν επιδόσει το ίδιο έγγραφο και θα φρόντιζε γι' αυτό ο ίδιος. Τον επισκέφθηκε μετά από μια-δυο μέρες στο κομμωτήριο του και του παρέδωσε το έγγραφο. Της είπε ότι θα το έπαιρνε στον δικηγόρο που εκπροσωπεί τον ίδιο και την προέτρεψε να μην ανησυχεί καθόλου, γιατί το θέμα ουσιαστικά δεν την αφορά. Εμπιστευόταν απόλυτα τον Εναγόμενο 3 και έμεινε με την εντύπωση ότι θα τηρούσε τα λεγόμενα του. Θεώρησε ότι, με την παράδοση του δικαστικού εγγράφου στον δικηγόρο του Εναγόμενου 3, θα άρχιζε και η δική της εκπροσώπηση στη δίκη και δεν γνώριζε ότι θα έπρεπε να υπογράψει διοριστήριο έντυπο. Στις 20.9.12 ο δικηγόρος του Εναγομένου 3 την κάλεσε στο τηλέφωνο και της είπε ότι έπρεπε να περάσει από το γραφείο του για να υπογράψει κάτι, λέγοντας της ότι υπήρχε κίνδυνος «να την πληρώσει αυτή στο τέλος». Διευθέτησε ραντεβού για τις 27.9.
  5. Αιφνιδιάστηκε, συγχύστηκε και πανικοβλήθηκε και τηλεφώνησε αμέσως στον Εναγόμενο 3, ο οποίος δεν της απάντησε, όπως και τις επόμενες μια-δυο μέρες. Τότε κατάλαβε ότι κάτι πήγαινε λάθος, γι' αυτό και επικοινώνησε με τον δικηγόρο κ. Τριλλίδη και τον συνάντησε στο γραφείο του στις 27.9.
  6. Στη συνέχεια επισκέφθηκε τον δικηγόρο του Εναγόμενου 3, ο οποίος της παρέδωσε το κλητήριο ένταλμα. Το παρέδωσε το ίδιο βράδυ στον κ. Τριλλίδη, ο οποίος ετοίμασε επιστολή στον Πρωτοκολλητή που καταχωρήθηκε στις 2.10.
  7. Χρειάστηκαν μερικές μέρες από την 2.10.12 για να ληφθούν αντίγραφα από τον φάκελο της υπόθεσης, να μελετηθούν, να συνταχθεί και καταχωρηθεί η παρούσα αίτηση. Ισχυρίστηκε περαιτέρω, ότι ουδέποτε συζήτησε με την καθ' ης η αίτηση για την αγορά του διαμερίσματος και ουδέποτε τη συνάντησε για να της παραστήσει οτιδήποτε που είχε σχέση με το πωλητήριο έγγραφο της. Ουδέποτε της παρέστησε ότι πωλείτο το διαμέρισμα της στην Ανδριανή Σκαμπύλη της οποίας υπέγραψε το πωλητήριο έγγραφο, επειδή της το ζήτησε ο Εναγόμενος
  8. Ουδέποτε γνώρισε την Ανδριανή Σκαμπύλη ούτε οποιοδήποτε άλλο αγοραστή των διαμερισμάτων. Ουδέποτε η καθ' ης η αίτηση της ζήτησε επιστροφή οποιουδήποτε ποσού και δεν γνώριζε ότι απέσυρε το πωλητήριο έγγραφο από το Κτηματολόγιο ή ότι το ακύρωσε. Ουδέποτε η καθ' ης η αίτηση της ζήτησε τον Ιούλιο 2009, ή σε άλλη ημερομηνία να υπογραφεί πωλητήριο έγγραφο και να κατατεθεί στο Κτηματολόγιο επ' ονόματι της. Κανένα ποσό έλαβε από την πώληση του διαμερίσματος στην καθ' ης η αίτηση ή σε άλλο πρόσωπο. Όπως προκύπτει από τα τεκμήρια 3 και 4 στην ένορκη δήλωση της καθ' ης η αίτηση ημερ. 28.6.12, αυτή πλήρωσε το ποσό κατευθείαν στους Εναγόμενους 1, με τη διαχείριση και διοίκηση της οποίας δεν είχε την παραμικρή σχέση. Όπως την πληροφόρησε ο Εναγόμενος 3 που την επισκέφθηκε στο σπίτι της στις 27.9.12, η καθ' ης η αίτηση τον είχε καταγγείλει στην αστυνομία γι' αυτό το περιστατικό και εκκρεμούσε εδώ και δύο χρόνια ποινική υπόθεση εναντίον του. Η αστυνομία ουδέποτε την ενόχλησε γι' αυτό το ζήτημα. Με την ένσταση, η οποία υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της καθ' ης η αίτηση ημερ. 18.12.12, διατυπώνεται η θέση ότι: Η αιτήτρια δεν έδειξε σοβαρό και εύλογο λόγο που να δικαιολογεί τη μη έγκαιρη καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης και επέδειξε αδιαφορία για την παρούσα αγωγή που προσλαμβάνει τη μορφή καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων του αντιδίκου. Η αιτήτρια δεν έδειξε εκ πρώτης όψεως καλόπιστη και/ή συζητήσιμη υπεράσπιση και οι ισχυρισμοί της στην προβαλλόμενη υπεράσπιση είναι αόριστοι και ατεκμηρίωτοι. Η αιτήτρια δεν έδειξε σοβαρό και εύλογο λόγο που να δικαιολογεί την καθυστέρηση στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης. Ειδικώτερα, η καθ' ης η αίτηση ισχυρίζεται ότι η αιτήτρια είχε ενεργό συμμετοχή στην ανάπτυξη του επίδικου ακινήτου, που είχαν αναλάβει οι Εναγόμενοι
  9. Η ιδιοκτήτρια ολόκληρου του ακινήτου επί του οποίου ανηγέρθηκε η πολυκατοικία είναι η αιτήτρια (τεκμ. 1), η οποία είχε υπογράψει το πωλητήριο έγγραφο ημερ. 25.5.07 (τεκμ. 2). Περαιτέρω, η αιτήτρια γνώριζε για την αγορά του διαμερίσματος και την απόσυρση του πωλητηρίου εγγράφου από το Κτηματολόγιο, ως και την μετέπειτα πώληση του στην Ανδριανή Σκαμπύλη στις 24.3.08 (τεκμ. 3) και μεταγενέστερα στη Νικολαΐς Χριστοδούλου. Η αιτήτρια επισκεπτόταν πάρα πολύ συχνά τον χώρο εργασίας της για να επισκεφθεί τον Εναγόμενο 3 και ήταν πλήρως ενήμερη για τα επίδικα θέματα. Όπως της λέχθηκε από τον Εναγόμενο 3, η αιτήτρια όχι μόνο γνώριζε για την απόσυρση του πωλητηρίου εγγράφου ημερ. 25.5.07 από το Κτηματολόγιο, αλλά ανέλαβε να εξεύρει νέο αγοραστή για το επίδικο διαμέρισμα, μετά την ακύρωση της πώλησης του διαμερίσματος στην Ανδριανή Σκαμπύλη. Οποιαδήποτε συμφωνία αντιπαροχής μεταξύ των Εναγομένων 1 και της αιτήτριας, δεν την αφορά και όπως προκύπτει από το πωλητήριο έγγραφο (τεκμ. 2) ημερ. 25.5.07, η αγορά του διαμερίσματος έγινε από τους Εναγόμενους 1 και
  10. Η αδικαιολόγητη παράλειψη της αιτήτριας να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης, συνιστά καταφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας και δεν έχει υπεράσπιση επί της ουσίας αφού: - ήταν συμβαλλόμενο μέρος στα πωλητήρια έγγραφα ημερ. 25.5.07 και 24.3.08, ως πωλητής (τεκμ. 2, 3), - είναι ο μοναδικός ιδιοκτήτης του όλου μεριδίου του ακινήτου και το μοναδικό πρόσωπο που έχει συμφέρον στο ακίνητο, - από τα 12 διαμερίσματα στην πολυκατοικία, τα 8 πωλήθηκαν από την αιτήτρια και τα υπόλοιπα θα εγγραφούν επ' ονόματι της αιτήτριας με την έκδοση ξεχωριστών τίτλων ιδιοκτησίας, - η αιτήτρια πώλησε το επίδικο διαμέρισμα στη Νικολαΐς Χριστοδούλου για το ποσό των €175.
  11. Ισχυρίστηκε επίσης ότι αιτήτρια ως πωλητής, μαζί με τους Εναγόμενους 1, παραβίασαν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις έναντι της, αφού δεν της παρέδωσαν το διαμέρισμα, ούτε της επέστρεψαν οποιοδήποτε ποσό από τα χρήματα που καταβλήθηκαν και περαιτέρω, πώλησαν το διαμέρισμα σε δεύτερο και τρίτο πρόσωπο. Εναντίον του Εναγομένου 3 καταχωρήθηκε η ποινική υπόθεση 25806/10 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας και όπως πληροφορήθηκε από την αστυνομία, η αιτήτρια κλήθηκε για κατάθεση. Κατόπιν διατάγματος του Δικαστηρίου ημερ. 29.1.13, η καθ' ης η αίτηση αντεξετάστηκε επί συγκεκριμένων ισχυρισμών της που περιέχονται στην ένορκη δήλωση της που συνοδεύει την ένσταση της. Κατά την αντεξέταση της η καθ' ης η αίτηση ανέφερε ότι η απόσυρση του πωλητηρίου εγγράφου από το Κτηματολόγιο, όπου μετέβηκε με τον Εναγόμενο 3, έγινε για να κατατεθεί το πωλητήριο έγγραφο της Ανδριανής Σκαμπύλη. Όταν ακυρώθηκε το πωλητήριο έγγραφο με την Α. Σκαμπύλη, ζήτησε την επιστροφή του διαμερίσματος, εφόσον δεν της είχαν επιστρέψει τα χρήματα της και όπως της είχε πει ο Εναγόμενος 3, η αιτήτρια είχε βρει άλλο αγοραστή. Η αιτήτρια ήταν ενημερωμένη για όλα τα θέματα και συζήτησε μαζί της αρκετές φορές την εξέλιξη των πραγμάτων. Η αιτήτρια της παρουσιάστηκε ως πωλητής και στις συζητήσεις που είχε μαζί της ως και με τον Εναγόμενο 3, αυτή την παρότρυνε για την αγορά του διαμερίσματος. Η αιτήτρια ήταν ενημερωμένη για την απόσυρση του πωλητηρίου εγγράφου, ως και για τους λόγους της απόσυρσης και σε συζήτηση που είχε με την αιτήτρια και τον Εναγόμενο 3, της ανέφεραν ότι θα της κατέβαλλαν μεγαλύτερο ποσό και την παρότρυναν να αποσύρει το πωλητήριο έγγραφο από το Κτηματολόγιο. Έμβασε όλο το ποσό του τιμήματος πώλησης στον λογαριασμό των Εναγομένων 1 και δεν γνωρίζει αν η αιτήτρια εισέπραξε οποιοδήποτε ποσό από το τίμημα πώλησης του διαμερίσματος. Η αιτήτρια, προτού αποσυρθεί το πωλητήριο έγγραφο από το Κτηματολόγιο, γνώριζε ότι η ίδια είχε εξοφλήσει το τίμημα πώλησης. Στις γραπτές τους αγορεύσεις οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δύο πλευρών ανέπτυξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους υπέρ και εναντίον της αίτησης, με αναφορά στη σχετική νομολογία. Η αίτηση για παραμερισμό απόφασης εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και πρωταρχικής σημασίας είναι η κατάδειξη από τον αιτητή ότι έχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση προκειμένου να επανανοίξει η υπόθεση (βλ. I. Kotsapas & Sons Ltd v. Titan Constructions & Engineering Co.

(1961)C.L.R. 317, Νεάρχου ν. Χαραλάμπους
(1991)1 Α.Α.Δ. 954, Mine & Quarry Services Ltd v. Γεωργίου (Μαύρου)
(1993)1 Α.Α.Δ. 26, Merkis v. Yiannoukas and another
(1994)1 A.A.Δ 736 και Λουκά ν. Cyprus Pipes Industries Ltd
(1995)1 A.A.Δ. 163). Επιπρόσθετα, ο αιτητής θα πρέπει να καταδείξει στο Δικαστήριο σοβαρό και εύλογο λόγο για την παράλειψη του να εμφανιστεί στο Δικαστήριο, συνεπεία της οποίας λήφθηκε η εναντίον του απόφαση, ως και ότι επεδίωξε το επανάνοιγμα της υπόθεσης με την πρώτη δυνατή ευκαιρία (βλ. Mine & Quarry (ανωτέρω) και Χρυσάνθου κ.ά. ν. Mariala Constructions Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ. 1129). Στην απόφαση Merkis (ανωτέρω) συνοψίζονται οι αρχές που διέπουν το εγειρόμενο θέμα στο πιο κάτω απόσπασμα: «Από το σκεπτικό της Evans v. Bartlam συνεπάγεται ότι:
(1)Η αίτηση για παραμερισμό αποφάσεως είναι θέμα το οποίο εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και πρωταρχικής σημασίας είναι το κατά πόσο ο αιτητής έχει πράγματι καλή υπεράσπιση.
(2)Ο αιτητής πρέπει να πείσει το Δικαστήριο ότι υπάρχει πράγματι σοβαρός και εύλογος λόγος που δεν παρουσιάσθηκε στο Δικαστήριο και άφησε να εκδοθεί απόφαση εναντίον του.
(3)Το Δικαστήριο δεν πρέπει να προχωρήσει ως θα έπραττε αν εκδίκαζε την υπόθεση και να αποφασίσει αν υπάρχει ή δεν υπάρχει υπεράσπιση.
(4)Το βάρος της απόδειξης είναι σίγουρα πάνω στον αιτητή, αλλά όχι για να αποδείξει την υπεράσπιση, απλώς για να δείξει στο Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση πάνω στην ουσία της υπόθεσης.
(5)Σχετικά με τη μαρτυρία την οποία πρέπει να προσκομίσει ο αιτητής για να αποδείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση επί της ουσίας της υπόθεσης και ότι υπήρχε σοβαρός και εύλογος λόγος που δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο, αυτή πρέπει να είναι υπό τη μορφή ενόρκων δηλώσεων και οποιαδήποτε άλλη έγγραφη μαρτυρία συνημμένη στις ενόρκους δηλώσεις. Δεν προσκομίζεται οποιαδήποτε άλλη προφορική μαρτυρία. Οι διάδικοι όμως έχουν το δικαίωμα να αντεξετάσουν οποιονδήποτε ομνύοντα επί της ένορκης δήλωσης του, αφού δώσουν τη σχετική ειδοποίηση σύμφωνα με τους κανόνες της Πολιτικής Δικονομίας.» Η νομολογία υποστηρίζει ότι μπορεί να απορριφθεί η αίτηση, παρά την αποκάλυψη συζητήσιμης υπεράσπισης, εφόσον διαπιστωθεί ότι ο Εναγόμενος επέδειξε αδιαφορία για την αγωγή, η οποία είναι δυνατό να θεωρηθεί μορφή καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων του αντίδικου. Στο καταληκτικό μέρος της απόφασης Milouca Motor Trading Ltd v. Χρ. Κούρτη
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. σελ. 941: «Η άνευ αποχρώντος λόγου παράλειψη του Εναγομένου να εμφανιστεί και η αδικαιολόγητη καθυστέρηση του να αποταθεί για τον παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης, μπορεί βάσιμα να αποτελέσουν λόγο για την απόρριψη του αιτήματος του. Διαφορετικά η πορεία της δικαστικής διαδικασίας και το αποτέλεσμα της θα αφήνονταν αιωρούμενα μέχρι την εκδήλωση της θέσης του Εναγόμενου σε σχέση με την εναντίον του αγωγή.» Γνώμονας για την άσκηση της διακριτικής εξουσίας πρέπει να είναι η ανάγκη εξισορρόπησης αφενός της ανάγκης διασφάλισης του δικαιώματος του κάθε διαδίκου να ακουστεί στην υπόθεση του και αφετέρου της ανάγκης για ταχεία απονομή της δικαιοσύνης και την τελεσιδικία της δικαστικής απόφασης (βλ. Phylactou and Others v. Michael
(1982)1 C.L.R. 204, 210). Στην απόφαση Παπανικολάου ν. Κότσαπα
(2004)1 Α.Α.Δ. 1800 αποφασίστηκε ότι: «Όπως έχει επανειλημμένα τονισθεί, πρέπει να διασφαλίζονται από τη μια το δικαίωμα ακρόασης του διάδικου και από την άλλη η ανάγκη ταχείας διεκπεραίωσης των δικαστικών υποθέσεων. Η άνευ φειδούς επανάνοιξη υπόθεσης δημιουργεί αβεβαιότητα στην τελεσιδικία και γι' αυτό, αν η συμπεριφορά διαδίκου είναι τέτοια που πλήττει τα θεμέλια της απονομής της δικαιοσύνης και καταδεικνύει καταφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας, το Δικαστήριο μπορεί να αρνηθεί το αίτημα του διαδίκου. (Δέστε σχετικά Άννα Νικολάου Χαραλάμπους ν. Κ & Τ Andreou Ltd κ.ά Π.Ε. 11120, ημερ. 13.9.02 και Phylactou v. Michael
(1982)1 C.L.R. 204.)» Το πρώτο θέμα που θα πρέπει να αποφασιστεί είναι κατά πόσο η αιτήτρια που έχει το βάρος απόδειξης, έδειξε στο Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση. Έχει νομολογηθεί ότι η αποκάλυψη μιας καλής υπόθεσης ή συζητήσιμης υπεράσπισης, προϋποθέτει την προσκόμιση κάποιων αποδεικτικών στοιχείων τα οποία εξυπακούεται ότι εμπεριέχουν κάποιο βαθμό πειστικότητας όπως προβάλλεται μέσα από την ένορκη δήλωση, ώστε η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να μην ασκείται επί ματαίω και μόνον αν θα εξυπηρετηθεί ο χρήσιμος σκοπός επίλυσης της διαφοράς των διαδίκων (βλ. Πατούρης ν. Hellenic Bank Ltd
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 2118, 2124 και Γεώργιος Φρίξου Γεωργαλλίδης ν. Ταπελλογραφείου Κώστα Παύλου & Σία Λτδ
(2000)1(Β) Α.Α.Δ., 1101 σελ. 1106). Το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους των αιτητών. Εκεί όπου η προβαλλόμενη υπεράσπιση δεν φέρει τα αναγκαία χαρακτηριστικά και ελλείπει η αναγκαία θεμελίωση, η αίτηση απορρίπτεται. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η αιτήτρια προβάλλει τον ισχυρισμό στην ένορκη της δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, ότι έχει πολύ καλή υπεράσπιση στην παρούσα αγωγή. Σχετικοί είναι οι ισχυρισμοί της ως έχουν αναφερθεί ανωτέρω, οι οποίοι συνοπτικά συνίστανται στο ότι: ουδέποτε συζήτησε με την καθ' ης η αίτηση οτιδήποτε που αφορούσε την αγορά του διαμερίσματος, ουδέποτε τη συνάντησε για να της παραστήσει οτιδήποτε που σχετίζετο με το πωλητήριο έγγραφο της, ουδέποτε της παρέστησε ότι θα πωλείτο το διαμέρισμα της στην Ανδριανή Σκαμπύλη, ουδέποτε η καθ' ης η αίτηση της ζήτησε επιστροφή οποιουδήποτε ποσού, ούτε γνωρίζει ότι αυτή απέσυρε το πωλητήριο έγγραφο από το Κτηματολόγιο και κανένα ποσό έλαβε η ίδια από την πώληση του διαμερίσματος στην καθ' ης η αίτηση ή σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο. Συνεκτιμώντας τους εν λόγω ισχυρισμούς, κρίνω ότι η αιτήτρια έχει πείσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπόθεση και/ή συζητήσιμη υπεράσπιση στην αγωγή. Διευκρινίζεται ότι η αξιολόγηση των εν λόγω ισχυρισμών της αιτήτριας, ως και των αντίθετων και/ή διαφορετικών ισχυρισμών της καθ' ης η αίτηση, δεν αποτελεί έργο του Δικαστηρίου στα πλαίσια της παρούσας αίτησης. Ό,τι ενδιαφέρει το Δικαστήριο, είναι η αποκάλυψη εκ μέρους της αιτήτριας συζητήσιμης υπεράσπισης, για την οποία το Δικαστήριο έχει ικανοποιηθεί. Προχωρώ να εξετάσω κατά πόσο η αιτήτρια έπεισε το Δικαστήριο ότι υπήρχε πράγματι σοβαρός και εύλογος λόγος που δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο και άφησε να εκδοθεί στην απουσία της απόφαση εναντίον της. Η αιτήτρια ισχυρίζεται ότι, ο λόγος που δεν καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης στην παρούσα αγωγή είναι γιατί μετά την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος στις 6.6.12, το παρέδωσε στον Εναγόμενο 3, ο οποίος τη διαβεβαίωσε ότι θα το έπαιρνε στον δικό του δικηγόρο, ο οποίος θα αναλάμβανε και τη δική της εκπροσώπηση στη δίκη. Κρίνω ότι ο λόγος αυτός δεν συνιστά σοβαρό και εύλογο λόγο. Αντίθετα, καταδεικνύει με τον πιο πάνω εμφανή τρόπο την επιπολαιότητα, ανευθυνότητα και έλλειψη σοβαρότητας, με την οποία η αιτήτρια ενήργησε όταν παρέλαβε το κλητήριο ένταλμα από τον επιδότη. Έχω την άποψη ότι η επίδοση στην αιτήτρια και η παραλαβή του κλητηρίου εντάλματος, με το οποίο η καθ' ης η αίτηση αξίωνε εναντίον της το σεβαστό ποσό των €183.674,65 πλέον αποζημιώσεις, τόκους και έξοδα, θα έπρεπε να λειτουργήσει γι' αυτήν ως ένα πολύ σημαντικό και σοβαρό γεγονός και όφειλε να διασφαλίσει με απόλυτη βεβαιότητα ότι πράγματι θα εκπροσωπείτο από δικηγόρο ενώπιον του Δικαστηρίου. Όπως η ίδια ανέφερε, εργάζεται εδώ και 40 χρόνια στο ΡΙΚ και επομένως εύλογα εξάγεται το συμπέρασμα ότι είχε την ικανότητα να αντιληφθεί πλήρως την αξίωση της καθ' ης η αίτηση εναντίον της. Το ύψος του αξιούμενου ποσού θα έπρεπε να την ανησυχήσει και θορυβήσει σε τέτοιο βαθμό, που επέβαλλε τον άμεσο διορισμό δικηγόρου από την ίδια προσωπικά για να διαφυλάξει τα δικαιώματα της στη διαδικασία. Αντ' αυτού, επέλεξε να επιδείξει απόλυτη εμπιστοσύνη στον Εναγόμενο 3, χωρίς να προβληματιστεί καθόλου για την ιδιότητα του ως συνεναγομένου στην παρούσα αγωγή. Η αιτήτρια θα αναμένετο λογικά, ακόμα και μετά την παράδοση του κλητηρίου εντάλματος στον Εναγόμενο 3, να διευκρίνιζε μέσω του Εναγόμενου 3 και σε σύντομο χρονικό διάστημα, το πρόσωπο του δικηγόρου που θα την εκπροσωπούσε και με κάποια άμεση επαφή της με τον εν λόγω δικηγόρο να επιβεβαίωνε ότι πράγματι αυτός την εκπροσωπούσε, κάτι όμως που δεν έπραξε. Είναι η θέση του Δικαστηρίου ότι η αιτήτρια επέδειξε πλήρη αδιαφορία για την παρούσα αγωγή, η οποία προσλαμβάνει τη μορφή καταφρόνησης τόσο της δικαστικής διαδικασίας, όσο και των δικαιωμάτων της καθ' ης η αίτηση. Παρά την αποκάλυψη συζητήσιμης υπεράσπισης, είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι ο λόγος που επικαλέστηκε η αιτήτρια για την παράλειψη της να εμφανιστεί στο Δικαστήριο, δεν είναι ούτε σοβαρός, ούτε εύλογος και καταδεικνύει καταφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας, διαπίστωση που δικαιολογεί κατά την κρίση του Δικαστηρίου την απόρριψη της αίτησης [βλ. Milouca Motor Trading (ανωτέρω)]. Σ' ότι αφορά την παρέλευση τριών μηνών από την έκδοση της δικαστικής απόφασης στις 2.7.12, μέχρι την καταχώρηση της παρούσας αίτησης στις 11.10.12, η αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι μόλις στις 20.9.12 έλαβε τηλεφώνημα από τον δικηγόρο του Εναγόμενου 3 που την ώθησε σε περαιτέρω ενέργειες για να πληροφορηθεί την έκδοση της απόφασης εναντίον της. Θεωρώ ότι η παρέλευση του πιο πάνω χρόνου, έχοντας κατά νου την εξήγηση που έδωσε στο Δικαστήριο, η οποία δεν αμφισβητήθηκε από την άλλη πλευρά, δεν ισοδυναμεί με υπερβολική καθυστέρηση εκ μέρους της στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης. Ωστόσο, η διαπίστωση αυτή δεν επηρεάζει με οποιοδήποτε τρόπο την κατάληξη του Δικαστηρίου για απόρριψη της αίτησης, για τους λόγους που εξήγησα αμέσως πιο πάνω. Για όλα τα πιο πάνω, η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα σε βάρος της αιτήτριας και προς όφελος της καθ' ης η αίτηση, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. [Υπ.] ....................................... Στ. Χατζηγιάννη, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής. /νχ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.