ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ ν. ΒΑΡΝΑΛΗ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΚΙΟΥΡΤΖΙΔΗ, Αγωγή αριθ. 203/13, 20/6/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:A237 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Παπαμιχαήλ, Α.Ε.Δ. Αγωγή αριθ. 203/13 Μεταξύ: ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ, από τη Λευκωσία Εναγόντων Και
- ΒΑΡΝΑΛΗ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΚΙΟΥΡΤΖΙΔΗ (αρ. Ελληνικού Διαβ. ΑΒ4774101), από τη Λευκωσία
- ΣΒΕΤΛΑΝΑΣ ΜΗΝΑΣΙΔΟΥ (αρ. Ελληνικού Διαβ. ΑΒ3487371), από τη Λευκωσία
- ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΠΟΠΟΒΙΔΗ (Α.Τ. 05331360), από τη Λευκωσία
- ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΚΙΟΥΡΤΖΙΔΗ (αρ. Ελληνικού Διαβ. Τ831598), από τη Λευκωσία Εναγομένων ----------------- Αίτηση ημερομηνίας 12.2.2013 Ημερομηνία: 20.6.2013 Για τους Αιτητές: κα Μ. Σοφοκλέους Για τους Καθ΄ ων η αίτηση 1-4: κ. Δ. Παυλίδης (για να ακούσει απόφαση ο κ. Πόλεως) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με αίτηση τους οι Ενάγοντες - Αιτητές ημερομηνίας 12/2/2013 αιτούνται την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον των Εναγομένων 1, 2, 3 και 4 ως το ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα ήτοι για €163.316,71 δυνάμει γραπτής πιστωτικής συμφωνίας δανείου και/ή χορήγησης τραπεζικών διευκολύνσεων ημερομηνίας 24/12/2009 και συμφωνίας εγγύησης και αποζημίωσης καθώς και παραρτήματος ημερομηνίας 24/12/2009 και/ή άλλως πως, πλέον τόκο προς 14% ετησίως επί του εν λόγω ποσού από 21/8/2012, κεφαλαιοποιούμενου την 30ην Ιουνίου και την 31ην Δεκεμβρίου κάθε χρόνου μέχρι πλήρους εξοφλήσεως καθώς και Διατάγματα κατά του εναγόμενου 3 ως οι παράγραφοι Γ και Δ της αξίωσης. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η αίτηση εκτίθενται στην ένορκο δήλωση του κ. Νέαρχου Παπανεάρχου ημερομηνίας 12/2/
- Η παρούσα αίτηση βασίζεται στην Δ.18, Θεσμούς 1 - 5, 8 και 9, στη Δ.21, Δ.48, των Κανόνων Πολιτικής Δικονομίας, και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Σύμφωνα με την ένορκη δήλωση του κ. Νέαρχου Παπανεάρχου, κατά ή περί την 24/12/2009, μετά από αίτηση των Εναγομένων 1 και 2, οι Ενάγοντες τους παραχώρησαν δάνειο δυνάμει γραπτής συμφωνίας και/ή πιστωτικής συμφωνίας δανείου για το ποσό των €162.000 για σκοπούς στεγαστικού δανείου μετά των προσωπικών εγγυήσεων των Εναγομένων 3 και 4 καθώς και με τις υποθηκεύσεις υφιστάμενης τρίτης και πέμπτης σειράς επί ενός οικοπέδου στη Λευκωσία υπ' αριθμούς Υ8054/05 και Υ15491/09 από τον εναγόμενο 3 προς όφελος των Εναγόντων. Οι Ενάγοντες παραχώρησαν το συμφωνηθέν ποσό δανείου στους Εναγόμενους 1 και 2 και άνοιξαν προς τούτο το λογαριασμό υπ'αρ. 5263396574 ( «ο λογαριασμός») Κατά ή περί τα τέλη του 2010 ο επίδικος λογαριασμός των Εναγόμενων 1 και 2 παρουσίαζε καθυστερήσεις στην καταβολή των δόσεων γι' αυτό οι Ενάγοντες δια επιστολών τους (διαφόρων ημερομηνιών) ειδοποιούσαν τους εναγόμενους 1 και 2 ότι οι ληξιπρόθεσμες δόσεις του δανείου τους καθυστερούσαν και τους καλούσαν να συμμορφωθούν με του όρους της μεταξύ τους συμφωνίας διαφορετικά ο λογαριασμός θα τερματιζόταν και θα μεταφερόταν στις οριστικές καθυστερήσεις με αυξημένο επιτόκιο και επιπλέον θα λαμβάνονταν εναντίον τους δικαστικά μέτρα. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 δεν ανταποκρίθηκαν στις ειδοποιήσεις των Εναγόντων και έτσι οι Ενάγοντες με επιστολή τους ημερομηνίας 21/8/2012 ειδοποίησαν τον Εναγόμενο 3, ως ενυπόθηκο δανειστή, ότι οι υποθήκες υπ' αριθμούς Υ8054/05 και Υ15491/09 και/ή λογαριασμοί υποθηκών θα επιβαρύνονται με αυξημένο επιτόκιο ήτοι 14% κεφαλαιοποιούμενο την 30ήν Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου ετησίως μέχρι εξοφλήσεως. Περαιτέρω, οι Ενάγοντες με επιστολή τους ημερομηνίας 21/8/2012 προς τους Εναγόμενους 1 και 2 με κοινοποίηση προς τους Εναγόμενους 3 και 4 ειδοποίησαν τους Εναγομένους ότι η οφειλή τους θα επιβαρύνεται με αυξημένο επιτόκιο ήτοι 14% πέραν των προμηθειών, τραπεζικών δικαιωμάτων κλπ. Με την ίδια επιστολή οι Ενάγοντες πληροφόρησαν τους Εναγομένους ότι τερματίζουν την μεταξύ τους συμφωνία καθώς και τη λειτουργία του αντίστοιχου λογαριασμού μεταφέροντας το υπόλοιπο αυτού στις οριστικές καθυστερήσεις, με νέο αριθμό
- Επιπλέον, με την ίδια επιστολή τους οι Ενάγοντες ενημέρωσαν τους Εναγόμενους ότι το υπόλοιπο της οφειλής τους ανερχόταν σε €163.316,71 πλέον 14% τόκο από 21/8/2012 κεφαλαιοποιούμενο την 30ήν Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου ετησίως μέχρι εξοφλήσεως και τους κάλεσαν όπως εξοφλήσουν κάθε οφειλόμενο ποσό προς τους Ενάγοντες όπως πιο πάνω αναφέρεται εντός επτά
(7)ημερών. Τα πιο πάνω επιμαρτυρήθηκαν με την κατάθεση των Τεκμηρίων 1 μέχρι 14 στην ένορκη δήλωση του Νέαρχου Παπανεάρχου ημερομηνίας 12/2/
- Οι Εναγόμενοι - Καθ'ών η Αίτηση ενίστανται στην αίτηση και η ένσταση τους υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του Εναγομένου 4, εξουσιοδοτούμενου υπό των εναγομένων 1, 2 και 3 ημερομηνίας 18/2/2013 και η οποία συνοψίζεται ως ακολούθως: (α) Η αίτηση των Εναγόντων είναι νόμω και ουσία αβάσιμη και δεν πληρεί τις προϋποθέσεις των Δ.18 και Δ.39 καθότι ο Νέαρχος Παπανεάρχου δεν προσδιορίζει με σαφήνεια την πηγή της γνώσης του και/ή δεν μπορεί να εξαχθεί από τη δήλωση του ημερομηνίας 12/2/2013 συμπέρασμα ότι η γνώση του είναι απόρροια ιδίας αντίληψης κατά παράβαση της Δ.39, Θ.
- Η γνώση του δεν είναι γνώση προσώπου που μπορεί να ορκισθεί θετικά ως προς το ύψος της οφειλής αλλά η γνώση του στηρίζεται σε πληροφορίες που δόθηκαν από άλλους. Ο ίδιος ο ενόρκως δηλών δεν ήταν παρών στην υπογραφή της συμφωνίας του
- (β) Οι Ενάγοντες παράνομα και αυθαίρετα προέβηκαν σε επέμβαση στο λογαριασμό και προέβηκαν σε υπερχρέωση επιβαρύνσεις και ανατοκισμό και χρέωναν συχνά πυκνά το λογαριασμό με ποσά «που δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και που δεν οφείλουμε». Οι δε Ενάγοντες έντεχνα έχουν αποκρύψει την πορεία του λογαριασμού καθότι αυτή θα αποκάλυπτε την παράνομη χρέωση επιτοκίου. (γ) Οι Ενάγοντες χρέωναν τον λογαριασμό παράνομα με τόκο υπερημερίας, (δ) Οι Ενάγοντες τερμάτισαν τη συμφωνία χωρίς να υπάρχει οποιαδήποτε νόμιμη αιτία και/ή αντισυμβατικά και/ή παράνομα. (ε) Η ένδειξη «ΜΕΤΑΦΟΡΑ» στις 21/8/2012 και «χρέωση €163.316,71» στο λογαριασμό Τεκμήριο 14 έγινε χωρίς να υπάρχει επεξήγηση. (στ) Ο ενόρκως δηλών προβαίνει σε απλή παράθεση των όρων και/ή προνοιών επί των Τεκμηρίων. (ζ) οι Ενάγοντες μονόπλευρα αύξησαν το επιτόκιο σε 14% κατά τον τερματισμό της συμφωνίας γεγονός παράνομο και ανεπίτρεπτο. Καμία μαρτυρία προς στοιχειοθέτηση του δόθηκε από τους Ενάγοντες και η παράγραφος Γ του Τεκμηρίου 3 είναι «αόριστη και καταχρηστική...». (η) Οι Εναγόμενοι έχουν πολύ καλή υπεράσπιση και συζητήσιμη υπόθεση. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ: Η Διαταγή 18, Θεσμός 1 των περί Πολιτικής Δικονομίας θεσμών, στην οποία βασίζεται η αίτηση, προνοεί ότι: « 18
(1)(α). Where the defendant appears to a writ of summons specially indorsed under 0.2 r.6, the plaintiff may, on affidavit made by himself or by any other person who can swear positively to the facts verifying the cause of action and the amount claimed (if any) and stating that in his belief there is no defence to the action, apply for judgement.. .And judgement for the plaintiff may be given thereupon, unless the defendant shall satisfy the court that he has a good defence to the action on the merits, or disclose such facts as may be deemed sufficient to entitle him to defend. » Οι νομικές αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου σε αιτήσεις για συνοπτική απόφαση είναι καθαρές και δεν αμφισβητούνται. Η διαδικασία για συνοπτική απόφαση δυνάμει της Δ.18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας που αποτελεί την αντίστοιχη διαδικασία της Αγγλικής Δ.14 όπως είχε πριν τις τροποποιήσεις του 1962, παρέχει στο Δικαστήριο εξουσία να εκδίδει συνοπτική απόφαση σε περιπτώσεις μόνο όπου δεν υπάρχει λογική αμφιβολία ότι ο ενάγων δικαιούται σε απόφαση και όπου ως εκ τούτου είναι άσκοπο να επιτραπεί στον εναγόμενο να προβάλει την υπεράσπιση του μόνο για σκοπούς καθυστέρησης. Η Δ.18 προνοεί για ειδική διαδικασία για καθορισμό δικαιωμάτων χωρίς την πλήρη διεξαγωγή δίκης σε τρόπο που να αποκλείει τον εναγόμενο από το δικαίωμα του να αντικρούσει εκτενέστερα τους ισχυρισμούς του ενάγοντα. Συνεπώς, απόφαση δυνάμει της Δ.18 πρέπει να εκδίδεται μόνο όπου υπάρχει αυστηρή συμμόρφωση με τις προϋποθέσεις που θέτει η διαταγή αυτή και μόνο σε εκείνες τις υποθέσεις τα γεγονότα των οποίων εμφανέστατα δεν αφήνουν ποτέ δυνατότητα καταχώρησης νόμιμης υπεράσπισης. Η τήρηση και συμμόρφωση με τις διαδικαστικές προϋποθέσεις που θέτει η διαταγή αυτή είναι απαραίτητη για να παρέχεται στο Δικαστήριο η δικαιοδοσία να εκδώσει συνοπτική απόφαση και για το λόγο αυτό αν ο ενάγοντας δεν ικανοποιήσει πρώτα αυτές τις προϋποθέσεις, το θέμα του κατά πόσο ή όχι ο εναγόμενος προβάλλει αρκετούς ισχυρισμούς που να του δίδουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί την υπόθεση δεν εγείρεται. Οι προκαταρκτικές προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για να έχει το δικαστήριο, σύμφωνα με τη Δ.18
(1)(α) την απαραίτητη δικαιοδοσία για να εκδώσει συνοπτική απόφαση είναι οι ακόλουθες: (
- i)Το κλητήριο ένταλμα πρέπει να είναι ειδικά οπισθογραφημένο δυνάμει της Δ.2, Θ.6. (
- ii)Ο εναγόμενος πρέπει να έχει καταχωρήσει εμφάνιση. (iii) Πρέπει να υπάρχει ένορκη δήλωση του ενάγοντα ή άλλου προσώπου που μπορεί να ορκισθεί θετικά ως προς τα γεγονότα και που επαληθεύουν το αγώγιμο δικαίωμα και το ποσό που απαιτείται και στην ουσία να δηλώνει ότι πιστεύει πως δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Με την ικανοποίηση των πιο πάνω αναφερόμενων προκαταρκτικών προϋποθέσεων, το βάρος μετατοπίζεται στους ώμους του εναγομένου ο οποίος πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να θεωρηθούν επαρκή για να του δώσουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί την υπόθεση. Στην υπό εξέταση υπόθεση οι πρώτες δύο προκαταρκτικές προϋποθέσεις της Δ.18 Θ.1(α) πληρούνται εφόσον το κλητήριο ένταλμα που έχει καταχωρηθεί είναι ειδικά οπισθογραφημένο σύμφωνα με τη Δ.2, Θ.6 και οι εναγόμενοι 1, 2, 3 και 4 έχουν καταχωρίσει εμφάνιση μέσω δικηγόρου. Ως προς την τρίτη προϋπόθεση, δηλαδή το θέμα της επάρκειας της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση, η Δ.18. Θ.2 αναφέρει ότι μια αίτηση για συνοπτική απόφαση με βάση το Θ.1 πρέπει να συνοδεύεται με αντίγραφο της ένορκης δήλωσης και των τεκμηρίων που εκεί αναφέρονται. Μια αίτηση για συνοπτική απόφαση θα πρέπει στην ουσία να συμμορφώνεται μόνο με τις αυστηρές προϋποθέσεις του θ.1(α) της Δ.18. Ένας αιτητής που ζητά συνοπτική απόφαση χρειάζεται μόνο να επιβεβαιώσει ουσιαστικά την απαίτησή του. Όπως αναφέρεται στο Annual Practice του 1970, στο σχόλιο της αντίστοιχης Αγγλικής Δ.14: «The verification may be by reference to the facts stated in the statement of claim thus: "the defendants are justly and truly indebted to the plaintiffs in the sum of £./for. and were so indebted at the commencement of this action .... The particulars of the said claim appear by the statement of claim in this action.» Η υπόθεση Αθηνούλλα Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ,
(1997)1 Α.Α.Δ.782, η οποία πραγματεύεται το ζήτημα, αντιπαραθέτει την περίπτωση προσώπου που μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα με την περίπτωση του ομνύοντα που καταθέτει με βάση τα όσα πληροφορείται και πιστεύει και εξηγεί πως η Δ.39, Θ.2 περιορίζεται σε ενδιάμεσες αιτήσεις και δεν εφαρμόζεται σε τέτοιες περιπτώσεις. Αναγνωρίζεται στην περίπτωση που ο ενάγων - αιτητής είναι εταιρεία πως κάποιο φυσικό πρόσωπο πρέπει να ορκιστεί στη Θέση της για να καταλήξει πως το ζήτημα κρίνεται με βάση τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης και σε συνάρτηση με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης, ενώ πολύ σημαντικό ρόλο διαδραματίζει και η φύση της αξίωσης. Στην υπόθεση Αθηνούλλα Δημητρίου (πιο πάνω) έγινε αναφορά στην υπόθεση Pathe Freres Cinema Ltd v. United Electric Theatres Ltd
(1914)3 Κ.Β 1253, όπου ένορκη δήλωση από υπάλληλο της ενάγουσας εταιρείας, ο οποίος δήλωσε ότι τα γεγονότα ευρίσκοντο εντός της προσωπικής γνώσης του κρίθηκε ικανοποιητική. Στην υπό εξέταση υπόθεση μας ο κ. Νέαρχος Παπανεάρχου φαίνεται να έχει γνώση των γεγονότων που αφορούν την παρούσα αγωγή και υπήρξε εμπλοκή του ιδίου στην εξέλιξη των γεγονότων διά της εποπτείας και ελέγχου των ενεργειών και πράξεων των εναγομένων καθώς και όλων των εγγράφων, αποφάσεων και ειδοποιήσεων που αφορούν όλους τους εναγόμενους αλλά και της συμμετοχής του στην ετοιμασία αυτών των εγγράφων, αποφάσεων και ειδοποιήσεων τα οποία έχει και στην κατοχή του. Παρακολουθεί την διακίνηση του λογαριασμού και είχε σχέση και με την ετοιμασία της κατάστασης του λογαριασμού την οποία και προσυπογράφει ως φαίνεται και στο Τεκμήριο 14. Συμφωνεί και υιοθετεί το περιεχόμενο του κλητηρίου εντάλματος και επαναλαμβάνει το αγώγιμο δικαίωμα στην ένορκη του δήλωση. Στην παράγραφο 11 της ένορκης του δήλωσης επαληθεύει το οφειλόμενο από τους Εναγόμενους χρέος της αγωγής. Οι ισχυρισμοί των εναγομένων στην ένσταση τους (1, 2, 3 και 4 της ενστάσεως) είναι ανεδαφικοί καθότι ο ενόρκως δηλών προσδιορίζει ικανοποιητικά την πηγή της γνώσης του, και όπως προκύπτει από τα λεχθέντα του, είναι πρόσωπο ικανό εντός των πλαισίων της Δ.18, Θ.1 για να ορκιστεί θετικά τα γεγονότα της υπόθεσης και να επαληθεύσει την αιτία της αγωγής, όπως και έπραξε, παραθέτοντας και τα σχετικά έγγραφα στα οποία αναφέρεται στην ένορκη του δήλωση. Συνεπώς, οι ενάγοντες ικανοποιούν και τις τρεις προϋποθέσεις που θέτει η Δ.18, θ.1 και ως εκ τούτου, το βάρος απόδειξης σύμφωνα με τη νομολογία μετατοπίζεται στους ώμους των εναγομένων για να ικανοποιήσουν το Δικαστήριο ότι έχουν καλή υπεράσπιση στην αγωγή ή ότι αποκαλύπτουν τέτοια γεγονότα που τους δίνουν το δικαίωμα να υπερασπιστούν. Η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου με βάση τη Δ.18 είναι τέτοια που πρέπει να ασκείται με ιδιαίτερη προσοχή και πολλή φειδώ. Ένας εναγόμενος που δυνατό να μπορεί να δημιουργήσει μέσω σχετικών γεγονότων την πιθανότητα έγερσης επίδικου θέματος θα πάρει άδεια να υπερασπιστεί την υπόθεση έστω και αν τέτοια υπεράσπιση μπορεί να μην φαίνεται ικανή να επιτύχει σε τελική ανάλυση. Έχει καθιερωθεί νομολογιακά ότι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση όταν και εφόσον το βάρος μετατοπιστεί στους ώμους του εναγομένου, πρέπει να περιέχει τέτοιες λεπτομέρειες που να τεκμηριώνουν τους ισχυρισμούς του για την ύπαρξη υπεράσπισης και ότι οι γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί δεν είναι από μόνοι τους αρκετοί. Η απλή αναφορά σε ισχυρισμούς γενικούς και αόριστους στερεί από τον εναγόμενο το δικαίωμα να τύχει άδειας από το δικαστήριο για να καταχωρήσει υπεράσπιση για δύο βασικούς λόγους: (i) Όταν οι ισχυρισμοί που προβάλλονται είναι γενικοί και/ή αόριστοι το δικαστήριο αδυνατεί να προβεί στην εξέταση αυτών εφόσον ελλείπει το σχετικό υπόβαθρο εκείνων των γεγονότων που το δικαστήριο θα έπρεπε να είχε ενώπιον του για να τους εξετάσει με την αναγκαία, στο στάδιο αυτό, λεπτομέρεια. (ii) Η γενική και χωρίς παράθεση στοιχείων άρνηση ενός εναγομένου προσκρούει στη νομολογιακή αρχή και βέβαια στο ίδιο το λεκτικό της Δ.18 θ.1(α), ότι η ένσταση θα πρέπει να εμπεριέχει λεπτομερώς τις θέσεις του εναγομένου ('condescend particulars» Η αναγκαιότητα να εκτίθενται συγκεκριμένα γεγονότα και ισχυρισμοί στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, τονίστηκε στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. ν. Νέστωρα Χ" Νέστωρος
(1989)1Ε Α.Α.Δ. 204. Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στην Trans Middle East Trading (TMET) Limited v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 C.L.R. 239, τονίστηκε και πάλι ο εξαιρετικός χαρακτήρας της διαδικασίας συνοπτικής απόφασης με την πιο κάτω αναφορά του δικαστηρίου στις σελίδες 243-244: «Η βασική αρχή που προκύπτει τόσο από τις κυπριακές, όσο και τις αγγλικές αποφάσεις, είναι ότι η συνοπτική απόφαση πρέπει να εκδίδεται μόνο όπου είναι αναμφίβολο ότι ο εναγόμενος δεν έχει υπεράσπιση στην αγωγή. Όπου όμως δίδει στην ένορκη του δήλωση αρκετές λεπτομέρειες που να δείχνουν την ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης ή να εγείρουν θέμα σε απάντηση της απαιτήσεως που θα πρέπει να εκδικάζεται ή όπου ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι έχει καλή και ουσιαστική υπεράσπιση και ή αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα που μπορούν να κριθούν ως αρκετά για να του δώσουν το δικαίωμα να προβάλει την υπεράσπιση, τότε πρέπει να δίδεται τέτοιο δικαίωμα για υπεράσπιση (βλ. CYEMS CO LTD ν. The Central Co-Operative Co. Ltd
(1982)1 CLR 879). Έτσι είναι μόνο σε καθαρές περιπτώσεις που μπορεί το Δικαστήριο να στερήσει διάδικο από του να προβάλει την υπεράσπιση του ενώπιον του Δικαστηρίου γιατί σε διαφορετική περίπτωση τέτοια ενέργεια θα αποτελούσε άρνηση δικαιοσύνης προς τον επηρεαζόμενο διάδικο.» Στο Supreme Court Practice, 1999, Vol.1, αναφέρονται τα ακόλουθα: " The power to give summary judgment under 0.14 is "intended only to apply to cases where there is no reasonable doubt that the plaintiff is entitled to judgment, and where therefore it is inexpedient to allow a defendant to defend for mere purposes of delay" (Jones v. Stone
(1894)A.C. 122). As a general principle, where a defendant shows that he has a fair case for defence, or reasonable grounds for setting up a defence, or even a fair probability that he has a bona fide defence, he ought to have leave to defend (Saw v. Hakim
(1889)5 T.L.R. 72; Ironclad, etc. Co. v. Gardner
(1892)4 T.L.R. 18; Ward v. Plumbley
(1890)4 Ex.D. 279). Leave to defend must be given unless it is clear that there is no real substantial question to be tried (Codd v. Delap
(1905)92 L.T. 510, HL); that there is no dispute as to facts or law which raises a reasonable doubt that the plaintiff is entitled to judgment (Jones v. Stone
(1894)A.C. 122; Thompson v. Marshall
(1880)41 L.T. 720, CA; Jacobs v. Booth's Distillery Co.
(1901)85 L.T. 262, HL; Lindsay v. Martin
(1889)5 T.L.R. 322)" Τα πιο πάνω υιοθετήθηκαν στην υπόθεση Vidisava Subotic v. Δήμου Στυλιανίδη
(1998)1 A.A.Δ. 22. Όπως αναφέρεται στην υπόθεση Hermes Insurance Co. Ltd v. Theodorides
(1983)1 C.L.R. 333 (πιο πάνω), ο εναγόμενος θα πρέπει να ικανοποιήσει το δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή επί της ουσίας ή ότι αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα τα οποία θα θεωρούνται ικανοποιητικά για να του δίδουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί. Τίθεται δε στην ίδια απόφαση το ερώτημα όσον αφορά το πως θα πρέπει ο δικαστής να ικανοποιηθεί ώστε να αρνηθεί να δώσει συνοπτική απόφαση υπέρ του ενάγοντα. Και η απάντηση στο ερώτημα δίδεται με το εξής απόσπασμα από την απόφαση του Λόρδου Blackburn στην υπόθεση John Wallingford v. The Director etc of the Mutual Society (1979-80)5 A.C. 685. «There may very well be facts brought before the judge which satisfy him that it is reasonable, sometimes without any terms and sometimes, with terms, that the Defendant should be able to raise this question, and fight it if he pleases, although the Judge is by no means satisfied that it does amount to a defence upon the merits. I think that when the affidavits are brought forward to raise that defence they must, if I may use the expression, condescend upon particulars. It is not enough to swear, "I say I owe the man nothing". Doubtless, if it was true, that you owed the man nothing as you swear, that would be a good defence. But that is not enough. You must satisfy the Judge that there is reasonable ground for saying so. So again, if you swear that there was fraud that will do. It is difficult to define it, but you must give such an extent of definite facts pointing to the fraud as to satisfy the Judge that those are facts which make it reasonable that you should be allowed to raise that defence. And in like manner as to illegality and every other defence that might be mentioned. Πρέπει να επαναλάβω προς υπενθύμιση ότι στο εγχείρημα της προβολής καλής υπεράσπισης οφείλει ο εναγόμενος να εκθέτει με επάρκεια και ικανοποιητική λεπτομέρεια τα γεγονότα από τα οποία να δικαιολογείται η θέση του για ύπαρξη καλής υπεράσπισης. Γενικές αρνήσεις, αόριστοι, ατεκμηρίωτοι ή γενικοί ισχυρισμοί δεν είναι ικανοποιητικοί. Αναφορικά με τη διαδικασία που πρέπει να ακολουθείται για να κριθεί το θέμα, στην υπόθεση Banque de Paris et des Pays-Bas (Suisse) SA v. De Naray,
(1994)1 Lloyd's Rep. 21,23, λέχθηκαν τα ακόλουθα: "It is of course trite law that O.14 proceedings are not decided by weighing the two affidavits. It is also trite that the mere assertion in an affidavit of a given situation which is to be the basis of a defence does not, ipso facto, provide leave to defend; the Court must look at the whole situation and ask itself whether the defendant has satisfied the Court that there is a fair or reasonable probability of the defendants' having a real or bona fide defence." Περαιτέρω, στην Bhogal v. Punjab National Bank v. Punjab National Bank
(1988)2 All E.R. 296 στη σελίδα 303, ο Bingham L.J. ανέφερε: «But the correctness of factual assertions such as these cannot be decided on an application for summary judgment unless the assertions are shown to be manifestly false either because of their inherent implausibility or because of their inconsistency with the contemporary documents or other compelling evidence." Τέλος, στο Supreme Court Practice 1999, Vol.1, αναφέρονται τα ακόλουθα: «The plaintiff has long been permitted to answer the defendant's evidence but the case cannot be tried on affidavits, and if the defendant's affidavit discloses a defence based on disputed facts it is generally useless for the plaintiff to reply. The Court is not bound to require documentary evidence from the plaintiff, if by his affidavit in reply he can show that there is no issue to try (Shurmur v. Young
(1889)5 T.L.R. 155, CA) but if he can demonstrate (e.g. by exhibiting contemporary documents) that the evidence of the defendant is not reasonably capable of belief this will prevent leave to defend being given.» Έχει λεχθεί δικαστικά ότι όπου η υπεράσπιση μπορεί να περιγραφεί ως κάτι περισσότερο από σκιώδης αλλά λιγότερο από πιθανή, θα πρέπει να δίδεται άδεια για υπεράσπιση. Έχει επίσης νομολογηθεί ότι οι εναγόμενοι έχουν την υποχρέωση να δείξουν αν η υπεράσπιση αφορούσε ολόκληρο ή μέρος της απαίτησης και να καθορίσουν τούτο με ακρίβεια. Στην υπό κρίση υπόθεση, οι Εναγόμενοι με την ένσταση τους εγείρουν ισχυρισμούς περί παράνομων χρεώσεων και/ή επεμβάσεων επί του λογαριασμού, υπερχρεώσεων και ανατοκισμό και έντεχνης απόκρυψης της κίνησης του λογαριασμού από μέρους των Εναγόντων. Κατά τους εναγόμενους, το ποσό της αξίωσης δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και πρόκειται για προϊόν παράνομου ανατοκισμού χωρίς να διευκρινίζουν τελικώς αν η άρνηση τους αυτή αφορά το ύψος του οφειλόμενου ποσού ή στο αν οφείλουν οποιοδήποτε ποσό. Αντιφατικά, στην παράγραφο 9 της ίδιας ένορκης δήλωσης οι εναγόμενοι αναφέρουν ότι οι ενάγοντες χρέωναν «συχνά πυκνά» το λογαριασμό με «ποσά που δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και που δεν τα οφείλουμε» χωρίς να παραθέτουν τη δική τους κατάσταση ή τα ορθά, κατά τη γνώμη τους, ποσά. Όμως, δεν είναι αρκετό να αρνούνται την αξίωση ή να ισχυρίζονται παράνομες χρεώσεις ή χρεώσεις που δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Πρέπει να δίδουν επαρκή γεγονότα και λεπτομέρειες που να δείχνουν ότι έχουν εκτός από εύλογη αλλά και καλόπιστη υπεράσπιση. Tο πιο πάνω εγχείρημα παραβολής γεγονότων και λεπτομερειών από τους εναγόμενους δεν είναι επαρκή και αντικρούονται μεταξύ τους και ως εκ τούτου δεν μπορούν να θεωρηθούν ως εύλογη και καλόπιστη υπεράσπιση. Η απαίτηση των εναγόντων απορρέει από γραπτή πιστωτική συμφωνία παραχώρησης δανείου στους εναγόμενους 1 και
- Μερικοί από τους όρους της συμφωνίας αναφέρονται ευκρινώς στην Έκθεση Απαίτησης ενώ η ίδια η συμφωνία δανείου επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση ως Τεκμήριο
- Την ίδια ημέρα, οι εναγόμενοι 1 και 2 υπέγραψαν και την επιστολή (offer letter, Τεκμήριο 3) η οποία, εν ολίγοις, συγκεκριμενοποιεί τους όρους αποπληρωμής και εξατομικεύει το δάνειο. Μερικοί από τους όρους της συμφωνίας αυτής είναι οι ακόλουθοι: (ι) Το κεφάλαιο, οι τόκοι και τα έξοδα του δανείου θα είναι πληρωτέα σε διακόσες σαράντα μηνιαίες συνεχείς δόσεις, για το πρώτο έτος από τη χορήγηση του δανείου, σε €1.090 της πρώτης δόσης πληρωτέας ένα μήνα μετά την εκταμίευση του δανείου και ούτως καθεξής. Η καθολική εκταμίευση του δανείου επιμαρτυρείται από τις χρεωστικές σημειώσεις ημερ. 24.12.2004 που επισυνάπτονται ως δέσμη εγγράφων στο Τεκμήριο
- Σε περίπτωση που το δάνειο καταστεί απαιτητό, οι εναγόμενοι 1 και 2 θα πρέπει να πληρώσουν κάθε ποσό που θα οφείλουν στους ενάγοντες περιλαμβανομένου κεφαλαίου, τόκου, προμήθειας, δικαιωμάτων, δαπανών και άλλων εξόδων και σε διαφορετική περίπτωση οι ενάγοντες θα έχουν το δικαίωμα να διεκδικήσουν δικαστικώς την πληρωμή κάθε οφειλής από τον πελάτη πλέον δικαστικών, δικηγορικών και άλλων εξόδων. (ιι) Το δάνειο θα χρεώνεται ετησίως με επιτόκιο αναφοράς το εξαμηνιαίο EURIBOR, όπως αυτό εμφανίζεται στην ηλεκτρονική οθόνη έγκυρου πρακτορείου δύο εργάσιμες μέρες πριν, πλέον πρόσθετο επιτόκιο 4,25% επί των ημερησίων χρεωστικών υπολοίπων λογιζόμενο κατά την κρίση των Εναγόντων και καταλογιζόμενο στους Εναγομένους 1 και 2 ή καταβαλλόμενο από αυτούς την 30ή Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου κάθε χρόνου εκτός εάν άλλως τους γνωστοποιηθεί από τους Ενάγοντες. (ιιι) Οι ενάγοντες θα δικαιούνται να προβαίνουν σε ανατοκισμό, σύμφωνα με την εκάστοτε νομοθεσία και επίσης δικαιούνται με γραπτή ειδοποίηση τους ή με ανακοίνωση τους στην ημερήσιο τύπο να καθορίζουν το ύψος του εκάστοτε βασικού και/ή πρόσθετου επιτοκίου κ.ο.κ. Σε περίπτωση που το εν λόγω δάνειο καταστεί απαιτητό και ο πελάτης παραλείψει να το πληρώσει, οι ενάγοντες έχουν δικαίωμα να μεταφέρουν το οφειλόμενο υπόλοιπο σε νέο λογαριασμό και να χρεώσουν με τόκο όπως οι ενάγοντες θα αποφασίζουν κατά καιρούς με σχετική γνωστοποίηση στον πελάτη. Ο περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμος του 1999 είναι και ο νόμος που ισχύει στην προκειμένη περίπτωση ο οποίος απαλείφει εν ολίγοις την επιβολή του ανωτάτου επιτρεπόμενου επιτοκίου (9%) και επιτρέπει την κεφαλαιοποίηση τόκου δύο φορές το χρόνο καθώς και τη διακύμανση/ελευθεροποίηση του εφόσον γνωστοποιείται επαρκώς αυτή στον χρεώστη. Αν και δεν διασαφηνίζονται στην ένσταση των εναγομένων ποιες είναι εκείνες οι πρόνοιες και όροι της συμφωνίας που δεν τηρήθηκαν από πλευράς των εναγόντων, (πέραν από την «απλή παράθεση» τους) είναι φανερό ότι τόσο οι πρόνοιες και όροι που αναφέρονται στη βασική συμφωνία (Τεκμήριο 1) αλλά και στη συνοδευτική επιστολή (Τεκμήριο 2) και συνοδευόμενα έγγραφα τα οποία υπογραφήκαν από τους εναγόμενους 1 και 2 και τα όσα αναφέρονται στην έκθεση απαίτησης δεν αντιβαίνουν τις πιο πάνω νομοθετικές πρόνοιες και δεν προσκρούουν με οποιοδήποτε τρόπο στην υποχρέωση των πιστωτών που απορρέει από την σχετική νομοθεσία. Περαιτέρω, όπως αναφέρει ο ενόρκως δηλών κ. Παπανεάρχου στην παράγραφο 16 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση των εναγόντων, όλες οι μηνιαίες καταστάσεις του επίδικου λογαριασμού των Εναγόμενων 1 και 2 αποστέλλονταν στους Εναγόμενους 1 και 2 μέχρι και το κλείσιμο του σχετικού λογαριασμού και οι Εναγόμενοι 1 και 2 ουδέποτε εξέφρασαν οποιοδήποτε παράπονο ή και απαίτηση σχετικά με το λογαριασμό αυτό, πλην των ισχυρισμών που προβάλλουν εκ των υστέρων για να τους παραχωρηθεί δικαίωμα καταχώρησης έκθεσης υπεράσπισης, ισχυρισμοί οι οποίοι εν πάση περιπτώσει παρέμειναν ατεκμηρίωτοι από πλευράς τους. Αν εξετάσουμε πρώτα τις παραγράφους 9 και 11 της ενόρκου δηλώσεως του εναγομένου 4 διαπιστώνουμε ότι υπάρχει απλώς ένας γενικός και αόριστος ισχυρισμός περί παράνομων και αυθαίρετων επεμβάσεων και χρεώσεων με ποσά που στην πραγματικότητα δεν όφειλαν οι εναγόμενοι, χωρίς να εξειδικεύονται τα κατ' ισχυρισμό παράνομα ή αμφισβητούμενα ποσά και αξιώσεις και χωρίς να καθορίζεται το ποσό που αναφέρεται σε σχέση με το κεφάλαιο και τους τόκους που διεκδικούνται από τους ενάγοντες με παράνομο ανατοκισμό ή/και κεφαλαιοποίηση. Ο ισχυρισμός του εναγομένου 4 στην παράγραφο 16 είναι ελλιπής και αόριστος καθότι η αναφερόμενη στην παράγραφο 16, πρόνοια της συμφωνίας εξειδικεύει επακριβώς ποιο είναι το κόστος της πίστωσης και όχι μονάχα ότι το επιτόκιο θα είναι κυμαινόμενο κατά την κρίση της Τράπεζας, όρος τον οποίο κατανόησαν και υπέγραψαν ανεπιφύλακτα οι εναγόμενοι 1 και
- Ο ισχυρισμός του εναγομένου 4 στην παράγραφο 12 της ενόρκου δηλώσεως του ότι δήθεν η ένδειξη «ΜΕΤΑΦΟΡΑ» ημερομηνίας 21.8.2012 και «χρέωση €163.316,71» χωρίς επεξήγηση για την ενέργεια αυτή των εναγόντων παραμένει επίσης ανεδαφικός, και είναι αυταπόδειχτη η οφειλή τόσο από την παράγραφο 9 της έκθεσης απαίτησης όσο και από την παράγραφο 9 της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την αίτηση των εναγόντων. Το δικαίωμα αυτής της ενέργειας ήταν υπό την πλήρη συγκατάθεση των εναγομένων 1 και 2 από το στάδιο της συμφωνίας (όρος 4) και η υλοποίηση και επεξήγηση της ήταν σε πλήρη γνώση τους με το Τεκμήριο 13, δηλαδή, στις 21.8.2012 όπου έγινε μεταφορά του οφειλόμενου υπολοίπου από τον υφιστάμενο λογαριασμό των εναγομένων στις οριστικές καθυστερήσεις με νέο αριθμό λογαριασμού υπ' αρ.
- Αλλά και νωρίτερα από τις 21.8.12 οι ενάγοντες ενημέρωναν του εναγόμενους 1 και 2 για τις συνέπειες της μη συμμόρφωσης τους με τους όρους της συμφωνίας τους συνέπειες που φαίνονται ευκρινέστατα στις επιστολές τους της πρώτης αρχομένης την 29/10/10 μέχρι 10/7/12 πριν τον τερματισμό (δέσμη εγγράφων Τεκμήριο 11) όπου τους προειδοποιούσαν ότι σε περίπτωση μη θετικής τους ανταπόκρισης ο λογαριασμός τους θα μεταφέρετο στις οριστικές καθυστερήσεις με αυξημένο επιτόκιο κτλ. Οι ισχυρισμοί του εναγομένου 4 στην παράγραφο 12 περί άγνοιας του για το πώς και γιατί η ένδειξη «ΜΕΤΑΦΟΡΑ» είναι λογικά αναμενόμενη εφόσον ο εναγόμενος 4 είναι εγγυητής και οι επιστολές (Τεκμήριο 11) καθώς και οι μηνιαίες καταστάσεις δεν αποστέλλονταν σε αυτόν αλλά στους εναγομένους 1 και
- Σε σχέση με τους ισχυρισμούς του εναγομένου 4 αναφορικά με το ύψος του επιτοκίου, παράνομες χρεώσεις, δεν δίδονται οποιεσδήποτε λεπτομέρειες αναλυτικά ως προς το ποια ποσά οι ενάγοντες χρέωναν ή αν εισέπρατταν τόκους πριν την ημερομηνία που ισχυρίζονται ότι ήταν νομίμως πληρωτέοι και ούτε ο εναγόμενος 4 αντιπαραβάλλει τις δικές του καταστάσεις λογαριασμού. Όφειλε ο εναγόμενος 4 να παραθέσει τέτοια στοιχεία και τέτοιες λεπτομέρειες ούτως ώστε να είναι δυνατό να διαγνωσθεί η ισχυριζόμενη παρανομία με τις υπερχρεώσεις και παράνομες επιβαρύνσεις και να διαχωρίσει το υπόλοιπο του κεφαλαίου από παρανόμως χρεωθέντες τόκους ή τουλάχιστο τις ισχυριζόμενες παράνομες χρεώσεις. Περαιτέρω, στις παραγράφους 16, 17, 18 και 19 της ενόρκου δηλώσεως του εναγομένου 4 προσβάλλεται η αύξηση του επιτοκίου σε 14% ότι αφενός αυτή δεν στοιχειοθετείται από μαρτυρία και αφετέρου η παράγραφος Γ του Τεκμηρίου 3 η οποία κάνει πρόνοια στη διαμόρφωση του επιτοκίου (στα πλαίσια της ελευθεροποίησης) ως μονόπλευρα γενόμενη από τους ενάγοντες κατά το τερματισμό της σύμβασης δανειοδότησης γεγονός παράνομο και ανεπίτρεπτο κατά τον εναγόμενο
- Δεν υπάρχει, εντούτοις, οποιαδήποτε αναφορά ή στοιχείο που να θέτει υπό αμφισβήτηση το υπόλοιπο του λογαριασμού όπως εκτίθεται στο Τεκμήριο 14 ή στην επιστολή των εναγόντων Τεκμήριο 13 αλλά αντίθετα μια ασαφής πιθανολόγηση από μέρους του εναγομένου 4 ότι είναι «γεγονός παράνομο και ανεπίτρεπτο». Πουθενά δεν προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι έχει ξοφληθεί το οφειλόμενο ποσό ή ότι πληρώθηκε οποιοδήποτε ποσό έναντι αυτού. Από τη μόνη μαρτυρία που παραθέτουν οι εναγόμενοι φαίνεται ότι αναφορικά με τον ισχυρισμό τους για παράνομες χρεώσεις οι ενάγοντες δεν έχουν παραθέσει το ορθό, κατά τη γνώμη τους, οφειλόμενο ποσό και κατά πόσο εν τέλει η όποια υπεράσπιση τους αφορά κάποιο μέρος της απαίτησης και να καθορίσουν τούτο με ακρίβεια. Συνεπάγεται από τα πιο πάνω, ότι το Δικαστήριο δεν έχει ενώπιον του, από την προσαχθείσα μαρτυρία των εναγομένων, την εγειρόμενη υπεράσπιση τους ή αρκετές λεπτομέρειες αυτής για να θεωρηθεί «κάτι περισσότερο από σκιώδης αλλά λιγότερο από πιθανή υπεράσπιση» παρά μόνο διασκορπισμένα σενάρια και αόριστους ισχυρισμούς περί «παρανομίας» από μέρους των εναγόντων χωρίς την όποια λογική σύνδεση μεταξύ τους έστω και λογικής συνάφειας τους με την υπεράσπιση τους. Για παράδειγμα, παραμένει αμφίβολο από την ένσταση των εναγομένων και την ένορκη δήλωση του εναγομένου 4 κατά πόσο επιχειρείται η προβολή της υπεράσπισης είτε επί του ύψους της οφειλής ή επί του αν οφείλεται οτιδήποτε ή, ακόμα, επί του αν ολόκληρο το αξιούμενο ποσό «πρόκειται για προϊόν παράνομου ανατοκισμού» (όπως ισχυρίζεται ο εναγόμενος 4 στην παράγραφο 5 της ενόρκου δηλώσεως του). Αν όντως η υπεράσπιση των εναγομένων έγκειται στην όλη αξίωση ως «προϊόν παράνομου ανατοκισμού και χρεώσεων» τότε εγείρεται και το εύλογο ερώτημα της απουσίας όποιας μαρτυρίας ή ισχυρισμού ή κάποιας αναφοράς από μέρους των εναγομένων περί αποπληρωμής του ορθού οφειλόμενου ποσού ή πληρωμής όποιου ποσού. Δεν φαίνεται μέσα από την μαρτυρία του εναγόμενου 4 ότι έχουν εξοφληθεί τα οφειλόμενα ποσά ή ότι πληρώθηκε οποιοδήποτε ποσό έναντι αυτού και ως εκ τούτου να έχει λογικό έρεισμα ο ισχυρισμός του εναγόμενου 4 που περιέχεται στην παράγραφο 5 της δηλώσεως του ότι δηλαδή το ποσό το οποίο αναφέρεται (στην απαίτηση) δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και πρόκειται για προϊόν παράνομου ανατοκισμού. Μάλιστα, εγείρεται εδώ και το εύλογο ερώτημα κατά πόσο οι ισχυρισμοί των εναγομένων αποτελούν και καλόπιστη υπεράσπιση. Σύμφωνα με τη νομολογία και συγγράμματα επί του θέματος η ορθότητα των γεγονότων που θέτει ο εναγόμενος 4 δεν μπορεί να αποφασιστεί στα πλαίσια της αίτησης για έκδοση συνοπτικής απόφασης. Σίγουρα, γεγονότα που πρέπει να αναφέρονται στην ένσταση δεν πρέπει να είναι υπερβολές ή προφανείς αναλήθειες. Μόνο και μόνο επειδή είναι διάσπαρτα γεγονότα που «σκηνοθετούν» παρανομία δεν συνεπάγεται ότι το Δικαστήριο μπορεί να τους αποδίδει και αυτόματα την έννοια της υπεράσπισης και να επιτρέπει αυτόματα την διεξαγωγή δίκης. Πρέπει να είναι εύλογη και καλόπιστη, κάτι το οποίο κάθε άλλο φαίνεται από την ένορκη δήλωση του εναγομένου
- Στην παρούσα υπόθεση, οι εναγόμενοι παρέθεσαν ένα μείγμα γεγονότων που τείνουν να δείξουν παρανομίες των αιτητών χωρίς όμως να συγκεκριμενοποιούν ποια είναι τελικώς η θέση τους. Η «καλή υπεράσπιση» αφέθηκε στο αόριστο και στην πιθανολόγηση μεταξύ δύο αντικρουόμενων μεταξύ τους σεναρίων υπεράσπισης δηλαδή: (α) Αν οφείλεται τελικώς κάποιο ποσό οπόταν αμφισβητείται το ύψος της αξίωσης επειδή οι ενάγοντες χρέωναν «συχνά πυκνά το λογαριασμό μας με ποσά που δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και που δεν οφείλουμε» (παρ. 9); Ή (β) Κατά πόσο αμφισβητείται ολόκληρο το αξιούμενο ποσό επειδή είναι προϊόν παρανομίας (παρ. 5) επειδή οι εναγόμενοι είτε αποπλήρωσαν όλο το οφειλόμενο ή όποιο ποσό που οι ίδιοι θεωρούσαν ορθό; Αόριστοι, γενικοί και προδήλως ανυπόστατοι με τα απαιτούμενα προβολής υπεράσπισης στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας είναι και οι ισχυρισμοί του Εναγόμενου 4 στις παραγράφους 7, 10, 11, 14 και 20 της ενόρκου δηλώσεως του καθότι: - Η φυσική παρουσία του ενόρκως δηλούντα σε οποιαδήποτε συμφωνία εγγύησης και/ή ενεχυρίασης ή πίστωσης δεν ήταν απαραίτητη όπως δεν ήταν απαραίτητο να γνωρίζει φυσιογνωμικά τους εναγόμενους. Η εμπλοκή του κ. Νέαρχου Παπανεάρχου επεξηγείται ευκρινέστατα στην παράγραφο 1 της ενόρκου δηλώσεως του και δεν αμφισβητήθηκε αυτή καθαυτή από τους εναγόμενους. - Ο ισχυρισμός των εναγομένων στην παράγραφο 10 της ενόρκου δηλώσεως του εναγομένου 4 ότι δηλαδή η γνώση του Νέαρχου Παπανεάρχου στηρίζεται σε πληροφορίες που δόθηκαν από άλλους είναι επίσης αόριστος. Ο ίδιος ο ενόρκως δηλών προσυπόγραψε την κατάσταση λογαριασμού Τεκμήριο 14 αφού, όπως ορκίστηκε, παρακολουθεί την διακίνηση του λογαριασμού και είχε και σχέση με την ετοιμασία του, ισχυρισμοί οι οποίοι παρέμειναν αναντίλεκτοι από τους εναγόμενους εφόσον, αυτοί είχαν την ευχέρεια να αντικρούσουν τους ισχυρισμούς του κ. Νέαρχου Παπανεάρχου. Εγείρεται και το εύλογο ερώτημα εδώ εφόσον η κατάσταση λογαριασμού κατ' ισχυρισμό δεν είναι η ορθή τότε γιατί δεν την αντιπαρέβαλαν οι εναγόμενοι με τη δική τους. Να θυμίσω ότι αττοστέλλετο μηνιαίως αναλυτική κατάσταση λογαριασμού στους εναγόμενους 1 και 2 και ουδέποτε την αμφισβήτησαν ή διαμαρτυρήθηκαν ή τουλάχιστο αναφέρθηκαν σε αυτές και ούτε γενικώς αμφισβήτησαν ότι τις λάμβαναν. - Οι εναγόμενοι δεν ενεργούσαν με βάσει τα συμφωνηθέντα και δεν κατέβαλλαν τις συμφωνημένες δόσεις τους οι οποίες καθίσταντο ληξιπρόθεσμες οπόταν οι ενάγοντες κατ' επανάληψη τους καλούσαν να συμμορφωθούν (Τεκμήριο 11). Στην τελευταία επιστολή προειδοποιήθηκαν για την επιβολή αυξημένου επιτοκίου (επιστολή εναγόντων ημερομηνίας 10/7/12 στο Τεκμήριο 11). Τελικώς κατέληξαν στην επιστολή τερματισμού (21/8/12) και μεταφοράς του υπολοίπου σε λογαριασμό οριστικών καθυστερήσεων, Τεκμήριο
- Δεν είναι αρκετό να περιλαμβάνονται τόσα γεγονότα που να περιγράφουν με ασάφεια παράνομες χρεώσεις (επιτοκίου, επιβαρύνσεων, υπολογισμού κοκ) τόσα γεγονότα αντικρουόμενα μεταξύ τους που να τείνουν να καταδείξουν είτε ολοκληρωτική απαλλαγή των εναγομένων από την ευθύνη πληρωμής ή αμφισβήτηση ως προς το ύψος της οφειλής, ούτως ώστε να παρουσιαστεί έστω το «κάτι περισσότερο από σκιώδης υπεράσπιση». Θα πρέπει επίσης αυτά τα γεγονότα να αφήνουν περιθώρια λογικής υπεράσπισης, να μην είναι προδήλως αβάσιμα από την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία και να αφήνουν μια εύλογη και λογική πιθανότητα, έστω και μικρή, οι Εναγόμενοι να έχουν πραγματική ή καλόπιστη υπεράσπιση, κάτι το οποίο οι εναγόμενοι δεν κατάφεραν επειδή: (α) Τα γεγονότα που θέτει ο Εναγόμενος 4 αντικρούονται προδήλως με έγγραφη μαρτυρία που υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου. (β) Οι ισχυρισμοί του Εναγόμενου 4 δεν εγείρουν ίχνος νόμιμης και καλόπιστης υπεράσπισης εφόσον απαλείφονται ολοκληρωτικά από την έγγραφη μαρτυρία και τεκμήρια και οι διάσπαρτοι ισχυρισμοί του αντικρούονται μεταξύ τους. Οι εναγόμενοι δεν έχουν προσφέρει όποια, έστω και κάποια, μαρτυρία που να εγείρει συζητήσιμη υπόθεση προς υπεράσπιση τους. (γ) Οι Εναγόμενοι απέκλεισαν το δικαίωμα τους να αντικρούσουν εκτενέστερα τους ισχυρισμούς των Εναγόντων και δεν αντεξέτασαν τον ομνύοντα. Επιπρόσθετα, οι εναγόμενοι 1 και 2 που ήταν και οι πρωτοφειλέτες/χρεώστες στο παρόν δάνειο δεν έδωσαν μαρτυρία. Μπορεί μεν ο Εναγόμενος 4 να μην έθεσε μια απλή άρνηση, οι λεπτομέρειες όμως που προέβαλε είναι προδήλως αβάσιμες τόσο από τα ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία αλλά και από τις παραλείψεις των Εναγομένων που εδώ δεν είναι θέμα έλλειψης του σχετικού υπόβαθρου εκείνων των γεγονότων που το Δικαστήριο θα έπρεπε να είχε ενώπιον του για να εξετάσει με την αναγκαία, στο στάδιο αυτό, λεπτομέρεια αλλά είναι θέμα αποτυχίας των Εναγομένων να αποσείσουν το βάρος απόδειξης μιας έστω πιθανότητας ύπαρξης καλόπιστης και εύλογης νόμιμης υπεράσπισης επί οποιουδήποτε μέρους των απαιτήσεων των Εναγόντων. Τα γεγονότα που παραθέτουν οι εναγόμενοι στην ένορκη δήλωση του εναγόμενου 4 που συνοδεύει την ένσταση τους δεν έχουν την έκσταση της σαφήνειας που επιβάλλεται και δεν έχουν κάποιο υπόβαθρο σε τέτοιο βαθμό που να είναι λογική η πλήρης διεξαγωγή δίκης και δεν προβάλλονται καλόπιστα. Συνεπώς, η υπεράσπιση (και ανταπαίτηση) έχουν καταχωριστεί με απώτερο σκοπό την καθυστέρηση στην έκδοση απόφασης κατά των εναγομένων και των διαταγμάτων εκποίησης των ενυπόθηκων ακινήτων. Ως εκ τούτου, η αίτηση των εναγόντων γίνεται αποδεκτή. Εκδίδεται απόφαση προς όφελος των εναγόντων και εις βάρος των εναγομένων ως η απαίτηση θεραπείες (Α, Γ, Δ) πλέον έξοδα όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. [Υπ.] Μ. Παπαμιχαήλ, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /μκστ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο