ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΚΥΚΚΟΥ διά του Ηγουμένου της Παν. Μητροπολίτη Κύκκου Τηλλυρίας κ.κ. Νικηφόρου ν. Ελληνικής Δημοκρατίας, Αρ. Αγωγής: 1856/2013, 12/6/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:A225 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Σολομωνίδη, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1856/2013 Μεταξύ: ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΚΥΚΚΟΥ διά του Ηγουμένου της Παν. Μητροπολίτη Κύκκου & Τηλλυρίας κ.κ. Νικηφόρου Εναγόντων Και Ελληνικής Δημοκρατίας Εναγομένων Ημερομηνία: 12 Ιουνίου,
- Αιτήσεις ημερ. 19
- 2013 και 30.4.2013 για αντεξέταση ενόρκως δηλούντος ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Αιτητές/ΤΑΙΠΕΔ: κ. Μ. Κιτρομηλίδης Για Αιτητές/Εναγόμενους: κ. Α. Σαβεριάδης Για Καθ' ων η Αίτηση/Ενάγοντες: κ. Θεοδοσίου για Βελάρης & Βελάρης Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 12.3.13 οι Ενάγοντες/Καθ' ων η Αίτηση καταχώρισαν αγωγή επί γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος με την οποία αξιώνουν εναντίον των Εναγομένων/Αιτητών διάφορες θεραπείες. Παράλληλα, την ίδια ημέρα κατεχώρισαν και μονομερή αίτηση με την οποία αιτούνταν και εξασφάλισαν προσωρινό διάταγμα απαγορεύον την πώληση επιβάρυνση, αποξένωση, μεταβίβαση, διάθεση κτλ του ακινήτου υπ' αρ. εγγραφής, Τεκμ. 785, Φ/Σ 21/53Ε1, Τμήμα Β, που βρίσκεται παρά την οδό Αγίου Προκοπίου στην Έγκωμη. Το ρηθέν διάταγμα στρεφόταν όχι μόνο εναντίον των Εναγομένων αλλά και εναντίον του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας και του Ταμείου Αξιοποίησης Ιδιωτικής Περιουσίας του Δημοσίου της Ελλάδος (ΤΑΙΠΕΔ). Τη μονομερή αίτηση των Εναγόντων συνόδευε ένορκη δήλωση του Γεώργιου Παύλου, προϊσταμένου του λογιστηρίου των Εναγόντων. Οι Εναγόμενοι και το ΤΑΙΠΕΔ αντέδρασαν με την καταχώριση ένστασης. Ακολούθησε η καταχώριση δύο ξεχωριστών αλλά (σχεδόν) ταυτόσημων αιτήσεων διά κλήσεως από πλευράς του ΤΑΙΠΕΔ (ημερ. 23.4.13) και των Εναγομένων (ημερ. 30.4.13), βασιζομένων στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.39, θ.1 και Δ.48, θ.θ. 2, 4
(2), 6 και 7 με τις οποίες αιτούνται την έκδοση διατάγματος αντεξέτασης του ενόρκως δηλούντος Γεώργιου Παύλου επί του περιεχομένου της ενόρκου δηλώσεως του, για το λόγο ότι αυτός αναφέρεται σε γεγονότα τα οποία δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και σε θέσεις αβάσιμες και ανυπόστατες. Συγκεκριμένα το ΤΑΙΠΕΔ και οι Εναγόμενοι ζητούν όπως ο Γεώργιος Παύλου αντεξεταστεί επί των ακόλουθων ζητημάτων και γεγονότων. Τα παραθέτω αυτούσια: «
- Στη παράγραφο 12 της ενόρκου δηλώσεως του αναφέρεται σε «.................................................. πλήρη μεταξύ των μερών δικαιοπραξία ..................................... », κάτι το οποίο δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και έρχεται και σε αντίθεση με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 1 που ο ίδιος επικαλείται.
- Στη παράγραφο 13 της ενόρκου δηλώσεως του αναφέρεται σε δήθεν όρο της συμφωνίας, κάτι το οποίο δεν ανταποκρίνεται στη πραγματικότητα, διότι έρχεται σε αντίθεση, τόσο με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 1, όσο και με τα πραγματικά γεγονότα.
- Στη παράγραφο 14 αναφέρεται σε δικαιοπραξία υπό αίρεση, ενώ κάτι τέτοιο ουδέποτε συνεφωνήθει ή έγινε και δεν ανταποκρίνεται στη πραγματικότητα.
- Το περιεχόμενο της παραγράφου 15 της ενόρκου δηλώσεως του είναι αναληθές και θα πρέπει να αντεξεταστεί επί αυτού, καθότι το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 1 αποτελούσε ως το ίδιο διαλαμβάνει «προσφορά», η οποία ουδέποτε έγινε αποδεκτή από τους Εναγόμενους και ουδέποτε συνετάχθη σχετικό συμβόλαιο με τους κατ' ισχυρισμό συμφωνηθέντες όρους.
- Στις παραγράφους 17 και 18 της ενόρκου δηλώσεως του, ο Γεώργιος Παύλου αναφέρεται στο Τεκμήριο 6, ισχυριζόμενος ότι δημιούργησε υποχρέωση των Εναγομένων, κάτι το οποίο δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και διαψεύδεται από το ίδιο το περιεχόμενο του Τεκμήριο 6, το οποίο άλλα διαλαμβάνει.
- Αναληθής, αβάσιμος και ανυπόστατος είναι επίσης ο ισχυρισμός του Γεώργιου Παύλου στη παράγραφο 21 της ενόρκου δηλώσεως του, ότι δηλαδή οι Εναγόμενοι όφειλαν να προσφέρουν στους Ενάγοντες την επιστροφή του ακινήτου σ' αυτούς μετά την πάροδο των δέκα
(10)ετών, κάτι το οποίο δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα.
- Στις παραγράφους 23 και 27 της ενόρκου δηλώσεως του ο Γεώργιος Παύλου αναφέρεται σε δήθεν παράταση, κάτι το οποίο ουδέποτε ζητήθηκε από κανένα και το οποίο δεν ήταν μέρος καμίας συμφωνίας.
- Οι ισχυρισμοί του Γεώργιου Παύλου στις παραγράφους 29 και 34 της ενόρκου δηλώσεως του, ότι δήθεν οι Εναγόμενοι κατείχαν το επίδικο οικόπεδο εμπιστευματικά για τους Ενάγοντες δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και πρέπει να αντεξεταστεί επί αυτών.
- Στη παράγραφο 34(a) της ενόρκου δηλώσεως του, ο Γεώργιος Παύλου αναφέρεται σε παραχώρηση του ½ του επίδικου οικοπέδου δωρεάν, κάτι το οποίο δεν ανταποκρίνεται στη πραγματικότητα και θα πρέπει να αντεξεταστεί. Στη ίδια παράγραφο 34(β) αναφέρεται σε υποχρέωση των Εναγομένων για επιστροφή του οικοπέδου και θα πρέπει να αντεξεταστεί.
- Οι ισχυρισμοί του Γεώργιου Παύλου στις παραγράφους 35 και 36 ότι δήθεν οι Ενάγοντες θα παραμείνουν χωρίς θεραπεία και ότι οι Εναγόμενοι δεν θα υποστούν καμία ζημιά είναι νομικά και πραγματικά αβάσιμοι και ανυπόστατοι και θα πρέπει να αντεξεταστεί επί αυτών». Επιπρόσθετα με τα πιο πάνω οι Εναγόμενοι (Ελληνική Δημοκρατία) ζητούν όπως αντεξετάσουν το Γεώργιο Παύλου και επί του αναληθούς, αβάσιμου και ανυπόστατου, ως ισχυρίζονται ισχυρισμού του στην παράγραφο 22 της ενόρκου δηλώσεως του ότι οι Ενάγοντες είχαν ζητήσει κατά καιρούς και ευκαιριακά ικανοποιητικές εξηγήσεις από τους Εναγομένους για τον σχεδιασμό ή την έναρξη των εργασιών εντός της κατ' ισχυρισμό από τους Ενάγοντες 10ετούς περιόδου. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζονται και οι δύο αιτήσεις για αντεξέταση εμφαίνονται στο φάκελο του Δικαστηρίου. Οι Ενάγοντες/Καθ' ων η Αίτηση έφεραν ένσταση στην έκδοση του αιτούμενου διατάγματος αντεξέτασης με την καταχώριση δύο ξεχωριστών αλλά ταυτόσημων γραπτών ενστάσεων ημερ. 14.5.13 και 22.5.13 αντίστοιχα. Οι γραπτές ενστάσεις εδράζονται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.39 θ.1 τη σχετική νομολογία και τις γενικές και συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου, προβάλλουν τέσσερεις
(4)λόγους για τη μη αποδοχή της αίτησης για αντεξέταση τους ακόλουθους: «
- Η αίτηση δεν εδράζεται στο ορθό νομικό υπόβαθρο.
- Η αίτηση είναι κακόπιστη, και δεν εδράζεται σε ουσιαστικούς λόγους, παραπλανητική και υποβάλλεται υπό συνθήκες που αποτελούν κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας και την πρόκληση περαιτέρω αδικαιολόγητης καθυστέρησης εις βάρος των Εναγόντων και της ορθής και ταχείας απονομής της δικαιοσύνης.
- Η αίτηση δεν εξυπηρετεί την απονομή της δικαιοσύνης, αφού στο ενδιάμεσο στάδιο που βρίσκεται τώρα η διαδικασία δεν μπορεί το Δικαστήριο να προβεί σε ευρήματα επί των γεγονότων, αλλά η διαδικασία διεξάγεται με βάση τα νομικά σημεία.
- Η αντεξέταση είναι άνευ αντικειμένου σε αυτό το στάδιο, αφού ο μάρτυρας ορκίζεται βάσει των όσων καλύτερα γνωρίζει, πληροφορείται και πιστεύει και όχι εξ όσων γνωρίζει προσωπικά. Οι πηγές πληροφόρησης του αναφέρονται στην ένορκη του δήλωση και δεν εξυπηρετείται κανένας ουσιαστικός σκοπός με την αντεξέταση του σε αυτό το στάδιο, εφόσον τα θέματα ουσίας θα εξεταστούν κατά την ακρόαση της αγωγής με την δέουσα προσκόμιση μαρτυρίας και όχι στο ενδιάμεσο στάδιο». Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκο δήλωση του Γιώργου Παρμακλή δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων των Εναγόντων στην οποία, ουσιαστικά, επαναλαμβάνονται και υιοθετούνται οι λόγοι ένστασης. Οι συνήγοροι καταχώρισαν γραπτές αγορεύσεις στις οποίες υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους παραπέμποντας σε σχετική επί του θέματος νομολογία. Στο παρόν στάδιο θεωρώ σκόπιμο να αναφερθώ σε γενικές γραμμές, στο νομικό πλαίσιο που διέπει αιτήσεις όπως η παρούσα. Σύμφωνα με τη Δ.48 θ.4, κατά την ακρόαση αιτήσεων δεν προσκομίζεται μαρτυρία, αλλά η ακρόαση διεξάγεται μέσα από το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων, η αμφισβήτηση των οποίων γίνεται είτε με αντεξέταση του ενόρκως δηλούντος κατόπιν αδείας του Δικαστηρίου ή με την καταχώριση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων. Η εξουσία του Δικαστηρίου να επιτρέψει την αντεξέταση ομνύσαντος πηγάζει από τη Δ.39, θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας η οποία προνοεί τα εξής: "Upon an application evidence may be given by affidavit; but the Court or a Judge may, on the request of either party, order the attendance of the deponent for cross-examination" Σε μετάφραση: «Σε αίτηση, μαρτυρία μπορεί να δοθεί με ένορκο δήλωση αλλά το Δικαστήριο ή Δικαστής δύναται, κατόπιν παράκλησης οποιουδήποτε των διαδίκων, να διατάξει την παρουσία του ομνύσαντος για την αντεξέταση». Η χρήση της λέξης «may» υποδηλώνει ότι το ζήτημα αντεξέτασης ομνύσαντος εμπίπτει εντός της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Η Δ.39 θ.1 δεν αναφέρεται σε οποιαδήποτε κριτήρια ή προϋποθέσεις στη βάση των οποίων το Δικαστήριο θα αποφασίσει την τύχη τέτοιων αιτήσεων. Για τα κριτήρια και τις προϋποθέσεις άσκησης της διακριτικής αυτής ευχέρειας μπορούμε να αντλήσουμε καθοδήγηση από τα κρατούντα στην Αγγλία (βλ. Rana (Aρ. 1)
(2004)1 (Γ) (ΑΑΔ) 1660. Σύμφωνα με το σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η έκδ. Τόμος 17, σελ. 216 παρά. 311: "The court has a discretion in deciding whether or not to order the attendance of a deponent for cross-examination, and in practice cross-examination does not often take place on interlocutory applications." Επομένως, η αντεξέταση σε ένορκες δηλώσεις που χρησιμοποιούνται σε ενδιάμεσα διατάγματα πολύ σπάνια επιτρέπεται (βλ. Berkley Hotel Co Ltd v. Berkley International (Mayfair) Ltd
(1971)RPC 237, R. v. Kent Justices ex parte Smith
(1928)W.N. 137 και R. v. Stokesley Justices
(1956)1 W.L.R. 254. Διαφωτιστική ως προς τον τρόπο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου είναι και η υπόθεση Μήλου κ.α.
(2008)1 (Α) ΑΑΔ 288 όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα στη σελ 286: «Δεν έχει αμφισβητηθεί, και ορθά, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να μην εκδώσει το διάταγμα για αντεξέταση παρά τη σύμφωνη προς τούτο γνώμη και του ίδιου του καθ' ου στην αίτηση εκείνη Κ. Γαβριηλίδη, με δεδομένο ότι η αίτηση στηριζόταν στη Δ.39 θ.1 η οποία και παρέχει διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να εγκρίνει ή να απορρίψει την αίτηση ανάλογα με τα ιδιαίτερα περιστατικά της. (δέστε Annual Practice 1958 σελ. 865 και Halsbury's Laws of England 3η έκδοση Τόμος 21 σελ. 418-419 παρ. 878)». Προκύπτει από την παράθεση της πιο πάνω νομολογίας ότι για να γίνει δεκτή αίτηση αντεξέτασης πρέπει να υφίστανται εξαιρετικές περιπτώσεις. Η αίτηση πρέπει να υποβάλλεται εγγράφως και να περιλαμβάνει τους λόγους για τους οποίους μια υπόθεση εντάσσεται στην κατηγορία των εξαιρετικών περιπτώσεων (βλ. Rana (Αρ. 1) (ανωτέρω)). Οι Αιτητές στην παρούσα αίτηση έχουν συγκεκριμενοποιήσει εγγράφως σε ποια σημεία της ένορκης δήλωσης του ομνύσαντος Γεώργιου Παύλου επιθυμούν να τον αντεξετάσουν και αναφέρουν τους λόγους για τους οποίους θεωρούν ότι η υπόθεση τους εντάσσεται στην κατηγορία των εξαιρετικών περιπτώσεων. Θεωρούν ότι, εφόσον ο ομνύσας στην ένορκη δήλωση του εγείρει ζητήματα τα οποία αντίκεινται στα Τεκμήρια 1 και 6 και αποτελούν αβάσιμους, αναληθείς και ανυπόστατους ισχυρισμούς, οι οποίοι όμως τέθηκαν στην ένορκη δήλωση για να πεισθεί το Δικαστήριο ότι πληρούνταν τα κριτήρια που θέτει το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν. 14/60), η παρούσα υπόθεση εμπίπτει στην κατηγορία των εξαιρετικών περιπτώσεων και κατά λογική συνέπεια δικαιολογείται η προσέλευση του στο Δικαστήριο για να τύχει συγκεκριμένης αντεξέτασης επί των συγκεκριμένων θεμάτων ώστε να δοθεί μια ολοκληρωμένη εικόνα των εν λόγω αμφισβητούμενων ζητημάτων. Με βάση τα όσα ανέφερα πιο πάνω θεωρώ ότι ο πρώτος λόγος ένστασης ότι, δηλαδή, η αίτηση δεν εδράζεται στο ορθό νομικό υπόβαθρο, είναι ανυπόστατος και ατεκμηρίωτος και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Εξάλλου, ως προκύπτει από τη γραπτή αγόρευση των Εναγόντων, ο λόγος αυτός έχει εγκαταλειφθεί. Κατ' ακολουθία ότι απομένει είναι αν η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου θα πρέπει να ασκηθεί υπέρ του αιτήματος ή μη γι΄ αυτό προχωρώ στην εξέταση της ουσίας της αίτησης. Οι λόγοι ένστασης των Εναγόντων περιστρέφονται, ουσιαστικά, σε δύο άξονες. Ο πρώτος είναι ότι η αίτηση είναι κακόπιστη και καταχρηστική και δεν εξυπηρετεί την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Ο δεύτερος είναι ότι με την αίτηση δεν εξυπηρετείται κάποιος ουσιαστικός σκοπός σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας με την αντεξέταση του ενόρκως δηλούντα, καθώς το Δικαστήριο δεν μπορεί να προβεί σε ευρήματα γεγονότων σε αυτό το στάδιο. Έχει κατ' επανάληψη τονιστεί από τη νομολογία το περιορισμένο έργο του Δικαστηρίου σε αιτήσεις ενδιάμεσων απαγορευτικών διαταγμάτων. Το καθήκον του περιορίζεται στη διαπίστωση κατά πόσο ικανοποιούνται οι τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60 (Demades Overseas Ltd v. Studio Ma.St Ltd
(1996)1 (B) ΑΑΔ 799, 807) χωρίς να υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης (Φεσσάς
(1990)1 ΑΑΔ 704) και χωρίς να λησμονείται ότι γενικώς η διαδικασία έκδοσης προσωρινών διαταγμάτων δεν προσφέρεται για εξέταση αμφισβητούμενων γεγονότων (Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 (B) ΑΑΔ 788, 797). Η διαπίστωση γίνεται στη βάση ενόρκων δηλώσεων που βρίσκονται ενώπιον του και το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε ευρήματα γεγονότων ή υπεισέρχεται σε θέματα ουσίας που δυνατόν να προκαταλάβουν τα δικαιώματα των διαδίκων στην κυρίως ακρόαση (Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 CLR 263, 267, 268 και Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co. Ltd κ.ά.
(2002)1 (Γ) ΑΑΔ 2015). Έχοντας υπόψη τον τρόπο που ασκείται η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου σε σχέση με αιτήσεις για αντεξέταση ενόρκως δηλούντος και το ενδιάμεσο στάδιο που βρίσκεται η διαδικασία, θεωρώ, συγκλίνοντας με τις θέσεις των δικηγόρων των Εναγόντων, ότι η παρούσα αίτηση δεν βρίσκει έρεισμα στη νομολογία όπως την έχω αναλύσει πιο πάνω και θα πρέπει να απορριφθεί για τους λόγους που αναλύω αμέσως πιο κάτω. Οι παράγραφοι 12-15 της ενόρκου δηλώσεως του Γεώργιου Παύλου αφορούν σε ουσιαστικά ζητήματα νομικής ερμηνείας ενός εγγράφου, κάτι στο οποίο ο ενόρκως δηλών δεν είναι σε θέση να προβεί καθότι, όπως ο ίδιος αναφέρει, για ζητήματα νομικού χαρακτήρα λαμβάνει πληροφόρηση από τους δικηγόρους των Εναγόντων. Συνεπώς δεν υπάρχει καμιά χρησιμότητα και κανένας ουσιαστικός λόγος για αντεξέταση του ενόρκως δηλούντος αναφορικά με τις εν λόγω παραγράφους. Θεωρώ ότι ο στόχος των Αιτητών με την παρούσα αίτηση είναι να πλήξουν την αξιοπιστία του μάρτυρα πράγμα απαράδεκτο στο στάδιο αυτό. Το ίδιο ισχύει και για τις παραγράφους 17 και 18 της ένορκης δήλωσης του Γεώργιου Παύλου. Περαιτέρω, το ίδιο το Τεκμήριο 6 υπογράφεται από τον Μητροπολίτη Κύκκου και Τηλλυρίας κ.κ. Νικηφόρο, από τον οποίο ο ενόρκως δηλών επίσης δηλώνει ότι λαμβάνει πληροφόρηση. Η παράγραφος 21 της ενόρκου δηλώσεως συνοψίζει τις προηγούμενες παραγράφους της ενόρκου δηλώσεως σε ό,τι αφορά στη συνομολόγηση και παράβαση της συμφωνίας. Διαπιστώνω ότι και πάλιν εδώ εγείρονται θέματα ουσίας και νομικής ερμηνείας της συμφωνίας στα οποία τόσο ο ενόρκως δηλών δεν είναι αρμόδιος να προβεί, όσο και το Δικαστήριο δεν έχει αρμοδιότητα να εξετάσει και αποφασίσει σε αυτό το ενδιάμεσο στάδιο της διαδικασίας. Σε σχέση με την αιτούμενη αντεξέταση επί της παραγράφου 22 της ενόρκου δηλώσεως, η οποία ζητείται μόνο στην αίτηση της Ελληνικής Δημοκρατίας (Εναγομένων) θεωρώ ότι δεν θα προσέθετε κάτι το ουσιαστικό, εφόσον η γνώση του ενόρκως δηλούντα για τα όσα αναφέρει αποτελείται από πληροφόρηση. Είμαι της γνώμης ότι δεν θα μπορούσε να αναμένεται από αυτόν να παρέχει πλήρεις και λεπτομερείς πληροφορίες αναφορικά με το είδος και τη συχνότητα της επικοινωνίας μεταξύ των Εναγόντων και των Εναγομένων, ειδικά για όσες διεξήγοντο από τον Μητροπολίτη κ.κ. Νικηφόρο ή τους δικηγόρους των Εναγόντων. Η ένορκη δήλωση σε αυτό το στάδιο σκοπό έχει όχι την εξαντλητική παράθεση της μαρτυρίας των Εναγόντων αλλά την παράθεση του πλαισίου και των ουσιωδών γεγονότων που είναι απαραίτητη για την έκδοση του προσωρινού διατάγματος. Λεπτομέρειες για το είδος και τη συχνότητα της επικοινωνίας μεταξύ των μερών είναι ζήτημα ουσίας που απαιτεί την προσκόμιση όλης της σχετικής μαρτυρίας σε κανονική ακρόαση και κάτι τέτοιο δεν προβλέπεται σε αυτό το ενδιάμεσο στάδιο. Οι Αιτητές ζητούν επίσης αντεξέταση επί των παραγράφων 29 και 34 της ενόρκου δηλώσεως για το κατά πόσο το επίδικο ακίνητο κατέχεται εμπιστευματικά (on trust) από αυτούς, ζήτημα κατ' εξοχήν νομικό. Γι' αυτό και οι Ενάγοντες/Καθ' ων η αίτηση αιτούνται δήλωση του Δικαστηρίου επ' αυτού του θέματος στο γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο τους. Δεν εξυπηρετείται κανένας απολύτως σκοπός και καμία χρησιμότητα με το να αντεξεταστεί ο ενόρκως δηλών επ' αυτού του σημείου και θεωρώ ότι το εν λόγω αίτημα είναι αχρείαστο, περιττό και καταχρηστικό. Οι παράγραφοι 34(α) και 34(β) για τις οποίες ζητείται αντεξέταση αφορούν σε θέματα ερμηνείας της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας και κάτι τέτοιο συνιστά τον πυρήνα και την ουσία της διαφοράς τους για την οποία θα πρέπει να αποφανθεί το Δικαστήριο μετά που θα ακούσει όλη τη σχετική μαρτυρία σε πλήρη και κανονική ακρόαση και όχι σε αυτό το ενδιάμεσο στάδιο. Αναφορικά με τις παραγράφους 35 και 36, στις οποίες ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι οι Ενάγοντες θα παραμείνουν χωρίς θεραπεία και ότι οι Εναγόμενοι δεν θα υποστούν ζημιά από την έκδοση του διατάγματος, θεωρώ ότι η αντεξέταση του ενόρκως δηλούντος είναι αχρείαστη και δεν θα εξυπηρετούσε κανένα σκοπό, ενόψει του ότι οι Εναγόμενοι και το ΤΑΙΠΕΔ έχουν καταχωρίσει τις ενστάσεις τους στην αίτηση για το προσωρινό διάταγμα όπου και εκτίθενται οι θέσεις τους σε σχέση με αυτά τα ζητήματα. Το Δικαστήριο θα έχει τη δυνατότητα να ακολουθήσει την ορθόδοξη διαδικασία και να αποφανθεί επί αυτών των σημείων στο κατάλληλο στάδιο, δηλαδή όταν θα κρίνει την ορθότητα ή μη της έκδοσης του προσωρινού διατάγματος. Τέλος, θα ήθελα να παρατηρήσω τα ακόλουθα. Μια απλή ανάγνωση της ένστασης και ένορκης δήλωσης που έχουν καταχωρίσει οι Εναγόμενοι/Αιτητές, ημερ. 5.4.13 στην αίτηση των Εναγόντων/Καθ' ων η Αίτηση για το προσωρινό διάταγμα, καταδεικνύει ότι όλα τα σημεία για τα οποία επιθυμούν οι Εναγόμενοι/Αιτητές να αντεξετάσουν τον ενόρκως δηλούντα Γεώργιο Παύλου σχολιάζονται και αντικρούονται από αυτούς στην ένσταση τους, με την παράθεση μάλιστα σωρείας τεκμηρίων. Επομένως καθίσταται φανερό ότι κανένας ουσιαστικός σκοπός δεν εξυπηρετείται με το να επιτραπεί η αντεξέταση του ενόρκως δηλούντα. Θεωρώ επίσης ότι οι τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60, αλλά και όλα τα άλλα κριτήρια που η νομολογία απαιτεί να εξεταστούν κατά την ακρόαση αίτησης για έκδοση ή μη συντηρητικού διατάγματος θα πρέπει να εξεταστούν στη βάση των εκατέρωθεν ενόρκων δηλώσεων και του κατά πόσο η κάθε πλευρά έχει αποσείσει το βάρος που τίθεται στους ώμους της. Τονίζω πως δεν υπάρχει κανόνας που να δεσμεύει το Δικαστήριο να αποδεχθεί μαρτυρία για το λόγο και μόνο ότι δεν υπήρξε αντεξέταση επί συγκεκριμένων σημείων της (βλ. Α. Χρ. Σολομωνίδης Λτδ κ.α. ν. Γενικού Εισαγγελέα κ.ά.
(2005)1 (Α) ΑΑΔ 491, 496). Η μη αμφισβήτηση γεγονότων της ενόρκου δηλώσεως από την αντίδικη πλευρά δεν οδηγεί, άνευ ετέρου, σε αποδοχή τους (βλ. Marketrends Fin. Ltd v. Χριστοδουλίδη κ.ά.
(2007)1 (Α) ΑΑΔ 624, 629). Οι Εναγόμενοι/Αιτητές δεν έχουν προβάλει κάποιο εξαιρετικό λόγο, ο οποίος να συναρτάται με τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης όπως απαιτείται από τη νομολογία, ώστε να ασκηθεί η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου υπέρ της αντεξέτασης. Συνεπώς το αίτημα απορρίπτεται. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων/Καθ' ων η Αίτηση και εναντίον του ΤΑΙΠΕΔ και των Εναγομένων/Αιτητών. Αυτά να υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και να υποβληθούν στο Δικαστήριο προς έγκριση. (Υπ.) ................... Χ. Σολομωνίδης, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Α.Λ.Ο. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο