← Κύπρος

American Life Insurance Company ν. Στέλιου Κοτζιά, Αρ. Αγωγής: 2582/13, 27/6/2013

American Life Insurance Company ν. Στέλιου Κοτζιά, Αρ. Αγωγής: 2582/13, 27/6/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:A245 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Γιαπανά, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2582/13 Μεταξύ: American Life Insurance Company Εναγόντων -και- Στέλιου Κοτζιά Εναγομένου ------------------------------- Αίτηση ημερομηνίας 22.4.13 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ : 27.6.13 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα/Αιτήτρια : κος Π. Δημητριάδης Για Εναγόμενο/Καθ΄ ου η Αίτηση : κα Μ. Κατσελλή για Κυριάκο Θ. Μιχαηλίδης και Σια ------------------------------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι ενάγοντες με γενικό οπισθογραφημένο κλητήριο αξιώνουν από τον εναγόμενο αποζημιώσεις για δυσφήμιση και επιζήμια ψευδολογία προς πελάτες των εναγόντων, ότι λόγω της σκοπούμενης μεταφοράς των εν Κύπρω εργασιών των εναγόντων σε άλλη θυγατρική τους εταιρεία στην Κύπρο, τόσο οι ενάγοντες όσο και η θυγατρική τους εταιρεία δεν θα μπορούν, ή κινδυνεύουν να μην μπορούν να αντεπεξέλθουν στις υποχρεώσεις τους και θα καταστούν αφερέγγυοι και/ή θα τερματίσουν τις εργασίες τους. Αξιώνουν περαιτέρω αποζημιώσεις για παράβαση σύμβασης, παράνομη κατακράτηση περιουσίας, παράβαση καθήκοντος εμπιστοσύνης, απάτη, δόλο πρόκληση σε παράβαση σύμβασης. Αξιώνουν επίσης διάταγμα που να απαγορεύει στον εναγόμενο να δημοσιεύει ο ίδιος ή να προκαλεί μέσω υπαλλήλων και αντιπροσώπων του τις πιο πάνω δυσφημιστικές ψευδολογίες και διάταγμα που να απαγορεύει στον εναγόμενο να παρουσιάζεται ως ασφαλιστικός διαμεσολαβητής των εναγόντων. Τέλος αξιώνουν διάταγμα που να διατάσσει τον εναγόμενο να παραδώσει στους ενάγοντες όλα τα περιουσιακά στοιχεία των εναγόντων που βρίσκονται στην κατοχή του. Στα πλαίσια της αγωγής καταχώρισαν μονομερώς αίτηση για την έκδοση εναντίον του εναγομένου των πιο κάτω προσωρινών διαταγμάτων:

  1. Απαγορευτικό, για να μην δημοσιεύει ή να προκαλεί τη δημοσίευση είτε αυτοπροσώπως είτε μέσω συνεργατών και υπαλλήλων ή αντιπροσώπων του ότι λόγω της σκοπούμενης μεταφοράς των εργασιών των εναγόντων στην θυγατρική τους εταιρεία δεν θα μπορούν, ή κινδυνεύουν να μην μπορούν να αντεπεξέλθουν στις υποχρεώσεις τους και/ή θα καταστούν αφερέγγυοι και/ή θα τερματίσουν τις υπηρεσίες τους.
  2. Απαγορευτικό, που να απαγορεύει στον εναγόμενο από το να παρουσιάζεται ως ασφαλιστικός διαμεσολαβητής και να ενεργεί εκ μέρους και για λογαριασμό των εναγόντων και,
  3. Διάταγμα που να διατάσσει τον εναγόμενο μέσα σε δυο ημέρες, από της επίδοσης του διατάγματος, να παραδώσει στους ενάγοντες βιβλία τιμολόγησης, αιτήσεις για ασφάλεια, αιτήσεις απαιτήσεων και δικαιολογητικά/συνοδευτικά έγγραφα, εισπράξεις απαιτήσεων, έντυπα ακυρώσεων, εκπαιδευτικά εγχειρίδια και ασφαλιστικά συμβόλαια, ιδιοκτησίας των εναγόντων και τα οποία βρίσκονται στην κατοχή του εναγόμενου ή των συνεργατών, υπαλλήλων ή αντιπροσώπων του. Κατόπιν διαταγής του δικαστηρίου η αίτηση επιδόθηκε στον εναγόμενο, ο οποίος και έφερε ένσταση. Τόσο η αίτηση όσο και η ένσταση υποστηρίζονται από αντίστοιχες μακροσκελείς ένορκες δηλώσεις και συνοδευτικά έγγραφα. Θα γίνει συνοπτική αναφορά στο περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων ώστε να μπορούν να διαφανούν, όσο πιο αδρά γίνεται, οι αντίστοιχες εκατέρωθεν θέσεις. Εκ μέρους των εναγόντων αιτητών ορκίζεται η Έλενα Δημοσθένους, υπεύθυνη του τμήματος υποστήριξης πωλήσεως, δεόντως εξουσιοδοτημένη και γνώστης των γεγονότων από προσωπικούς χειρισμούς της. Αναφέρεται στο ιστορικό της ενάγουσας εταιρείας στην Κύπρο και στην αναδιοργάνωση που σκοπείται να γίνει με την μεταβίβαση στην ολότητα της, συμπεριλαμβανομένου και του χαρτοφυλακίου ασφαλιστηρίων σε άλλη συσταθείσα θυγατρική εταιρεία, και αναφέρει όλα τα αναγκαία νομικά διαβήματα που έλαβαν προς τον σκοπό αυτό. Ενημέρωσαν προς τούτο τους ασφαλιστικούς τους συμβούλους και έγιναν σεμινάρια συμπεριλαμβανομένου και του εναγομένου, ο οποίος ασκεί νομίμως εργασίες ασφαλιστικής διαμεσολάβησης. Το 2006 οι διάδικοι υπέγραψαν μεταξύ τους σύμβαση ασφαλιστικού συμβούλου και ο εναγόμενος ενεργούσε ως ανεξάρτητος αντιπρόσωπος των εναγόντων. Την 11.2.13 ο εναγόμενος δι' επιστολής του εξέφρασε την επιθυμία τερματισμού της μεταξύ τους συμφωνίας. Κατά την άποψη της ο λόγος ήταν γιατί ο εναγόμενος ήθελε να έχει περισσότερο έλεγχο επί των διαδικασιών χειρισμού απαιτήσεων χωρίς πολλούς περιορισμούς, αφού απέρριψε σχετική εισήγηση των εναγόντων να τύχει ειδικής εκπαίδευσης και να ακολουθεί πιστά την πολιτική τους. Στις 13.3.13 οι ενάγοντες δι' επιστολής τους πληροφορούσαν τον εναγόμενο για τη λύση της μεταξύ τους συμφωνίας και του ζητούσαν την επιστροφή όλου του υλικού που αποτελεί πνευματική ιδιοκτησία της εταιρείας, ενώ παράλληλα ενημέρωσαν τους πελάτες τους για τον τερματισμό της μεταξύ τους συμφωνίας καθώς επίσης και τον Έφορο Ασφαλίσεων. Ο εναγόμενος παρέδωσε ορισμένα έγγραφα και περαιτέρω με σχετική δήλωση ημερομηνίας 3.4.13 παρέδωσε διάφορα ασφαλιστικά συμβόλαια που εκδόθηκαν από την εταιρεία, τα οποία δεν είχαν δοθεί στους πελάτες, και περαιτέρω δήλωνε ότι δεν είχε στην κατοχή του άλλα συμβόλαια ή και περιουσιακά στοιχεία των εναγόντων. Σύμφωνα με την ομνύουσα στις επόμενες ημέρες δέχτηκαν τηλεφωνήματα από 10 περίπου πελάτες τους που ρωτούσαν για την εξέλιξη των απαιτήσεων τους εκφράζοντας παράπονα για την αργοπορία. Για τις απαιτήσεις αρκετών από αυτών οι ενάγοντες δεν είχαν ειδοποιηθεί από τον εναγόμενο, ούτε και παρέλαβαν έντυπα απαίτησης ή δικαιολογητικά. Επικοινώνησαν με πελάτες του εναγόμενου και ορισμένοι εξ αυτών τους είπαν ότι αυτός τους πρότεινε να ακυρώσουν τις ασφαλιστικές τους συμβάσεις με τους ενάγοντες και να συνάψουν καινούργιες με άλλη εταιρεία που συνεργάζεται, λέγοντας τους παράλληλα ότι μπορεί να μεταφέρει ολόκληρη την αξία της ασφάλειας τους. Αυτό όμως δεν μπορεί να γίνει γιατί η αξία εξαγοράς είναι μικρότερη από την αξία που έχει όταν είναι σε ισχύ. Ζητήθηκαν εξηγήσεις από το γραφείο του εναγομένου, το οποίο παραδέχτηκε ότι ο εναγόμενος είχε και άλλα περιουσιακά στοιχεία των εναγόντων στην κατοχή του τα οποία παρέλαβαν με καλυπτική επιστολή. Από την στάση του εναγομένου φαίνεται ότι υπάρχουν και άλλα περιουσιακά στοιχεία των εναγόντων στην κατοχή του, όπως για παράδειγμα αιτήσεις απαιτήσεων η διερεύνηση των οποίων έχει πολύ στενό χρονικό πλαίσιο και η μη τήρηση του συνεπάγεται στην απόρριψη της απαίτησης. Όταν υπάρχουν στην κατοχή του εναγομένου έντυπα και πληροφορίες εν σχέση με απαιτήσεις που δεν είναι σε γνώση των εναγόντων είναι πολύ πιθανόν να απορρίψουν μια εμπρόθεσμη απαίτηση ή να μην μπορούν να την αξιολογήσουν σωστά. Επίσης η καθυστέρηση στον χειρισμό των απαιτήσεων αποτελεί πλήγμα στην επιχειρηματική φήμη των εναγόντων. Ειδικότερα, συγκεκριμένος ασφαλισμένος του εναγόμενου, κάποιος Μιχάλης Χ' Κυριάκου, τηλεφώνησε και ρώτησε γιατί δεν προχωρούν την απαίτηση του και αν αυτό έχει σχέση με το γεγονός ότι θα γίνουν θυγατρική εταιρεία. Και τούτο γιατί ο εναγόμενος τους πληροφόρησε ότι λόγω της μεταβίβασης η εταιρεία κινδυνεύει να κλείσει. Μετά από έρευνα, η ομνύουσα πληροφορήθηκε ότι οι ενάγοντες δεν είχαν τα έντυπα απαίτησης που αφορούσαν τον πιο πάνω πελάτη. Άλλος πελάτης του εναγομένου τους είπε ότι ξέρει ότι τα πράγματα δεν είναι όπως τους τα είπε ο εναγόμενος, και ήθελε να δει τι συμβαίνει. Ο εναγόμενος του είπε να ακυρώσει την ασφάλεια και να του κάμει πιο φτηνή με την Εθνική μεταφέροντας την αξία της ασφάλειας στην Εθνική, και τούτο γιατί οι ενάγοντες θα γίνουν κυπριακή εταιρεία και θα κλείσει. Αυτό το είπε και σε 5 άλλους πελάτες που του σύστησε ο ίδιος. Οι πιο πάνω δηλώσεις του εναγόμενου δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και πλήττουν τη φήμη και το κύρος των εναγόντων. Οι ψευδολογίες και δυσφημίσεις που διαδίδει ο εναγόμενος για τους ενάγοντες είναι κακόβουλες και στοχεύουν στην παρότρυνση πελατών του εναγομένου να εγκαταλείψουν τις υφιστάμενες ασφαλιστικές τους συμβάσεις και να συνάψουν καινούργιες με εταιρείες που συνεργάζεται ο εναγόμενος. Μεταξύ της περιόδου 1.12.11 και 10.2.13 υπήρξαν 42 ακυρώσεις από πελάτες του εναγομένου, ενώ μεταξύ 11.2.13 και 18.4.13 υπήρξαν 18 ακυρώσεις, γεγονός που αναδεικνύει μια αυξητική τάση ακυρώσεων συμβολαίων του εναγομένου της τάξης των 176% που είναι πολλαπλάσια της μέσης αύξησης. Η αύξηση αυτή δεν δικαιολογείται από την δύσκολη οικονομική κατάσταση και δεν παρουσιάζεται από ασφαλισμένους άλλων διαμεσολαβητών. Περαιτέρω τουλάχιστον 87 πελάτες του εναγομένου σταμάτησαν να καταβάλλουν τα ασφάλιστρα γεγονός που αυξάνει τον αριθμό των πελατών του που σταμάτησαν να είναι ασφαλισμένοι κοντά τους. Αναμφίβολα αρκετές από τις ακυρώσεις αυτές οφείλονται σε δηλώσεις του εναγομένου ο οποίος έχει την πρόθεση να συνεχίσει και να επαναλαμβάνει παρόμοιες δηλώσεις, αφού σκοπός του είναι να παροτρύνει όσους περισσότερους πελάτες του να ακυρώσουν ή και να εξαγοράσουν τις υφιστάμενες συμβάσεις τους. Παρά δε τη λήξη της μεταξύ τους συμφωνίας ο εναγόμενος συνεχίζει να ενεργεί εκ μέρους των εναγόντων, γιατί στις 2.4.13, ήτοι 20 ημέρες μετά τον τερματισμό της συμφωνίας, ο εναγόμενος υπέγραψε ως ασφαλιστικός σύμβουλος των εναγόντων 4 αιτήσεις ακυρώσεως. Η πρακτική αυτή του εναγομένου μπορεί εν αγνοία των εναγόντων και χωρίς την εξουσιοδότηση τους να τους επιφέρει κυρώσεις. Κατόπιν αδείας του δικαστηρίου οι ενάγοντες καταχώρισαν συμπληρωματική ένορκη δήλωση με κατάλογο των προσώπων που κατ' ισχυρισμό τους τηλεφώνησαν και ρωτούσαν για την εξέλιξη των απαιτήσεων τους. Περαιτέρω δίνουν εξηγήσεις ως προς το πότε εξακρίβωσαν για πρώτη φορά τα πιο πάνω γεγονότα. Ο εναγόμενος επί της ουσίας των γεγονότων εκφράζει έκπληξη ότι δεν επέστρεψε στους ενάγοντες όλα τα επιζητούμενα με το διάταγμα έγγραφα, επικαλούμενος για την επιστροφή τους συγκεκριμένες υπαλλήλους των εναγόντων, οι οποίες γνωρίζοντας ότι υπήρχαν εκκρεμότητες, τον προέτρεψαν να κρατήσει τα έγγραφα των εκκρεμουσών απαιτήσεων για να δουν τον περαιτέρω χειρισμό τους και να τους τα παραδώσει μεταγενέστερα. Αρνείται ότι τα πρόσωπα που οι ενάγοντες επικαλούνται και αναγράφουν στον κατάλογο της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης υπέβαλαν παράπονα. Και τούτο γιατί ο μεν ένας εξ αυτών πληρώθηκε και του δήλωσε ότι δεν είχε κανένα παράπονο, κάποιος άλλος είχε μια παλιά απαίτηση που δεν καλυπτόταν από την ασφάλεια του, οι δε απαιτήσεις διαφόρων άλλων κατονομαζόμενων στην ένορκη του δήλωση είχαν διεκπεραιωθεί και πληρωθεί. Ο Μιχάλης Χ΄Κυριάκου αρνείται την ύπαρξη της συνομιλίας που επικαλούνται οι αιτητές και η απαίτηση του έχει πληρωθεί. Περαιτέρω ο Χ΄Κυριάκου έχει μήνες να επικοινωνήσει μαζί του ώστε να του πει αυτά τα οποία ισχυρίζεται η ομνύουσα και είναι με έκπληξη που ανέγνωσε τους ψευδείς ισχυρισμούς της. Για τον λόγο αυτό επικοινώνησε μαζί του να δει τι συμβαίνει και αυτός αρνήθηκε ότι είπε τα λόγια που του χρέωσαν και θα τηλεφωνούσε στους ενάγοντες για να παραπονεθεί. Αρνείται επίσης ότι είπε σε κάποιον ασφαλισμένο Σολωμού να ακυρώσει την ασφάλεια του και να του μεταφέρει την αξία της στην Εθνική για τον λόγο ότι δεν συνεργάζεται με την Εθνική, ούτε και υπέγραψε με κάποια άλλη ασφαλιστική εταιρεία. Το μόνο που του είπε είναι ότι η Alico Κύπρου (να σημειωθεί ότι είναι οι ενάγοντες) θα γίνει κυπριακή εταιρεία και δεν μπορούσε να γνωρίζει τις οικονομικές επιδράσεις μιας τέτοιας αλλαγής. Από τις καταστάσεις ακυρώσεων που επικαλούνται οι ενάγοντες, φαίνεται ότι από 8 άτομα μόνο 3 ακύρωσαν τις ασφάλειες πριν από την απόφαση για κούρεμα των καταθέσεων, δηλαδή στις 15.3.13, ενώ οι υπόλοιπες ακυρώθηκαν μεταγενέστερα, επικαλούμενοι οι ασφαλισμένοι οικονομικούς λόγους. Για τις αιτήσεις ακυρώσεως που αναφέρει η ομνύουσα είναι η θέση του ότι τις υπέγραψε πριν την 2.4.13 και η ημερομηνία συμπληρώθηκε με γραφικό χαρακτήρα που δεν είναι δικός του και στάληκε στο γραφείο των εναγόντων στο Παραλίμνι για να τις στείλουν στα γραφεία στη Λευκωσία, το οποίο και διεκπεραιώθηκε αργότερα. Δεν έχει κανένα λόγο να παρουσιάζεται ως ασφαλιστικός αντιπρόσωπος των εναγόντων γιατί δεν θα τερμάτιζε την συνεργασία μαζί τους από την οποία του οφείλουν προμήθειες. Το μόνο που μπορεί να υποθέσει από τις ψευδείς κατηγορίες που προβάλλουν εναντίον του με την αγωγή και την αίτηση προς έκδοση προσωρινών διαταγμάτων είναι για να τον εκφοβίσουν για να μην ζητήσει τα οφειλόμενα. Με δεδομένο το πιο πάνω υπόβαθρο των γεγονότων οι δύο πλευρές προχώρησαν σε αγορεύσεις. Γίνεται αναφορά στα γεγονότα και σε έκταση ανάλυση των κριτηρίων που εφαρμόζονται επί ενδιαμέσων διαταγμάτων. Έχω μελετήσει όλα όσα εμπεριστατωμένα αναφέρουν και αναλύουν οι δύο πλευρές στις αγορεύσεις τους. Κρίνω πως σύνοψη των εκατέρωθεν θέσεων όπως αυτές εκφράζονται στις αγορεύσεις δεν χρειάζεται, τις έχω πλήρως υπόψη μου, και όπου απαιτείται θα γίνεται ειδική αναφορά σε αυτές. Το δικαστήριο στη βάση των πιο πάνω γεγονότων θα προχωρήσει να εξετάσει αν πληρούνται οι προϋποθέσεις που τάσσει η νομολογία επί προσωρινών διαταγμάτων. Είναι νομολογημένο ότι το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 περιέχει το ουσιαστικό δίκαιο για τα προσωρινά διατάγματα, η δε δικονομία ρυθμίζεται από τον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6 και τους Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς (Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co Ltd

(2002)1 Α.Α.Δ 2015). Στη διαδικασία του προσωρινού διατάγματος το έργο του Δικαστηρίου περιορίζεται στη διαπίστωση του κατά πόσο ικανοποιούνται οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 όπως αυτές έχουν αποκρυσταλλωθεί σε πλειάδα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Η ύπαρξη των τριών θεσμικών προϋποθέσεων από μόνη της δεν είναι αρκετή. Στο τελικό στάδιο το Δικαστήριο θα πρέπει επιπρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθεί ένα τέτοιο διάταγμα (Odysseos v. Pieris Estates and others
(1982)1 C.L.R 557, Τσιαντή ν. Hellenic Bank (Investments) Ltd
(2001)1 Α.Α.Δ 2029 και Eurocypria Airlines Ltd υπό εκκαθάριση μέσω του εκκαθαριστή της Κρις Ιακωβίδη, ν. Κυπριακή Δημοκρατία μέσω Γενικού Εισαγγελέα κ.ά, Πολ. Έφεση Αρ.170/11 ημερ.20.10.11). Είναι σημαντικό να λεχθεί ότι το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό, δεν πρόκειται να διεξέλθει τη μαρτυρία με γνώμονα τη διαπίστωση γεγονότων ή την τελεσίδικη αξιοπιστία της (Σεβαστού ν. Σεβαστού
(2002)1 Α.Α.Δ 1980). Οι πιο πάνω κρίσεις μας φέρνουν και στην ουσία της διαφοράς και στον τρόπο προσέγγισης της εκατέρωθεν αντικρουόμενης μαρτυρίας και ισχυρισμών. Η μαρτυρία ως υπεδείχθη στην υπόθεση Σεβαστού ανωτέρω, θα υποστεί κάποια, έστω, πρωταρχική αξιολόγηση που είναι αναγκαία για να μπορέσει το Δικαστήριο να συνεκτιμήσει την αποδεικτική δύναμη της κάθε πλευράς, έστω και στο περιορισμένο στάδιο της παρούσας διαδικασίας. Τελεσίδικα βέβαια ευρήματα και εξαγωγή τελικών συμπερασμάτων στο στάδιο αυτό δεν θα εξαχθούν. Υπάρχουν ως έχει διαφανεί εκ διαμέτρου αντίθετες εκδοχές και ισχυρισμοί, και εκ των πραγμάτων θα συνεκτιμηθούν. Κατά συνέπεια και αναπόφευκτα κάποια πρώιμη αξιολόγηση και απεικόνιση της μαρτυρίας στην όψη της, προς συνεκτίμηση στα πλαίσια εξεύρεσης και διαπίστωσης αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που τάσσει η νομολογία κρίνεται αναγκαία (Όξυνου κ.ά ν. Μαρία Ρόλη Λούη, Πολ. Έφεση 310/08 ημερ.17.6.11). Έχει τονιστεί (Κυρίλλου ν. Λάμπρου
(2004)1 Α.Α.Δ 1528) ότι στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο δεν εξετάζει σε βάθος την προσφερόμενη μαρτυρία για να προβεί σε αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων και δεν καταλήγει σε ευρήματα γεγονότων εκτός μόνο για την εξακρίβωση εκείνων των αναγκαίων στοιχείων που θεωρούνται απαραίτητα για τη θεμελίωση των κριτηρίων του άρθρου 32. Έτσι η κρίση του Δικαστηρίου περί του αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις θα κριθεί μέσα στο πιο πάνω νομολογιακό πλαίσιο, και έχοντας κατά νου βέβαια ότι το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών παραμένει σε εκείνον που επιζητά την έκδοση του διατάγματος για να ικανοποιήσει ότι πληρούνται και συντρέχουν οι τασσόμενες από τη νομολογία προϋποθέσεις. Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος που τίθεται ως πρώτη προϋπόθεση, έχει εξηγηθεί ότι δεν απαιτείται τίποτε περισσότερο από του να καταδειχθεί ότι αποκαλύπτεται συζητήσιμη υπόθεση, σε συσχετισμό με τη νομική θεμελίωση της αξίωσης, με αναφορά στις αξιώσεις στο δικόγραφο της αγωγής και της γενικής οπισθογράφησης, ενώ το δεύτερο κριτήριο, αλληλένδετο κατά ένα τρόπο και σε κάποιο βαθμό με το πρώτο, ικανοποιείται με την προσφερόμενη μαρτυρία και την αποδεικτική της δύναμη που αφορά την ορατή πιθανότητα επιτυχίας του νομικού βάθρου της αγωγής. Ότι απαιτείται να καταδειχθεί προς ικανοποίηση του κριτηρίου αυτού, είναι κάτι περισσότερο από την απλή πιθανολόγηση αλλά και κάτι λιγότερο από το βαθμό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Αν ο αιτητής καταδείξει μέσα από την προσκομισθείσα μαρτυρία το στοιχείο αυτό, στο βαθμό και το εύρος που απαιτείται, τότε το κριτήριο θεωρείται ότι ικανοποιείται. Βασικό στοιχείο και όχι αποδεικτικό μέσο ως υποδεικνύεται στη Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστοφόρου
(1995)1 ΑΑΔ 248 αποτελούν τα δικόγραφα. Το τρίτο κριτήριο ικανοποιείται εφόσον καταδειχθεί ότι είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Τελικά, όταν ληφθούν υπόψη όλοι οι ανωτέρω παράγοντες, το Δικαστήριο θα αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο ή πρόσφορο να εκδώσει το διάταγμα. Να προστεθεί ότι εν σχέσει με το υπό στοιχείο 3 επιζητούμενο διάταγμα θα γίνει ειδική αναφορά στη συνέχεια. Από όσα έχουν εκτεθεί είναι φανερό πως εκφράζονται εντελώς διισταμένες θέσεις επί των γεγονότων που συνθέτουν το πραγματικό υπόβαθρο που περιβάλλει τα επίδικα θέματα. Αναδύεται πως, με βάση το γεγονός ότι οι εκατέρωθεν θέσεις προβάλλονται με ένορκες δηλώσεις, το ζήτημα θα εξεταστεί στη βάση αυτών, αλλά και του νομολογιακού πλαισίου που καθορίζει τον τρόπο με τον οποίο διεξάγονται οι ακροάσεις αιτήσεων με ένορκες δηλώσεις. Είναι βεβαίως σαφές και ξεκάθαρο, πως δεδομένου του πρώιμου σταδίου που βρίσκεται η υπόθεση, το δικαστήριο, ως έχει λεχθεί, κατά την εξέταση των πιο πάνω κριτηρίων δεν υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης και δεν εξάγει τελικά συμπεράσματα. Έχει εντοπιστεί το θέμα αυτό από τον δικηγόρο των αιτητών και αναλύεται στην γραπτή του αγόρευση. Είναι η θέση του ότι με βάση την υπόθεση Blue Arrow General Trading Ltd v. Μικρού
(2000)1 Α.Α.Δ. 1427 επί ενδιαμέσων αιτήσεων, εκεί όπου υπάρχει διάσταση ως προς τα γεγονότα ο αιτητής δεν έχει υποχρέωση να αποδείξει οποιουσδήποτε από τους ισχυρισμούς του. Είναι η εισήγηση του ότι οι αιτητές δεν αντεξέτασαν τον καθ ου η αίτηση όχι γιατί αποδέχονται τους ισχυρισμούς του, αλλά γιατί με βάση την καθιερωμένη αρχή ότι το δικαστήριο δεν προβαίνει σε αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων ή σε συμπεράσματα επί συγκρουόμενων ισχυρισμών, δεν είναι του παρόντος η υποβολή του καθ ου η αίτηση σε αντεξέταση. Επικαλέστηκε μεταξύ άλλων και τις υποθέσεις Μιχαηλίδης ν. Παπακυριακού
(2004)1 Α.Α.Δ. 209, Parico και Κυρίλου ανωτέρω. Οι πιο πάνω αποφάσεις εκείνο που ουσιαστικά αναφέρουν είναι την διαχρονική θέση της νομολογίας ότι το δικαστήριο κατά την εξέταση του κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 θα πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε τελικά συμπεράσματα επί των αντικρουόμενων εκδοχών και στην πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού υποβάθρου της υπόθεσης, αφού αυτά αποτελούν ζητήματα που πρέπει να εξετάζονται στην δίκη. Αντίθετα όμως, η Blue Arrow ανωτέρω, εκείνο που εξήγησε είναι ότι με την τροποποίηση της Δ.48 και κατ' επέκταση των νομολογηθέντων στην Louis Vuitton v. Dermosak Ltd κ.ά
(1992)1 Α.Α.Δ. 1453, δεν απαιτείται πλέον η υποχρέωση προσκόμισης πρόσθετης, και εδώ έγκειται η διαφορά, προφορικής μαρτυρίας προς απόδειξη των ισχυρισμών, με την υπόδειξη ότι ο εφεσείων είχε το δικαίωμα να ζητήσει την αντεξέταση της εφεσίβλητης επί του περιεχομένου της ενόρκου δηλώσεως της, πράγμα που δεν έπραξε. Με άλλα λόγια δεν ανετράπη το βάρος που φέρει ο αιτητής να ικανοποιήσει το δικαστήριο ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις προς έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων. Το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων αποτελεί τη μαρτυρία επί της οποίας θα στηριχθεί το Δικαστήριο και διέπεται κάτω από τις πρόνοιες της Δ.
  1. Και ακριβώς προς αυτή την κατεύθυνση αποτελεί η νομολογιακή αρχή ότι το περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως αποτελεί το αποδεικτικό μέσο (Βιολάρης ν. Marfin Popular Public Bank Co. Ltd, Πολ. Έφεση 411/08 ημερ. 24.5.12). Είναι γνωστό ότι η ακρόαση των αιτήσεων διέπονται από τη Δ.48 θ.
  2. Σύμφωνα με τη διαταγή αυτή, αντίθετα με το τι ίσχυε προηγουμένως, δεν προσκομίζεται πλέον μαρτυρία, αλλά η ακρόαση γίνεται μέσα από το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων. Αμφισβήτηση ενόρκων δηλώσεων μπορεί να γίνει με αντεξέταση κατόπιν αδείας του Δικαστηρίου, είτε με ένορκες δηλώσεις ή με οποιοδήποτε άλλο παραδεκτό τρόπο (Πατούρης v. Hellenic Bank Ltd
(2001)1 Α.Α.Δ. 2118). Στην υπόθεση Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ κ.ά
(2006)1Β Α.Α.Δ. 1013 υπεδείχθη ότι ισχυρισμοί επί ενόρκων δηλώσεων που δεν αντεξετάστηκαν επί του περιεχομένου τους, παραμένουν ακλόνητοι και ως εκ τούτου δεν μπορεί παρά να γίνουν αποδεκτοί. Παραπέμπω σχετικώς και στην υπόδειξη του Εφετείου στην υπόθεση Favero General Trading Ltd κ.ά ν. Medusa Constructions Ltd, Πολ. Έφεση 258/09 ημερ. 12.11.12 ότι ο καθ ου η αίτηση δεν αντεξετάστηκε επί του περιεχομένου της ενόρκου δηλώσεως του και επομένως οι ισχυρισμοί του δεν αμφισβητήθηκαν. Άμεσα σχετική και χρήσιμη επί του συζητούμενου είναι και η υπόθεση Thinking Steel International B.V v. Caramondani Bros Public Co Ltd Πολ. Έφεση Αρ.361/08 ημερ.29.6.12. Η υπόθεση Σκάρος ν. Χριστοδούλου
(1998)1 Α.Α.Δ. 291, όπως και η Σολομωνίδης ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας κ.ά
(2005)1 (Α) Α.Α.Δ. 491, που παρέπεμψε ο ευπαίδευτος συνήγορος των αιτητών πραγματεύονται γενικά το θέμα της παράλειψης αντεξέτασης ενός μάρτυρα κατά την δίκη και όχι στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο, στην δε Marketrends Finance Ltd v. Χριστοδούλου
(1998)1 Α.Α.Δ 291 στα δικά της δεδομένα, υπεδείχθη ότι τα γεγονότα που επικαλούντο οι εφεσείοντες ανατρέπονταν από προηγούμενες αναφορές των συνηγόρων τους ενώπιον του δικαστηρίου. Με διαμορφωμένο το νομικό πλαίσιο εντός του οποίου το δικαστήριο θα διεξέλθει την εκατέρωθεν μαρτυρία, και με δεδομένο ότι κανένας εκ των ομνυόντων δεν ζητήθηκε να αντεξεταστεί, ή να προσκομίσει πρόσθετη ένορκη μαρτυρία, το δικαστήριο θα προχωρήσει να εξετάσει τα εγειρόμενα ζητήματα υπό το φως των προβαλλόμενων ισχυρισμών, στην όψη τους, και αντικριζόμενα τα γεγονότα σε μια περιληπτική θεώρηση και αντιμετώπιση τους, αφού στην ουσία είναι απλά. Η γενική οπισθογράφηση της απαίτησης των εναγόντων έχει ήδη καταγραφεί. Στηρίζεται σε αποζημιώσεις για προφορική δυσφήμιση, για παράβαση σύμβασης, παράνομη κατακράτηση περιουσίας, απάτη και δόλο καθώς και διάφορα διατάγματα. Κρινόμενη αυτή αντικειμενικά (Α/φοι Μυλωνα κ.ά ν. Avraamides & Co. Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 1513) αποτελεί διαπίστωση ότι εδράζεται επί καλώς αναγνωρισμένων από το νόμο δικαιωμάτων ώστε να κριθεί ως καλή βάση της αγωγής προς ικανοποίηση της πρώτης προϋπόθεσης. Το δικαστήριο συνεπώς θα προχωρήσει να εξετάσει αν πληρείται η δεύτερη προϋπόθεση υπό το φως της πιο πάνω νομολογίας αλλά και της πρόσφατης απόφασης Hellenic Bank Public Ltd v. Alpha Panareti Public Ltd, Πολ. Έφεση Αρ.145/11 ημερομ.13.6.13, σύμφωνα με την οποία η δεύτερη προϋπόθεση εξετάζεται με βάση τη προσαχθείσα μαρτυρία προς υποστήριξη της αίτησης και τα στοιχεία που έχει ενώπιον του το δικαστήριο, ώστε να αποδειχθεί η μικρή έστω πιθανότητα επιτυχίας σε βαθμό που να είναι ορατή. Αποτέλεσε παραδεκτό γεγονός μέσα από τις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις, ότι ο εναγόμενος δυνάμει της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας ήταν ασφαλιστικός σύμβουλος και ανεξάρτητος αντιπρόσωπος των εναγόντων και περαιτέρω ότι την 11.2.13 ζήτησε τον τερματισμό της συμφωνίας, χωρίς να είναι υποχρεωμένος δώσει κάποια δικαιολογία, σύμφωνα με όσα ο ίδιος αναντιλέκτως αναφέρει. Η διαφορά προέκυψε μετά τον τερματισμό της συμφωνίας, τούτης εστιαζόμενης κατά τους ισχυρισμούς των εναγόντων σε δύο επίπεδα. Αφενός ότι ο εναγόμενος κινούμενος για ίδιον όφελος και αφού συνεβλήθη με την Εθνική ασφαλιστική, ή με κάποια άλλη εταιρεία, άρχισε να επηρεάζει τους πελάτες του ώστε από την μια τους μεταφέρει τα ασφαλιστικά τους συμβόλαια στην Εθνική, και από την άλλη με το να τους λέει ότι η μεταβίβαση των εργασιών των εναγόντων στην νεοσυσταθείσα θυγατρική εταιρεία θα την καθιστούσε αφερέγγυα με όλους τους κινδύνους που ελλοχεύουν στα ασφαλιστικά τους συμβόλαια. Μέσα δε σε αυτό το πλαίσιο ο εναγόμενος, σύμφωνα πάντα με τους ενάγοντες, κατακράτησε διάφορα έγγραφα, κυρίως έγγραφα ακυρώσεως ασφαλιστικών συμβολαίων και απαιτήσεων, για να προωθήσει ακριβώς τον συγκεκριμένο αυτό σκοπό. Συνάγουν οι ενάγοντες, πως οι ακυρώσεις συμβολαίων προέρχονται ακριβώς από την συμπεριφορά αυτή του εναγομένου, επικαλούμενοι περαιτέρω διάφορα πρόσωπα, πελάτες του εναγομένου, που κατ΄ ισχυρισμό τους πρότεινε την ακύρωση των υφιστάμενων συμβολαίων και την σύναψη νέων με την Εθνική. Αναφέρουν επίσης προς υποστήριξη της θέσης τους ονομαστικά διάφορα πρόσωπα, που πάντα σύμφωνα με τους ισχυρισμούς τους, ώθησε ή μίλησε μαζί τους ο εναγόμενος για να ακυρώσουν τα συμβόλαια τους, αλλά και με την εξαγωγή συμπεράσματος επί τη βάση στατιστικής ανάλυσης των ακυρώσεων των συμβολαίων των πελατών του εναγομένου. Προς επιβεβαίωση παραπέμπουν σε στιχομυθία μεταξύ της ομνύουσας και κάποιου για παράδειγμα Μιχάλη Χ' Κυριάκου. Στο σημείο αυτό κρίνεται αναγκαίο να λεχθεί ότι ο εναγόμενος αρνείται όσα του καταλογίζουν και προβάλλει την θεμελιακή για τους σκοπούς της ενδιάμεσης διαδικασίας θέση (δες παράγραφο 9 ενόρκου δηλώσεως), ότι δεν συνεργάζεται με καμιά άλλη ασφαλιστική εταιρεία ούτε και υπέγραψε κάποιο συμβόλαιο συνεργασίας με κάποια ασφαλιστική εταιρεία. Οπότε σύμφωνα με τον εναγόμενο θα ήταν αδύνατο να αναφέρει σε κάποιο Σολωμού αυτά που ισχυρίζεται στην παράγραφο 30 της ενόρκου δηλώσεως της η ομνύουσα, πέραν του ότι τον ενημέρωσε για την νεοσυσταθείσα θυγατρική εταιρεία και ότι δεν γνώριζε τις οικονομικές επιδράσεις μιας τέτοιας αλλαγής. Η ουσία βέβαια εδώ είναι πως ο ισχυρισμός αυτός του εναγομένου παρέμεινε αναντίλεκτος και κρίνεται ως θεμελιακός, γιατί αν δεν συνεργάζεται με την Εθνική ασφαλιστική ή έστω με κάποια άλλη ασφαλιστική εταιρεία, το κίνητρο και όσα άλλα του καταλογίζουν οι ενάγοντες εκθεμελιώνεται εκ βάθρων. Και όχι μόνο αυτό αλλά και η ουσία των ισχυρισμών των εναγόντων να καθίσταται μετέωρη και με σωρεία αναπάντητων ερωτηματικών να παραμένουν και να αιωρούνται. Άμεσα συναφές με το υπό κρίσιν θέμα είναι και το γεγονός ότι παρέμεινε αναντίλεκτος ακόμα ένας σημαντικός ισχυρισμός του εναγομένου, σχετιζόμενος με τον Μιχάλη Χ' Κυριάκου. Ο ισχυρισμός του εναγόμενου κινήθηκε σε τρία ουσιαστικά επίπεδα (δες παραγράφους 7 και 8 της ενόρκου δηλώσεως του). Πρώτο, ότι για μήνες δεν είχε καμιά επικοινωνία μαζί του ώστε να του πει αυτά που ισχυρίζεται η ομνύουσα. Δεύτερο, ότι επικοινώνησε με τον ρηθέντα μετά που του επιδόθηκαν τα δικόγραφα για να δει τι ακριβώς συμβαίνει και ο Χ' Κυριάκου αρνήθηκε όσα η ομνύουσα αναφέρει πως της είπε. Και τρίτο, ότι η απαίτηση του ρηθέντος προσώπου είχε διεκπεραιωθεί και πληρωθεί, και συνεπώς δεν ήταν δυνατόν να προβάλει παράπονα ως ισχυρίζεται η ομνύουσα. Και αυτοί οι ισχυρισμοί του εναγομένου παρέμειναν αναντίλεκτοι και χωρίς αμφισβήτηση και σημειώνεται ότι αφορά συγκεκριμένους και σαφείς ισχυρισμούς εις απάντηση των όσων η ομνύουσα αναφέρει. Αναφορικά με τον πίνακα των πελατών του εναγομένου (παράγραφος 2 συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως) σε συνέχεια της παραγράφου 19 της αρχικής ένορκης δήλωσης της ομνύουσας, σύμφωνα με την οποία οι αναφερόμενοι πελάτες του εναγομένου υπέβαλαν απαιτήσεις και παράπονα ότι οι εναγόντες αργοπορούσαν, ενώ για αρκετούς από αυτούς ο εναγόμενος δεν ειδοποίησε τους ενάγοντες ούτε και έστειλε έντυπα απαίτησης, ο εναγόμενος, εις απάντηση αναφέρει ότι οι απαιτήσεις πλείστων εξ αυτών (τους αναφέρει ονομαστικά στην ένορκη του δήλωση), είχαν διεκπεραιωθεί και πληρωθεί, και συνεπώς δεν μπορεί να εξέφρασαν παράπονα κατά τον χρόνο που ισχυρίζεται η Δημοσθένους. Η απαίτηση κάποιου Πέτρου πληρώθηκε χωρίς, όπως ο Πέτρου του είπε, να κάμει παράπονο, ενώ κάποιος Σταύρου είχε παλιά μια απαίτηση που δεν καλυπτόταν από την ασφάλεια του, και αυτό ως συνάγεται είναι και άσχετο με τα όσα του καταλογίζουν οι ενάγοντες. Τέλος κάποια Μαρία Πέτρου δεν ζήτησε ποτέ αποζημίωση ούτε και προσκόμισε έγγραφα για τον σκοπό αυτό και η απαίτηση της βρίσκεται εκκρεμής για μήνες. Το θέμα που εγείρεται εδώ είναι ότι ο εναγόμενος όχι μόνο αρνείται όλα όσα του καταλογίζουν οι ενάγοντες, αλλά εις απάντηση προβάλλει συγκεκριμένους και λεπτομερείς ισχυρισμούς οι οποίοι δεν έτυχαν κάποιας αντιμετώπισης από την πλευρά των εναγόντων. Και το ερώτημα που αναδύεται είναι πως θα κριθούν και θα αντιμετωπιστούν οι διάφοροι ισχυρισμοί της Δημοσθένους, όταν όλα όσα ισχυρίζεται ο εναγόμενος παρέμειναν αναντίλεκτα και ακλόνητα. Ανεξάρτητα όμως από αυτό, για παράδειγμα κρίνεται εκ των πραγμάτων λογική και συνεπώς ορθή η θέση του εναγομένου, δεδομένου ότι οι περισσότερες απαιτήσεις των προσώπων που επικαλέστηκαν οι ενάγοντες με τον ένα ή τον άλλο τρόπο είχαν διεκπεραιωθεί σε προηγούμενο και άσχετο με τον επίδικο και ουσιώδη χρόνο, ότι δεν θα ήταν δυνατόν να έκαμαν παράπονα στους ενάγοντες. Και τούτο ως προφανώς πρωθύστερο σχήμα, μετά δηλαδή που ο εναγόμενος τερμάτισε την συμφωνία συνεργασίας του μαζί τους, αφού αυτός σε κάθε περίπτωση είναι ο κρίσιμος χρόνος γιατί όλα όσα έλαβαν χώρα σύμφωνα με την εκδοχή των εναγόντων, έγιναν μετά τον τερματισμό της μεταξύ τους συμφωνίας. Άρα προγενέστερα και τετελεσμένα γεγονότα πως αναδύθηκαν μετά τον τερματισμό της συμφωνίας. Και αυτό το ερώτημα ως στοιχείο της πιθανολόγησης της δύναμης της υπόθεσης των εναγόντων παρέμεινε να πλανάται. Άλλο παράδειγμα συνιστά η κατά την ομνύουσα, στατιστική αυξητική τάση ακύρωσης των συμβολαίων των πελατών του εναγομένου κατά 176% σε αντίθεση με τον μέσο όρο αύξησης όλων των ακυρώσεων που είναι 47%. Αυτό το γεγονός κατά την ομνύουσα δεν μπορεί να δικαιολογηθεί από την δύσκολη οικονομική κατάσταση, αφού αυτή προϋπήρχε και πριν την 11.2.
  1. Επίσης δεν παρουσιάζεται παρόμοια τάση από ασφαλισμένους άλλων διαμεσολαβητών (παράγραφοι 37 και 38 ενόρκου δηλώσεως). Αναφέρει περαιτέρω η ομνύουσα ότι είναι συχνό φαινόμενο μετά την λήξη της συνεργασίας ενός ασφαλιστικού συμβούλου να υπάρχουν ορισμένες ακυρώσεις, αλλά σε καμιά περίπτωση δεν είναι τόσο μεγάλος ο αριθμός, δεδομένου μάλιστα όταν η αξία εξαγοράς είναι μικρότερη από την εν ισχύει αξία της ασφάλειας. Το συμπέρασμα που εξάγεται από όσα η ομνύουσα αναφέρει είναι ότι οι ακυρώσεις συμβολαίων με την λήξη της συνεργασίας ενός ασφαλιστικού συμβούλου είναι συχνό φαινόμενο, οπότε και λογικώς εχόντων των πραγμάτων, βάση αυτού, οι ακυρώσεις πελατών του εναγομένου κατατάσσονται μεν στο συχνό αυτό φαινόμενο, η διαφοροποίηση όμως είναι αφενός, η αυξητική στατιστική ακύρωση που κατά άποψη της ομνύουσας δεν δικαιολογείται από την οικονομική κρίση, και συνεπώς και εντελώς συμπερασματικώς αυτό οφείλεται στην συμπεριφορά του εναγομένου και αφετέρου, συγκριτικώς σε σχέση με το τι συνέβηκε με ασφαλισμένους άλλων διαμεσολαβητών και πάλι δεν δικαιολογείται. Οι ισχυρισμοί αυτοί από μόνοι τους κρίνονται ως εντελώς συμπερασματικοί και εν πολλοίς αυθαίρετοι, κυρίως όμως τους ελλείπει η στοιχειοθέτηση. Και τούτο γιατί αν το ζήτημα το εξετάσει κάποιος από στατιστική και μόνο άποψη ελλείπουν παντελώς όλα τα απαιτούμενα στοιχεία, όχι βέβαια για να αποδειχθεί ο ισχυρισμός αυτός καθαυτός, αλλά για να στοιχειοθετηθούν έστω και κατ΄ αρχήν τουλάχιστον οι αριθμοί που επικαλούνται οι ενάγοντες. Θα έπρεπε να τεθεί το σύνολο του πελατολογίου του εναγομένου και πόσοι εξ αυτών ακύρωσαν τα ασφαλιστικά τους συμβόλαια μετά τον κρίσιμο χρόνο που είναι ο τερματισμός της μεταξύ τους συμφωνίας. Η συγκριτική στατιστική μέθοδος που επικαλέστηκαν οι ενάγοντες, για να μπορούσε να δώσει μια ασφαλή εικόνα σε επίπεδο αριθμών και μόνο θα έπρεπε οι ενάγοντες να ακολουθήσουν την ίδια διαδικασία και για το υπόλοιπο πελατολόγιο του συνόλου των άλλων διαμεσολαβητών τους εν σχέσει με ακυρώσεις και για την ίδια ακριβώς περίοδο. Τα στοιχεία αυτά ελλείπουν παντελώς για να στοιχειοθετήσουν ως αριθμητικό υπόβαθρο τον ισχυρισμό των εναγόντων. Η συνημμένη, στην ένορκη δήλωση κατάσταση ως τεκμήριο 15, επισυνάφθηκε χωρίς καμιά επεξήγηση ή και διευκρίνιση και δεν παρέχει ασφαλές βάθρο προς εξαγωγή κάποιων συμπερασμάτων. Αν εντελώς υποθετικά θεωρηθεί ότι τα ονόματα που αναγράφονται αποτελούν ακυρώσεις συμβολαίων που αφορούν πελάτες του εναγομένου, αφού δεν δόθηκαν εξηγήσεις από την ομνύουσα, το μόνο συμπέρασμα που εξάγεται είναι ότι υπήρξαν 42 ακυρώσεις πριν και 18 μετά τον τερματισμό της μεταξύ τους συμφωνίας με χρονικό σημείο αναφοράς την 11.2.
  2. Ειδικά επί του τερματισμού της συμφωνίας θα γίνει αναφορά στην συνέχεια. Τα υπόλοιπα που ισχυρίζονται οι αιτητές παραμένουν απλώς στο επίπεδο των εικασιών και εξ υποθέσεως αστάθμητων, αόριστων και αθεμελίωτων συμπερασμάτων. Το αν δικαιολογούνται ή όχι από την οικονομική κρίση αυτό εξυπακούει και προϋποθέτει γνώση, αντίληψη και ανάλυση της οικονομικής κρίσης αλλά και των επιπτώσεων αυτής επί των οικονομικών δεδομένων ενός εκάστου ασφαλισμένου. Απαιτεί δε πρόσθετη και ειδική προς τούτο μαρτυρία, αφού η ομνύουσα δεν αναφέρει ότι κατέχει τέτοιες γνώσεις ή στοιχεία επί του προκειμένου. Επιπρόσθετα όμως ως άμεσα σχετική είναι και η θέση του εναγομένου. Με αναφορά στο τεκμήριο 15, αναφέρει (παράγραφος 11 ενόρκου δηλώσεως του), ότι από σύνολο 8 ατόμων μόνο 3 ακύρωσαν τα ασφαλιστικά τους συμβόλαια πριν την 15.3.13 που είναι η ημερομηνία της απόφασης για το κούρεμα των καταθέσεων και όλες οι άλλες είναι μετά. Η διαπίστωση του δικαστηρίου από την απλή ανάγνωση του τεκμηρίου 15 στην όψη του, είναι ότι ο ισχυρισμός του εναγομένου κρίνεται ως ορθός, με την διαφορά ότι οι ακυρώσεις είναι 4 και όχι 3, και με την επιφύλαξη ότι ο εναγόμενος αναφέρει ότι από 8 άτομα και 18 ασφάλειες ακυρώθηκαν μόνο 3 πριν την 15.3.13 τα οποία και δεν διευκρινίζει περαιτέρω. Εν πάση περιπτώσει εκείνο που έχει ιδιαίτερη σημασία είναι ο αμέσως επόμενος ισχυρισμός του, ότι το 99% των πελατών που ακύρωσαν συμβόλαια δήλωσαν ως δικαιολογία, «οικονομικούς λόγους». Κανένας εκ των ισχυρισμών αυτών του εναγομένου δεν έτυχε κάποιας απάντησης ή αμφισβήτησης από τους ενάγοντες. Αν συνεπώς με βάση και ως κριτήριο το τεκμ.15 και αυτό μόνο στην όψη του, επιχειρηθούν να εξαχθούν κάποια επιπρόσθετα συμπεράσματα, είναι ότι επιβεβαιώνεται το εντελώς ανασφαλές των στατιστικών αριθμών που επικαλούνται οι ενάγοντες, αφού από απλή ανάγνωση του τεκμ.15, και τονίζεται αυτό, αφού δεν δόθηκαν επεξηγήσεις και λεπτομέρειες από την ομνύουσα που το κατέθεσε, η διαπίστωση είναι ότι από τις 18 ακυρώσεις συμβολαίων που έλαβαν χώρα μετά την 11.2.13, οι 14 έγιναν από την 15.3.13 που λήφθηκε η απόφαση για το «κούρεμα» των καταθέσεων και μετά, επικαλούμενοι οι ασφαλισμένοι οικονομικούς λόγους. Στην ουσία οι ισχυρισμοί του εναγομένου που δεν αμφισβητήθηκαν φαίνεται να επιβεβαιώνονται από το τεκμ.
  3. Αντιπαραβάλλοντας τις εκατέρωθεν θέσεις, οι μεν ενάγοντες ισχυρίζονται ότι οι ακυρώσεις των συμβολαίων γενικά και αόριστα δεν δικαιολογούνται από την οικονομική κρίση, και έχει γίνει ειδική αναφορά επί του ισχυρισμού αυτού πιο πάνω, ο δε εναγόμενος ισχυρίζεται κατά θετικό τρόπο ότι οι ασφαλισμένοι δήλωσαν ως λόγο ακύρωσης «οικονομικούς λόγους». Τα έγγραφα των ακυρώσεων είναι στην κατοχή των εναγόντων και εύκολα θα μπορούσαν να αντικρούσουν τον ισχυρισμό αυτό του εναγομένου. Πράγμα όμως που δεν έγινε. Εν όψει αυτών το μόνο που θα μπορούσε να λεχθεί είναι ότι οι ακυρώσεις των συμβολαίων έγιναν για οικονομικούς λόγους και όχι γιατί ο εναγόμενος ωθούσε με κάποιο τρόπο τους ασφαλισμένους, ή γιατί δυσφημούσε τους ενάγοντες αναφορικά με την φερεγγυότητα τους. Οι ενάγοντες συνυπολογίζουν και καταλογίζουν στον εναγόμενο, πέραν των πιο πάνω ακυρώσεων υπό την μορφή εξαγοράς ασφαλιστικών συμβολαίων, και το γεγονός ότι 87 πελάτες του εναγομένου ακύρωσαν την εντολή πληρωμής των ασφαλίστρων τους γιατί, «αναμφίβολα αρκετές από τις ακυρώσεις οφείλονται σε δηλώσεις του εναγομένου» (παράγραφος 40 ενόρκου δηλώσεως). Πρόκειται και πάλι για αυθαίρετο και ατεκμηρίωτο ισχυρισμό και τίποτε περισσότερο. Πέραν αυτού, δεν έχει εξηγηθεί ποιο θα ήταν το όφελος του εναγομένου να εξωθεί πελάτες του να σταματούν να πληρώνουν το ασφάλιστρο τους, και κυρίως γιατί να αποδεχτούν οι πελάτες του κάτι τέτοιο. Οι πελάτες που έδωσαν την εντολή ήταν και οι μόνοι που θα μπορούσαν να δώσουν εξηγήσεις γιατί σταμάτησαν την πληρωμή των ασφαλίστρων. Εκείνο όμως που εξάγεται είναι πως ούτε και η ομνύουσα είναι σε θέση να γνωρίζει τους λόγους που οι πελάτες ακύρωσαν την εντολή πληρωμής των ασφαλίστρων τους και ουσιαστικά καταφεύγει σε αυθαίρετες εικασίες. Εν πάση περιπτώσει δεν εξηγήθηκε για ποιο λόγο να ενεργήσει ο εναγόμενος με αυτό τον τρόπο, όταν μάλιστα αντιπροβάλλει ότι οι ενάγοντες του οφείλουν διάφορα ποσά από προμήθειες που δικαιούται δυνάμει της μεταξύ τους συμφωνίας. Στο σημείο αυτό κρίνω κατάλληλο να υπενθυμίσω ότι πιο πάνω κρίσεις, όπως και κάποιες άλλες που θα επακολουθήσουν, αποτελούν μια γενική θεώρηση και συνεκτίμηση των εκατέρωθεν θέσεων όπως προέκυψαν από τις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις, ώστε ανιχνευόμενες στον επιτρεπτό βαθμό, να κριθεί αν αναδύεται εκ πρώτης όψεως αρκετό υλικό για τους σκοπούς της ενδιάμεσης διαδικασίας, που είναι σε τελική ανάλυση οι σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας επιτυχίας του νομικού βάθρου της αγωγής. Περιττό δε να επαναλάβω ότι δεν συνιστούν ευρήματα ούτε καν τελικά συμπεράσματα, αφού δεν είναι το στάδιο αυτό που η μαρτυρία θα αξιολογηθεί προς εξαγωγή τελικών συμπερασμάτων και ευρημάτων. Από την άλλη όμως, όπως έχει ήδη λεχθεί μια αξιολόγηση και προκαταρκτική θεώρηση της μαρτυρίας είναι αναγκαία για να μπορεί το Δικαστήριο να συνεκτιμήσει την αποδεικτική δύναμη της κάθε πλευράς, έστω και μέσα στα πλαίσια της περιορισμένης σφαίρας εξέτασης σε αυτό το στάδιο. Στα πλαίσια δε αυτά, της προκαταρκτικής θεώρησης της μαρτυρίας και όσα προκύπτουν μέχρι τώρα εξ αυτής, είναι η κρίση του δικαστηρίου ότι όσα αναφέρουν οι ενάγοντες - αιτητές απέχουν από το να ικανοποιούν το δεύτερο κριτήριο που νομολογιακά έχει καθιερωθεί. Το δικαστήριο βεβαίως καθηκόντως θα εξετάσει όλους τους προβαλλόμενους εκατέρωθεν ισχυρισμούς. Αναφορικά με τον ισχυρισμό των εναγόντων ότι ο εναγόμενος κατακρατεί διάφορα περιουσιακά τους στοιχεία, όπως διάφορα έγγραφα απαιτήσεων και έντυπα, ο εναγόμενος προβάλλει (παράγραφος 6 ενόρκου δηλώσεως) ότι επέστρεψε όλα τα περιουσιακά τους στοιχεία επικαλούμενος μάλιστα ονομαστικά δυο υπαλλήλους των εναγόντων, οι οποίες γνωρίζοντας για την ύπαρξη εκκρεμοτήτων, τον προέτρεψαν να κρατήσει κάποια έγγραφα απαιτήσεων που εκκρεμούσαν για να δουν τον περαιτέρω χειρισμό τους και να τα παραδώσει μεταγενέστερα. Δεν νομίζω πως χρειάζεται περαιτέρω σχολιασμός, πρόκειται περί ενός σοβαρού ισχυρισμού, που ενδεχομένως να παραπέμπει και σε συγκατάθεση των εναγόντων, για το οποίο και δεν αποφαίνομαι αφού δεν είναι τώρα το κατάλληλο στάδιο. Με την μόνη προσθήκη πως και αυτός ο ισχυρισμός παρέμεινε αναπάντητος. Υπάρχει όμως ακόμα μια πτυχή που χρήζει σχολιασμού. Οι εναγόντες προς επιβεβαίωση των ισχυρισμών τους επισύναψαν δέσμη εγγράφων (4 αιτήσεις ολικής εξαγοράς) τεκμ.16 τις οποίες ως αναφέρουν απέστειλε ο εναγόμενος στις 2.4.13, ήτοι 20 ημέρες μετά τον τερματισμό της συμφωνίας και συνεπώς συνεχίζει να ενεργεί εκ μέρους των εναγόντων. Εις απάντηση αυτού ο εναγόμενος (παράγραφος 12 και 13 της ενόρκου δηλώσεως) αναφέρει ότι τις αιτήσεις αυτές τις υπέγραψε πολύ πριν συμπληρωθεί χειρογράφως η ημερομηνία 2.4.13 η οποία και έγινε με γραφικό χαρακτήρα που δεν είναι δικός του. Τις απέστειλε στα γραφεία των εναγόντων στο Παραλίμνι για να τις αποστείλουν στην Λευκωσία και αυτοί τις διεκπεραίωσαν αργότερα γεγονός για το οποίο και δεν φέρει ευθύνη. Πρόκειται για ένα πολύ σαφή και συγκεκριμένο ισχυρισμό ο οποίος θα έπρεπε να τύχει απάντησης ή με κάποιο τρόπο αμφισβήτησης. Αναφέρει δυο ουσιαστικά θέματα ο εναγόμενος. Ότι πρώτον τις υπέγραψε και τις απέστειλε έγκαιρα, και δεύτερο ότι η ημερομηνία 2.4.13 που είναι συμπληρωμένη χειρόγραφα δεν είναι ο δικός του γραφικός χαρακτήρας. Δεν είναι βέβαια του παρόντος να διερευνηθούν σε βάθος αυτά που αναφέρει ο εναγόμενος, αναμφίβολα όμως και στην όψη τους συνάγεται ότι πρόκειται για σοβαρούς ισχυρισμούς που ανατρέπουν το υπόβαθρο των επιχειρημάτων των εναγόντων και παρέμειναν αναπάντητοι. Σε τέτοιο μάλιστα βαθμό που να μην αφήνουν άλλα περιθώρια παρά να αφήνουν έκθετους τους επί τούτου ισχυρισμούς των εναγόντων. Εκ των όσων έχουν αναφερθεί εγείρεται ακόμα ένα ζήτημα το οποίο κρίνεται σημαντικό και θα πρέπει να τύχει σχολιασμού. Η ομνύουσα στην παράγραφο 14 της ενόρκου δηλώσεως της (σχετική και η παράγραφος 15) αναφέρει ότι ο εναγόμενος την 11.2.13 με επιστολή του, τεκμ.8, εξέφρασε την επιθυμία όπως τερματιστεί η μεταξύ τους συμφωνία. Το γεγονός αυτό το παραδέχεται ο εναγόμενος με την προσθήκη, επικαλούμενος τη συμφωνία, ότι δεν ήταν υποχρεωμένος να αιτιολογήσει τον τερματισμό. Αυτά καθόσον αφορά την παράβαση της μεταξύ τους σύμβασης. Στην συνέχεια όμως η ομνύουσα στην παράγραφο 17 της ενόρκου δηλώσεως της αναφέρει ότι οι ενάγοντες με επιστολή τους ημερομηνίας 13.3.13 πληροφορούσαν τον εναγόμενο για την λύση της μεταξύ τους συνεργασίας (τεκμ.9). Αναφορικά με τις αιτήσεις εξαγοράς των συμβολαίων (τεκμ.16) και με αναφορά στην ημερομηνία 2.4.13, η ομνύουσα αναφέρει ότι η ημερομηνία αυτή είναι 20 ημέρες μετά την λύση της συμφωνίας, ήτοι με άλλα λόγια θεωρούν ως σημείο αναφοράς την 13.3.
  4. Από την πλευρά του ο εναγόμενος δεν διευκρινίζει οτιδήποτε, ούτε και το δικαστήριο θα προβεί σε οποιεσδήποτε άλλες κρίσεις, αφού τούτο ενδεχομένως να τεθεί και να κριθεί επί της ουσίας. Εκείνο όμως που προβάλλει είναι πως αν οι ενάγοντες θεωρούν ότι ο τερματισμός της συμφωνίας έγινε την 13.3.14 τότε οι ισχυρισμοί τους με βάση το τεκμ.15 ανατρέπονται εντελώς. Αν δηλαδή κρίσιμος χρόνος για τους ενάγοντες είναι η 13.3.13 και όχι η 11.2.13 τότε τα ακυρωθέντα συμβόλαια του εναγόμενου με βάση το τεκμ.15 είναι όλα μετά την 15.3.13 οπότε και αποκτά μεγαλύτερη αξία ο ισχυρισμός του ότι οι ακυρώσεις προήλθαν ουσιαστικά λόγω «κουρέματος» των καταθέσεων και για οικονομικούς λόγους εκ μέρους των ασφαλισμένων. Ανατρέπονται δε και όλοι οι επί τούτου στατιστικοί υπολογισμοί των εναγόντων. Από την άλλη, στην παράγραφο 37 της ενόρκου δηλώσεως της η ομνύουσα και με αναφορά στο τεκμ.15 φαίνεται να καθορίζει ως κρίσιμο χρόνο την 11.2.13, που είναι η ημερομηνία της επιστολής του εναγομένου για τον τερματισμό της μεταξύ τους συμφωνίας, αφού είναι επ' αυτής της ημερομηνίας που οικοδομεί και ακολούθως προβαίνει σε διάφορους στατιστικούς υπολογισμούς για τις ακυρώσεις των συμβολαίων πελατών του, για να καταδείξει την αύξηση των ακυρώσεων κατά 176%. Κρίνεται πως για τους σκοπούς της παρούσης ενδιάμεσης διαδικασίας, η εντοπισθείσα αντίφαση επιφέρει επιπρόσθετα και αλλεπάλληλα προβλήματα στην, από την μέχρι τώρα προκύπτουσα θεώρηση της μαρτυρίας, βεβαρημένη αρνητική εικόνα της δύναμης της υπόθεσης των εναγόντων. Βεβαίως, θα πρέπει να λεχθεί, πως όλα πιο πάνω ζητήματα δεν μπορούν να εξεταστούν σε βάθος στα πλαίσια μάλιστα ενός ενδιαμέσου διατάγματος, όπου τελικές καταλήξεις και ευρήματα επί γεγονότων δεν μπορούν να γίνουν. Ούτε και μπορεί να θεωρηθεί ότι αποφασίζεται τελεσίδικα οτιδήποτε. Έχουν όμως αναφερθεί για να σκιαγραφήσουν την πιθανότητα επιτυχίας του νομικού βάθρου της γενικής οπισθογράφησης της αγωγής, και κυρίως στα πλαίσια του κατά πόσο ικανοποιείται η δεύτερη εκ του Νόμου και της νομολογίας τασσόμενη προϋπόθεση. Ειδικά με το απαγορευτικό διάταγμα που επιζητείται εναντίον του εναγομένου, για να μην δημοσιεύει ή να προκαλεί τη δημοσίευση είτε αυτοπροσώπως είτε μέσω συνεργατών και υπαλλήλων ή αντιπροσώπων του ότι η μεταφορά των εργασιών των εναγόντων στην θυγατρική τους εταιρεία δεν θα μπορούν ή κινδυνεύουν να μην μπορούν να αντεπεξέλθουν στις υποχρεώσεις τους και/ή θα καθιστούν αφερέγγυοι και/ή θα τερματίσουν τις υπηρεσίες τους, στην υπόθεση Παναγιώτου ν. Μουλαζίμη
(2007)1 Α.Α.Δ 78 που παρέπεμψε και η κα Κατσελλή για τον εναγόμενο, υποδείχθηκε ότι ο ευαίσθητος χαρακτήρας ενός προσωρινού διατάγματος που να εμποδίζει την δημοσίευση ενός δυσφημιστικού κειμένου προϋποθέτει ότι η έκδοση του γίνεται μόνο στις πιο καθαρές υποθέσεις και στις πιο εξαιρετικές περιπτώσεις. Ως τέτοια για παράδειγμα περίπτωση, με αναφορά στην υπόθεση Schering Chemicals Ltd v. Falkman Ltd and others
(1981)2 All.E.R 321 και σε όσα ανέφερε ο Λόρδος Denning, είναι ένα στυγερό δυσφημιστικό κείμενο τελείως αδικαιολόγητο επιφέροντας την πιο σοβαρή βλάβη στον ενάγοντα. Οι προϋποθέσεις που θα πρέπει να συντρέχουν ώστε να επιτρέπεται η έκδοση ενδιαμέσων διαταγμάτων σε τέτοιες περιπτώσεις καθορίστηκαν στην Παναγιώτου ανωτέρω και συνοπτικά είναι οι ακόλουθες:
  1. Η δήλωση που θα επακολουθήσει πρέπει να είναι αναμφίβολα δυσφημιστική. Τέτοιο διάταγμα εκδίδεται μόνο στις πιο έκδηλες περιπτώσεις και το δικαστήριο θα πρέπει να ικανοποιείται ότι αναπόφευκτα θα καταλήξει σε συμπέρασμα ότι ήταν δυσφημιστικό.
  2. Η προβαλλόμενη υπεράσπιση να είναι εκείνη της αλήθειας, εκτός αν το δικαστήριο πειστεί ότι η υπεράσπιση αυτή δεν μπορεί να επιτύχει.
  3. Όταν δεν υπάρχει άλλη υπεράσπιση που μπορεί να επιτύχει, για παράδειγμα προνομιούχος, εκτός εκεί που υπάρχει καθαρή, έκδηλη και απόλυτα ολοκληρωτική κακοπιστία εκ μέρους του εναγομένου, και
  4. Υπάρχει μαρτυρία ότι ο εναγόμενος προτίθεται να επαναλάβει τη δυσφήμηση. Στην βάση της προσκομισθείσης μαρτυρίας ως έχει αυτή διαγραφεί συμφωνώ με την εισήγηση της κας Κατσελλή πως καμιά εκ των πιο πάνω προϋποθέσεων που έθεσε η Παναγιώτου ανωτέρω δεν ικανοποιείται. Οι ισχυρισμοί των εναγόντων εν σχέσει με το κρινόμενο θέμα πέραν του ότι είναι γενικοί και αόριστοι στηρίζονται σε εξ υποθέσεως ανασφαλή συμπεράσματα. Όπως αναφέρει και η κα Κατσελλή στην αγόρευση της οι ενάγοντες θα έπρεπε αρχικά να αποδείξουν κατά λογική τάξη ότι οι ισχυριζόμενες αρχικές προφορικές δηλώσεις που αποδίδουν στον εναγόμενο όντως έγιναν από αυτόν, και ακολούθως ότι οι δηλώσεις αυτές ενδεχομένως να συνιστούν δυσφήμιση, με την έννοια και το εύρος που η νομολογία απαιτεί στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο. Περαιτέρω ότι ο δηλώσας απειλεί ότι θα επαναλάβει τις δυσφημιστικές του δηλώσεις. Δεν θα επαναλάβω όσα έχουν προκύψει από την γενική θεώρηση και συνεκτίμηση των εκατέρωθεν θέσεων όπως προέκυψαν από τις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις, ειδικά όμως ως προς το κρινόμενο, η υπεράσπιση του εναγομένου, για τους λόγους που διεξοδικά αναφέρει στην ένορκη του δήλωση, επί της οποίας δεν αντεξετάστηκε, είναι ότι δεν αποδέχεται και αρνείται όλα όσα του καταλογίζουν οι ενάγοντες ως προφορικές δυσφημιστικές δηλώσεις του. Περαιτέρω δίνει εξηγήσεις γιατί και δεν θα μπορούσε να αναφέρει όσα οι ενάγοντες του καταλογίζουν ότι είπε. Αν όσα οι ενάγοντες ισχυρίζονται ως προφορικές δηλώσεις του εναγομένου, συνιστούν ή όχι δυσφήμιση, και για το οποίο δεν αποφαίνομαι, δεν είναι αρκετό, αφού θα πρέπει πρώτα να αποδειχθεί ότι όντως ο εναγόμενος προέβηκε στις δηλώσεις αυτές. Στην υπόθεση Liverpool Household Stores Association v. Smith
(1888)37 Ch.D. 170, 180 ο Cotton L.J υποδεικνύοντας ακριβώς τη δυσκολία που ενυπάρχει σε τέτοιας φύσης και μορφής ενδιάμεσα διατάγματα υπέδειξε ότι πως μπορεί το δικαστήριο να κρίνει αν έγγραφα που ακόμα δεν υπάρχουν μπορεί να είναι δυσφημιστικά. Πόσω μάλλον όταν πρόκειται, όπως εδώ, για ισχυριζόμενες προφορικές δηλώσεις τις οποίες ο εναγόμενος αρνείται ότι τις έκαμε, δίνοντας, στο πλαίσιο τουλάχιστον της παρούσης διαδικασίας, εξηγήσεις και λόγους γιατί δεν ανέφερε ή δεν μπορούσε να αναφέρει όσα δυσφημιστικά του καταλογίζουν οι ενάγοντες. Ανεξάρτητα όμως από αυτό, η ομνύουσα με τα στοιχεία που έθεσε ενώπιον του δικαστηρίου, πέραν του ότι κρίνονται ως αντιφατικά και ανεπαρκή στηρίζονται σε υποθέσεις και συμπεράσματα επί ανεπαρκών και ασαφών στατιστικών αναλύσεων που δεν παρέχουν αλλά ούτε και συνιστούν ικανοποιητικό υλικό, έστω και στον περιορισμένο βαθμό που εξετάζονται στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας. Συνεκτιμούμενα τα πιο πάνω υπό το πρίσμα που τάσσει η νομολογία, για την ορατή πιθανότητας επιτυχίας, οδηγούν στη κατάληξη ότι δεν ικανοποιείται το κριτήριο αυτό. Η εξέταση του τρίτου κριτηρίου, στην απουσία ουσιαστικού και πραγματικού υποβάθρου εν όψει της αμέσως προηγουμένης κατάληξης, που να δικαιολογεί την εξέταση του παρέλκει, με την έννοια ότι εκ των πραγμάτων δεν ικανοποιείται. Ούτε και εγείρεται θέμα ως προς το ισοζύγιο της ευχέρειας το οποίο με κανένα τρόπο εν όψει των όσων έχουν αναφερθεί, δεν αποκλίνει υπέρ των εναγόντων. Η αίτηση για όλους τους πιο πάνω λόγους απορρίπτεται με έξοδα όπως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το δικαστήριο. Θα είναι καταβλητέα στο τέλος της υπόθεσης. (Υπ.) Ν. Γιαπανάς,Α.Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.