Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου ν. ASPIS HOLDINGS PUBLIC COMPANY LTD, Αρ. Aγωγής: 1664/10, 4/6/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:A211 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, Π.Ε.Δ. Αρ. Aγωγής: 1664/10 Μεταξύ: Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου εκ Λευκωσίας Εναγόντων Και ASPIS HOLDINGS PUBLIC COMPANY LTD, εκ Λευκωσίας Εναγομένων ------------------------------------------ Ημερομηνία: 4 Ιουνίου,
- Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες: κ. Α. Ρήγας για κ.κ. Άντης Τριανταφυλλίδης & Υιοί ΔΕΠΕ. Για την Εναγόμενη: κ. Λ. Διομήδους για κ.κ. Καλλής & Καλλής ΔΕΠΕ. A Π Ο Φ Α Σ Η ΕΙΣΑΓΩΓΗ Με την παρούσα αγωγή οι Ενάγοντες αξιώνουν από την Εναγόμενη τα εξής: (Α) Ποσό €100.000 οφειλόμενο από την Εναγόμενη προς τους Ενάγοντες ως αποτέλεσμα επιβολής διοικητικών κυρώσεων με βάση Απόφαση ημερ. 15/9/
- (Β) Ποσό €447.950 οφειλόμενο από την Εναγόμενη προς τους Ενάγοντες ως αποτέλεσμα επιβολής ημερήσιου διοικητικού προστίμου ύψους €850 που αντιστοιχεί για την περίοδο 19/9/2008 - 1/3/
- (Γ) Ποσό €850 ημερησίως από την ημέρα καταχώρησης της αγωγής μέχρι τη συμμόρφωση της Εναγόμενης. (Δ) Νόμιμο τόκο και έξοδα. ΕΓΓΡΑΦΕΣ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ Οι βασικοί ισχυρισμοί των Εναγόντων, όπως καταγράφονται στην Έκθεση Απαίτησής τους, έχουν ως εξής: § Οι Ενάγοντες αποτελούν οργανισμό δημοσίου δικαίου, ενώ η Εναγόμενη είναι δημόσια εταιρεία οι τίτλοι της οποίας είναι εισηγμένοι στο ΧΑΚ. § Οι Ενάγοντες με αίτημα συλλογής πληροφοριών ζήτησαν στοιχεία από την Εναγόμενη ως προς τον τρόπο εξόφλησης 1.750.000 μετοχών της Εταιρείας Laser Investment Group Plc τις οποίες η Εναγόμενη μεταβίβασε στην Εταιρεία Goumouti Plc στις 29/5/
- § Η Εναγόμενη παραβιάζοντας σχετικές πρόνοιες του περί της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς (Δομή, Αρμοδιότητες, Εξουσίες, Οργάνωση και άλλα συναφή θέματα) Νόμου Ν.64
(1)/2001 ως τροποποιήθηκε, παρέλειψε να προσκομίσει τα εν λόγω στοιχεία. § Οι Ενάγοντες σε συνεδρία τους στις 15/9/2008 αποφάσισαν την επιβολή διοικητικών κυρώσεων στην Εναγόμενη ύψους €100.000 λόγω της πιο πάνω παράβασης και ημερήσιο πρόστιμο ύψους €850 για κάθε μέρα συνέχισης της πιο πάνω παράβασης βάση της πιο πάνω νομοθεσίας. Η εν λόγω Απόφαση και το σχετικό τιμολόγιο υπ΄ αρ. 1419 κοινοποιήθηκε προς την Εναγόμενη με επιστολή των Εναγόντων ημερ. 19/9/
- Περαιτέρω οι Ενάγοντες με διπλοσυστημένη επιστολή των δικηγόρων τους ημερ. 24/9/2009 κάλεσαν την Εναγόμενη να προβεί σε πλήρη εξόφληση των οφειλών της εντός 10 ημερών από τη λήψη της επιστολής. Η εν λόγω επιστολή παραλήφθηκε από την Εναγόμενη στις 20/10/
- § Η Εναγόμενη παρέλειψε και/ή αρνήθηκε να καταβάλει το πιο πάνω ποσό καθιστώντας το εισπρακτέο δυνάμει της σχετικής νομοθεσίας. Στην Υπεράσπιση της Εναγομένης που καταχωρήθηκε εν πρώτοις προβλήθηκαν οι ακόλουθες δύο προδικαστικές Ενστάσεις: Ø Πρώτον ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας δεν έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την παρούσα υπόθεση αφού τα πρόστιμα της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς ως αυτή υφίστατο κατά τον ουσιώδη χρόνο σύμφωνα με το Ν.64
(1)/2001 εισπράττονται ως χρηματικές ποινές επιβαλλόμενες από το Δικαστήριο κατά την άσκηση της ποινικής του διαδικασίας και όχι με αστική αγωγή. Ø Δεύτερον ότι η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς παράνομα και χωρίς εξουσιοδότηση νόμου ήγειρε την παρούσα αγωγή εφόσον η Απόφαση για την επιβολή διοικητικού προστίμου, το οποίο αποτελεί το αντικείμενο της αγωγής, λήφθηκε στις 15/9/2008 κατά τη διάρκεια ισχύος του Ν.64
(1)/
- Δυνάμει δε του εν λόγω Νόμου, της καταχώρησης της αγωγής για είσπραξη του προστίμου έπρεπε να είχε προηγηθεί απόφαση της Ενάγουσας που θα δημοσιευόταν στην Επίσημη Εφημερίδα και η οποία δεν έχει δημοσιευτεί. Επιπλέον η Εναγόμενη ισχυρίζεται ότι πληροφορήθηκε το γεγονός ότι οι Ενάγοντες της επέβαλαν διοικητική κύρωση και περαιτέρω αναφέρει ότι με επιστολές της απάντησε στα θέματα που ήγειραν οι Ενάγοντες και/ή ότι εν πάση περιπτώσει δόθηκαν σχετικές απαντήσεις με την προσφυγή υπ΄αρ. 1835/2008 η οποία καταχωρήθηκε από την Εναγόμενη εναντίον των Εναγόντων. Τέλος, η Εναγόμενη απορρίπτει την αξίωση των Εναγόντων και ισχυρίζεται ότι κανένα ποσό δεν οφείλει. ΠΑΡΑΔΕΚΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ Η ακροαματική διαδικασία στην παρούσα υπόθεση υπήρξε σύντομη για το λόγο ότι περιορίστηκε στην εκ συμφώνου κατάθεση καταλόγου παραδεκτών γεγονότων (ΤΕΚΜΗΡΙΟ Α). Τα παραδεκτά γεγονότα, όπως περιέχονται στον εν λόγω Κατάλογο, έχουν ως ακολούθως:
- Οι ενάγοντες αποτελούν οργανισμό δημοσίου δικαίου ο οποίος λειτουργούσε κατά πάντα ουσιώδη χρόνο, δηλαδή κατά την ημερομηνία λήψεως της ατομικής διοικητικής πράξης και της κοινοποιήσεως αυτής ως αναφέρεται στις παραγράφους 5 και 6 κατωτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις του Περί της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς (Σύσταση και Αρμοδιότητες) Νόμου 64
(1)2001. Ο Ν. 64
(1)2001 καταργήθηκε με τον Ν. 73
(1)2009 ο οποίος τέθηκε σε ισχύ στις 10/7/
- Η εναγόμενη είναι δημόσια εταιρεία δεόντως εγγεγραμμένη στην Κύπρο σύμφωνα με τον Περί Εταιρειών Νόμο, Κεφ. 113, με αριθμό εγγραφής C 85806, οι τίτλοι της οποίας κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ήταν εισηγμένοι στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου.
- Οι ενάγοντες με αίτημα συλλογής πληροφοριών ζήτησαν στοιχεία από την εναγομένη ως προς τον τρόπο εξόφλησης 1.750.000 μετοχών της εταιρείας Laser Investment Group Pic τις οποίες η εναγόμενη μεταβίβασε στην εταιρεία Goumouti Pic κατά ή περί την 29/05/
- Η εναγομένη παραβιάζοντας τις πρόνοιες των άρθρων 33
(3),
(5),
(6)και 42 του Περί της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς (Δομή, αρμοδιότητες, εξουσίες, οργάνωση και άλλα συναφή θέματα) Νόμου Ν.64
(1)/2001, ως τροποποιήθηκε από τον Ν.73(Ι)/2009 («Νόμος της Κεφαλαιαγοράς») παρέλειψε να προσκομίσει τα εν λόγω στοιχεία. 5. Οι ενάγοντες σε συνεδρία τους κατά ή περί την 15 Σεπτεμβρίου 2008 αποφάσισαν την επιβολή διοικητικών κυρώσεων στην εναγόμενη ύψους €100.000 λόγω της πιο πάνω παράβασης και ημερήσιο πρόστιμο ύψους €850 για κάθε μέρα συνέχισης της πιο πάνω παράβασης, βάσει των άρθρων 33
(5),
(6)και 38 του Περί της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς (Δομή, αρμοδιότητες, εξουσίες, οργάνωση και άλλα συναφή θέματα) Νόμου Ν.64
(1)/2001, ως τροποποιήθηκε από τον Ν.73(Ι)/2009 («Νόμος της Κεφαλαιαγοράς»).
- Οι ενάγοντες κοινοποίησαν την εν λόγω απόφαση τους και το σχετικό τιμολόγιο υπ' αρ. 1419 προς την εναγόμενη με επιστολή τους ημερομηνίας 19 Σεπτεμβρίου
- Η εναγόμενη καταχώρησε την προσφυγή με αριθμό 1835/2008 προσβάλλοντας τη νομιμότητα της επίδικης απόφασης, ως περιγράφεται στην παράγραφο 5 ανωτέρω, η οποία την 4η Ιουνίου 2010 απορρίφθηκε επικυρώνοντας την προσβαλλόμενη απόφαση επιβολής του εν λόγω προστίμου.
- Περαιτέρω, οι ενάγοντες με διπλοσυστημένη επιστολή των δικηγόρων τους ημερομηνίας 24 Σεπτεμβρίου 2009 κάλεσαν την εναγόμενη όπως προβεί σε πλήρη εξόφληση των ανωτέρω οφειλών της εντός 10 ημερών από τη λήψη της επιστολής τους. Η εν λόγω επιστολή παραλήφθηκε από την εναγομένη στις 20 Οκτωβρίου
- Η εναγόμενη παρέλειψε και/ή αρνήθηκε και/ή αμέλησε να καταβάλει το πιο πάνω ποσό και/ή οποιοδήποτε μέρος τούτων προς τους ενάγοντες και/ή να εξοφλήσει το σχετικό τιμολόγιο και/ή οποιοδήποτε μέρος τούτου καθιστώντας το ποσό εισπρακτέο δυνάμει του άρθρου 39
(2)του Νόμου της Κεφαλαιαγοράς. ΕΞΕΤΑΣΗ ΕΓΕΡΘΕΝΤΩΝ ΖΗΤΗΜΑΤΩΝ Κατά την εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης αμφότεροι οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων αγόρευσαν υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις και εισηγήσεις τους. Όπως προέκυψε από τις προδικαστικές Ενστάσεις της Εναγόμενης η πλευρά της έχει προωθήσει τη θέση ότι στην προκειμένη περίπτωση θα έπρεπε να είχε τύχει εφαρμογής ο Νόμος Ν.64
(1)/2001 και όχι ο νέος Νόμος Ν.73
(1)/2009 ο οποίος κατήργησε τον πρώτο. Η σημασία της πιο πάνω εισήγησης έγκειται στο γεγονός ότι ο προηγούμενος Νόμος Ν.64
(1)/2001 καθόριζε στο εδάφιο
(2)του Άρθρου 41 αυτού ότι οι διοικητικές κυρώσεις που επιβάλλονταν εισπράττονταν ως χρηματικές ποινές επιβαλλόμενες από το Δικαστήριο κατά την άσκηση της ποινικής του δικαιοδοσίας. Με το νέο Νόμο Ν.73
(1)/2009 διαφοροποιήθηκε ο τρόπος είσπραξης και το ένδικο μέσο δια του οποίου δύναται να επιδιωχθεί η είσπραξη διοικητικού προστίμου που επιβάλλεται από τους Ενάγοντες εφόσον εδόθη δικαίωμα στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς να λαμβάνει δικαστικά μέτρα προς είσπραξη διοικητικών προστίμων ως αστικά χρέη. Ανοίγουμε εδώ μία παρένθεση για να επισημάνουμε ότι στις 10/7/2009 δημοσιεύτηκε ο Περί της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Νόμος Ν.73
(1)/2009 ο οποίος αντικατέστησε τον Ν.64
(1)/2001. Οι Ενάγοντες στις 4/3/2010, λόγω της μη καταβολής του διοικητικού προστίμου από την Εναγόμενη σε αυτούς, καταχώρησαν την παρούσα αγωγή. Θεωρώ ορθό το ότι οι Ενάγοντες προέκριναν την καταχώρηση αγωγής ενόψει του ότι στις 4/3/2010 που ήταν η ημερομηνία κατά την οποία προσέφυγαν στο Δικαστήριο επιδιώκοντας την είσπραξη του επίδικου διοικητικού προστίμου, ισχύον δίκαιο αποτελούσε και εξακολουθεί να αποτελεί ο νέος Νόμος Ν.73
(1)/2009 και όχι ο Ν.64
(1)/2001. Όπως είναι νομολογημένο το ισχύον δίκαιο προσδιορίζεται κατά το χρόνο προώθησης του δικονομικού διαβήματος.[1] Με βάση το Άρθρο 39
(2)(α) του Ν.73
(1)/2009 ρητά ορίζεται η αγωγή ως το ένδικο μέσο διά του οποίου δύναται να επιδιωχθεί η είσπραξη διοικητικού προστίμου επιβληθέντος από τους Ενάγοντες. Συγκεκριμένα το Άρθρο 39
(2)(α) διαλαμβάνει τα εξής: «
(2)Σε περίπτωση παράλειψης καταβολής διοικητικού προστίμου ή χρηματικής πληρωμής που καθορίζεται στα πλαίσια συμβιβασμού, η Επιτροπή δύναται - (α) Να λαμβάνει δικαστικά μέτρα προς είσπραξη του, οπότε το οφειλόμενο ποσό εισπράττεται ως αστικό χρέος.» Το γεγονός ότι στην προκειμένη περίπτωση η επίδικη διοικητική απόφαση λήφθηκε στις 15/9/2008 και κοινοποιήθηκε στους εναγόμενους στις 19/9/08, ημερομηνίες κατά τις οποίες ίσχυε ο προηγούμενος Νόμος ο οποίος καταργήθηκε, δεν επηρεάζει το δικαίωμα των Εναγόντων να επιδιώξουν την είσπραξη του επιβληθέντος διοικητικού προστίμου μέσω της δικαστικής διαδικασίας την οποία καθιερώνει ο νέος Νόμος Ν.73
(1)/2009. Οι λόγοι που δικαιολογούν την πιο πάνω πορεία είναι οι ακόλουθοι: Πρώτον το επίδικο διοικητικό πρόστιμο, ως ατομική διοικητική πράξη η οποία εκδόθηκε από τους Ενάγοντες εξακολουθεί να ισχύει εντός του υφιστάμενου νομικού πλαισίου που καθιερώνει ο νέος Νόμος ο Ν.73
(1)/2009, υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις που αυτό εξεδόθηκε. Όπως ρητά διαλαμβάνεται στο Άρθρο 59
(2)του Ν.73
(1)/2009: «
(2)Οι ατομικές διοικητικές πράξεις που εκδόθηκαν από την Επιτροπή συνεχίζουν να ισχύουν υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις που εκδόθηκαν, εκτός εάν τροποποιηθούν ή ανακληθούν από την Επιτροπή.» Δεύτερον, οι διατάξεις του Άρθρου 39
(2)(α) του Ν.73
(1)/2009 συνιστούν διατάξεις δικονομικής ή διαδικαστικής φύσης (procedural) εφόσον καθορίζουν το είδος του ένδικου μέσου δια του οποίου μπορεί να επιδιωχθεί η είσπραξη επιβληθέντος διοικητικού προστίμου. Ως τέτοιας φύσεως οι διατάξεις του Άρθρου 39
(2)(α) έχουν αναδρομική ισχύ, δηλαδή εφαρμόζονται και στις περιπτώσεις είσπραξης διοικητικού προστίμου το οποίο έχει επιβληθεί με βάση το Νόμο που ίσχυε προηγουμένως, δηλαδή το Ν.64
(1)/2001. Επισημαίνεται εδώ ότι η αναδρομική εφαρμογή των διατάξεων του Άρθρου 39
(2)(α) είναι εφικτή καθ΄ ην στιγμή ο νέος Νόμος Ν.73
(1)/2009 δεν προβλέπει το αντίθετο και ούτε φαίνεται να συντρέχει οιοσδήποτε λόγος για το αντίθετο. Όπως έχει νομολογηθεί διαδικαστικής φύσης νομοθετικές διατάξεις έχουν αναδρομική ισχύ εκτός αν προβλέπεται το αντίθετο ή συντρέχει λόγος για το αντίθετο.[2] Στο Σύγγραμμα Maxwell on Interpretation of Statutes, 12η έκδοση στη σελίδα 222 αναφέρονται τα εξής σχετικά με Νόμους που αφορούν τη Δικονομία: "Procedural Acts The presumption against retrospective construction has no application to enactments which affect only the procedure and practice of the courts. No person has a vested right in any course of procedure, but only the right of prosecution or defence in the manner prescribed for the time being, by or for the court in which he sues, and if an Act of Parliament alter that mode of procedure, he can only proceed according to the altered mode. Alterations in the form of procedure are always retrospective, unless there is some good reason or other why they should not be.".[3] Όπως τονίσθηκε στην υπόθεση P. Georghiou (Catering) Ltd v. Δημοκρατίας κ.α.
(1996)3 Α.Α.Δ. 323 αλλαγές στον τύπο της διαδικασίας έχουν πάντοτε αναδρομική ισχύ εκτός εάν υφίσταται καλός λόγος περί του αντιθέτου. Στην πιο πάνω υπόθεση έγινε αναφορά με επιδοκιμασία στο ακόλουθο απόσπασμα από την αγγλική υπόθεση Gardner v. Lucas
(1878)3 App.Cas.582 στη σελ. 603: "Αlterations in the form are always retrospective, unless there is some good reason or other why they should not be." Έχοντας καταλήξει ότι ορθώς οι Ενάγοντες επέλεξαν την καταχώρηση αγωγής ως το ένδικο μέσο για να επιδιώξουν την είσπραξη του διοικητικού προστίμου που έχουν επιβάλει στην Εναγόμενη οι προδικαστικές Ενστάσεις της Εναγόμενης περί αναρμοδιότητας ή έλλειψης δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου να επιληφθεί της παρούσας υπόθεσης ή παράβασης από τους Ενάγοντες του Ν.64(Ι)/2001, δεν ευσταθούν. Έχοντας δε κατά νου ως πραγματικό υπόβαθρο τα παραδεκτά γεγονότα, όπως αυτά έχουν εκτεθεί ανωτέρω και συνιστούν, συνεπακόλουθα, και τα ευρήματα του Δικαστηρίου, καταλήγω ότι έχει αποδειχθεί η αξίωση των Εναγόντων. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Ως αποτέλεσμα η Αγωγή επιτυγχάνει και εκδίδεται απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εναντίον της Εναγόμενης ως η παρα. (Α), (Β) και (Γ) της αξίωσης με νόμιμο τόκο από τις 4/3/10 ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής μέχρι εξοφλήσεως.[4] Όσον αφορά τα έξοδα δεν βρίσκουμε κανένα λόγο για να παρεκκλίνουμε από το γενικό κανόνα ότι τα έξοδα της διαδικασίας ακολουθούν το αποτέλεσμα, εκτός αν υπάρχει καλός λόγος για έκδοση διαφορετικής διαταγής και, συνεπώς, οι Ενάγοντες δικαιούνται στα έξοδά τους. Κατά συνέπεια τα έξοδα της παρούσας αγωγής, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται σε βάρος της Εναγόμενης και υπέρ των Εναγόντων. (Υπ.) ...................... Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο, Πρωτοκολλητής /κβπ [1] Δέστε Ανδρέας Δημητρίου, άλλως Ανδρέας Δημητρίου Στυλιανού ν. Αικατερίνη Δημητρίου, Έφεση αρ. 23/2010, ημερ. 8/5/12. [2] Δέστε Ευπραξία Πετρώνδα ν. ΚΔ μέσω ΕΔΥ
(2005)3 Α.Α.Δ. 293. [3] Δέστε Datamedia A.E. v. K.S.N. (Business Aids) Ltd
(1990)1 A.A.Δ. 13. [4] Δέστε Άρθρο 33
(2)του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60ως ετροποποιήθη μεταγενέστερα όπου διαλαμβάνεται ότι κάθε δικαστική απόφαση φέρει τόκο προς 8% ετησίως από την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής εκτός αν συντρέχουν λόγοι που εξειδικεύονται στην επιφύλαξη της εν λόγω διάταξης. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο