← Κύπρος

Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. LJC INVESTICO LTD, (πρώην Louis Clappas Investment Services Ltd), Αρ. Αγωγής: 4255/2012, 10/6/2013

Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. LJC INVESTICO LTD, (πρώην Louis Clappas Investment Services Ltd), Αρ. Αγωγής: 4255/2012, 10/6/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:A221 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Σολομωνίδη, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4255/2012 Μεταξύ: Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Εναγόντων Και

  1. LJC INVESTICO LTD, (πρώην Louis Clappas Investment Services Ltd)
  2. Μύρνας Λ. Κλάππα
  3. Λούη Κλάππα Εναγομένων Ημερομηνία: 10 Ιουνίου,
  4. Αίτηση διά κλήσεως ημερ. 7.12.12 για ακύρωση και/ή παραμερισμό της απόφασης ημερ. 2.10.12 εναντίον των Εναγομένων 1 και 3 που εκδόθηκε ερήμην αυτών λόγω παράλειψης καταχώρισης Σημειώματος Εμφάνισης ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους Εναγόμενους 1 και 3/Αιτητές: κα Δ. Λαδά για Γ. & Α. Λαδάς Δ.Ε.Π.Ε. Για την Ενάγουσα/Καθ' ής η Αίτηση: κα Μ. Χούρη για Χρυσαφίνης και Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στόχος της παρούσας αίτησης είναι ο παραμερισμός και/ή η ακύρωση της δικαστικής απόφασης που εκδόθηκε στις 2.10.12 εναντίον του Εναγομένων 1 και 3 λόγω παράλειψης τους να καταχωρίσουν Σημείωμα Εμφάνισης στην παρούσα αγωγή. H αίτηση εδράζεται βασικά επί των προνοιών της Δ.17, θ.10 και Δ.48, θ.θ. 2-4 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και στην πρακτική και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Το πραγματικό υπόβαθρο της παρούσας αίτησης αποτελούν δύο ένορκες δηλώσεις. Η ένορκη δήλωση του Στέλιου Ασπρόφτα και αυτή του Λούη Ι. Κλάππα οι οποίες συνοδεύουν την αίτηση, ημερ. 7.12.
  5. Παραθέτω αυτούσια το περιεχόμενο των δύο ενόρκων δηλώσεων, αρχίζοντας με την ένορκη δήλωση Ασπρόφτα: «
  6. Είμαι δικηγόρος συνεργάτης στην Γ. & Α. Λαδάς Δ.Ε.Π.Ε δικηγόρων των εναγόμενων - αιτητών, γνωρίζω τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης από τον φάκελο της υπόθεσης και είμαι δεόντως εξουσιοδοτημένος να προβώ στην παρούσα ένορκο δήλωση.
  7. Οι Ενάγοντες-Καθ' ών η Αίτηση καταχώρισαν την αγωγή 4255/2012 εναντίον των Εναγομένων την 26.6.2012, η οποία επιδόθηκε στους Εναγόμενους την 4.7.
  8. Οι Εναγόμενοι-Αιτητές αμέσως επικοινώνησαν με εμένα αναφορικά με την πιο πάνω αγωγή και εγώ τους έδωσα τους Τύπους Διορισμού Δικηγόρου για να υπογραφούν.
  9. Οι Εναγόμενοι-Αιτητές επέστρεψαν τους υπογεγραμμένους Τύπους Διορισμού Δικηγόρου κατά ή περί τις αρχές Σεπτεμβρίου.
  10. Κατά την περίοδο 20.8.2012 - 10.9.2012 απουσίαζα σε διακοπές με την οικογένεια μου, και ως εκ τούτου το προσωπικό του γραφείου τοποθέτησε τα έγγραφα αυτά στο γραφείο μου γνωρίζοντας ότι εγώ χειριζόμουν την υπόθεση.
  11. Κατά την επιστροφή μου από τις διακοπές εκ παραδρομής δεν πρόσεξα τα έγγραφα.
  12. Kατά ή περί την 14.10.2012 δέχθηκα τηλεφώνημα από τον Εναγόμενο 3 για την υπόθεση αυτή, και έτσι περιήλθαν στην προσοχή μου τα έγγραφα διορισμού δικηγόρου.
  13. Με επιστολή του γραφείου μας ημερομηνίας 15.10.2012 που στάληκε αυθημερόν με τηλεομοιότυπο στον αριθμό 22678011 ενημέρωσαν τους δικηγόρους των Εναγόντων-Καθ'ων η Αίτηση ότι θα καταχωριστεί σημείωμα εμφάνισης εντός των προσεχών ημερών. Η εν λόγω επιστολή, και έκθεση μετάδοσης τηλεομοιοτύπου επισυνάπτεται σαν Τεκμήριο ΣΑΑ.
  14. Οι Εναγόμενοι-Αιτητές καταχώρισαν σημείωμα εμφάνισης την 23.10.2012, το οποίο έγινε δεκτό από το Πρωτοκολλητείο, και αντίγραφο του οποίου έβαλα στην θυρίδα των δικηγόρων των Εναγόντων-Καθ'ων η Αίτηση αυθημερόν.
  15. Την 22.11.2012 λάβαμε επιστολή των δικηγόρων των Εναγόντων-Καθ'ων η Αίτηση μέσω της δικαστικής θυρίδας μας, με ημερομηνία 13.11.2012, με την οποία μας ενημέρωναν ότι είχαν εκδώσει απόφαση εναντίον των Εναγομένων 1 και 3 στις 2.10.
  16. Η εν λόγω επιστολή επισυνάπτεται σαν Τεκμήριο ΣΑΑ2
  17. Την 26.11.2012 ζητήσαμε να επιθεωρήσουμε τον φάκελο της υπόθεσης, αλλά μας δηλώθηκε ότι είχε σταλεί στην αποθήκη, από όπου έπρεπε να τον ζητήσουν, και ότι η επιθεώρηση θα μπορούσε να γίνει την επομένη. Την 27.11.2012, όπως και σήμερα, μας αναφέρθηκε ότι δεν είχε βρεθεί ο φάκελος. Κατόπιν τούτου, αποφασίσθηκε η καταχώριση της παρούσας αίτησης για να μη υπάρχει άλλη καθυστέρηση.
  18. Μόλις έλαβαν γνώση της έκδοσης της απόφασης ημερομηνίας 2.10.2012 οι Εναγόμενοι προχώρησαν άμεσα στα αναγκαία διαβήματα για να επανανοίξουν την υπόθεση.
  19. Ειλικρινά πιστεύω ότι η έκδοση του αιτουμένου διατάγματος είναι αναγκαία για την πλήρη απονομή δικαιοσύνης στην παρούσα υπόθεση, ενώ παράλληλα καθόλου δεν επηρεάζει τα δικαιώματα των Εναγόντων-Καθ' ων η Αίτηση.» Παραθέτω επίσης αυτούσια το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του Λ. Κλάππα στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: «
  20. Είμαι ο Εναγόμενος 3 και ο διευθυντής της Εναγομένης 1 και είμαι δεόντως εξουσιοδοτημένος να προβώ στην παρούσα ένορκο δήλωση.
  21. Έχω αναγνώσει την ένορκη δήλωση του κ. Στέλιου Ασπρόφτα που συνοδεύει την παρούσα αίτηση και επιβεβαιώνω σαν ορθά τα γεγονότα που αναφέρονται στις παραγράφους 2, 3 και 4 αυτής.
  22. Το επίδικο δάνειο συνάφθηκε το 1996 και είχε τετραετή διάρκεια. Κατά την περίοδο εκείνη (και μέχρι πρόσφατα) η Εναγόμενη 1 ονομαζόταν "Louis Clappas Investment Services Limited" και ασχολείτο με την παροχή χρηματιστηριακών υπηρεσιών. Μεταξύ των ετών 1997 και 2001, το Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου (ΧΑΚ) γνώρισε μια μεγάλη και απότομη άνοδο και μετά μια εξ ίσου μεγάλη και απότομη πτώση. Εγώ τότε ήμουν Πρόεδρος του Συνδέσμου των Μελών του Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου.
  23. Κατά ή περί τον Σεπτέμβριο, 1998, ενεργώντας με την πιο πάνω ιδιότητα μου, ήλθα σε συμφωνία με την Ενάγουσα όπως, με σκοπό την διευκόλυνση της εκκαθαρίσεως των συναλλαγών των Μελών του Χρηματιστηρίου (Χρηματιστηριακών Γραφείων), όλα τα Χρηματιστηριακά Γραφεία ανοίξουν ένα ειδικό λογαριασμό με την ενάγουσα, δια μέσω του οποίου θα πραγματοποιείτο η ημερήσια εκκαθάριση των χρηματιστηριακών συναλλαγών, που, κατά την περίοδο εκείνη ανέρχονταν σε πολλές δεκάδες εκατομμύρια λίρες Κύπρου ημερησίως.
  24. Σε αντάλλαγμα, η Ενάγουσα συμφώνησε όπως όλα τα εμπλεκόμενα Μέλη του Χρηματιστηρίου τύχουν ευνοϊκώτερης από την συνήθη μεταχείρισης αναφορικά με τις τραπεζικές χρεώσεις και ιδιαίτερα αναφορικά με την αξιολόγηση των ημερομηνιών αξιών (value dates) των καταθέσεων. Δηλαδή, τις ημερομηνίες κατά τις οποίες μια κατάθεση ή μια χρέωση θα εθεωρείτο ότι είχε πιστωθεί ή χρεωθεί στο λογαριασμό μας, και κατ' ακολουθίαν θα πιστώνεται ή χρεώνεται ο ανάλογος τόκος. Λαμβανομένου υπόψη των τεράστιων ποσών που διακινούνταν καθημερινά, η συμφωνηθείσα ευνοϊκώτερη από την συνήθη μεταχείριση αναφορικά με τις ημερομηνίες αξιών απόφερε σημαντικό όφελος στους κατόχους των ειδικών αυτών λογαριασμών. Επίσης, η συμφωνία πρόβλεπε χαμηλώτερες προμήθειες για εγγυητικές επιστολές και ειδική μεταχείριση για υπερβάσεις/όρια.
  25. Επισυνάπτω, σαν Τεκμήριο ΛΙΚ1 αντίγραφο επιστολής της Ενάγουσας ημερομηνίας 21.9.1998, στην οποία δίδονται κάποιες διευκρινίσεις σχετικά με παρουσίαση που μας είχε κάμει η Ενάγουσα για τις πρόνοιες της συμφωνίας.
  26. Όπως η Ενάγουσα αναφέρει (βλ. παράγραφο 3 της έκθεσης απαίτησης), το επίδικο δάνειο και/ή πιστωτικές διευκολύνσεις αφορούσε τον λογαριασμό πελατών της Εναγομένης 1 (ο επίδικος λογαριασμός), μέσω του οποίου, πέραν άλλων πράξεων, η μεν Εναγόμενη 1 διενεργούσε πληρωμές που αφορούσαν αγοραπωλησίες μετοχών των πελατών της, οι δε πελάτες της διενεργούσαν καταθέσεις ποσών που προέκυπταν από εντολές τους για αγορά μετοχών που διαβίβαζαν προς εκτέλεση στην Εναγόμενη
  27. Η Ενάγουσα ουδέποτε εφάρμοσε την πιο πάνω συμφωνία αναφορικά με τον επίδικο λογαριασμό, με αποτέλεσμα ο επίδικος λογαριασμός να χρεωθεί με ουσιαστικά περισσότερα ποσά. Δεν μπορώ να υπολογίσω το ακριβές ποσό των υπερχρεώσεων, που έχουν χρεωθεί οι λογαριασμοί της Εναγομένης, ούτε μου είναι εύκολο, λόγω και άγνοιας μου του Τραπεζικού λογισμικού συστήματος, αλλά και έλλειψης σημαντικών στοιχείων, όπως του τρόπου υπολογισμού των ημερομηνιών αξιών (value dates) που ακολουθούσε η ενάγουσα αναφορικά με επιταγές της ιδίας, επιταγές άλλων τραπεζών, άλλων πόλεων, εκτός Λευκωσίας, επιταγές συνεργατικών ιδρυμάτων, κλπ. Όμως, από ένα (ελλιπή) υπολογισμό που έχω κάμει με βάση τα περιορισμένα στοιχεία που έχω στην διάθεση μου το ποσό αυτό ανέρχεται σε πέραν των Κ£150,000 τουλάχιστον.
  28. Περαιτέρω, ο λογαριασμός αυτός ως και άλλοι συνδεδεμένοι λογαριασμοί έχουν χρεωθεί με υπερβολικούς τόκους και/ή τέλη και/ή δικαιώματα κατά παράβαση της ισχύουσας νομοθεσίας.
  29. Παρά τις οχλήσεις μου, η Ενάγουσα δεν μου έδωσε τα εν λόγω στοιχεία, ούτε εφάρμοσε την συμφωνία. Επισυνάπτω, σαν Τεκμήριο ΛΙΚ2, αντίγραφο επιστολής μου προς την Ενάγουσα ημερομηνίας 2.4.2002, όπου, μεταξύ άλλων, εγείρω ζητήματα επιτοκίων, value dates και χρεώσεων λόγω υπερβάσεων.
  30. Κατά την περίοδο 2002 - 2009, προσέφερα στην Ενάγουσα διάφορες υπηρεσίες για τις οποίες η Ενάγουσα αναγνώρισε ότι δικαιούμουν αμοιβής. Οι υπηρεσίες αυτές, μεταξύ άλλων, αφορούσαν, (α) χρηματοδότηση της ανάληψης πλειοψηφικού συμφέροντος σε μεγάλη Κυπριακή εταιρεία με ποσό πέραν των Κ£10 εκατομμυρίων, και (β) την διευθέτηση διαφοράς μεταξύ της Ενάγουσας και τρίτων, που είχε σαν αποτέλεσμα την αποπληρωμή στην ενάγουσα από μακρού υφισταμένων χρεών.
  31. Η στην παράγραφο 11 ανωτέρω αναφερόμενη υπεράσπιση εγέρθηκε στην αγωγή ΕΔΛ αρ. 1535/10 μεταξύ των ιδίων διαδίκων, που αφορά άλλο, μικρότερο, δάνειο και/ή πιστωτικές διευκολύνσεις που συνάφθηκαν μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγομένης 1 κατά την ίδια πιο πάνω περίοδο. Η εν λόγω αγωγή εκκρεμεί ενώπιον του Δικαστηρίου.
  32. Κατά καιρούς, διεξάγονταν διαπραγματεύσεις μεταξύ της Ενάγουσας και εμένα για την διευθέτηση όλων των μεταξύ μας διαφορών, όμως χωρίς αποτέλεσμα.
  33. Επισυνάπτω, σαν Τεκμήριο ΛΙΚ3, αντίγραφο επιστολής της Ενάγουσας ημερομηνίας 19.7.2006 προς την Εναγόμενη 1, όπου αναφέρεται ότι οι υποχρεώσεις της προς την Ενάγουσα δυνάμει του επίδικου στην παρούσα αγωγή λογαριασμού και αυτού στην αγωγή 1535/10, θα θεωρούνται εξοφλημένες αν καταβάλλετο ποσό Κ£620.000 μέχρι 30.9.
  34. Δεν αποδεχθήκαμε το ποσό αυτό, διότι θεωρήσαμε ότι ήταν κατά πολύ υψηλώτερο από αυτό που οφείλαμε, αν οφείλαμε, στην Ενάγουσα. Κατά τον Ιούλιο, 2006, το σύνολο των οφειλών μας προς την Ενάγουσα δυνάμει των δύο δανείων που αναφέρονται στο Τεκυήοιο ΛΙΚ3 υπερέβαινε τις Κ£724.
  35. Επισυνάπτω, σαν Τεκμήρια ΛΙΚ4 και ΛΙΚ5, σχετικά αντίγραφα καταστάσεων λογαριασμού.
  36. Όπως με συμβουλεύει ο δικηγόρος μου κ. Ανδρέας Λαδάς, τα πιο πάνω γεγονότα, αν αποδειχθούν ενώπιον του Δικαστηρίου, συνιστούν καλή υπεράσπιση στις αξιώσεις της Ενάγουσας, η δε έκδοση του αιτουμένου διατάγματος είναι αναγκαία για την πλήρη απονομή δικαιοσύνης στην παρούσα υπόθεση, ενώ παράλληλα καθόλου δεν επηρεάζει τα δικαιώματα της Ενάγουσας- Καθ'ης η αίτηση.» Η αίτηση αντιμετώπισε την ένσταση της άλλης πλευράς η οποία στηρίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.4, Δ.5 θ.2, Δ.17, θ.θ.4 και 10, Δ.21, θ.θ.1 και 2, Δ.26 θ.θ.2, 10 και 19, Δ.39, Δ.40, θ.11, Δ.48, θ.θ. 1, 2, 3, 4, 8 και 9, στον περί Δικαστηρίων Νόμο (Ν.14/60), στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου καθώς και στο περιεχόμενο του φακέλου του Δικαστηρίου. Παραθέτω αυτούσιους τους λόγους ένστασης: «(α) Οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί και συγκεκριμένα η αμέλεια ή παράλειψη των εναγομένων και/ή του δικηγόρου τους δεν μπορεί να αποτελέσει λόγο παράκαμψης της προθεσμίας καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης. Οι εναγόμενοι επέδειξαν αδιαφορία για την αγωγή εναντίον τους, συνεπώς και η παρούσα αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. (β) Οι ισχυρισμοί που προβάλλουν οι εναγόμενοι και ειδικότερα οι ισχυρισμοί οι περιεχόμενοι στην ένορκη δήλωση του εναγομένου 3 δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη στο παρόν στάδιο. Οι εναγόμενοι όφειλαν να καταχωρήσουν έγκαιρα Σημείωμα Εμφάνισης και στην συνέχεια Υπεράσπιση, εάν ήθελαν να προβάλουν τους εν λόγω ισχυρισμούς τους. (γ) Στη συγκεκριμένη υπόθεση υπάρχει υπέρμετρη καθυστέρηση (latches) στην καταχώρηση της παρούσης αιτήσεως, εφόσον δεν τηρήθηκαν τα χρονοδιαγράμματα τα οποία προνοούν οι περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμοί. (δ) Οι αιτητές δεν έχουν καταδείξει οποιοδήποτε σοβαρό και εύλογο λόγο που να δικαιολογεί την καθυστέρηση στην καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης. (ε) Η καταχώρηση της παρούσας αίτησης προσλαμβάνει τη μορφή περιφρόνησης του Δικαστηρίου, των δικαιωμάτων του αντιδίκου και συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας (abuse of the process of the Court), εφόσον οι αιτητές επέδειξαν μεγάλη αδιαφορία για την παρούσα αγωγή. (στ) Το Σημείωμα Εμφάνισης το οποίο ισχυρίζονται οι εναγόμενο ότι καταχώρησαν στις 23.10.12 έχει καταχωρηθεί εκπρόθεσμα και ως εκ τούτου δεν πρέπει να ληφθεί υπόψη από το Σεβαστό Δικαστήριο. (ζ) Οι ενάγοντες/καθ' ων η αίτηση ακολούθησαν πάντοτε την ορθή και/ή ενδεδειγμένη διαδικασία, και επέδωσαν την αγωγή σύμφωνα με τους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς, και ειδικότερα την Δ.5 Θ.2, νομότυπα και απόλυτα ορθά. (η) Οι αιτητές δεν έδωσαν οποιοδήποτε ικανοποιητικό λόγο που να εξηγεί και/ή να δικαιολογεί την μη καταχώρηση του σημειώματος εμφάνισης. (θ) Οι αιτητές απέτυχαν να επιδείξουν πως έχουν εκ πρώτης όψεως καλόπιστη υπεράσπιση και/ή συζητήσιμη υπεράσπιση. (ι) Εν πάση περίπτωση οι ισχυρισμοί των αιτητών στην προβαλλόμενη υπεράσπιση είναι αόριστοι και/ή αντικρουόμενοι. (κ) Η παρούσα αίτηση είναι παράτυπη και/ή ανεπίτρεπτη και/ή αντίθετη των Διαδικαστικών Κανονισμών και της πρακτικής του Δικαστηρίου. (λ) Οι αιτητές βασίζουν την αίτηση τους μεταξύ άλλων και σε λανθασμένους θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας. (μ) Οι αιτητές δεν παρουσιάζουν σοβαρούς και/ή επαρκείς λόγους που να δικαιολογούν το αιτητικό. (ν) Η παρούσα αίτηση αποτελεί προσπάθεια των αιτητών να δικαιολογήσουν την έλλειψη ενδιαφέροντος των υποχρεώσεων τους προς τους ενάγοντες/καθ' ων η αίτηση. (ξ) Η ακύρωση και/ή παραμερισμός της εκδοθείσας απόφασης θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στους ενάγοντες/καθ' ων η αίτηση, παρεμποδίζοντας τους από το να εισπράξουν το λαβείν τους από την προς όφελος τους εκδοθείσας απόφασης. (ο) Η αιτούμενη ακύρωση και/ή παραμερισμός της απόφασης θα είχε ως μοναδικό σκοπό να πλήξει την απονομή της δικαιοσύνης και/ή δεν θα ήταν ορθό και δίκαιο να δοθεί υπό τις περιστάσεις.» Η ειδοποίηση ένστασης συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Πολύδωρου Πολυδώρου ημερ. 14.2.
  37. Στην εν λόγω ένορκη δήλωση επαναλαμβάνονται και αναπτύσσονται οι λόγοι ένστασης. Κατά την ακροαματική διαδικασία της αίτησης οι συνήγοροι περιορίστηκαν στις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις και οι ενόρκως δηλούντες δεν αντεξετάστηκαν. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι με γραπτές αγορεύσεις υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους παραπέμποντας σε σχετική επί του θέματος νομολογία. Ουσιαστικά συζητήθηκαν δύο θέματα:
  38. Δεδομένου ότι η απόφαση που εκδόθηκε ήταν νομότυπη, η ύπαρξη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης.
  39. Η αιτία της παράλειψης των Εναγομένων 1 και 3 να καταχωρίσουν Σημείωμα Εμφάνισης και η εξήγηση για το χρόνο που παρήλθε ως την υποβολή της αίτησης για παραμερισμό. ΄Οπως έχω ήδη αναφέρει η αίτηση στηρίζεται ουσιαστικά στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.17, θ.10, και στοχεύει να επιτύχει σαν θεραπεία τον παραμερισμό της εκδοθείσας ήδη απόφασης όπως προβλέπεται στη Δ.17, θ.
  40. Η Διαταγή 17 ασχολείται με περιπτώσεις παράλειψης καταχώρισης εμφάνισης και ο θεσμός 10 δίδει την εξουσία παραμερισμού σε κατάλληλη περίπτωση, απόφασης η οποία είχε εκδοθεί σύμφωνα με τις πρόνοιες της διαταγής αυτής, υπό οποιουσδήποτε όρους ήθελαν κριθεί δίκαιοι. Παρόμοια εξουσία παρέχει στο Δικαστήριο και η Δ.26, θ. 14 (βλ. Χρυσάνθου κ.ά. v. Mariala Construc­tion Ltd,

(1996)1(Β) ΑΑΔ 1129). Επομένως, κατά την εξέταση της αίτησης μπορώ να αντλήσω καθοδήγηση και από τις αυθεντίες που βασίζονται στην πρόνοια αυτή. Η νομολογία μας αναγνωρίζει δύο περιπτώσεις στις οποίες μια απόφαση μπορεί να παραμεριστεί. Η πρώτη περίπτωση αφορά σε αντικανονικότητα στη διαδικασία που οδήγησε στην έκδοση της απόφασης στην αγωγή. Η δεύτερη περίπτωση είναι αυτή κατά την οποία η διαδικασία ήταν κανονική και ορθά είχε εκδοθεί η απόφαση αλλά ο εναγόμενος είτε λόγω αβλεψίας ή λόγω παραλείψεως του δεν καταχώρισε εμφάνιση στην αγωγή με αποτέλεσμα να εκδοθεί απόφαση εναντίον του. Στη δεύτερη αυτή περίπτωση, όπου η έκδοση της απόφασης έγινε κανονικά και νομότυπα, ο παραμερισμός της απόφασης βρίσκεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Είναι γνωστές οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου κατά την εξέταση της δεύτερης περίπτωσης ανωτέρω. Οι αρχές αυτές αναφέρονται σε σωρεία αποφάσεων τόσο κυπριακών όσο και αγγλικών. Η κλασσική απόφαση επί του σημείου τούτου είναι η Evans v. Bartlam
(1937)2 All E.R. 646 ή
(1937)A.C. 473. Η απόφαση αυτή υιοθετήθηκε στην υπόθεση Ioannis Kotsapas & Sons Ltd v. Titan Constructions & Engineering Company
(1961)C.L.R. 317. Στην τελευταία αυτή υπόθεση αναφέρθηκε ότι οι κυπριακοί δικονομικοί Κανόνες (Δ.26, θ.14) είναι ουσιωδώς όμοιοι με τους αντίστοιχους αγγλικούς δικονομικούς Κανόνες (Δ.27, θ.15) των παλαιών αγγλικών δικονομικών Κανόνων και υιοθετήθηκε από το Εφετείο πλήρως η πιο πάνω αγγλική απόφαση, η οποία κατ' επανάληψη ακολουθήθηκε σε αριθμό υποθέσεων τόσο στην Αγγλία όσο και στην Κύπρο, ως καθοδηγητική επί του θέματος αυτού, δηλαδή όπου εγείρεται θέμα ακύρωσης δικαστικής απόφασης ληφθείσας ερήμην του εναγομένου (βλ. Christophorou ν. Kyriakoulli
(1963)2 C.L.R. 159). Στην αγγλική αυτή υπόθεση αναφέρεται ότι η αίτηση για παραμερισμό αποφάσεως είναι θέμα το οποίο εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και πρωταρχικής σημασίας είναι το κατά πόσο ο αιτητής έχει πράγματι καλή υπεράσπιση. Βέβαια εγείρεται και το θέμα του να πείσει ο αιτητής το Δικαστήριο ότι υπάρχει πράγματι σοβαρός και εύλογος λόγος γιατί δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο και άφησε να εκδοθεί απόφαση εναντίον του. Η αρχή, όπως λέχθηκε στην υπόθεση εκείνη, είναι ότι το Δικαστήριο εκτός αν και μέχρι να εκδώσει απόφαση επί της ουσίας της υπόθεσης ή τη συνεναίσει των δύο πλευρών, έχει τη δυνατότητα και την ευχέρεια να παραμερίσει την απόφαση του. Η απόφαση στην πιο πάνω υπόθεση, έθεσε ιδιαίτερη βαρύτητα στην ύπαρξη υπεράσπισης στην υπόθεση, αλλά λέχθηκε επίσης ότι το δεν πρέπει να προχωρήσει ως θα έπραττε αν εκδίκαζε την υπόθεση και να αποφασίσει, ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει υπεράσπιση. Το βάρος είναι σίγουρα πάνω στον αιτητή, όχι όμως για να αποδείξει την υπεράσπιση, αλλά απλώς για να δείξει στο Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση πάνω στην ουσία της υπόθεσης. Aυτό είναι αρκετό για να παραμεριστεί η απόφαση και να επανεκδικαστεί η υπόθεση ενώπιον του Δικαστηρίου επί της ουσίας. Σχετικό με το βάρος της απόδειξης ότι ο αιτητής έχει, καλή υπεράσπιση πάνω στην ουσία της υπόθεσης, είναι το ακόλουθο απόσπασμα του Lord Wright από την Evans ν. Bartlam (πιο πάνω) στη σελίδα 489, που υιοθετήθηκε και αναφέρεται στη σελίδα 322 της Ioannis Kotsapas & Sons Ltd v. Titan Con­struction & Engineering Company (πιο πάνω): "The appellant here has an explanation, the truth of which is indeed denied by the respodent, but at this stage I see no reason why he should be disbelieved on what appears to me to be a mere conflict on affidavits". To Εφετείο στην υπόθεση Ioannis Kotsapas & Sons Ltd v. Titan Construction & Engineering Company (πιο πάνω) επικύρωσε την απόφαση του Πρωτόδικου Δικαστηρίου να παραμερίσει την απόφαση υπό όρους και στη σελίδα 323 κατέληξε ως εξής: "The question before us is whether any reason exists for holding that the judge exercised his discretion other­wise than rightly. Having read and considered the evidence and correspodence in the case, we find that no ground is shown to justify interference with the Judge's discretion, and we think that the appeal should be dis­missed with costs". Από το πιο πάνω απόσπασμα εμφαίνεται ότι τόσο το πρωτόδικο Δικαστήριο, όσο και το Εφετείο στην κατάληξη τους κατά πόσο ο αιτητής είχε καλή υπεράσπιση, έλαβαν υπόψη μαρτυρία μόνο υπό μορφή ενόρκων δηλώσεων και άλλη έγγραφη μαρτυρία, υιοθετώντας το πιο πάνω απόσπασμα του Lord Wright στην υπόθεση Evans v. Bartlam (πιο πάνω). Στην υπόθεση Mine & Quarry Ser. Ltd v. Γεωργίου,
(1993)1 ΑΑΔ 26 τo Εφετείο εξέτασε αίτηση για παραμερισμό απόφασης η οποία έγιvε δεκτή και από το Εφετείο. Στη σελίδα 28 αναφέρονται τα εξής: "Σε τέτοια ζητήματα, όπως ορθά διαπίστωσε ο πρωτόδικος δικαστής, η εξουσία του Δικαστή έχει διακριτικό χαρακτήρα. Η γενική αρχή του δικαίου είvαι ότι για να ανοίξει, εκ νέου η υπόθεση, μετά τη λήψη απόφασης, ο αιτητής οφείλει να πείσει πως έχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση στην προβαλλόμενη εναντίον του απαίτηση. Όπως εξήγησε ο δικαστής Sir Robert Megarry στη Land Securities P.L.C., ανωτέρω, πρέπει να προκύπτει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση χωρίς να προχωρεί κανείς σε αξιολόγηση οποιασδήποτε μαρτυρίας που προσάγεται για σκοπούς αντίκρουσης. Γι' αυτό άλλωστε, συνεχίζει, ο δικαστής Diplock στη Sidnell v. Wilson
(1966)2 Q.B. 67, συνδέει το δικαίωμα με την ύπαρξη καλή τη πίστη συζητήσιμης υπόθεσης". ΄Οπως συνάγεται από την υπόθεση Evans v. Bartlam το Δικαστήριο δεν πρέπει να ακούσει προφορική μαρτυρία και να την αξιολογήσει, ως θα έπραττε αν εκδίκαζε την υπόθεση, και να αποφασίσει κατά πόσο υπάρχει ή δεν υπάρχει υπεράσπιση. Το βάρος είναι σίγουρα πάνω στον αιτητή, όχι όμως για ν' αποδείξει την υπεράσπιση του, αλλά απλώς να δείξει στο Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση πάνω στην ουσία της υπόθεσης. Επίσης, το ίδιο αποφασίστηκε στην υπόθεση Land Securities P.L.C. v. Reveiver for the Metropolitan Police District
(1983)1 W.L.R. 439, που υιοθετήθηκε στην υπόθεση Mine & Quarry Serv. Ltd (πιο πάνω). Στην απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Merkis Gen. Bonded Wareh. v. Yiannoukas Ltd
(1994)1 AAΔ 736 λέχθηκαν τα ακόλουθα από τον Δικαστή κ. Κούρρη στις σελίδες 748 και 749: "Αφού εξετάσαμε προσεκτικά τις πιο πάνω αποφάσεις, είμαστε της γνώμης ότι στις αιτήσεις που αφορούν παραμερισμό αποφάσεων για μη εμφάνιση ενώπιον του Δικαστηρίου εφόσον αμφισβητούνται τα γεγονότα τα οποία στοιχειοθετούν την αίτηση, δεν επιβάλλεται η απόδειξη τους από το διάδικο ο οποίος φέρει το βάρος της απόδειξης, όπως προνοεί η Δ.48 θ.4, σύμφωνα με την υπόθεση Evans v. Bartlam (πιο πάνω) η οποία κατ' επανάληψη ακολουθήθηκε σε αριθμό υποθέσεων στην Κύπρο όπως αναφέρει και ο πρωτόδικος Δικαστής. Η υπόθεση Πανίκος Νεάρχου (πιο πάνω), δεν ακολούθησε την ερμηνεία που δόθηκε στις αποφάσεις Evans v. Bartlam και Land Securities P.L.C. (πιο πάνω) και δεν συμφωνούμε με αυτήν. Από το σκεπτικό της Evans v. Bartlam, συνάγεται ότι:
(1)Η αίτηση για παραμερισμό αποφάσεως είναι θέμα το οποίο εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και πρωταρχικής σημασίας είναι το κατά πόσο ο αιτητής έχει πράγματι καλή υπεράσπιση.
(2)Ο αιτητής πρέπει να πείσει το Δικαστήριο ότι υπάρχει πράγματι σοβαρός και εύλογος λόγος που δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο και άφησε να εκδοθεί απόφαση εναντίον του.
(3)Το Δικαστήριο δεν πρέπει να προχωρήσει ως θα έπραττε αν εκδίκαζε την υπόθεση και να αποφασίσει ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει υπεράσπιση.
(4)Το βάρος της απόδειξης είναι σίγουρα πάνω στον αιτητή, αλλά όχι για ν' αποδείξει την υπεράσπιση, απλώς για να δείξει στο Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση πάνω στην ουσία της υπόθεσης.
(5)Σχετικά με τη μαρτυρία την οποία πρέπει να προσκομίσει ο αιτητής για ν' αποδείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση επί της ουσίας της υπόθεσης, και ότι υπήρχε σοβαρός και εύλογος λόγος που δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο, αυτή πρέπει να είναι υπό τη μορφή ενόρκων δηλώσεων και οποιασδήποτε άλλης έγγραφης μαρτυρίας, συνημμένης στις ενόρκους δηλώσεις. Δεν προσκομίζεται οποιαδήποτε άλλη προφορική μαρτυρία. Oι διάδικοι όμως έχουν το δικαίωμα να αντεξετάσουν oπoιοδήπoτε ομνύοντα επί της ένορκης δήλωσης του, αφού δώσουν τη σχετική ειδοποίηση σύμφωνα με τους Κανόνες της Πολιτικής Δικονομίας. " Η πλειοψηφία στην Μerkis έκρινε πως σε αιτήσεις για παραμερισμό απόφασης, στη βάση της Evans v. Bartlam
(1937)2 ALL ER 646 που ακολουθείται σταθερά, δεν απαιτείται απόδειξη των γεγονότων που στοιχειοθετούν την υπεράσπιση. Αρκεί να αποδείξει ο εναγόμενος ότι έχει καλή υπεράσπιση, γεγονός που κρίνεται χωρίς αξιολόγηση προφορικής μαρτυρίας που προσάγεται. Η πλειοψηφία διαφώνησε με την υπόθεση Νεάρχου ν. Χαραλάμπους
(1996)1 ΑΑΔ 954 ως βρισκόμενη σε αντίθεση με τις αρχές που υιοθετήθηκαν με βάση την Evans v. Bartlam, ακολούθησε τις άλλες υποθέσεις και έκρινε πως θα έπρεπε να είχε παραμεριστεί η απόφαση αφού από την ένορκη δήλωση και τα έγγραφα που είχαν προσαχθεί, φαινόταν ότι ο εναγόμενος είχε εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση. Η Δ.48 θ.4 αναφέρεται σε απόδειξη γεγονότων στην έκταση και στο βαθμό που υπέχεται βάρος απόδειξής τους. Δεν τίθεται θέμα απόδειξης γεγονότων για τα οποία δεν υπάρχει υποχρέωση απόδειξης. Τι πρέπει να αποδεικνύεται ως γεγονός πράγματι υπαρκτό, στο πλαίσιο ενδιάμεσης αίτησης που υποβάλλεται δυνάμει της Δ.48, είναι ζήτημα ασύνδετο προς τον θ.4. Ούτε είναι δυνατό να προσδιοριστεί κατά τρόπο γενικό, εκ των προτέρων. Εξαρτάται από το είδος της αίτησης και τις προϋποθέσεις που τίθενται, ανάλογα με την περίπτωση, για την έγκριση της. Στην υπόθεση Λευκίδου ν. Κανναουρίδη
(1999)1 ΑΑΔ 528, λέχθηκαν τα ακόλουθα επί του προκειμένου (στις σελ. 533, 534): «Η νομολογία σε σχέση με τη Δ.48 θ.4 που παραθέσαμε αφορά σε κάθε ενδιάμεση αίτηση, σε σχέση με γεγονότα τα οποία πρέπει να αποδεικνύονται. Δεν τέμνεται με την Evans v. Bartlam και την κυπριακή νομολογία ως προς τις αρχές που διέπουν τον παραμερισμό απόφασης. Δεν επιβάλλει την απόδειξη γεγονότων που δεν χρειάζεται να αποδεικτούν. Εφαρμόζεται όμως και σε περιπτώσεις αιτήσεων για παραμερισμό, σε σχέση με γεγονότα τα οποία, στη βάση των αρχών της Evans v. Bartlam, πρέπει να αποδεικτούν. Όπως για παράδειγμα μπορεί να είναι οι λόγοι της μη εμφάνισης ή της όποιας καθυστέρησης. (Βλ. Milouka Motor Trading Ltd, ανωτέρω, Mine & Quarry Serv. (ανωτέρω), K.C.P. Com. Ag. Ltd κ.ά. v. Vasco Tr. House
(1993)1 ΑΑΔ 415, Eros Travel and Tours (Limassol - Paphos) Ltd v. D.E.L. Kirzis Tourist Enterprises Ltd
(1997)1 ΑΑΔ 712 και συναφώς Μυριάνθη Κυριάκου Νικόλα ν. Μιχάλη Κεφάλα κ.ά.
(1998)1 ΑΑΔ 1400). Η υπόθεση Νεάρχου, με όλο το σεβασμό, δεν απομακρύνθηκε από αλλά εκδόθηκε σύμφωνα με τις αρχές της Evans v. Bartlam, απόσπασμα της οποίας και παραθέτει. Αναφέρεται γενικά σε ανάγκη απόδειξης αμφισβητηθέντων γεγονότων ενόψει της Δ.48 θ.4 αλλά, ταυτόχρονα, τονίζει πως ότι απαιτείται είναι εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση ή συζητήσιμο θέμα. Είχε προσαχθεί εκεί προφορική μαρτυρία αλλά, όπως διαπιστώθηκε, δεν θα θεμελιωνόταν εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση ακόμα και αν ήταν αληθής η εκδοχή του αιτητή. Αναφέρονται δε και τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο ερευνά τα ενώπιον του στοιχεία για να διαγνώσει μόνο εάν υπάρχει εκ πρώτη όψεως υπεράσπιση ή συζητήσιμο σημείο. Στο στάδιο αυτό, δεν υπεισέρχεται στην ουσία της υπεράσπισης.(Βλ. και Γιαννάκης Χρυσάνθου κ.ά. ν. Mariala Construction Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 1129).» Το Δικαστήριο οφείλει να ζυγίσει δύο σοβαρούς παράγοντες. Από τη μια, την αναγκαιότητα όπως κάθε αγωγή διεκπεραιώνεται και η απόφαση η οποία εκδίδεται κανονικά να παραμένει ως έχει, ενώ από την άλλη, ο διάδικος εναντίον του οποίου εκδόθηκε απόφαση δεν πρέπει να αποκλείεται από του να παρουσιάσει την υπόθεση του στο Δικαστήριο, εάν εγείρει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση ή συζητήσιμo θέμα. ΄Οπως λέχθηκε και στην υπόθεση Burns v. Kondel
(1971)Ll.L.Rep. Vol. 1, 554, δεν απαιτείται από τον εναγόμενο όπως καταδείξει μια καλή υπεράσπιση στην ουσία της αγωγής, παρά μόνο να καταδείξει κάποια υπεράσπιση η οποία αποκαλύπτει ένα συζητήσιμο ή δικάσιμο θέμα. Στην απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Βίκα Πίκα Ντίσκο Λτδ κ.ά. ν. Χάπυ Στρήτς Ντίσκο Λτδ,
(1997)1(Α) ΑΑΔ 28, ο Αρτεμίδης Δ., όπως ήταν τότε, ανέφερε τα ακόλουθα στη σελ. 31: "Τα κριτήρια που λαμβάνονται υπόψη στην εξέταση αιτήσεων, όπως η παρούσα, έχουν επανειλημμένα συζητηθεί σε αριθμό αποφάσεων του Δικαστηρίου μας, που υιοθετούν την ίδια προσέγγιση με τα Δικαστήρια στην Αγγλία, όπου ισχύουν παρόμοιας φύσεως Κανονισμοί. Θεμελιακή υπόθεση θεωρείται η Evans v. Bartlam
(1937)2 All E.R. p.646, στην οποία ελέχθη πως το Δικαστήριο δεν θέτει, και είναι αμφίβολο αν μπορεί να θέσει, άκαμπτους κανόνες που αποστερούν τη δικαιοδοσία του. Το βασικό κριτήριο είναι κατά πόσο ο Εναγόμενος ικανοποιεί το Δικαστήριο πως έχει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση στην αγωγή ώστε να του δοθεί το δικαίωμα να την προβάλει. Τα υπόλοιπα κριτήρια, όπως π.χ. η επιμέλεια την οποία επέδειξε και η ταχύτητα με την οποία έδρασε μετά την έκδοση της απόφασης εναντίον του, μολονότι στοιχεία που μετρούν στην κρίση του Δικαστηρίου, δεν αναιρούν το πιο ουσιώδες, την ύπαρξη, δηλαδή εκ πρώτης όψεως καλής υπερασπίσεως." Καθοδηγητική και θεμελιακή στο θέμα της ακύρωσης είναι η υπόθεση Phylactou v. Michael
(1982)1 C.L.R. 204, όπου ο Δικαστής Πικής (όπως ήταν τότε) επεξήγησε ότι θα ήταν αντινομικό εκ μέρους του πρωτόδικου Δικαστηρίου να αποφασίσει επί της ορθότητας οποιωνδήποτε γεγονότων που τίθενται ενώπιον του στο στάδιο της αίτησης, γιατί το έργο του εξαντλείται στο να διακρίνει, κατά πόσο αποκαλύπτεται επαρκής υπεράσπιση, που είναι και το βασικό κριτήριο που θα δικαιολογούσε το επανάνοιγμα της υπόθεσης. Το Δικαστήριο στην προσπάθεια του να ασκήσει ορθά τη διακριτική του ευχέρεια, πρέπει, να ισοζυγίσει δύο θεμελιακές αρχές, (
  1. i)την ανάγκη να ακούεται ο διάδικος επί της ουσίας της υπόθεσης και (
  2. ii)την ανάγκη της όσο το δυνατό ταχείας απονομής της δικαιοσύνης. Επιπρόσθετα, ένα άλλο βασικό κριτήριο είναι και η αναγκαιότητα να σφραγίζονται oι Δικαστικές αποφάσεις με τελεσιδικία. Ακόμη όμως και όπου αποκαλύπτεται υπεράσπιση, αλλά η συμπεριφορά του διαδίκου είναι ενδεικτική αδιαφορίας για το σύστημα απονομής της δικαιοσύνης ή τα δικαιώματα του αντιδίκου του, το Δικαστήριο μπορεί να ασκήσει εναντίον του την ευχέρεια και να απορρίψει το αίτημα να ακυρώσει την απόφαση. Οι πιο πάνω αρχές επανεξετάστηκαν και επιβεβαιώθηκαν και σε πρόσφατες αποφάσεις όπως η Milouca Motor Trad. Ltd v. Kούρτη
(1997)1(Β) ΑΑΔ 941, Πατούρης ν. Ηellenic Bank Ltd
(2001)1(Γ) ΑΑΔ 2118, Salamis Ship. Services Ltd v. Bata (Cyprus) Ltd
(2004)1(Γ) ΑΑΔ 1767, Φιλική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ ν. Μαλιετζή
(2004)1(Γ) ΑΑΔ 1616, Κωνσταντινίδη ν. Ηissin
(2004)1(Γ) ΑΑΔ 1774, Πεγειώτης ν. Κωμοδρόμου
(2003)1(Γ) ΑΑΔ 1601, Bush κ.ά. ν. Γιαννή
(2001)1(Β) ΑΑΔ 1341, Γεωργίου ν. Οργ. Χρημ. Τραπ. Κύπρου Λτδ (Αρ.2)
(1999)1(Γ) ΑΑΔ 1938, Πίττας ν. Unigoods Trad. Co. Ltd
(2004)1(Γ) ΑΑΔ 1761, Παπανικολάου ν. Κότσαπα,
(2004)1(Γ) ΑΑΔ 1800 και Siberia Air v. Πούλλικα
(2005)1(Β) ΑΑΔ 893. Έχοντας παραθέσει το νομικό πλαίσιο που διέπει αιτήσεις παραμερισμού απόφασης επανέρχομαι στα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα αίτηση. Οι ισχυρισμοί των Αιτητών περιστρέφονται γύρω από δύο κεντρικά θέματα: (α) ότι έχουν εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση στην αγωγή, και (β) ότι σε καμιά περίπτωση δεν υπήρξε καθυστέρηση και/ή αμέλεια και/ή αδιαφορία εκ μέρους του στην καταχώριση της παρούσας αίτησης η οποία έλαβε χώραν στις 7.12.12 ΄Εχω προσεγγίσει το σύνολο των στοιχείων μαρτυρίας που τέθηκαν ενώπιον μου με γνώμονα τις αρχές της νομολογίας στις οποίες αναφέρθηκα πιο πάνω, και έχω καταλήξει στα ακόλουθα συμπεράσματα. Υπενθυμίζω ότι το ζήτημα της αποκάλυψης εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης ή συζητήσιμου θέματος εκδικάζεται σε επίπεδο ισχυρισμών. Ο αιτητής εκείνο που αναμένεται να πράξει, και το έχουν πράξει οι Αιτητές, είναι να παραθέσει τα γεγονότα εκείνα που, κατά τη θέση του, εγείρουν υπεράσπιση επί της ουσίας. Δεν αναμένεται να πείσει για την ύπαρξη των γεγονότων αυτών. Είναι αρκετό να επικαλείται ότι αυτά ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Επομένως ακόμη και στην περίπτωση που οι καθ΄ ων η αίτηση αμφισβητούν τα γεγονότα αυτά, ο αιτητής δεν έχει υποχρέωση να αποδείξει την αλήθεια τους. Σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Χ¨ Νικολάου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2001)1(Β) ΑΑΔ 1179, 1181: «.......Όσον αφορά αξιολόγηση, επισημαίνουμε πως για τους σκοπούς αίτησης της φύσεως της παρούσας, όπου δίδονται στοιχεία για την ύπαρξη καλής υπεράσπισης, δεν πρέπει αυτή να απορρίπτεται απλώς και μόνο γιατί υπάρχει σύγκρουση στα γεγονότα επί των ενόρκων δηλώσεων (Evans v. Bartlam) και στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο δεν πρέπει να υπεισέρχεται στην ουσία της υπεράσπισης.» Η θέση του Εναγομένων/Αιτητών 1 και 3 ότι έχουν εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση ή συζητήσιμο θέμα στην αγωγή και, ως εκ τούτου, ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για παραμερισμό της απόφασης εδράζεται ουσιαστικά επί του περιεχομένου των παραγράφων 4-14 της ενόρκου δηλώσεως του Λούη Κλάππα τις οποίες έχω παραθέσει αυτούσιες πιο πάνω. Διεξήλθα με ιδιαίτερη προσοχή τις εν λόγω παραγράφους, με οδηγό τις αρχές που διέπουν το υπό συζήτηση θέμα, όπως αυτές καθιερώθηκαν από τη σχετική νομολογία τόσο του δικού μας Ανωτάτου Δικαστηρίου όσο και των αγγλικών Δικαστηρίων στην οποία έχω κάνει αναφορά πιο πάνω, και οι οποίες αρχές ουσιαστικά κυλούν πάνω στις ίδιες γραμμές. Από το περιεχόμενο των εν λόγω παραγράφων κρίνω ότι αποκαλύπτεται εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση στην αγωγή, και ως εκ τούτου δεν απαιτείται απόδειξη από εκεί και πέρα, πως οι ισχυρισμοί που προβάλλονται σε αυτή είναι πράγματι αληθείς. Αυτό θα μετέτρεπε τη διαδικασία σε δίκη επί της ουσίας, έξω από το θεσμοθετημένο πλαίσιο της. Οι θέσεις των δύο πλευρών, όπως έχουν αναπτυχθεί από τους ευπαίδευτους συνηγόρους τους ενώπιον μου, επιβεβαιώνουν παρά αναιρούν τη θέση των Εναγομένων 1 και 3 για ύπαρξη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης ή συζητήσιμου θέματος. Τα υπόλοιπα κριτήρια, όπως π.χ. η επιμέλεια την οποία επέδειξαν οι Αιτητές και η ταχύτητα με την οποία έδρασαν μετά την έκδοση της απόφασης εναντίον τους, μολονότι στοιχεία που μετρούν στην κρίση του Δικαστηρίου, δεν αναιρούν το πιο ουσιώδες, την ύπαρξη δηλαδή εκ πρώτης όψεως καλής υπερασπίσεως. Από τη σχετική νομολογία προκύπτει ότι η δυνατότητα ακύρωσης σχετίζεται άμεσα με την ανάγκη τελεσιδικίας των δικαστικών αποφάσεων χάρη του δημοσίου συμφέροντος [βλ. Phylactou v. Michael (πιο πάνω)]. Η ανεξήγητη αργοπορία είναι παράγων που ασκεί έντονα αρνητική επίδραση κατά του διαδίκου που παρέλειψε να κινηθεί με την πρώτη δυνατή ευκαιρία για να διεκδικήσει το δικαίωμα να ξανανοίξει την υπόθεση του [βλ. Mine & Quarry Serv. Ltd v. Γεωργίου (πιο πάνω)]. Επί του προκειμένου η υπόθεση Phylactou v. Michael (πιο πάνω) παρατηρεί: «.....where the conduct of the party applying to set aside judgment is inexcusable, contumelious to the extent of gross disregard for the judicial process or the rights of his adversary, the Court may, in its discretion, refuse to set aside judgment...». Σε σχέση με την δεύτερη προϋπόθεση, δηλαδή το χρόνο που μεσολάβησε από την έκδοση της απόφασης μέχρι την καταχώριση της αίτησης για παραμερισμό σε συσχετισμό με τη διαγωγή των Εναγομένων 1 και 3 έχω να πω τα ακόλουθα. Λαμβάνοντας υπόψη τις εξηγήσεις που δίδονται στην ένορκη δήλωση του Στέλιου Ασπρόφτα που συνοδεύει την αίτηση, είμαι ικανοποιημένος ότι οι Εναγόμενοι 1 και 3 ούτε καθυστέρησαν ούτε επέδειξαν αμέλεια ή αδιαφορία, ούτε ενήργησαν με τρόπο καταφρονητικό προς τις δικαστικές διαδικασίες, αφού ο χρόνος των δύο μηνών και ολίγων ημερών που μεσολάβησε, από την έκδοση της απόφασης μέχρι την καταχώριση της υπό κρίση αίτησης, ήταν σχετικά μικρός λαμβάνοντας υπόψη τα συμβάντα και τις δυσκολίες που μεσολάβησαν και συνέβαλαν στην καθυστέρηση ως επεξηγείται πλήρως και λεπτομερώς στην ένορκη δήλωση Ασπρόφτα. Αντίθετα, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα δεδομένα της υπόθεσης, είμαι της άποψης ότι οι Εναγόμενοι 1 και 3 ενήργησαν με την πρώτη δυνατή ευκαιρία. Από τα στοιχεία ενώπιον μου, τα οποία εμφαίνονται στην ένορκη δήλωση του Στέλιου Ασπρόφτα που συνοδεύει την αίτηση, είμαι της γνώμης ότι πράγματι υπήρχε εύλογος λόγος που οι Αιτητές δεν καταχώρισαν Σημείωμα Εμφάνισης εμπρόθεσμα και άφησαν να εκδοθεί απόφαση εναντίον τους. Όλα τα προαναφερθέντα απαντούν σε όλους τους λόγους ένστασης συνολικά και δεν χρειάζεται να απαντήσω σε κάθε ένα από αυτούς ξεχωριστά. Ενόψει όλων των ανωτέρω, καταλήγω σε τελική απόφαση όπως παραμερίσω την εκδοθείσα απόφαση υπό όρους. Το κύριο κριτήριο το οποίο επηρεάζει την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου ως προς τα έξοδα, σε περιπτώσεις όπως η παρούσα, είναι η υπαιτιότητα των δύο μερών αναφορικά προς τη δημιουργία εξόδων τα οποία αναπόφευκτα χάνονται [βλ. Phylactou v. Michael (πιο πάνω)]. Ενόψει του ότι η Ενάγουσα δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συνέβαλε σε οποιοδήποτε βαθμό στη δημιουργία αυτών των εξόδων, τα οποία προέκυψαν μόνο από την παράλειψη των Εναγομένων 1 και 3, πιστεύω ότι οι Εναγόμενοι 1 και 3 θα πρέπει να επιβαρυνθούν με αυτά όπως ασφαλώς και με τα έξοδα της παρούσας αίτησης. Το θέμα των εξόδων θα μπορούσε, και κρίνω σκόπιμο ότι πρέπει, να αποτελέσει όρο για παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης. Σαν αποτέλεσμα, η απόφαση η οποία εκδόθηκε στις 2.10.12 υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγομένων 1 και 3 θα παραμερισθεί εάν οι Εναγόμενοι 1 και 3 καταβάλουν προς την Ενάγουσα τα έξοδα της παρούσας αίτησης και όλα τα έξοδα τα οποία χάνονται λόγω της παράλειψης τους να εμφανισθούν στην αγωγή, εντός 30 ημερών από την ημερομηνία κατά την οποία το ποσό των εξόδων αυτών θα κοινοποιηθεί προς τους Εναγόμενους 1 και 3 ή το δικηγόρο τους αφού υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή. Η Ενάγουσα να καταχωρίσει κατάλογο εξόδων εντός 15 ημερών από σήμερα. Η επιβολή οποιωνδήποτε άλλων όρων πέραν αυτού της πληρωμής των εξόδων θα συνιστούσε μέτρο που δεν δικαιολογείται από τα γεγονότα της υπόθεσης. Επί του προκειμένου είναι σχετικό το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Ιωάννου ν. Γεωργιάδη
(1999)1(Β) ΑΑΔ 1411, σελ. 1415, 1416: «Κατά τον παραμερισμό απόφασης η οποία εκδόθηκε κανονικά αλλά διαπιστώνεται ότι υπήρξε υπαιτιότητα του εναγομένου, όπως συμβαίνει στην υπό εξέταση υπόθεση, η συνήθης πρακτική είναι να επιδικάζονται υπέρ του ενάγοντα τα έξοδα τα οποία θα υποστεί ως εκ του αποτελέσματος, η πληρωμή των οποίων, συνήθως εντός τακτής προθεσμίας, καθίσταται όρος για τον παραμερισμό. Η επιβολή οποιωνδήποτε άλλων όρων πέραν εκείνου της πληρωμής των εξόδων συνιστά μέτρο εξαιρετικό εκτός εάν η επιβολή τους δικαιολογείται από τις περιβάλλουσες συνθήκες της συγκεκριμένης υπόθεσης. Το ζήτημα είναι πραγματικό και ως τέτοιο αποφασίζεται από το Δικαστήριο στο πλαίσιο ενάσκησης της διακριτικής του ευχέρειας. Στην περίπτωση κατά την οποία διαπιστώνεται ανάγκη επιβολής πρόσθετων όρων, το κύριο μέλημα του Δικαστηρίου είναι η στάθμιση του λόγου ο οποίος υπαγορεύει την επιβολή των όρων με την αναγκαιότητα της μη αποστέρησης του δικαιώματος υπεράσπισης του εναγομένου. Οι όροι που τελικά θα τεθούν θα πρέπει να είναι τέτοιοι ώστε να παρέχουν στον εναγόμενο τη δυνατότητα εκπλήρωσής τους έτσι ώστε το δικαίωμα του εναγομένου για υπεράσπιση να διατηρείται ανεπηρέαστο.» Σχετική είναι και η απόφαση Κλεάνθους ν. Tradex Ltd
(1998)1 AAΔ 988. Αφού έλαβα υπόψη μου όλα τα δεδομένα της υπόθεσης θεωρώ ότι στην προκειμένη περίπτωση η επιβολή οποιωνδήποτε άλλων όρων πέραν εκείνου της πληρωμής των εξόδων θα συνιστούσε μέτρο που δεν δικαιολογείται από τα περιστατικά και τις περιβάλλουσες συνθήκες της παρούσας υπόθεσης. Εφόσον εκπληρωθούν οι πιο πάνω όροι στην προθεσμία που έχω θέσει η απόφαση της 2.10.12 θα παραμερισθεί και το ήδη καταχωρισθέν στις 23.10.12 Σημείωμα Εμφάνισης των Εναγομένων 1 και 3 θα θεωρείται ως δεόντως καταχωρισθέν. (Υπ.) ................ Χ. Σολομωνίδης, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Α.Λ.Ο. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.