← Κύπρος

BRAINVIBES LTD ν. Γενικού Εισαγγελέως της Δημοκρατίας, Αρ. Αγωγής: 848/07, 19/6/2013

BRAINVIBES LTD ν. Γενικού Εισαγγελέως της Δημοκρατίας, Αρ. Αγωγής: 848/07, 19/6/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:A235 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 848/07 Μεταξύ: BRAINVIBES LTD Ενάγουσα και Γενικού Εισαγγελέως της Δημοκρατίας Εναγομένου 19 Ιουνίου 2013 Για την ενάγουσα: κος Κορέλλης (κος Κουρουπίδης για να ακούσει απόφαση) Για τον εναγόμενο: κα Κυριακίδου Α Π Ο Φ Α Σ Η Η αξίωση της ενάγουσας εταιρείας στρέφεται εναντίον της Κυπριακής Δημοκρατίας. Αντικείμενο τούτης είναι η καταβολή ποσού ΛΚ13.703,40, το οποίο αντιστοιχεί, σύμφωνα πάντα με την ενάγουσα, στην αξία σκευασμάτων που της ανήκουν και τα οποία κατακρατούνται παράνομα από την Κυπριακή Δημοκρατία. Η αξίωση εδράζεται εν προκειμένω στις διατάξεις του άρθρου 37 του Κεφ. 148 το οποίο θεσμοθέτησε το αστικό αδίκημα της παράνομης κατακράτησης. Για καλύτερη όμως αντίληψη της όλης υπόθεσης σπεύδω να παραθέσω μεγάλο μέρος των γεγονότων που δεν τελούν υπό αμφισβήτηση. Το αναμφισβήτητο τούτων των γεγονότων προκύπτει από τα δικόγραφα και τη μαρτυρία που προσκομίστηκε. Την 2.9.04 κατεκυρώθη στην ενάγουσα η προσφορά με διακριτικά στοιχεία ΣΔ7/

  1. Αντικείμενο της προσφοράς ήταν η τροφοδότηση των φαρμακευτικών υπηρεσιών του κράτους με ακετυλοσαλικυλικό οξύ, δηλαδή ασπιρίνη (στη συνέχεια το φάρμακο). Σύμφωνα με την προσφορά η ποσότητα που η ενάγουσα θα χορηγούσε τις φαρμακευτικές υπηρεσίες ανέρχετο σε 8.400 περιέκτες, έκαστος χωρητικότητας 1000 δισκίων. Το συμφωνηθέν τίμημα ανέρχετο σε ΛΚ28.
  2. Η ανάθεση σύμβασης είναι το τεκμήριο 1 ενώ σχετικό είναι και το τεκμήριο 7, δηλαδή η προσφορά που προηγήθηκε. Την 27.10.04 η ενάγουσα παρέδωσε το φάρμακο στις φαρμακευτικές υπηρεσίες και εξέδωσε το τιμολόγιο υπ' αριθμό
  3. Ενδεικτικό της παράδοσης και παραλαβής του εν λόγω φαρμάκου είναι το τεκμήριο 2, δηλαδή το τιμολόγιο που εξέδωσε η ενάγουσα και υπέγραψαν οι φαρμακευτικές υπηρεσίες. Μετά την παράδοση, και συγκεκριμένα την 28.4.05, οι φαρμακευτικές υπηρεσίες ζήτησαν από την ενάγουσα να αντικαταστήσει μέρος του φαρμάκου. Η επιστολή με την οποία απαίτησαν την αντικατάσταση είναι το τεκμήριο
  4. Η ενάγουσα συναίνεσε και έτσι με την ικανοποίηση του αιτήματος των φαρμακευτικών υπηρεσιών, δηλαδή παράδοση νέου φαρμάκου, εξέδωσε τρία νέα τιμολόγια, το υπ' αριθμό 58/05 ημερομηνίας 17.5.05 (τεκμήριο 4α), το υπ' αριθμό 66/05 ημερομηνίας 29.6.05 (τεκμήριο 4β), και το υπ' αριθμό 79/05 ημερομηνίας 3.8.05 (τεκμήριο 4γ). Επίδικο δεν είναι η αντικατάσταση του φαρμάκου αφ' εαυτή. Επίδικο είναι η επιστροφή του φαρμάκου που οι φαρμακευτικές υπηρεσίες ζήτησαν να αντικατασταθεί. Αποτελεί κοινό τόπο ότι όταν οι φαρμακευτικές υπηρεσίες παρέλαβαν το φάρμακο που στη συνέχεια ζήτησαν να αντικατασταθεί, προχώρησαν σε επανατοποθέτηση τούτου σε ειδικούς περιέκτες που έφεραν το λογότυπο των φαρμακευτικών υπηρεσιών της Κυπριακής Δημοκρατίας και ήταν χωρητικότητας 60 δισκίων. Επιπλέον, συνιστά αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι μέρος της ποσότητας του φαρμάκου που επιστράφηκε στην ενάγουσα ήταν συσκευασμένο σε αυτούς τους ειδικούς περιέκτες των φαρμακευτικών υπηρεσιών. Συνεπώς, όταν η ενάγουσα παρέλαβε το φάρμακο που επέστρεψαν οι φαρμακευτικές υπηρεσίες μέρος τούτου εβρίσκετο εντός των περιεκτών των φαρμακευτικών υπηρεσιών και για να το ανακτήσει έπρεπε να το αφαιρέσει από τους περιέκετες. Περαιτέρω, είναι αναμφισβήτητο γεγονός ότι μετά την επιστροφή των δισκίων που αντικαταστάθηκαν οι φαρμακευτικές υπηρεσίες αποτάθηκαν εκ νέου στην ενάγουσα και απαίτησαν επιστροφή των περιεκτών με τους οποίους συσκεύασαν μέρος των δισκίων που αντικαταστάθηκαν. Η ενάγουσα συμμορφώθηκε και με αυτή την απαίτηση όμως αντί να επιστρέψει μόνο τους περιέκτες επέστρεψε το σύνολο των αντικειμένων που της είχε παραδοθεί από τις φαρμακευτικές υπηρεσίες, δηλαδή τους περιέκτες με τα δισκία που περιείχαν. Όλα τα πιο πάνω συνιστούν ευρήματα του δικαστηρίου. Παρεμβάλλω εδώ ότι από τη δικογραφημένη εκδοχή της ενάγουσας αφήνεται να νοηθεί ότι η ποσότητα του φαρμάκου που ζητήθηκε να αντικατασταθεί, είναι η ίδια με εκείνη που επεστράφη στην ενάγουσα συσκευασμένη σε περιέκτες των φαρμακευτικών υπηρεσιών, και ανέρχετο, σύμφωνα με την ενάγουσα, σε 3.972.000 δισκία. Επί του προκειμένου διαφορετική είναι η θέση των φαρμακευτικών υπηρεσιών που διατείνονται ότι η αντικατάσταση που ζητήθηκε αφορούσε 7.509.860 δισκία, εκ των οποίων μόνο τα 3.928.560 ήταν συσκευασμένα σε περιέκτες των φαρμακευτικών υπηρεσιών. Περαιτέρω, οι φαρμακευτικές υπηρεσίες δεν αποδέχονται ούτε την άλλη θέση της ενάγουσας, δηλαδή ότι η ενάγουσα παρέλαβε τα δισκία με πλήρη επιφύλαξη δικαιωμάτων. Είναι κατάλληλο σημείο να λεχθεί ό,τι σχετικό της αξίωσης της ενάγουσας. Σύμφωνα με την ενάγουσα, την 10.8.05 επέστρεψε στις φαρμακευτικές υπηρεσίες τους περιέκτες με τα δισκία και έκτοτε αναμένει επιστροφή του φαρμάκου. Υποστηρίζει περαιτέρω ότι προτού παραδώσει τους περιέκτες που είχαν ζητηθεί, τα μέρη συμφώνησαν ότι οι φαρμακευτικές υπηρεσίες θα αναλάμβαναν να αφαιρέσουν τα δισκία από τους περιέκτες και να τα επιστρέψουν στην ενάγουσα. Λόγω του ότι οι φαρμακευτικές υπηρεσίες δεν ανταποκρίθηκαν, απαίτησε να αφαιρέσουν από τους περιέκτες τα δισκία του φαρμάκου που της ανήκαν, ώστε να της επιστραφούν μαζί με πιστοποιητικό αποδέσμευσης παρτίδας (batch release certificate). Σχετική αλληλογραφία είναι η επιστολή του τότε συνηγόρου της ενάγουσας, ημερομηνίας 5.5.06 (τεκμήριο 5α), η απαντητική επιστολή των φαρμακευτικών υπηρεσιών, ημερομηνίας 16.6.06 (τεκμήριο 5β) και δεύτερη επιστολή του τότε συνηγόρου της ενάγουσας, ημερομηνίας 7.8.06 (τεκμήριο 5γ). Εν τούτοις, οι φαρμακευτικές υπηρεσίες αρνήθηκαν να επιστρέψουν το φάρμακο και μέχρι σήμερα δεν έχουν συμμορφωθεί. Αντίθετη εν προκειμένω είναι η θέση των φαρμακευτικών υπηρεσιών. Υποστηρίζουν ότι ουδέποτε συμφώνησαν με την ενάγουσα ότι θα αφαιρούσαν τα δισκία από τους περιέκτες, και ότι ουδέποτε αρνήθηκαν στην ενάγουσα παράδοση των επίδικων δισκίων. Τέλος, είναι η θέση των φαρμακευτικών υπηρεσιών ότι υπέστησαν ζημία από την συμπεριφορά της ενάγουσας την οποία και ανταπαιτούν. Σύμφωνα με τη δικογραφημένη εκδοχή των φαρμακευτικών υπηρεσιών η ζημιά που υπέστησαν συνίσταται σε ΛΚ2.321,13, ποσό που αντιστοιχεί στην αξία 65.476 συσκευασιών εντός των οποίων τοποθετήθηκαν τα επίδικα δισκία, και αυτό γιατί δεν είναι ευχερής η ασφαλής εκκένωσή τους, και σε ΛΚ186,61, ποσό που αντιστοιχεί στο σύνολο των αυτοκόλλητων ετικετών που τοποθετήθηκαν επί των περιεκτών. Εκ μέρους της ενάγουσας μαρτυρία έδωσε ο διευθυντής τούτης, ονόματι Κυριάκος Παττίχης, ενώ για την υπεράσπιση ενόρκως κατέθεσαν δύο λειτουργοί των φαρμακευτικών υπηρεσιών. Τούτοι είναι. η Έλενα Παναγιωτοπούλου (ΜΥ1) και ο Στέλιος Στυλιανού (ΜΥ2). Ο διευθυντής της ενάγουσας επανέλαβε τις θέσεις της εταιρείας. Αναφέρθηκε στην ανάθεση σύμβασης, στο αίτημα των φαρμακευτικών υπηρεσιών για αντικατάσταση του φαρμάκου, την αντικατάσταση που ακολούθησε και εν κατακλείδι την απαίτηση των φαρμακευτικών υπηρεσιών για επιστροφή των περιεκτών στους οποίους είχαν συσκευάσει το φάρμακο. Σύμφωνα με το διευθυντή της ενάγουσας με την παράδοση του φαρμάκου μαζί με τους περιέκτες οι φαρμακευτικές υπηρεσίες ανέλαβαν υποχρέωση, κατόπιν απαίτησης της ενάγουσας, να αφαιρέσουν το φάρμακο από τους περιέκτες και να το επιστρέψουν στην ενάγουσα. Εν τούτοις, υποστήριξε ο μάρτυρας, οι φαρμακευτικές υπηρεσίες ουδέποτε επέστρεψαν το φάρμακο στην ενάγουσα ή έδωσαν οιονδήποτε λόγο για αυτή την απόφασή τους. Η ΜΥ1, φαρμακοποιός στο επάγγελμα, ανέφερε ότι ο λόγος που ζητήθηκε αντικατάσταση του φαρμάκου είναι γιατί δεν ήταν εντεροδιαλυτό ή διασποράς, γεγονός που δεν μπορούσε να διαπιστωθεί μακροσκοπικά. Ήταν η θέση της ότι μέχρι και σήμερα το φάρμακο βρίσκεται στις φαρμακευτικές υπηρεσίες, οι οποίες δεν το χρησιμοποίησαν για να αποκομίσουν όφελος. Δέχθηκε, εν τούτοις, ότι ακόμη και σήμερα το φάρμακο βρίσκεται συσκευασμένο στους περιέκτες των φαρμακευτικών υπηρεσιών. Ο ΜΥ2, επίσης φαρμακοποιός, ανέφερε ότι ο ίδιος είναι που το 2004 παρέλαβε το φάρμακο και υπέγραψε το τιμολόγιο τεκμήριο
  5. Όπως η ΜΥ1 έτσι και αυτός ανέφερε ότι το φάρμακο, δηλαδή το φάρμακο που παραδόθηκε το 2004, δεν είναι το ίδιο με εκείνο που αναφέρεται στην προσφορά-τεκμήριο
  6. Όπως ανέφερε, ο λόγος δια τον οποίο παρέλαβε το φάρμακο είναι γιατί σε συνοπτική διαδικασία δεν επιβάλλεται προσκόμιση των εγγράφων της προσφοράς. Κατ' επέκταση, όταν παραλάμβανε το φάρμακο δεν γνώριζε ότι είχε ουσιαστική διαφορά από το φάρμακο της προσφοράς. Ως εκ των πιο πάνω, παρ' ότι μέρος των δικογράφων και της μαρτυρίας επεκτάθηκε σε ζητήματα που άπτονται της ανάθεσης σύμβασης, είμαι της γνώμης ότι αυτή η πτυχή της υπόθεσης δεν αποτελεί επίδικο ζήτημα. Σημειώνω εδώ ότι αποτελεί διαπίστωσή μου πως το ιδιοκτησιακό καθεστώς του φαρμάκου, δηλαδή ότι ανήκει στην ενάγουσα, δεν αμφισβητείται. Περαιτέρω, γεγονός είναι ότι οι φαρμακευτικές υπηρεσίες επέστρεψαν το φάρμακο στην ενάγουσα, ως πιο πάνω αναφέρθηκε, για να το παραλάβουν εκ νέου μετά που απαίτησαν επιστροφή των περιεκτών, επίσης ως πιο πάνω αναφέρθηκε. Τέλος, διαπιστώνω ότι σήμερα το φάρμακο βρίσκεται στην κατοχή των φαρμακευτικών υπηρεσιών, γεγονός που επίσης δεν αμφισβητείται. Αναφορικά με την ανταπαίτηση των φαρμακευτικών υπηρεσιών δεν μπορεί να μην αναφερθεί ότι δεν υποστηρίχθηκε από μαρτυρία και ως εκ τούτου κρίνω ότι εγκαταλείφθηκε. Εν πάση περιπτώσει, σημειώνω ότι δεν αποδείχθηκε εφόσον καμία πτυχή του μαρτυρικού υλικού υποστηρίζει τούτην. Έχοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω καταλήγω ότι τα επίδικα θέματα περιορίζονται στα ακόλουθα. ποια η ποσότητα του φαρμάκου που παραδόθηκε στην ενάγουσα συσκευασμένη στους περιέκτες των φαρμακευτικών υπηρεσιών, ποια η ποσότητα που σήμερα βρίσκεται στην κατοχή των τελευταίων, συμφώνησαν οι φαρμακευτικές υπηρεσίες να αφαιρέσουν το φάρμακο από τους περιέκτες που είχαν συσκευάσει, απαίτησε η ενάγουσα το φάρμακο και τέλος, αρνήθηκαν οι φαρμακευτικές υπηρεσίες να το παραδώσουν. Όπως έχει λεχθεί η αξίωση εδράζεται στο άρθρο 37 του Κεφ.
  7. Από την έκθεση απαίτησης διαπιστώνεται ότι το αδίκημα της παράνομης κατακράτησης είναι η μόνη βάση αγωγής. Αυτό γιατί οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί δεν μπορούν να υπαχθούν σε άλλο νομικό πλαίσιο. Ως εκ τούτου, η διερεύνηση του δικαστηρίου εστιάζεται στο αστικό αδίκημα της παράνομης κατακράτησης. Το άρθρο 37 του Κεφ. 148 ενσωμάτωσε στο δικαιϊκό μας σύστημα τις αρχές του κοινού δικαίου που παλαιότερα εδραίωναν το αδίκημα γνωστό ως Detinue. Σχετικό λοιπόν είναι το άρθρο 37 του Κεφ. 148, το οποίο αναφέρει ότι. «

(1)Παράνομη κατακράτηση πράγματος συνίσταται στην παράνομη κατακράτηση κινητής ιδιοκτησίας από οποιοδήποτε πρόσωπο που δικαιούται στην άμεση κατοχή της.
(2)Σε αγωγή που εγείρεται για παράνομη κατακράτηση πράγματος το βάρος απόδειξης ότι η κατακράτηση ήταν νόμιμη φέρει ο εναγόμενος.» Χρήσιμη όμως είναι και η ακόλουθη αναφορά από το σύγγραμμα Bullen and Leake and Jacob's Precedents of Pleading, 12η έκδοση. Στη σελίδα 358 αναφέρεται ότι «The gist of the action is the wrongful detention of goods, and, in general, therefore, it is an action for a wrong independent of contract, and is founded on tort (see Bryant v. Herbert
(1878)3 C.P.D 389); there must be some definite act or deliberate withholding as a necessary preliminary to the arising of this cause of action (Clayton v. Le Roy
(1911)2 K.B. 1031 AT 1048).» Στο δε σύγγραμμα, Κεφάλαιο 148 Αστικά Αδικήματα Δίκαιο και Αποφάσεις, των κ.κ. Αρτέμης και Ερωτοκρίτου στη σελίδα 123 αναφέρεται ότι «Το αδίκημα συνίσταται σε παρακράτηση πράγματος και άρνηση επιστροφής του στον ενάγοντα ή παρεμπόδιση του ενάγοντα από ανάληψη κατοχής του.» Απ' όλα τα πιο πάνω συνάγεται ότι συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι. (α) αντικείμενο (good), (β) κράτηση (detention) και (γ) η οποία -κατακράτηση- είναι παράνομη (wrongfull). Εν ολίγοις, όπου το αντικείμενο κατακρατείται παράνομα, ο ιδιοκτήτης του μπορεί να επικαλεστεί το αδίκημα του άρθρου 37. Όπως επεξηγείται στο σύγγραμμα των Bullen and Leake and Jacob, πιο πάνω, στη σελίδα 359, η μαρτυρία που συνήθως χρειάζεται για απόδειξη της κατακράτησης είναι ότι ο εναγόμενος, αν και έχει την κατοχή ή τον έλεγχο του αντικειμένου, δεν το παραδίδει στον ενάγοντα, παρά την απαίτηση του τελευταίου (The usual evidence of the detention is that the defendant, having the possession or control over the goods, does not deliver them to the plaintiff when demanded (Jones v. Double
(1841)9 M&W 19)). Σχετική είναι και η υπόθεση Sidki v. Drymiotis
(1962)C.L.R. 251. Ως εκ των πιο πάνω, η διάπραξη του αδικήματος προϋποθέτει ότι ο ενάγων απαίτησε επιστροφή του αντικειμένου και ότι ο εναγόμενος αρνήθηκε να το επιστρέψει (βλ. Bullen and Leake and Jacob, πιο πάνω, σελίδα 359-Where there was neither demand nor refusal, no action lay (Clayton v. Le Roy, ante)). Με γνώμονα όλα τα πιο πάνω στρέφομαι σε αξιολόγηση του μαρτυρικού υλικού. Παρακολούθησα τους μάρτυρες κατά τη διάρκεια της ζωντανής ατμόσφαιρας της διαδικασίας και αποτίμησα τη συνολική τους παρουσία κατά την εξιστόρηση των γεγονότων με κριτήριο τα εγγενή της μαρτυρίας τους χαρακτηριστικά (πηγή γνώσεων, ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, ακεραιτότητα και προκατάληψη, ανιδιοτέλεια, αληθοφάνεια βλ. Phipson on Evidence, 16th edition, σελ. 333). Δεν διέλαθε την προσοχή μου ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός εκάστου των μαρτύρων δεν περιορίζεται στην ατομική κρίση του καθενός ξεχωριστά αλλά επεκτείνεται και στα συμπεράσματα που προκύπτουν από συσχετισμό, αντιπαραβολή και διερεύνηση της αντικειμενικής υπόστασης των εκατέρωθεν θέσεων (βλ. Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056), καθώς ότι η αποτίμηση της αξιοπιστίας μάρτυρα είναι έργο διακριτό και εντελώς αποσυναρτημένο από οποιοδήποτε βάρος απόδειξης (βλ. Αγαθοκλέους κ.α. ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 316 και Αθανασίου κ.α. ν. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614). Οι δύο μάρτυρες υπεράσπισης μου έκαναν εξαιρετική εντύπωση. Κριτήριο δεν είναι μόνο ο αυθορμητισμός και η παρουσία τους στο εδώλιο του μάρτυρα, αλλά και το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους. Πλείστες τόσες απαντήσεις που έδωσαν αποδεικνύουν το ανεπιτήδευτο της μαρτυρίας τους και τη φιλαλήθειά τους. Ο ΜΥ2 δεν δίστασε να παραδεχθεί ότι παρέλαβε το φάρμακο ανεπιφύλαχτα, ενώ στη συνέχεια εξήγησε, επαρκώς, όλους τους λόγους που έπραξε κάτι τέτοιο. Η ΜΥ1 χωρίς δισταγμό ανέφερε ότι το φάρμακο βρίσκεται στην κατοχή των φαρμακευτικών υπηρεσιών και ότι ακόμη και σήμερα είναι συσκευασμένο στους περιέκτες που οι φαρμακευτικές υπηρεσίες ζήτησαν της ενάγουσας να επιστρέψει. Παρεμβάλλω εδώ ότι πλην αυτών των τελευταίων απαντήσεων της ΜΥ1 το μεγαλύτερο μέρος της μαρτυρίας των μαρτύρων υπεράσπισης δεν άπτεται των επίδικων θεμάτων αλλά παρεμφερών. Ο διευθυντής της ενάγουσας μου έκανε άσχημη εντύπωση. Καθ' όλη τη διάρκεια της μαρτυρίας του κυρίαρχο στοιχείο ήταν η εξυπηρέτηση των συμφερόντων της ενάγουσας. Μάλιστα για να επιτύχει τούτο κατέφυγε σε ασάφειες, υπερβολές και ενίοτε ψεύδος. Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι η μαρτυρία του είναι επιτηδευμένη και αμφιβόλου ειλικρίνειας. Το σύνολο τούτης ομοιάζει με συνονθύλευμα αντικρουόμενων ισχυρισμών. Για του λόγου το ασφαλές σημειώνω τα ακόλουθα. Έχοντας ως δεδομένο ότι οι φαρμακευτικές υπηρεσίες επέστρεψαν το φάρμακο στην ενάγουσα, διαπιστώνω ότι οι θέσεις που πρόβαλε η ενάγουσα με χρονικό προσδιορισμό την παραλαβή του φαρμάκου και εντεύθεν, είναι αλλοπρόσαλλες. Παρ' ότι η δικογραφημένη εκδοχή της ενάγουσας είναι ότι παρέλαβε το φάρμακο με επιφύλαξη δικαιωμάτων, ο διευθυντής τούτης τηρεί σιγήν ιχθύος στην ένορκη μαρτυρία του και ουδέν αναφέρει για τέτοια επιφύλαξη. Στη συνέχεια, παρ' ότι αποτελεί κοινό τόπο ότι οι φαρμακευτικές υπηρεσίες απαίτησαν επιστροφή των περιεκτών που χρησιμοποιήθηκαν για συσκευασία του φαρμάκου, ο διευθυντής της ενάγουσας προβάλλει αριθμό αντικρουόμενων και αντίθετων λόγων, ώστε να εξηγήσει γιατί η ενάγουσα συναίνεσε στην απαίτηση. Υποδεικνύω εδώ ότι στο τεκμήριο Α, τη γραπτή δήλωση του διευθυντή της ενάγουσας, και συγκεκριμένα στην παράγραφο 8, αναφέρεται ότι. «8. Πρέπει να σημειωθεί ότι πριν η εταιρεία μας επιστρέψει τα πιο πάνω κουτιά στις Φαρμακευτικές Υπηρεσίες είχεν συμφωνηθεί κατόπιν όρου τον οποίον είχαμε θέσει ότι οι Φαρμακευτικές Υπηρεσίες θα αφαιρούσαν από τα μικρά αυτά δοχεία το σύνολο των ασπιρίνων και θα μας τις επέστρεφαν εγκαίρως και μέσα στους περιέκτες στους οποίους είχαν παραδοθεί διότι ήταν και χρονοβόρο και ασύμφορο σε μία μικρή εταιρεία όπως η δική μας να διαθέσει χρόνο, προσωπικό και κεφάλαιο για να αφαιρέσει τις ασπιρίνες από τα κουτιά στα οποία μας τις επέστρεψαν οι Φαρμακευτικές Υπηρεσίες.» Η εν λόγω αναφορά αφήνει να νοηθεί ότι ο ισχυρισμός της ενάγουσας πως οι φαρμακευτικές υπηρεσίες όφειλαν να αφαιρέσουν το φάρμακο από τους περιέκτες, εδράζεται σε οικονομικά δεδομένα, εφόσον ήτο ασύμφορο για την ενάγουσα να πράξει τούτο. Εν τούτοις, στην ίδια δήλωση ο διευθυντής της ενάγουσας ισχυρίστηκε ότι η απλή και μόνο αφαίρεση των δισκίων από τη συσκευασία του κατασκευαστή «εγκυμονούσε τον κίνδυνο καταστροφής τους». Εύλογα προκύπτει το ερώτημα. αν το φάρμακο καταστράφηκε ή έστω τέθηκε σε κίνδυνο καταστροφής, λόγω αυτής ακριβώς της ενέργειας των φαρμακευτικών υπηρεσιών να συσκευάσουν τούτο, τότε ποιος λόγος υπήρχε να συμφωνήσουν τα μέρη, ως η ενάγουσα και ο διευθυντής της διατείνονται, σε επιστροφή των περιεκτών υπό τον όρο ότι οι φαρμακευτικές υπηρεσίες θα αφαιρούσαν το φάρμακο και θα το επέστρεφαν στην ενάγουσα. Εν ολίγοις, ποιος λόγος υπήρχε να συμφωνηθεί οτιδήποτε τη στιγμή που το αντικείμενο είχε πλέον καταστραφεί, σύμφωνα πάντα με τη μαρτυρία του διευθυντή της ενάγουσας, και προς τι η εξασφάλιση δέσμευσης για επιστροφή του φαρμάκου που έχει καταστραφεί ή έστω τέθηκε σε κίνδυνο καταστροφής; Αντιφατική και αντικρουόμενη όμως είναι και η άλλη θέση του διευθυντή της ενάγουσας. Κατά την ακροαματική διαδικασία ο διευθυντής της ενάγουσας υποστήριξε ότι η συσκευασία φαρμάκων επιτρέπεται μόνο σε χώρους που είναι εγκεκριμένοι ως φαρμακευτικό εργαστήριο. Ανέφερε μάλιστα ότι αυτός είναι και ο λόγος που η ενάγουσα δεν μπορούσε να αφαιρέσει το φάρμακο όταν το παρέλαβε συσκευασμένο στους περιέκτες των φαρμακευτικών υπηρεσιών καθ' ότι η ίδια είναι φαρμακευτική εταιρεία και όχι εργαστήριο. Είμαι της γνώμης ότι η σχετική θέση του διευθυντή σκοπίμως περιορίζεται σε μία μόνο επιλογή, και εξηγώ. όταν το φάρμακο παραδόθηκε στην ενάγουσα συσκευασμένο σε περιέκτες των φαρμακευτικών υπηρεσιών, επιλογή της ενάγουσας δεν ήταν μόνο η αφαίρεση του φαρμάκου από την ίδια την ενάγουσα. Κάλλιστα μπορούσε να αποταθεί σε εγκεκριμένο φαρμακευτικό εργαστήριο και να αγοράσει σχετικές υπηρεσίες. Στη συνέχεια μπορούσε, αν επιθυμούσε, να στραφεί κατά των φαρμακευτικών υπηρεσιών αξιώνοντας κάλυψη της ζημίας που υπέστη. Θεμελιώδης, άλλωστε, είναι η αρχή δικαίου ότι έκαστος οφείλει να μετριάσει τη ζημία του (βλ. Ταμπούρας ν. Κολάνη
(2008)1Α Α.Α.Δ. 384, 289). Η στάση όμως της ενάγουσας αποκαλύπτει ότι σκόπιμα και για λόγους που εξυπηρετούν αλλότρια κίνητρα, δεν αναζήτησε και δεν διερεύνησε το σύνολο των επιλογών της. Πέραν όμως τούτου, έκπληξη προκαλεί και η θέση του διευθυντή της ενάγουσας ότι οι φαρμακευτικές υπηρεσίες δεν αποτελούν φαρμακευτικό εργαστήριο και ότι παράνομα αφαίρεσαν το φάρμακο από την αρχική του συσκευασία και παράνομα το συσκεύασαν σε άλλη. Παίρνοντας ως δεδομένη την ορθότητα του νομικού πλαισίου της θέσης, εύλογα διερωτάται κανείς. αν οι φαρμακευτικές υπηρεσίες δεν μπορούσαν να συσκευάσουν το φάρμακο, υπό ποια τότε ιδιότητα η ενάγουσα συμφώνησε, ως διατείνεται, ότι θα αφαιρούσαν το φάρμακο από τους περιέκτες. Αφού κάτι τέτοιο συνιστά παρανομία, γιατί η ενάγουσα απαίτησε τούτο. Πολύ περισσότερο, αν οι φαρμακευτικές υπηρεσίες δεν είναι φαρμακευτικό εργαστήριο πως θα εξέδιδαν πιστοποιητικό αποδέσμευσης παρτίδας. Γιατί δηλαδή η ενάγουσα απαίτησε το πιστοποιητικό που ούτως ή άλλως οι φαρμακευτικές υπηρεσίες δεν μπορούσαν να εκδώσουν. Όλα τα πιο πάνω αποκαλύπτουν την ασάφεια και επιπολαιότητα της μαρτυρίας του διευθυντή της ενάγουσας και σε συνδυασμό με την άσχημη εντύπωση που έκανε, καθιστούν τούτη αμφιβόλου ποιότητας. Ως εκ τούτου κρίνω ότι είναι ακροασφαλές να χρησιμοποιηθεί η μαρτυρία του διευθυντή για εξαγωγή οιουδήποτε ευρήματος. Από την αξιόπιστη μαρτυρία διαπιστώνω ότι η ποσότητα του φαρμάκου που παραδόθηκε συσκευασμένη σε περιέκτες των φαρμακευτικών υπηρεσιών ανέρχετο σε 3928560 δισκία και όχι 3972000 δισκία. Παρεμβάλλω εδώ ότι γι' αυτό το ζήτημα ο διευθυντής της ενάγουσας δεν αρνήθηκε σχετική υποβολή της συνηγόρου υπεράσπισης. Περαιτέρω, αυτή η ποσότητα, 3928560 δισκία, είναι σήμερα στην κατοχή των φαρμακευτικών υπηρεσιών, ως αναφέρθηκε από τη ΜΥ
  1. Επιπλέον, από την αξιόπιστη μαρτυρία δέχομαι ότι η αξία των δισκίων ανέρχεται σε ΛΚ3,25 ανά 1000 δισκία, στοιχείο που επιβεβαιώνεται από την ανάθεση σύμβασης, δηλαδή το τεκμήριο
  2. Για δε τον ισχυρισμό της ενάγουσας ότι με την παράδοση των περιεκτών οι φαρμακευτικές υπηρεσίες συμφώνησαν να αφαιρέσουν το φάρμακο από αυτούς, δεν τον αποδέχομαι εφόσον καμία αξιόπιστη μαρτυρία υποστηρίζει τούτον. Επιπλέον, το τεκμήριο 5β, δηλαδή η απαντητική επιστολή των φαρμακευτικών υπηρεσιών, αφήνει να νοηθεί ότι αν και η παράδοση του φαρμάκου θεωρείτο δεδομένη, ό,τι αναμένετο ήταν η θέση της ενάγουσας αναφορικά με τον τρόπο επιστροφής τούτου. Η πιο πάνω διαπίστωση απαντά και τα άλλα δύο ερωτήματα που έχουν τεθεί. Αφενός, η επιστολή τεκμήριο 5α συνιστά απαίτηση της ενάγουσας για επιστροφή του φαρμάκου, αφετέρου η επιστολή τεκμήριο 5β αποτελεί την απάντηση των φαρμακευτικών υπηρεσιών. Ότι η ενάγουσα απαίτησε το φάρμακο δεν υπάρχει αμφιβολία. Η απάντηση όμως των φαρμακευτικών υπηρεσιών, συνάγεται από αριθμό δεδομένων. Οι ενδόμυχες σκέψεις ενός έκαστου δύσκολα διαπιστώνονται. Στην απουσία δεδηλωμένης πρόθεσης, ομολογίας ή παραδοχής, τυχόν επιβεβαιωμένες ενέργειες αποτελούν την ασφαλέστερη, για να ακολουθηθεί, ατραπό, εφόσον αποτυπώνουν τις ενδότερες σκέψεις ή προθέσεις και το αποτέλεσμά τους είναι ικανό να οδηγήσει στο πλέον ασφαλές συμπέρασμα των προθέσεων του προσώπου που ενεργεί τοιουτοτρόπως. Στην προκείμενη περίπτωση έχει ήδη διαπιστωθεί ότι οι φαρμακευτικές υπηρεσίες εξακολουθούν να κατέχουν το φάρμακο. Μάλιστα το φάρμακο εξακολουθεί να είναι συσκευασμένο στους ίδιους περιέκτες. Από την άλλη όλα όσα αναφέρθηκαν από τις φαρμακευτικές υπηρεσίες στο τεκμήριο 5β δεν χωρούν διαζευκτικών ερμηνειών. Ό,τι αναφέρθηκε εκεί είναι πως. «Επιπλέον εκκρεμούσε μέχρι και την ημερομηνία της επιστολής σας απάντηση του ανάδοχου σύμβασης για τον τρόπο επιστροφής του περιεχομένου. Είναι εφικτή η επιστροφή του περιεχομένου των περιεκτών σε άλλη συσκευασία αλλά ως υπεύθυνος των Φαρμακευτικών Αποθηκών δεν έχω την εξουσιοδότηση για την έκδοση πιστοποιητικού αποδέσμευσης παρτίδας.» (η υπογράμμιση δική μου) Στα πιο πάνω δεν μπορεί να παραγνωριστεί και το αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι από την πρώτη στιγμή οι φαρμακευτικές υπηρεσίες κατέστησαν σαφές ότι δεν προτίθεντο να κατακρατήσουν το φάρμακο, εφόσον το επέστρεψαν στην ενάγουσα. Η υπόθεση περιπλάκηκε όταν διαπιστώθηκε ότι μαζί με το φάρμακο παραδόθηκαν και οι περιέκτες των φαρμακευτικών υπηρεσιών, τους οποίους ζήτησαν, για να τους παραδοθούν όμως περιέκτες με φάρμακο. Είμαι της γνώμης ότι όλα τα πιο πάνω αποδεικνύουν ότι ποτέ οι φαρμακευτικές υπηρεσίες προτίθεντο να κρατήσουν το φάρμακο της ενάγουσας. Είμαι πεπεισμένος ότι επ' ουδενί πρόθεση των φαρμακευτικών υπηρεσιών ήταν η κατακράτηση του φαρμάκου της ενάγουσας, εξ ου και στο τεκμήριο 5 απαντούν καταφατικά σε επιστροφή του φαρμάκου, καθώς και σε τοποθέτηση τούτου σε άλλη συσκευασία. Το αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι οι φαρμακευτικές υπηρεσίες δεν αφαίρεσαν το φάρμακο από τους περιέκτες, δεν οδηγεί σε άλλο συμπέρασμα για τις προθέσεις τους, και ούτε συνιστά διάπραξη του αδικήματος της παράνομης κατακράτησης. Υποστηρικτική εν προκειμένω είναι η υπόθεση Capital Finance Co Ltd v. Bray
(1964)1 All E.R. 603 στην οποία ο Λόρδος Denning ανέφερε ότι «There is no obligation on a person who has another person's goods to return them to him, except by contract. The rule is accurately stated in SALMOND ON THE LAW OF TORTS (13th Edn.) at p. 264: "No one is bound, save by contract, to take a chattel to the owner of it; his only obligation is not to prevent the owner from getting it when he comes for it" That has been the law ever since the case to which we were referred of Clements v. Flight
(1). The judgment of the court
(2)makes it quite clear that, in order that there should be a wrongful detention of goods, the defendant must withhold the goods and prevent the plaintiff from having possession of them. He is not bound to be active and send the goods back unless there is an obligation by contract to do so.» Στη δοσμένη περίπτωση οι φαρμακευτικές υπηρεσίες δεν είχαν υποχρέωση να αφαιρέσουν το φάρμακο από τους περιέκτες, όπως ούτε να το μεταφέρουν στην ενάγουσα. Πολύ περισσότερο οι φαρμακευτικές υπηρεσίες δεν είχαν υποχρέωση έκδοσης πιστοποιητικού αποδέσμευσης παρτίδας, ως ήτο η απαίτηση της ενάγουσας με την επιστολή τεκμήριο 5α. Δυνάμει όλων των πιο πάνω διαπιστώσεων καταλήγω ότι η ενάγουσα δεν απέδειξε παράνομη κατακράτηση. Εν πάση περιπτώσει, οι φαρμακευτικές υπηρεσίες απέσεισαν το βάρος, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, που θέτει το εδάφιο
(2)του άρθρου 37, εφόσον οι διαπιστώσεις του δικαστηρίου οδηγούν στο αδιαμφισβήτητο συμπέρασμα ότι πρόθεσή τους δεν ήταν να κρατήσουν το φάρμακο, άλλωστε σε κάποιο στάδιο επέστρεψαν τούτο στην ενάγουσα, και ότι η διαιώνιση της κατοχής τούτου μέχρι σήμερα δεν είναι παράνομη εφόσον ο λόγος δια τον οποίο εξακολουθεί να υφίσταται (η κατοχή του φαρμάκου) οφείλεται στις απαιτήσεις της ενάγουσας που εκφεύγουν των υποχρεώσεων των φαρμακευτικών υπηρεσιών, οι οποίες ανέκαθεν ήταν πρόθυμες να επιστρέψουν το φάρμακο. Για όλους τους λόγους που πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω καταλήγω ότι αν και η ενάγουσα απέδειξε ότι το φάρμακο κατέχεται από τις φαρμακευτικές υπηρεσίες, απέτυχε να αποδείξει ότι η κατακράτηση τούτου είναι παράνομη. Κατ' επέκταση απέτυχε να αποδείξει το αδίκημα του άρθρου 37 του Κεφ. 148. Ως εκ των πιο πάνω η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της υπεράσπισης και εναντίον της ενάγουσας. Τα έξοδα να υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και να εγκριθούν από το δικαστήριο. (Υπ)...................................... Λ.Α. Παντελή, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /εκ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.