ΚΩΣΤΑΚΗΣ ΚΑΣΙΝΙΔΗΣ ΕΛΑΙΟΧΡΩΜΑΤΙΣΤΕΣ ΛΙΜΙΤΕΔ ν. ΘΕΟΦΑΝΗΣ ΤΤΟΦΑΡΗΣ ΥΙΟΙ ΛΙΜΙΤΕΔ, Αρ. Υπόθεσης: 7607/2012, 13/6/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:A229 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Φ. Καπετάνιου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 7607/2012 Μεταξύ: ΚΩΣΤΑΚΗΣ ΚΑΣΙΝΙΔΗΣ ΕΛΑΙΟΧΡΩΜΑΤΙΣΤΕΣ ΛΙΜΙΤΕΔ Ενάγοντες και ΘΕΟΦΑΝΗΣ ΤΤΟΦΑΡΗΣ & ΥΙΟΙ ΛΙΜΙΤΕΔ Εναγομένων ------------------------------- Αίτηση ημερομηνίας 1.2.2013 Ημερομηνία: 13 Ιουνίου, 2013 Εμφανίσεις: Για Εναγόμενους-Αιτητές: κ. Δημητρίου Για Ενάγοντες-Καθ΄ ων η Αίτηση: κ. Πανάγος ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αίτηση τους οι εναγόμενοι-αιτητές ζητούν την έκδοση διατάγματος που να ακυρώνει και/ή παραμερίζει (set aside) προηγουμένως εκδοθείσα υπ' αυτού απόφαση στην υπό τον ως άνω αριθμόν και τίτλο αγωγή ημερομηνίας 10/01/2013. Η αίτηση βασίζεται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.17 Θ.10, Δ.48 Θ.1 έως 9(
- h)και πλαισιώνεται από την ένορκη δήλωση του Ηλία Ττοφαρή Δημητρίου. Με την ένορκη δήλωση του ο κ. Ττοφαρή, ο οποίος είναι διευθυντής των εναγομένων, αναφέρει ότι στις 13/11/2012 του είχε επιδοθεί το κλητήριο ένταλμα στην υπό τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο αγωγή. Την επόμενη μέρα της επίδοσης, δηλαδή στις 14/11/2012 εξουσιοδότησε, ως διευθυντής των εναγομένων, το δικηγόρο του κ. Χριστόφορο Δημητρίου να εμφανιστεί για την εναγόμενη εταιρεία και να την εκπροσωπήσει στο Δικαστήριο. Ακολούθως προσθέτει ο ενόρκως δηλών ότι στις 26/11/2012 ο δικηγόρος του τον ενημέρωσε ότι είχε καταχωρηθεί το σχετικό σημείωμα εμφάνισης και είχε δοθεί αντίγραφο στου δικηγόρους των εναγόντων. Στις 28/01/2013, ο δικηγόρος του τον ενημέρωσε ότι την επόμενη μέρα θα πήγαινε στη Λευκωσία για να καταχωρήσει και την υπεράσπιση για την πιο πάνω υπόθεση. Στις 29/01/2013, ο δικηγόρος του τον ενημέρωσε ότι, κατόπιν τηλεφωνικής επικοινωνίας με το γραφείο των δικηγόρων των εναγόντων, εκδόθηκε απόφαση εναντίον της εναγόμενης εταιρείας στις 10/01/2013 λόγω μη καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης μετά από σχετική αίτηση των εναγόντων. Την ίδια μέρα ο δικηγόρος της εταιρείας τον ενημέρωσε ότι μετά από έρευνα που έκανε ανακάλυψε ότι εκ παραδρομής ο αριθμός ο οποίος αναφερόταν στο σημείωμα εμφάνισης (αρ. αγ. 3440/12) ως αριθμός αγωγής ήταν διαφορετικός με πραγματικό αριθμό της αγωγής (7607/12) παρόλο που τα ονόματα των διαδίκων ήταν τα ορθά. Από τα πιο πάνω είναι η θέση του ότι προκύπτει ότι η εναγόμενη εταιρεία δεν είχε πρόθεση να μην εμφανιστεί και θεωρεί ότι πρόκειται για τυπικό λάθος στην καταχώρηση του σχετικού εντύπου αφού τόσο ο ίδιος όσο και ο δικηγόρος του μετά από διαβεβαίωσή του πίστευαν λογικά αφού κανένας δεν τους ενημέρωσε ότι είχαν καταχωρήσει δεόντως το σχετικό έντυπό. Νομιζόμενος προσθέτει ο ενόρκως δηλών ότι είχε καταχωρηθεί το σημείωμα εμφάνισης με το σωστό τύπο και τρόπο προετοιμάζονταν πλέον με το δικηγόρο της εταιρείας για την καταχώρηση της υπεράσπισης και ανταπαίτησης. Το ελαττωματικό σημείωμα εμφάνισης το οποίο καταχώρησαν, το οποίο και επισυνάπτει ως Τεκμήριο 1, δεν ήταν αποτέλεσμα δόλου, ούτε καταστρατήγησης της διαδικασίας, αλλά, προϊόν τυπογραφικού λάθους. Την ίδια μέρα επίσης, προσθέτει ο ενόρκως δηλών, πληροφορήθηκε από το δικηγόρο της εταιρείας την πρόθεση του για καταχώρηση της παρούσας αίτησης που να ακυρώνει και/ή παραμερίζει (set aside) την εκδοθείσα στις 10/1/2013 απόφαση στην υπό τον ως άνω αριθμόν και τίτλο αγωγή ημερομηνίας 10/01/2013, αίτηση την οποία συμφώνησαν ότι έπρεπε να γίνει όσο το δυνατό πιο σύντομα και άμεσα. Τέλος ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι σε καμία των περιπτώσεων δεν αγνόησε την αγωγή αλλά αντίθετα έπραξε τα δέοντα από την πλευρά του ώστε να λάβει μέρος στη διαδικασία να εμφανιστεί η εταιρεία και να αντιπροσωπευθεί από δικηγόρο. Ο ίδιος δηλώνει ότι ενδιαφέρεται για την υπόθεση του για την οποία έχει πάρα πολύ καλή, βάσιμη και ξεκάθαρη υπεράσπιση αλλά και ανταπαίτηση εναντίων των εναγόντων. Όσον αφορά τα γεγονότα της υπόθεσης πιστεύει ειλικρινά ότι η εναγόμενη εταιρεία έχει πάρα πολύ καλή, βάσιμη και ξεκάθαρη υπεράσπιση αλλά και ανταπαίτηση εναντίων των εναγόντων για ζημιές οι οποίες προκλήθηκαν στην εναγόμενη από κακοτεχνίες αλλά και πλημμελή τέλεση των εργασιών και υποχρεώσεων των εναγόντων. Περαιτέρω και ειδικότερα αναφέρει τα πιο κάτω: « Α. Κατά τον ουσιώδη χρόνο της παρούσας αγωγής η εναγόμενη εταιρεία-αιτήτρια ασχολείτο με την ανάληψη εργολαβιών και συμφώνησε προφορικά με τους ενάγοντες να αναλάβουν υπεργολαβικά κάποιες εργασίες της ειδικότητας τους. Β. Οι ενάγοντες για κάθε εργασία εξέδιδαν στην αρχή αυτής τα σχετικά τιμολόγια με τα σχετικά ποσά τα οποία συμφωνούσαν προφορικά οι Διάδικοι αναλογούντων της έκτασης και του είδους της εργασίας. Γ. Όλα τα ποσά από τη μεταξύ τους συνεργασία εκ μέρους των εναγομένων έχουν πληρωθεί με την έκδοση σχετικών επιταγών στο όνομα των εναγόντων και η εταιρεία ουδέν ποσό οφείλει στους ενάγοντες. Δ. Τα ποσά τα οποία αναφέρουν οι ενάγοντες στη αγωγή είναι προϊόν της φαντασίας τους και ουδεμία σχέση έχουν με την πραγματικότητα, είναι παράλογα, ουδέποτε συμφωνηθήκαν και δεν συνάδουν με τα τιμημένα τιμολόγια τα οποία οι ίδιοι εξέδιδαν. Ε. Οι ενάγοντες περαιτέρω αξιούν χρήματα για εργασία η οποία ποτέ δεν τους ανατέθηκε από την εναγόμενη εταιρεία και για εργασία που πιθανόν να εκτέλεσαν αλλά σε καμία των περιπτώσεων προς όφελος της εναγόμενης εταιρείας ή κατά παραγγελία αυτής και αναφέρομαι σχετικά στις ισχυριζόμενες εργασίες στο Διαμ. 402 της πολυκατοικίας <<Leo Good>> στη οδό Σεβέρη 22 στη Λευκωσία. Δ. Περαιτέρω οι ενάγοντες ανέλαβαν κάποιες εργασίες στην οικία της Ελπινίκης και του Ανδρέα Νικολάου στη Λακατάμια επαρχίας Λευκωσίας προς όφελος των εναγομένων τις οποίες παρ΄ όλο που πληρώθηκαν από τους εναγόμενους μετά από την έκδοση σχετικού τιμολογίου εν τούτοις οι ενάγοντες με κακοτεχνίες αλλά και με πλημμέλεια στις εργασίες τους προξένησαν ζημιά στους εναγόμενους με αποτέλεσμα να μην εκδοθεί τελική έγκριση για την εν λόγο οικεία. (Επισυνάπτεται αντίγραφο απόρριψης αίτηση για τελική έγκριση ΤΕΚ2). Ε. Η απόρριψη τους αιτήματος τελικής έγκριση αφορά τις εργασίες που τέλεσαν οι ενάγοντες με αποτέλεσμα να αναγκαστούν οι εναγόμενοι να πληρώσουν το ποσό των €4000 για επιδιόρθωση και ανακατασκευή του έργου και της ζημιάς που προκάλεσαν οι ενάγοντες. Ζ. Οι εναγόμενοι ουδέν ποσό οφείλουν στους ενάγοντες και περαιτέρω προτίθενται αν τους δοθεί η ευκαιρία να ζητήσουν ανταπαιτικός το ποσό το οποίο αναφέρεται στην παράγραφο 13 Ε . Η. Οι Καθ'ων η Αίτηση εκδικητικά ή/και κακόβουλα ή/και ωθούμενοι από μίσος προς την Αιτήτρια απαιτούν τα πιο πάνω ποσά ως μέτρο πίεσης της εναγόμενης - αιτήτριας εταιρείας ώστε να δίνει υπεργολαβικά διάφορες εργασίες στους ενάγοντες. Θ. Η απαίτηση των Καθ'ων η Αίτηση είναι έκδηλα αβάσιμη και ωθούμενη από αλλότριους σκοπούς δηλαδή εκδίκηση από τους ενάγοντες τους οποίους θεωρούν υπεύθυνους για τη μείωση των εργασιών τους.» Από όλα τα πιο πάνω είναι η θέση του ενόρκως δηλούντα ότι είναι δίκαιο και εύλογο όπως επιτραπεί ο παραμερισμός ή/και η ακύρωση της επίδικης δικαστικής απόφασης έτσι ώστε να θέσει η εναγομένη ενώπιον του Δικαστηρίου τη δική της υπόθεση, ισχυρισμούς, θέσεις και να ακουστούν τα πλήρη γεγονότα και το Δικαστήριο να εκδικάσει την υπόθεση αφού ακούσει τα πλήρη γεγονότα αυτής. Πέραν των πιο πάνω είναι η εισήγηση του ενόρκως δηλούντα ότι με την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος οι ενάγοντες δεν θα υποστούν οποιαδήποτε ζημιά ή βλάβη και εν πάση περιπτώσει το συμφέρον της δικαιοσύνης απαιτεί να δοθεί η ευκαιρία στην εναγομένη να ασκήσει τα συνταγματικά δικαιώματα της και το δικαίωμα φυσικής δικαιοσύνης για να ακουστεί στην υπόθεση που αντιμετωπίζει. Η παρούσα καταχωρήθηκε άμεσα μετά την πληροφόρηση για την έκδοση απόφασης χωρίς να υπάρχει καθυστέρηση ώστε να μην δημιουργηθούν τετελεσμένα για τους διαδίκους. Οι ενάγοντες στις 2.5.2013 καταχώρησαν την ένσταση τους, η οποία περιέχει μεταξύ άλλων τους ακόλουθους λόγους ένστασης: (α) Η αμέλεια δικηγόρου δεν συνιστά λόγο για την ικανοποίηση της αιτούμενης θεραπείας. (β) Οι Εναγόμενοι στερούνται εκ πρώτης όψεως καλής Υπεράσπισης και/ή δεν προκύπτει από την Ένορκη Δήλωση τους καλή Υπεράσπιση σχετικά με την ουσία της υπόθεσης. (γ) Οι Αιτητές προσέρχονται ενώπιον του δικαστηρίου κακή τη πίστη, αποκρύβουν την αλήθεια ενώ προβάλλουν ψευδείς και/ή ανυπόστατους ισχυρισμούς στην προσπάθεια τους να δικαιολογήσουν τα αδικαιολόγητα και/ή για να πείσουν ότι δήθεν έχουν υπεράσπιση και/ή ανταπαίτηση εναντίον των Εναγόντων. (δ) Δεν δίδεται ικανοποιητική δικαιολογία για την παράλειψη καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης. (ε) Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που θέτουν οι Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμοί και η Νομολογία για την ικανοποίηση της αιτούμενης θεραπείας και/ή οι Εναγόμενοι έχουν την συνήθεια να μην συμμορφώνονται με τους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς και/ή η διαγωγή των Εναγομένων είναι ασυγχώρητη, περιφρονητική μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων των Εναγόντων, και το Δικαστήριο πρέπει να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια και να αρνηθεί να παραμερίσει την απόφαση. (στ) Η παρούσα αίτηση είναι νομικά και/ή ουσιαστικά αβάσιμη και/ή απαράδεκτη και/ή αστήρικτη και/ή αδικαιολόγητη και/ή καταχρηστική. (ζ) Δεν δίδεται καλός λόγος για παραμερισμό της απόφασης και/ή άδειας Δικαστηρίου στους Εναγόμενους να προβάλουν υπεράσπιση. Η ένσταση των εναγόντων στηρίζεται στην ένορκη δήλωση του κ. Κωστάκη Κασινίδη, διευθυντή των εναγόντων, ο οποίος δηλώνει ότι γνωρίζει καλά τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης από προσωπικό χειρισμό και εμπλοκή σ΄ αυτήν. Ο ενόρκως δηλών πλην του ισχυρισμού ότι η αγωγή πράγματι επιδόθηκε δεόντως στους εναγόμενους, δεν παραδέχεται το περιεχόμενο των παραγράφων 1, 2 και 3 της ένορκης δήλωσης. Αρνούμενος επίσης όλους τους λοιπούς ισχυρισμούς που περιέχονται στην ένορκη δήλωση του διευθυντή των εναγομένων αναφέρει τα ακόλουθα: Κατόπιν πληροφόρησης που είχε από τους δικηγόρους του η αμέλεια δικηγόρου δεν συνιστά λόγο για την ικανοποίηση της αιτούμενης θεραπείας. Ακόμα και αν πράγματι καταχωρείτο το σχετικό σημείωμα εμφάνισης με λάθος αριθμό αγωγής, τότε θα έπρεπε οι δικηγόροι του να είχαν παραλάβει πιστό αντίγραφο του εν λόγω σημειώματος εμφάνισης, στο οποίο να αναγράφετο ο λάθος αριθμός αγωγής. Αντίθετα, οι δικηγόροι του τον ενημέρωσαν ότι ουδέποτε πριν από την επίδοση σ' αυτούς της παρούσας Αίτησης έλαβαν το εν λόγω σημείωμα εμφάνισης και ως εκ τούτου οι ισχυρισμοί των εναγομένων είναι αναληθείς. Πέραν των πιο πάνω είναι η θέση του ενόρκως δηλούντα ότι δεν προσφέρεται επαρκής μαρτυρία προς απόδειξη του ισχυρισμού τους για την καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης με λάθος αριθμό. Οι εναγόμενοι αναφέρουν ότι καταχωρήθηκε σημείωμα εμφάνισης στις 26/11/2012, και στις 29/1/2013 θα καταχωρείτο η υπεράσπιση τους, δηλαδή 2 μήνες μετά. Αυτό σημαίνει ότι οι εναγόμενοι θα καθυστερούσαν για περισσότερο από δύο μήνες να καταχωρήσουν υπεράσπιση δίνοντας ούτως η άλλως το δικαίωμα στους ενάγοντες να προχωρήσουν σε έκδοση απόφασης λόγω μη καταχώρησης υπεράσπισης σύμφωνα με τους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς, ακόμα και αν καταχωρείτο σωστά το σημείωμα εμφάνισης τους. Οι εναγόμενοι συνηθίζουν , είναι η θέση του, να μην συμμορφώνονται με τους δικαστικούς κανονισμούς και η διαγωγή τους είναι ασυγχώρητη, περιφρονητική μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων των εναγόντων και το Δικαστήριο πρέπει να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια και να αρνηθεί να παραμερίσει την απόφαση. Όσον αφορά τους ισχυρισμούς που προβάλλουν για ύπαρξη εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης είναι η θέση του ενόρκως δηλούντα ότι σε καμία περίπτωση τους υποστηρίζουν για τους πιο κάτω λόγους: «(α) Για κάθε ποσό που επρόκειτο να πληρώσουν οι Εναγόμενοι εκδίδετο τιμολόγιο τοις μετρητής για το συγκριμένο αυτό ποσό και το τιμολόγιο αυτό παραδίδετο στους Εναγόμενους με την ταυτόχρονη πληρωμή του συγκεκριμένου ποσού στους Ενάγοντες. (β) Το τιμολόγιο αρ. 175 ημερομηνίας 8/6/2007 όπως και τα υπόλοιπα τιμολόγια αφορούν χρεώσεις μέρους μόνο της συνολικής εργασίας που εκτέλεσαν οι Ενάγοντες και μέρους μόνο της συμφωνηθείσης αμοιβής των Εναγόντων (γ) Τα τιμολόγια με αριθμό 223, 349 και 578 ημερομηνίας 28/9/2007, 28/4/2008 και 6/3/2009 αντίστοιχα αναφέρουν ξεκάθαρα ότι το ποσό χρέωσης του κάθε τιμολογίου είναι έναντι των εργασιών που εκτελέστηκαν στην οικία Ρόη και Ρεβέκκας Κασάπη και όχι προς εξόφληση του συνόλου των εργασιών. Τα εν λόγω τιμολόγια έχουν πράγματι πληρωθεί όχι όμως το σύνολο της αμοιβής των Εναγόντων και παραμένει υπόλοιπο για το οποίο έχει εκδοθεί απόφαση. (δ) Το ίδιο έγινε και με τα τιμολόγια αρ. 766 και 739 ημερομηνίας 31/5/2010 και 19/3/2010 αντίστοιχα τα οποία εκδόθηκαν για συγκεκριμένο ποσό και πράγματι πληρώθηκαν όχι προς εξόφληση του συνόλου της αμοιβής των Εναγόντων αλλά προς εξόφληση μεν των συγκεκριμένων τιμολογίων έναντι δε της αμοιβής των Εναγόντων και παραμένει υπόλοιπο για τα οποίο επίσης έχει εκδοθεί απόφαση.» Από όλα τα πιο πάνω είναι η εισήγηση του ενόρκως δηλούντα ότι κανένας ουσιαστικός λόγος προβάλλεται για παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης ή και παροχής άδειας για καταχώρηση υπεράσπισης. Οι εναγόμενοι στερούνται υπεράσπισης και οι ισχυρισμοί τους περί του αντιθέτου, δεν ικανοποιούν τις προϋποθέσεις για να παραμεριστεί η εκδοθείσα απόφαση. Περαιτέρω, εάν οι εναγόμενοι πράγματι πιστεύουν ότι έχουν αξίωση εναντίον των εναγόντων ουδέν κώλυμα ή εμπόδιο έχουν για να διεκδικήσουν την αξίωση τους αυτή δικαστικώς με νέα αγωγή. Η υπό κρίση αίτηση αναφέρει ο ενόρκως δηλών υποβάλλεται με μεγάλη καθυστέρηση και η όλη συμπεριφορά των εναγομένων συνιστά συμπεριφορά περιφρόνησης του δικαστηρίου και της δικαιοσύνης καθώς και πλήρη αδιαφορία για την υπόθεση τους. Τυχόν παραμερισμός της εκδοθείσας απόφασης θα επαναφέρει τους διαδίκους στην προ της απόφασης νομική κατάσταση με αποτέλεσμα την μεγάλη καθυστέρηση στην ικανοποίηση της αξίωσης των εναγόντων κατά παράβαση της συνταγματικής επιταγής για ταχεία απονομή της δικαιοσύνης με την διάγνωση των αστικών τους δικαιωμάτων και υποχρεώσεων εντός εύλογου χρόνου. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, ο ενόρκως δηλών ζητά την απόρριψη της αίτησης με έξοδα σε βάρος των εναγομένων. Τα πιο πάνω είναι όσα τέθηκαν από πλευράς μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου, εφόσον οι ενόρκως δηλούντες δεν αντεξετάστηκαν. Ακολούθησαν οι αγορεύσεις των δικηγόρων των μερών με τις οποίες ο κάθε ένας με αναφορά στη σχετική επί του θέματος νομολογία υποστήριξε τις θέσεις του. Η εξουσία του Δικαστηρίου για παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης η οποία παρέχεται από τη Δ.17 Κ. 10 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Κανονισμών εμπίπτει στο πλαίσιο της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Οι νομικές αρχές που διέπουν το θέμα αυτό αναλύονται στην υπόθεση Evans v. Bartlam
(1937)2 All E.R. 646, όπως αυτές υιοθετήθηκαν και εφαρμόζονται στην Κυπριακή νομολογία - δες Phylactou v. Michael
(1982)1 C.L.R. 204, Mine & Quarry Services Ltd v. Γεωργίου
(1993)1 Α.Α.Δ. 36, Merkis General Bonded Warehouse v. Yiannoukas Ltd
(1994)1 A.A.Δ. 736, Ανδρέας Κλεάνθους ν. TRADEX LTD
(1998)1 Β Α.Α.Δ. 988, Έρμος Δωρίτης ν Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ (Πολ. Έφ. 405/2008 ημερ. 8.3.2012 όπως επίσης και στην Claire Morris v Saratoga Swimming Pools Ltd (Πολ. Εφ. 145/2009 ημερ. 10.4.2012). Σύμφωνα με τη νομολογία το Δικαστήριο έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια στο να αποφασίζει τον παραμερισμό ή όχι εκδοθείσας απόφασης η οποία ασκείται αφού εξισορροπηθούν διάφοροι παράγοντες όπως η επάρκεια της δικαιολογίας για τη μη εμφάνιση, η ανάγκη διαφύλαξης του τελεσίδικου μιας απόφασης και το βασικό κριτήριο, για το οποίο ο αιτητής επίσης φέρει το βάρος απόδειξης, ότι έχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση επί της ουσίας της αγωγής - Zehil ν Roberts
(2009)1 Α Α.Α.Δ. 678, Claire Morris v Saratoga Swimming Pools Ltd (πιο πάνω), Siberia Air v Πούλλικα
(2005)1 Α.Α.Δ. 893, Evans v. Bartlam και Merkis General Bonded Warehouse v. Yiannoukas Ltd (πιο πάνω). Τι αποτελεί εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση ("prima facie defence") όπως το έθεσε ο Lord Atkin στην υπόθεση Evans v. Bartlam (πιο πάνω) επεξήγησε ο Megarry V.C. στην υπόθεση Land Securies plc v. Receiver from the Metropolitan Police District
(1980)1 W.L.R. 439 ως ακολούθως: «If the term "prima facie case" is used, I think that this is to be understood in the sense of a case made out by the landlord, without the need to evaluate any rebutting evidence put forward by the tenant. That is why Diplock L.J., at p. 80 used the term "bona fide arguable case": and the unanimous view of the Court that the point ought not to be tried twice over seems to point strongly to the phrase "prima facie case" bearing the meaning that I have indicated». Στην υπόθεση Έρμος Δωρίτης ν Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ (πιο πάνω) το Δικαστήριο με παραπομπή στην υπόθεση Orams κ.α. ν Αποστολίδη
(2006)1 Β Α.Α.Δ. 1402 ανέφερε μεταξύ άλλων ότι απαιτείται από τον εναγόμενο - αιτητή να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση και προς τούτο θα πρέπει να δώσει επαρκή στοιχεία που να δικαιολογούν επανάνοιγμα της υπόθεσης. Η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου έχει ως πρωταρχικό, όπως χαρακτηρίστηκε, παράγοντα την αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως συζητήσιμης υπεράσπισης. Καθοδηγητική επίσης στο θέμα αυτό είναι η υπόθεση Phylactou v. Michael (πιο πάνω) στην οποία ο Δικαστής Πικής (όπως ήταν τότε) επεξήγησε ότι θα ήταν αντινομικό εκ μέρους του πρωτόδικου Δικαστηρίου να αποφασίσει επί της ορθότητας οποιονδήποτε γεγονότων που τίθενται ενώπιον του στο στάδιο της αίτησης, διότι το έργο του εξαντλείται στο να διακρίνει κατά πόσο αποκαλύπτεται επαρκής υπεράσπιση, που είναι και το βασικό κριτήριο που θα δικαιολογούσε το επανάνοιγμα της υπόθεσης. Όπως λέχθηκε και στην υπόθεση Καλλής ν. Alpha Bank Ltd
(2002)1 Α.Α.Δ. 793, η αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης προϋποθέτει και εξυπακούει κάτι περισσότερο από την απλή παράθεση από τον αιτητή μιας εκδοχής διαφορετικής από αυτή του ενάγοντα. Θα πρέπει να προσκομιστούν κάποια αποδεικτικά στοιχεία τα οποία θα πρέπει να εμπεριέχουν κάποιο βαθμό πειστικότητας, ώστε να μην ασκείται επί ματαίω η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό δεν προβαίνει σε αξιολόγηση μαρτυρίας. Ένας άλλος παράγοντας που το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη είναι κατά πόσο ο αιτητής έχει σοβαρό και εύλογο λόγο για τον οποίο δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο για να καταχωρήσει εμφάνιση και άφησε να εκδοθεί απόφαση εναντίον του καθώς επίσης και τον χρόνο που πέρασε από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης του Δικαστηρίου μέχρι την καταχώρηση της παρούσας αίτησης - Evans v. Bartlam, Phylactou v. Michael και Mine & Quarry Services Ltd v. Γεωργίου (πιο πάνω). Όπως έχει νομολογιακά λεχθεί στην τελευταία υπόθεση, η ανεξήγητη αργοπορία είναι παράγων που ασκεί έντονα αρνητική επίδραση κατά του διαδίκου που παρέλειψε να κινηθεί με την πρώτη δυνατή ευκαιρία για να διεκδικήσει το δικαίωμα να ξανανοίξει την υπόθεση του. Η ίδια θέση υιοθετήθηκε και στην απόφαση Ανδρέας Κλεάνθους ν. TRADEX LTD (πιο πάνω) όπου ο έντιμος Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου Κραμβής αναφέρει χαρακτηριστικά τα ακόλουθα: «.. η αποκάλυψη συζητήσιμης ή εκ πρώτη όψεως υπεράσπισης δεν υπερακοντίζει ανυπερθέτως κάθε σοβαρή καταφρόνηση της διαδικασίας η οποία διαπιστώνεται από τον συγκεκριμένο εναγόμενο. Αυτό σημαίνει πως δεν πρέπει να θεωρείται ως δεδομένος ο παραμερισμός της απόφασης εκ μόνου του λόγου ότι ο εναγόμενος αποκαλύπτει συζητήσιμη ή εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Βλ. K.C.P. Commission Agent and Importers Ltd v. Mιχαήλ
(1993)1 Α.Α.Δ. και Mine and Quarry Serv. Ltd v. Γεωργίου (ανωτέρω).» Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου στο κατά πόσο θα διατάξει τον παραμερισμό μιας απόφασης ή όχι συναρτάται και άμεσα από την συμπεριφορά που επιδεικνύει ο αιτητής έναντι της δικαστικής διαδικασίας. Όπως αναφέρεται και στην υπόθεση Phylactou v. Michael (πιο πάνω), όπου η συμπεριφορά του αιτητή είναι αδικαιολόγητη και προσβλητική σε βαθμό καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου, το Δικαστήριο μπορεί να μην διατάξει τον παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης. Η ίδια αυτή αρχή υιοθετήθηκε και στις πιο πρόσφατες υποθέσεις Zehil ν Roberts (πιο πάνω), Claire Morris v Saratoga Swimming Pools Ltd (πιο πάνω) και Siberia Air v Πούλλικα (πιο πάνω). Καταληκτικά αναφέρω ότι αποτελεί έργο του Δικαστηρίου να ισοζυγίσει τους δύο παράγοντες που είναι θεμελιώδεις για την απονομή της δικαιοσύνης, την ανάγκη από την μια αποτελεσματικής διασφάλισης του δικαιώματος ακρόασης του διαδίκου και την ανάγκη από την άλλη διασφάλισης της ταχείας διεκπεραίωσης των δικαστικών υποθέσεων. Το Δικαστήριο έχει πάντοτε την υποχρέωση να διασφαλίζει το δικαίωμα κάθε διαδίκου για δίκαιη δίκη και το συγκεκριμένο δικαίωμα δεν μπορεί να διασφαλιστεί χωρίς ο διάδικος να έχει ελεύθερη πρόσβαση στο Δικαστήριο. Το Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ερμηνεύοντας το άρθρο 6
(1)της Σύμβασης θεώρησε ότι η πρόσβαση στο Δικαστήριο και το ταυτόχρονο δικαίωμα του διαδίκου να ακουστεί δεν πρέπει μόνο να διατυπώνονται αλλά θα πρέπει να είναι και αποτελεσματικά. Σχετικά παραθέτω αυτούσιο το μέρος από την απόφαση Saratoga Swimming Pools Ltd (πιο πάνω): «Στην υπόθεση Οργανισμός Χρηματοδότησης Τράπεζας Κύπρου Λτδ., ν. Μιχαήλ
(2003)1(Β) 1044 αναφέρθηκε ότι: «Το δικαίωμα κάθε ατόμου να λαμβάνει γνώση δικαστικής διαδικασίας που να τον αφορά, και να ακούεται σ' αυτή, είναι αυτονόητο και αυτόδηλο.» (Βλ. επίσης Α.Ε.2572, Δημοκρατία ν. Ζήνα Πουλλή
(2001)3 ΑΑΔ 1060). Βέβαια, το δικαίωμα για δίκαιη δίκη συναρτάται προς τα δικαιώματα άλλων διαδίκων. Κριτήριο είναι πάντοτε η αρχή της αναλογικότητας και τα συμφέροντα της δικαιοσύνης. Όπως αναφέρθηκε στην Κολλάτου ν. Παναγιώτου
(2003)1(Β) ΑΑΔ 895: «Στην αποτίμηση των συμφερόντων της δικαιοσύνης, προέχει η διασφάλιση δικαίας δίκης, η οποία συναρτάται τόσο με το δικαίωμα εκατέρου των διαδίκων να ακουστεί στην υπόθεσή του, όσο και με τη διεκπεραίωση της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο. Οι Θεσμοί έχουν ως κύριο αντικείμενο την καθιέρωση του θεσμικού πλαισίου για τη διασφάλιση δικαίας δίκης. .......................... Η τήρηση των διαδικαστικών κανόνων δεν αποτελεί αυτοσκοπό αλλά το μέσο για την επίτευξη δικαίας δίκης. Εφόσον παρέκκλιση από τα θέσμια δεν αναιρεί το σκοπό, αυτή αντιμετωπίζεται θετικά. Αντιμετωπίζεται αρνητικά, όταν αντιστρατεύεται τη διασφάλιση δικαίας δίκης, που εξυπακούει και την προστασία των δικαιωμάτων του αντιδίκου.» Tα δικαστήρια δεν πρέπει να αποστερούν το δικαίωμα του διαδίκου να ακουστεί, ιδιαίτερα όταν αποκαλύπτει καλή υπεράσπιση και όταν η συμπεριφορά του δεν είναι μεμπτή (Βλ. Phylactou v. Michael
(1982)1 CLR 204, 210, Γεωργίου ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τράπεζας Κύπρου (Αρ. 2)
(1999)1(Γ) ΑΑΔ 1938).»». Όπως ανέφερα και πιο πάνω η νομολογία επί του βάρους αποδείξεως σε τέτοιου είδους αιτήσεις αποκαλύπτει ότι το αποδεικτικό βάρος εξαντλείται με την παράθεση στην ένορκη δήλωση επαρκών εξηγήσεων και στοιχείων τόσο για την καθυστέρηση όσο και για την εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Η μαρτυρία που πρέπει να προσκομιστεί από τον αιτητή για να αποδείξει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση και δικαιολογημένη καθυστέρηση πρέπει να είναι υπό μορφή ένορκης δήλωσης ή άλλη έγγραφη μαρτυρία που να επισυνάπτεται στις ένορκες δηλώσεις, χωρίς προφορική μαρτυρία αλλά βεβαίως με δικαίωμα αντεξέτασης με βάση τη Δ.39 κ.1. Ο αιτητής έχει το βάρος να αποκαλύψει τα στοιχεία που θα συνιστούσαν την υπεράσπιση του (Γεώργιος Φρίξου Γεωργαλλίδης ν. Ταπελλογραφείου Κώστα Παύλου & Σία Λτδ,
(2000)1 Α.Α.Δ. 1101)). Στο στάδιο αυτό αναφέρω όμως ότι όλες οι πιο πάνω αρχές έχουν εφαρμογή μόνο εφόσον η απόφαση έχει εκδοθεί νομότυπα. Οι προϋποθέσεις για να υπάρξει εξουσία έκδοσης απόφασης ερήμην δυνάμει της Δ.17 είναι η καλή επίδοση του κλητηρίου εντάλματος στον εναγόμενο, εκπνοή της προθεσμίας για καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης και παράλειψή του να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης. Εάν οι προϋποθέσεις αυτές υπάρχουν τότε το θέμα παραμερισμού εξετάζεται με βάση τις αρχές που έχουν εκτεθεί πιο πάνω. Εάν όμως αποδειχθεί ότι η απόφαση εκδόθηκε χωρίς να έχουν ικανοποιηθεί οι προϋποθέσεις που θέτει η Δ.17, τότε ο εναγόμενος δικαιούται σε παραμερισμό της χωρίς να τίθεται θέμα διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου και χωρίς να υπάρχει δυνατότητα να τεθούν όροι από το Δικαστήριο σε σχέση με τον παραμερισμό. Όπως λέχθηκε στην απόφαση Γιωργαλλίδης ν. Χρίστου (Ττόμη)
(1997)1 Α.Α.Δ. 247, 250, όπου ακυρώθηκε το μέρος της πρωτόδικης απόφασης για παραμερισμό που αφορούσε την επιβολή όρου: «Από τη στιγμή που η επίδοση κρίθηκε κακή., το πρωτόδικο Δικαστήριο ήταν υποχρεωμένο ex debito justitiae να παραμερίσει την απόφαση και δεν ετίθετο θέμα άσκησης διακριτικής ευχέρειας. Έκαστος έχει το βασικό ανθρώπινο δικαίωμα να πληροφορηθεί για τα δικαστικά μέτρα εναντίον του, τους λόγους για τους οποίους καλείται να εμφανισθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και να προβάλει τους ισχυρισμούς του (βλ. Άρθρο 30.3 (α) και (β) του Συντάγματος).» (βλέπε επίσης και JZ Classic Music Pro Ltd v Alkadia Music Land Ltd ΠΕ 10897, 4.7.2002) Παρομοίως, όπως αναφέρεται στο The Supreme Court Practice 1982, Volume 1, στη σελίδα 157, παρ. 13/9/4: «Where a judgment is obtained irregularly the defendant is entitled ex debito justistiae to have it set aside. When setting aside an irregular judgment, the Court should impose no terms whatever on the defendant, not even contingent terms, such as that the costs should be costs in cause.» Έχοντας κατά νου τις πιο πάνω αρχές είναι φανερό ότι κακή επίδοση του κλητήριου εντάλματος εκθεμελιώνει την κανονικότητα της μετέπειτα διαδικασίας. Στην παρούσα υπόθεση δεν τίθεται θέμα κακής επίδοσης εφόσον, ο ενόρκως δηλών, διευθυντής της εναγόμενης εταιρείας, επιβεβαιώνει το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του επιδότη, η οποία είναι κατατεθειμένη στο φάκελο της υπόθεσης ως Τεκμήριο Α, ότι η επίδοση έγινε στον ίδιο (Δ.5 κ.7). Ερχόμενη συνεπώς να εξετάσω πρώτα το κατά πόσο η εναγόμενη εταιρεία μέσω του διευθυντή της έχει δώσει επαρκή και ικανοποιητική αιτιολογία για την παράλειψη της να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης παρατηρώ τα πιο κάτω. Η εναγόμενη εταιρεία, σύμφωνα πάντα με τη θέση του ενόρκως δηλούντα, την επομένη ημέρα της επίδοσης του κλητήριου εντάλματος σε αυτόν, επισκέφθηκε το δικηγόρο της εταιρείας στον οποίο και έδωσε οδηγίες για καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης. Ο δικηγόρος της εταιρείας προχώρησε στην ετοιμασία του σχετικού σημειώματος εμφάνισης, το οποίο, στις 26.11.2012 παρουσίασε για καταχώρηση στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας. Το εν λόγω σημείωμα εμφάνισης, ως ο ισχυρισμός του ενόρκως δηλούντα, διαφάνηκε σε κατοπινό στάδιο ότι καταχωρήθηκε με λάθος αριθμό. Σχετικά ο ενόρκως δηλών επισυνάπτει ως Τεκμήριο 1 σημείωμα εμφάνισης το οποίο φέρει υπογραφή Πρωτοκολλητή, σφραγίδα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας και ημερομηνία 26.11.2012 του οποίου ο αριθμός είναι σβησμένος και καλυμμένος από τον αριθμό 7607, ο οποίος είναι και ο αριθμός της παρούσας αγωγής. Σύμφωνα πάντα με τη θέση του ενόρκως δηλούντα ο δικηγόρος του τον ενημέρωσε στις 29.1.2013 ότι στις 10.1.2013 είχε εκδοθεί απόφαση εναντίον της εταιρείας του λόγω μη καταχώρησης εμφάνισης οπότε και από έρευνα που έγινε από το δικηγόρο της εταιρείας ανακαλύφθηκε το πιο πάνω λάθος. Τούτου δεδομένου προχώρησαν άμεσα σε καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης. Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι ο ενόρκως δηλών, διευθυντής της εναγόμενης εταιρείας την επόμενη που έλαβε γνώση για το κλητήριο ενημέρωσε το δικηγόρο της εταιρείας για την πρόθεση τους να υπερασπιστούν την αγωγή. Έκτοτε η επόμενη επικοινωνία τους ήταν στις 28.1.2013 όπου και ενημερώθηκε από το δικηγόρο του ότι θα καταχωρείτο η υπεράσπιση της εναγομένης κάτι το οποίο τελικά δεν κατέστη εφικτό εφόσον στις 29.1.2013 ενημερώθηκε από το δικηγόρο του, κατόπιν τηλεφωνικής επικοινωνίας με το δικηγόρο των εναγόντων ότι, στις 10.1.2013 είχε εκδοθεί απόφαση εναντίον της εταιρείας του. Το γεγονός της λήψης γνώσης της έκδοσης απόφασης εναντίον της εταιρείας δεν αμφισβητείται με οποιοδήποτε ουσιαστικό τρόπο ότι έγινε στις 29.1.2013, δηλαδή περί τις 19 ημέρες μετά την έκδοση της απόφασης και ακολούθησε η υπό κρίση αίτηση η οποία καταχωρήθηκε την 1.2.2013 δηλαδή εντός των επόμενων τριών ημερών. Οι πιο πάνω ενέργειες του ενόρκως δηλούντα και του δικηγόρου της εταιρείας κατά την κρίση μου δεν μπορεί να αποτελέσουν και κατ΄ επέκταση να θεωρηθούν ως ικανοποιητική εξήγηση για το γεγονός ότι επί της ουσίας ο ενόρκως δηλών, και διευθυντής της εταιρείας, δεν επικοινώνησε από τις 14.11.2012 με το δικηγόρο της εταιρείας για να ενημερωθεί για την πορεία της υπόθεσης και ανέμενε από τον τελευταίο να επικοινωνήσει μαζί του, κάτι το οποίο και έπραξε περί τους δύο μήνες μετέπειτα. Παρόλα αυτά όμως, δεν μπορώ να παραγνωρίσω ότι η μη καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης πρόκειται και για σφάλμα για το οποίο όπως φαίνεται δεν ευθύνεται η ίδια η εναγόμενη εταιρεία και ο διευθυντής της προσωπικά εφόσον αρχικά δεν επέδειξαν ουσιαστική και αδικαιολόγητη αδιαφορία για την υπόθεση, αφού ο ίδιος ο διευθυντής της αναφέρει ότι επισκέφθηκε τον δικηγόρο της εταιρείας την επόμενη ημέρα μετά την λήψη του κλητηρίου εντάλματος. Το γεγονός βέβαια ότι έκτοτε δεν ενδιαφέρθηκε για την υπόθεση της εναγόμενης παρά μόνο μετά την επικοινωνία του δικηγόρου του ότι θα πήγαινε Λευκωσία να καταχωρήσει την υπεράσπιση στις 29.1.2013 για τους λόγους που ανέφερα και πιο πάνω παρόλο που δεν αποτελεί από μόνο του επαρκή δικαιολογία δεν θεωρώ ότι αποτελεί ασυγχώρητη αμελή συμπεριφορά και ή ασέβεια στη δικαστική διαδικασία εφόσον ανέμενε ότι ο δικηγόρος της εταιρείας θα προχωρούσε στην λήψη όλων των αναγκαίων μέτρων. Πέραν τούτου σημειώνω ότι δεν υπήρξε ουσιαστική χρονοτριβή εκ μέρους της εναγόμενης στην καταχώριση της υπό εξέταση αίτησης εφόσον αυτή καταχωρήθηκε τρεις μέρες μετά που έλαβε γνώση ο ενόρκως δηλών για την έκδοση απόφασης εναντίον της εταιρείας και σε 20 περίπου μέρες μετά την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης αυτής. Υπό αυτές τις συνθήκες, θεωρώ συγχωρητέα την παράλειψη της εναγόμενης εταιρείας να εμφανισθεί έγκαιρα. Σχετική είναι η απόφαση στη Βίκα Πίκα Ντίσκο Λτδ κ.ά. ν. Χάπυ Στρήτς Ντίσκο Λτδ
(1997)1 Α.Α.Δ. 28 όπου κρίθηκε ότι καθυστέρηση στην καταχώριση εμφάνισης του εναγομένου, οφειλόμενη σε σφάλμα του δικηγόρου του, μπορεί να κριθεί συγχωρητέα και να παράσχει βάσιμο δικαιολογητικό της παράλειψης. Στην κατάληξη μου αυτή έλαβα υπόψη και τα όσα έχουν λεχθεί στην υπόθεση Καλλής Ξενοφών ν Alpha Bank Ltd
(2002)1 Α.Α.Δ. 793 ότι δηλαδή «κατά κανόνα διάδικος δεν μπορεί να προβάλλει το λάθος ή την αμέλεια ή την παράλειψη του δικηγόρου του για να πετυχαίνει την παράταση προθεσμιών ή την αναγέννηση δικαστικών διαδικασιών εφόσον κάτι τέτοιο θα αποτελούσε ένα εύσχημο τρόπο υπερφαλάγγισης των δικονομικών διατάξεων». Τα γεγονότα βέβαια της υπόθεσης Καλλής Ξενοφών ν Alpha Bank Ltd (πιο πάνω) διαφοροποιούνται από την παρούσα εφόσον στην εν λόγω υπόθεση είχε ήδη δοθεί χρόνος στο δικηγόρο που εμφανιζόταν για τον εναγόμενο να καταχωρήσει την υπεράσπιση του και δεν το έπραξε παρά τις παρατάσεις που του είχαν δοθεί από το Δικαστήριο. Ερχόμενη τώρα να εξετάσω κατά πόσο από την ενώπιον μου παραταθείσα μαρτυρία αποκαλύπτεται εκ πρώτης όψεως ή συζητήσιμη υπεράσπιση στην αγωγή, σημειώνω ότι η εναγομένη εταιρεία αμφισβητεί τα ποσά που οι ενάγοντες αναγράφουν στην αγωγή προβάλλοντας τη θέση ότι η μεταξύ τους συνεργασία γινόταν με την εξ αρχής έκδοση τιμολογίων με τα συμφωνηθέντα ποσά, ανάλογα με την έκταση της εργασίας. Στη δεδομένη περίπτωση είναι ο ισχυρισμός του ενόρκως δηλούντα ότι η εναγόμενη εταιρεία είχε εξοφλήσει πλήρως τους ενάγοντες για την εκτελεσθείσα εργασία και τα ποσά που απαιτούν δεν συνάδουν με τα τιμημένα τιμολόγια τα οποία οι ίδιοι εξέδιδαν. Τώρα όσον αφορά την από τους ενάγοντες ισχυριζόμενη εργασία στο διαμέρισμα με αριθμό 402 στην πολυκατοικία «Leo Good» οι εναγόμενοι προβάλλουν τη θέση ότι ουδέποτε ανέθεσαν στους ενάγοντες τέτοια εργασία και σε καμία περίπτωση αυτή η εργασία εάν εκτελέστηκε από τους ενάγοντες ήταν προς όφελος και ή κατά παραγγελία δική τους. Πέραν των πιο πάνω η εναγόμενη εταιρεία αναφέρει ότι σε σχέση με τις εργασίες που έγιναν στην οικία της Ελπινίκης και του Ανδρέα Νικολάου παρόλο που οι ενάγοντες πληρώθηκαν διαφάνηκε ότι υπήρχαν κακοτεχνίες λόγω των πλημμελών εργασιών των εναγόντων και οι ίδιοι αναγκάστηκαν να προβούν σε επιδιορθώσεις καταβάλλοντας το ποσό των €4.000 το οποίο προτίθενται να ζητήσουν από τους εναγόντες ανταπαιτητικώς. Από την άλλη οι ενάγοντες με την ένσταση τους προβάλλουν τη δική τους θέση, ότι η έκδοση τιμολογίων εγίνετο όταν η εναγόμενη εταιρεία προτίθετο να πληρώσει, και τα τιμολόγια τα οποία επισύναψαν στην ένορκη δήλωση του διευθυντή των εναγόντων προς έκδοση απόφασης ήταν έναντι των εργασιών που έγιναν και για τις οποίες υπήρχε το εναπομείναν ποσό για το οποίο επέτυχαν την έκδοση απόφασης. Συνυπολογίζοντας όλα τα πιο πάνω και πάντοτε σύμφωνα με τις αρχές της νομολογίας η εναγόμενη εταιρεία κατά την κρίση μου δίδει επαρκή στοιχεία και λεπτομέρειες σε σχέση με την υπεράσπισή της και δεν πρόκειται περί αόριστων και παντελώς ατεκμηρίωτων ισχυρισμών. Για τις εργασίες που έγιναν στα δύο πρώτα σπίτια ο ενόρκως δηλών, διευθυντής της εναγόμενης εταιρείας, δίδει τη δική του εξήγηση για τον τρόπο εργασίας τους, θέση η οποία έρχεται σε αντίθεση με αυτή του διευθυντή των εναγόντων. Σημειώνω ότι οι πιο πάνω θέσεις των μερών συνδέονται με τα κατατεθειμένα από τους ενάγοντες τιμολόγια για τα οποία οι τελευταίοι ισχυρίζονται ότι πληρώθηκαν «έναντι» των εργασιών που έκαναν ενώ οι εναγόμενοι ότι τα χρήματα τα οποία αναγράφουν πληρώθηκαν προς «πλήρη εξόφληση». Η αναφορά του κ. Πανάγου κατά την αγόρευση του στην παράλειψη των εναγόντων να παραθέσουν αντίγραφα των επιταγών πληρωμής ενόψει και της θέσης των εναγομένων για τον τρόπο συνεργασίας τους, όπως έχει αναφερθεί πιο πάνω, σε συνάρτηση βέβαια και με την θέση των εναγόντων ότι τα τιμολόγια τα οποία επισύναψαν και στα οποία αναφέρεται και στην ένσταση του ο διευθυντής των εναγόντων στην υπό κρίση αίτηση έχουν πληρωθεί δεν θεωρώ ότι μπορεί να βοηθήσει την πλευρά των εναγόντων με οποιοδήποτε τρόπο. Όπως έχει λεχθεί και στην υπόθεση Saratoga Swimming Pools Ltd (πιο πάνω): «Η αντιπαραβολή των δύο εκδοχών σε αιτήσεις για παραμερισμό απόφασης, είναι ορισμένες φορές αναπόφευκτη, αλλά αυτή θα πρέπει να περιορίζεται στα απολύτως αναγκαία, για τη διακρίβωση της καλοπιστίας των ισχυρισμών και κατά πόσο υπάρχει ή όχι εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Στην προκειμένη περίπτωση, ο πρωτόδικος δικαστής προχώρησε στην αξιολόγηση της ενώπιον του μαρτυρίας και διαμόρφωσε άποψη ως προς την ουσία της διαφοράς και αυτό μάλιστα με λανθασμένο τρόπο. .............................. Η Εφεσείουσα έθεσε ενώπιον του πρωτόδικου δικαστηρίου αρκετό υλικό, ένα ουσιαστικό μέρος του οποίου στην ουσία παρέμεινε αναντίλεκτο. Η κατάληξη του πρωτόδικου δικαστηρίου, ότι αυτό το υλικό δεν αποκάλυπτε εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση, ήταν εσφαλμένη. Επίσης, το δικαστήριο παρέλειψε να εξισορροπήσει τους διάφορους παράγοντες και ειδικά τη διασφάλιση του δικαιώματος ακρόασης και ελεύθερης πρόσβασης στο δικαστήριο, ιδιαίτερα στις περιπτώσεις, όπως εδώ, που η καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος, δεν ήταν μεγάλη.» Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω, και με δεδομένο πάντοτε ότι το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό δεν προβαίνει σε αξιολόγηση μαρτυρίας, κατάληξη μου, τουλάχιστον όσον αφορά τις εργασίες στα δύο πρώτα σπίτια, είναι ότι η εναγόμενη εταιρεία ενόψει και της θέσης που προβάλλει παρέχει επαρκή στοιχεία για τη στοιχειοθέτηση εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Στο σημείο αυτό αναφέρω ότι εάν και εφόσον το Δικαστήριο δεν ικανοποιείτο για την ύπαρξη συζητήσιμης υπεράσπισης σίγουρα τα όσα η εναγόμενη εταιρεία αναφέρει σε σχέση με την ύπαρξη ανταπαίτησης θα μπορούσαν να αποτελέσουν τη βάση για νέα αγωγή εναντίον των εναγόντων και όχι αποκλειστικό λόγο για παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης. Τώρα όσον αφορά την συμφωνία για τις εργασίες στο διαμέρισμα με αριθμό 402 στην πολυκατοικία «Leo Good» η εναγόμενη εταιρεία δηλώνει πλήρη άγνοια και ισχυρίζεται ότι ουδέποτε έγιναν από τη ίδια. Οι ενάγοντες ως προς τον ισχυρισμό αυτό της εναγομένης εταιρείας προβάλλουν τη γενική άρνηση τους στην παρ. 5 της ένορκης δήλωσης του κ. Κασινίδη. Όπως έχει λεχθεί και στην υπόθεση Iason Travel & Tours Ltd v L. Pashias Travel Ltd (Πολ. Εφ. 145/2010, ημερ. 19.2.2013): «Έχοντας υπόψη ότι η υπεράσπιση συνιστά παντελή άρνηση αγοράς των κατ΄ισχυρισμών πωληθέντων τουριστικών πακέτων, κρίνουμε ως ορθή τη θέση των εφεσειόντων-εναγομένων που εκφράζεται στην παράγραφο 7(α) του περιγράμματός του, ως ακολούθως: «7(α) Είναι η θέση των εφεσειόντων ότι η απόφαση του Πρωτόδικου Δικαστηρίου θα ήταν σωστή εάν οι ενάγοντες συνέδεαν με κάποιο τρόπο τους εναγόμενους με τα επίδικα τουριστικά πακέτα. Δεν μπορούν οι εναγόμενοι να δώσουν εξηγήσεις ή λεπτομέρειες για πράγματα για τα οποία δεν έχουν συνδεθεί με κάποιο τρόπο για τον απλούστατο λόγο ότι ο ισχυρισμός των ότι δεν παρήγγειλαν ούτε αγόρασαν ούτε παρέλαβαν τα εν λόγω τουριστικά πακέτα μπορεί να είναι και η πραγματικότης.»» Όλα όσα αναφέρθηκαν στην υπόθεση Iason Travel & Tours Ltd (πιο πάνω), έχοντας κατά νου και την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία, κρίση μου είναι ότι έχουν κατ΄αναλογία εφαρμογή και στην παρούσα όσον αφορά τις κατ΄ισχυρσιμό εργασίες που έγιναν στην πολυκατοικία «Leo Good». Το Δικαστήριο όπως ήδη έχω αναφέρει και πιο πάνω στο στάδιο αυτό δεν προβαίνει σε αξιολόγηση της ενώπιον του μαρτυρίας αφού αυτό αποτελεί καθήκον του Δικαστηρίου που θα εξετάσει την ουσία της υπόθεσης. Συνεπώς, χωρίς να υπεισέρχομαι στην ουσία της διαφοράς και χωρίς να προβαίνω σε οποιαδήποτε αξιολόγηση του μαρτυρικού υλικού, κρίνω ότι υπό τις περιστάσεις έχει στοιχειοθετηθεί επαρκώς, στον βαθμό που απαιτείται στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας, η ύπαρξη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης στην απαίτηση. Αυτό που έχει σημασία για σκοπούς της παρούσας είναι ότι αφενός έχει αποκαλυφθεί εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση και αφετέρου έχει διαπιστωθεί ότι η εναγομένη εταιρεία δεν επέδειξε ασυγχώρητη αμέλεια ή ασέβεια στη δικαστική διαδικασία. Όπως λέχθηκε στην Milouca Motor Trading Ltd. ν. Κούρτης
(1997)1 Α.Α.Δ. 941 : «Το απαύγασμα της νομολογίας κατατείνει στο ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να επιδεικνύει υπέρμετρο ζήλο στην αποστέρηση του δικαιώματος του διαδίκου να ακουστεί στην υπόθεσή του, νοουμένου ότι αποκαλύπτει υπεράσπιση. Εντούτοις, το Δικαστήριο μπορεί, παρά ταύτα, να αρνηθεί να επανανοίξει την υπόθεση, εάν η διαγωγή του είναι τέτοια, ώστε να πλήττει το θεμέλιο της απονομής της δικαιοσύνης.» Εφόσον υπάρχει διάσταση μεταξύ των δύο πλευρών σε σχέση με την ουσία της διαφοράς, και εφόσον η εναγομένη δεν επέδειξε ασυγχώρητη ασέβεια και αδιαφορία, αφού ενήργησε καταχωρώντας την υπό κρίση αίτηση εντός τριών ημερών αφότου έλαβε γνώση για την έκδοση της απόφασης, θεωρώ ότι πρέπει να υπερισχύσει το δικαίωμα πρόσβασης στο Δικαστήριο για εξέταση της ουσίας των εκατέρωθεν ισχυρισμών στο πλαίσιο της δίκης, και καθίσταται παρακινδυνευμένος ο αποκλεισμός της υπεράσπισης της εναγομένης (βλ. ΔΗ.ΜΑ.ΡΩ ΛΤΔ ν. KS Socratous Ltd
(2007)1Β Α.Α.Δ. 1387, Λευκίδου ν. Κανναουρίδη
(1999)1Α Α.Α.Δ. 528 και Saratoga Swimming Pools Ltd (πιο πάνω)). Για όλους τους πιο πάνω λόγους, θεωρώ ότι η περίπτωση είναι κατάλληλη ώστε να ασκήσω τη διακριτική μου ευχέρεια υπέρ της έγκρισης του αιτήματος, υπό τον όρο, βεβαίως, ότι θα καταβληθούν όλα τα έξοδα που προέκυψαν, εντός προθεσμίας που θα καθορίσω πιο κάτω, εφόσον η απόφαση είχε εκδοθεί κανονικά και νομότυπα, ενώ έχει διαπιστωθεί με την παρούσα υπαιτιότητα της πλευράς της εναγομένης στην παράλειψη να εμφανιστεί στη διαδικασία (βλ. Κλεάνθους ν. Tradex Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 988). Συνακόλουθα, εκδίδεται Διάταγμα παραμερισμού της απόφασης που εκδόθηκε υπέρ της ενάγουσας και εναντίον της εναγομένης στις 10.1.2013, υπό τον όρο ότι η εναγομένη θα καταβάλει στην ενάγουσα τόσο όλα τα έξοδα που έχουν δημιουργηθεί στα πλαίσια εκδίκασης της αίτησης ημερομηνίας 27.11.2012 για έκδοση απόφασης, όσο και τα έξοδα της παρούσας αίτησης. Ο χρόνος καταβολής των πιο πάνω ποσών καθορίζεται σε 20 ημέρες από την ημερομηνία που θα γνωστοποιηθεί στην εναγομένη - αιτήτρια ή στον δικηγόρο της ο υπολογισθείς από τον Πρωτοκολλητή και εγκεκριμένος από το Δικαστήριο κατάλογος και τότε η εναγομένη - αιτήτρια θα έχει το δικαίωμα εντός 10 ημερών από την καταβολή των εξόδων να καταχωρίσει Σημείωμα Εμφάνισης. Στη συνέχεια να ακολουθηθούν οι θεσμοί. (Υπ.) ............... Φ. Καπετάνιου, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο