← Κύπρος

Δήμου Λευκωσίας ν. FV Panel Advertising Ltd κ.α., Αγ. Αρ. 3246/04, 10/6/2013

Δήμου Λευκωσίας ν. FV Panel Advertising Ltd κ.α., Αγ. Αρ. 3246/04, 10/6/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:A222 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Σολομωνίδη, Π.Ε.Δ. Αγ. Αρ. 3246/04 ΜΕΤΑΞΥ:- Δήμου Λευκωσίας Εναγόντων Και

  1. F.V. Panel Advertising Ltd
  2. Πρόδρομος Κ. Σακαλακτσίογλου Εναγομένων Και Ρολάνδος Λοϊζου Τριτοδιαδίκου ---------------------------- Ημερομηνία: 10 Ιουνίου, 2013 Αίτηση δια κλήσεως ημερ. 14.12.12 για τροποποίηση της Υπεράσπισης της Εναγομένης 1 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Εναγόμενη 1/Αιτήτρια: κ. Σπαστρής για κ. Χρ. Κληρίδη Για τους Ενάγοντες-Καθ΄ ων η αίτηση: κα Μ. Ναθαναήλ για Χρυσαφίνης & Πολυβίου ΔΕΠΕ ------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αίτηση η Αιτήτρια, επικαλούμενη τις δικονομικές διατάξεις τροποποίησης των δικογράφων (Δ.25 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας), επιδιώκει την τροποποίηση της Υπεράσπισης της διά της προσθήκης νέας παραγράφου ως παραγράφου 14Α ως ακολούθως: «14 Α. Περαιτέρω και ή διαζευκτικά η Εναγομένη 1 θα ισχυρισθεί ότι η επίδικη σύμβαση τερματίστηκε και ή ακυρώθηκε και οι συμβαλλόμενοι απαλλάττονται των υποχρεώσεων τους λόγω ματαίωσης και ή αδυναμίας εκπλήρωσης της και ή παρανομίας σαν αποτέλεσμα η Εναγομένη απαλλάττεται από οποιαδήποτε υποχρέωση καταβολής οφειλομένων και ή δεδουλευμένων και ή άλλων υποχρεώσεων δυνάμει της επίδικης σύμβασης. Η Εναγομένη θα ισχυριστεί περαιτέρω και ή διαζευκτικά ότι η φύση της σύμβασης ως και οι όροι αυτής προϋπέθεταν ότι ήταν ενιαία και μακροπρόθεσμη και καταβολή οιωνδήποτε ποσών θα εγένετο στη βάση δυνατότητας εκπλήρωσης της σαν μακροχρόνιας σύμβασης δια όλη τη περίοδο αυτής και εφόσον ματαιώθη και ή κατέστη αδύνατη η εκτέλεση της και ή κατέστη παράνομη ματαιώνεται και ακυρώνεται εξ υπαρχής και η τυχόν υποχρέωση της Εναγομένης δια καταβολή οιωνδήποτε ποσών δυνάμει όρων της. Εφόσον μεταξύ άλλων ήταν ρητή και ή σιωπηρή προϋπόθεση ότι θα καταβάλουν τα ποσά στη βάση εφαρμογής στη πράξη και λειτουργίας δεκαετούς σύμβασης». Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Ρολάνδου Λοϊζου ημερ. 14.12.
  3. Παραθέτω αυτούσιο το περιεχόμενο της: «
  4. Είμαι διευθυντής της Εναγομένης εταιρείας ως επίσης και ο τριτοδιάδικος. Με έχει συμβουλεύσει ο δικηγόρος μου Δρ. Χρίστος Κληρίδης ότι ανεξάρτητα με τα θέματα που εγείρονται στην Υπεράσπιση που καταχώρησε η Εναγομένη θα πρέπει να προστεθεί στην Υπεράσπιση νέα παράγραφος σαν παράγραφος 14 Α ως έξης: «14 Α. Περαιτέρω και ή διαζευκτικά η Εναγομένη 1 θα ισχυρισθεί ότι η επίδικη σύμβαση τερματίστηκε και ή ακυρώθηκε και ή οι συμβαλλόμενοι απαλλάττονται των υποχρεώσεων τους λόγω ματαίωσης και ή αδυναμίας εκπλήρωσης της και ή παρανομίας σαν αποτέλεσμα η Εναγομένη απαλλάττεται από οποιαδήποτε υποχρέωση καταβολής οφειλομένων και ή δεδουλευμένων και ή άλλων υποχρεώσεων δυνάμει της επίδικης σύμβασης. Η Εναγομένη θα ισχυριστεί περαιτέρω και ή διαζευκτικά ότι η φύση της σύμβασης ως και οι όροι αυτήΐς προϋπέθεταν ότι ήταν ενιαία και μακροπρόθεσμη και καταβολή οιωνδήποτε ποσών θα εγένετο στη βάση δυνατότητας εκπλήρωσης της σαν μακροχρόνιας σύμβασης δια όλη τη περίοδο αυτής και εφόσον ματαιώθη και ή κατέστη αδύνατη η εκτέλεση της και ή κατέστη παράνομη ματαιώνεται και ακυρώνεται εξ υπαρχής και η τυχόν υποχρέωση της Εναγομένης δια καταβολή οιωνδήποτε ποσών δυνάμει όρων της. Εφόσον μεταξύ άλλων ήταν ρητή και ή σιωπηρή προϋπόθεση ότι θα καταβάλουν τα ποσά στη βάση εφαρμογής στη πράξη και λειτουργίας δεκαετούς σύμβασης».
  5. Όπως φαίνεται από την καταχωρηθείσα Υπεράσπιση αλλά και το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης οι Ενάγοντες ο Δήμος Λευκωσίας διεκδικεί την καταβολή δικαιωμάτων για τη τοποθέτηση διαφημιστικών πινακίδων δυνάμει συμφωνίας ισχύος από 1/12/1999 μέχρι 30/11/2009 (Δεκαετές Σύμβαση). Ο ισχυρισμός του Δήμου Λευκωσίας όπως φαίνεται από την Έκθεση Απαίτησης είναι ότι υπάρχει υπόλοιπο ύψους 186.403,58 Λιρών Κύπρου για την περίοδο μέχρι τον Μάιο 2003 δηλαδή για μέρος περιόδου τριάμισι ετών.
  6. Στην Υπεράσπιση η Εναγομένη 1 ισχυρίζεται ότι η επίδικη σύμβαση ακυρώθηκε κατά ή περί την 15/9/20013 από τους Ενάγοντες και επικαλείται ότι οι Ενάγοντες απαίτησαν με επιστολή τους ημ .κατά ή περί 15/9/2003 μετακίνηση όλων των πινακίδων δυνάμει νόμου 50

(1)/2003 ο οποίος τροποποίησε τον Περί Οδικής Ασφάλειας Νόμο και κατέστησε παράνομη τη σύμβαση και ή τη χρήση πινακίδων. Στην παράγραφο 11 της Υπεράσπισης της Εναγομένης προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι η απαίτηση αυτή των Εναγόντων αποτελεί στην ουσία παράνομο τερματισμό της συμφωνίας και προβάλλεται περαιτέρω στις παραγράφους 12, 13 ότι η εν λόγω νομοθεσία βρίσκεται σε αντίθεση με το Σύνταγμα, το Ευρωπαϊκό Δίκαιο ως και διάταγμα Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας που ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο στην αγωγή 8540/
  1. Διαζευκτικά η Εναγομένη ισχυρίζεται στη παράγραφο 14 της Υπεράσπισης της ότι έχει δικαίωμα να αποζημιωθεί με βάση το Ευρωπαϊκό Δίκαιο.
  2. Πρόθεση της Υπεράσπισης είναι να προσθέσει διαζευκτικά ότι και αν ακόμα η σχετική νομοθεσία ήθελε κριθεί συνταγματική η Εναγομένη απαλλάττεται από τυχόν υποχρέωση καταβολής οποιωνδήποτε δικαιωμάτων λόγω αδυναμίας εκτέλεσης της και ή ματαίωσης της και ή παρανομίας και τούτο σύμφωνα με πρόνοιες της σχετικής νομολογίας επί του θέματος και του Περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ.
  3. Ο δικηγόρος μου με συμβουλεύει ότι η τροποποίηση είναι απαραίτητη για να μπορέσει το Δικαστήριο να εξετάσει τη πτυχή αυτή της υπόθεσης η οποία δεν έχει τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου και των υπολοίπων διαδίκων με την Υπεράσπιση της Εναγομένης. Παρόλον ότι από τα νενονότα που επικαλείται η Εναγομένη αλλά και οι Ενάγοντες στην Απάντηση τους προκύπτει ότι το συμβόλαιο διεκόπη λόγω της νέας νομοθεσίας, δεν ετέθη στο δικόγραφο δηλαδή την Υπεράσπιση της Εναγομένης ρητά παρόλο ότι δικαιολογείται από τα δικογραφηθέντα γεγονότα η Υπεράσπιση αυτή.
  4. Η ακρόαση της υπόθεσης δεν έχει ξεκινήσει ακόμη και ένας από τους λόγους καθυστέρησης εκδίκασης της είναι και το γεγονός ότι ζητήθηκαν αρκετές αναβολές από τους συνηγόρους των διαδίκων σε μία προσπάθεια εξώδικου διακανονισμού. Η προσπάθεια αυτή συνεχίζεται. Ανεξάρτητα όμως επειδή μπορεί να μην ευοδώσει και η υπόθεση είναι ορισμένη δια να συνεχίσει η ακρόαση της τον Μάρτιο του 2013 δηλαδή 13, 20, 21 και 22 γίνεται η παρούσα αίτηση έγκαιρα πριν την ακρόαση για να συμπληρωθούν τα δικόγραφα μέχρι τότε.
  5. Η μη συμπερίληψη της Υπεράσπισης αυτής οφείλεται σε λάθος των αρχικών και νέων δικηγόρων της Εναγομένης οι οποίοι μου επιβεβαίωσαν ότι ήταν σφάλμα να μην συμπεριληφθεί διαζευκτικά και ρητά η Υπεράσπιση αυτή παρόλον ότι τα γεγονότα όπως τέθηκαν στο δικόγραφο δικαιολογούν την έγερση της Υπεράσπισης αυτής.
  6. Ο δικηγόρος μου Δρ. Χρίστος Κληρίδης με ενημέρωσε ότι όταν αρχικά ανέλαβε δια πρώτη φορά την Υπεράσπιση του τριτοδιαδίκου μέσω των Φοίβος, Χρίστος Κληριδης Ν. Πιριλίδης & Συνεργάτες γύρω στο τέλος τους 2008 ήγειρε το θέμα αυτό με τους τότε δικηγόρους της Εναγομένης Γιώργος Γιάγκου & Σία.
  7. Έκτοτε όμως καταβλήθηκαν και καταβάλλονται προσπάθειες για συμβιβασμό και σαν αποτέλεσμα δεν λήφθηκαν τα μέτρα δια τροποποίηση ευελπιστώντας ότι δεν θα χρειαζόταν.
  8. Στη συνέχεια ο Χρίστος Κληρίδης ανέλαβε σαν δικηγόρος της Εναγομένης 1 εταιρείας από 13/1/2012 και δικηγόρος μου σαν τριτοδιάδικος παρέμεινε το δικηγορικό γραφείο των Φοίβος, Χρίστος Κληρίδης Ν. Πιριλίδης & Συνεργάτες. Καθ' όλη τη διάρκεια του έτους 2012 συνέχισαν οι προσπάθειες και όπως ανέφερα συνεχίζονται.
  9. Ο δικηγόρος μου Δρ. Χρίστος Κληρίδης με συνεβούλευσε ότι το λάθος αυτό των πρώην δικηγόρων μου αλλά και του ιδίου υπό την έννοια ότι δεν απετάθη ενωρίτερο για τροποποίηση της Υπεράσπισης δεν είναι τέτοιας φύσης που να ματαιώνει την δυνατότητα τροποποίησης έτσι που να δοθεί η σωστή ερμηνεία στα ήδη δικογραφηθέντα γεγονότα από νομικής άποψης και να τεθεί διαζευκτικά και η υπεράσπιση της ματαίωσης της σύμβασης και ή αδυναμίας εκτέλεσης της.
  10. Οι Ενάγοντες και οι υπόλοιπο διάδικοι δεν επηρεάζονται κατά τρόπο που να μην είναι δυνατόν να αποζημιωθούν με καταβολή διαφυγόντων εξόδων εφόσον όπως ανέφερα τα γεγονότα ήδη είναι ενώπιον του δικαστηρίου και είναι απλώς η ερμηνεία αυτών η οποία τίθεται υπόψη του Δικαστηρίου που θα εξετασθεί από καθαρά νομικής πλευράς.
  11. Είναι δίκαιο και πρέπον τόσο το Δικαστήριο όσο και οι διάδικοι να γνωρίζουν εκ των προτέρων τις προθέσεις της εναγομένης και τη φύση της Υπεράσπισης που εγείρεται και συνεπώς η τροποποίηση εξυπηρετεί το συμφέρον της δικαιοσύνης και εντάσσεται μέσα στο συνταγματικό δικαίωμα διαδίκου όπως κατοχυρώνεται από το άρθρο 30 του Συντάγματος και 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου όλους τους ισχυρισμούς του.
  12. Το ότι υπήρξε καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης δεν βαρύνει την πλευρά της Εναγομένης μόνο αλλά εν πάση περιπτώσει με την έγκριση του διατάγματος τροποποίησης η Υπεράσπιση μπορεί να καταχωρηθεί άμεσα χωρίς να υπάρξει οποιαδήποτε περαιτέρω καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης εάν τελικά δεν υπάρξει κατάληξη.» Οι Καθ' ων η αίτηση ενίστανται στις αιτούμενες τροποποιήσεις. Οι συγκεκριμένοι λόγοι της ένστασης είναι οι ακόλουθοι: «(α) Η παρούσα αίτηση είναι ανεπίτρεπτη και/ή αντίθετη και/ή κατά παράβαση των Διαδικαστικών Κανονισμών και της πρακτικής του Δικαστηρίου. (β) Η καταχώρηση της παρούσας αίτησης προσλαμβάνει τη μορφή περιφρόνησης του Δικαστηρίου και έκδηλη κατάχρηση της διαδικασίας (abuse of the process of the Court). (γ) Υπάρχει πρωτοφανής και/ή υπέρμετρη και/ή μακρά και/ή αδικαιολόγητη καθυστέρηση (latches) στην υποβολή και προώθηση της παρούσας αίτησης με την οποία ζητείται η τροποποίηση της υφιστάμενης Υπεράσπισης της Εναγομένων, αναφορικά με γεγονότα που ήταν γνωστά και/ή θα έπρεπε να ήταν γνωστά στους αιτητές/Εναγόμενους 1 από τον Δεκέμβριο του 2005, ήτοι πέραν των 8 χρόνων από την καταχώρηση της ήδη καταχωρηθείσας Υπεράσπισης των και/ή από τον Φεβρουάριο του 2006 όταν καταχωρήθηκε σχετική αίτηση ορισμού στην υπόθεση, και/ή από τον Ιούνιο του 2007, Νοέμβριο του 2007, Μάιο του 2008, Μάρτιο του 2009, Οκτώβριο του 2009, Ιανουάριο του 2010, Σεπτέμβριο του 2010, Ιανουάριο του 2011, Μάιο του 2011, Οκτώβριο του 2011, Ιανουάριο του 2012, Ιούνιο του 2012 και Οκτώβριο του 2012, ημερομηνίες κατά τις οποίες είχε τελευταία οριστεί για ακρόαση η παρούσα υπόθεση και/ή πριν από τον Μάρτιο του 2013, μήνα κατά την οποία είναι ξανά ορισμένη η υπόθεση για ακρόαση, και συγκεκριμένα έχουν δοθεί από το Δικαστήριο συνεχόμενες ημερομηνίες, ήτοι οι 13/3/13 και οι 20 μέχρι 22/3/2013 για ολοκλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας στην υπό κρίση υπόθεση. Επίσης, δεν δίδεται καμία σοβαρή εξήγηση για την επιδειχθείσα καθυστέρηση. (δ) Οι ισχυρισμοί και/ή τα γεγονότα που οι Εναγόμενοι 1 αιτούνται να εισαγάγουν με την παρούσα αίτηση είναι παντελώς άσχετοι με τα επίδικα θέματα της υπό κρίση αγωγής και συνεπακόλουθα και με την αξίωση των Εναγόντων και/ή καμία εξειδίκευση και/ή ρητή αναφορά γίνεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την εν λόγω αίτηση που να δεικνύει με ποιο τρόπο συνδέονται και/ή είναι συνυφασμένοι με τα επίδικα θέματα και/ή με την ουσία της παρούσας αγωγής οι εν λόγω ισχυρισμοί. (ε) Η αιτούμενη τροποποίηση της υφιστάμενης Υπεράσπισης των Εναγομένων 1 με την προσθήκη της νέας αιτούμενης παραγράφου δεν είναι γνήσια και δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι είναι αποτέλεσμα λάθους και/ή ότι έγινε καλόπιστα προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης και/ή για να προστατέψουν τα δικαιώματα τους οι Εναγόμενοι 1 και/ή για να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου τα αληθή και πραγματικά γεγονότα, αλλά αποτελεί προσπάθεια πρόκλησης περαιτέρω καθυστέρησης στην εκδίκασης της παρούσας αγωγής και προσπάθεια εισαγωγής ισχυρισμών που ήταν εις γνώση της πλευράς των Εναγομένων 1 εδώ και πάρα πολύ καιρό, ως οι ίδιοι παραδέχονται δια μέσου της ένορκης τους δήλωσης. (στ) Οι αιτητές /Εναγόμενοι 1 δεν εξειδικεύουν κανένα νέο στοιχείο στην αίτηση της που να επιτείνει την ανάγκη για την αιτούμενη τροποποίηση της Υπεράσπισης. (ζ) Με την παρούσα αίτηση οι Εναγόμενοι 1 προτίθενται να εισαγάγουν νέους αβάσιμους και/ή λανθασμένους και/ή αναληθείς και/ή ανυποστήρικτους ισχυρισμούς με αποτέλεσμα να μεταβάλουν άρδην το περιεχόμενο της υφιστάμενης Υπεράσπισης, προβάλλοντας και/ή προωθώντας νέους νομικούς ισχυρισμούς και/ή εισάγοντας νέους ισχυρισμούς με σκοπό την εισαγωγή διαζευκτικών Υπερασπιστικών γραμμών και/ή θέσεων κάτι το οποίο αναπόφευκτα συνεπάγεται και τον επαναπροσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και την μετατροπή όλων των ήδη καταχωρησθέντων δικογράφων σε μία αγωγή τόσο παλαιά όσο η παρούσα της οποίας η ακροαματική διαδικασία προτίθεται να ξεκινήσει. (η) Η αιτούμενη τροποποίηση της Υπεράσπισης των Εναγομένων 1 είναι αντινομική και/ή δεν θα έπρεπε να επιτραπεί καθότι αποτελεί προϊόν δευτέρας σκέψεως. (θ) Δεν υπάρχουν και/ή δεν απεκαλύφθησαν επαρκείς λόγοι και/ή στοιχεία που να καταδεικνύουν το ουσιώδες και/ή την χρησιμότητα και/ή αναγκαιότητα της αιτούμενης τροποποίησης της υφιστάμενης Υπεράσπισης. (ι) Η παρούσα αίτηση έχει ως μόνο σκοπό να καθυστερήσει και/ή εκτροχιάσει και/ή δυσχεράνει και/ή επιβραδύνει την όλη διαδικασία και κατά συνέπεια να παρεμποδίσει την εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης που εκκρεμεί από το
  13. (κ) Οι αιτητές δεν παρουσιάζουν εύλογη αιτία και/ή επαρκείς λόγους που να δικαιολογούν την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος τροποποίησης της υφιστάμενης Υπεράσπισης στο παρόν στάδιο της διαδικασίας. (λ) Το αιτούμενο διάταγμα θα επιφέρει τέτοια βλάβη στους Ενάγοντες /Καθ' ων η αίτηση που δεν θα είναι δυνατόν να αποζημιωθούν με έξοδα. (μ) Η αιτούμενη τροποποίηση δεν δικαιολογείται υπό τις περιστάσεις και/ή δεν θα ήταν ορθό και δίκαιο να επιτραπεί σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας.» Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η ένσταση εμφαίνονται στη συνημμένη στην ένσταση ένορκη δήλωση του Νίκου Νεοφύτου ημερ. 8.3.13 στην οποία ουσιαστικά επαναλαμβάνονται και αναπτύσσονται οι λόγοι ένστασης. Σύμφωνα με τον Περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικό) (Αρ. 3) Διαδικαστικό Κανονισμό του 1999, ο οποίος κατήργησε και αντικατέστησε τον Κανονισμό 4 της Διαταγής 48, η ακρόαση της αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Δ.
  14. Κατά την ακροαματική διαδικασία δεν υπήρξε αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Στις γραπτές αγορεύσεις τους οι ευπαίδευτοι συνήγοροι ουσιαστικά ανέπτυξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους όπως αυτές προβάλλονται στην αίτηση, την ένσταση και τις ένορκες δηλώσεις που τις συνοδεύουν, υποστηρίζοντας αυτές με σχετική επί του θέματος νομολογία. Νομική Πτυχή Οι νομικές αρχές που διέπουν αιτήσεις για τροποποίηση δικογράφων με βάση τη Δ.25 έχουν εκτεθεί και αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Ευρεία αναφορά σε θέματα τροποποίησης δικογράφων έγινε, μεταξύ άλλων, και στην υπόθεση Jack v. Philiappa Estates
(1988)1 C.L.R. 607 όπου υιοθετούνται διάφορες αρχές οι οποίες διέπουν το θέμα, όπως αυτές προέκυψαν από την αντίστοιχη Αγγλική νομολογία και υιοθετήθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο [βλ. επίσης τις υποθέσεις Ε. Φιλίππου Λτδ. v. Compass Co. Ltd. (Αρ. 1)
(1990)1 Α.Α.Δ. 24, Evripidou and Another v. Kannaourou
(1985)1 C.L.R. 24, Χρίστου v. Στυλιανού
(1992)1 Α.Α.Δ. 704, Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου & άλλης
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, Saba & Co. (T.M.P.) v. T.M.P. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. 426, Δημοτικό Συμβούλιο Αγλαντζιάς ν. Χαρικλείδη κ.ά.
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 1608, C & A Pelekanos Assoc. Ltd v. Πελεκάνου
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 2075, Τσαγγάρη ν. Γαβριηλίδου κ.ά.
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 156, Εθν. Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. κ.ά. ν. Βιομ. Χαρ. Αλωνεύτης Λτδ κ.ά.
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 237, Alexandra Rent Car v. Νεάρχου
(1992)1 Α.Α.Δ. 111, Skepi Ltd v. Kaitis & Another
(1983)1 C.L.R. 231 και Federal Bank of Lebanon v. Σιακόλα,
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 44.] Σε απόσπασμα από την υπόθεση United Sea Transport Co. Ltd v. Zakou
(1980)1 C.L.R. 510 αναφέρθηκαν και τα ακόλουθα στη σελ. 515 (σε ελεύθερη μετάφραση). «Οι γενικές αρχές για το πότε πρέπει να δίδεται άδεια για τροποποίηση εξετέθησαν από τον L. J. Bramwell στην υπόθεση Tildesley ν. Harper 10 Ch.D. 393 στη σελ. 396: 'Ή πρακτική μου ήταν πάντα να δίδω άδεια για τροποποίηση εκτός αν ικανοποιηθώ ότι ο διάδικος που την ζητά ενεργούσε με κακή πίστη ή ότι με την συμπεριφορά του προκάλεσε κάποια βλάβη στον αντίδικο του για την οποία δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με έξοδα ή με άλλο τρόπο.» Βλέπε επίσης την υπόθεση Mahattou v. Viceroy Shipping
(1979)1 C.L.R. 542. Ακόμη και προσθήκη ανταπαίτησης μπορεί να εγκριθεί με αίτηση για τροποποίηση εφόσον ικανοποιούνται οι πιο πάνω προϋποθέσεις [βλ. Agini v. Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος Α.Ε.,
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 11]. Πριν από την ακρόαση, άδεια για τροποποίηση δίδεται εύκολα με όρο την πληρωμή των εξόδων που προκαλούνται εκτός αν ο αντίδικος θα τοποθετηθεί σε χειρότερη θέση παρά αυτή στην οποία θα βρισκόταν αν το τροποποιημένο δικόγραφο εδίδετο εξ αρχής (βλ. Steward v. North Metropolitan Tranways Co. 16 Q.B.D. 556). Στην υπόθεση Φοινιώτης v. Greenmar Navigation
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 33 ο Πικής, Δ., όπως ήταν τότε, συνοψίζοντας τις αρχές άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου τις διατύπωσε απαριθμώντας τις ως ακολούθως στις σελ. 36 και 37: «
(1)Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στη συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του διαδίκου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο, δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει η Αιτήτρια για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
(4)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης της υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave ν. Case 28 Ch. D. 361 υπεδείχθη ότι το δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά την δίκη.» Στην υπόθεση Kallice Hold. Co. Ltd. ν. MTR Metals (Overs.) Ltd (Αρ. 1)
(1996)1 Α.Α.Δ. 162, στη σελ. 164 λέχθηκε ότι : «Ο βέβαιος προσδιορισμός των επίδικων θεμάτων καθώς και η διατύπωση των εκατέρωθεν θέσεων και η απόδειξη τους μέσα σε σταθερό πλαίσιο είναι άλλος σημαντικός παράγοντας ο οποίος υπεισέρχεται στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου.» Προκύπτει ξεκάθαρα από τις υποθέσεις Perestrello Ε. Companhia Limitada v. United Paint Co. Ltd.
(1969)3 Αll E.R. 479 και Domsalla and Another v. Barr
(1969)3 Αll E.R. 487, ότι σκοπός των εγγράφων προτάσεων είναι να διασαφηνίζουν και να αποκρυσταλλώνουν με τη μεγαλύτερη δυνατή σαφήνεια τα ζητήματα τα οποία δημιουργούνται, έτσι που να δίδεται στα μέρη δυνατότητα να ετοιμασθούν για τη δίκη και να γνωρίζουν τι θα αντιμετωπίσουν. Η σύνταξη των εγγράφων προτάσεων είναι θέμα που επηρεάζει την υπόθεση των διαδίκων κατά τη δικάσιμο. Τα μέρη έχουν την ευθύνη για την σύνταξη των δικογράφων τους έτσι ώστε να μπορέσουν κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο να προωθήσουν τις θέσεις τους. Η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις πιο πάνω αποφάσεις είναι πως η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατόν να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής. Στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου συνεκτιμάται και ο παράγων της καθυστέρησης στην υποβολή αίτησης σαν λογικής απόρροιας των διατάξεων του άρθρου 30.2 του Συντάγματος που επιτάσσει τη διεξαγωγή και περάτωση της δίκης μέσα σε εύλογα χρονικά όρια. Η υπόθεση Sait Electronic v. "Dominique" κ.α. (Αρ.1)
(1992)1 Α.Α.Δ. 264 επισημαίνει τη σύμπτωση προσέγγισης που παρατηρείται στην αγγλική νομολογία, αναφορικά με την αναγκαιότητα για τη σύντομη ολοκλήρωση της δίκης. Περαιτέρω δε υιοθετεί το παρακάτω απόσπασμα από την απόφαση της δικαστικής επιτροπής της Βουλής των Λόρδων στην υπόθεση Ketteman v. Hansel Properties Ltd
(1988)1 Αll E.R., 38 : "Furthermore, to allow an amendment before a trial begins is quite different from allowing it at the end of the trial to give an apparently unsuccessful defendant an opportunity to renew the fight on an entirely different defence." Αναμφίβολα η σύγχρονη τάση, όπως εξάγεται από τη σχετική νομολογία, είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμη και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα [Federal Bank of Lebanon v. Σιακόλα (ανωτέρω) και Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου (ανωτέρω]. Στην Π. Χ"Χρίστου & Υιοί Λτδ ν. Oralia Travel & Tours Ltd,
(2007)1(A) A.A.Δ 650, στις σελ. 656-657, ο Κωνσταντινίδης Δ. είπε τα εξής σε σχέση με το θέμα του παράγοντα χρόνου στην υποβολή αιτήματος τροποποίησης: «Η δυνατότητα τροποποίησης δικογράφων δεν υπόκειται σε χρονικό περιορισμό. Σύμφωνα με τη Δ.25
(1)μπορεί να γίνει σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας στο βαθμό που είναι απαραίτητη για την απόφανση επί των πραγματικών ζητημάτων που χωρίζουν τους διαδίκους.» Σε αιτήσεις για τροποποίηση δικογράφων είναι νομολογημένο ότι ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός, δεν είναι όμως εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Το ίδιο ισχύει για τον κάθε ένα από τη σειρά των παραγόντων που η νομολογία καθιέρωσε ως διαδραματίζοντα ρόλο [Astor Co. κ.ά. ν. A.G. Leventis Ltd κ.ά.
(1993)1 Α.Α.Δ. 726]. Τα δικόγραφα αποτελούν την περίμετρο και το πλαίσιο της δίκης γιατί περικλείουν την εξουσία του Δικαστηρίου να εξετάσει τα επίδικα θέματα. Οι υποθέσεις αποφασίζονται με βάση τα γεγονότα που εγείρονται στα δικόγραφα. Τα πλαίσια αυτά δεν είναι αμετακίνητα ούτε άκαμπτα. Ο διάδικος που κρίνει ότι απαιτείται τροποποίηση των εγγράφων προτάσεων πρέπει να το κάνει το συντομότερο δυνατό [Ayia Napa Nissi Ltd κ.α. ν. Παπαμιχαήλ
(1992)1 Α.Α.Δ. 549]. Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στη Νικολάου ν. Μιλτιάδους κ.α
(2007)1 (Β) Α.Α.Δ 1005, 1007-1008, συνοψίζονται οι αρχές καθοδήγησης του Δικαστηρίου κατά την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου δυνάμει της Δ.25: «Η εξουσία για έκδοση άδειας για τροποποίηση περιέχεται στην Δ.25 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, όπου προνοείται ότι, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας μπορεί να δοθεί η άδεια, ούτως ώστε να γίνουν όλες οι αναγκαίες τροποποιήσεις για να εκδικαστούν όλα τα επίδικα θέματα που εγείρονται μεταξύ των διαδίκων. Το κυρίαρχο στοιχείο στην άσκηση της διακριτικής εξου­σίας του δικαστηρίου είναι το συμφέρον της δικαιοσύνης. Κατά την εξέταση του θέματος, το δικαστήριο βασίζεται σε διάφορους παράγοντες, αλλά τελικά ο κρίσιμος παράγων είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων. Τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί, ασχέτως του αν επιδείχθηκε αμέλεια και καθυστέρηση από διάδικο, αν αυτό απαι­τεί το συμφέρον της δικαιοσύνης. Η άδεια για τροποποίηση δίδε­ται ευκολότερα στα αρχικά στάδια, αλλά τούτο μπορεί ακόμη να γίνει και σε πολύ προχωρημένο στάδιο, μέχρι και το τελικό της διαδικασίας, αν δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντί­δικο. Ο όρος ανεπανόρθωτη ζημιά χρησιμοποιείται με την έννοια του ότι αυτή δεν μπορεί να αποκατασταθεί με την καταβολή εξό­δων.» Όσο φιλελεύθερη και αν δικαιολογείται να είναι η προσέγγιση του Δικαστηρίου επί αιτημάτων για τροποποίηση δικογράφων, το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου, γνώμονας στην άσκηση της οποίας είναι το σύνολο των περιστατικών και όχι μόνο το επανορθώσιμο των συνεπειών της τροποποίησης (Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ 560). Σύμφωνα με τη νομολογία, όπου υπάρχει καθυστέρηση, απαιτείται η παροχή κάποιας εξήγησης. Η σημασία της δικαιολόγησης της καθυστέρησης ποικίλλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης και σχετίζεται με τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης [Saba & Co. (T.M.P.) v. T.M.P. Agents (ανωτέρω) και Federal Bank of Lebanon v. Σιακόλα (ανωτέρω)] Έχοντας αναλύσει τη νομική πτυχή, επανέρχομαι στα περιστατικά της υπό κρίση αίτησης για να εξετάσω τους κύριους λόγους ένστασης, υπό το φως των θέσεων και των επιχειρημάτων των ευπαιδεύτων συνηγόρων όπως αυτά προωθήθηκαν και αναπτύχθηκαν στο πλαίσιο των αγορεύσεων τους. Η καθυστέρηση, σύμφωνα με τους Ενάγοντες, δεν έχει αιτιολογηθεί, ενώ η τυχόν έγκριση της αίτησης, αναπόφευκτα θα επιφέρει ακόμα περισσότερη καθυστέρηση. Προσθέτουν δε, σαν άλλο λόγο Ένστασης, συνδεόμενο με την καθυστέρηση, ότι η υποβολή της αίτησης δεν είναι αποτέλεσμα καλόπιστου λάθους ή αβλεψίας αλλά προσπάθεια πρόκλησης περαιτέρω καθυστέρησης στην εκδίκαση της παρούσας αγωγής και ότι η παρούσα αίτηση είναι κακόπιστη και έχει ως μόνο σκοπό να καθυστερήσει, εκτροχιάσει ή επιβραδύνει την όλη διαδικασία. Όπως έχει λεχθεί και από το Εφετείο στην υπόθεση Federal Bank (ανωτέρω), παρά την επίγνωση της ανάγκης για ταχεία εκδίκαση των υποθέσεων, από μόνη της η μακρά εκκρεμότητα μιας αγωγής δεν επενεργεί απόλυτα σαν κώλυμα στην έγκριση αιτήματος τροποποίησης δικογράφου. Και ότι η έννοια της καθυστέρησης στην υποβολή του αιτήματος προϋποθέτει βέβαια τη δυνατότητα έγκαιρης ενέργειας. Συνοπτικά, μπορεί να λεχθεί ότι ο χρόνος καθυστέρησης θα πρέπει να προσμετρά από τη στιγμή που διαπιστώθηκε ή μπορούσε να διαπιστωθεί από τον αιτούντα, η ανάγκη για τροποποίηση. Εάν δηλαδή προηγουμένως δεν γνώριζε για την ύπαρξη κάποιων γεγονότων ή καταστάσεων πραγμάτων και δεν αναμενόταν να γνώριζε, αυτός ο χρόνος δεν προσμετρά εναντίον του σαν καθυστέρηση, αφού δεν μπορούσε να λάβει οποιαδήποτε μέτρα σε σχέση με κάτι που δεν γνώριζε. Κατά παρόμοιο τρόπο, και εδώ η Αιτήτρια ισχυρίζεται και δεν έχει αμφισβητηθεί με αντεξέταση, ότι η μη συμπερίληψη των νέων στοιχείων που επιχειρεί τώρα να εισαγάγει, οφείλεται σε λάθος των αρχικών και νέων δικηγόρων της οι οποίοι επιβεβαίωσαν ότι ήταν σφάλμα να μην συμπεριληφθεί διαζευκτικά και ρητά η προτεινόμενη υπεράσπιση παρόλο ότι τα γεγονότα όπως τέθηκαν στο δικόγραφο δικαιολογούν την έγκριση αυτής της υπεράσπισης. Το θέμα αυτό ηγέρθη από τον δικηγόρο Χρ. Κληρίδη (σημερινό δικηγόρος της Εναγόμενης 1) στους τότε δικηγόρους της τελευταίας περί το τέλος του έτους
  1. Σύμφωνα με τη νομολογία ο χρόνος καθυστέρησης πρέπει να προσμετρά από τότε, δηλαδή το έτος 2008, που διαπιστώθηκε η ανάγκη για τροποποίηση. Έκτοτε όμως, σύμφωνα με την Αιτήτρια, καταβλήθηκαν και καταβάλλονται προσπάθειες για συμβιβασμό με αποτέλεσμα να μην ληφθούν μέτρα για τροποποίηση ευελπιστώντας ότι δεν θα χρειάζονταν. Ο Χρ. Κληρίδης ανέλαβε ως δικηγόρος της Εναγομένης 1/Καθ' ης η Αίτηση στις 13.1.12 και καθ' όλη τη διάρκεια του 2012 συνέχισαν οι προσπάθειες συμβιβασμού και ακόμα συνεχίζονται. Με αυτή την έννοια, δεν μπορώ να καταλήξω σε συμπέρασμα ότι παρατηρείται εδώ υπέρμετρη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης μετά τη διάγνωση στοιχείων και μετά τη διαπίστωση της αναγκαιότητας για τροποποίηση, ούτε και στοιχειοθετείται η ύπαρξη κακής πίστης. Οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι η αίτηση είναι καταχρηστική γιατί πλήττει τα δικαιώματα τους για αποπεράτωση της δικαστικής διαδικασίας εντός εύλογου χρόνου, ενώ παραβλέπουν ότι, πλήττονται τα δικαιώματα της Εναγόμενης 1 για να παρουσιάσει την υπόθεση της στο σύνολο της ενώπιον Δικαστηρίου. Κατάχρηση της διαδικασίας θα υπήρχε αν η Αιτήτρια δεν προχωρούσε τώρα, πριν αρχίσει η ακροαματική διαδικασία και ενώ γνώριζε ότι το δικόγραφο της έχρηζε τροποποίησης, και το ζητούσε κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας. Το ίδιο ισχύει και για την ισχυριζόμενη κακοπιστία η οποία κρίνω ότι δεν υπάρχει. Λαμβάνοντας υπόψη τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον μου κρίνω ότι η αίτηση δεν είναι ούτε κακόπιστη ούτε καταχρηστική. Όπως αναφέρεται και στην ίδια την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση (βλ. παρα. 2, 3, 4 και 5) οι Ενάγοντες διεκδικούν από την Εναγόμενη 1 την καταβολή δικαιωμάτων για τοποθέτηση διαφημιστικών πινακίδων δυνάμει συμφωνίας. Η Εναγόμενη 1 ισχυρίζεται ότι η επίδικη σύμβαση ακυρώθηκε από τους Ενάγοντες οι οποίοι απαίτησαν με επιστολή τους τη μετακίνηση όλων των πινακίδων δυνάμει του νόμου 50(Ι)/
  2. Η Εναγόμενη 1 ισχυρίζεται ότι η απαίτηση των Εναγόντων στηρίζεται σε παράνομο τερματισμό της συμφωνίας και ότι η εν λόγω νομοθεσία βρίσκεται σε αντίθεση με το Σύνταγμα, το Ευρωπαϊκό Δίκαιο και με δικαστικό διάταγμα που ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο. Διαζευκτικά η Εναγόμενη 1 ισχυρίζεται στην παρά. 14 της Υπεράσπισης της ότι δικαιούται σε αποζημίωση με βάση το Ευρωπαϊκό Δίκαιο. Πρόθεση της Υπεράσπισης είναι να προσθέσει διαζευκτικά ότι και αν ακόμα η σχετική νομοθεσία ήθελε κριθεί συνταγματική η Εναγομένη 1 απαλλάττεται από τυχόν υποχρέωση καταβολής οποιωνδήποτε δικαιωμάτων λόγω αδυναμίας εκτέλεσης της και ή ματαίωσης της και ή παρανομίας και τούτο σύμφωνα με πρόνοιες της σχετικής νομολογίας επί του θέματος και του Περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ.
  3. Επομένως η αίτηση γίνεται για να τεθούν με την Υπεράσπιση και κάποια άλλα γεγονότα τα οποία θα βοηθήσουν το Δικαστήριο να καταλήξει στην επίλυση της πραγματικής διαφοράς μεταξύ των μερών. Το γεγονός και μόνο της καθυστέρησης δεν συνεπάγεται ταυτόχρονα και κακοπιστία. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση δεν δίδονται λεπτομέρειες ως προς το που έγκειται η κακοπιστία της Εναγόμενης 1/Αιτήτριας ούτε και πως η αίτηση είναι καταχρηστική. Αντίθετα, τόσο το περιεχόμενο της αίτησης όσο και της ένορκης δήλωσης που την συνοδεύει, καταδεικνύει ότι η αίτηση έχει ουσία και βάση και γίνεται με μόνο σκοπό να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα στοιχεία και γεγονότα για να μπορέσει να επιλύσει την πραγματική διαφορά των μερών έχοντας πλήρη εικόνα των εκατέρωθεν θέσεων. Η ακρόαση της υπόθεσης δεν έχει ακόμα αρχίσει και επομένως οι Καθ΄ ων η αίτηση δεν μπορούν να ισχυρίζονται ότι έχουν επηρεαστεί δυσμενώς αφού θα μπορούν να καταχωρήσουν απάντηση στην τροποποιημένη Υπεράσπιση και να προετοιμαστούν ως κρίνουν σκόπιμο για την ακρόαση της υπόθεσης. Σύμφωνα με τη νομολογία ακόμη και στην περίπτωση που εισάγεται νέα υπεράσπιση, είναι δυνατόν να επιτραπεί η τροποποίηση αν κριθεί ότι συνάδει με την αρχική υπεράσπιση ιδιαίτερα εκεί που το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι η αίτηση δεν έγινε κακόπιστα. Με βάση τα ενώπιον μου στοιχεία κρίνω ότι από την μια η αίτηση δεν έγινε κακόπιστα και από την άλλη τα γεγονότα τα οποία επιχειρούνται να εισαχθούν είναι αναγκαία για την επίλυση της πραγματικής διαφοράς των μερών ενώ οι επιδιωκόμενες τροποποιήσεις συνάδουν πλήρως με την υφιστάμενη Υπεράσπιση της Εναγομένης 1 αφού με αυτές επεξηγείται με σαφή τρόπο η αρχική άρνηση της Εναγομένης 1 να αποδεχθεί την απαίτηση των Εναγόντων. Δεν έχουμε δηλαδή την περίπτωση παραδοχής της απαίτησης των Εναγόντων στην υφιστάμενη υπεράσπιση και προσπάθεια μη παραδοχής με την αιτούμενη τροποποίηση. Η Εναγομένη 1 ουδέποτε απεδέχθη την απαίτηση των Εναγόντων και στο παρόν στάδιο, για σκοπούς δίκαιης δίκης αλλά και εξοικονόμησης δικαστικού χρόνου και με γνώμονα την ορθή διεξαγωγή της διαδικασίας, επιχειρεί την εισαγωγή κάποιων γεγονότων που διευκρινίζουν που ακριβώς εδράζεται αυτή η άρνηση της. Επομένως, στην ουσία οι Ενάγοντες ουδόλως επηρεάζονται καθ' ότι, αφ' ης στιγμής υπήρχε άρνηση της απαίτησης τους, θα έπρεπε ούτως ή άλλως να αποδείξουν όλα τα στοιχεία της απαίτησης τους για να μπορέσουν να εξασφαλίσουν απόφαση του Δικαστηρίου υπέρ τους. Το ίδιο οφείλουν να κάνουν και τώρα. Ο ισχυρισμός περί πρόκλησης αδικίας στους Ενάγοντες ουδόλως εξειδικεύεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση των Καθ' ων η αίτηση αφού δεν επεξηγείται με κανένα τρόπο πως θα υποστούν οι Ενάγοντες ανεπανόρθωτη βλάβη και συνεπώς ο εν λόγω ισχυρισμός παραμένει απλά ένας αόριστος και μετέωρος λόγος ένστασης, ο οποίος και απορρίπτεται. Η αίτηση έχει σαν κύριο νομικό υπόβαθρο τη Δ.25 η οποία είναι η ορθή δικονομική διάταξη σε ό,τι αφορά τροποποιήσεις δικογράφων. Επομένως, ο λόγος ένστασης περί παρατυπίας, αντικανονικότητας και αντινομικότητας της αίτησης κρίνεται αβάσιμος και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Λαμβάνοντας υπόψη όσα τέθηκαν ενώπιον μου είμαι της άποψης ότι: (i) Οι ισχυρισμοί που αναφέρονται στην αιτούμενη τροποποίηση σε καμιά περίπτωση δεν εισάγουν νέα βάση υπεράσπισης και δεν αλλοιώνουν τη βάση του δικογράφου της Εναγόμενης 1 /Αιτήτριας. (ii) Με την σκοπούμενη τροποποίηση επιδιώκεται ακριβώς ο ακριβής καθορισμός της επίδικης διαφοράς, δίδονται οι σωστές λεπτομέρειες και δικογραφούνται αυτές ώστε από τη μια πλευρά οι Ενάγοντες να γνωρίζουν επ' ακριβώς τι θα αντιμετωπίσουν και από την άλλη πλευρά η Εναγόμενη 1 να δυνηθεί με τη μαρτυρία της στην ακροαματική διαδικασία να παρουσιάσει απρόσκοπτα την υπόθεση της συνολικά και να τύχει δίκαιης δίκης που θα επιλύσει όλα τα επίδικα θέματα και τις διαφορές των διαδίκων. Ενόψει του σκοπού της τροποποίησης όπως τον έχω αναλύσει πιο πάνω έχω τη γνώμη πως με τις αιτούμενες τροποποιήσεις οι Ενάγοντες δεν τίθενται σε δυσχερή θέση ούτε θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά. Έχω εξετάσει την αιτούμενη τροποποίηση μέσα στο πλαίσιο των αρχών της άσκησης της διακριτικής μου ευχέρειας που ανέφερα πιο πάνω. Έχοντας υπόψη ότι η αιτούμενη τροποποίηση είναι αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς, την αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών και την καλύτερη και ορθότερη απονομή της δικαιοσύνης, θεωρώ ότι είναι ορθό και δίκαιο να την επιτρέψω. Κατά την κρίση μου η σκοπούμενη τροποποίηση δεν πρόκειται να προκαλέσει ανυπέρβλητες ή μη διορθώσιμες επιπτώσεις στα δικαιώματα των Εναγόντων. Στην προκειμένη περίπτωση η ακρόαση της αγωγής δεν έχει αρχίσει. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση αναφέρονται οι λόγοι που δικαιολογούν την τροποποίηση. Εν πάση περιπτώσει, σε αιτήσεις για τροποποίηση δικογράφων, είναι νομολογημένο ότι ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός, δεν είναι όμως εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Το ίδιο ισχύει για τον κάθε ένα από τη σειρά των παραγόντων που η νομολογία καθιέρωσε ως διαδραματίζοντα ρόλο. Αδυνατώ να αποδώσω στην πλευρά του Αιτητή κακή πίστη [βλ. Astor Co. κ.ά. ν. A.G. Leventis Ltd κ.ά.
(1993)1 Α.Α.Δ. 726]. Δεν μπορεί καμιά βλάβη να προκληθεί στους Ενάγοντες πέραν από τη χρηματική, η οποία προκαλείται με την απώλεια εξόδων που μπορεί όμως να αντιμετωπισθεί με την κατάλληλη διαταγή ως προς τα έξοδα (βλ. Beoco Ltd v. Alfa Laval Co Ltd & another
(1994)4 All E.R. 464). Απόρριψη της αίτησης θα αντιστρατευόταν τα ευρύτερα συμφέροντα της δικαιοσύνης όπως προσδιορίζονται στην προκειμένη υπόθεση και δεν θα επέτρεπε την επίλυση όλων των διαφορών μεταξύ των διαδίκων που εγείρονται στην υπόθεση. Σαν αποτέλεσμα η αίτηση επιτυγχάνει. Η τροποποιημένη Υπεράσπιση να καταχωρηθεί μέσα σε 21 μέρες από τη σύνταξη του διατάγματος και αντίγραφο της να παραδοθεί στους δικηγόρους των Εναγόντων. Τροποποιημένη Απάντηση στην Υπεράσπιση, αν χρειάζεται, να καταχωρηθεί μέσα σε 21 μέρες από την παράδοση αντιγράφου της τροποποιημένης Υπεράσπισης και αντίγραφο της να παραδοθεί στους δικηγόρους της Εναγομένης 1. Σε σχέση με τα έξοδα έχω να πω τα ακόλουθα. Ο γενικός κανόνας είναι ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα εκτός αν υπάρχει άλλος ικανοποιητικός λόγος για έκδοση διαφορετικής διαταγής. Ωστόσο, ειδικά για αιτήσεις τροποποίησης δικογράφων, δεν φαίνεται να ισχύει ο κανόνας αυτός αλλά, αντίθετα, ο κανόνας είναι ότι ο διάδικος ο οποίος αιτείται την τροποποίηση επωμίζεται τόσο τα έξοδα της αίτησης όσο και τα έξοδα που προκύπτουν λόγω της τροποποίησης (costs thrown away). Αυτό συνάγεται από τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου σε σχέση με τις πρόνοιες της Δ.25, θθ.1 και 5 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Σημειώνω ότι στην Αγγλία υπάρχει ειδική πρόνοια ότι τα έξοδα τα επωμίζεται ο διάδικος ο οποίος ζητεί τροποποίηση. Ενόψει των πιο πάνω, τόσο τα έξοδα της παρούσας αίτησης όσο και όλα τα έξοδα τα οποία χάνονται (costs thrown away) λόγω της τροποποίησης, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων-Καθ' ων η αίτηση και εναντίον της Εναγομένης 1 - Αιτήτριας και να καταβληθούν στο τέλος της δίκης. ................ Χ. Σολομωνίδης, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Α.Λ.Ο. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.