Alpha Bank Cyprus Ltd (πρώην Alpha Bank Ltd) ν. Νίκη Βυρίδου κ.α., Συνεκδικαζόμενες Αγωγές: 3784/05 και 3785/05, 26/6/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:A242 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Καουτζάνη, Α.Ε.Δ. Συνεκδικαζόμενες Αγωγές: 3784/05 και 3785/05 Αρ. Αγωγής: 3784/05 Μεταξύ: Alpha Bank Cyprus Ltd (πρώην Alpha Bank Ltd) Εναγόντων και Νίκη Βυρίδου Εναγομένης και CLR ASSET MANAGEMENT LTD Τριτοδιαδίκων και Αρ. Αγωγής: 3785/05 Μεταξύ: Alpha Bank Cyprus Ltd (πρώην Alpha Bank Ltd) Εναγόντων και Αθανάσιος Βυρίδης Εναγομένου και CLR ASSET MANAGEMENT LTD Τριτοδιαδίκων Ημερομηνία: 26 Ιουνίου 2013 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους ενάγοντες (και στις δύο υποθέσεις): κα Ξ. Κόκκινου για Χρυσαφίνη και Πολυβίου ΔΕΠΕ Για τους εναγόμενους (και στις δύο υποθέσεις): κα Μ. Κωνσταντίνου για Μαρκίδη, Μαρκίδη & Σία ΔΕΠΕ Για τους τριτοδιαδίκους (και στις δύο υποθέσεις): καμιά εμφάνιση Α Π Ο Φ Α Σ Η Με απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 31.5.2011 εκδόθηκε διάταγμα συνένωσης των δύο πιο πάνω αγωγών, με κύρια αγωγή την υπ' αρ. 3784/
- Με την αγωγή υπ' αρ. 3784/05, που καταχωρήθηκε στις 16.5.2005, οι ενάγοντες αξιώνουν από την εναγομένη το ποσό των £89.391,50 πλέον τόκο προς 9% από 1.1.2005 μέχρι εξοφλήσεως, με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης των τόκων δύο φορές το χρόνο στις 30 Ιουνίου και 31 Δεκεμβρίου ως προνοείται από το Νόμο 160(Ι)/99, διάταγμα του Δικαστηρίου διατάσσον την πώληση και/ή διάθεση και/ή ρευστοποίηση των ενεχυριασθεισών μετοχών όπως περιγράφονται στην παράγραφο 7 της τροποποιημένης έκθεσης απαίτησης, καθώς και διατάγματα του Δικαστηρίου αναφορικά με την εκτέλεση του εν λόγω διατάγματος σύμφωνα με τις παραγράφους (γ), (δ) και (ε) της παραγράφου 10 της τροποποιημένης έκθεσης απαίτησης, πλέον έξοδα. Με την αγωγή υπ' αρ. 3785/05, που καταχωρήθηκε στις 16.5.2005, οι ενάγοντες αξιώνουν από τον εναγόμενο το ποσό των £92.847,26 πλέον τόκο προς 9% από 1.1.2005 μέχρι εξοφλήσεως, με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης των τόκων δύο φορές το χρόνο στις 30 Ιουνίου και 31 Δεκεμβρίου ως προνοείται από το Νόμο 160(Ι)/99, διάταγμα του Δικαστηρίου διατάσσον την πώληση και/ή διάθεση και/ή ρευστοποίηση των ενεχυριασθεισών μετοχών όπως περιγράφονται στην παράγραφο 7 της τροποποιημένης έκθεσης απαίτησης, καθώς και διατάγματα του Δικαστηρίου αναφορικά με την εκτέλεση του εν λόγω διατάγματος σύμφωνα με τις παραγράφους (γ), (δ) και (ε) της παραγράφου 10 της τροποποιημένης έκθεσης απαίτησης, πλέον έξοδα. Σύμφωνα με την τροποποιημένη έκθεση απαίτησης του ειδικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος της αγωγής υπ' αρ. 3784/05, που καταχωρήθηκε στις 13.11.2008, οι ενάγοντες, ως τραπεζικός οργανισμός δεόντως εγγεγραμμένος, διεξάγουν τραπεζικές εργασίες όλων των ειδών. Περί τις 2.12.1999, συμφωνήθηκε όπως οι ενάγοντες παρέχουν ή συνεχίσουν να παρέχουν στην εναγομένη δάνεια σε τρεχούμενο ή άλλο λογαριασμό, για περίοδο που ήθελαν αποφασίσει οι ενάγοντες κατά την κρίση τους, ενόσω ταυτόχρονα η εναγομένη υπέγραψε το επενδυτικό σχέδιο ALPHA - CLR Stockbrokers (στο εξής «το επενδυτικό σχέδιο»), δυνάμει του οποίου οι ενάγοντες παραχωρούν πιστωτικές διευκολύνσεις σε επενδυτές κατά την κρίση τους, υπό τους όρους που αναγράφονται στην έκθεση απαίτησης. Στις 2.12.1999 η εναγομένη υπέγραψε τη συμφωνία διαχείρισης καθώς και πληρεξούσιο έγγραφο προς όφελος της Αlpha - CLR Stockbrokers Ltd, η οποία θα διαχειρίζετο τις κινητές αξίες και/ή οποιεσδήποτε κινητές αξίες που θα προήρχοντο από τη συμμετοχή της εναγομένης στο επενδυτικό σχέδιο και εξουσιοδοτείτο από την εναγομένη να αγοράζει, πωλεί, μεταβιβάζει και αποδέχεται τη μεταβίβαση στο όνομα της οποιωνδήποτε κινητών αξιών ιδιοκτησίας της εγγεγραμμένων στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου (στο εξής «το ΧΑΚ»). Δυνάμει του όρου 3 του επενδυτικού σχεδίου η εναγομένη ενεχυρίασε προς όφελος των εναγόντων τις μετοχές που περιγράφονται στην παράγραφο 7 της έκθεσης απαίτησης για την εξασφάλιση των υποχρεώσεων της. Οι ενάγοντες άνοιξαν στην εναγομένη δυνάμει του επενδυτικού σχεδίου τρεχούμενο λογαριασμό, ο οποίος κατά παράβαση της προαναφερθείσας συμφωνίας δεικνύει το αξιούμενο με την παρούσα αγωγή υπόλοιπο. Οι ενάγοντες με επιστολή τους ημερομηνίας 21.2.2005 προς την εναγομένη τερμάτισαν τη συμφωνία λειτουργίας του τρεχούμενου λογαριασμού και την κάλεσαν να εξοφλήσει το οφειλόμενο ποσό, χωρίς ανταπόκριση εκ μέρους της. Με την υπεράσπιση της στην τροποποιημένη έκθεση απαίτησης που καταχωρήθηκε στις 13.3.2009, η εναγομένη της αγωγής υπ' αρ. 3784/05 αρνείται τις απαιτήσεις των εναγόντων. Παραδέχεται την ιδιότητα των εναγόντων ως τραπεζικού οργανισμού καθώς και τη σύναψη της συμφωνίας ημερομηνίας 2.12.1999 και την υπογραφή της συμφωνίας διαχείρισης και του πληρεξουσίου εγγράφου. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι, μετά από εισήγηση των εναγόντων, υπέγραψε περί τις 13.9.2000 με την εταιρεία διαχείρισης χαρτοφυλακίου CLR Asset Management Ltd (στο εξής «οι τριτοδιάδικοι») συμφωνία βάσει της οποίας οι τελευταίοι ανέλαβαν μεταξύ άλλων τη διαχείριση του χαρτοφυλακίου χρηματιστηριακών αξιών της εναγομένης. Οι τριτοδιάδικοι, πριν από την υπογραφή της προαναφερθείσας συμφωνίας, παρέστησαν στην εναγομένη μέσω των υπαλλήλων και/ή αντιπροσώπων τους ότι είχαν την απαιτούμενη εξειδίκευση και/ή γνώση και/ή εμπειρία για τη διαχείριση του χαρτοφυλακίου της. Ήταν ρητός και ουσιώδης όρος της τελευταίας συμφωνίας ότι η διαχείριση του χαρτοφυλακίου της εναγομένης θα ήταν διακριτική και οι τριτοδιάδικοι όφειλαν προς την εναγομένη καθήκον επιμέλειας, να διαχειρίζονται το χαρτοφυλάκιο της με επαγγελματισμό και επιδεικνύοντας εύλογη ικανότητα, προσοχή και φροντίδα, ως αναμένεται από έμπειρους και ικανούς διαχειριστές χαρτοφυλακίου. Λόγω της αμέλειας και/ή των ενεργειών και/ή των παραλείψεων των τριτοδιαδίκων και/ή των υπαλλήλων και/ή αντιπροσώπων τους η εναγομένη υπέστη σημαντική ζημιά και/ή απώλεια της αξίας του χαρτοφυλακίου χρηματιστηριακών αξιών της και καλώντας τους ως τριτοδιαδίκους στην υπό αναφορά αγωγή δικαιούται, κατά τον ισχυρισμό της, να αποζημιωθεί για οποιοδήποτε ποσό τυχόν επιδικασθεί σε βάρος της. Η εναγομένη αρνείται την ενεχυρίαση προς όφελος των εναγόντων των μετοχών που περιγράφονται στην παράγραφο 7 της έκθεσης απαίτησης και παρόλο που παραδέχεται ότι ανοίχθηκε ο τρεχούμενος λογαριασμός επ' ονόματι της, ως ισχυρίζονται οι ενάγοντες, αρνείται την ύπαρξη του αξιούμενου χρεωστικού υπολοίπου ή και οποιουδήποτε χρεωστικού υπολοίπου, προβάλλοντας ότι οι ενάγοντες προέβησαν σε παράνομες χρεώσεις τόκων και εξόδων στον εν λόγω λογαριασμό. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι ζήτησε κατ' επανάληψη από τους ενάγοντες να πωλήσουν τις προς όφελος τους ενεχυριασθείσες χρηματιστηριακές αξίες ενόσω η τιμή τους ήταν κατά πολύ υψηλότερη από τον χρόνο καταχώρησης της αγωγής, αλλά οι ενάγοντες αρνήθηκαν και/ή παρέλειψαν να το πράξουν. Όπως περαιτέρω προβάλλει η εναγομένη, οι ενάγοντες παρέβησαν το Νόμο και/ή τους κανονισμούς και/ή τις εγκυκλίους και οδηγίες της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου, η σύσταση και λειτουργία του υπό αναφορά επενδυτικού λογαριασμού αποτελούσε παράβαση των εν λόγω εγκυκλίων και οδηγιών με αποτέλεσμα η επίδικη συμφωνία του επενδυτικού σχεδίου να είναι παράνομη και εξ υπαρχής άκυρη, εμποδίζοντας τους ενάγοντες να απαιτούν οποιοδήποτε ποσό. Κατόπιν άρνησης του τερματισμού της προαναφερθείσας συμφωνίας και της απαίτησης των εναγόντων για εξόφληση του οφειλόμενου υπολοίπου, καθώς και όλων των αξιώσεων των εναγόντων, η εναγομένη ζητά την απόρριψη της αγωγής με έξοδα σε βάρος των εναγόντων. Σύμφωνα με την τροποποιημένη έκθεση απαίτησης του ειδικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος της αγωγής υπ' αρ. 3785/05, που καταχωρήθηκε στις 24.10.2008, οι ενάγοντες, ως τραπεζικός οργανισμός δεόντως εγγεγραμμένος, διεξάγουν τραπεζικές εργασίες όλων των ειδών. Περί τις 3.12.1999, συμφωνήθηκε όπως οι ενάγοντες παρέχουν ή συνεχίσουν να παρέχουν στον εναγόμενο δάνεια σε τρεχούμενο ή άλλο λογαριασμό, για περίοδο που ήθελαν αποφασίσει οι ενάγοντες κατά την κρίση τους, ενόσω ταυτόχρονα ο εναγόμενος υπέγραψε το προαναφερθέν επενδυτικό σχέδιο ALPHA - CLR Stockbrokers (στο εξής «το επενδυτικό σχέδιο»), δυνάμει του οποίου οι ενάγοντες παραχωρούν πιστωτικές διευκολύνσεις σε επενδυτές κατά την κρίση τους, υπό τους όρους που αναγράφονται στην έκθεση απαίτησης. Στις 3.12.1999 ο εναγόμενος υπέγραψε τη συμφωνία διαχείρισης καθώς και πληρεξούσιο έγγραφο προς όφελος της Αlpha - CLR Stockbrokers Ltd, η οποία θα διαχειρίζετο τις κινητές αξίες και/ή οποιεσδήποτε κινητές αξίες που θα προήρχοντο από τη συμμετοχή του εναγόμενου στο επενδυτικό σχέδιο και εξουσιοδοτείτο από τον εναγόμενο να αγοράζει, πωλεί, μεταβιβάζει και αποδέχεται τη μεταβίβαση στο όνομα του οποιωνδήποτε κινητών αξιών ιδιοκτησίας του εγγεγραμμένων στο ΧΑΚ. Δυνάμει του όρου 3 του επενδυτικού σχεδίου ο εναγόμενος ενεχυρίασε προς όφελος των εναγόντων τις μετοχές που περιγράφονται στην παράγραφο 7 της έκθεσης απαίτησης για την εξασφάλιση των υποχρεώσεων του. Οι ενάγοντες άνοιξαν στον εναγόμενο δυνάμει του επενδυτικού σχεδίου τρεχούμενο λογαριασμό, ο οποίος κατά παράβαση της προαναφερθείσας συμφωνίας δεικνύει το αξιούμενο με την παρούσα αγωγή υπόλοιπο. Οι ενάγοντες με επιστολή τους ημερομηνίας 21.2.2005 προς τον εναγόμενο τερμάτισαν τη συμφωνία λειτουργίας του τρεχούμενου λογαριασμού και τον κάλεσαν να εξοφλήσει το οφειλόμενο ποσό, χωρίς ανταπόκριση εκ μέρους του. Όσον αφορά την υπεράσπιση στην τροποποιημένη έκθεση απαίτησης που καταχωρήθηκε στις 4.12.2008, εκ μέρους του εναγόμενου της αγωγής υπ' αρ. 3785/05, το περιεχόμενο της είναι πανομοιότυπο με αυτό που παρατέθηκε σχετικά με την υπεράσπιση της εναγομένης της αγωγής υπ' αρ. 3784/05 και ως εκ τούτου δεν θα παρατεθεί προς αποφυγή επαναλήψεων. Στην έκθεση απαίτησης της εναγομένης της αγωγής υπ' αρ. 3784/05 εναντίον των τριτοδιαδίκων, που μετά την τροποποίηση των δικογράφων καταχωρήθηκε στις 13.5.2009, η εναγομένη με αναφορά στους ήδη παρατεθέντες στην υπεράσπιση της ισχυρισμούς της αναφορικά με την διαχείριση του χαρτοφυλακίου της εκ μέρους των τριτοδιαδίκων, αξιώνει από αυτούς ότι δικαιούται να αποζημιωθεί σε σχέση με την αξίωση των εναγόντων και τα έξοδα της αγωγής, καθώς και σε συνεισφορά των τριτοδιαδίκων για οποιοδήποτε ποσό με το οποίο τυχόν οι ενάγοντες να αποζημιωθούν από την εναγομένη, λόγω του ότι το οποιοδήποτε ισχυριζόμενο και απαιτούμενο χρεωστικό υπόλοιπο του επίδικου τρεχούμενου λογαριασμού είναι αποτέλεσμα της αμέλειας ή και των ενεργειών ή και παραλείψεων ή και κακής διαχείρισης του χαρτοφυλακίου της εναγομένης από τους τριτοδιαδίκους, αξιώνοντας εναντίον τους τα έξοδα υπεράσπισης της αγωγής καθώς και τα έξοδα της διαδικασίας τριτοδιαδίκου. Πανομοιότυπο είναι και το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης του εναγόμενου της αγωγής υπ' αρ. 3785/05 εναντίον των τριτοδιαδίκων, που καταχωρήθηκε στις 8.11.2006, και ως εκ τούτου δεν θα παρατεθεί προς αποφυγή επαναλήψεων. Με την υπεράσπιση τους, που μετά την τροποποίηση των δικογράφων καταχωρήθηκε στις 20.5.2009, οι τριτοδιάδικοι αρνούνται τους ισχυρισμούς της εναγομένης της αγωγής υπ' αρ. 3784/05, περί αμέλειας και/ή κακοδιαχείρισης του χαρτοφυλακίου της από αυτούς, υποστηρίζοντας ότι η διαχείριση έγινε με επαγγελματισμό και επιμέλεια, η δε εναγομένη ουδέποτε εξέφρασε οποιοδήποτε παράπονο αναφορικά με τη διαχείριση του χαρτοφυλακίου της μέχρι την καταχώρηση της υπό κρίση αγωγής. Αν και παραδέχονται ότι η εναγομένη υπέγραψε περί τις 13.9.2000 τη συμφωνία διαχείρισης του χαρτοφυλακίου της από αυτούς, οι τριτοδιάδικοι αρνούνται οποιαδήποτε σχέση και ευθύνη για το υπόλοιπο του επίδικου τρεχούμενου λογαριασμού της εναγομένης, καθώς και τις αξιώσεις της εναγομένης εναντίον τους, ζητώντας την απόρριψη τους με έξοδα σε βάρος της. Πανομοιότυπο είναι και το περιεχόμενο της υπεράσπισης των τριτοδιαδίκων έναντι του εναγόμενου της αγωγής υπ' αρ. 3785/05, που καταχωρήθηκε στις 8.12.2006, και ως εκ τούτου δεν θα παρατεθεί προς αποφυγή επαναλήψεων. Κατά την ακροαματική διαδικασία εκ μέρους των εναγόντων προσφέρθηκε η μαρτυρία της Ντόλης Τριανταφύλλου (ΜΕ1), της Ρόζμαρι Γεωργίου (ΜΕ2) και του Πανίκου Χριστοφόρου (ΜΕ3). Οι εναγόμενοι και στις δύο αγωγές κατέθεσαν ενόρκως οι ίδιοι, η εναγομένη στην αγωγή με αρ. 3784/05 (στο εξής «η εναγομένη») ως ΜΥ1 και ο εναγόμενος στην αγωγή με αρ. 3785/05 (στο εξής «ο εναγόμενος») ως ΜΥ
- Όσον αφορά τους τριτοδιαδίκους, αν και αρχικά εκπροσωπούντο από δικηγόρο κατά την ακροαματική διαδικασία, σε κάποιο στάδιο και συγκεκριμένα στις 18.9.2012, μετά που οι ενάγοντες έκλεισαν την υπόθεση τους και πριν αρχίσουν οι εναγόμενοι να παρουσιάζουν την δική τους υπόθεση, ο δικηγόρος των τριτοδιαδίκων απεσύρθη με άδεια του Δικαστηρίου δηλώνοντας ότι οι τριτοδιάδικοι δεν ήταν παρόντες στο Δικαστήριο και είχε οδηγίες από αυτούς να αναφέρει στο Δικαστήριο ότι δεν επιθυμούν να εκπροσωπηθούν πλέον από άλλο δικηγόρο και δεν θα εμφανισθούν ενώπιον του Δικαστηρίου, με αποτέλεσμα κατά την ακροαματική διαδικασία να μην προσφερθεί οποιαδήποτε μαρτυρία εκ μέρους τους. Σύμφωνα με τη μαρτυρία της ΜΕ1, υπαλλήλου των εναγόντων, η οποία κατά τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο ήταν στο Τμήμα επενδυτικών λογαριασμών, μία εκ των υπευθύνων για την εποπτεία και τον έλεγχο της κίνησης των τρεχούμενων λογαριασμών των πελατών που ανοίχθηκαν για σκοπούς επενδύσεων, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι λογαριασμοί των δύο εναγομένων, της είχε ανατεθεί η παρακολούθηση των εν λόγω λογαριασμών, τα έγγραφα των οποίων έχει στην κατοχή της και υπό τον έλεγχο και φύλαξη της. Οι ενάγοντες είναι τραπεζικός οργανισμός δεόντως εγγεγραμμένος και διεξάγουν τραπεζικές εργασίες όλων των ειδών (βλ. Τεκμήριο 1). Επισημαίνεται σ' αυτό το σημείο ότι στις 10.5.2013 καταχωρήθηκε στο φάκελο των υποθέσεων του Δικαστηρίου ειδοποίηση ότι οι ενάγοντες έχουν μετονομαστεί σε Alpha Bank Cyprus Ltd. Κατόπιν γραπτής αίτησης της εναγομένης ημερομηνίας 14.10.1999 (Τεκμήριο 2), με την οποία δήλωσε υπεύθυνα ότι συμφωνεί και αποδέχεται τους όρους συμμετοχής που ρυθμίζουν το επενδυτικό σχέδιο και ζήτησε να της παραχωρηθεί όριο σε τρεχούμενο λογαριασμό ύψους £100.000, οι ενάγοντες της παρεχώρησαν όριο σε τρεχούμενο λογαριασμό ύψους £70.000, λόγω του ότι η αξία των αρχικών ενεχυριάσεων δεν ξεπερνούσε το ποσό των £100.000, ανήρχετο δε στο ποσό των £83.
- Δυνάμει έγγραφης συμφωνίας ημερομηνίας 2.12.1999 (Τεκμήριο 3), συνεφωνήθη όπως οι ενάγοντες παρέχουν στην εναγομένη δάνεια και/ή πιστωτικές διευκολύνσεις σε τρεχούμενο λογαριασμό, ενόσω η εναγομένη υπέγραψε έγγραφο που περιέχει τους όρους συμμετοχής στο επενδυτικό σχέδιο (βλ. Τεκμήριο 4), στους κύριους όρους των οποίων έγινε αναφορά. Περί τις 2.12.1999, η εναγομένη υπέγραψε και πληρεξούσιο έγγραφο με το οποίο διόρισε την CLR Stockbrokers ως πληρεξούσιο αντιπρόσωπο της για την εκ μέρους της αγορά, πώληση και μεταβίβαση κινητών αξιών εγγεγραμμένων στο ΧΑΚ, για την υπογραφή οποιουδήποτε αναγκαίου εγγράφου, για τον χειρισμό του τραπεζικού της λογαριασμού με τους ενάγοντες κ.λ.π. (βλ. Τεκμήριο 5). Υπέγραψε την ίδια ημερομηνία, επίσης, έγγραφο ενεχυρίασης μετοχών (βλ. Τεκμήριο 6) καθώς και πληρεξούσιο έγγραφο προς όφελος των εναγόντων (βλ. Τεκμήριο 7), ως εξασφάλιση των πιστωτικών διευκολύνσεων που της παρείχαν οι ενάγοντες με την πιο πάνω συμφωνία. Κατόπιν εξήγησης του τρόπου με τον οποίο λειτουργούσε ο λογαριασμός της εναγομένης με βάση τους όρους του επενδυτικού σχεδίου καθώς και του τρόπου καταχωρήσεων των σχετικών δεδομένων στο τραπεζικό βιβλίο που τηρούν οι ενάγοντες σε ηλεκτρονική μορφή, η ΜΕ1 κατέθεσε δέσμη των πινακιδίων συναλλαγής (Contract Notes) μαζί με τη σχετική σελίδα της κατάστασης λογαριασμού της εναγομένης, που σχετίζονται με τις συναλλαγές που έγιναν στον επίδικο λογαριασμό, ως Τεκμήρια 8-
- Με επιστολή τους ημερομηνίας 5.10.2000 (Τεκμήριο 27(β)), οι ενάγοντες κάλεσαν την εναγομένη να προβεί άμεσα σε επιπρόσθετες ενεχυριάσεις αξίας £40.781,40 υπό μορφή κατάθεσης μετρητών ή κινητών αξιών, λόγω του ότι το υπόλοιπο του λογαριασμού της παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο ύψους £70.001,70 ενώ η αξία του χαρτοφυλακίου της ήταν £99.220,
- Στη συνέχεια οι ενάγοντες απέστειλαν στην εναγομένη επιστολή ημερομηνίας 21.2.2005 (Τεκμήριο 27(α)) για τερματισμό του λογαριασμού της καλώντας την να εξοφλήσει το χρεωστικό υπόλοιπο, που τότε ανήρχετο στο ποσό των £89.391,50 πλέον τόκους από την 1.1.
- Ως Τεκμήριο 28 κατατέθηκε κατάσταση αποτίμησης χαρτοφυλακίου όπου εμφαίνεται η αξία των ενεχυριασμένων κινητών αξιών της εναγομένης την 1.3.2005, κατόπιν έρευνας που είχαν κάνει οι ενάγοντες στο ΧΑΚ. Κατόπιν γραπτής αίτησης του εναγόμενου ημερομηνίας 29.9.1999 (Τεκμήριο 29), με την οποία δήλωσε υπεύθυνα ότι συμφωνεί και αποδέχεται τους όρους συμμετοχής που ρυθμίζουν το επενδυτικό σχέδιο και ζήτησε να του παραχωρηθεί όριο σε τρεχούμενο λογαριασμό ύψους £75.000, οι ενάγοντες του παρεχώρησαν όριο σε τρεχούμενο λογαριασμό ύψους £75.000, λόγω του ότι η αξία των αρχικών ενεχυριάσεων κάλυπτε το 100% του ορίου (βλ. Τεκμήριο 29(β)). Δυνάμει έγγραφης συμφωνίας ημερομηνίας 3.12.1999 (Τεκμήριο 30), συνεφωνήθη όπως οι ενάγοντες παρέχουν στον εναγόμενο δάνεια και/ή πιστωτικές διευκολύνσεις σε τρεχούμενο λογαριασμό, ενόσω ο εναγόμενος υπέγραψε έγγραφο που περιέχει τους όρους συμμετοχής στο επενδυτικό σχέδιο (βλ. Τεκμήριο 31), στους κύριους όρους των οποίων έγινε αναφορά. Περί τις 3.12.1999, ο εναγόμενος υπέγραψε και πληρεξούσιο έγγραφο με το οποίο διόρισε την CLR Stockbrokers ως πληρεξούσιο αντιπρόσωπο του για την εκ μέρους του αγορά, πώληση και μεταβίβαση κινητών αξιών εγγεγραμμένων στο ΧΑΚ, για την υπογραφή οποιουδήποτε αναγκαίου εγγράφου, για τον χειρισμό του τραπεζικού του λογαριασμού με τους ενάγοντες κ.λ.π. (βλ. Τεκμήριο 32). Υπέγραψε την ίδια ημερομηνία, επίσης, έγγραφο ενεχυρίασης μετοχών (βλ. Τεκμήριο 33) καθώς και πληρεξούσιο έγγραφο προς όφελος των εναγόντων (βλ. Τεκμήριο 34), ως εξασφάλιση των πιστωτικών διευκολύνσεων που του παρείχαν οι ενάγοντες με την πιο πάνω συμφωνία. Κατόπιν εξήγησης του τρόπου με τον οποίο λειτουργούσε ο λογαριασμός του εναγόμενου με βάση τους όρους του επενδυτικού σχεδίου καθώς και του τρόπου καταχωρήσεων των σχετικών δεδομένων στο τραπεζικό βιβλίο που τηρούν οι ενάγοντες σε ηλεκτρονική μορφή, η ΜΕ1 κατέθεσε δέσμη των πινακιδίων συναλλαγής (Contract Notes) μαζί με τη σχετική σελίδα της κατάστασης λογαριασμού του εναγόμενου, που σχετίζονται με τις συναλλαγές που έγιναν στον επίδικο λογαριασμό, ως Τεκμήρια 35-
- Με επιστολή τους ημερομηνίας 5.10.2000 (Τεκμήριο 50), οι ενάγοντες κάλεσαν τον εναγόμενο να προβεί άμεσα σε επιπρόσθετες ενεχυριάσεις αξίας £48.475,91 υπό μορφή κατάθεσης μετρητών ή κινητών αξιών, λόγω του ότι το υπόλοιπο του λογαριασμού του παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο ύψους £74.970,07 ενώ η αξία του χαρτοφυλακίου του ήταν £101.494,
- Στη συνέχεια οι ενάγοντες απέστειλαν στον εναγόμενο επιστολή ημερομηνίας 21.2.2005 (Τεκμήριο 48) για τερματισμό του λογαριασμού του καλώντας τον να εξοφλήσει το χρεωστικό υπόλοιπο, που τότε ανήρχετο στο ποσό των £92.847,26 πλέον τόκους από την 1.1.
- Ως Τεκμήριο 49 κατατέθηκε κατάσταση αποτίμησης χαρτοφυλακίου όπου εμφαίνεται η αξία των ενεχυριασμένων κινητών αξιών του εναγόμενου την 1.3.2005, κατόπιν έρευνας που είχαν κάνει οι ενάγοντες στο ΧΑΚ. Η ΜΕ2, υπάλληλος των εναγόντων, η οποία κατά τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο ήταν, επίσης, στο Τμήμα λογαριασμών για επενδυτικούς σκοπούς, μία εκ των υπευθύνων για την εποπτεία και τον έλεγχο της κίνησης των τρεχούμενων λογαριασμών των πελατών που ανοίχθηκαν για σκοπούς επενδύσεων, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι λογαριασμοί των δύο εναγομένων, έχοντας πρόσβαση στους φακέλους των εναγόντων που αφορούν τους λογαριασμούς των εναγομένων, κατέθεσε ως Τεκμήρια 53 και 54 δέσμες καταστάσεων λογαριασμών για την εναγομένη και τον εναγόμενο αντίστοιχα, που εκτυπώθηκαν από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή των εναγόντων, όπου εμφαίνεται ότι το αξιούμενο ποσό από την εναγομένη ανέρχεται σε €154.817,80 και από τον εναγόμενο σε €163.912,57, ποσά στα οποία, πλέον τόκο προς 9% από 1.7.2006 μέχρι εξοφλήσεως με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης μια φορά το χρόνο, ανέρχεται η χρηματική αξίωση των εναγόντων εναντίον της εναγομένης και του εναγόμενου αντίστοιχα. Επιπρόσθετα, η ΜΕ2 αναφέρθηκε στις επιστολές τερματισμού ημερομηνίας 3.7.2002 (βλ. Τεκμήρια 51 και 52), που είχαν κατατεθεί ως Τεκμήρια κατά την αντεξέταση της ΜΕ1, δηλώνοντας ότι εκ παραδρομής δεν κατατέθηκαν κατά την κυρίως εξέταση της ΜΕ1 επειδή δεν είχαν ανευρεθεί στους φακέλους, έχοντας προφανώς παραπέσει. Υποστήριξε δε ότι ως ημερομηνία τερματισμού και για τους δύο λογαριασμούς θα πρέπει να θεωρηθεί η ημερομηνία 3.7.
- Ο ΜΕ3, λειτουργός του ΧΑΚ, κατέθεσε ως Τεκμήρια 55 και 56 την ανάλυση πράξεων από 1.12.1999 μέχρι 22.2.2005 που αφορούν τις συναλλαγές των εναγομένων και συγκεκριμένα τις αγορές και πωλήσεις των αξιών τους σύμφωνα με τα στοιχεία του ΧΑΚ και ως Τεκμήρια 57 και 58 τις καταστάσεις των υπολοίπων των λογαριασμών των εναγομένων, όπου εμφαίνονται όλες οι αξίες που αυτοί κατέχουν συμπεριλαμβανομένων και αυτών για τις οποίες υπάρχει σύσταση ενεχύρου, επεξηγώντας τα εν λόγω Τεκμήρια. Ως Τεκμήριο 59 κατέθεσε επιστολή ημερομηνίας 24.5.2012 που αφορά την κατάσταση των αξιών ιδιοκτησίας των δύο εναγομένων καταχωρημένων στη μερίδα του Αποθετηρίου του ΧΑΚ καθώς και τις τιμές των χρηματιστηριακών αξιών που αυτοί κατείχαν στις 3.7.
- Η εναγομένη - ΜΥ1, κατά την ένορκη μαρτυρία της, αποδέχθηκε την υπογραφή της συμφωνίας (Τεκμήριο 3), του εγγράφου που περιέχει τους όρους συμμετοχής στο επενδυτικό σχέδιο (Τεκμήριο 4) καθώς και του πληρεξουσίου εγγράφου με το οποίο διόρισε την CLR Stockbrokers Ltd ως πληρεξούσιο αντιπρόσωπο της για να προβαίνει σε όλες τις αναγκαίες ενέργειες για τη συμμετοχή της στο επενδυτικό σχέδιο (Τεκμήριο 5). Υποστήριξε ότι δεν είχε ανάμιξη ούτε έδινε οδηγίες για τις αγοραπωλησίες των μετοχών και όλα εγίνοντο μέσω των χρηματιστών, δηλαδή της CLR Stockbrokers Ltd. Ο επίδικος τρεχούμενος λογαριασμός ανοίχθηκε κατόπιν παρότρυνσης δύο υπαλλήλων των χρηματιστών, οι οποίοι ανέφεραν στην ίδια και στον σύζυγο της-εναγόμενο ότι μόνο μετοχές χρειάζοντο για εξασφάλιση και εφόσον οι χρηματιστές θα διαχειρίζοντο το χαρτοφυλάκιο τους δεν θα δημιουργείτο χρεωστικό υπόλοιπο. Τους είπαν, επίσης, ότι δεν εγκρίνονται όλοι οι αιτητές για τέτοιες διευκολύνσεις καθώς και ότι στη χειρότερη περίπτωση θα έχαναν μόνο τις μετοχές τους, κάτι πολύ απίθανο και απομακρυσμένο εφόσον οι χρηματιστές θα παρακολουθούσαν το χαρτοφυλάκιο. Μετά την ενεχυρίαση εκ μέρους της προς όφελος των εναγόντων 6.870 μετοχών της Τράπεζας Κύπρου αξίας £70.000 περίπου, ο λογαριασμός τέθηκε σε λειτουργία και έγιναν κάποιες αγοραπωλησίες μετοχών κατόπιν ενεργειών των χρηματιστών. Με αναφορά σε συγκεκριμένες αγοραπωλησίες μετοχών και παραπομπή στα Τεκμήρια 8, 9, 11, καταθέτοντας επίσης τα Τεκμήρια 60 και 61, η εναγομένη υποστήριξε ότι αγοράστηκαν κάποια warrants της Salamis Tours, κατά παράβαση της σχετικής σύμβασης και κλήθηκε η ίδια να καταβάλει τη ζημιά από αυτήν την πράξη, όπως και έπραξε κατόπιν πιέσεων. Το θέμα αυτό, για το οποίο έλαβε γνώση τον Αύγουστο του 2000, οδήγησε στο να χάσει την εμπιστοσύνη της στους χρηματιστές, οι οποίοι της ανέφεραν ότι δεν είχαν χρόνο να ασχοληθούν με το χαρτοφυλάκιο της και μάλιστα χωρίς κέρδος. Εξέφρασε παράπονο, όπως και ο σύζυγος της, για τον τρόπο διαχείρισης των χαρτοφυλακίων τους και υπάλληλοι των χρηματιστών τους προέτρεψαν να υπογράψουν μια πλήρη συμφωνία διαχείρισης των χαρτοφυλακίων τους (Fund Management Agreement) με τους τριτοδιαδίκους, που ήταν θυγατρική εταιρεία της CLR Stockbrokers Ltd και αποτελείτο από έμπειρους επαγγελματίες εξειδικευμένους στον τομέα διαχείρισης χαρτοφυλακίων, οι οποίοι θα αναλάμβαναν την αποκλειστική διαχείριση των χαρτοφυλακίων τους με επιστημονικό και επαγγελματικό τρόπο έναντι πληρωμής. Όπως τους ελέχθη, θα χρειαζόταν ένα έτος για να προβούν οι τριτοδιάδικοι στις κατάλληλες κινήσεις για να καλυφθεί η ζημιά που δημιουργήθηκε στους λογαριασμούς των εναγομένων χωρίς τις οδηγίες τους, αποστέλλοντας, επίσης, στον σύζυγο της-εναγόμενο την επιστολή ημερομηνίας 13.11.2000 (Τεκμήριο 62) προς επιβεβαίωση των υποσχέσεων που τους δόθηκαν. Στις 13.9.2000 υπέγραψε νέα συμφωνία με τους τριτοδιαδίκους (Τεκμήριο 63) με σκοπό την εξόφληση του χρέους που δημιούργησαν οι χρηματιστές προς τους ενάγοντες και όχι για την αύξηση του. Κατά τον χρόνο της νέας συμφωνίας η αξία του χαρτοφυλακίου της ανήρχετο στο ποσό των £102.967, ως εμφαίνεται στο παράρτημα 1 του Τεκμηρίου 63, ενόσω το χρέος της προς τους ενάγοντες κατά το Σεπτέμβριο του 2000 ανήρχετο στο ποσό των £70.001,70 (βλ. Τεκμήριο 15). Καταθέτοντας ως Τεκμήριο 64 δέσμη εγγράφων που της παρεδόθησαν από εκπρόσωπο των τριτοδιαδίκων, η εναγομένη υποστήριξε ότι το χρέος προς τους ενάγοντες θα μπορούσε να εξοφληθεί με την αξία του χαρτοφυλακίου της ίδιας και του συζύγου της και να παραμείνει υπόλοιπο £32.967 περίπου. Περιγράφοντας τις μετοχές του χαρτοφυλακίου της κατά την έναρξη της διαχείρισης του λογαριασμού της από τους τριτοδιαδίκους, καταθέτοντας και έγγραφο «Valuation Report» ημερομηνίας 21.8.2000 ως Τεκμήριο 65, με αναφορά στις πωλήσεις που έγιναν από αυτούς, όπως φαίνονται και στο Τεκμήριο 17, αλλά και τις αγορές που ακολούθησαν (βλ. Τεκμήρια 18-19), η εναγομένη υποστήριξε ότι οι τριτοδιάδικοι δεν έπρεπε να δίνουν οδηγίες στους χρηματιστές, οι οποίοι ενεργούσαν πλέον ως αντιπρόσωποι των τριτοδιαδίκων, να αγοράζουν μετοχές και να χρεώνουν τον επίδικο λογαριασμό της εναγομένης, ενόσω οι ενάγοντες γνώριζαν την ύπαρξη της νέας συμφωνίας με τους τριτοδιαδίκους. Η διαχείριση του χαρτοφυλακίου της από τους τριτοδιαδίκους, που ενεργούσαν προς ίδιον όφελος αναφορικά με συγκεκριμένες μετοχές, οδήγησε σε απώλεια μεγάλου κέρδους του χαρτοφυλακίου της ίδιας και του συζύγου της, όπως ενημερώθηκαν στις 7.3.2001 από αντιπρόσωπο των τριτοδιαδίκων. Παρόλο που υπάλληλος των τριτοδιαδίκων τους καθησύχασε, οι ενάγοντες ζητούσαν την κατάθεση μετρητών στους επίδικους λογαριασμούς, ενόσω οι προσπάθειες για συνάντηση όλων των εμπλεκομένων δεν καρποφόρησαν. Μετά από την αποστολή επιστολής ημερομηνίας 18.2.2002 των δύο εναγομένων προς υπάλληλο της CLR Stockbrokers Ltd (Τεκμήριο 67) έγινε συνάντηση στις 17.7.2002, όπου οι εναγόμενοι έλαβαν διαβεβαιώσεις ότι θα διευθετείτο το πρόβλημα μετά την παραδοχή αμέλειας και κακοδιαχείρισης εκ μέρους των τριτοδιαδίκων. Αν και οι εναγόμενοι δήλωσαν προς τους ενάγοντες ότι θα συζητούσαν το πρόβλημα των επίδικων λογαριασμών στην παρουσία των τριτοδιαδίκων, δεν υπήρξε ανταπόκριση εκ μέρους των εναγόντων και στις 21.2.2005 οι εναγόμενοι έλαβαν ειδοποίηση για τερματισμό της λειτουργίας των επίδικων λογαριασμών. Με αναφορά σε μαρτυρία που δόθηκε στην υπόθεση αρ. 9643/05 εκ μέρους μετόχου της CLR Stockbrokers Ltd και των τριτοδιαδίκων, η εναγομένη υποστήριξε ότι η εταιρεία CLR Stockbrokers Ltd προέβαινε ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος των τριτοδιαδίκων στις πράξεις του επίδικου τρεχούμενου λογαριασμού μετά τις 30.9.2000, τις οποίες όφειλε να πράττει με σκοπό την εξόφληση του εν λόγω λογαριασμού. Στα ίδια πλαίσια κινήθηκε και η ένορκη μαρτυρία του εναγόμενου - ΜΥ2, ο οποίος αποδέχθηκε την υπογραφή της συμφωνίας (Τεκμήριο 30), του εγγράφου που περιέχει τους όρους συμμετοχής στο επενδυτικό σχέδιο (Τεκμήριο 31) καθώς και του πληρεξουσίου εγγράφου με το οποίο διόρισε την CLR Stockbrokers Ltd ως πληρεξούσιο αντιπρόσωπο του για να προβαίνει σε όλες τις αναγκαίες ενέργειες για τη συμμετοχή του στο επενδυτικό σχέδιο (Τεκμήριο 32). Αναφέροντας το ιστορικό δημιουργίας του τρεχούμενου λογαριασμού του με τους ενάγοντες, με παρόμοιο τρόπο με την εναγομένη ως παρατέθηκε πιο πάνω, ο εναγόμενος υποστήριξε ότι ενεχυρίασε προς όφελος των εναγόντων 5.880 μετοχές της Λαϊκής Τράπεζας αξίας £75.000, δηλαδή το 100% της αξίας του ορίου που του δόθηκε, παραπέμποντας σε αγορές μετοχών που έγιναν από τους χρηματιστές με χρέωση του επίδικου λογαριασμού του (βλ. Τεκμήριο 36). Αναφέρθηκε, επίσης, στην πορεία του λογαριασμού του και τη δημιουργία χρέους, ως αναφέρθηκε και η σύζυγος του - εναγομένη, καθώς και στην υπογραφή νέας συμφωνίας στις 13.9.2000 με τους τριτοδιαδίκους για τη διαχείριση του χαρτοφυλακίου του, καταθέτοντας τη συμφωνία αυτή ως Τεκμήριο
- Κατά τον χρόνο της νέας συμφωνίας η αξία του χαρτοφυλακίου του ανήρχετο στο ποσό των £106.670,20, ως εμφαίνεται στο παράρτημα 1 του Τεκμηρίου 66, ενόσω το χρέος του προς τους ενάγοντες κατά τον Ιούλιο του 2000 ανήρχετο στο ποσό των £74.970,07 (βλ. Τεκμήρια 39-40). Περιγράφοντας τις μετοχές του χαρτοφυλακίου του κατά την έναρξη της διαχείρισης του λογαριασμού του από τους τριτοδιαδίκους καθώς και τις πωλήσεις που έγιναν από αυτούς (βλ. Τεκμήρια 41-42), προέβαλε τις ίδιες θέσεις με αυτές της εναγομένης σε σχέση με την κακοδιαχείριση του χαρτοφυλακίου του και τις ενέργειες των τριτοδιαδίκων μέσω των χρηματιστών καθώς και για την πορεία της υπόθεσης μέχρι τον τερματισμό του επίδικου λογαριασμού εκ μέρους των εναγόντων. Κατέθεσε, τέλος, ως Τεκμήρια 68 και 69 έγγραφα έρευνας στο Γραφείο Εφόρου Εταιρειών αναφορικά με τη σύσταση και τη δομή της εταιρείας CLR Stockbrokers Ltd και των τριτοδιαδίκων αντίστοιχα, ως Τεκμήριο 70 έγγραφο «Valuation Report» ημερομηνίας 21.8.2000 και ως Τεκμήριο 71 επιστολή του προηγούμενου δικηγόρου τους προς τον ίδιο και τη σύζυγο του-εναγομένη ημερομηνίας 10.10.2012, από την οποία, όπως υποστήριξε, έλαβαν γνώση για πρώτη φορά ότι είχε αρχίσει η παρούσα ακροαματική διαδικασία. Οι συνήγοροι στις γραπτές τους αγορεύσεις με αναφορά στα γεγονότα της υπόθεσης και τη νομολογία υποστήριξαν τις θέσεις κάθε πλευράς αντίστοιχα. Οι επί μέρους εισηγήσεις των συνηγόρων θα παρατεθούν στη συνέχεια, όπου χρειάζεται, όταν το Δικαστήριο θα επιληφθεί των επιδίκων θεμάτων της υπόθεσης. Παρακολούθησα με πολλή προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενόρκως ενώπιον μου. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας τους μέσα από τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, έγινε με γνώμονα, μεταξύ άλλων, τις γνώσεις τους για τα επίδικα γεγονότα, τις αντιδράσεις και τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα σε συνδυασμό με το στάδιο που ανέκυψε η μαρτυρία τους, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος καθώς και τη μνήμη, ειλικρίνεια και τρόπο αφήγησης των γεγονότων (Bauer v. Hροδότου & Υιοί Λτδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 325, Λάρκου ν. Παναγή
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 80, Ζαβρού ν. Χαραλάμπους
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 447, Zαμπάς ν. Α & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 820). Έχοντας κατά νου το σύνολο της προσφερθείσας μαρτυρίας και αξιολογώντας την εκ μέρους των εναγόντων δοθείσα μαρτυρία καθώς και τα κατατεθέντα από αυτούς έγγραφα, έχω πεισθεί για την ειλικρίνεια και για την ορθότητα όσων ανέφεραν ενώπιον του Δικαστηρίου οι μάρτυρες των εναγόντων με αποτέλεσμα η μαρτυρία τους να είναι πλήρως αποδεκτή. Ειδικότερα, η ΜΕ1 ήταν σαφής και σταθερή στη μαρτυρία της, που δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέταση, χωρίς να έχουν αμφισβητηθεί εκ μέρους των εναγομένων τα έγγραφα που αυτή κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου και στοιχειοθετούν τις επίδικες απαιτήσεις εναντίον των εναγομένων, εκ των οποίων άλλωστε και οι δυο εναγόμενοι ως αποδέχθηκαν υπέγραψαν αυτά που φέρουν την υπογραφή τους. Από τη μαρτυρία της ΜΕ1 προκύπτει ότι τα Τεκμήρια 3 και 30 αποτελούν τις έγγραφες συμφωνίες ημερομηνίας 2.12.1999 και 3.12.1999 αντίστοιχα, δυνάμει των οποίων οι ενάγοντες παρεχώρησαν στην εναγομένη και στον εναγόμενο αντίστοιχα, δάνεια σε τρεχούμενο λογαριασμό και/ή πιστωτικές διευκολύνσεις, ενόσω στα Τεκμήρια 4 και 31 καθορίζονται οι όροι συμμετοχής στο επενδυτικό σχέδιο. Δυνάμει των Τεκμηρίων 6 και 33 ενεχυριάσθησαν ως εξασφάλιση των επίδικων πιστωτικών διευκολύνσεων οι μετοχές ιδιοκτησίας των εναγομένων, όπως αυτές για τον εναγόμενο περιγράφονται στο Τεκμήριο 29(β). Με τα πληρεξούσια έγγραφα που υπέγραψαν η εναγομένη (Τεκμήριο 5) και ο εναγόμενος (Τεκμήριο 32), διόρισαν την CLR Stockbrokers, δηλαδή τους χρηματιστές, ως πληρεξούσιο αντιπρόσωπο τους για τη διενέργεια αγοραπωλησιών κινητών αξιών, εγγεγραμμένων στο ΧΑΚ, και με τα πληρεξούσια έγγραφα, που επίσης υπέγραψαν η εναγομένη (Τεκμήριο 7) και ο εναγόμενος (Τεκμήριο 34), εξουσιοδότησαν τους ενάγοντες, μεταξύ άλλων, να εισπράττουν οποιαδήποτε μερίσματα πληρωτέα δυνάμει των ενεχυριασθεισών μετοχών και να καταθέτουν το προϊόν τους έναντι των υποχρεώσεων των εναγομένων προς αυτούς. Αναμφισβήτητα, επίσης, ουσιαστικά παρέμειναν τα κατατεθέντα ως Τεκμήρια 8-26 και 35-47 έγγραφα, που σχετίζονται με τις αγοραπωλησίες μετοχών που διενεργήθηκαν κατά τον επίδικο χρόνο για τους εναγόμενους καθώς και τις χρεωπιστώσεις στους λογαριασμούς που τηρούσαν οι ενάγοντες γι' αυτούς. Ως προς τα Τεκμήρια 27(α)-(β), 48 και 50 καθώς και τις καταστάσεις λογαριασμών- βλ. τα Τεκμήρια 8-26 και 35-47, που αποστέλλοντο στους εναγόμενους, πέραν του ότι δεν αμφισβητήθηκε από τους τελευταίους ότι παρελήφθησαν, είναι αποδεκτή η μαρτυρία της ΜΕ1 ότι μετά την αποστολή τους στους εναγόμενους ουδέποτε επεστράφησαν στους ενάγοντες. Παρόμοια αξιολογείται και η ΜΕ2, η οποία κατέθεσε με σαφήνεια και σταθερότητα, χωρίς να δημιουργείται οποιαδήποτε αμφιβολία για την αλήθεια όσων υποστήριξε. Αναμφισβήτητες παρέμειναν οι αναλυτικές καταστάσεις λογαριασμών κινήσεως- Τεκμήρια 53 και 54, με τις διευκρινίσεις που έδωσε η ΜΕ2 επ' αυτής. Όσον αφορά τους τόκους που χρεώθηκαν εκ μέρους των εναγόντων για τις επίδικες πιστωτικές διευκολύνσεις είναι αποδεκτή η θέση της ΜΕ2 ότι ορθή χρέωση αποτελεί το εκάστοτε ποσό που εμφαίνεται επί των Τεκμηρίων 53 και 54, από τα οποία προκύπτει ότι επεστράφησαν τα ποσά κεφαλαιοποίησης των τόκων που για κάποιο χρονικό διάστημα γινόταν 2 φορές το χρόνο και τα αξιούμενα ποσά από τους δυο εναγόμενους ανέρχονται στα αναφερθέντα από την ΜΕ2 ποσά, πλέον τόκο προς 9% από 1.7.2006 μέχρι εξοφλήσεως με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης μια φορά το χρόνο. Όσον αφορά τις επιστολές τερματισμού ημερομηνίας 3.7.2002 (βλ. Τεκμήρια 51 και 52), που είχαν κατατεθεί ως Τεκμήρια κατά την αντεξέταση της ΜΕ1, από την αποδεκτή μαρτυρία της ΜΕ2 συνάγεται ότι εκ παραδρομής δεν κατατέθηκαν κατά την κυρίως εξέταση της ΜΕ1, επειδή δεν είχαν ανευρεθεί στους φακέλους των εναγόντων. Από το περιεχόμενο των επιστολών ημερομηνίας 3.7.2002- Τεκμήρια 51 και 52, είναι πρόδηλο ότι ο τερματισμός των συμφωνιών λειτουργίας των επίδικων τρεχούμενων λογαριασμών έγινε στις 3.7.2002. Το γεγονός αυτό προκύπτει από τη μαρτυρία και το Δικαστήριο δεν εμποδίζεται να προβεί σε τέτοιο εύρημα παρόλο ότι στην έκθεση απαίτησης αναφέρεται ως ημερομηνία τερματισμού η 21.2.2005 (βλ. σχετικά Καλλικάς ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(2010)1(Β) Α.Α.Δ. 1238). Αναμφισβήτητη κατά την αντεξέταση παρέμεινε και η μαρτυρία του ΜΕ3, η οποία είναι ως εκ τούτου πλήρως αποδεκτή. Περαιτέρω, από τη μαρτυρία και των δυο εναγομένων - ΜΥ1 και ΜΥ2, προκύπτει ότι δεν αμφισβητείται από αυτούς η ύπαρξη τόσο των επίδικων συμφωνιών με τους ενάγοντες, δηλαδή των Τεκμηρίων 3 και 30, όσο και των Τεκμηρίων 4 - 7 και 29(β) και 31-34, ως πιο πάνω αναφέρθηκε και σχετίζονται με τη λειτουργία του επενδυτικού σχεδίου, έχοντας αποδεχθεί ότι υπέγραψαν τόσο την αίτηση για συμμετοχή στο επενδυτικό σχέδιο-Τεκμήρια 2 και 29, όσο και τα προαναφερθέντα Τεκμήρια. Αποδέχθηκαν ακόμη ότι έγιναν ορθά επί των Τεκμηρίων 53, 54, 8-26 και 35-47 τόσο οι χρεωπιστώσεις συνεπεία των αγορών και πωλήσεων των μετοχών, κατόπιν των εντολών των χρηματιστών που είχαν την διαχείριση των χαρτοφυλακίων τους, όσο και οι χρεώσεις τόκων, καθώς και ότι παρελάμβαναν τις καταστάσεις λογαριασμού κατά τον ουσιώδη χρόνο, χωρίς να έχουν υποστηρίξει σε οποιοδήποτε στάδιο ότι πιέστηκαν από τους ενάγοντες να λάβουν μέρος στο επενδυτικό σχέδιο είτε ότι παραπλανήθηκαν από αυτούς ως προς τους όρους αυτού. Αξιολογώντας ωστόσο το σύνολο της μαρτυρίας των εναγομένων είναι η αντίληψη μου ότι προσπάθησαν, ανεπιτυχώς όμως, να αποποιηθούν την ευθύνη τους δυνάμει των επίδικων συμφωνιών και τις οφειλές τους προς τους ενάγοντες αναφορικά με τις επίδικες απαιτήσεις. Η αμφισβήτηση εκ μέρους της εναγομένης ως προς την απαίτηση των εναγόντων σχετίζεται ουσιαστικά με τη θέση της ότι οι ενάγοντες, έχοντας την εποπτεία του λογαριασμού της, δεν την προστάτευσαν από τις αγορές μετοχών, οι οποίες δεν καλύπτοντο από τις εξασφαλίσεις που είχαν, χωρίς να θεωρεί ότι ενάγοντες ενεργούσαν εκτός των ορίων της επίδικης συμφωνίας. Αποδέχθηκε ωστόσο ότι οι ενάγοντες προέβαιναν στις χρεωπιστώσεις του λογαριασμού της με βάση τις οδηγίες των χρηματιστών που, έχοντας την διαχείριση του χαρτοφυλακίου της, εκπροσωπούσαν την εναγομένη σε όλα τα στάδια της λειτουργίας του λογαριασμού καθώς και ότι δεν έχει εξοφλήσει το χρέος της προς τους ενάγοντες. Έχοντας γίνει πλήρως αποδεκτή η μαρτυρία των ΜΕ1 και ΜΕ2 που κρίθηκαν απόλυτα αξιόπιστες και υπό το φως των αποδεκτών Τεκμηρίων, θεωρώ ότι η εμμονή της εναγομένης στην πιο πάνω θέση της αποτελεί σκέψη εκ των υστέρων με σκοπό να αποφύγει την επίδικη οφειλή της προς τους ενάγοντες. Είναι προφανές ότι η εναγομένη αποδίδοντας αόριστα ευθύνες στους ενάγοντες και χωρίς να έχει οποιαδήποτε ανταπαίτηση έναντι αυτών, δεν έχει προβάλλει οποιαδήποτε ουσιαστική υπεράσπιση έναντι της απαίτησης των εναγόντων και οι προβληθείσες θέσεις της δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτές αναφορικά με την επίδικη απαίτηση των εναγόντων. Παρόμοια αξιολογείται και ο εναγόμενος, ο οποίος, παρόλο που δεν ανταπαιτεί οτιδήποτε εναντίον των εναγόντων υποστηρίζοντας ότι δεν ενεργούσαν εκτός των ορίων της συμφωνίας αλλά με βάση τις οδηγίες των χρηματιστών που, έχοντας την διαχείριση του χαρτοφυλακίου του, εκπροσωπούσαν τον εναγόμενο σε όλα τα στάδια της λειτουργίας του λογαριασμού, εντελώς αόριστα και αδικαιολόγητα απέδιδε ευθύνη στους ενάγοντες σε σχέση με τις χρεωπιστώσεις στον λογαριασμό του, χωρίς να προβάλλει, επίσης, οποιαδήποτε ουσιαστική υπεράσπιση έναντι της επίδικης απαίτησης των εναγόντων. Πέραν των αποδεκτών, ως πιο πάνω παρατέθηκε, θέσεων των εναγόντων για την ύπαρξη των εγγράφων που στηρίζουν την επίδικη απαίτηση και σχετίζονται με τη λειτουργία του λογαριασμού του εναγόμενου, οι προβληθείσες θέσεις του εναγόμενου έναντι των εναγόντων είναι απορριπτέες. Όσον αφορά τις απαιτήσεις των εναγομένων έναντι των τριτοδιαδίκων, οι ισχυρισμοί και των δυο εναγομένων έναντι των τριτοδιαδίκων έχουν παραμείνει χωρίς αντίλογο, δεδομένου ότι οι εναγόμενοι δεν αντεξετάστηκαν από τους τριτοδιαδίκους αλλά και ούτε έχει προσφερθεί οποιαδήποτε μαρτυρία εκ μέρους των τριτοδιαδίκων, θα εξεταστούν ωστόσο στη συνέχεια υπό το φως της λοιπής υπάρχουσας μαρτυρίας και των νομικών αρχών που διέπουν το θέμα. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση τα ευρήματα του Δικαστηρίου αναφορικά με τις απαιτήσεις των εναγόντων έναντι των εναγομένων εξάγονται βάσει της πλήρως αποδεκτής μαρτυρίας που προσέφεραν οι ενάγοντες και προς αποφυγή επαναλήψεων αυτά είναι ως έχει παρατεθεί στη σύνοψη της μαρτυρίας των ΜΕ1, 2 και 3 πιο πάνω. Ως προς τη νομική πτυχή οι απαιτήσεις των εναγόντων, σύμφωνα με τα καταχωρηθέντα από αυτούς δικόγραφα, βασίζονται στην παράβαση εκ μέρους των εναγομένων των εγγράφων συμφωνιών παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων προς αυτούς (Τεκμήρια 3 και 30) και οι αγωγές κινήθηκαν εναντίον των εναγομένων μετά τον τερματισμό της λειτουργίας των επίδικων λογαριασμών τους από τους ενάγοντες με τις επιστολές τους ημερομηνίας 3.7.2002 (Τεκμήρια 51 και 52) και μετά την αποστολή των επιστολών ημερομηνίας 21.2.2005 (Τεκμήρια 27(α) και 48). Με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου, επισημαίνεται αρχικά ότι, πέραν του ότι η σύναψη των επίδικων συμφωνιών παρέμεινε αναντίλεκτη, η εγκυρότητα των κατατεθέντων εγγράφων και ειδικότερα των εγγράφων συμφωνιών, των δοθεισών εξασφαλίσεων και των καταστάσεων λογαριασμών ουσιαστικά παρέμειναν αναμφισβήτητα γεγονότα κατά την ακρόαση της υπόθεσης. Η ΜΕ1, υπάλληλος των εναγόντων, είχε στην κατοχή της τα πιο πάνω έγγραφα που επικαλούνται οι ενάγοντες, τα οποία κατέθεσε κατά την ακροαματική διαδικασία. Συνεπώς με δεδομένο ότι τα Τεκμήρια 3-7 και 29(β)-34 είναι αποδεκτά ως προς την ύπαρξή τους και η σύναψη τους επιβεβαιώνεται ακόμη και από τη μαρτυρία των εναγομένων, με την κατάθεσή τους ενώπιον του Δικαστηρίου αποδείχθηκε και το περιεχόμενό τους, που όπως ήδη λέχθηκε δεν αμφισβητήθηκε (βλ. M. A. Goodvalue Suppl. κ.α. Ltd ν. Barclays Bank Plc
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1038). Η μαρτυρία των ΜΕ1 και ΜΕ2 και οι καταστάσεις λογαριασμού που κατατέθηκαν από αυτές (βλ. Τεκμήρια 8-26, 35-47, 53 και 54), συνιστούν ικανοποιητικά αποδεικτικά στοιχεία για το υπόλοιπο των λογαριασμών. Ειδικότερα, οι καταστάσεις λογαριασμών-Τεκμήρια 53 και 54 αναπαράχθηκαν από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή των εναγόντων και ήταν σύμφωνες με τις καταχωρηθείσες πληροφορίες όπως αναφέρθηκε από την ΜΕ2, της οποίας η μαρτυρία δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέταση της ως προς την ορθότητα τους (βλ. Παπαγεωργίου κ.α. ν. Λαϊκής Κυπρ. Τράπεζας (Χρημ.) Λτδ
(2003)1(Β) Α.Α.Δ. 961). Η μαρτυρία δε που έχει δοθεί από την ΜΕ2 αναφορικά με τον τρόπο έκδοσης των Τεκμηρίων 53 και 54, όπως παρατέθηκε πιο πάνω, τα καθιστά αποδεκτή μαρτυρία σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 35
(2)του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, όπως τροποποιήθηκε (βλ. Μιχάλης Χατζηγαβριήλ ν. Ellinas Finance Public Company Limited, Πολ. Έφ. Αρ. 209/2009, ημερομηνίας 20.3.2013). Όπως προκύπτει από την αποδεκτή μαρτυρία της ΜΕ2, το υπόλοιπο που αξιώνεται από τους εναγόμενους εμφαίνεται στα Τεκμήρια 53 και 54, καθώς δε υποδεικνύεται στη νομολογία η αναδόμηση λογαριασμών είναι επιτρεπτή ενέργεια που δεν μπορεί να θεωρηθεί εκτός δικογράφων, όταν κρίνεται από την Τράπεζα ότι θα πρέπει να διαμορφώσει το ποσό της απαίτησης προς τα κάτω με αφαίρεση χρεώσεων και δικαιωμάτων ή με διαφορετικό υπολογισμό των τόκων (βλ. Καλλικάς ν. Ελληνική Τράπεζα Λτδ (πιο πάνω) και Παναγιώτη Ζερβού κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας, Πολιτική Έφεση Αρ. 305/2008, ημερομηνίας 21.12.2011). Οι παρούσες αγωγές κινήθηκαν μετά τον τερματισμό των συμφωνιών και αφού απαιτήθηκε το οφειλόμενο υπόλοιπο από τους εναγόμενους με τις προς αυτούς επιστολές των εναγόντων ημερομηνίας 3.7.2002 (Τεκμήρια 51 και 52) και ημερομηνίας 21.2.2005 (Τεκμήρια 27(α) και 48), τις οποίες ως αποδέχθηκαν οι εναγόμενοι παρέλαβαν. Περαιτέρω, η μαρτυρία κατέδειξε ότι αντικείμενο των συμφωνιών-Τεκμηρίων 3 και 30 στις παρούσες υποθέσεις ήταν η παραχώρηση πιστωτικών διευκολύνσεων για τη συμμετοχή των εναγομένων στο επίδικο επενδυτικό σχέδιο. Όπως ορθά εισηγήθηκε η κα Κόκκινου, οι επίδικες συμφωνίες δεν απαγορεύετο να συναφθούν εκ μέρους των εναγόντων, οι δε εγκύκλιοι της Κεντρικής Τράπεζας, στις οποίες με γενικότητα έγινε αναφορά εκ μέρους των εναγομένων, δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι δημοσιοποιούν δημόσια πολιτική εφόσον αφενός δεν απαγόρευαν τη χορήγηση δανείων για επενδυτικούς σκοπούς αλλά και αφετέρου δεν προέκυψε ότι οι ενάγοντες τις παραβίασαν. Όπως κρίθηκε στην υπόθεση Καλλικάς ν. Ελληνική Τράπεζα Λτδ (πιο πάνω), με υιοθέτηση των ίδιων απόψεων που λέχθηκαν σχετικά στην υπόθεση Συρίμη ν. Παγκυπριακή Χρηματ. Δημόσια Ετ. Λτδ
(2010)1(Β) Α.Α.Δ. 1131, οι εγκύκλιοι της Κεντρικής Τράπεζας που αφορούν οδηγίες προς τις Τράπεζες σε σχέση με την παραχώρηση πιστωτικών διευκολύνσεων για απόκτηση μετοχών στο ΧΑΚ δεν δημοσιοποιούν διαμορφωθείσα δημόσια πολιτική και συνεπώς η συμφωνία για άνοιγμα επενδυτικού λογαριασμού δεν μπορούσε να θεωρηθεί παράνομη στην περίπτωση εκείνη. Όπως επίσης εισηγήθηκε η κα Κόκκινου, η ερμηνεία εγγράφων είναι γενικά νομικό ζήτημα, το οποίο αποφασίζεται από το Δικαστήριο και ο σκοπός της ερμηνείας εγγράφων είναι η ανεύρεση της πραγματικής πρόθεσης των μερών όπως διακηρύττεται στο έγγραφο (βλ. Λαζούρας ν. Σκυλλουριώτου
(1992)1(Α) Α.Α.Δ. 168). Όταν το έγγραφο δεν είναι λεπτομερές ώστε να φανερώνει με σαφήνεια την πρόθεση των μερών, το Δικαστήριο μπορεί και οφείλει να εξετάζει το σύνολο της μαρτυρίας για να διαπιστώσει τι συμφωνία επιτεύχθηκε μεταξύ των μερών (Marketventures Ltd ν. Δικωμίτη
(2009)1(Α) Α.Α.Δ. 383). Στις παρούσες υποθέσεις, όπως σαφώς προνοείται στις συμφωνίες των εναγομένων με τους ενάγοντες ημερομηνίας 2.12.1999 και 3.12.99 (Τεκμήρια 3 και 30 αντίστοιχα), οι ενάγοντες συμφώνησαν με τους εναγόμενους, όπως παρέχουν ή συνεχίσουν να παρέχουν σ' αυτούς δάνεια σε τρεχούμενο ή οποιοδήποτε άλλο λογαριασμό και/ή όπως δίνουν πίστωση ή τραπεζικές διευκολύνσεις για περίοδο κατά την κρίση τους, υπό τους όρους ότι το ποσό και ο τύπος των εν λόγω διευκολύνσεων θα υπόκεινται στην απόλυτη κρίση των εναγόντων, θα χρεώνονται με τόκο προς 8% ετησίως στα ημερήσια χρεωστικά υπόλοιπα και με τόκο προς 9% στα τυχόν χρεωστικά υπόλοιπα πέραν των καθοριζομένων ορίων, οι χρεώσεις θα κεφαλαιοποιούνται κατά την 31η Δεκεμβρίου κάθε έτους, θα έχουν δε το δικαίωμα οι ενάγοντες χωρίς προειδοποίηση προς τους εναγόμενους να τερματίζουν τη λειτουργία οποιουδήποτε λογαριασμού και/ή να καταστήσουν απαιτητές οποιεσδήποτε διευκολύνσεις καθώς και να ζητήσουν από αυτούς την άμεση πληρωμή των οφειλομένων ποσών. Επιπρόσθετα, με βάση τους όρους συμμετοχής των εναγομένων στο επενδυτικό σχέδιο (Τεκμήρια 4 και 31), σύμφωνα με τα Τεκμήρια 6 και 33 ενεχυριάστηκαν αρχικά προς όφελος των εναγόντων μετοχές της εναγομένης αξίας £83.070 και του εναγόμενου όπως εμφαίνονται στο Τεκμήριο 29(β), ως εξασφάλιση των παραχωρηθεισών πιστωτικών διευκολύνσεων, έχοντας στη συνέχεια μεταβληθεί ως εμφαίνεται επί των Τεκμηρίων 28, 49 και 57-59. Οι εισηγήσεις της κας Κωνσταντίνου, ότι οι χρεώσεις στους επίδικους λογαριασμούς ήταν εκτός των όρων λειτουργίας του επενδυτικού σχεδίου επειδή οι εναγόμενοι δεν έδιδαν εντολές στους χρηματιστές, δηλαδή τους CLR Stockbrokers Ltd, για τις αγοραπωλησίες μετοχών με αποτέλεσμα να λειτουργούν οι λογαριασμοί εκτός των όρων των υπογραφέντων πληρεξουσίων αλλά και επειδή οι εξασφαλίσεις εκ μέρους των εναγομένων ήταν εκτός των συμφωνηθέντων ορίων, στερούνται οποιουδήποτε ερείσματος ενόψει της μαρτυρίας των ίδιων των εναγομένων, που ήδη πιο πάνω παρατέθηκε. Εν πάση περιπτώσει, δεν συμφωνώ με τη θέση ότι οι ενάγοντες δεν απέδειξαν, ως όφειλαν, ότι οι εναγόμενοι έδωσαν οδηγίες για την εκτέλεση των αγοραπωλησιών αξιών κατά τον ουσιώδη χρόνο δεδομένου ότι, από τη μαρτυρία της ΜΕ1 που έγινε αποδεκτή, προκύπτει ότι οι αγοραπωλησίες αξιών έγιναν από τους χρηματιστές-CLR Stockbrokers Ltd, που τους είχαν διορίσει ως πληρεξούσιους αντιπροσώπους τους οι εναγόμενοι, ενόσω μάλιστα οι εναγόμενοι δεν προέβαλαν οποιαδήποτε αξίωση εναντίον των εν λόγω χρηματιστών. Η διαχείριση των επίδικων λογαριασμών και των αξιών χαρτοφυλακίου, με βάση τους όρους του επενδυτικού σχεδίου (βλ. παραγρ. 14 και 15 των Τεκμηρίων 4 και 31), ανήκε στους χρηματιστές-CLR Stockbrokers Ltd (βλ. και Τεκμήρια 5 και 32), με τις εντολές των οποίων εγίνοντο οι χρηματιστηριακές συναλλαγές των εναγομένων, όπως και οι τελευταίοι αποδέχθηκαν. Όπως εξήγησε η ΜΕ1, οι ενάγοντες προέβαιναν στις ανάλογες χρεωπιστώσεις κατόπιν οδηγιών των χρηματιστών (βλ. και Τεκμήρια 8-26 και 35-47), επιζητώντας όπως οι εξασφαλίσεις εκ μέρους των εναγομένων είναι εντός του συμφωνηθέντος ορίου για κάθε εναγόμενο (βλ. παραγρ. 8 και 9 των Τεκμηρίων 4 και 31) και γνωστοποιώντας στους εναγόμενους αυτήν την αναγκαιότητα (βλ. Τεκμήρια 27(β) και 50). Πέραν δε του ότι οι εναγόμενοι ρητά ανέφεραν ότι δεν ζήτησαν από τους ενάγοντες αλλά από τους χρηματιστές να πωλήσουν τις μετοχές τους, από τον όρο 7 των συμφωνιών ενεχυρίασης (Τεκμήρια 6 και 33), προβάλλει το δικαίωμα των εναγόντων να πωλήσουν τις αξίες προς διασφάλιση του οφειλόμενου προς αυτούς ποσού εκ μέρους των εναγομένων που δεν μπορεί να μετατραπεί σε υποχρέωση (βλ. και παραγρ. 5, 8 και 9 των Τεκμηρίων 4 και 31), ενόψει όσων λέχθηκαν σχετικά στις υποθέσεις Ανδρέου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2005)1(Α) Α.Α.Δ. 740, Συρίμη ν. Παγκυπριακή Χρηματ. Δημόσια Ετ. Λτδ (πιο πάνω), Καλλικάς ν. Ελληνική Τράπεζα Λτδ (πιο πάνω) και Παναγιώτη Ζερβού κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας (πιο πάνω). Ως προς τους τόκους, αν και στις εκθέσεις απαίτησης των εναγόντων αξιώνεται τόκος προς 9% ετησίως με κεφαλαιοποίηση δυο φορές ετησίως, σύμφωνα με τη μαρτυρία της ΜΕ2 φαίνεται ότι οι ενάγοντες έχουν εγκαταλείψει την απαίτηση τους για κεφαλαιοποίηση δυο φορές ετησίως. Συνεπεία των πιο πάνω οι τόκοι που ζητείται να επιδικασθούν εναντίον των εναγομένων ανταποκρίνονται στα μεταξύ των μερών συμφωνηθέντα (βλ. Τσιακλίδης ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2003)1(Β) Α.Α.Δ. 1031 και
(2005)1(Α) Α.Α.Δ. 768, C.T.A. Techno Market. Ltd κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2004)1(Β) Α.Α.Δ. 720, Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Χαριλάου Λτδ κ.α.
(2009)1(Α) Α.Α.Δ. 479). Συνεπώς οι ενάγοντες απέσεισαν το βάρος απόδειξης των απαιτήσεων τους έναντι των εναγομένων βάσει των πιο πάνω δεδομένων. Όσον αφορά τις απαιτήσεις των εναγομένων έναντι των τριτοδιαδίκων, όπως ήδη έχει λεχθεί, η μαρτυρία των εναγομένων παρέμεινε αναμφισβήτητη. Όπως προβάλλει στις εκθέσεις απαίτησης των εναγομένων έναντι των τριτοδιαδίκων, οι αξιώσεις των εναγομένων βασίζονται σε αμέλεια και/ή ενέργειες και/ή παραλείψεις των τριτοδιαδίκων και/ή κακή διαχείριση του χαρτοφυλακίου τους εκ μέρους των τριτοδιαδίκων και/ή των υπαλλήλων και/ή αντιπροσώπων τους, που οδήγησαν σε σημαντική ζημιά και/ή απώλεια της αξίας των χαρτοφυλακίων χρηματιστηριακών αξιών τους, χωρίς να καταγράφονται λεπτομέρειες αμέλειας είτε συγκεκριμένα ποσά των ζημιών που υπέστησαν οι εναγόμενοι. Από την προσαχθείσα μαρτυρία των εναγομένων προκύπτει ότι κάθε ένας από αυτούς υπέγραψε, με προτροπή υπαλλήλων των χρηματιστών τους, μια νέα συμφωνία με τους τριτοδιαδίκους στις 13.9.2000 (βλ. Τεκμήρια 63 και 66). Από τις συμφωνίες αυτές, που είναι πανομοιότυπες, προκύπτει ότι οι τριτοδιάδικοι διορίστηκαν από τους εναγόμενους ως διαχειριστές επενδύσεων για τις μετοχές που περιγράφονται στο Παράρτημα 1 των εν λόγω συμφωνιών, με σκοπό αρχικά την αναπλήρωση των ζημιών των επενδυτικών λογαριασμών. Βάσει του όρου 3 των Τεκμηρίων 63 και 66 συνάγεται ότι οι τριτοδιάδικοι είχαν πλήρη διακριτική ευχέρεια και εξουσιοδότηση από τους εναγόμενους, χωρίς μάλιστα την προηγούμενη έγκριση τους, να διαχειρίζονται τις χρηματιστηριακές αξίες των εναγομένων με σκοπό να αυξήσουν την αξία του χαρτοφυλακίου τους. Εξουσιοδοτούντο, επίσης, να δίδουν οδηγίες στους χρηματιστές για την αγορά, πώληση ή άλλη διάθεση των χρηματιστηριακών αξιών χωρίς περιορισμούς. Ως προς το θέμα της ευθύνης των τριτοδιαδίκων κατά την παροχή των υπηρεσιών τους προς τους εναγόμενους σχετική είναι η παράγραφος 8 του όρου 3, που είναι πανομοιότυπη στα Τεκμήρια 63 και 66 και παρατίθεται αυτούσια (με τη διευκρίνιση ότι «Manager» είναι οι τριτοδιάδικοι και «Customer» είναι οι εναγόμενοι): «
(8)It is clarified and agreed upon that the Manager in providing all the above services, does not assume any market or investment risk, and does not represent or warrant in any way whatsoever that the Portfolio will generate any profits. All the market risk and the risk of the value of the Portfolio diminishing or losing value and the Customer suffering financial loss, will be borne by the Customer and the Customer will not have the right to bring any relevant claim against the Manager except for gross negligence.» Επιπρόσθετα, στην παράγραφο 6 του όρου 5 των εν λόγω Τεκμηρίων καθορίζεται ότι οι τριτοδιάδικοι δεν ευθύνονται έναντι των εναγομένων για οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη σχετική με τις παρεχόμενες σ' αυτούς υπηρεσίες, εκτός αν είναι αποτέλεσμα «of gross negligence or violation of applicable law». Από τις αξιώσεις των εναγομένων έναντι των τριτοδιαδίκων φαίνεται ότι οι εναγόμενοι θεωρούν ότι οι τριτοδιάδικοι είχαν έναντι αυτών την υποχρέωση επιμέλειας ως επαγγελματίες που επιβάλλεται από το άρθρο 51
(2)(ε) του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, με το επίπεδο της επιμέλειας να καθορίζεται στο άρθρο 51
(1)(β) του ίδιου Νόμου. Με τη σύναψη των επίδικων συμφωνιών- Τεκμηρίων 63 και 66, τα μέρη ρητά περιόρισαν την ευθύνη των τριτοδιαδίκων κατά την παροχή των υπηρεσιών τους, όπως πιο πάνω παρατίθεται, που δεν είναι εκ προοιμίου ανεπίτρεπτο να γίνει σε μια σύμβαση (βλ. σύγγραμμα Treitel, The Law of Contract, 8η Έκδοση, σελ. 203-205). Η αναφορά, ως προς το επίπεδο αμέλειας, σε βαριά αμέλεια (gross negligence) αποσκοπεί πρακτικά στην περιγραφή υψηλότερου βαθμού αμελούς συμπεριφοράς χωρίς να διαφέρει ουσιαστικά από την αμέλεια (negligence) (βλ. σχετικά το σύγγραμμα Charlesworth & Percy on Negligence, 12η Έκδοση, para. 1-15). Ωστόσο, με βάση τις συμφωνίες που επικαλούνται οι εναγόμενοι με τους τριτοδιαδίκους, οι τελευταίοι δεν ανέλαβαν οποιαδήποτε υπόσχεση πραγματοποίησης κέρδους ούτε εγγυήθηκαν κάτι τέτοιο, αλλά και ρητά συμφωνήθηκε ότι οποιοσδήποτε επενδυτικός κίνδυνος καθώς και ενδεχόμενη μείωση ή απώλεια της αξίας του χαρτοφυλακίου τους θα βαρύνει τους εναγόμενους, οι οποίοι δεν θα έχουν δικαίωμα να εγείρουν οποιαδήποτε σχετική απαίτηση έναντι των τριτοδιαδίκων εκτός για βαριά αμέλεια (gross negligence). Συνάγεται ότι οι ισχυρισμοί των εναγομένων ότι οι τριτοδιάδικοι τους υποσχέθηκαν ότι θα εξοφλούσαν το χρέος που δημιούργησαν μέχρι τη σύναψη των συμφωνιών οι χρηματιστές προς τους ενάγοντες μέσω των επίδικων τρεχούμενων λογαριασμών και ότι δεν θα αυξάνετο το χρέος αυτό, έρχονται σε αντίθεση με τους ρητούς όρους των προαναφερθέντων συμφωνιών. Πέραν του ότι η οποιαδήποτε ευθύνη των τριτοδιαδίκων δεν θα μπορούσε να επεκταθεί σε οδηγίες που δόθηκαν από τους χρηματιστές για αγοραπωλησίες μετοχών πριν τις 13.9.2000, εναντίον των οποίων-δηλαδή των χρηματιστών, οι εναγόμενοι δεν προέβαλαν οποιαδήποτε αξίωση, με βάση τους ρητούς όρους των συμφωνιών δεν θα μπορούσε να αποδοθεί ευθύνη στους τριτοδιαδίκους, όπως τίθεται από τη μαρτυρία των εναγομένων, για αμελή ή κακή διαχείριση των χαρτοφυλακίων των εναγομένων και μετά τις 13.9.2000. Οι χρηματιστές άλλωστε είναι σαφώς διαφορετικό νομικό πρόσωπο από τους τριτοδιαδίκους ενόσω στους ισχυρισμούς των εναγομένων για το αντίθετο ή το τι λέχθηκε στην αγωγή με αρ. 9643/2005 δεν μπορεί να δοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα. Οι όροι των συμφωνιών - Τεκμηρίων 63 και 66, που σημειωτέον ότι δεν προσήχθη μαρτυρία ότι τερματίστηκαν εκ μέρους των εναγομένων ως προβλέπεται στον όρο 8 αυτών, δεν επιτρέπουν την ερμηνεία που τους αποδίδουν οι εναγόμενοι, βάσει της οποίας διεκδικούν αποζημιώσεις από τους τριτοδιαδίκους. Ανεξάρτητα από τα πιο πάνω, στις εκθέσεις απαίτησης των εναγομένων έναντι των τριτοδιαδίκων δεν δικογραφούνται ισχυρισμοί περί βαριάς αμέλειας (gross negligence), αλλά ούτε και δίδονται λεπτομέρειες της οποιασδήποτε ισχυριζόμενης αμέλειας των τριτοδιαδίκων και των επιμέρους ζημιών των εναγομένων. Στις περιπτώσεις αμέλειας, η νομολογία αναφορικά με τις διεκδικήσεις ειδικών αποζημιώσεων είναι σαφής και προδιαγράφει ότι αυτές πρέπει να δικογραφούνται και να αποδεικνύονται με ακρίβεια, η δε απόδειξή τους κινείται μέσα σε αυστηρά πλαίσια (Σπύρου ν. Χ¨ Χαραλάμπους
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 298, Ηρακλέους ν. Πίτρου
(1994)1 Α.Α.Δ. 239, Αλεξάνδρου ν. Ιωάννου
(1996)1(Β) Α.Α.Δ. 1157, Αντωνιάδη Μαϊττα ν. Γεωργίου κ.ά.
(1998)1(Α) Α.Α.Δ. 1). Εν όψει των πιο πάνω διαπιστώσεων και πέραν της ανακολουθίας της θέσης των εναγομένων που προβάλλεται στις υπερασπίσεις τους, όπου ισχυρίζονται ότι οι συμφωνίες με τους τριτοδιαδίκους συνήφθησαν κατόπιν εισήγησης των εναγόντων ενόσω κατά την ένορκη μαρτυρία τους υποστήριξαν ότι οι συμφωνίες αυτές συνήφθησαν κατόπιν προτροπής των χρηματιστών, στερείται σημασίας το κατά πόσο οι ενάγοντες γνώριζαν ή όχι τη σύναψη των συμφωνιών - Τεκμηρίων 63 και 66, στις οποίες προφανώς δεν ήταν συμβαλλόμενο μέρος, καθώς και το κατά πόσο οι χρηματιστές μετά τις 13.9.2000 ενεργούσαν ως αντιπρόσωποι των τριτοδιαδίκων. Οι εναγόμενοι, πέραν της ελλιπούς δικογράφησης, επικαλούμενοι γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς, δεν απέδειξαν οποιαδήποτε νόμιμη βάση για τις αξιώσεις τους έναντι των τριτοδιαδίκων, ώστε να δικαιούνται αποζημίωσης ή συνεισφοράς από αυτούς δυνάμει της Δ.10 θ.1 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών (βλ. Θεοδούλου ν. Δημητρίου κ.α.
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 1095). Ενόψει όλων των πιο πάνω κρίνεται ότι οι ενάγοντες έχουν αποδείξει τις απαιτήσεις τους έναντι των εναγομένων στο μέτρο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, όπως απαιτείται στις πολιτικές υποθέσεις. Οι εναγόμενοι ωστόσο απέτυχαν, για τους λόγους που αναφέρθηκαν πιο πάνω, να αποδείξουν τις απαιτήσεις τους έναντι των τριτοδιαδίκων. Ως εκ τούτου και δεδομένου ότι είχε εκδοθεί διάταγμα συνένωσης των δυο αγωγών προς περίσωση δικαστικού χρόνου και εξόδων, εκδίδεται για σκοπούς απόφασης διάταγμα αποσυνένωσης τους. Στην αγωγή υπ' αρ. 3784/05 εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον της εναγομένης για το ποσό των €154.817,80 πλέον τόκο προς 9% από 1.7.2006 με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης μια φορά το χρόνο, μέχρι τελικής εξοφλήσεως. Εκδίδονται περαιτέρω διατάγματα ως οι παράγραφοι 10 (β), (γ), (δ) και (ε) της τροποποιημένης έκθεσης απαίτησης. Στην αγωγή υπ' αρ. 3785/05 εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον του εναγόμενου για το ποσό των €163.912,57 πλέον τόκο προς 9% από 1.7.2006 με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης μια φορά το χρόνο, μέχρι τελικής εξοφλήσεως. Εκδίδονται περαιτέρω διατάγματα ως οι παράγραφοι 10 (β), (γ), (δ) και (ε) της τροποποιημένης έκθεσης απαίτησης. Ως προς τα έξοδα, αυτά επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων και εναντίον του εναγόμενου σε κάθε αγωγή στην ανάλογη κλίμακα όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή, υπολογιζομένου όμως ενός μόνο κονδυλίου εξόδων στην κλίμακα της αγωγής υπ' αρ. 3784/05, που ήταν η κύρια υπόθεση, από τις 31.5.2011 που εκδόθηκε το διάταγμα συνένωσης μέχρι σήμερα. Η απαίτηση της εναγομένης στην αγωγή υπ' αρ. 3784/05 έναντι των τριτοδιαδίκων απορρίπτεται χωρίς διαταγή για έξοδα και η απαίτηση του εναγόμενου στην αγωγή υπ' αρ. 3785/05 έναντι των τριτοδιαδίκων απορρίπτεται, επίσης, χωρίς διαταγή για έξοδα. (Yπ.) ............. Λ. Καουτζάνη, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΦΚ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο