TEKLIMA LTD ν. ΠΑΥΛΟΣ ΠΑΥΛΟΥ, Αρ. Αγωγής: 7049/08, 27/6/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:A247 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 7049/08 Μεταξύ: TEKLIMA LTD Ενάγουσα και ΠΑΥΛΟΣ ΠΑΥΛΟΥ Εναγομένου Αίτηση τροποποίησης ημερομηνίας 22.11.12 27 Ιουνίου 2013 Για την ενάγουσα-αιτήτρια: κος Ιωάννου Για τον εναγόμενο-καθ' ου η αίτηση: κος Γιάγκου Ενδιάμεση Απόφαση Αντικείμενο της παρούσας είναι το αίτημα της ενάγουσας (στη συνέχεια η αιτήτρια) για τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης. Η αιτούμενη τροποποίηση επιζητεί αντικατάσταση της παραγράφου 5 της έκθεσης απαίτησης ως ακολούθως.
- Κατά/ή περί την 13/7/07 ο εναγόμενος αγόρασε και παρέλαβε από τους ενάγοντες ένα κλιματιστικό πατώματος 1800btus με αρ. SVMHRS/55 U18 HF για το ποσό των Λ.Κ. 437, ήτοι €746,
- Για το πιο πάνω κλιματιστικό οι ενάγοντες εξέδωσαν το υπ' αρ. 49068 δελτίο αποστολής (way bill) το οποίο ο εναγόμενος υπέγραψε αποδεχόμενος το περιεχόμενο του και χωρίς να καταβάλει το αντίστοιχο ποσό και στη συνέχεια στις 18/7/07 οι ενάγοντες εξέδωσαν το υπ' αρ. 50252 τιμολόγιο επ' ονόματι του εναγομένου για το ποσό των Λ.Κ.437, ήτοι €746,66» Η επίδικη αίτηση, ημερομηνίας 22.11.12, εδράζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς και συγκεκριμένα στη Δ.25 κ.1 και Δ.48 κκ.1 έως 3 και 8, στο άρθρο 30
(3)του Συντάγματος και στην πρακτική και συμφυείς εξουσίες του δικαστηρίου. Τα γεγονότα που την υποστηρίζουν αναφέρονται στην ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει, δήλωση που ορκίζεται δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί την αιτήτρια. Το περιεχόμενο τούτης της ενόρκου δηλώσεως πραγματεύομαι πιο κάτω. Ο εναγόμενος (στη συνέχεια ο καθ' ου η αίτηση) αντιτίθεται στο αίτημα. Την 21.3.13 καταχώρισε ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης η οποία συνοδεύεται από ένορκη δήλωση που ορκίζεται ο ίδιος. Η ένσταση βασίζεται στο άρθρο 30 του Συντάγματος, στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς Δ.25 κκ.1, 4 και 5, Δ.39 κ.2 και Δ.48 κκ.1 έως 4 και 9, στις αρχές της επιείκειας και στις συναφείς εξουσίες του δικαστηρίου. Οι λόγοι στους οποίους βασίζεται η ένσταση έχουν ως ακολούθως. «α) Η αίτηση δεν έχει έρεισμα στους διαδικαστικούς κανονισμούς και δικαστηριακή πρακτική. β) Η αίτηση δεν υποβάλλεται με καλή πίστη αλλά αποσκοπεί στην εισαγωγή νέων επίδικων θεμάτων και/ή βάση αγωγής και/ή εισάγει νέα θεώρηση της υπόθεσης τόσο στο πραγματικό όσο και στο νομικό πλαίσιο. γ) Οι αιτούμενες τροποποιήσεις θα επιφέρουν βλάβη και αδικία στην πλευρά του εναγομένου. δ) Οι λόγοι που επικαλούνται Ενάγουσα-Αιτήτρια είναι γενικοί και αόριστοι. ε) Η παρούσα αίτηση καθώς και η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση δεν αναφέρουν καλό και/ή οποιοδήποτε λόγο γιατί η Αιτήτρια δεν προέβαλε νωρίτερα το αίτημα της για τροποποίηση. στ) Η Ενάγουσα-Αιτήτρια καθυστερημένα υπέβαλε το αίτημα της για τροποποίηση του κλητηρίου και το αίτημα καλύπτεται από δεδικασμένο. ζ) Τα γεγονότα που υποστηρίζουν την μονομερή αίτηση και ένορκη δήλωση δεν δικαιολογούν την έκδοση τέτοιου διατάγματος. η) Η Ενάγουσα-Αιτήτρια κωλύεται στο στάδιο αυτό να καταχωρήσει την αίτηση για τροποποίηση του κλητηρίου αφού οι βάσεις αγωγής έχουν παραγραφεί.» Ουδείς εκ των διαδίκων ζήτησε αντεξέταση των ομνυόντων τις ένορκες δηλώσεις και έτσι η διαδικασία περιορίστηκε σε αγορεύσεις. Δεν κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω το περιεχόμενο των αγορεύσεων που οι ευπαίδευτοι συνήγοροι προσκόμισαν γραπτώς. Ο ομνύων την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση υποστηρίζει ότι λόγω λάθους και/ή αβλεψίας δεν συμπεριλήφθηκε στην έκθεση απαίτησης η αγορά, χρέωση, τιμολόγηση και παραλαβή του επίδικου εμπορεύματος, όπως και το γεγονός της μη πληρωμής του. Διατείνεται περαιτέρω ότι η αιτούμενη τροποποίηση δεν θα προκαλέσει οιανδήποτε βλάβη που δεν μπορεί να αποκατασταθεί με την καταβολή των εξόδων. Είναι η θέση του πως με την τροποποίηση εξυπηρετείται η απονομή της δικαιοσύνης. Αντίθετη είναι η θέση του καθ' ου η αίτηση ο οποίος εμβαθύνει στους λόγους ένστασης και επισημαίνει ότι η αγωγή εκκρεμεί από τον Δεκέμβριο του 2008 και ότι η τροποποίηση συνιστά απόπειρα διόρθωσης λανθασμένης δικογράφησης που η υπεράσπιση επισήμανε με προδικαστική ένσταση. Επί του προκειμένου αναφέρει ότι η υπεράσπιση καταχωρίστηκε το 2009 και έκτοτε ο ίδιος ήτο έτοιμος για εκδίκαση της αγωγής, εν τούτοις η αιτήτρια δεν έλαβε μέτρα για διόρθωση του δικογράφου της και ευθύνεται και για τις αλλεπάλληλες αναβολές. Η έκδοση διατάγματος τροποποίησης διέπεται από τις πρόνοιες της Δ.25. Η θεμελιακή αρχή με ευκρίνεια αποδίδεται στην υπόθεση Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου κ.α.
(1991)1 Α.Α.Δ. 934 όπου στη σελ. 938 αναφέρεται ότι. «Στην υπόθεση Nicolaides v. Yerolemi
(1980)1 C.L.R. 1, το Ανώτατο Δικαστήριο υιοθέτησε αυτό που ο Λόρδος Denning M.R. είπε στην υπόθεση Associated Leisure Ltd, and Others v. Associated Newspapers Ltd
(1970)2 All E.R. 754, στην οποία ανέφερε τα πιο κάτω: "I start with the principle, well settled, that an amendment ought to be allowed even if it comes late, if it is necessary to do justice between the parties, so long as any hardship done thereby can be compensated in money. That principle applies here."................. Αναμφίβολα η σύγχρονη τάση, όπως βγαίνει από τη σχετική νομολογία είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμη και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα.» Επίσης, αποκαλυπτικό είναι και το απόσπασμα που υιοθετήθηκε στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v. Νίκου Κ. Σιακόλα
(1999)1 Α.Α.Δ. 44, 52. "..... I know of no kind of error or mistake which, if not fraudulent or intended to overreach, the Court ought not to correct, If it can be done without injustice to the other party. Courts do not exist for the sake of discipline, but for the sake of deciding matters in controversy, and I do not regard such amendment as a matter of favour or grace .. It seems to me that as soon as it appears that the way in which a party has framed his case will not lead to a decision of the real matter in controversy, it is as much a matter of right on his part to have it corrected, if it can be done without injustice, as anything else in the case is a matter of right." Παρά τη φιλελεύθερη, όμως, τάση δεν σημαίνει ότι το αίτημα είναι ανέλεγκτο. Στην υπόθεση D.J. Karapatakis & Sons Ltd v. Δήμου Στροβόλου, Πολ. Εφ. 135/11, ημερ. 13.6.13 το δικαστήριο ανέφερε τα ακόλουθα. «Σειρά αποφάσεων διαμόρφωσε τις αρχές που διέπουν το θέμα τροποποίησης δικογράφων κάτω από τη Δ.25 των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Η τροποποίηση ή μη δικογράφου, ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η οποία ασκείται με πρωταρχικό μέλημα, το συμφέρον της δικαιοσύνης. Οι παράγοντες που επενεργούν στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης είναι πολλοί, όπως πολλοί είναι και οι παράγοντες που θα μπορούσαν να επιδράσουν στον τρόπο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Το βέβαιο είναι ότι δεν μπορούν να καθοριστούν εξαντλητικά. Στην Παπαχρυσοστόμου ν. Κ. Γρηγοριάδης & Συνέταιροι, κ.α., Π.Ε. 79/09, ημερ. 4/5/12, αναφέρονται τ' ακόλουθα: «Το συμπέρασμα που μπορεί με ασφάλεια να συναχθεί από τη σχετική νομολογία, είναι ότι το θέμα, τροποποίησης δικογράφων, ανάγεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου η οποία ασκείται φιλελεύθερα και δεν διέπεται από άκαμπτους κανόνες, αλλά από διάφορους παράγοντες, η βαρύτητα των οποίων ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Η βασική αρχή η οποία πηγάζει μέσα από την εν λόγω νομολογία είναι ότι στις περιπτώσεις όπου ο προσδιορισμός της ουσίας της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων και η αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών επιβάλλουν την τροποποίηση των δικογράφων, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται υπέρ της έγκρισης της αίτησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί βλάβη ή αδικία στην άλλη πλευρά η οποία δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα ή ο αιτητής δεν ενεργεί κακόπιστα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της οποιασδήποτε καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτητή, ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη τροποποίησης δικογράφων, όμως η άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου στο στάδιο αυτό, ασκείται με φειδώ. Τέλος μπορεί να λεχθεί ότι η εισαγωγή ενός νέου θέματος δεν συνεπάγεται κατ' ανάγκη και την απόρριψη της αίτησης, νοουμένου όμως ότι δεν έχει καταλυτικές συνέπειες για την αντίδικη πλευρά.»» Με γνώμονα όλα τα πιο πάνω στρέφω την προσοχή μου στις έγγραφες προτάσεις και ιδιαίτερα στην έκθεση απαίτησης, εφόσον αυτό είναι το δικόγραφο για το οποίο ζητείται η τροποποίηση. Στο αιτητικό της έκθεσης απαίτησης η αξίωση δικαιολογείται ως «υπόλοιπο αξίας προϊόντων πωληθέντων και παραδοθέντων στον εναγόμενο και/ή υπόλοιπο δυνάμει χρεωστικού και/ή παραδεδεγμένου λογαριασμού και/ή δυνάμει τιμολογίου και/ή άλλως πως». Σύμφωνα με την αιτήτρια, ο καθ' ου η αίτηση ήτο πελάτης της και επρομηθεύετο διάφορα προϊόντα επί πιστώσει. Για τις όποιες συναλλαγές εκδίδοντο σχετικά τιμολόγια και διατηρείτο λογαριασμός. Η παράγραφος που ζητείται να αντικατασταθεί, παράγραφος 5, αναφέρει ότι «στις 18.7.2007 η ενάγουσα εξέδωσε το υπ' αριθμό 50252, τιμολόγιο επ' ονόματι του εναγομένου για το ποσό των ΛΚ437 (€474,66)». Στον αντίποδα, ο καθ' ου η αίτηση διατείνεται, υπό μορφή προδικαστικής ένστασης, ότι «η παρούσα είναι γενική και αόριστη και ως μη καθορίζουσα συγκεκριμένο χρόνο αγοράς εμπορευμάτων και είδος αυτών και ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθεί». Διαζευκτικά, διατείνεται ότι στο παρελθόν είχε αγοράσει και παραλάβει κάποια εμπορεύματα από την αιτήτρια τα οποία όμως έχει εξοφλήσει πλήρως. Θέση του είναι ότι δεν οφείλει κανένα ποσό. Είναι ορθό να επισημανθεί εδώ ότι η διερεύνηση που ακολουθεί δεν πρέπει να εκληφθεί ως απόφαση της προδικαστικής ένστασης του καθ' ου η αίτηση. Ζητούμενο δεν είναι η εγκυρότητα της προδικαστικής ένστασης αλλά το αίτημα για τροποποίηση. Κατ' επέκταση, οι όποιες αναφορές του δικαστηρίου στην προδικαστική ένσταση, περιορίζονται στην έκταση που αυτή συναρτάται με το αίτημα τροποποίησης. Αξίζει να σημειωθεί εδώ ότι το περιεχόμενο του φακέλου αποκαλύπτει πως ο καθ' ου η αίτηση δεν προώθησε δικονομικό διάβημα για εκδίκαση των προδικαστικών ενστάσεων που προβάλλει. Ο λόγος δια τον οποίο αναφέρω τούτο είναι γιατί ο καθ' ου η αίτηση διατείνεται πως αν το αίτημα τροποποίησης εγκριθεί, η υπεράσπιση πλήττεται ανεπανόρθωτα. Αναφέρει ότι ο ίδιος ήτο πάντα πρόθυμος για εκδίκαση της αγωγής, κάτι το οποίο δεν έγινε, και διατείνεται, επικουρικά, ότι είναι καθυστερημένο το στάδιο στο οποίο υποβάλλεται το αίτημα εφόσον από την καταχώριση της υπεράσπισης ήταν γνωστό στην αιτήτρια ότι η έκθεση απαίτησης έχρηζε τροποποίησης. Επαναλαμβάνω ότι δεν αποφασίζω την προδικαστική ένσταση, είμαι όμως της γνώμης ότι ο καθ' ου η αίτηση προσδίδει υπέρμετρη βαρύτητα σε αυτήν και στις επιπτώσεις που δυνατόν να επιφέρει η τυχόν έγκριση του αιτήματος. Ό,τι εννοώ είναι πως η έκθεση απαίτησης αποκαλύπτει, εκ πρώτης όψεως, ότι βάση αγωγής είναι υπόλοιπο λογαριασμού και/ή πώληση αγαθών. Δεν κρίνω ορθό να επεκταθώ περαιτέρω ώστε να μην προκαταλάβω το αποτέλεσμα της προδικαστικής ένστασης. Τώρα, το αίτημα σκοπεί στο να καταστήσει σαφές ποιο είναι ακριβώς το αντικείμενο που πωλήθηκε, ποια η αξία τούτου και ποιο είναι το υπόλοιπο που παραμένει και αξιώνεται. Θα μπορούσε, ίσως, αν σχετικό αίτημα υποβάλλετο από την υπεράσπιση, τούτα τα στοιχεία να δοθούν υπό μορφή λεπτομερειών. Δυστυχώς όμως τέτοιο αίτημα δεν υποβλήθηκε. Περαιτέρω, κρίνω ότι η προώθηση αιτήματος τροποποίησης, έστω και καθυστερημένα, είναι θετική εξέλιξη εφόσον οι έγγραφες προτάσεις θα εμπλουτιστούν με προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων, θα καταστεί σαφές το αντικείμενο της φιλονικίας, και κατ' επέκταση, θα διευκολυνθεί το έργο του δικαστηρίου κατά την ακροαματική διαδικασία αλλά και των διαδίκων, εφόσον τα δικόγραφα θα απαλλαγούν της ασάφειας και γενικότητας που σήμερα τα διέπει. Αναφέρω ασάφεια και υποδεικνύω ότι δεν συμμερίζομαι τη θέση του καθ' ου η αίτηση ότι η έκθεση απαίτησης δεν αποκαλύπτει βάση αγωγής. Ως έχω αναφέρει, εκ πρώτης όψεως διαπιστώνεται βάση αγωγής. Έχω αναφέρει ήδη ότι το αίτημα υποβάλλεται καθυστερημένα. Περαιτέρω, δεν παραγνωρίζω ότι η αιτιολόγηση του, σύμφωνα πάντα με τα αναφερόμενα στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση, αποδίδεται σε λάθος και/ή αβλεψία. Δεν παραγνωρίζω ακόμη ότι η αιτήτρια δεν συγκεκριμενοποιεί το χρόνο διαπίστωσης τούτης της ανάγκης για τροποποίηση. Έχει όμως νομολογηθεί ότι μη επαρκής αιτιολόγηση της καθυστέρησης δεν είναι ικανοποιητικός λόγος για απόρριψη αιτήματος τροποποίησης (βλ. Νικολάου ν. Μιλτιάδους
(2007)1Β Α.Α.Δ. 1005, 1009). Εφόσον διαπιστώνεται ότι η τροποποίηση θα εξυπηρετήσει την απονομή της δικαιοσύνης εκείνο που απομένει να εξεταστεί είναι κατά πόσο η έγκριση του αιτήματος θα έχει ανεπανόρθωτες συνέπειες στην άλλη πλευρά. Είναι αναφορικά με αυτή τη διάσταση του θέματος που ανέφερα ότι οι αιτιάσεις του καθ' ου η αίτηση είναι υπερβολικές. Είναι γεγονός ότι η αγωγή είναι παλαιά. Ο αύξων αριθμός τούτης και η ημερομηνία καταχώρισής της, 2.12.08, ομιλούν αφ' εαυτών. Γεγονός είναι επίσης ότι μέχρι στιγμής η ακροαματική διαδικασία δεν έχει αρχίσει. Παρόλα αυτά, το σύνολο της ευθύνης δεν το επωμίζεται μόνο η αιτήτρια. Όπως αποκαλύπτεται από το περιεχόμενο του φακέλου κάποιες των αναβολών οφείλονται σε έλλειψη χρόνου του δικαστηρίου. Από την άλλη, δεν πρέπει να παραγνωρίζεται και το γεγονός πως ο καθ' ου η αίτηση δεν προώθησε εκδίκαση των προδικαστικών ενστάσεων που εγείρει. Κατά συνέπεια, κρίνω ότι δεν μπορεί να αιτιάται σήμερα ότι η έγκριση του αιτήματος θα έχει επιπτώσεις στην προδικαστική ένσταση που δεν προώθησε. Εν ολίγοις, κρίνω ότι στη δοσμένη υπόθεση, υπό τις περιβάλλουσες πάντα περιστάσεις, η έγκριση του αιτήματος μπορεί να αποκατασταθεί από τα έξοδα που θα επιδικαστούν. Προτού ολοκληρώσω σημειώνω ότι έχω εξετάσει την αίτηση, και δη τη νομική βάση τούτης, και δεν συμφωνώ με τη θέση του καθ' ου η αίτηση ότι δεν βρίσκει έρεισμα στους διαδικαστικούς κανονισμούς και τη δικαστηριακή πρακτική. Για όλους τους λόγους που πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω, κρίνω ότι η παρούσα είναι αρμόζουσα περίπτωση να ασκήσω θετικά τη διακριτική μου εξουσία. Συνεπώς, το αίτημα εγκρίνεται, εκδίδεται διάταγμα ως η παράγραφος Α της αίτησης, με έξοδα εις βάρος της αιτήτριας. Η αναφορά σε έξοδα νοείται ότι αφορά τα έξοδα της αίτησης καθώς και τα διαφυγόντα έξοδα, ως αυτά θα υπολογισθούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Τα έξοδα να καταβληθούν με την αποπεράτωση της αγωγής. Η τροποποίηση να πραγματοποιηθεί εντός 15 ημερών από τη σύνταξη του διατάγματος. Ακολούθως, υπεράσπιση στην τροποποιημένη έκθεση απαίτησης να καταχωριστεί εντός 15 ημερών από της παραδόσεως της τελευταίας, και απάντηση στη νέα υπεράσπιση να καταχωριστεί εντός 7 ημερών από της παραδόσεως της τελευταίας. (Υπ.) ........... Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /εκ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο