AΔΩΝΙ ΠΕΤΡΙΔΗ κ.α. ν. ΓΙΩΡΓΟΥ ΗΛΙΑ κ.α., Αρ. Αγωγής: 221/11, 12/6/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:A227 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Στ. Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 221/11 Μεταξύ:
- AΔΩΝΙ ΠΕΤΡΙΔΗ
- ΠΟΛΥΚΑΡΠΟΥ Δ.ΠΕΤΡΙΔΗ & ΣΙΑ Εναγόντων Και
- ΓΙΩΡΓΟΥ ΗΛΙΑ
- ΤΡΟΟΔΙΑΣ ΗΛΙΑ Εναγομένων ΑΙΤΗΣΗ ΗΜΕΡ. 23.1.13 ΓΙΑ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗΣ Ημερομηνία: 12.6.13 Εμφανίσεις: Για τον Εναγόμενο 1 - Αιτητή: κα Ειρήνη Τουμάζου για Κιτρομηλίδης, Πέτσας ΔΕΠΕ Για τους Ενάγοντες-Καθ'ων η Αίτηση: ΄Αδωνης Πετρίδης για Πολύκαρπος Δ.Πετρίδης & Σία ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό αγωγή καταχωρήθηκε στις 12.1.11 σε κλητήριο γενικά οπισθογραφημένο και με αυτή οι ενάγοντες αξιώνουν εναντίον των εναγομένων αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα ως ακολούθως: « (Α) Ι. €1.750,00 ποσόν οφειλόμενο δια προσφερθείσες υπηρεσίες δικηγόρου, ως λεπτομερώς κατωτέρω και/ή ως συμφωνηθείσα και/ή εύλογη αμοιβή των εναγόντων, δια προσφερθείσες νομικές υπηρεσίες προς τους εναγόμενους. ΙΙ. Διαζευκτικώς €1.750,00, δυνάμει επιταγής Marfin Popular Bank Public Co Ltd υπ΄αρ. 06667936, εκδοθείσας υπό της εναγόμενης αρ.2 και παραδοθείσας προς τον ενάγων αρ.1 προς εξόφληση νομικών υπηρεσιών, αγωγής υπ΄αρ. 3302/2010, Ε.Δ.Λευκωσίας. (Β) Το αυτό ποσό των €1.750,00 λόγω αδικαιολογήτου πλουτισμού των εναγομένων εις βάρος των εναγόντων, Νόμιμο τόκο και έξοδα». Σύμφωνα με την ΄Εκθεση Απαίτησης το ποσό αυτό αφορά την αμοιβή των εναγόντων σε σχέση με υπηρεσίες που προσφέρθηκαν από αυτούς προς τους εναγομένους για την αγωγή 3302/10 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Είναι η θέση τους ότι το ποσό των €1.750 ήταν η συμφωνηθείσα δικηγορική αμοιβή τους για καταχώρηση εμφάνισης για τον εναγόμενο 1 στην εν λόγω αγωγή και προς τούτο είχε εκδοθεί η επιταγή στην οποία γίνεται αναφορά στην υπόθεση. Όταν ο ενάγοντας 1 κατέθεσε την επιταγή διαφάνηκε ότι αυτή είχε ανακληθεί μήνες πριν την έκδοση και παράδοση της προς τους ενάγοντες και επίσης πληροφορήθηκε ότι η εναγόμενη 2 που εξέδωσε την επιταγή, πολύ πριν από την έκδοση αλλά και κατά το στάδιο εμφάνισης της για πληρωμή, ήταν καταχωρημένη στο ΚΑΠ της Κεντρικής Τράπεζας και δεν είχε κανένα δικαίωμα να εκδίδει επιταγές. Στις 17.1.11 καταχωρήθηκε εμφάνιση από τους εναγόμενους 1 και 2 και στις 13.5.11 η Υπεράσπιση τους. Στην Υπεράσπιση οι εναγόμενοι αρνούνται τις αξιώσεις των εναγόντων ισχυριζόμενοι ότι σε σχέση με την υπόθεση 3201/10 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ζήτησαν από τον ενάγοντα 1 να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης για τον εναγόμενο 1 και η αμοιβή του θα ήταν σύμφωνα με την κλίμακα των Δικαστικών Θεσμών. Σε καμία άλλη συμφωνία δεν προέβησαν. Ο ενάγοντας 1 ζήτησε την έκδοση της επιταγής για ποσό €1.750 για την διεκπεραίωση της υπόθεσης αναφέροντας τους ότι όταν θα διεκπεραιωνόταν η υπόθεση θα προχωρούσε σε ψήφιση των εξόδων του και όποιο επιπλέον ποσό τυχόν θα οφείλετο θα έπρεπε αυτό να πληρωθεί ενώ αν η ψήφιση των εξόδων ήταν για ποσό μικρότερο των €1.750 τότε θα επέστρεφε στους εναγόμενους το ανάλογο ποσό. Οι εναγόμενοι αποδέχθηκαν να παραδώσουν την επίδικη επιταγή με βάση τα ανωτέρω. Ο ενάγοντας 1 το μόνο που έκανε σε σχέση με την αγωγή 3302/10 ήταν να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης και ακολούθως απεσύρθη και έκτοτε οι εναγόμενοι του ζήτησαν επανειλημμένα να ψηφίσει τα έξοδα του και να τον πληρώσουν αλλά αυτός παράνομα αντισυμβατικά και αδικαιολόγητα ζητά πληρωμή ολόκληρου του ποσού της επιταγής ενώ γνωρίζει πολύ καλά ότι δεν έχει προσφέρει υπηρεσίες τέτοιας αξίας. Οι ενάγοντες καταχώρησαν απάντηση στην υπεράσπιση στην οποία εμμένουν στην θέση τους ως φαίνεται στην έκθεση απαίτησης, θεωρούν ότι όλοι οι ισχυρισμοί των εναγομένων αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις τους και είναι ψευδείς. Στις 22.11.12 δόθηκε άδεια από το Δικαστήριο στους συνηγόρους των εναγομένων να αποσυρθούν από συνήγοροι της εναγομένης 2 για την οποία η υπόθεση προχώρησε σε απόδειξη στις 20.12.12 ημερομηνία κατά την οποία εκδόθηκε απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον της εναγομένης 2 ενώ αναφορικά με τον ενάγοντα 1 ορίστηκε για οδηγίες αρχικά με σκοπό την διευθέτηση και ακολούθως, αφού οι προσπάθειες διευθέτησης δεν καρποφόρησαν, για να δοθεί η ευκαιρία στους συνηγόρους του εναγομένου 1 να υποβάλουν αίτηση για τροποποίηση της υπεράσπισης αφού είχαν γνωστοποιήσει την πρόθεση τους αυτή στο Δικαστήριο. Στις 23.1.13 καταχωρήθηκε η υπό κρίση αίτηση με την οποία ο εναγόμενος 1 - αιτητής αιτείται διατάγματος του Δικαστηρίου που να επιτρέπει την τροποποίηση της υπεράσπισης του. Συγκεκριμένα ο αιτητής αιτείται διατάγματος για διαγραφή παραγράφων της ήδη καταχωρημένης υπεράσπισης του και αντικατάστασης τους με νέες παραγράφους. Σε αυτές ο εναγόμενος 1 αρνείται ότι ο ίδιος έκαμε οποιαδήποτε συμφωνία με τους ενάγοντες για δικηγορική αμοιβή, αντίθετα το θέμα αυτό αφορούσε τους ενάγοντες και την εναγόμενη 2 αφού ήταν η εναγομένη 2 που θα πλήρωνε την αμοιβή και/ή το οποιοδήποτε ποσό δικηγορικών εξόδων στους ενάγοντες. Ο ίδιος το μόνο που έκαμε ήταν να υπογράψει διοριστήριο δικηγόρου στους ενάγοντες σχετικά με την αγωγή 3302/
- Προβάλλει τη θέση ότι η επίδικη επιταγή των €1.750 που παραδόθηκε από την εναγόμενη 2 προς τους ενάγοντες αφορούσε και άλλες οφειλές της εναγόμενης 2 προς τους ενάγοντες και όχι μόνο τα έξοδα της υπόθεσης 3302/10 ως οι ενάγοντες ψευδώς ισχυρίζονται. Αναφέρει επίσης ότι οι ενάγοντες καθ΄ολη την διάρκεια που εκπροσωπούσαν τον εναγόμενο 1 στην αγωγή 3302/10 προέβηκαν σε δύο μόνο εμφανίσεις, μία φορά στις 27.10.10 μετά την καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης και μια φορά στις 11.1.11 όπου ζήτησαν άδεια από το Δικαστήριο για να αποσυρθούν από συνήγοροι του εναγομένου 1, και σε καμία περίπτωση δεν προσέφεραν υπηρεσίες που να δικαιολογούν το ποσό των €1.750 που αξιώνουν οι ενάγοντες. Προσθέτει επίσης ισχυρισμό ότι ο εναγόμενος 1 αφού πληροφορήθηκε από τους ενάγοντες ότι η επίδικη επιταγή είχε επιστραφεί απλήρωτη, τους ζήτησε επανειλημμένα να ψηφίσουν τα έξοδα τους αλλά αυτοί παράνομα και αντισυμβατικά αρνούνται και αδικαιολόγητα ζητούν από τον ίδιο την πληρωμή των €1.750 γνωρίζοντας καλώς ότι ουδέποτε προσέφεραν υπηρεσίες στον ίδιο που να δικαιολογούν αυτό το ποσό. Η αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας Δ.9, Δ.25, Δ.48 θ.θ.1 & 2, στις Αρχές της Δικαιοσύνης, στη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Συνοδεύεται δε από την ένορκο δήλωση του εναγομένου 1 - αιτητή στην οποία ισχυρίζεται ότι κατά την προετοιμασία της υπόθεσης για ακρόαση διαπιστώθηκε ότι υπάρχουν κάποιοι λανθασμένοι ισχυρισμοί στην υπεράσπιση που έχει καταχωρηθεί και ότι κάποια ουσιώδη γεγονότα εκ παραδρομής και/ή λάθους δεν αναφέρονται και πιστεύει ότι είναι αναγκαίο να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα για να μπορεί να καθορίσει με σαφήνεια τις βάσεις της υπεράσπισης του και με αυτό τον τρόπο θα δοθεί στο Δικαστήριο μια σαφής και ξεκάθαρη εικόνα των πραγματικών συνθηκών και γεγονότων που συνθέτουν την υπεράσπιση του και που θα συμβάλουν στον προσδιορισμό της επίδικης διαφοράς. Αναφέρει επίσης ότι εξ'όσων τον πληροφορούν οι δικηγόροι του οι ενάγοντες δεν θα πάθουν καμία ζημιά από την τυχόν έγκριση του αιτήματος του που να μην μπορεί να θεραπευτεί με την κατάλληλη διαταγή για έξοδα. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, η αίτηση προσέκρουσε στην ένσταση των εναγόντων η οποία καταχωρήθηκε στις 19.4.
- Η βάση της ένστασης είναι οι Θεσμοί της Πολιτικής Δικονομίας Δ.48, θ.1 και 2
(2), Δ.9, θ.10, Δ.25, θ.1, οι γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου ως και το περιεχόμενο του φακέλου. Οι λόγοι της ένστασης είναι ότι: «(α) Το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να επιτρέψει την αιτούμενη τροποποίηση, καθ΄ότι ο αιτητής έχει αδικαιολόγητα καθυστερήσει να υποβάλει το αίτημα και/ή ο αιτητής δεν δικαιολογεί στην αίτηση του, με οποιονδήποτε τρόπο, την υπέρμετρη καθυστέρηση που έχει παρουσιαστεί στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης, από την στιγμή μάλιστα που συνεχίζει να εκπροσωπείται από το ίδιο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπούσε και την εναγόμενη
- (β) Η ένορκος δήλωση του εναγόμενου 1, δεν προσφέει τίποτε απολύτως στη διαδικασία και ούτε προβάλλει οποιονδήποτε νέο ισχυρισμό. Περαιτέρω, η ένορκος δήλωση δεν καλύπτει επαρκώς και δεν αιτιολογεί το αιτητικό της αιτούμενης τροποποίησης και ούτε αιτιολογεί γιατί αυτή καταχωρείται ενώπιον του Δικαστηρίου, μετά την παρέλευση τόσο μεγάλου χρονικού διαστήματος, συνιστώντας κατάχρηση διαδικασίας. (γ) Η αίτηση του εναγόμενου 1 - αιτητή καθίσταται πλέον ως ουσία και νόμω αβάσιμη και/ή έχει καταχωρηθεί πάρα πολύ καθυστερημένα, γι΄αυτό και θα πρέπει να απορριφθεί. Το Δικαστήριο θα πρέπει να θεωρήσει την ενέργεια του εναγόμενου 1, υπό τις περιστάσεις, ως προσχεδιασμένη και κακόπιστη, αφού: Ι. Ο ίδιος τύγχανε και τυγχάνει νομικής εκπροσώπησης από το ίδιο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπούσε και την εναγόμενη 2 στη δικαστική διαδικασία. ΙΙ. Όταν η εναγόμενη 2 ουσιαστικά δεν μπορούσε να ανευρεθεί, οι δικηγόροι της ζήτησαν την άδεια του Δικαστηρίου να αποσυρθούν και η άδεια αυτή δόθηκε, συνέχιζαν όμως να εμφανίζονται και να εκπροσωπούν τον εναγόμενο 1, για τον οποίο είχαν καταχωρήσει κοινή υπεράσπιση, μαζί με την υπεράσπιση της εναγόμενης
- Μάλιστα, σε διάφορες ημερομηνίες, υπήρξε από μέρους τους αίτημα αναβολής, για να διευθετήσει ο εναγόμενος 1 την οφειλή του. ΙΙΙ. Όταν εξεδόθη απόφαση εναντίον της εναγομένης 2, ο εναγόμενος 1 εφεύρε τον ισχυρισμό περί του ότι, δήθεν, δεν καλύπτεται από την καταχωρηθείσα υπεράσπιση, για την οποία να σημειωθεί έχουν ολοκληρωθεί και ενδιάμεσες δικαστικές διαδικασίες. ΙV. Συνεπακόλουθα, ο εναγόμενος 1 όχι μόνο καθυστέρησε υπέρμετρα στην υποβολή του αιτήματος, αλλά, υπό τις περιστάσεις, το αίτημα του για τροποποίηση της υπεράσπισης είναι πλέον καθοδηγούμενο από τις εξελίξεις της υπόθεσης και συγκεκριμένα από την έκδοση απόφασης εναντίον της εναγόμενης 2 στις 20.12.
- Είναι η θέση των καθ΄ων η αίτηση, ότι, με τα δεδομένα της υπόθεσης, η παρούσα αίτηση αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας, αφού ο εναγόμενος 1 επιχειρεί, ουσιαστικά, να αλλάξει εξ ολοκλήρου τη γραμμή υπεράσπισης του.» Την ένσταση συνοδεύει η ένορκος δήλωση του Ενάγοντα 1 στην οποία αναφέρει ότι είναι εξουσιοδοτημένος και από τους ενάγοντες 2 να προβεί στη ένορκη δήλωση, επαναλαμβάνει όλους τους λόγους ένστασης, απορρίπτει τους ισχυρισμούς του αιτητή και ισχυρίζεται ότι ο εναγόμενος 1 αποφάσισε να αλλάξει την θέση του και/ή να προβάλει τους νέους ισχυρισμούς που επιδιώκει μετά που έχει εκδοθεί η απόφαση εναντίον της εναγομένης 2 τον Δεκέμβριο του 2012 με την οποία τον συνδέει η κοινή υπεράσπιση που είναι καταχωρημένη στον φάκελο. Έχει την θέση ότι οι ενέργειες του αιτητή και τα όσα αναφέρει στην ένορκη του δήλωση είναι κακόπιστα και προσχεδιασμένα και η υπό εκδίκαση αίτηση αποτελεί, με τα δεδομένα της υπόθεσης, κατάχρηση διαδικασίας αφού η θέση των συνηγόρων του αμέσως πριν την υποβολή αιτήματος για τροποποίηση ήταν είτε η απόσυρση τους και από συνήγοροι του αιτητή είτε υποσχέσεις περί διευθέτησης της υπόθεσης με βάση τις οποίες χάθηκε και πολύτιμος δικαστικός χρόνος. Θεωρεί ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί με έξοδα εναντίον του αιτητή και στη περίπτωση που το Δικαστήριο ήθελε κρίνει το αίτημα του ισχυρίστηκε ότι θα πρέπει ο ίδιος να καταβάλει τα έξοδα που θα δημιουργηθούν με την επιλογή του να υποβάλει αίτημα τροποποίησης της υπεράσπισης του σ΄αυτό το πολύ προχωρημένο στάδιο. Η αίτηση οδηγήθηκε σε ακρόαση κατά την οποία οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των μερών προώθησαν ο καθένας τη θέση τους αντίστοιχα και παρέπεμψαν το Δικαστήριο σε νομολογία. Ήταν η θέση της κας Τουμάζου ότι θα πρέπει να εγκριθεί το αίτημα και να επιτραπεί η τροποποίηση της υπεράσπισης αφού τα πραγματικά γεγονότα που αφορούν τον εναγόμενο 1 δεν βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου λόγω του ότι δεν καλύπτονται από το δικόγραφο το οποίο είναι καταχωρημένο εντός του φακέλου. Ήταν περαιτέρω η θέση της ότι η οριστική ρήξη των σχέσεων μεταξύ εναγομένου 1 και εναγομένης 2 και η οριστική αποξένωση τους καθιστά αναγκαία την τροποποίηση της υπεράσπισης του εναγομένου
- Θεωρεί επίσης ότι με το διάταγμα τροποποίησης της υπεράσπισης η δικαιοσύνη θα επωφεληθεί αφού το Δικαστήριο θα έχει ενώπιον του τα πραγματικά γεγονότα που αφορούν την διαφορά των μερών για να μπορεί έτσι να κρίνει την διαφορά τους ορθά. Έχει επίσης τη θέση ότι σε καμία περίπτωση δεν προκαλείται στους ενάγοντες ανεπανόρθωτη ζημιά η οποία να μην μπορεί να αποκατασταθεί με την ανάλογη διαταγή για έξοδα. Αντίθετη ήταν η θέση του κ.Πετρίδη ο οποίος θεωρεί ότι το αίτημα τροποποίησης υπεβλήθη με μεγάλη καθυστέρηση που δεν δικαιολογείται, με αλλότριους σκοπούς και κατά κατάχρηση των διαδικασιών του Δικαστηρίου, θεωρεί ότι ο αιτητής έχει προσχεδιάσει αυτό τον τρόπο ενέργειας του η οποία είναι κακόπιστη καθότι τον εκπροσωπεί το ίδιο δικηγορικό γραφείο που τον εκπροσωπούσε την στιγμή καταχώρησης της υπεράσπισης, η υπεράσπιση του ήταν κοινή με αυτή της εναγομένης 2 και μόνο λόγω του ότι εκδόθηκε απόφαση εναντίον της στην απουσία της μετά που αποσύρθηκαν οι δικηγόροι της με την άδεια του Δικαστηρίου θυμήθηκε ουσιαστικά να διαχωρίσει την θέση του. Διερωτάται γιατί τα γεγονότα αυτά ο εναγόμενος 1 δεν θα έθεσε στους συνηγόρους του πριν από την καταχώρηση της υπεράσπισης του. Υπάρχει ευρεία νομολογία σχετική με το θέμα της τροποποίησης δικογράφων. Η έγκριση ή όχι τέτοιων αιτημάτων εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Οι παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου έχουν αναλυθεί σε σειρά αποφάσεων. Στην υπόθεση Περικτιόνη Χρήστου ν. Ανδρέα Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ. 704, λέχθηκαν τα ακόλουθα στη σελ. 707: "Η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις αποφάσεις είναι πως η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής. Στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου συνεκτιμάται και ο παράγων της καθυστέρησης στην υποβολή αίτησης σαν λογικής απορροίας των διατάξεων του άρθρου 30.2 του Συντάγματος που επιτάσσει τη διεξαγωγή και περάτωση της δίκης σε εύλογα χρονικά όρια." Περαιτέρω στην υπόθεση Δόμνα Χριστοδούλου ν. Αθηναΐδος Χριστοδούλου και άλλη
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, στην σελ. 939 λέχθηκαν τα εξής: "Αναμφίβολα η σύγχρονη τάση, όπως βγαίνει από τη σχετική νομολογία, είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμη και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα." Στην υπόθεση Astor Manufacturing & Exporting Co. ν. A & G Leventis & Company (Nigeria) Ltd
(1993)1 Α.Α.Δ. 726, λέχθηκε στις σελίδες 730-731 σχετικά με το θέμα της καθυστέρησης ότι: "Ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός. Δεν είναι όμως εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Το ίδιο ισχύει για τον καθένα από τη σειρά των παραγόντων που η νομολογία καθιέρωσε ως διαδραματίζοντας ρόλο. Η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου ασκείται αφού συνυπολογιστούν τα σχετικά στο πλαίσιο των ιδιαιτεροτήτων της κάθε υπόθεσης." Η σημασία της καθυστέρησης σε συνδυασμό και με άλλους σχετικούς παράγοντες σχολιάσθηκε και στην υπόθεση Saba & Co (T.M.P.) v. T.M.P. Agents
(1994)A.A.Δ. 426: "Μένει το ερώτημα της δικαιολόγησης της καθυστέρησης. Η σημασία ποικίλλει ανάλογα με τα περιστατικά κάθε υπόθεσης κυρίως σε συσχετισμό προς την γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Στην παρούσα υπόθεση δεν έχει γίνει τέτοιος ή άλλος ανάλογος ισχυρισμός και δεν συμφωνούμε πως καλόπιστη αίτηση για τροποποίηση προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης θα πρέπει να απορριφθεί επειδή, ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο, η καθυστέρηση δικαιολογήθηκε με αναφορά σε αβλεψία ή παραδρομή." Περαιτέρω στην Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v. Νίκου Κ. Σιακόλα Πολιτική Έφεση αρ. 10341 ημερομηνίας 19/01/99, το Ανώτατο Δικαστήριο μετά από εκτενή αναφορά στη σχετική νομολογία προέβη στην επαναβεβαίωση της πιο πάνω κατευθυντήριας αρχής και των σχετικών παραγόντων αναφορικά με την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου σε αίτηση για τροποποίηση δικογράφου. Ένα σημαντικό στοιχείο στην ως άνω υπόθεση το οποίο διαδραμάτισε κάποιο ρόλο στη διαμόρφωση της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου, χωρίς όμως αρνητικές συνέπειες για την αίτηση, ήταν ότι αυτή είχε υποβληθεί με καθυστέρηση δεκατριών περίπου χρόνων. Τέλος έχει νομολογηθεί ότι κατά την εξέταση του παράγοντα της καθυστέρησης πρέπει να λαμβάνεται υπόψη και η συμπεριφορά των μερών παρόλο που η ευθύνη για τη διασφάλιση του δικαιώματος που κατοχυρώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος βαρύνει το Δικαστήριο (Βλ. Δημοτικό Συμβούλιο Αγλαντζιάς ν. Σωτηρούλλας Χαριλάου Χαρικλείδη και Δημοτικό Συμβούλιο Αγλαντζίας ν. 1. Ζήνωνα Ποφαϊδη κ.α., Πολ. Εφέσεις 10719 και 10786 ημερ. 24/10/01, Καυκαρής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 203, Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 84, Λυσιώτη ν. Δημοκρατίας, Πολιτική Έφεση 10515 ημερ. 22/3/00, Union Alimentaria Sanders S.A. v. Spain, Series A, 157, Publication of the European Court of Human Rights, παραγ. 35
(1989)). Όπως έχει αναφερθεί ανωτέρω, η νομολογία δείχνει ότι η σύγχρονη τάση είναι τα δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες περιπτώσεις, έστω και αν η αναγκαιότητα της τροποποίησης είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα (βλ. Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ. 934). Το θέμα παραμένει όμως στη διακριτική εξουσία του δικαστηρίου και ασκείται με βάση το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης, κυρίως σε συσχετισμό προς τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Εξηγείται ακόμα από τη νομολογία, Saba and Co (T.M.P.) v. T.M.P Agents (ανωτέρω) ότι καλόπιστη αίτηση για τροποποίηση προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης δεν απορρίπτεται ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο επειδή η καθυστέρηση δικαιολογήθηκε με αναφορά σε αβλεψία ή παραδρομή. Στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v. Νίκου Σιακόλα ανωτέρω, εξηγήθηκε ότι τροποποίηση που επιφέρει συγκεκριμενοποίηση και θέτει τα δικόγραφα σε τάξη, καθιστώντας έτσι ευχερέστερη τη διεξαγωγή της δίκης είναι επιτρεπτή. Στη Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation
(1989)1 (E) Α.Α.Δ. 33) συνοψίζονται οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου σε σχέση με την τροποποίηση των δικογράφων ως εξής: "
(1)Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στη συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για τη αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
(4)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case, 28 Ch. D. 361 υποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά την δίκη." Σε σχέση με όλες τις πιο πάνω αρχές, είναι ενδεικτικά τα όσα αναφέρθηκαν στην υπ. Νικολάου ν.
- Ζωή Μιλτιάδους κ.ά., Πολ. ΄Εφ. 96/06, ημερ. 27.7.2007 στην οποία διατάχθηκε επανεκδίκαση ολόκληρης της αγωγής αφού δόθηκε άδεια για τροποποίηση, κατ'έφεση: «Η εξουσία για έκδοση άδειας για τροποποίηση περιέχεται στην Δ.25 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, όπου προνοείται ότι, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας μπορεί να δοθεί η άδεια, ούτως ώστε να γίνουν όλες οι αναγκαίες τροποποιήσεις για να εκδικαστούν όλα τα επίδικα θέματα που εγείρονται μεταξύ των διαδίκων. Το κυρίαρχο στοιχείο στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του δικαστηρίου είναι το συμφέρον της δικαιοσύνης. Κατά την εξέταση του θέματος, το δικαστήριο βασίζεται σε διάφορους παράγοντες, αλλά τελικά ο κρίσιμος παράγων είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων. Τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί, ασχέτως του αν επιδείχθηκε αμέλεια και καθυστέρηση από διάδικο, αν αυτό απαιτεί το συμφέρον της δικαιοσύνης. Η άδεια για τροποποίηση δίδεται ευκολότερα στα αρχικά στάδια, αλλά τούτο μπορεί ακόμη να γίνει και σε πολύ προχωρημένο στάδιο, μέχρι και το τελικό της διαδικασίας, αν δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο. Ο όρος ανεπανόρθωτη ζημιά χρησιμοποιείται με την έννοια του ότι αυτή δεν μπορεί να αποκατασταθεί με την καταβολή εξόδων.» Με βάση τις πιο πάνω αρχές, προχωρώ να εξετάσω την επιδιωκόμενη αίτηση αλλά και τους λόγους ένστασης. Ο πρώτος ισχυρισμός των καθ' ων η αίτηση ο οποίος κρίνω σκόπιμο ότι θα πρέπει να εξεταστεί πρώτος είναι αυτός που αφορά κακοπιστία εκ πλευράς του εναγομένου 1 - αιτητή ο οποίος, πάντοτε σύμφωνα με την θέση των εναγόντων - καθ΄ων η αίτηση, συνδέεται άμεσα με τον ισχυρισμό ότι έχει επιδειχθεί υπέρμετρη καθυστέρηση στην καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης και μάλιστα αδικαιολόγητη. Εκείνο το οποίο είναι δεδομένο είναι ότι η υπό κρίση αίτηση έχει καταχωρηθεί πριν να ξεκινήσει η ακροαματική διαδικασία στην παρούσα υπόθεση. Ανατρέχοντας στο φάκελο του Δικαστηρίου προκύπτει ότι η υπεράσπιση των εναγομένων είχε καταχωρηθεί στις 13.5.11 και η αγωγή ορίστηκε για πρώτη φορά για προγραμματισμό μετά που ολοκληρώθηκε η καταχώρηση των δικογράφων στις 27.6.
- Την εν λόγω ημερομηνία οι συνήγοροι που παρουσιάστηκαν ζήτησαν από κοινού να οριστεί για οδηγίες στις 13.9.11 που ήταν ορισμένες και άλλες αγωγές μεταξύ των ίδιων διαδίκων. Στις 13.9.11 ζητήθηκε ημερομηνία ακρόασης και το Δικαστήριο με βάση το πρόγραμμα του όρισε την υπόθεση για ακρόαση στις 12.3.
- Την εν λόγω ημερομηνία οι συνηγόροι των εναγομένων ζήτησαν αναβολή λόγω του ότι είχαν χάσει επικοινωνία με την εναγομένη 2 η οποία, όπως είχαν πληροφορηθεί έχει εγκαταλείψει την Κυπριακή Δημοκρατία και έπρεπε να δουν κατά πόσο θα συνέχιζαν την εκπροσώπηση της. Η απόσυρση τους τελικά από συνήγοροι της εναγομένης 2 έγινε στις 19.10.12, ημερομηνία κατά την οποία ανέφεραν ότι πιθανόν να αποσύρονταν και για τον εναγόμενο
- Στις 22.11.12 ανέφεραν ότι θα συνεχίσουν την εκπροσώπηση του εναγομένου 1 και είχαν πρόθεση για να υποβάλουν συμβιβαστική πρόταση στους ενάγοντες. Στις 20.12.12 αναφέρθηκε ότι η συμβιβαστική πρόταση που πρότειναν απερρίφθη και πρόθεση τους ήταν να υποβάλουν αίτηση για τροποποίηση της υπεράσπισης. Το Δικαστήριο όρισε την υπόθεση για οδηγίες στις 7.2.13 αναφέροντας ταυτόχρονα ότι θα έπρεπε μέχρι την εν λόγω ημερομηνία να είχε καταχωρηθεί η αίτηση για τροποποίηση. Στις 23.1.13 καταχωρήθηκε η αίτηση. Είναι η θέση μου ενόψει των ανωτέρω ότι δεν υπάρχει εκείνη η υπέρμετρη καθυστέρηση για την οποία η νομολογία επιβάλλει όπως οδηγήσει την αίτηση σε απόρριψη. Ούτε θεωρώ ότι μπορεί το Δικαστήριο να οδηγηθεί σε εύρημα για ύπαρξη κακοπιστίας εκ πλευράς εναγομένου 1 αναφορικά με τον τρόπο ενέργειας του, δηλαδή να έχει καταχωρήσει αρχικά υπεράσπιση που ουσιαστικά ισοδυναμεί με γενική άρνηση αλλά με δεδομένη εξ αρχής την θέση ότι ουδέποτε συμφώνησε να πληρώσει στους ενάγοντες το ποσό των €1.700 για να τον εκπροσωπήσουν στην αγωγή 3302/10 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας και ότι ουδέποτε οι ενάγοντες προσέφεραν υπηρεσίες σ΄αυτόν που να δικαιολογούν αυτό το ύψος της χρέωσης για την αμοιβή τους και ότι κάλεσε επανειλημμένα τους ενάγοντες να ψηφίσουν τα έξοδα που τους οφείλει, πράγμα το οποίο συστηματικά αρνούνται να πράξουν, και την επιθυμία του ακολούθως να ακολουθήσει την υπεράσπιση του παραθέτοντας περισσότερες λεπτομέρειες στους ήδη δικογραφημένους ισχυρισμούς του μετά την έκδοση απόφασης εναντίον της εναγομένης 2 στην απουσία της και αφού αποσύρθηκαν οι δικηγόροι που την εκπροσωπούσαν, και αφού ναυάγησε η προσπάθεια συμβιβασμού. Επομένως με δεδομένη τη θέση ότι η ακροαματική διαδικασία δεν έχει ακόμα ξεκινήσει, ότι ο εναγόμενος 1 έκαμε γνωστή τη θέση του για καταχώρηση αίτησης για τροποποίηση της υπεράσπισης στις 20.12.12 μετά που ναυάγησε η συμβιβαστική προσπάθεια, την οποία αίτηση και καταχώρησε εντός των προθεσμιών που το Δικαστήριο είχε ορίσει χωρίς άλλη καθυστέρηση, λαμβάνοντας επίσης υπόψη μου ότι η βασική θέση της υπεράσπισης του εναγομένου 1 η οποία είναι ουσιαστικά ότι ουδέποτε συμφωνήθηκε από τον ίδιο να πληρώσει €1.750 στους ενάγοντες για να τον εκπροσωπήσουν στην αγωγή 3302/10 δεν αλλάζει απλά προστίθενται γεγονότα και ισχυρισμοί προς αυτή την κατεύθυνση και επίσης λαμβάνοντας υπόψη μου ότι δεν προκαλείται όχι μόνο ανεπανόρθωτη αλλά ούτε καν ζημιά στους ενάγοντες από την έγκριση του αιτήματος αφού εν πάση περιπτώσει θα αποζημιωθούν με την ανάλογη διαταγή για έξοδα, θεωρώ ότι η ένσταση των καθ΄ων η αίτηση - εναγόντων είναι καταδικασμένη σε αποτυχία και απορρίπτεται. Σημειώνω ότι με την έγκριση της αίτησης θεωρώ ότι θα υπάρχουν ενώπιον του Δικαστηρίου όλα εκείνα τα γεγονότα που προσδιορίζουν σαφώς την διαφορά των διαδίκων, ότι οι ενάγοντες θα έχουν πρώτα από όλα το δικαίωμα να καταχωρήσουν απάντηση στην τροποποιημένη υπεράσπιση και να αντιμετωπίσουν έτσι τους ισχυρισμούς του εναγομένου 1 και θεωρώ επίσης ότι τόσο το Δικαστήριο όσο και οι συνήγοροι των μερών θα έχουν ενώπιον τους την πλήρη εικόνα σε ό,τι αφορά την παρούσα διαφορά και κανένας από τους συνηγόρους δεν θα βρεθεί προ εκπλήξεως κατά το στάδιο της ακρόασης. Είναι καταληκτικά η θέση μου ότι κανένας από τους λόγους ένστασης δεν ευσταθεί, και ότι ο εναγόμενος 1 δικαιούται στην έκδοση διατάγματος ως η αίτηση του. Σε ό,τι αφορά τα έξοδα, αναφέρω ότι η επιδίκαση εξόδων αποτελεί έργο ενάσκησης της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου. Ο γνωστός βασικός κανόνας που είναι κανόνας λογικής είναι ότι τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα της υπόθεσης/αίτησης. Όπως έχει αναφερθεί και στην υπόθεση Πέτρος Μιχαήλ ν. Ανδρέα Χαραλαμπίδη
(1990)1ΑΑΔ 389 που υιοθετήθηκε και στη Μάρω Ζαβρού ν. Ελενίτσας Μιχαηλίδου
(1996)1 ΑΑΔ 477 ο κανόνας αυτός ότι δηλαδή τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα είναι τόσο ισχυρός που παρέκκλιση δικαιολογείται μόνο εφόσον συντρέχει επαρκής περίσταση που πρέπει βέβαια να εκτίθεται. Είναι δεδομένη η δυνατότητα τροποποίηση δικογράφου που προσφέρεται σε κάποιο διάδικο. Σχετική είναι η Δ.25 θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Η άσκηση αυτής της δυνατότητας όμως αναμφίβολα προκαλεί εκτροπή που συνεπάγεται δαπάνη. Αυτή θα την επωμισθεί ως θέμα αρχής ο επιζητών την τροποποίηση δηλαδή αυτός που προκαλεί την εκτροπή. Στην παρούσα περίπτωση έστω και αν η ένσταση των εναγόντων κρίθηκε από το Δικαστήριο ως ανεδαφική, η γενεσιουργός αιτία της δημιουργίας των εξόδων είναι το δικονομικό διάβημα του αιτητή-εναγόμενου 1 να καταχωρήσει την παρούσα αίτηση τροποποίησης. Θεωρώ ότι τίποτα δεν δικαιολογεί την παρέκκλιση από το συνήθη κανόνα για την επιδίκαση των εξόδων. Εν όψει των ανωτέρω εκδίδεται διάταγμα τροποποίησης της Υπεράσπισης ως η παράγραφος Α της αίτησης. Τροποποιημένη Υπεράσπιση να καταχωρηθεί εντός 20 ημερών από σήμερα. Τροποποιημένη Απάντηση στην Υπεράσπιση να καταχωρηθεί εντός 20 ημερών από την επίδοση της τροποποιημένης Υπεράσπισης. H υπόθεση ορίζεται για οδηγίες στις 25.9.13 για να διαφανεί κατά πόσο έχει υπάρξει συμμόρφωση με τις οδηγίες του Δικαστηρίου και να οριστεί ακολούθως για ακρόαση. Όσον αφορά τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας όπως έχω ήδη αναφέρει πιο πάνω, δεν υπάρχει κανένας λόγος απόκλισης από τη συνηθισμένη διαταγή και έτσι όλα τα έξοδα της παρούσας αίτησης, όπως και αυτά που θα σπαταληθούν συνεπεία της τροποποίησης, επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων - καθ΄ων η αίτηση και εναντίον του εναγομένου 1- αιτητή, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, θα είναι όμως πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.).................... Στ. Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΣΗ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο