EULER TRADING LIMITED κ.α. ν. Ιωάννης Αγαμέμνωνος κ.α., Αρ. Αγωγής: 10945/10, 28/6/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:A253 ΕΝ ΤΩ ΕΠΑΡΧΙΑΚΩ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΩ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. ΓΙΑΠΑΝΑ, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 10945/10
- EULER TRADING LIMITED
- TREBELEX HOLDINGS LIMITED Εναγόντων Και
- Ιωάννης Αγαμέμνωνος
- Μεθόδιος Παπαμεθοδίου Εναγομένων ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 28.6.13 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγοντες - Αιτητές : Ο κ. Μ. Κούμας Για Εναγόμενο 1- Καθ ου η αίτηση : Ο κ. Χρ. Μίτσιγκας Εναγόμενος 1 : Παρών. Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι ενάγοντες αιτητές στην παρούσα υπόθεση επιζητούν την έκδοση εντάλματος δέσμευσης το οποίο να διατάζει την επιβολή προστίμου και/ή τη σύλληψη και φυλάκιση του εναγομένου 1 καθ ου η αίτηση, λόγω του ότι αρνήθηκε να συμμορφωθεί με το Διάταγμα του δικαστηρίου και/ή παράκουσε το Διάταγμα που περιέχεται στην εκδοθείσα απόφαση ημερ.2.3.
- Νομικό βάθρο της αίτησης αποτελεί το Αρ.162 του Συντάγματος, στην Δ.39, 40, 42Α, 48 και 59 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, και στον Περί Δικαστηρίων Νόμο Ν.14/60, άρθρα 2,29, 42 και
- Πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης αποτελεί η ένορκη του Κώστα Καδή, διευθυντή των εναγουσών εταιρειών που λόγω προσωπικού χειρισμού της υπόθεσης έχει προσωπική γνώση των γεγονότων. Ο εναγόμενος 1 καθ ου η αίτηση αντέδρασε στην αίτηση και έφερε ένσταση στο αιτούμενο διάβημα των εναγόντων εναντίον του. Αντ΄αυτού και προς υποστήριξη της ένστασης ορκίστηκε ο πρώην δικηγόρος του Νίκος Παναγιώτου, δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο Γιώργος Σεραφείμ και Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Ο ομνύον για τους αιτητές στην ένορκη του δήλωση αναφέρεται στο ιστορικό της υπόθεσης και στο ότι ο εναγόμενος 1 καθ ου η αίτηση έλαβε γνώση της απόφασης του δικαστηρίου, επισυνάπτοντας προς επιβεβαίωση διάφορα τεκμήρια. Είναι η θέση του ότι ηθελημένα και με πρόθεση ο εναγόμενος 1 αρνήθηκε να συμμορφωθεί με την διαταγή του δικαστηρίου και με πρόθεση παράκουσε το διάταγμα, αφού ενώ είσπραξε το ποσό της απαλλοτρίωσης σύμφωνα με το πιστοποιητικό του κτηματολογίου, και παρά τις οχλήσεις των εναγόντων δεν το κατέβαλε στους ενάγοντες. Ο Νίκος Παναγιώτου πρώην δικηγόρος του εναγομένου 1 καθ ου η αίτηση ορκίστηκε εκ μέρους του και είναι, όπως αναφέρει, εξουσιοδοτημένος από αυτόν και γνωρίζει τα γεγονότα γιατί χειρίστηκε προσωπικά την υπόθεση. Προβάλλει παρατυπία και αντικανονικότητα στην ένορκη δήλωση των εναγόντων γιατί ο ομνύον δεν διαβεβαιώνει την ορθότητα και την αλήθεια των ισχυρισμών του. Είναι επίσης η θέση του ότι τα γεγονότα που επικαλείται ο ομνύον για τους ενάγοντες δεν στοιχειοθετούν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της παρακοής και ότι ο καθ ου η αίτηση δεν έχει προβεί σε παρακοή του Δικαστικού Διατάγματος πόσο δε μάλλον ηθελημένα. Η αίτηση υπεβλήθη την 25.5.11 και η ένσταση καταχωρήθηκε την 12.9.
- Στη συνέχεια, με διάταγμα του δικαστηρίου ημερ.27.2.13 επιτράπηκε η τροποποίηση των λόγων ένστασης με την προσθήκη περαιτέρω λόγων ένστασης. Η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση, και οι δικηγόροι των διαδίκων προχώρησαν σε αγορεύσεις χωρίς κανένας εκ των ομνυόντων να αντεξεταστεί, ούτε και ζητήθηκε η άδεια για καταχώριση οποιασδήποτε άλλης ένορκης δήλωσης. Θα γίνει στην συνέχεια μια συνοπτική αναφορά στις αγορεύσεις, και όπου χρειάζεται θα γίνεται ειδική αναφορά σε επιμέρους ισχυρισμούς των δικηγόρων των μερών. Προτού όμως γίνει αναφορά στις αγορεύσεις, κρίνεται σκόπιμο για να υπάρχει επαρκές πραγματικό υπόβαθρο, να καταγραφεί η επίδικη απόφαση του δικαστηρίου αφού αποτελεί το βάθρο επί του οποίου εδράζεται η παρούσα αίτηση. Από τον φάκελο του δικαστηρίου συνάγεται ότι τα μέρη κατέληξαν σε συμβιβασμό της αγωγής δια της καταθέσεως εγγράφου το οποίο έγινε εκ συμφώνου απόφαση του δικαστηρίου. Παρότι η απόφαση καταλαμβάνει σχετική έκταση, κρίνω πως θα πρέπει να παρατεθεί, γιατί με αυτόν τον τρόπο απεικονίζεται επ' ακριβώς ο συμβιβασμός που επιτεύχθηκε αλλά και η διαφορά που ανέκυψε μεταξύ των μερών και έτσι θα είναι πιο κατανοητές οι εκατέρωθεν θέσεις που αναπτύχθηκαν στις αγορεύσεις. Τα πρακτικό του Δικαστηρίου αναφέρει τα εξής: «Δικαστήριο: Εκ συμφώνου εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα ως το δακτυλογραφημένο κείμενο μετά του παραρτήματος,. Η κάθε πλευρά τα έξοδα της». Η συνταγμένη απόφαση έχει ως ακολούθως: «ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Αρ. Αγωγής 10945/10 Ενώπιον:- Γ. Στυλιανίδη, Α.Ε.Δ. Μεταξύ:-
(1)EULER TRADING LIMITED, HE 118661
(2)TREBELEX HOLDINGS LIMITED, HE 118660 Εναγόντων - και -
(1)ΙΩΑΝΝΗΣ ΑΓΑΜΕΜΝΟΝΟΣ, α.δ.τ. 595201
(2)ΜΕΘΟΔΙΟΣ ΠΑΠΑΜΕΘΟΔΙΟΥ, α.δ.τ. 686768 Εναγομένων Της αγωγής αυτής παρουσιασθείσης προς ακρόαση στην παρουσία των κ.κ. Γιώργο Γιάγκου & Σία Δικηγόρων ενάγοντων 1+2 και των κ.κ. Σεραφείμ & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Δικηγόρων εναγομένων 1+2 και αφού ακούσθη ό,τι ελέχθη από των πιο πάνω διαδίκων, α) ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥΤΟ ΔΙΑ ΤΟΥ ΠΑΡΟΝΤΟΣ ΕΚ ΣΥΜΦΩΝΟΥ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ ΚΑΙ ΕΠΙΔΙΚΑΖΕΙ όπως οι εναγόμενοι 1+2, πληρώσουν αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα στον ενάγοντα το ποσό των €70,000 πλέον τόκο 5,5% το χρόνο από 29/12/10 μέχρι εξοφλήσεως. ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥΤΟ ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ ΚΑΙ ΔΗΛΩΝΕΙ ως η γραπτή Συμφωνία ημερομηνίας 17/06/2008 μεταξύ των Εναγουσών υπ΄ αρ. 1 και 2 και των Εναγομένων υπ΄ αρ 1 και 2, και σχετικά μόνο με το Διάταγμα Απαλλοτρίωσης με αριθμό Διοικητικής Πράξης 148 ημερομηνίας 27/02/2009 (Αρ. Φακ. ΕΚΓ: 1/ΔΑΕ/4747/2004 - Αρ. Εγγραφής: 102301/00/3819, η οποία επισυνάπτεται και σημειώνεται ως «Παράρτημα Α» στην παρούσα. ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥΤΟ ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ τον εναγόμενο αρ. 1 όπως σε σχέση με το <<Παράρτημα Α>> να πληρώσει στις Ενάγουσες υπ΄ αρ. 1 και 2, μόλις αυτό καταβληθεί σε αυτόν, το ποσό των ΕΥΡΩ 14,400.00 (ή οποιοδήποτε ποσό καταβληθεί πέραν από αυτό), το οποίο εγκρίθηκε στον Εναγόμενο υπ΄ αρ. 1 ως την καταβλητέα αποζημίωση σχετικά με το Διάταγμα Απαλλοτρίωσης με αριθμό Διοικητικής Πράξης 148 ημερομηνίας 27/02/2009 (Αρ. Φακ. ΕΚΓ: 1/ΔΑΕ/4747/2004 - Αρ. Εγγραφής: 102301/00/3819) σχετικά με την απαλλοτρίωση του κτήματος: Πόλη/Χωριό Αρ. Εγγραφής Φ/Σχ. Τεμάχιο Είδος Ακινήτου Λευκωσία/ 0/3819 30/14 Ε2 965 Χωράφι, Ελιές Άγιος Γεώργιος, Λατσιά ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥΤΟ ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ τον εναγόμενο αρ. 2 όπως σε σχέση με το <<Παράρτημα Α>> να πληρώσει στις Ενάγουσες υπ΄ αρ. 1 και 2, μόλις αυτό καταβληθεί σε αυτόν, το ποσό των ΕΥΡΩ 14,.400 (ή οποιοδήποτε ποσό καταβληθεί πέραν από αυτό), το οποίο εγκρίθηκε στον Εναγόμενο 2 ως την καταβλητέα αποζημίωση σχετικά με το Διάταγμα Απαλλοτρίωσης με αριθμό Διοικητικής Πράξης 148 ημερομηνίας 27/02/2009 (Αρ. Φακ. ΕΚΓ: 1/ΔΑΕ/4747/2004 - Αρ. Εγγραφής 102301/00/3819) σχετικά με την απαλλοτρίωση του κτήματος Πόλη/Χωριό Αρ. Εγγραφής Φ/Σχ. Τεμάχιο Είδος Ακινήτου Λευκωσία/ 0/3819 30/14 Ε2 965 Χωράφι, Ελιές Άγιος Γεώργιος, Λατσιά ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥΤΟ ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ ΚΑΙ ΔΗΛΩΝΕΙ ότι αφού πραγματοποιηθεί από τους Εναγόμενους υπ΄ αρ. 1 και 2, η υποχρέωση τους, η οποία απορρέει από το ανωτέρω σημείο (α) της παρούσης εξ΄ συμφώνου απόφασης (άμεση πληρωμή στις Ενάγουσες υπ΄ αρ. 1 και 2 του συνολικού ποσό των ΕΥΡΩ 70,000 σε μετρητά) οι Ενάγουσες 1 και 2 υποχρεούνται αμέσως να προβούν σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες για να ακυρωθεί άμεσα και να αποσυρθεί από το Κτηματολόγιο άμεσα η Σύμβαση και Δήλωση Υποθηκεύσεως Ακινήτου με αριθμό δηλώσεως υποθήκης Υ9398/08 ημερομηνίας 30/06/2008 σχετικά με τα πιο κάτω κτήματα: Πόλη/Χωριό Αρ. Εγγραφής Φ/Σχ. Τεμάχιο Είδος Ακινήτου Α. Λευκωσία/ 0/3819 30/14 Ε2 965 Χωράφι, Ελιές Άγιος Γεώργιος, Λατσιά Β. Λευκωσία/ 3/425 30/14 Ε2 396 Χωράφι Άγιος Γεώργιος, Λατσιά ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥΤΟ ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ ΚΑΙ ΔΗΛΩΝΕΙ ότι, αφού πραγματοποιηθεί από τους Εναγόμενους υπ΄ αρ. 1 και 2 η υποχρέωση τους, η οποία απορρέει από το ανωτέρω σημείο (α) της παρούσης εξ΄ συμφώνου απόφασης (άμεση πληρωμή στις Ενάγουσες υπ΄ αρ. 1 και 2 του συνολικού ποσό των ΕΥΡΩ 70,000 σε μετρητά) οι Ενάγουσες 1 και 2 υποχρεούνται αμέσως να προβούν σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες για να ακυρωθεί άμεσα και να αποσυρθεί από το Κτηματολόγιο άμεσα το Πωλητήριο Έγγραφο ημερομηνίας 4/7/2008 σχετικά με το πιο κάτω ακίνητο: Πόλη/Χωριό Αρ. Εγγραφής Φ/Σχ. Τεμάχιο Είδος Ακινήτου Αλάμπρα 0/9468 39/23 511 Χωράφι, Η κάθε πλευρά τα έξοδα της. Δόθηκε την 2/3/11 Συντάχθηκε την 10/3/11 (Υπ.) Γ. Στυλιανίδης, Α.Ε.Δ. Οπισθογράφηση: Αν εσείς οι ως άνω αναφερόμενοι εναγόμενοι 1 και 2 αμελήσετε να υπακούσετε ΑΜΕΣΩΣ από την επίδοση του παρόντος διατάγματος στο πιο πάνω διάταγμα εσείς μεν υπόκεισθε σε σύλληψη η δε περιουσία σας σε κατάσχεση. Πιστό αντίγραφο (υπογραφή) Πρωτοκολλητής /ΣΧ» «Παράρτημα «Α»» 17-06-08 ΔΗΛΩΣΗΣ Εμείς οι κάτωθι Ιωάννης Αγαμέμνονος Αρ.Ταυτ. 595201 εκ Αρετής 8Α Πλατύ Αγλαντζιά και Μεθόδιος Παπαμεθοδίου Αρ. Ταυτ. 686768 εκ Αχαρνών 7, Λακατάμια, Ανθούπολη δηλώνουμε ότι οιανδήποτε αποζημίωση προκύψει από την απαλλοτρίωση για την διαπλάτυνση του αυτοκινητοδρόμου σύμφωνα με τα επίσημα σχέδια της Πολεοδομίας ( επισυναπτόμενο ) και την δημιουργία υπηρεσιακού δρόμου δια τα κτήματα με αρ.εγγρ.3/425 και 0/3819, Φ/Σχ/ 30/14Ε2, Τεμ.396 και 965 συμφωνούμε και αποδεχόμαστε να την πάρουν οι εταιρείες EULER TRADING LTD και TREBELEX HOLDING LTD. Οι Εταιρείες EULER TRADING LTD και TREBELEX HOLDING LTD συμφωνούν και αποδέχονται να διαφοροποιηθεί η παλιά συμφωνία ημερομηνίας 08 - 03 - 07 και εκ νέου αμοιβαία συμφωνία ότι εάν η γραμμή απαλλοτρίωσης μετακινηθεί πέραν του 1 ( ενός ) μέτρου εις βάρος των αγοραστών Ιωάννη Αγαμέμνονος και Παπαμεθοδίου Μεθόδιος την αποζημίωση θα την πάρουν οι αγοραστές. Εάν προκύψει φορολογία κεφαλαιουχικών κερδών από την απαλλοτρίωση θα καταβληθεί από τις Εταιρείες που θα πάρουν την αποζημίωση EULER TRADING LTD και TREBELEX HOLDING LTD. (υπογραφή) (υπογραφή) ........... ............. EULER TRADING LTD ΙΩΑΝΝΗΣ ΑΓΑΜΕΜΝΟΝΟΣ (υπογραφή) (υπογραφή) ........... ............. TREBELEX HOLDING LTD ΜΕΘΟΔΙΟΣ ΠΑΠΑΜΕΘΟΔΙΟΥ» Αντικείμενο της κρινόμενης αίτησης είναι η δήλωση των εναγομένων (Παράρτημα Α), καθόσον όμως αφορά τον εναγόμενο 1 και το αντίστοιχο μέρος της απόφασης του δικαστηρίου. Εκεί που οι αιτητές και ο δικηγόρος τους εντοπίζουν την παράβαση του διατάγματος είναι στη Τρίτη παράγραφο της απόφασης που αρχίζει με την φράση «ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥΤΟ ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ τον εναγόμενο 1 όπως σε σχέση με το «Παράρτημα Α» να πληρώσει στις ενάγουσες 1 και 2 μόλις αυτό καταβληθεί σε αυτόν» το ποσό των €14.400 ή και πέραν αυτού το οποίο εγκρίθηκε στον εναγόμενο 1 ως αποζημίωση από απαλλοτρίωση του περιγραφόμενου χωραφιού. Είναι η θέση των αιτητών ότι ο εναγόμενος 1 την 31.3.11 εισέπραξε από το Κτηματολόγιο για τον πιο πάνω σκοπό, το ποσό των €20,438.36 το οποίο όφειλε να καταβάλει στους ενάγοντες και δεν το έπραξε. Σχετικό είναι το Τεκμ.Δ της ενόρκου δηλώσεως των αιτητών, πιστοποιητικό έρευνας του κτηματολογίου, που αναφέρει τα πιο πάνω, (το αρχικό ποσό της απαλλοτρίωσης ήταν €16.000 και ανήλθε στο πιο πάνω ποσό μετά από αναθεώρηση των τόκων), με την προσθήκη ότι το κτηματολόγιο ενέργησε σύμφωνα με την απόφαση του δικαστηρίου στην αγωγή αρ.10945/2010. Η μη καταβολή του ποσού αυτού στους ενάγοντες, σύμφωνα με την θέση του κ. Κούμα για τους αιτητές, συνιστά παράβαση διατάγματος για την οποία ο εναγόμενος 1 καθ ου η αίτηση θα πρέπει να πειθαναγκαστεί να συμμορφωθεί με την έκδοση εντάλματος δέσμευσης και να τιμωρηθεί με φυλάκιση ή με την επιβολή προστίμου (παράγραφοι 7.1.9 και 7.1.100 γραπτής του αγόρευσης). Μέσα σε αυτό το πραγματικό και νομικό πλαίσιο οι δικηγόροι κατέθεσαν γραπτές αγορεύσεις. Ο κ. Κούμας για τους αιτητές στην αγόρευση του αναλύει το νομικό βάθρο της αίτησης και στη συνέχεια προβαίνει σε εκτεταμένη ανάλυση των συστατικών στοιχείων που απαιτούνται για να αποδειχθεί η αστική παράβαση διατάγματος του δικαστηρίου, καθώς και τα προαπαιτούμενα που θα πρέπει να συνυπάρξουν, ώστε να μπορεί να υποβληθεί και να προωθηθεί παραδεκτώς τέτοιας μορφής αίτηση. Με αναφορά στην πιο πάνω απόφαση του δικαστηρίου, υποστηρίζει την άποψη ότι πρόκειται περί Διατάγματος του Δικαστηρίου (order) με το οποίο διατάσσεται να «γίνει κάτι», δηλαδή ο εναγόμενος 1 να καταβάλει στους ενάγοντες το ποσό της αποζημίωσης από την απαλλοτρίωση, όταν το εισπράξει. Προς υποστήριξη της θέσης του παραθέτει ευρεία νομολογία που αναλύει και ερμηνεύει τις αντίστοιχες νομοθετικές και δικονομικές διατάξεις που αφορούν την αστική περιφρόνηση του δικαστηρίου. Είναι η θέση του ότι έχουν τηρηθεί όλα τα τυπικά προαπαιτούμενα και με βάση την ένορκη δήλωση του διευθυντή των εναγόντων έχει αποδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό η ενοχή του καθ ου η αίτηση. Επί της ένστασης του εναγομένου 1 εστιάζεται στο γεγονός ότι αντί να ορκιστεί ο εναγόμενος 1 καθ ου η αίτηση, ορκίζεται ο πρώην δικηγόρος του, και θα έπρεπε να δοθούν εξηγήσεις ως προς αυτό το θέμα. Είναι περαιτέρω η θέση του ότι εξ αυτού του λόγου η ένσταση δεν υποστηρίζεται από μαρτυρία, πέραν του ότι ο δικηγόρος δεν παραθέτει κανένα στοιχείο στην ένορκη του δήλωση. Επειδή ως λέχθηκε οι λόγοι ένστασης τροποποιήθηκαν με άδεια του δικαστηρίου, οι νέοι λόγοι που προστέθηκαν σύμφωνα με τον κ. Κούμα, δεν υποστηρίζονται από ένορκη δήλωση και συνεπώς σύμφωνα με την εισήγηση του η παραπομπή στην αρχική ένορκη δήλωση δεν καλύπτει το κενό. Είναι επίσης η θέση του και εις απάντηση της θέσης του δικηγόρου του καθ ου η αίτηση, ότι η πιο πάνω απόφαση δεν συνιστά δικαστικό χρέος, αλλά Διάταγμα του δικαστηρίου που φέρει την αναγκαία οπισθογράφηση. Ως εκ τούτου ο εναγόμενος 1 καθ ου η αίτηση από της είσπραξης του χρηματικού ποσού της αποζημίωσης της απαλλοτρίωσης, όφειλε να το καταβάλει στους ενάγοντες ως η σχετική διαταγή του δικαστηρίου. Η μη καταβολή του συνιστά και δημιουργεί το αδίκημα της περιφρόνησης του δικαστηρίου. Ο κ. Χρ. Μίτσιγγας για τον εναγόμενο 1 καθ ου η αίτηση αναφέρεται στο ιστορικό της υπόθεσης και στην ουσία εκείνο που αναφέρει είναι ότι πρόκειται για εξ αποφάσεως αστικό χρέος και είναι η θέση του με αναφορά στο Αρ.15 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.6 ότι εκεί ρητά προνοείται ο τρόπος είσπραξης δικαστικών χρεών που δεν καλύπτει την παρούσα αίτηση. Εγείρονται διάφορα θέματα και κρίνεται πως κατά λογική σειρά θα πρέπει να εξεταστεί η ένσταση του καθ ου η αίτηση σε συνάρτηση με την ένορκη δήλωση που την συνοδεύει. Είναι η θέση του κ. Κούμα ότι η ένσταση ουσιαστικά δεν συνοδεύεται από μαρτυρία. Στην υπόθεση Yugos Finance BV v. Halebay Holdings Ltd, Πολ.Έφεση 180/09 ημερ. 8.3.13 υπεδείχθη ότι: «Σύμφωνα με τις επιτακτικές πρόνοιες της Δ.48, κ. 4
(1), όπως τροποποιήθηκε, 23.12.1999, οι λόγοι ένστασης θα πρέπει να εξειδικεύονται και κάθε ειδοποίηση ένστασης πρέπει να είναι σύμφωνη με τον Τύπο 47. Δεν είναι απαραίτητο όμως μια ένσταση να συνοδεύεται από ένορκη δήλωση. Εκεί όμως όπου καταχωρίζεται ένορκη δήλωση, παρατίθενται τα γεγονότα στα οποία η ένσταση βασίζεται και τα οποία δεν είναι εμφανή από το φάκελο της διαδικασίας. Όμως είναι άλλο πράγμα οι λόγοι ένστασης και άλλο τα γεγονότα πάνω στα οποία αυτοί στηρίζονται. Αυτή καθ΄ αυτή η παράλειψη καταχώρησης συνοδευτικής ένορκης δήλωσης δεν είναι μοιραία, πλην όμως έχει ως αποτέλεσμα να ληφθούν υπ΄ όψιν κατ΄ ένσταση μόνο όσα γεγονότα είναι εμφανή από το φάκελο της αγωγής (Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ ν. Χρίστου Χαρίδη, Π.Ε. 50/2010, ημερ. 11.5.2011)». Εξάγεται συνεπώς ότι δεν είναι υποχρεωτικό μια ένσταση να συνοδεύεται με ένορκη δήλωση και γεγονότα που δεν εμφαίνονται από τον φάκελο και προβάλλονται στην ένσταση που δεν συνοδεύεται με ένορκη δήλωση, δεν θα ληφθούν υπόψη. Στο σώμα της ένστασης ουσιαστικά προβάλλονται νομικοί ισχυρισμοί που κατά συμμόρφωση με την Δ.48 Θ.1
(4)εξειδικεύονται σε 8 λόγους που αφενός σχετίζονται με το περιεχόμενο και την ερμηνεία της επίδικης απόφασης και συνιστούν νομικές ενστάσεις, και αφετέρου μεταφέρουν το βάρος απόδειξης των συστατικών στοιχείων του αδικήματος της παρακοής στους αιτητές, με την έννοια ότι τα γεγονότα που επικαλούνται δεν στοιχειοθετούν το αδίκημα της παρακοής. Εξάγεται ότι η ύπαρξη ή μη ένορκης δήλωσης που να υποστηρίζει την ένσταση ή τους πρόσθετους λόγους ένστασης δεν είναι μοιραία, εκτός εκεί που γίνεται αναφορά σε γεγονότα που δεν φαίνονται στον φάκελο της υπόθεσης. Κατά συνέπεια η ένσταση του εναγόμενου 1 καθ ου η αίτηση συμμορφώνεται πλήρως με την Δ.48 και την ερμηνεία που αποδίδει σε αυτή η νομολογία. Εκείνο που ουσιαστικά ελλείπει, αλλά δεν προβάλλεται ούτε στο σώμα της ένστασης ώστε να κρίνεται αναγκαίο να εξεταστεί, είναι οι λόγοι για τους οποίους ο εναγόμενος 1 δεν κατέβαλε το επίδικο ποσό, ή όπως το θέτει ο κ. Κούμας (παράγραφος 5.4 της αγόρευσης του) ο καθ ου η αίτηση έχει αποτύχει να δείξει καλή βάση που να ικανοποιήσει το δικαστήριο γιατί να μην τιμωρηθεί. Αυτό όμως προϋποθέτει είτε παραδοχή του εναγόμενου 1 καθ ου η αίτηση ότι διέπραξε το αδίκημα της αστικής ανυπακοής, που δεν είναι αυτή η περίπτωση, είτε θα πρέπει οι ενάγοντες αιτητές να αποδείξουν όλα τα τυπικά και ουσιαστικά προαπαιτούμενα του αδικήματος της παρακοής, ώστε ο καθ ου αίτηση, να βρεθεί ένοχος του αδικήματος της παρακοής. Ακριβώς δε επί τούτου είναι ο δεύτερος λόγος ένστασης του καθ ου η αίτηση, ότι δεν στοιχειοθετείται το αδίκημα της παρακοής, οπότε σε τέτοια περίπτωση, αν αποδειχθεί η παρακοή, το βάρος μετατίθεται στον καθ ου η αίτηση να δείξει λόγους. Άλλωστε η διαδικασία της αστικής παρακοής προσομοιάζει με την ποινική διαδικασία, στην έννοια ότι όλα τα ουσιαστικά και τυπικά εχέγγυα του ποινικού δικαίου πρέπει να ικανοποιούνται. Το αποδεικτικό βάρος το φέρει ο αιτητής που πρέπει να ικανοποιήσει το δικαστήριο, στον απαιτούμενο βαθμό και στη διαπίστωση της βεβαιότητας ενοχής του καθ ου αίτηση πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (Yugos ανωτέρω, και Μαυρονικόλα ν. Ξάνθου Έφεση Αρ.9/09 ημερ.24.2.11). Είναι συνεπώς η κατάληξη του δικαστηρίου ότι δεν υπάρχει ούτε και εγείρεται παρατυπία της ένστασης, ούτε και το γεγονός ότι ο εναγόμενος 1 καθ ου η αίτηση δεν ορκίστηκε και δεν έδωσε λόγους για την ανυπακοή συνιστά λόγο απόρριψης της ένστασης ως η εισήγηση του κ. Κούμα. Όμως, ακόμα και ορθή να ήταν η θέση και πάλι, δεδομένης της φύσης της διαδικασίας και της άρνησης του καθ ου αίτηση, ως οιονεί ποινικής διαδικασίας, το βάρος απόδειξης σε τελική ανάλυση της κατηγορίας της παρακοής, παραμένει μέχρι τέλους στον αιτητή. Ο οποίος και καλείται να αποδείξει τα συστατικά στοιχεία, όπως σε κάθε άλλη ποινική δίκη. Ως θέμα λογικής και νομικής τάξεως θα πρέπει να εξεταστεί το κατά πόσον η επίδικη απόφαση περιέχει Διάταγμα εναντίον του εναγομένου 1 καθ ου η αίτηση, παράβαση του οποίου ενεργοποιεί τη δικαιοδοσία του δικαστηρίου με δικαιοδοτικό βάθρο το Αρ.42 του Ν.14/60 και το δικονομικό πλαίσιο της Δ.42Α. (Αναφορικά με Αίτηση της Α.Μ. του Αρχιεπισκόπου Κύπρου
(1993)1 Α.Α.Δ. 961). Το Αρ.42 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 προνοεί ότι: « Τηρουμένου οιουδήποτε διαδικαστικού κανονισμού, έκαστον δικαστήριο θα έχει εξουσία να εξαναγκάζη εις υπακοήν προς οιονδήποτε διάταγμα εκδοθέν υπ΄αυτού, διατάττον ή απαγορεύον την εκτέλεσιν οιασδήποτε πράξεως, δια προστίμου ή φυλακίσεως ή μεσεγγυήσεως πραγμάτων.....» Η Δ.42Α προνοεί: «
- Where any order is issued by any Court directing any act to be done or prohibiting the doing of any act there shall be indorsed by the registrar on the copy of it, to be served on the person required to obey it, a memorandum in the words or to the effect following:» Έμφαση δόθηκε από τον κ. Κούμα ότι υπάρχει οπισθογράφηση στην απόφαση του δικαστηρίου, γεγονός που υποδηλώνει ότι πρόκειται περί Διατάγματος και όχι για χρέος εκ δικαστικής απόφασης, σε αντίθεση με τον Μίτσιγκα που εισηγείται ότι η οπισθογράφηση δεν καθιστά το επίδικο μέρος της απόφασης ως Διάταγμα γιατί τότε και το αρχικό μέρος της απόφασης υπό (α) που «εκ συμφώνου διατάττει και επιδικάζει» όπως οι εναγόμενοι πληρώσουν στον ενάγοντα τις €70.000 δεν είναι δικαστικό χρέος, αλλά είναι και αυτό διάταγμα του δικαστηρίου. Η οπισθογράφηση, σύμφωνα με την Δ.42Α τίθεται από τον πρωτοκολλητή και δεν αποτελεί μέρος της δικαστικής απόφασης. Στην προκειμένη περίπτωση τέθηκε η οπισθογράφηση με το εξής λεκτικό: « αν εσείς οι ως άνω αναφερόμενοι εναγόμενοι 1 και 2 αμελήσετε να υπακούσετε ΑΜΕΣΩΣ από την επίδοση του διατάγματος στο πιο πάνω διάταγμα εσείς μεν υπόκεισθε σε σύλληψη η δε περιουσία σας σε κατάσχεση» Η θέση του κ. Κούμα είναι πως επειδή το διάταγμα επιδόθηκε στον εναγόμενο 1 την 18.5.13, δηλαδή μετά την 31.3.13, που είχε ήδη εισπράξει το ποσό της αποζημίωσης, ούτως ή άλλως ο εναγόμενος 1 όφειλε να καταβάλει αμέσως το χρηματικό ποσό. Η εισήγηση παραγνωρίζει το γεγονός ότι η απόφαση του δικαστηρίου, όπως φαίνεται στον φάκελο της υπόθεσης, συντάχθηκε την 10.3.11 ανεξάρτητα πότε επιδόθηκε στον εναγόμενο 1 καθ ου η αίτηση. Κατά συνέπεια ο προσδιορισμός που τέθηκε στην οπισθογράφηση «ΑΜΕΣΩΣ» δεν συνάδει με το μέρος εκείνο της απόφασης του δικαστηρίου που οι ενάγοντες επιδιώκουν την τιμωρία του καθ ου η αίτηση. Αν οι ενάγοντες επέλεξαν να επιδώσουν την απόφαση με την οπισθογράφηση στον εναγόμενο 1 μεταγενέστερα, δεν αλλοιώνει το γεγονός αυτό. Αν το επίδικο Διάταγμα του δικαστηρίου, ως είναι η θέση του κ. Κούμα προσδιορίζει τον χρόνο συμμόρφωσης, δηλαδή μόλις το ποσό καταβληθεί στον εναγόμενο 1, τότε ο χρονικός προσδιορισμός στην οπισθογράφηση, ΑΜΕΣΩΣ, είναι σε αντίθεση με το Διάταγμα του δικαστηρίου. Είναι ορθό ότι, όπως το θέτει και ο κ. Μίτσιγκας, και οι ενάγουσες δυνάμει της απόφασης του δικαστηρίου υπέχουν υποχρεώσεις έναντι των εναγομένων 1 και 2, τηρουμένων των όρων που συμφώνησαν, σε σχέση με δηλώσεις υποθηκεύσεως των ακινήτων που αναφέρονται στην απόφαση του δικαστηρίου, όπως και υποχρέωση να αποσύρουν ένα πωλητήριο έγγραφο. Η οπισθογράφηση του πρωτοκολλητή αυτή καθαυτή δεν πλήρης αλλά είναι και αόριστη αφού αναφέρει ότι μόνο οι εναγόμενοι 1 και 2 θα πρέπει να υπακούσουν αμέσως στο πιο πάνω διάταγμα, χωρίς επίσης να επεξηγεί η να προσδιορίζει ποιο είναι αυτό το διάταγμα. Τέλος η λέξη «ΑΜΕΣΩΣ» που τέθηκε στην οπισθογράφηση είναι σε αντίθεση με όσα η Δ.42Α προνοεί, αφού ρητά προβλέπεται ότι στην οπισθογράφηση αναγράφεται ο χρόνος που ορίζεται στο διάταγμα (by the time therein limited), και συνεπώς ο χρόνος δεν προσδιορίζεται από τον πρωτοκολλητή. Ακόμα και να μην τεθεί χρόνος σε ένα διάταγμα, είναι το δικαστήριο με μεταγενέστερη αίτηση που τον προσδιορίζει ή και τον ορίζει και όχι ο πρωτοκολλητής (Annual Practice 1958, σελ.954). Τα πιο πάνω σχόλια γίνονται για να καταδειχθεί ότι δεν είναι η οπισθογράφηση που καθορίζει αν μια απόφαση του δικαστηρίου συνιστά διάταγμα του δικαστηρίου αλλά το ίδιο το λεκτικό της απόφασης. Και περαιτέρω ο πρωτοκολλητής θα πρέπει να είναι προσεκτικότερος κατά την σύνταξη της οπισθογράφησης για να αποφεύγονται αχρείαστες και περιττές αντιδικίες. Εν πάση περιπτώσει τα περί της οπισθογράφησης πραγματεύεται σε έκταση η υπόθεση Μιχαηλίδης v. Poliakova, Έφεση 22/09 ημερ.24.2.
- Υπεδείχθη ότι: « σκοπός της οπισθογράφησης όπως αναφέρθηκε και στην Iberian Trust Ltd v. Founders Trust and Investment Co Ltd - πιο πάνω - είναι «to call to the attention of the person ordered to do the act that the result of disobedience will be to subject him to penal consequences.». Και στους Borrie & Lowe´s: Law of Contempt - ανωτέρω - σελ. 397, αναφέρεται ότι: «... although there are authoritative forms of indorsements it has been held that the actual form of the indorsement does not matter provided its effect substantially accords with the substance of the rule.» Μάλιστα, στο σύγγραμμα του David Bean: Injunctions - ανωτέρω -, αναφέρεται στη σελ.88, ότι υπάρχει και διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να εφαρμόσει ένα διάταγμα ακόμη και αν υπάρχει παράλειψη οπισθογράφησης. (Sofroniou v. Szigetti
(1991)F.C.R 332) ....................................................... Οι συνήγοροι του εφεσείοντος παρέπεμψαν το Εφετείο στην παλαιά υπόθεση Treherne v. Dale
(1883)T. 2169, όπου λέχθηκε ότι: «His second objection was that the indorsement was not in a proper form, not being in the words given by Order XLI, rule 5, but in the old Chancery form. The rule, however, does not provide that the indorsement must be in the words there mentioned but "in the words or to the effect following" and in my opinion this indorsement is to the effect mentioned in the rule.» Η Δ.40 Θ1 που επικαλούνται οι ενάγοντες αντιστοιχεί με την ανάλογη O.42 r.1 των αντίστοιχων Αγγλικών Θεσμών. Στο Annual Practice 1958 σελ. 991, στις σημειώσεις κάτω από τον πιο πάνω Κανονισμό και υπό τον τίτλο «Duly Served», επεξηγείται ότι όπου υπάρχει άμεση διαταγή για πληρωμή χρημάτων ή δικαίωμα ανάκτησης χρημάτων κάτω από δικαστική απόφαση ή διάταγμα, είναι καλά καθιερωμένη πρακτική ότι μπορεί να εκδοθεί αμέσως fi. fa (fieri facias) και με βάση τον Κανονισμό δεν απαιτείται η προηγούμενη επίδοση του δικαστικού διατάγματος ή της απόφασης στον οφειλέτη για να εκδοθεί το ένταλμα εκτέλεσης (writ). Άλλωστε η Δ.40 αφορά, όπως αναφέρει και ο τίτλος της, τον τρόπο και την διαδικασία εκτέλεσης δικαστικών αποφάσεων ή διαταγμάτων και δεν περιλαμβάνεται μεταξύ αυτών η αστική παρακοή διατάγματος πληρωμής χρημάτων. Οι πρόνοιες της O.41 r.5 των Αγγλικών Θεσμών ως εξηγείται στο Annual Practice ανωτέρω, σελ.954, αφορούν και εφαρμόζονται μόνο σε απόφαση ή διάταγμα του Δικαστηρίου που καλείται κάποιος να λάβει κάποια ενέργεια (to do an act), και ότι απόφαση δικαστηρίου για ανάκτηση χρημάτων δεν εμπίπτει εντός της διαταγής αυτής, ούτε ακόμα επακόλουθη διαταγή του δικαστηρίου μπορεί να δημιουργήσει υπόβαθρο για παρακοή. Στην υπόθεση Antonis Mouzouris and another v. Xylophaghou Plantations Ltd
(1977)1 C.L.R 287 υποδεικνύεται με αναφορά σε σημείωση στην πιο πάνω αγγλική διαταγή, ότι εντός της εννοίας «to do an act» δεν περιλαμβάνονται απαγορευτικά διατάγματα (prohibitive orders), σε αντίθεση με τις πρόνοιες της Δ.42Α, και περαιτέρω ότι θα πρέπει να γίνει διαχωρισμός μεταξύ επιτακτικών (mandatory) και απαγορευτικών διαταγμάτων (prohibitive) διαταγμάτων (injunctions). Επίσης στο πιο πάνω σύγγραμμα, σελ.954, επεξηγείται ότι ένα συνηθισμένο διάταγμα πληρωμής εξόδων (ordinary order) δεν είναι διάταγμα που εμπίπτει στην έννοια της O.41 r.5, και τούτο γιατί δεν είναι διάταγμα που απαιτεί κάποιον να λάβει κάποια ενέργεια και ως εκ τούτου δεν απαιτείται η οπισθογράφηση και επίδοση στον εναγόμενο. Συνάγεται συνεπώς ότι η έννοια της φράσης «to do an act» που απαντάται στους αγγλικούς θεσμούς όπως και στην Δ.42Α ή η φράση «την εκτέλεση οιασδήποτε πράξεως» που προβλέπεται στο Αρ.42 του Ν.14/60 αφορά κάποια ενεργητική ενέργεια ή πράξη που θα πρέπει να καθορίζεται με σαφήνεια στο διάταγμα και όχι την καταβολή χρημάτων. Κρίνεται πως χρήσιμη αναφορά εν σχέση με τα επιτακτικά και τα απαγορευτικά διατάγματα μπορεί να γίνει και στις υποθέσεις Σχίζας ν. Αδάμου κ.ά
(2008)1 Α.Α.Δ 395 και R.K.B Leathergoods Ltd. ν. Αγγελίδη
(2009)1 Α.Α.Δ 1071. Ο κ. Κούμας επικαλέστηκε από το σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, Τόμος 8, παρα. 41, σελ.21-22, ότι τέτοιο διάταγμα εκτελείται με ένταλμα δέσμευσης. Το πιο πάνω απόσπασμα αντιστοιχεί με την αγγλική διαταγή O.43 r.6 (δες Annual Practice 1958 σελ.1061 επ.), και επεξηγείται ότι η διαταγή αυτή αφενός αφορά την πληρωμή χρημάτων στο δικαστήριο και αφετέρου εξαιρούνται δικαστικές αποφάσεις για ανάκτηση χρημάτων. Ως προς δε τα διατάγματα πληρωμής χρημάτων, ως τέτοια παραδείγματα αναφέρονται οι μηνιαίες δόσεις, οι δόσεις διατροφής καθώς και διατάγματα (decrees) σε θέματα οικογενειακού δικαίου. Στο πιο πάνω σύγγραμμα των Halsbury's, σελ. 22, στην σημείωση (h) αναφέρεται ότι διάταγμα καταβολής δόσεως από πτωχεύσαντα προς ικανοποίηση των πιστωτών του αποτελεί επίσης περίπτωση που μπορεί να θεωρηθεί ως ανυπακοή του διατάγματος. Εκ των πιο πάνω συνάγεται ότι υπάρχει διαφορά μεταξύ ενός διατάγματος ή απόφασης του δικαστηρίου για την καταβολή ή ανάκτηση χρημάτων, από ένα διάταγμα που διατάσει ή απαγορεύει την εκτέλεση οιασδήποτε πράξεως, ως είναι και το λεκτικό του Άρθρου 42 του Ν.14/60 και της Δ.42Α. Περαιτέρω, τουλάχιστον κατά τους παλαιούς αγγλικούς θεσμούς, διατάγματα περιοδικής πληρωμής χρημάτων και διατροφές μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο παρακοής. Επιβεβαίωση των πιο πάνω κρίσεων αποτελεί το Practice Direction 40B που αφορά Judgments and Orders των Αγγλικών Θεσμών, που στην οδηγία 8.1 υπό τον τίτλο Orders requiring an act to be done, αναφέρεται: « An order which requires an act to be done (other than a judgment or order for the payment of an amount of money) must specify the time within which the act should be done» Επίσης στην οδηγία 9.1 αναφέρεται: «An order which restrains a party from doing an act or requires an act to be done should, if disobedience is to be dealt with by an application to bring contempt of court proceedings, have a penal notice on it as follows» Εκ των όσων έχουν αναφερθεί είναι σαφές και ξεκάθαρο ότι διάταγμα πληρωμής χρηματικού ποσού εξαιρείται από την έννοια του όρου «an act to be done». Κατά συνέπεια και αυτή είναι η κρίση του δικαστηρίου, το επίμαχο μέρος της απόφασης του δικαστηρίου, για το οποίο ο εναγόμενος 1 καθ ου η αίτηση καλείται από του ενάγοντες αιτητές να τιμωρηθεί γιατί το παρέβηκε, δεν αποτελεί Διάταγμα εντός της εννοίας του Αρ.42 του Ν.14/60 και της Δ.42Α των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Υπάρχει όμως ακόμα ένα θέμα εξ ίσου σημαντικό το οποίο και κρίνεται καταλυτικό. Το επίδικο μέρος της απόφασης παραπέμπει στο Παράρτημα Α που τιτλοφορείται «ΔΗΛΩΣΗ». Το δικαστήριο, ως καταγράφεται στην απόφαση, «ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ ΚΑΙ ΔΗΛΩΝΕΙ ως η γραπτή συμφωνία ημερομηνίας 17/6/08 ..» η οποία επισυνάπτεται ως Παράρτημα Α. Το Παράρτημα Α είναι μια δήλωση/συμφωνία υπογραμμένη από όλους τους διαδίκους, σύμφωνα με την οποία οι εναγόμενοι «δηλώνουμε ότι οιανδήποτε αποζημίωση προκύψει από την απαλλοτρίωση ................ συμφωνούμε και αποδεχόμαστε να την πάρουν οι ενάγουσες εταιρείες». Πρόκειται ως συνάγεται περί μιας συμφωνίας των μερών και το δικαστήριο διέταξε ως ανωτέρω. Πέραν αυτού, πουθενά στην δήλωση αυτή οι εναγόμενοι ή έστω ο εναγόμενος 1 ανέλαβε υποχρέωση να εισπράξει για λογαριασμό των εναγόντων το ποσό της απαλλοτρίωσης. Η δήλωση είναι σαφής. Την αποζημίωση θα την πάρουν οι ενάγουσες. Στην επόμενη παράγραφο της απόφασης, που είναι η επίμαχη και επίδικη, αναγράφεται ότι το Δικαστήριο «Περαιτέρω διατάττει τον εναγόμενο 1 όπως σε σχέση με το Παράρτημα Α να πληρώσει στις ενάγουσες το ποσό της αποζημίωσης μόλις καταβληθεί σε αυτόν». Εγείρονται διάφορα θέματα. Το πρώτο είναι η ανακολουθία που εντοπίστηκε ανωτέρω, μεταξύ της συμφωνίας Παράρτημα Α και της απόφασης ή του διατάγματος του δικαστηρίου που παραπέμπει στη συμφωνία των Μερών. Δηλαδή ενώ από τη μια, με την Δήλωση την αποζημίωση θα την έπαιρναν οι ενάγουσες, από την άλλη, με την απόφαση του δικαστηρίου την αποζημίωση θα την ελάμβανε ο εναγόμενος 1 και ακολούθως θα έπρεπε να την καταβάλει στις ενάγουσες. Το δεύτερο που εγείρεται είναι κατά πόσο τελικά το Παράρτημα Α επί του οποίου εκδόθηκε η απόφαση συνιστά διάταγμα με την έννοια που επικαλείται ο κ. Κούμας. Το δικαστήριο δεν θα ερμηνεύσει το Παράρτημα Α ούτε και το επίμαχο μέρος της απόφασης. Ούτε βέβαια οι κρίσεις αυτές που γίνονται αναιρούν, ακυρώνουν ή και αναθεωρούν την εκδοθείσα απόφαση. Κάθε άλλο. Εγείρονται όμως τέτοια θέματα που εκ των πραγμάτων θα πρέπει το δικαστήριο να ενδιατρίψει στο λεκτικό της απόφασης προς εξαγωγή κάποιων συμπερασμάτων. Εκείνο όμως που με βεβαιότητα μπορεί να λεχθεί είναι ότι αν σύμφωνα με το Παράρτημα Α, που συνιστά την συμφωνία των μερών, κακώς ο εναγόμενος 1 έλαβε την αποζημίωση από το κτηματολόγιο αφού σύμφωνα το λεκτικό της συμφωνίας, την αποζημίωση θα την πάρουν οι ενάγουσες, τούτο είναι ένα θέμα το οποίο όμως δεν αφορά καθόλου την κρινόμενη διαδικασία. Αν από την άλλη το ποσό της αποζημίωσης θα το εισέπραττε ο εναγόμενος 1 και θα το κατέβαλλε στις ενάγουσες, τότε δεν θα υπήρχε η ανάγκη να παραπέμψουν τα μέρη στη συμφωνία Παράρτημα Α με την έκδοση ανάλογης διαταγής από το δικαστήριο. Υπάρχει κατά την κρίση του δικαστηρίου ασυμφωνία αλλά και ασάφεια μεταξύ της συμφωνίας των μερών που περιέχεται στο Παράρτημα Α και του λεκτικού της απόφασης του δικαστηρίου που παραπέμπει στη συμφωνία. Με δεδομένο πλέον το σκηνικό αυτό, ακόμα και Διάταγμα να είναι το επίμαχο μέρος δεν είναι καθόλου σαφές και ξεκάθαρο το περιεχόμενο του. Γι΄ αυτό το λόγο η νομολογία έχει διαχρονικά και με συνέπεια ακολουθήσει τη γραμμή ότι για να είναι δυνατή η τιμωρία ενός καθ΄ ου η αίτηση, τα διατάγματα θα πρέπει να εξειδικεύονται με τη μεγαλύτερη δυνατή σαφήνεια ώστε να μην αφήνεται αμφιβολία ως προς το ποιες πράξεις απαγορεύονται και υπό ποία ιδιότητα. Η πράξη ή παράλειψη του καθ΄ ου για την οποία εκ των υστέρων ζητείται η τιμωρία του, πρέπει να εμπίπτει εντός των ρητών και αναμφισβήτητων προδιαγραφών που το λεκτικό του διατάγματος καταγράφει. (Poliakova, ανωτέρω). Και τίθεται το ερώτημα, ποιο εκ των δύο θα πρέπει να εφαρμοστεί. Το δηλωτικό μέρος της απόφασης ως η γραπτή συμφωνία, ή η απόφαση που παραπέμπει στη συμφωνία που περιέχει όμως διαφορετικό περιεχόμενο. Πέραν όμως αυτών, και ανεξάρτητα από όσα έχουν ήδη λεχθεί, ακόμα και να θεωρηθεί ότι το επίμαχο μέρος της απόφασης του δικαστηρίου αποτελεί Διάταγμα πληρωμής χρημάτων, υπάρχει το Άρθρο 15 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.6 που παρέπεμψε ο κ. Μίτσιγκας, σύμφωνα με το οποίο, καμιά δικαστική απόφαση ή διάταγμα για την πληρωμή χρημάτων δεν εκτελείται παρά μόνο δυνάμει των διατάξεων του Νόμου αυτού. Πουθενά στον Νόμο Κεφ.6 δεν προβλέπεται η διαδικασία της αστικής παρακοής διαταγής του δικαστηρίου, λόγω μη καταβολής ή και πληρωμής χρηματικού χρέους. Όπως εξηγείται στον Odgers on Pleading and Practice, 12η έκδοση, σελ.389, μια εκ των διαδικασιών είσπραξης είναι η γνωστή «attachment of debts» που είναι γνωστή με τον τεχνικό όρο «garnishee Order nisi» που δεν είναι άλλη από την προβλεπόμενη διαδικασία στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ.6 Άρθρα 73-81 κάτω από τον τίτλο Εκτέλεση με Κατάσχεση Ιδιοκτησίας στα Χέρια Τρίτου. Θεωρώ πως η παρούσα υπόθεση, κάτω από όποια οπτική και αν αντικριστεί, ακόμα και αν ήθελε ερμηνευτεί ότι το επίδικο μέρος της απόφασης συνιστά διάταγμα του Δικαστηρίου, αποτελούσε περίπτωση εφαρμογής των πιο πάνω προνοιών και όχι διαδικασία αστικής παρακοής διατάγματος. Δεδομένης πλέον της πιο πάνω κατάληξης, κρίνεται πως δεν απαιτείται η εξέταση των υπολοίπων θεμάτων που εγείρονται με τις αγορεύσεις. Είναι συνεπώς η κατάληξη του δικαστηρίου ότι για τους πιο πάνω λόγους η αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει. Ως εκ τούτου απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του εναγομένου 1 καθ ου η αίτηση και σε βάρος των αιτητριών. Θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το δικαστήριο. (Υπ.) Ν. Γιαπανάς, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο