Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου ν. Φάρμα Ρένος Χατζηϊωάννου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Αρ. Αγωγής: 1667/10, 28/6/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:A254 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1667/10 Μεταξύ: Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου Ενάγοντες και Φάρμα Ρένος Χατζηϊωάννου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Εναγόμενοι ---------------- Αίτηση ημερομηνίας 4.1.13 για καταχώριση πρόσθετης υπεράσπισης 28.06.2013 Για τους αιτητές: κα Χ''Ιωάννου Για τους καθ' ων η αίτηση: κος Ρήγας ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Την 4.1.13 οι εναγόμενοι (στη συνέχεια οι αιτητές) καταχώρισαν την επίδικη αίτηση. Με αυτήν αιτούνται. «Α. Διάταγμα Δικαστηρίου παρατείνον το χρόνο στο οποίο να καταχωρηθεί περαιτέρω υπεράσπιση σε σχέση με τα γεγονότα και/ή στοιχεία τα οποία προέκυψαν μετά την καταχώρηση της Υπεράσπισης ως αποτέλεσμα της προσφυγής υπ' αρ. 1589/2009 Aspis Holding Public Company Ltd v. Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ημερ. 12/8/2011. Β. Διάταγμα Δικαστηρίου με το οποίο να επιτρέπεται στους εναγόμενους-αιτητές να καταχωρήσουν περαιτέρω υπεράσπιση (ως το επισυνημμένο Παράρτημα) σε σχέση με ζητήματα τα οποία προέκυψαν μετά την καταχώρηση της Υπεράσπισης ως αποτέλεσμα της προσφυγής υπ' αρ. 1589/2009 Aspis Holding Public Company Ltd v. Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ημερ. 12/8/2011» Η αίτηση βασίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς Δ.21 κκ. 1, 2, 6, 7, 7Α, 13, 14, Δ.23 κκ.1 και 2, Δ.39, Δ.48 κκ. 1, 2, 3, 4, 6, 7, 11 και 12, Δ.57 και Δ.64, στον περί Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμο Ν. 158
(1)/1999, στα άρθρα 28 και 30 του Συντάγματος, στα άρθρα 1-11 και 14 του περί Ερμηνείας Νόμου Κεφ. 1, στα άρθρα 2, 9, 11 και 12 του περί Απονομής της Δικαιοσύνης (Ποικίλαι Διατάξεις) Νόμος Ν.33/1964, στα άρθρα 1-3, 21, 22, 29 και 30 του περί Δικαστηρίων Νόμο Ν.14/1960και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση που ορκίζεται ο Ανδρέας Παπαναστασίου. Το περιεχόμενο τούτης σχολιάζω πιο κάτω. Η αίτηση συνάντησε την ένσταση των εναγόντων (στη συνέχεια οι καθ' ων η αίτηση). Την 15.3.13 οι τελευταίοι καταχώρισαν ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης. Η ένσταση βασίζεται στο άρθρο 30 του Συντάγματος, στο άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς Δ.19 κκ.13-16, Δ.25 κκ.1-4, Δ.39 κ.2 και Δ.48 κκ.2-7, και στις γενικές εξουσίες του Δικαστηρίου. Όπως η αίτηση έτσι και η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση. Σε αυτή την περίπτωση τη δήλωση ορκίζεται δικηγόρος που εργάζεται στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τους καθ' ων η αίτηση. Το περιεχόμενο τούτης της δήλωσης πραγματεύομαι πιο κάτω. Από το πρόσωπο της ένστασης διαπιστώνεται ότι οι λόγοι 1 μέχρι και 3 υποστηρίζουν ότι επιχειρείται εισαγωγή νέας βάσης υπεράσπισης, ότι προκαλείται δυσμενής επηρεασμός στους καθ' ων η αίτηση, και ότι η αίτηση υποβάλλεται σε προχωρημένο στάδιο. Οι υπόλοιποι λόγοι ένστασης υποστηρίζουν ότι το αίτημα δεν δικαιολογείται επαρκώς καθ' ότι η θέση των αιτητών ότι προσφάτως έλαβαν γνώση της απόφασης είναι παντελώς αβάσιμη και ατεκμηρίωτη. Επιπλέον, υποστηρίζουν ότι η αιτούμενη θεραπεία συνιστά κατάχρηση διαδικασίας καθ' ότι παραβιάζει το άρθρο 146 του Συντάγματος και τις διατάξεις του Ν.158(Ι)/99, ενώ διατείνονται ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο είναι αναρμόδιο να αποφασίσει την υπεράσπιση που ζητείται να προστεθεί. Τέλος, είναι η θέση των καθ' ων η αίτηση πως η υπεράσπιση που ζητείται να προστεθεί είναι frivolous και vexatious και ως τέτοια προκαλεί ταλαιπωρία και καθυστέρηση και δεν προσφέρει οτιδήποτε στη διαδικασία. Ο ομνύων την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση αναφέρει ότι η υπεράσπιση καταχωρίστηκε την 6.7.
- Είναι η θέση του ότι την 12.8.11, στα πλαίσια της προσφυγής 1589/09, με τίτλο Aspis Holding Public Company Ltd v. Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, κρίθηκε ότι η σύνθεση και/ή συγκρότηση των καθ' ων η αίτηση ήταν παράνομη και ότι ο διορισμός των μελών τους ήταν αντίθετος με τις πρόνοιες του νόμου. Αντίγραφο της αναφερόμενης απόφασης επισυνάπτεται ως τεκμήριο
- Είναι η θέση του ότι από την απόφαση της προσφυγής διαφαίνεται ότι η εκεί προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε την 21.9.
- Στη δοσμένη περίπτωση η απόφαση επί της οποίας εδράζεται η αξίωση των καθ' ων η αίτηση είναι ημερομηνίας 4.5.
- Κατ' επέκταση, οι αιτητές υποστηρίζουν ότι αυτό το γεγονός, το οποίο μόλις πρόσφατα ήρθε στην αντίληψή τους, είναι ζήτημα που πρέπει να εγερθεί με τα δικόγραφα εφόσον άπτεται της νομιμότητας της πράξης και παράλληλα του ισχυρισμού των αιτητών ότι η εν λόγω πράξη είναι παράνομη. Ο ομνύων δεν παραλείπει να σημειώσει ότι η αναφερόμενη προσφυγή έχει εφεσιβληθεί και ότι η έφεση εκκρεμεί. Αξίζει να λεχθεί εδώ ότι η πρόσθετη υπεράσπιση που οι αιτητές επιθυμούν να καταχωρίσουν, επισυνάπτεται ως παράρτημα στην ένορκη δήλωση του ομνύοντα την αίτηση. Είναι, πιστεύω, χρήσιμο να παρατεθεί αυτούσιο το κείμενο της υπεράσπισης ώστε οι εκατέρωθεν θέσεις, αλλά και το σκεπτικό της απόφασης του δικαστηρίου, να καταστούν προσβάσιμα στον αναγνώστη. Η πρόσθετη υπεράσπιση αναφέρει τα ακόλουθα. «
- Περαιτέρω και σε συνέχεια όλων των σχετικών θέσεων τους και/ή χωρίς επηρεασμό αυτών, οι εναγόμενοι περαιτέρω ισχυρίζονται ότι έστω και αν οι ενάγοντες αποφάσισαν στις 04/05/2009 να επιβάλλουν διοικητικές κυρώσεις στους εναγομένους ύψους €25.000, η απόφαση αυτή είναι παράνομη και/ή άκυρη λόγω της σύνθεσης και/ή συγκρότησης τους και/ή ανυπαρξίας των εναγόντων.
- Οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι η σύνθεση και/ή συγκρότηση των εναγόντων κρίθηκε παράνομη από το Ανώτατο Δικαστήριο στην προσφυγή αρ. 1589/2009 Aspis Holding Public Company Ltd v. Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς πριν ή κατά την ίδια περίοδο, και συγκεκριμένα στις 21/09/2009 και οιεσδήποτε πράξεις εκδόθηκαν από τους ενάγοντες υπό την ίδια σύνθεση είναι άκυρες και/ή παράνομες και/ή ανύπαρκτες.
- Δια τους ως άνω λόγους και αυτούς της Υπεράσπισης ημερ. 06/07/2010, οι εναγόμενοι ζητούν την απόρριψη της αγωγής εναντίον τους με έξοδα.» Στον αντίποδα ο ομνύων την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση διατυμπανίζει τη διαφωνία του με πλείστες τόσες θέσεις του ομνύοντος την ένορκη δήλωση των αιτητών. Προβαίνει σε εκτεταμένη ανάλυση των λόγων ένστασης και διατείνεται ότι. η υπεράσπιση καταχωρίστηκε την 6.7.10, η αγωγή ορίστηκε για ακρόαση την 18.1.12 ότε και αναβλήθηκε και ορίστηκε την 21.2.12 με σκοπό τη διευθέτηση. Ακολούθως, επαναορίστηκε για ακρόαση την 20.6.12, για οδηγίες την 9.7.12 και 2.10.12 και στη συνέχεια για απόδειξη, αφότου αποχώρησε ο συνήγορος των αιτητών, την 5.11.12 και 17.12.
- Η επίδικη αίτηση καταχωρίστηκε την 4.1.
- Ο ομνύων δέχεται εν προκειμένω ότι την 12.8.11 εκδόθηκε η απόφαση στην προσφυγή με αριθμό 1589/09, υποστηρίζει όμως ότι η έκδοση της απόφασης και τα περιβάλλοντα γεγονότα ήταν ευρέως γνωστά πολύ πριν την καταχώριση της αίτησης. Προς υποστήριξη τούτου προσκομίζει τα τεκμήρια Α1, Α2 και Β (δύο αντίγραφα της εφημερίδας ο Φιλελεύθερος και ανακοίνωση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, έγγραφα τα οποία δημοσιοποιούν το περιεχόμενο της επίδικης απόφασης) και διατείνεται ότι ο ισχυρισμός των αιτητών πως μόλις πρόσφατα περιήλθε σε γνώση τους η απόφαση της προσφυγής είναι αβάσιμος και/ή αναληθής και/ή ανεπίτρεπτος και/ή στερείται οποιασδήποτε λογικής και/ή σοβαρής αιτιολογίας. Αναφορικά με το περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως των καθ' ων η αίτηση περιορίζομαι μέχρι εδώ, εφόσον το εναπομείναν μέρος τούτης δεν προσθέτει στα γεγονότα αλλά εμβαθύνει στους λόγους ένστασης. Εφόσον καμία εκ των δύο πλευρών ζήτησε αντεξέταση η ακρόαση της αίτησης περιορίστηκε σε αγορεύσεις. Δεν κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω ό,τι αναφέρθηκε από τους συνηγόρους, εφόσον είμαι της γνώμης ότι η διερεύνηση που ακολουθεί πραγματεύεται κάθε τι σχετικό. Δύο λόγια είναι αναγκαία για τη νομική βάση της αίτησης. Είμαι της γνώμης ότι προεξάρχουσα θέση κατέχει η Δ.23 κκ. 1 και
- Πέραν του ότι η εκάστοτε νομική βάση είναι ο φάρος που σηματοδοτεί την πορεία της αίτησης, στην προκείμενη περίπτωση η διερεύνηση τούτης απασχολεί και για άλλους δύο λόγους. Ο πρώτος είναι ότι μεγάλο μέρος της ένστασης, συγκεκριμένα οι λόγοι 1 μέχρι και 3, δεν άπτονται της Δ.23 αφ' εαυτής, αλλά παραπέμπουν στη Δ.
- Συνεπώς, πρέπει να αποφασιστεί κατά πόσο οι αιτητές επικαλούνται, έστω εμμέσως, τη Δ.25, και νοουμένου ότι αυτό το ερώτημα απαντάται καταφατικά, κατά πόσο πληρούται οι σχετικές προϋποθέσεις. Ο άλλος λόγος παραπέμπει στην ερμηνεία που τα μέρη αποδίδουν στη Δ.
- Επί του προκειμένου η θέση των αιτητών αποκαλύπτεται από την αγόρευση (έγγραφο Α-παράγραφοι 14 και 15), όπου αναφέρεται ότι στο πλαίσιο αυτής της διαδικασίας το δικαστήριο δεν μπορεί να εξετάσει κατά πόσο η υπεράσπιση που ζητείται να προστεθεί εκφεύγει της αρμοδιότητας του Επαρχιακού Δικαστηρίου και εμπίπτει στον αναθεωρητικό έλεγχο του Ανωτάτου Δικαστηρίου, εφόσον αυτό είναι ζήτημα της ουσίας της αγωγής και ο κατάλληλος χρόνος εξέτασης του είναι η ακροαματική διαδικασία. Αντίθετη είναι η θέση των καθ' ων η αίτηση οι οποίοι διατείνονται ότι το δικαστήριο δεν πρέπει να αποδεχτεί το αίτημα ακριβώς γιατί το ζήτημα που εγείρεται εκφεύγει της αρμοδιότητάς του και αντίκειται των κανονισμών ορθής δικογράφησης. Οι κανονισμοί 1 και 2 της Δ.23 διαλαμβάνουν τα ακόλουθα. «
- Any ground of defence which has arisen after action brought, but before the defendant has delivered his defence, and before the time limited for his doing so has expired, may be raised by the defendant in his defence, either alone or together with other grounds of defence. And if, after a defence has been delivered, any ground of defence arises to any counter-claim put in by the defendant, it may be raised by the plaintiff in his defence to the counter-claim, either alone or together with any other ground of defence.
- Where any ground of defence arises after the defendant has delivered his defence, or after the time limited for his doing so has expired, the defendant may, and where any ground of defence to any counter-claim arises after defence to the counter-claim, or after the time limited for delivering such defence has expired, the plaintiff may, within fifteen days after such ground of defence has arisen or at any subsequent time by leave of the Court or a Judge, deliver a further defence as the case may be, setting forth the same.» Η Δ.23 ήταν αντικείμενο εξέτασης στην υπόθεση Cyber Group Ltd v. Κυριάκου Χαραλαμπίδη κ.α.
(2004)1Γ Α.Α.Δ. 1852, την οποία επικαλούνται και οι αιτητές. Από τη σελίδα 1858 της απόφασης διαβάζουμε τα ακόλουθα. «Ο θ.2 της Δ.23 επιτρέπει την παράδοση περαιτέρω υπεράσπισης εντός 15 ημερών από την ημερομηνία που προκύπτουν οι λόγοι υπεράσπισης. Στην παρούσα υπόθεση η περαιτέρω υπεράσπιση έχει προκύψει μετά τη λήψη της πιο πάνω επιστολής των εφεσίβλητων από την εφεσείουσα. Μόλις η εφεσείουσα έλαβε γνώση του περιεχομένου της εν λόγω επιστολής - στις 11.12.2002 - θεώρησε ότι αυτό εγείρει μια περαιτέρω υπεράσπιση και προχώρησε στην παράδοση της περαιτέρω υπεράσπισης εντός 8 ημερών - στις 19.12.2002 - ήτοι εντός της προθεσμίας των 15 ημερών. Η περαιτέρω υπεράσπιση βασιζόταν στις πρόνοιες του Νόμου 168(Ι)/
- Έχει προκύψει μετά που οι εφεσίβλητοι με την εν λόγω επιστολή τους - ημερ. 19.11.2002 - απαίτησαν επιστροφή των χρημάτων που κατέβαλαν στην εφεσείουσα. Η απαίτηση υποβλήθηκε κατ' επίκληση του αρ. 3 του Νόμου 168(Ι)/
- Επομένως η προθεσμία παράδοσης της νέας υπεράσπισης η οποία βασίζεται στις πρόνοιες του Νόμου 168(Ι)/2002 αρχίζει από την ημερομηνία κατά την οποία οι εφεσίβλητοι επικαλέσθηκαν τις πρόνοιες του εν λόγω Νόμου.» Απ' όλα τα πιο πάνω συνάγεται το συμπέρασμα ότι η Δ.23 παρέχει δικαίωμα καταχώρισης πρόσθετης υπεράσπισης. Ενδεικτική εν προκειμένω είναι και η αναφορά στο σύγγραμμα Annual Practice 1958, Vol. 1, στη σελίδα 563, όπου σχολιάζεται η αντίστοιχη O.24 r.1, ότι ο σχετικός κανονισμός διατηρεί το δικαίωμα που προϋπήρχε του Judicature Act του 1873 για δικογράφηση ζητημάτων που αναφύονται εκκρεμούσης της διαδικασίας. Στο πλαίσιο της επίδικης αίτησης είναι ηλίου φαεινότερον ότι δεν επιζητείται τροποποίηση της υπεράσπισης αλλά καταχώριση πρόσθετης τέτοιας. Αυτός είναι και ο λόγος που στο παράρτημα της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την αίτηση επισυνάπτεται νέο δικόγραφο, το οποίο τιτλοφορείται «Περαιτέρω Υπεράσπιση Εναγομένων», και όχι τροποποιημένη υπεράσπιση. Επιπλέον, το αιτούμενο διάταγμα περιορίζεται σε καταχώριση πρόσθετης υπεράσπισης και παράταση του χρόνου τέτοιας καταχώρισης και δεν επιζητεί τροποποίηση της υφιστάμενης υπεράσπισης. Ως εκ των πιο πάνω, είναι αντιληπτό ότι με κανένα τρόπο, άμεσα ή έμμεσα, οι αιτητές επικαλούνται τροποποίηση της υφιστάμενης υπεράσπισης. Κατ' επέκταση, οι αιτιάσεις των καθ' ων οι αίτηση ότι δεν πληρούται οι προϋποθέσεις της Δ.25, δεν τυγχάνουν εφαρμογής εφόσον οι αιτητές δεν εδράζουν το αίτημα τους σε αυτή τη διαταγή. Συνεπώς, οι λόγοι ένστασης 1, 2 και 3 δεν θα απασχολήσουν περαιτέρω. Ό,τι πρέπει να αποφασιστεί είναι το εύρος της εμβέλειας της Δ.23 σε συσχετισμό με τη διακριτική εξουσία του δικαστηρίου. Αξίζει να αναφερθεί εδώ ότι η Δ.23 δεν υπόκειται στους ίδιους περιορισμούς ως η Δ.
- Απλή και μόνο ανάγνωση του κ.1 της Δ.25 αποκαλύπτει ότι μια εκ των βασικών προϋποθέσεων είναι κατά πόσο η αιτούμενη τροποποίηση είναι αναγκαία για τον προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων (all such amendments shall be made as may be necessary for the purpose of determining the real questions in controversy between the parties). Σχετική είναι και η επεξήγηση στο σύγγραμμα Annual Practice 1958, Vol. 1, στη σελίδα 627, όπου αναφέρεται ότι «The Court will always look at the materiality of the proposed amendment». Στον αντίποδα η Δ.23 δεν επιβάλλει ανάλογη υποχρέωση. Το γράμμα τούτης, απλό και λιτό, με σαφήνεια αποκαλύπτει ότι μοναδική προϋπόθεση είναι ο χρόνος στον οποίο τέτοιο πρόσθετο δικόγραφο καταχωρείται. Μάλιστα, εάν το πρόσθετο δικόγραφο καταχωριστεί εντός 15 ημερών από τη στιγμή που ο διάδικος έλαβε γνώση του επίδικου γεγονότος, δεν επιβάλλεται εξασφάλιση άδειας από το δικαστήριο. Όταν όμως παρέλθει η σχετική προθεσμία, δηλαδή 15 ημέρες, επιβάλλεται άδεια του δικαστηρίου (βλ. Annual Practice 1958, Vol. 1, στις σελίδες 563 έως 564 κάτω από τον τίτλο «By leave»). Στη δοσμένη περίπτωση είναι γεγονός ότι η υφιστάμενη υπεράσπιση των αιτητών καταχωρίστηκε την 6.7.
- Περαιτέρω, γεγονός είναι ότι την 12.8.11 εκδόθηκε απόφαση στην προσφυγή 1589/09, με τίτλο Aspis Holding Public Company Ltd v. Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς. Αποτέλεσμα τούτης της απόφασης είναι ότι η σύνθεση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς κρίθηκε παράνομη, καθ' ότι τα μέλη δεν είχαν τα προσόντα που επιβάλλει ο σχετικός νόμος. Τέλος, γεγονός είναι ότι η προσβαλλόμενη απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς στην προσφυγή 1589/09 αφορούσε απόφαση της Επιτροπής ημερομηνίας 21.9.09, ενώ η επίδικη απόφαση είναι ημερομηνίας 4.5.
- Για όλα τα πιο πάνω οι θέσεις των δύο πλευρών συμπίπτουν. Διάσταση στις θέσεις των μερών διαπιστώνεται στον ισχυρισμό των αιτητών ότι μόλις πρόσφατα περιήλθε στην αντίληψη τους η απόφαση της προσφυγής 1589/
- Ανέφερα ήδη τους λόγους για τους οποίους οι καθ' ων η αίτηση αμφισβητούν τούτο τον ισχυρισμό. Παρά την αμφισβήτηση δεν πρέπει να λησμονείται ότι ο ομνύων την ένορκη δήλωση των αιτητών δεν αντεξετάστηκε. Μπορεί μεν ο ισχυρισμός να αμφισβητείται, και μάλιστα δια προσκομίσεως των τεκμηρίων Α1, Α2 και Β, εν τούτοις, οι καθ' ων η αίτηση δεν προώθησαν οιονδήποτε θετικό ισχυρισμό, φερειπείν ότι οι αιτητές γνώριζαν την απόφαση και όμως αδιαφόρησαν, καθώς και τους λόγους δια τους οποίους υποστηρίζουν ότι γνώριζαν την απόφαση, ενώ η περί του αντιθέτου θέση του ομνύοντα παρέμεινε άνευ αντεξετάσεως. Ως εκ των πιο πάνω, αποδέχομαι τη θέση των αιτητών ότι προσφάτως έλαβαν γνώση τούτης της απόφασης και εν πάση περιπτώσει 15 ημέρες μετά την καταχώριση της υφιστάμενης υπεράσπισης. Πέραν των πιο πάνω διαπιστώσεων επιβάλλεται να αποφασιστεί η θέση των αιτητών ότι σε αυτό το στάδιο το δικαστήριο δεν εξετάζει την ουσία της υπεράσπισης. Νοείται ότι αυτή η πτυχή της διερεύνησης διενεργείται υπό το φως των λόγων ένστασης που εγείρουν οι καθ' ων η αίτηση στις παραγράφους 5, 6 και
- Δεν κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω τις εκατέρωθεν θέσεις. Είναι όμως χρήσιμο να λεχθεί εδώ ότι η υφιστάμενη επί του θέματος νομολογία αποκαλύπτει πως αποφάσεις ως αυτή που έλαβε η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, εμπίπτουν στον ορισμό διοικητικής πράξης. Περαιτέρω, είναι ευρέως γνωστό ότι η νομιμότητα τέτοιων πράξεων εμπίπτει στην αποκλειστική δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Sigma Radio T.V. Ltd v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2007)1Β Α.Α.Δ. 909, 913 είναι πλήρως κατατοπιστικό για το χαρακτήρα της πράξης, δηλαδή της διοικητικής απόφασης, όσο και το βαθμό που αυτή, δηλαδή η πράξη, μπορεί να απασχολήσει το Επαρχιακό Δικαστήριο. Ό,τι αναφέρθηκε εκεί είναι πως. «Σύμφωνα με νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου όταν πρόκειται για χρηματικές απαιτήσεις τέτοιας φύσης που αποτελούν εκτελεστή διοικητική πράξη, το Επαρχιακό Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να εξετάσει τη νομιμότητα τους αφού αποκλειστική δικαιοδοσία έχει το Ανώτατο Δικαστήριο (βλ. μεταξύ άλλων Pouros & Others v. Attorney General
(1980)1 C.L.R. 411, Director of Customs and Excise v. Grecian Hotel
(1985)1 C.L.R. 476, Χρίστου ν. Ε.Τ.Ε.Κ.
(1998)1 Α.Α.Δ. 1847 και Κυριάκου κ.ά. ν. Διευθυντή Τμήματος Τελωνείων
(2000)1(Α) Α.Α.Δ 589). Τα νομικά θέματα που εγείρονταν με την ένσταση (αλλά και με την έκθεση υπεράσπισης που είχε ήδη καταχωρηθεί) όπως για παράδειγμα η αντισυνταγματικότητα του Νόμου, η πάσχουσα σύνθεση του συλλογικού οργάνου και γενικά όλοι οι λόγοι για τους οποίους γινόταν ισχυρισμός ότι η επιβολή του προστίμου είναι παράνομη, ήταν κάτι που το Επαρχιακό Δικαστήριο δεν είχε δικαιοδοσία να εξετάσει, επειδή αφορούσε εκτελεστή διοικητική πράξη που αναγόταν στη σφαίρα της αναθεωρητικής δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου. (Βλ. Sigma Radio T.V. Ltd. κ.ά. v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2004)3 Α.Α.Δ. 134, απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας, όπου εξετάστηκαν τα θέματα που εγείρονται από τους εφεσείοντες για το παράνομο της απόφασης επιβολής του διοικητικού προστίμου, και στην παρούσα). Από τα ενώπιον μας γεγονότα δε φαίνεται αν οι εφεσείοντες είχαν προσβάλει με προσφυγή την απόφαση της εφεσίβλητης να τους επιβάλει το διοικητικό πρόστιμο των £15.000. Εν παση περιπτώσει, σύμφωνα με τον Καν. 47 των περί Ραδιοφωνικών και Τηλεοπτικών Σταθμών Κανονισμών του 2000 (Κ.Δ.Π. 10/2000), «τα τέλη ή διοικητικά πρόστιμα ή οποιεσδήποτε άλλες οφειλές καταβάλλονται στην Αρχή ανεξάρτητα από οποιαδήποτε ένσταση ή προσφυγή.» Η πιο πάνω κατάληξη μας υποστηρίζεται και από την υπόθεση Sigma Radio T.V. Ltd ν. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου (Αρ.1)
(2006)1 Α.Α.Δ. 155, που αφορούσε έφεση εναντίον απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας με την οποία διέγραψε την έκθεση υπεράσπισης για το λόγο ότι δεν αποκάλυπτε λογική υπεράσπιση και εξέδωσε απόφαση υπέρ της εφεσίβλητης αρχής. Το Εφετείο έκρινε ότι εφόσον τα όσα εγείρονταν με την υπεράσπιση ενέπιπταν στην αποκλειστική δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου σύμφωνα με το άρθρο 146 του Συντάγματος το Επαρχιακό Δικαστήριο δεν είχε εξουσία να τα εξετάσει, με αποτέλεσμα να μην υπήρχε ενώπιον του πρωτόδικου δικαστηρίου λογική υπεράσπιση» (η υπογράμμιση δική μου). Κατά πανομοιότυπο τρόπο στην υπόθεση Γεωργιάδης ν. Διευθυντή Τμήματος Τελωνείων
(2005)1Β Α.Α.Δ. 1491, 1494 αναφέρθηκε ότι. «Κρίνουμε πως το πρωτόδικο δικαστήριο πολύ ορθά θεώρησε ότι η επιβολή της επίδικης φορολογίας από τον εφεσίβλητο στον εφεσείοντα συνιστούσε διοικητική πράξη ή διοικητικές πράξεις που ενέπιπταν στη σφαίρα του δημοσίου δικαίου και ορθά διέγραψε τις σχετικές παραγράφους της υπεράσπισης και θεώρησε πως το ζήτημα της ορθότητας και νομιμότητας της επιβολής της επίδικης φορολογίας δεν ήταν ζήτημα το οποίο το πρωτόδικο δικαστήριο είχε δικαιοδοσία να εξετάσει και να αποφασίσει. Ήταν ζήτημα που εμπίπτει στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Ανωτάτου Δικαστηρίου δυνάμει του άρθρου 146 του Συντάγματος και εφόσον δεν προσβλήθηκε με το ενδεδειγμένο ένδικο μέσο, μέσα στην καθορισμένη προθεσμία, ορθά το πρωτόδικο δικαστήριο δεν το εξέτασε. Η αρμοδιότητα του Επαρχιακού Δικαστηρίου περιοριζόταν μόνο στην πτυχή που αφορούσε την είσπραξη του ποσού, με δεδομένη πάντοτε τη νομιμότητα της επιβολής του.» Απ' όλα τα πιο πάνω συνάγεται ότι πράξη ως η επίδικη, δηλαδή ως η απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, είναι διοικητική πράξη, δεν εμπίπτει στον έλεγχο του Επαρχιακού Δικαστηρίου εφόσον δυνάμει του Συντάγματος αποκλειστική αρμοδιότητα κέκτηται το Ανώτατο Δικαστήριο, και συνεπώς, το Επαρχιακό Δικαστήριο είναι αναρμόδιο να ακούσει οτιδήποτε αφορά τη νομιμότητα της πράξης, είτε πρόκειται για την απόφαση αφ' εαυτή είτε το όργανο που την έλαβε. Έχοντας σημειώσει όλα τα πιο πάνω επανέρχομαι στο εύρος της Δ.23, σε συσχετισμό με τη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Με όλο το σεβασμό στη θέση των αιτητών, έχω την άποψη ότι η θέση τους πως το δικαστήριο δεν υπεισέρχεται σε εξέταση των λόγων ένστασης που εγείρουν οι καθ' ων η αίτηση, λόγοι οι οποίοι αφορούν την καθ' ύλην δικαιοδοσία του δικαστηρίου, δεν είναι ορθή. Μου φαίνεται τουλάχιστο παράλογο και αντινομικό, σε βαθμό μάλιστα που οδηγεί σε κατάχρηση διαδικασίας, ότι το δικαστήριο οφείλει να αποδεχθεί την πρόσθετη υπεράσπιση των αιτητών έστω και αν αυτή εγείρει ζητήματα που δεν εμπίπτουν στη δικαιοδοσία του. Είμαι της γνώμης ότι η υπόθεση Cyber Group Ltd, πιο πάνω, δεν υποστηρίζει τη θέση των αιτητών. Εκεί το πρωτόδικο δικαστήριο δεν περιορίστηκε σε θέμα αρμοδιότητας, επεκτάθηκε σε ουσιαστική διερεύνηση της υπεράσπισης, αποστερώντας έτσι το διάδικο από το δικαίωμα που είχε να προβάλει νόμιμη, έστω και ισχνή, υπεράσπιση. Επί του προκειμένου οι καθ' ων η αίτηση επικαλούνται τα αναφερόμενα στον κ.26 της Δ.19. Σχετική είναι η απόφαση στην υπόθεση Παγκύπριος Εταιρεία Αρτοποιών Λτδ ν. Σαββίδη
(1997)1Β Α.Α.Δ. 685, όπου στη σελίδα 689 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα. «Τα δικόγραφα καθορίζουν το πλαίσιο της δίκης. Η σύνταξή τους διέπεται από ιδιαίτερους δικονομικούς κανόνες που ενσωματώνονται στη Δ.19 και διασφαλίζουν την αποτελεσματική διεξαγωγή της δίκης. Ο θ. 4 περιέχει τον πιο θεμελιακό: "Every pleading shall contain, and contain only, a statement in a summary form of the material facts on which the party pleading relies for his claim or defence, as the case may be, but not the evidence by which they are to be proved, ... ... " Η έννοια του ουσιαστικού (material) συσχετίζεται εδώ με ότι είναι απαραίτητο. Στην υπόθεση Bruce v. Odhams Press Ltd. [1936] 1 Κ.Β. 697, 712, ελέχθη ότι: "The word "material" means necessary for the purpose of formulating a complete cause of action;.." Η μαρτυρία με την οποία μπορεί να αποδειχθεί οποιοδήποτε από τα επίδικα θέματα δεν έχει θέση σε δικόγραφο. Αν παρεισφρύσει πρέπει να διαγραφεί: Merchants' and Manufacturers' Insurance Co. ν. Davies [1938] 1 Κ.Β. 196, 207. (και πιο κάτω) Πότε ένα δικόγραφο μπορεί να χαρακτηρισθεί ως embarrassing, σύμφωνα με τον παραπάνω κανονισμό, αναφέρει με καθαρότητα στη σελ. 147 ο εκδότης των Bullen & Leake, ανωτέρω: "Accordingly, a pleading is embarrassing which is ambiguous or unintelligible or which states immaterial matter and so raises irrelevant issues which may involve expense, trouble and delay and thus will prejudice the fair trial of the action, and so is a pleading which contains unnecessary or irrelevant allegations."» Ως εκ των πιο πάνω, προκύπτει ότι ζητήματα ως αυτό που οι αιτητές επιθυμούν να προσθέσουν στο δικόγραφο τους είναι άσχετα (immaterial) με τα επίδικα θέματα, εφόσον δεν εμπίπτουν στη δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου, και ως τέτοια είναι σκανδαλώδη (embarrassing), διαπίστωση που δεν αφήνει την πρόσθετη υπεράσπιση των αιτητών να ενταχθεί στο δικόγραφο. Σε αυτό είναι που έγκειται και η αντινομία που προανέφερα, εφόσον είναι τουλάχιστο παράλογο να αφεθεί σήμερα η καταχώριση τούτης της πρόσθετης υπεράσπισης, τη στιγμή που η υφιστάμενη επί του θέματος νομολογία καθιστά σαφές ότι ζητήματα ως αυτό που επιθυμείται να προστεθεί, δεν εμπίπτουν στην αρμοδιότητα του Επαρχιακού Δικαστηρίου, και εκεί όπου διαπιστώνονται δικαιολογείται η διαγραφή τους (βλ. Sigma Radio T.V. Ltd v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2006)1Α Α.Α.Δ. 155). Σε αυτό έγκειται και η κατάχρηση διαδικασίας εφόσον πολλαπλασιάζονται αχρείαστα οι διαδικασίες του δικαστηρίου. Καταλήγω λοιπόν ότι υπό τις περιστάσεις η εξουσία του δικαστηρίου, δυνάμει της Δ.23, δεν είναι κενή περιεχομένου αλλά ουσιαστική. Στη δοσμένη περίπτωση το δικαστήριο μπορεί και οφείλει να αποτρέψει την προσθήκη της επίδικης υπεράσπισης που εγείρει ζητήματα που δεν μπορούν να εξεταστούν από το Επαρχιακό Δικαστήριο, και αυτό παρ' ότι πληρούται οι τυπικές προϋποθέσεις που θέτει ο κ.2 της Δ.23. Για όλους τους λόγους που πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω η αίτηση των αιτητών απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των καθ' ων η αίτηση. Νοείται ότι τα έξοδα θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το δικαστήριο. Ως χρόνος καταβολής τούτων προσδιορίζεται η αποπεράτωση της δίκης. (Υπ.) ........... Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /εκ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο