ΛΕΥΚΟΝΟΙΚΟ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΛΤΔ ν. ΚΛΕΑΝΘΗΣ ΚΛΕΑΝΘΟΥΣ κ.α., Αρ. Αγωγής: 13548/02, 28/6/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:A255 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Καουτζάνη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 13548/02 Μεταξύ: ΛΕΥΚΟΝΟΙΚΟ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΛΤΔ Εναγόντων και
- ΚΛΕΑΝΘΗΣ ΚΛΕΑΝΘΟΥΣ
- ΤΑΚΗΣ ΚΛΕΑΝΘΟΥΣ
- ΖΗΝΩΝΑ ΕΠΑΜΕΙΝΩΝΔΑ Εναγομένων -------- Αίτηση ημερομηνίας 22.12.2011 Ημερομηνία: 28 Ιουνίου 2013 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους αιτητές-ενάγοντες: κα Χατζημιχαήλ για κ. Στ. Παπαθεοδώρου Για τον καθ' ου η αίτηση-εναγόμενο 2: κ. Τσέλιγκας Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την υπό κρίση αίτηση οι αιτητές-ενάγοντες ζητούν την έκδοση διατάγματος για την πώληση της ακίνητης περιουσίας και συγκεκριμένα ακινήτου, τα στοιχεία του οποίου αναφέρονται στο αιτητικό της αίτησης, του καθ' ου η αίτηση-εναγόμενου 2 (στο εξής ο «καθ' ου η αίτηση»), που είναι επιβαρυμένο με το ΜΕΜΟ με αρ. ΕΒ171/2011 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Πάφου, προς ικανοποίηση της απόφασης που εκδόθηκε στην παρούσα αγωγή, καθώς και διατάγματος όπως το προϊόν της πώλησης χρησιμοποιηθεί για την πληρωμή της εν λόγω απόφασης. Ως οφειλόμενα ποσά σύμφωνα με την παράγραφο Β του αιτητικού αναφέρονται τα ακόλουθα: «Κεφάλαιον, έξοδα και τόκοι οφειλόμενα: (α) €5.787.51σ. πλέον τόκο εκ 8% ετησίως από 16.12.2002 μέχρι εξοφλήσεως πλέον €2.720.94σ. με 8% νόμιμο τόκο ετησίως από 16.12.2002 πλέον €29.00 έξοδα της απόφασης, πλέον €339.40 ΦΠΑ, πλέον €1234.26 πλέον τόκο 8% από 16.12.2002 πλέον €179.01 ΦΠΑ. (β) Επίσης ο εναγόμενος 2 την 30.10.2009 διετάχθη να καταβάλει στους ενάγοντες το ποσό των €1353.00 με νόμιμο τόκο 5.5% από 3.3.2009 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον ΦΠΑ €202.50σ. πλέον €49.00 έξοδα του διατάγματος αυτού.» Η αίτηση βασίζεται στα άρθρα 14, 22-71 και 97 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.6, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 θ.θ. 1-4, Δ.42 θ.θ.1-4 και Δ.64 θ.θ.1-2, και στα άρθρα 31 και 41 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60, υποστηρίζεται δε από ένορκη δήλωση ίδιας ημερομηνίας του Γεώργιου Παπαθεοδώρου. Ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι είναι γραμματέας του διοικητικού συμβουλίου των αιτητών και γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα της υπόθεσης, είναι δε κατάλληλα εξουσιοδοτημένος από τους αιτητές να προβεί στην ένορκη του δήλωση. Στις 29.9.2008 εκδόθηκε απόφαση υπέρ των αιτητών και εναντίον του καθ' ου η αίτηση «για το ποσό των €2.720,94σ με τόκο 8% το χρόνο από 16.12.2002 πλέον €29.00- έξοδα της απόφασης πλέον €399,40σ ΦΠΑ, πλέον €1.234,26σ πλέον τόκο 8% από 16.12.2002 πλέον €179,01σ ΦΠΑ», φωτοαντίγραφο της οποίας επισυνάπτεται ως Τεκμήριο
- Περαιτέρω ο καθ' ου η αίτηση «την 30.10.2009 διετάχθη επίσης να καταβάλει στους ενάγοντες-αιτητές το ποσό των €1353.00σ με νόμιμο τόκο 5.5% από 3.3.2009 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον ΦΠΑ €2002.50σ πλέον €49.00 έξοδα του διατάγματος», φωτοαντίγραφο της απόφασης επισυνάπτεται ως Τεκμήριο
- Ο καθ' ου η αίτηση δεν πλήρωσε οποιοδήποτε ποσό έναντι των πιο πάνω. Στις 15.4.2011 καταχωρήθηκε ένταλμα πώλησης κινητής περιουσίας του καθ' ου η αίτηση, Αρ. Σιέριφφ Λευκωσίας 3119/11, το οποίο επιστράφηκε ανεκτέλεστο στις 23.11.2011 με έξοδα €142, ως εκτίθεται σε φωτοαντίγραφο της σχετικής ειδοποίησης του Δικαστηρίου (Τεκμήριο 3). Στις 7.2.2011 οι αιτητές καταχώρησαν και ενέγραψαν το ΜΕΜΟ - Δικαστική απόφαση στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου με αρ. ΕΒ171/11 σε δύο ακίνητα του καθ' ου η αίτηση, όπως εμφαίνεται σε φωτοαντίγραφο απόδειξης εγγραφής δικαστικής απόφασης (ΜΕΜΟ) που επισυνάπτεται ως Τεκμήριο
- Η αγοραστική αξία του ενός εκ των δύο αυτών ακινήτων με αρ. εγγραφής 3778, του οποίου ζητείται η πώληση με την παρούσα αίτηση, στις 31.3.2011 ήταν €260.000 ως προκύπτει από την έκθεση εκτίμησης της αξίας του ακινήτου αυτού από τον ειδικό εκτιμητή ακινήτων Στέφανο Φιντικλή, ημερομηνίας 11.4.2011, αντίγραφο της οποίας επισυνάπτεται ως Τεκμήριο
- Το εν λόγω ακίνητο δεν είναι δεσμευμένο είτε επιβαρυμένο με οποιοδήποτε άλλο βάρος ή επιβάρυνση εκτός του προαναφερθέντος ΜΕΜΟ, με δανειστές τους αιτητές-ενάγοντες στην παρούσα υπόθεση (βλ. Πιστοποιητικό Έρευνας του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Πάφου ημερομηνίας 8.3.2011, αντίγραφο του οποίου επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 6). Στις 8.12.2011 επιδόθηκε στον καθ' ου η αίτηση η ειδοποίηση που προβλέπεται από το άρθρο 24 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, με την οποία ο καθ' ου η αίτηση πληροφορήθηκε για το περιεχόμενο της εναντίον του εκδοθείσας δικαστικής απόφασης, αντίγραφο της οποίας επίσης του επιδόθηκε και κλήθηκε να καταβάλει το οφειλόμενο ποσό (βλ. ένορκη δήλωση επίδοσης της ειδοποίησης που επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 7). Εν όψει των πιο πάνω δεδομένων ο ενόρκως δηλών ζητά την έγκριση της αίτησης. Με την ειδοποίηση για πρόθεση υποβολής ένστασης, που καταχωρήθηκε στις 7.3.2013 και βασίζεται στο άρθρο 24 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 θ.θ. 1-9 και στη νομολογία, καθώς και στις γενικές εξουσίες και στη σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου να ελέγχει τις διαδικασίες προς αποφυγή κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας όπως αναγνωρίστηκε στην υπόθεση Αlecos Constantinides v. Ekdotiki Eteria Vima Ltd a.o.
(1983)1 C.L.R. 348 και επιβεβαιώθηκε σε σειρά μεταγενέστερων αποφάσεων, μεταξύ των οποίων, και η υπόθεση Διευθυντής των Φυλακών ν. Jennaro Perella
(1995)1 Α.Α.Δ. 217, ο καθ' ου η αίτηση προβάλλει τους ακόλουθους λόγους ένστασης: · δεν πληρούνται οι νομικές και πραγματικές προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων καθότι ο καθ' ου η αίτηση δεν έχει λάβει γνώση της ειδοποίησης που προβλέπεται από το άρθρο 24 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου και · η επιδιωκόμενη έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου. Στην ένορκη δήλωση, ίδιας ημερομηνίας, που συνοδεύει την ένσταση, ο καθ' ου η αίτηση, έχοντας προσωπική γνώση όλων των γεγονότων της υπόθεσης, αγνοεί και δεν παραδέχεται την ιδιότητα του ενόρκως δηλούντος των αιτητών καθώς και τη γνώση του και την εξουσιοδότηση από τους αιτητές σε σχέση με την υπό κρίση αίτηση. Αποδέχεται ότι εκδόθηκε απόφαση εναντίον του καθώς και τα ποσά που αναφέρονται στην παράγραφο 2 της ένορκης δήλωσης των αιτητών, εκτός του ποσού των €1.234,26 πλέον τόκο προς 8% από 16.12.2002 πλέον ΦΠΑ, το οποίο ως υποστηρίζει διατάχθηκε να καταβάλει στους ενάγοντες ο εναγόμενος 1 και όχι ο ίδιος. Απορρίπτοντας τη θέση του ενόρκως δηλούντος των αιτητών ότι δεν πληρώθηκε οποιοδήποτε ποσό έναντι των παρατεθέντων στις παραγράφους 2 και 3 της ένορκης τους δήλωσης ποσών, ο καθ' ου η αίτηση αναφέρει ότι στις 23.1.2013 εκδόθηκε εκ συμφώνου διάταγμα προς εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους και εξόδων στην παρούσα αγωγή, κατόπιν αποδοχής του ίδιου όπως καταβάλλει μηνιαίες δόσεις εκ €300 μηνιαίως από 1.3.2013 μέχρις εξοφλήσεως, έχοντας μάλιστα καταβάλει την 1.3.2013 την πρώτη δόση στον τραπεζικό λογαριασμό του Γεώργιου Παπαθεοδώρου (Τεκμήριο Α) και προτίθεται να συνεχίσει να καταβάλλει το ποσό αυτό προς συμμόρφωση με το προαναφερθέν διάταγμα. Ο καθ' ου η αίτηση αποδέχεται τους ισχυρισμούς του ενόρκως δηλούντος των αιτητών για την επιστροφή ανεκτέλεστου του εντάλματος πώλησης κινητής περιουσίας, της εγγραφής του ΜΕΜΟ, της αγοραστικής αξίας του επίδικου ακινήτου καθώς και ότι αυτό δεν είναι δεσμευμένο ή επιβαρυμένο πλην του υπό αναφορά ΜΕΜΟ. Αρνείται ωστόσο τον ισχυρισμό ότι του επιδόθηκε η ειδοποίηση που αναφέρεται στην παράγραφο 9 της ένορκης δήλωσης των αιτητών, και ισχυρίζεται ότι τέτοια ειδοποίηση δεν του επιδόθηκε προσωπικά και ουδέποτε έλαβε γνώση της ειδοποίησης αυτής. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι σύμφωνα με την ένορκη δήλωση του ιδιώτη επιδότη, η εν λόγω ειδοποίηση αφέθηκε στις 8.12.2011 στην παρουσία της συζύγου του Ανθίτσας Κλεάνθους στην Αγία Μαρίνα Χρυσοχούς, όπου η σύζυγος του βρισκόταν επισκεπτόμενη τον αδελφό της, ενόσω ο καθ' ου η αίτηση κατοικεί ανελλιπώς στη Λευκωσία τα τελευταία 20 έτη στην οδό Ελευθέριου Βενιζέλου 14, Έγκωμη. Η σύζυγος του, η οποία απεβίωσε πρόσφατα, ουδέποτε του έδωσε την ειδοποίηση αυτή, ούτε και του ανέφερε οτιδήποτε και ο καθ' ου η αίτηση για πρώτη φορά είδε την ειδοποίηση που επισυνάφθηκε ως Τεκμήριο στην παρούσα αίτηση. Υποστηρίζει, επίσης, ο καθ' ου η αίτηση, έχοντας λάβει νομική συμβουλή, ότι η παράλληλη προώθηση εκ μέρους των αιτητών ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας δύο διαφορετικών αιτήσεων που επιδιώκουν τον ίδιο σκοπό, δηλαδή την εκτέλεση της επί της αγωγής απόφασης, αποτελεί σύμφωνα με τη νομολογία κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας, δεδομένου μάλιστα ότι οι ενάγοντες δέχθηκαν την έκδοση εκ συμφώνου διατάγματος μηνιαίων δόσεων εναντίον του και συνεπώς επέλεξαν τον τρόπο εκτέλεσης της απόφασης, με αποτέλεσμα να κωλύονται να προωθούν την παρούσα αίτηση. Εν όψει του ότι το ποσό που οφείλεται στην παρούσα αγωγή είναι σχετικά μικρό και η αξία του επίδικου κτήματος είναι μεγάλη αλλά και επειδή εκδόθηκε εκ συμφώνου διάταγμα μηνιαίων δόσεων ως προαναφέρθηκε, ο καθ' ου η αίτηση θεωρεί ορθό και δίκαιο να απορριφθεί η παρούσα αίτηση λόγω κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας, εφόσον καταδεικνύεται η πιεστική και καταχρηστική αντιμετώπιση του εκ μέρους των αιτητών και η δυσμένεια που θα του προκαλείτο με την αιτούμενη πώληση του ακινήτου, αντί να του δοθεί η ευκαιρία να αποπληρώσει την οφειλή του με μηνιαίες δόσεις, σύμφωνα με το πρόσφατα εκδοθέν εκ συμφώνου διάταγμα. Εισηγείται, τέλος, ότι δεν πληρούνται οι νομικές προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων εφόσον δεν του έχει γνωστοποιηθεί η προαπαιτούμενη από το άρθρο 24 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου ειδοποίηση, ως ήδη αναφέρθηκε. Μετά την επίδοση της υπό κρίση αίτησης στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Πάφου, σε επιστολή του Επαρχιακού Κτηματολογικού Λειτουργού ημερομηνίας 15.1.2012 που καταχωρήθηκε στο φάκελο του Δικαστηρίου στις 7.2.2012, αναφέρεται ότι δεν υπάρχει ένσταση για την πώληση του επίδικου ακινήτου, επί του οποίου δεν υπάρχει οποιοδήποτε άλλο εμπράγματο βάρος εκτός του προαναφερθέντος ΜΕΜΟ, ούτε και καμιά προσωπική απαγόρευση. Κατά την ακρόαση της αίτησης οι ενόρκως δηλούντες δεν αντεξετάστηκαν και οι συνήγοροι των δύο πλευρών με τις γραπτές τους αγορεύσεις υποστήριξαν τις θέσεις κάθε πλευράς αντίστοιχα. Σύμφωνα με το άρθρο 14
(1)(β) του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.6 (στο εξής «ο Νόμος»), η πώληση ακίνητης ιδιοκτησίας αποτελεί μία από τις μεθόδους εκτέλεσης κάθε δικαστικής απόφασης ή διατάγματος του Δικαστηρίου που διατάσσει πληρωμή χρημάτων, λαμβανομένου υπόψη ότι η εκτέλεση μπορεί να γίνει με όλες ή με οποιαδήποτε από τις μεθόδους εκτέλεσης που προβλέπονται στο εν λόγω άρθρο. Σχετικές με την υπό κρίση αίτηση είναι οι πρόνοιες των άρθρων 22-52 και 97 του Νόμου. Η έκδοση εντάλματος πώλησης ακίνητης ιδιοκτησίας είναι δυνατή μόνο κατόπιν αίτησης προς το Δικαστήριο, η οποία θα πρέπει να γνωστοποιηθεί στον οφειλέτη χρέους (βλ. άρθρο 24 του Νόμου), νοουμένου ότι έχει εκδοθεί απόφαση Δικαστηρίου υπέρ του αιτητή και εναντίον του καθ' ου η αίτηση-οφειλέτη και το χρέος δεν έχει εξοφληθεί. Απαιτείται, επίσης, η συναίνεση του εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτη χρέους εκτός και αν ένταλμα πώλησης της κινητής του ιδιοκτησίας επιστράφηκε ανεκτέλεστο ή αν φαίνεται ότι ο οφειλέτης χρέους δεν έχει στην κατοχή του κινητή ιδιοκτησία (άρθρο 22 του Νόμου). Σύμφωνα με το άρθρο 23 του Νόμου, ακίνητη ιδιοκτησία που μπορεί να πωληθεί με εκτέλεση είναι μόνο η εγγεγραμμένη στο όνομα του οφειλέτη χρέους στα βιβλία του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου και όταν η ιδιοκτησία αυτή συνίσταται ολικά ή μερικά από κατοικία ή κατοικίες πρέπει να αφήνεται ή να παρέχεται στον οφειλέτη χρέους τέτοια στέγαση, η οποία κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου είναι απόλυτα αναγκαία για αυτόν και την οικογένεια του. Όταν δε ο οφειλέτης χρέους είναι γεωργός πρέπει να εξαιρείται από την πώληση τέτοια γη, η οποία κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου είναι απόλυτα αναγκαία για τη συντήρηση του ίδιου και της οικογένειας του, επιφύλαξη που δεν εφαρμόζεται στις περιπτώσεις που καθορίζονται στο άρθρο 23 του Νόμου. Σύμφωνα με τη Δ.42 θ.θ.1-3 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, η αίτηση για την πώληση ακίνητης περιουσίας πρέπει να γίνεται διά κλήσεως και να αναφέρει την περιουσία που επιδιώκεται να πωληθεί, τον αριθμό εγγραφής, την τοποθεσία, το είδος της περιουσίας και την έκταση της. Θα πρέπει να αναφέρει, επίσης, τα κονδύλια που δημιουργούν το ποσό που επιδιώκεται να αποκτηθεί με συνημμένες τις αποδείξεις ή άλλη μαρτυρία για υποστήριξη οποιωνδήποτε κονδυλίων για δαπάνες. Θα πρέπει να επισυνάπτεται στην αίτηση ένα επίσημο αντίγραφο της απόφασης που θα εκτελεστεί και τα πιστοποιητικά του Κτηματολογικού Γραφείου που καταδεικνύουν ότι η περιουσία που πρόκειται να πωληθεί είναι εγγεγραμμένη στο όνομα του οφειλέτη χρέους. Η αίτηση πρέπει να υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση που θα επιβεβαιώνει ότι το ποσό της απόφασης ακόμη οφείλεται, καθώς και όλα τα ποσά που απαιτούνται ως δαπάνες της εκτέλεσης και θα παραθέτει με λεπτομέρεια τον αριθμό των μελών της οικογένειας του οφειλέτη, την οικία που αυτός διαμένει και, όπου είναι αναγκαίο, τη γη που θα εξαιρεθεί ως αναγκαία για τη συντήρηση του οφειλέτη και της οικογένειας του, με αναφορά ότι με βάση την καλύτερη πληροφόρηση του αιτητή γίνεται ικανοποιητική πρόνοια για τις ανάγκες του οφειλέτη και της οικογένειας του. Αντίγραφο της αίτησης και της ένορκης δήλωσης που την υποστηρίζει πρέπει να επιδοθεί στον οφειλέτη. Στην υπόθεση Αρέστη ν. Ερμογένους (Κοκόνα)
(2010)1(Γ) Α.Α.Δ. 1844, επικυρώθηκε η πρωτόδικη απόφαση με την οποία απορρίφθηκε αίτηση για έκδοση διατάγματος πώλησης ακίνητης ιδιοκτησίας, λόγω του ότι στην αίτηση δεν είχε επισυναφθεί επίσημο αντίγραφο της απόφασης καθώς και πιστοποιητικό του Κτηματολογίου που να δείχνει ότι η περιουσία που επρόκειτο να πωληθεί ήταν εγγεγραμμένη στο όνομα του οφειλέτη, ούτε επίσης αναφερόταν στην αίτηση η έκταση της περιουσίας που επρόκειτο να πωληθεί, εν όψει του λεκτικού της Δ.42 θ.1 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, τις πρόνοιες της οποίας το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ως επιτακτικές. Το Ανώτατο Δικαστήριο, απορρίπτοντας αντίθετη εισήγηση του συνηγόρου του εφεσείοντος, έκρινε ότι τα θέματα που αποφασίστηκαν πρωτόδικα ήταν επίδικα εφόσον στην ένσταση της οφειλέτιδας είχε εγερθεί ζήτημα μη πλήρωσης των νομικών προϋποθέσεων για έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων, θεωρώντας, επίσης, ότι η διαπιστωθείσα παρατυπία παρέμεινε μη θεραπευθείσα, εφόσον ο αιτητής δεν έλαβε οποιοδήποτε μέτρο για να τη θεραπεύσει δυνάμει της Δ.64 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών. Επανερχόμενη στα γεγονότα της υπόθεσης, με βάση όσα έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και υπό το φως της νομολογίας, προέχει η εξέταση του θέματος κατά πόσο πληρούνται οι νομικές προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων. Παρατηρείται συναφώς ότι στην υπό κρίση αίτηση γίνεται αναφορά στην περιουσία που επιδιώκεται να πωληθεί περιλαμβανομένου του αριθμού εγγραφής, της τοποθεσίας, του είδους και της έκτασης του ακινήτου, το οποίο σύμφωνα με το επισυναπτόμενο πιστοποιητικό έρευνας ακίνητης ιδιοκτησίας είναι εγγεγραμμένο επ' ονόματι του καθ' ου η αίτηση, ως επιβεβαιώνεται και από τον Επαρχιακό Κτηματολογικό Λειτουργό Πάφου, όπως πιο πάνω παρατέθηκε. Παρόλο δε ότι στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση γίνεται αναφορά στο οφειλόμενο από τον καθ' ου η αίτηση χρέος προς τους αιτητές δυνάμει δύο αποφάσεων του Δικαστηρίου ημερομηνίας 29.9.2008 και 30.10.2009, χωρίς να διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι τα ποσά που αναγράφονται στις παραγράφους 2 και 3 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση διαφέρουν από τα ποσά που αναγράφονται στο αιτητικό της αίτησης στην παράγραφο Β, ως παρατέθηκαν πιο πάνω, δεν επισυνάπτονται επίσημα αντίγραφα των εν λόγω αποφάσεων, δεδομένου ότι τα Τεκμήρια 1 και 2 της αίτησης αποτελούν φωτοαντίγραφα πιστών αντιγράφων των εν λόγω αποφάσεων. Επισημαίνοντας ότι ο καθ' ου η αίτηση αρνείται αφενός τη θέση των αιτητών ότι οφείλει, εκ των ποσών που αναφέρονται στην παράγραφο 2 της ένορκης δήλωσης των αιτητών, το ποσό των €1.234,26 πλέον τόκο προς 8% από 16.12.2002 πλέον ΦΠΑ, το οποίο ως υποστηρίζει διατάχθηκε να καταβάλει στους ενάγοντες ο εναγόμενος 1 και όχι ο ίδιος, καθώς και τη θέση τους ότι δεν πληρώθηκε οποιοδήποτε ποσό έναντι του οφειλόμενου χρέους, θεωρώ ότι η διαπιστωθείσα παράλειψη των αιτητών να επισυνάψουν στην αίτηση τους επίσημα αντίγραφα των αποφάσεων που θα εκτελεστούν ως απαιτείται δυνάμει της Δ.42 θ.1 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, παρατυπία που δεν έχει θεραπευθεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, θα πρέπει να οδηγήσει σε απόρριψη της υπό κρίση αίτησης (βλ. Αρέστη ν. Ερμογένους (Κοκόνα) (πιο πάνω)). Παρατηρείται ακόμη ότι ελλείπουν από την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση, οι λεπτομέρειες που καθορίζονται από την Δ.42 θ.2 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών αναφορικά με τον αριθμό των μελών της οικογένειας του καθ' ου η αίτηση και την οικία που αυτός διαμένει, ούτε και γίνεται αναφορά στο επάγγελμα ή την απασχόληση του, ώστε να μην τίθεται θέμα εφαρμογής των προνοιών που σχετίζονται με την διαφύλαξη των αναγκών του οφειλέτη και της οικογένειας του. Ανεξάρτητα του ότι τα πιο πάνω θέματα, που θα πρέπει να οδηγήσουν στην απόρριψη της αίτησης, δεν εξειδικεύονται στην ολότητα τους στην ένσταση του καθ' ου η αίτηση θεωρώ ότι, σύμφωνα με τα λεχθέντα στην υπόθεση Αρέστη ν. Ερμογένους (Κοκόνα) (πιο πάνω), είναι επίδικα εφόσον ως πρώτος λόγος ένστασης προβάλλεται ότι δεν πληρούνται οι νομικές και πραγματικές προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων, έστω και αν βασίζεται σε άλλον ισχυρισμό. Εν όψει των πιο πάνω διαπιστώσεων, η εξέταση των λοιπών εισηγήσεων εκ μέρους του καθ' ου η αίτηση έχει θεωρητική πλέον σημασία. Για σκοπούς όμως πληρότητας θα πρέπει να λεχθεί ότι ο ισχυρισμός του καθ' ου η αίτηση ότι δεν έλαβε γνώση της ειδοποίησης, που ως το Τεκμήριο 7 της αίτησης επιδόθηκε στη σύζυγο του, δεν θα μπορούσε να αποτελέσει λόγο απόρριψης της αίτησης, λαμβανομένου υπόψη ότι ο καθ' ου η αίτηση εκπροσωπήθηκε από δικηγόρο στην παρούσα διαδικασία, μετά την επίδοση προφανώς της παρούσας αίτησης και της ένορκης δήλωσης που τη συνοδεύει, ως απαιτείται από το άρθρο 24 του Νόμου. Κατά την αντίληψη μου, η ειδοποίηση, για την οποία γίνεται λόγος στην αίτηση και την ένσταση, δεν απαιτείται σε περιπτώσεις που υποβάλλεται αίτηση όπως η παρούσα στο Δικαστήριο δυνάμει του άρθρου 24 του Νόμου, ενώ είναι προαπαιτούμενο για τις περιπτώσεις που υποβάλλεται αίτηση πώλησης στο Κτηματολογικό Γραφείο μετά από την παρέλευση ενός έτους από την εγγραφή της δικαστικής απόφασης σύμφωνα με τα άρθρα 98 και 99 του Νόμου, ως προβλέπεται στην Δ.42 θ.5 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών. Με την αντίληψη αυτή του Δικαστηρίου συμφωνούν και οι συνήγοροι των δυο πλευρών, όπως δήλωσαν ενώπιον του Δικαστηρίου, όταν κλήθηκαν για την διευκρίνιση του θέματος αυτού στις 26.6.2013. Ως προς την εισήγηση του συνηγόρου του καθ' ου η αίτηση ότι η καταχώρηση της παρούσας αίτησης αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας, εφόσον είχε παράλληλα καταχωρηθεί και προωθηθεί αίτηση μηνιαίων δόσεων προς εκτέλεση της επί της αγωγής απόφασης, επισημαίνεται ότι σύμφωνα με τη νομολογία η εκτέλεση απόφασης με οποιαδήποτε μέτρα εκτέλεσης, όπως προβλέπεται στο άρθρο 14 του Νόμου, είναι επιτρεπτή και η παράλληλη προώθηση δύο διαφορετικών μέτρων εκτέλεσης δεν μπορεί να θεωρηθεί δικονομικά εσφαλμένη, αναιτιολόγητη ή καταπιεστική (βλ. Α/φοί Θράσου & Συνεργάτες ν. Βασιλαρά κ.α.
(2008)1(Β) Α.Α.Δ. 830). Πέραν όμως τούτου, από τα αναντίλεκτα γεγονότα της παρούσας αίτησης προβάλλει ότι το ποσό που οφείλεται από τον καθ' ου η αίτηση, ανεξάρτητα από την όποια διάσταση παρατηρείται ως προς το ακριβές ύψος του, είναι μικρό σε σχέση με την αξία του κτήματος που ζητείται να πωληθεί, η οποία είναι σαφώς μεγάλη, καθώς και ότι μετά την εκ συμφώνου έκδοση διατάγματος μηνιαίων δόσεων έχει ήδη καταβληθεί εκ μέρους του καθ' ου η αίτηση κάποιο ποσό έναντι του οφειλόμενου χρέους. Παρά το θεωρητικό του θέματος εν όψει της πιο πάνω κατάληξης του Δικαστηρίου, τα δεδομένα αυτά θα μπορούσε, υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, να οδηγήσουν στην κρίση ότι η προώθηση της υπό κρίση αίτησης ήταν αχρείαστα πιεστική αλλά και καταχρηστική επιφέροντας δυσμένεια στον καθ' ου η αίτηση (βλ. Constantinides v. Vima Ltd
(1983)1(Α) C.L.R. 348 και Διευθυντής των Φυλακών ν. Τζεννάρο Περρέλλα
(1995)1 Α.Α.Δ. 217). Κατά συνέπεια η αίτηση απορρίπτεται. Όσον αφορά τα έξοδα, σύμφωνα με τα λεχθέντα σχετικά στην υπόθεση Αρέστη ν. Ερμογένους (Κοκόνα) (πιο πάνω) και θεωρώντας ότι δεν υπάρχει λόγος παρέκκλισης από το γενικό κανόνα ότι τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα, επιδικάζονται υπέρ του καθ' ου η αίτηση και εναντίον των αιτητών-εναγόντων, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. (Υπ.) .......... Λ. Καουτζάνη, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΦΚ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο