FRESH FRESH FRESH 1 LTD ν. AD MADISON LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 252/11, 28/6/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:A256 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Στ. Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 252/11 Μεταξύ: FRESH FRESH FRESH 1 LTD Ενάγουσας και
- A.D. MADISON LTD
- AD SHOPPING GALLERIES PLC Εναγομένων ΑΙΤΗΣΗ ΗΜΕΡ. 13.3.13 ΓΙΑ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗΣ Ημερομηνία: 28.6.13 Εμφανίσεις: Για την Εναγόμενη 1 - Αιτήτρια: κ.Γκούντρας για Αργυρού & Δημοσθένους ΔΕΠΕ Για την Ενάγουσα- Καθ'ης η Αίτηση: κα Χριστοφή για Νίκο Α.Ροτσίδη ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό αγωγή καταχωρήθηκε στις 12.1.11 σε κλητήριο ειδικά οπισθογραφημένο και με αυτή η ενάγουσα αξιώνει εναντίον των εναγομένων 1 και 2 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα ποσό €10.034,00 το οποίο αφορά τα έξοδα της ενάγουσας για να εγκαταλείψει το εμπορικό κέντρο Α.D. Madison Hypermarket στις 16.6.10 δυνάμει συμφωνίας που καταρτίστηκε στις 10.5.10 κατόπιν επιθυμίας των εναγομένων να αξιοποιήσουν τον χώρο για τον οποίο είχε δικαίωμα χρήσης η ενάγουσα για σκοπούς εμπορίου στο εν λόγω εμπορικό κέντρο, σύμφωνα με τα επιχειρηματικά και/ή στρατηγικά τους σχέδια. Είναι η θέση της ενάγουσας ότι με βάση τη συμφωνία εγκατέλειψε τον χώρο που διαχειριζόταν στο εν λόγω εμπορικό κέντρο αλλά οι εναγόμενες κατά παράβαση της μεταξύ τους συμφωνίας δεν κατέβαλαν το συμφωνηθέν ποσό των €10.034,
- Στις 21.1.11 καταχωρήθηκε εμφάνιση από τους εναγόμενους 1 και 2 και στις 13.5.11 η Υπεράσπιση τους. Στην Υπεράσπιση οι εναγόμενοι αρνούνται όλες τις αξιώσεις της ενάγουσας, την καλούν σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών της και ισχυρίζονται ότι δεν οφείλουν κανένα ποσό σ΄αυτή ούτε και ανέλαβαν οποτεδήποτε υποχρέωση για καταβολή του ισχυριζόμενου ή οποιουδήποτε ποσού σ΄αυτή. Στις 20.6.11 η ενάγουσα καταχώρησε αίτηση με την οποία ζητούσε περισσότερες και καλύτερες λεπτομέρειες των παραγράφων 3, 5 και 6 της Υπεράσπισης των Εναγομένων. Οι λεπτομέρειες αυτές δόθηκαν και η αίτηση απεσύρθη άνευ βλάβης των δικαιωμάτων της ενάγουσας η οποία δήλωσε στο Δικαστήριο ότι οι λεπτομέρειες που δόθηκαν δεν συνάδουν με τα όσα αναφέρονται στην υπεράσπιση. Ο συνήγορος εναγομένων ανέφερε ότι είχε πρόθεση να καταχωρήσει αίτηση για τροποποίηση της υπεράσπισης. Η ενάγουσα καταχώρησε απάντηση στην υπεράσπιση στις 22.12.
- Σε αυτή αρνείται όλους τους ισχυρισμούς των εναγομένων και προβάλλει την θέση ότι η υπεράσπιση είναι νομικά και πραγματικά αβάσιμη και έχει καταχωρηθεί μόνο και μόνο για να προκαλέσει καθυστέρηση στη διαδικασία. Η αγωγή ορίστηκε για πρώτη φορά για ακρόαση στις 6.11.12, ημερομηνία κατά την οποία αναβλήθηκε αφού ήταν ημέρα που οι δικηγόροι κατήλθαν παγκύπρια σε απεργία και ορίστηκε για οδηγίες στις 11.12.
- Την εν λόγω ημερομηνία ο συνήγορος των εναγομένων ζήτησε χρόνο για να καταχωρήσει αίτηση για τροποποίηση της υπεράσπισης η οποία τελικά καταχωρήθηκε στις 13.3.
- Σημειώνω ότι η αίτηση για τροποποίηση καταχωρήθηκε μόνο εκ πλευράς εναγομένης 1 για την οποία εμφανίζεται το γραφείο Αργυρού και Δημοσθένους ΔΕΠΕ. Σε ότι αφορά την εναγομένη 2 δεν φαίνεται να συνεχίζει να υπάρχει εμφάνιση. Όπως έχει αναφερθεί, στις 13.3.13 καταχωρήθηκε η υπό κρίση αίτηση με την οποία η εναγόμενη 1 - αιτήτρια αιτείται διατάγματος του Δικαστηρίου που να επιτρέπει την τροποποίηση της Υπεράσπισης δια της προσθήκης νέων παραγράφων, αναρίθμησης υφιστάμενων παραγράφων και αντικατάστασης άλλων παραγράφων και δια της προσθήκης ανταπαίτησης εκ πλευράς εναγομένης
- Η αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας Δ.9 Θ11, Δ.12 θ4, Δ.25 Θ1, 2,3,4,5 και 6 και Δ.
- Συνοδεύεται δε από την ένορκο δήλωση του Χρήστου Γκούντρα, δικηγόρου στο Δικηγορικό Γραφείο Αργυρού & Δημοσθένους ΔΕΠΕ που εκπροσωπεί την εναγόμενη 1 - αιτήτρια στην οποία ισχυρίζεται ότι μετά την καταχώρηση της αίτησης εκ πλευράς ενάγουσας για περισσότερες και καλύτερες λεπτομέρειες ημερομηνίας 20.6.11 περιήλθαν στην κατοχή της εναγομένης 1 στοιχεία τα οποία αφορούν συμφωνίες μεταξύ της ενάγουσας και των εναγομένων για τις οποίες δεν γίνεται καμία αναφορά στην ΄Εκθεση Απαίτησης. Τα εν λόγω στοιχεία είναι αναγκαίο όπως συμπεριληφθούν στην υπεράσπιση της εναγομένης 1 και είναι αναγκαίο και προς το συμφέρον της δικαιοσύνης να περιληφθούν στην υπεράσπιση της εναγομένης 1 γιατί μόνο έτσι το Δικαστήριο θα έχει ενώπιον του τα πραγματικά και αληθή γεγονότα και στοιχεία που αφορούν την υπόθεση. Αναφέρει ότι αίτηση γίνεται καλή τη πίστη, δεν επιφέρει καμία δραστική αλλαγή στην ήδη καταχωρηθείσα υπόθεση της ενάγουσας της οποίας σε καμία περίπτωση δεν πλήττονται ανεπανόρθωτα τα δικαιώματα, αντίθετα με την κατάλληλη θεραπεία για έξοδα η όποια τυχόν ζημιά προκαλείται σ΄αυτή αποζημιώνεται. Η αίτηση προσέκρουσε στην ένσταση της ενάγουσας η οποία καταχωρήθηκε στις 19.4.
- Η βάση της ένστασης είναι οι Θεσμοί της Πολιτικής Δικονομίας Δ.25 Θ.1-6, Δ.39 και Δ.48 Θ.1-7, στο άρθρο 30 του Συντάγματος και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Οι λόγοι της ένστασης είναι ότι: «
- Η αίτηση είναι αντικανονική ένεκα του ότι δεν πληρεί τις προϋποθέσεις που θέτει η νομολογία και οι κανονισμοί για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. 2.Η υπό εξέταση αίτηση καταχωρίστηκε προς κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας.
- Η αιτήτρια ενήργησε με κακή πίστη στην καταχώρηση της αίτησης.
- Η αιτήτρια δε νομιμοποιείται στα αιτούμενα διατάγματα εφόσον η αίτηση υπεβλήθη με υπέρμετρη καθυστέρηση, η οποία και δεν δικαιολογήθηκε επαρκώς και ως εκ τούτου η αιτήτρια δεν απέσεισε το βάρος απόδειξης που την βάρυνε προς έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.
- Η αίτηση δεν υποστηρίζεται με κατάλληλη και επαρκή μαρτυρία και/ή δεν αποκαλύπτει λόγο και/ή επαρκή και/ή βάσιμο και/ή νόμιμο και/ή εύλογο λόγο ως προς το γιατί οι εν λόγω αιτούμενες τροποποιήσεις να γίνουν δεκτές με αποτέλεσμα οι εν λόγω αιτούμενες τροποποιήσεις να παραμένουν αδικαιολόγητες, καταχρηστικές, ατεκμηρίωτες και αβάσιμες.
- Τα αιτούμενα διατάγματα αποτελούν προϊόν δεύτερης σκέψης με αποκλειστικό σκοπό τον εκτροχιασμό και την καθυστέρηση της δικαστικής διαδικασίας.
- Η συμπεριφορά της αιτήτριας καταδεικνύει την πρόθεση της για κωλυσιεργία και ως εκ τούτου την καταφρόνηση της έναντι της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων της καθ΄ης η αίτηση.
- Οι ισχυρισμοί τους οποίους η αιτήτρια επιδιώκει να εισαγάγει με την υπό εκδίκαση αίτηση είναι καθ΄όλα αβάσιμοι και κύριος σκοπός τους είναι ο αποπροσανανατολισμός του Δικαστηρίου.
- Η αιτήτρια δε νομιμοποιείται στα αιτούμενα διατάγματα εφόσον με την αίτηση επιχειρεί να εισαγάγει νέα βάση αγωγής με ισχυρισμούς οι οποίοι ήταν ήδη γνωστοί στην αιτήτρια κατά την καταχώρηση τόσο της Έκθεσης Απαίτησης από την καθ΄ης η αίτηση όσο και της ΄Εκθεσης Υπεράσπισης της. 10.Τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα επηρεάσει δυσμενώς τα δικαιώματα της καθ΄ης η αίτηση, προκαλώντας της ανεπανόρθωτη ζημιά, η οποία δεν μπορεί να αποζημιωθεί με έξοδα.
- Τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα έχει ως αποτέλεσμα την κατάφορη καταπάτηση των Συνταγματικών δικαιωμάτων της καθ΄ης η αίτηση.
- Η ένορκη δήλωση η οποία συνοδεύει την αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί ένεκα του ότι έχει καταρτιστεί παράτυπα και σε αντίθεση με τη νομολογία.» Την ένσταση συνοδεύει η ένορκος δήλωση της Μαρίνας Βασιλείου, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων της ενάγουσας στην οποία επαναλαμβάνει όλους τους λόγους ένστασης θεωρεί ότι η εναγομένη 1 προσπαθεί να εισαγάγει στη υπεράσπιση της στο στάδιο αυτό ισχυρισμούς οι οποίοι ήταν ήδη γνωστοί σ΄αυτή όταν καταχωρείτο η εντός του φακέλου υπεράσπιση, έχει περάσει μεγάλο χρονικό διάστημα από την ημερομηνία καταχώρησης της υπεράσπισης που ήταν η 13.5.11 μέχρι την ημερομηνία υποβολής της αίτησης για το οποίο δεν δίνεται κανένας λόγος και είναι εν πάση περιπτώσει υπερβολικός και αδικαιολόγητος χρόνος, τα πιο πάνω καταδεικνύουν την κακή πίστη της εναγομένης 1 που από τον λόγο αυτό και μόνο η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Θεωρεί ότι η ενάγουσα 1 υπέπεσε με βάση τις θέσεις της όπως φαίνονται στην αίτηση σε ψεύδη όταν καταχώρησε την υπεράσπιση και θεωρεί ότι δεν θα πρέπει να της επιτραπεί η τροποποίηση της υπεράσπισης αφού οι ενέργειες της είναι αντίθετες με τις αρχές της νομολογίας, καταστρατηγούν το δικαίωμα της ενάγουσας σε δίκαιη δίκη εντός ευλόγου χρόνου και της προκαλεί ανεπανόρθωτη ζημιά. Η αίτηση οδηγήθηκε σε ακρόαση κατά την οποία οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των μερών προώθησαν ο καθένας τη θέση τους αντίστοιχα και παρέπεμψαν το Δικαστήριο σε νομολογία. Ήταν η θέση του κ.Γκούντρα ότι η τροποποίηση δικογράφου με βάση τη νομολογία πρέπει να επιτρέπεται έστω και αν ζητείται αργοπορημένα εφόσον αυτή είναι αναγκαία για να αποδοθεί δικαιοσύνη μεταξύ των διαδίκων ιδιαίτερα εάν ληφθεί υπόψη ότι η οποιαδήποτε τυχόν δυσχέρεια που μπορεί να προκληθεί μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα στην άλλη πλευρά. Θεωρεί ότι με την σκοπούμενη τροποποίηση δεν επιφέρεται οποιαδήποτε αλλαγή ή ριζική μετατροπή στη φύση και τον χαρακτήρα της αγωγής και την κατ΄ισχυρισμό αξίωση της ενάγουσας αλλά επιδιώκεται να παρουσιαστούν με ακρίβεια τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης όπως θα έπρεπε να είχαν εκτεθεί εξ υπαρχής από την ίδια την ενάγουσα. Επαναλαμβάνει την θέση ότι η η γνώση των στοιχείων που αποτελεί τη βάση της αίτησης τροποποίησης περιήλθε στη γνώση της εναγομένης 1 μετά την καταχώρηση της υπεράσπισης της και όχι από πριν ως ισχυρίζεται η ενάγουσα και η πρόθεση της είναι γνήσια και επιδιώκει να παρουσιάσει στο Δικαστήριο όλα τα στοιχεία της υπόθεσης τα οποία η ενάγουσα επιλεκτικά δεν παρουσίασε στο Δικαστήριο. Η κα Βασιλείου στη δική της αγόρευση θεωρεί ότι η υπερβολικά μακρά καθυστέρηση που επέδειξε η εναγομένη 1 στην καταχώρηση της αίτησης πέραν από εντελώς αδικαιολόγητη συνιστά κακοπιστία, εμπαιγμό και απαξίωση της δικαστικής διαδικασίας και πλήρη καταφρόνηση προς τα συνταγματικά δικαιώματα της αιτήτριας. Θεωρεί ότι όλοι οι προτεινόμενοι ισχυρισμοί είναι προϊόν δεύτερης σκέψης και έχουν αποκλειστικό σκοπό τον εκτροχιασμό και την καθυστέρηση της δικαστικής διαδικασίας. Διερωτάται επίσης πως μπορεί να είναι αληθινός ο ισχυρισμός της εναγομένης 1 ότι τα γεγονότα που επιδιώκει να εισάξει περιήλθαν σε γνώση της μετά την καταχώρηση υπεράσπισης αφού η τροποποίηση που επιδιώκεται αναφέρεται σε συμφωνίες που είχαν γίνει πολύ προηγουμένως. Αναφέρει επίσης ότι ο δικηγόρος κ.Γκούντρας ο οποίος προβαίνει στη ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση δεν εξηγά τον λόγο για τον οποίο ο ίδιος προβαίνει στην εν λόγω ένορκο δήλωση και όχι η ίδια η εναγόμενη
- Υπάρχει ευρεία νομολογία σχετική με το θέμα της τροποποίησης δικογράφων. Η έγκριση ή όχι τέτοιων αιτημάτων εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Οι παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου έχουν αναλυθεί σε σειρά αποφάσεων. Στην υπόθεση Περικτιόνη Χρήστου ν. Ανδρέα Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ. 704, λέχθηκαν τα ακόλουθα στη σελ. 707: "Η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις αποφάσεις είναι πως η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής. Στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου συνεκτιμάται και ο παράγων της καθυστέρησης στην υποβολή αίτησης σαν λογικής απορροίας των διατάξεων του άρθρου 30.2 του Συντάγματος που επιτάσσει τη διεξαγωγή και περάτωση της δίκης σε εύλογα χρονικά όρια." Περαιτέρω στην υπόθεση Δόμνα Χριστοδούλου ν. Αθηναΐδος Χριστοδούλου και άλλη
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, στην σελ. 939 λέχθηκαν τα εξής: "Αναμφίβολα η σύγχρονη τάση, όπως βγαίνει από τη σχετική νομολογία, είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμη και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα." Στην υπόθεση Astor Manufacturing & Exporting Co. ν. A & G Leventis & Company (Nigeria) Ltd
(1993)1 Α.Α.Δ. 726, λέχθηκε στις σελίδες 730-731 σχετικά με το θέμα της καθυστέρησης ότι: "Ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός. Δεν είναι όμως εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Το ίδιο ισχύει για τον καθένα από τη σειρά των παραγόντων που η νομολογία καθιέρωσε ως διαδραματίζοντας ρόλο. Η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου ασκείται αφού συνυπολογιστούν τα σχετικά στο πλαίσιο των ιδιαιτεροτήτων της κάθε υπόθεσης." Η σημασία της καθυστέρησης σε συνδυασμό και με άλλους σχετικούς παράγοντες σχολιάσθηκε και στην υπόθεση Saba & Co (T.M.P.) v. T.M.P. Agents
(1994)A.A.Δ. 426: "Μένει το ερώτημα της δικαιολόγησης της καθυστέρησης. Η σημασία ποικίλλει ανάλογα με τα περιστατικά κάθε υπόθεσης κυρίως σε συσχετισμό προς την γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Στην παρούσα υπόθεση δεν έχει γίνει τέτοιος ή άλλος ανάλογος ισχυρισμός και δεν συμφωνούμε πως καλόπιστη αίτηση για τροποποίηση προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης θα πρέπει να απορριφθεί επειδή, ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο, η καθυστέρηση δικαιολογήθηκε με αναφορά σε αβλεψία ή παραδρομή." Περαιτέρω στην Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v. Νίκου Κ. Σιακόλα Πολιτική Έφεση αρ. 10341 ημερομηνίας 19/01/99, το Ανώτατο Δικαστήριο μετά από εκτενή αναφορά στη σχετική νομολογία προέβη στην επαναβεβαίωση της πιο πάνω κατευθυντήριας αρχής και των σχετικών παραγόντων αναφορικά με την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου σε αίτηση για τροποποίηση δικογράφου. Ένα σημαντικό στοιχείο στην ως άνω υπόθεση το οποίο διαδραμάτισε κάποιο ρόλο στη διαμόρφωση της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου, χωρίς όμως αρνητικές συνέπειες για την αίτηση, ήταν ότι αυτή είχε υποβληθεί με καθυστέρηση δεκατριών περίπου χρόνων. Τέλος έχει νομολογηθεί ότι κατά την εξέταση του παράγοντα της καθυστέρησης πρέπει να λαμβάνεται υπόψη και η συμπεριφορά των μερών παρόλο που η ευθύνη για τη διασφάλιση του δικαιώματος που κατοχυρώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος βαρύνει το Δικαστήριο (Βλ. Δημοτικό Συμβούλιο Αγλαντζιάς ν. Σωτηρούλλας Χαριλάου Χαρικλείδη και Δημοτικό Συμβούλιο Αγλαντζίας ν. 1. Ζήνωνα Ποφαϊδη κ.α., Πολ. Εφέσεις 10719 και 10786 ημερ. 24/10/01, Καυκαρής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 203, Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 84, Λυσιώτη ν. Δημοκρατίας, Πολιτική Έφεση 10515 ημερ. 22/3/00, Union Alimentaria Sanders S.A. v. Spain, Series A, 157, Publication of the European Court of Human Rights, παραγ. 35
(1989)). Όπως έχει αναφερθεί ανωτέρω, η νομολογία δείχνει ότι η σύγχρονη τάση είναι τα δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες περιπτώσεις, έστω και αν η αναγκαιότητα της τροποποίησης είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα (βλ. Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ. 934). Το θέμα παραμένει όμως στη διακριτική εξουσία του δικαστηρίου και ασκείται με βάση το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης, κυρίως σε συσχετισμό προς τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Εξηγείται ακόμα από τη νομολογία, Saba and Co (T.M.P.) v. T.M.P Agents (ανωτέρω) ότι καλόπιστη αίτηση για τροποποίηση προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης δεν απορρίπτεται ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο επειδή η καθυστέρηση δικαιολογήθηκε με αναφορά σε αβλεψία ή παραδρομή. Στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v. Νίκου Σιακόλα ανωτέρω, εξηγήθηκε ότι τροποποίηση που επιφέρει συγκεκριμενοποίηση και θέτει τα δικόγραφα σε τάξη, καθιστώντας έτσι ευχερέστερη τη διεξαγωγή της δίκης είναι επιτρεπτή. Στη Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation
(1989)1 (E) Α.Α.Δ. 33) συνοψίζονται οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου σε σχέση με την τροποποίηση των δικογράφων ως εξής: "
(1)Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στη συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για τη αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
(4)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case, 28 Ch. D. 361 υποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά την δίκη." Σε σχέση με όλες τις πιο πάνω αρχές, είναι ενδεικτικά τα όσα αναφέρθηκαν στην υπ. Νικολάου ν.
- Ζωή Μιλτιάδους κ.ά., Πολ. ΄Εφ. 96/06, ημερ. 27.7.2007 στην οποία διατάχθηκε επανεκδίκαση ολόκληρης της αγωγής αφού δόθηκε άδεια για τροποποίηση, κατ'έφεση: «Η εξουσία για έκδοση άδειας για τροποποίηση περιέχεται στην Δ.25 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, όπου προνοείται ότι, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας μπορεί να δοθεί η άδεια, ούτως ώστε να γίνουν όλες οι αναγκαίες τροποποιήσεις για να εκδικαστούν όλα τα επίδικα θέματα που εγείρονται μεταξύ των διαδίκων. Το κυρίαρχο στοιχείο στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του δικαστηρίου είναι το συμφέρον της δικαιοσύνης. Κατά την εξέταση του θέματος, το δικαστήριο βασίζεται σε διάφορους παράγοντες, αλλά τελικά ο κρίσιμος παράγων είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων. Τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί, ασχέτως του αν επιδείχθηκε αμέλεια και καθυστέρηση από διάδικο, αν αυτό απαιτεί το συμφέρον της δικαιοσύνης. Η άδεια για τροποποίηση δίδεται ευκολότερα στα αρχικά στάδια, αλλά τούτο μπορεί ακόμη να γίνει και σε πολύ προχωρημένο στάδιο, μέχρι και το τελικό της διαδικασίας, αν δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο. Ο όρος ανεπανόρθωτη ζημιά χρησιμοποιείται με την έννοια του ότι αυτή δεν μπορεί να αποκατασταθεί με την καταβολή εξόδων.» Με βάση τις πιο πάνω αρχές, προχωρώ να εξετάσω την επιδιωκόμενη αίτηση αλλά και τους λόγους ένστασης. Ο πρώτος ισχυρισμός της καθ΄ης η αίτηση ο οποίος κρίνω σκόπιμο ότι θα πρέπει να εξεταστεί πρώτος είναι αυτός που αφορά κακοπιστία εκ πλευράς της εναγόμενης 1 - αιτήτριας ο οποίος, πάντοτε σύμφωνα με την θέση των εναγόντων - καθ΄ων η αίτηση, συνδέεται άμεσα με τον ισχυρισμό ότι έχει επιδειχθεί υπέρμετρη καθυστέρηση στην καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης και μάλιστα αδικαιολόγητη. Εκείνο το οποίο είναι δεδομένο είναι ότι η υπό κρίση αίτηση έχει καταχωρηθεί πριν να ξεκινήσει η ακροαματική διαδικασία στην παρούσα υπόθεση. Ανατρέχοντας στο φάκελο του Δικαστηρίου προκύπτει ότι η υπεράσπιση των εναγομένων είχε καταχωρηθεί στις 13.5.11 και η αγωγή ορίστηκε για πρώτη φορά για προγραμματισμό μετά που ολοκληρώθηκε η καταχώρηση των δικογράφων στις 17.2.
- Την εν λόγω ημερομηνία οι συνήγοροι που παρουσιάστηκαν ζήτησαν από κοινού να οριστεί για οδηγίες λόγω προσπαθειών για διευθέτηση και ορίστηκε για τον σκοπό αυτό στις 23.3.
- Στις 23.3.12 ζητήθηκε ημερομηνία ακρόασης και το Δικαστήριο με βάση το πρόγραμμα του όρισε την υπόθεση για ακρόαση στις 6.11.
- Την εν λόγω ημερομηνία κανένας δικηγόρος δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο ενόψει της παγκύπριας 24ωρης απεργίας του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου και το Δικαστήριο όρισε την υπόθεση για οδηγίες στις 11.12.
- Την εν λόγω ημερομηνία ο κ.Γκούντρας εκ πλευράς εναγομένης 1 ζήτησε χρόνο για να καταχωρήσει αίτηση τροποποίησης και το Δικαστήριο όρισε την υπόθεση στις 30.1.
- Και πάλι ζητήθηκε χρόνος για τον ίδιο ακριβώς θέμα και το Δικαστήριο όρισε την υπόθεση για οδηγίες στις 13.3.13 αναφέροντας ταυτόχρονα ότι η αίτηση τροποποίησης θα πρέπει να είχε καταχωρηθεί μέχρι την εν λόγω ημερομηνία, πράγμα το οποίο και έγινε. Σημειώνω όμως ότι η πρόθεση των συνηγόρων των εναγομένων για τροποποίηση της υπεράσπισης τους φαίνεται να εκδηλώθηκε από τις 8.12.11 όταν απεσύρθη από την ενάγουσα η αίτηση για λεπτομέρειες που είχε καταχωρηθεί στις 20.6.
- Όντως σε σχέση με την ημερομηνία 8.12.11 που ήταν η πρώτη φορά που τέθηκε από τους εναγομένους το θέμα της τροποποίησης της υπεράσπισης τους μέχρι την ημερομηνία καταχώρησης της αίτησης που ήταν η 13.3.13 φαίνεται ότι έχει παρέλθει χρονικό διάστημα 15 περίπου μηνών μέχρι την καταχώρηση της αίτησης. Φαίνεται δε από το περιεχόμενο της αίτησης ότι και η ίδια η εναγομένη 1 παραδέχεται ότι τα στοιχεία τα οποία επιδιώκει τώρα με την αίτηση τροποποίησης να εισάξει ήρθαν σε γνώση της μετά την καταχώρηση αίτησης για λεπτομέρειες από την ενάγουσα στις 20.6.
- Σχετική είναι η παράγραφος 2 της ένορκης δήλωσης του κ.Γκούντρα που συνοδεύει την αίτηση. Δεν αναφέρεται κανένας απολύτως λόγος στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση γιατί έχει παρέλθει ο χρόνος αυτός των 15 μηνών μέχρι την καταχώρηση της αίτησης. Είναι η θέση μου ότι ο χρόνος αυτός των 15 μηνών σύμφωνα με την νομολογία αλλά και την πορεία της παρούσας υπόθεσης δεν αποτελεί εκείνη την υπέρμετρη καθυστέρηση για την οποία η νομολογία επιβάλλει όπως οδηγηθεί η αίτηση σε απόρριψη. Ούτε θεωρώ ότι μπορεί το Δικαστήριο να οδηγηθεί σε εύρημα για ύπαρξη κακοπιστίας εκ πλευράς εναγομένης 1 αναφορικά με τον τρόπο ενέργειας της, ούτε και μπορώ να εξάξω το συμπέρασμα που φαίνεται να αποτελεί την θέση της ενάγουσας ότι δηλαδή η εναγόμενη 1 καταχώρησε εν γνώσει της υπεράσπιση με ψευδή στοιχεία τα οποία τώρα προσπαθεί να διορθώσει. Σε ό,τι αφορά την θέση ότι η αιτήτρια προσπαθεί με την προτεινόμενη τροποποίηση να εισαγάγει νέα βάση αγωγής και ανταπαίτηση, πρώτα από όλα αναφέρω ότι η εισαγωγή νέας βάσης αγωγής στις περιπτώσεις που αυτή δικαιολογείται λόγω των περιστατικών μιας υπόθεσης δεν αποτελεί αφ΄εαυτής λόγω για απόρριψη της σκοπούμενης τροποποίησης. Ούτε η προσθήκη ανταπαίτησης μπορεί εκ προοιμίου να θεωρηθεί ως απαγορευτική με βάση πάντα τις αρχές της νομολογίας δεδομένου του ότι η ενάγουσα θα έχει το δικαίωμα να καταχωρήσει υπεράσπιση στην ανταπαίτηση όπου θα μπορεί να προβάλει όλους τους ισχυρισμούς της και θα γνωρίζει επίσης τις θέσεις της εναγόμενης 1 πριν να ξεκινήσει η ακροαματική διαδικασία. Αυτό που θα πρέπει να τύχει εξέτασης τώρα είναι η θέση της ενάγουσας-καθ΄ης η αίτηση ότι η αίτηση είναι αντικανονική λόγω του ότι συνοδεύεται από ένορκη δήλωση που είναι παράτυπη και σε αντίθεση με την νομολογία αφού ο ενόρκως δηλών ο οποίος είναι δικηγόρος της αιτήτριας δεν επεξηγεί τον λόγο για τον οποίο προβαίνει ο ίδιος στην ένορκο δήλωση και όχι κάποιος νόμιμος αντιπρόσωπος της αιτήτριας. Ο λόγος αυτός προβάλλεται σαφώς στην ένσταση, παραπέμπω σχετικά στη παράγραφο 12 των λόγων ένστασης και επαναλαμβάνεται στη παράγραφο 24 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση. Νοείται βεβαίως ότι ο λόγος αυτός έχει προβληθεί και αναλυθεί από τους δικηγόρους των καθ΄ων αίτηση στη γραπτή τους αγόρευση στην οποία κάνουν και αναφορά σε νομολογία. Σε αντίθεση με την ενάγουσα-καθ΄ης η αίτηση η αιτήτρια δεν αναφέρει οτιδήποτε σε σχέση με το θέμα της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση. Σε ό,τι αφορά το ζήτημα δικηγόρου που προβαίνει σε ένορκη δήλωση, υπάρχει πλούσια νομολογία η οποία έχει καθορίσει τις αρχές που το διέπουν. Το Ανώτατο Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να εξετάσει το θέμα αυτό σε διάφορες υποθέσεις. Στην προσφυγή Dulal Dulal v. Δημοκρατίας κ.α. 1045/2005, ημερ. 27.10.2005 το Ανώτατο Δικαστήριο με μονομερή σύνθεση το οποίο επιλαμβανόταν ενδιάμεσης αίτησης στο πλαίσιο προσφυγής για να αναστολή εκτέλεσης διαταγμάτων απέλασης και κράτησης έκρινε ότι θα έπρεπε ο ομνύων δικηγόρος να δώσει κάποια εξήγηση γιατί προέβηκε αυτό στην ένορκη δήλωση και όχι ο ίδιος ο αιτητής. Κατέληξε δε "είμαι της άποψης ότι αυτός είναι αρκετός λόγος για απόρριψη της αίτησης." Η υπόθεση Dulal ακολουθήθηκε και στην υπόθεση Hinfu Huang ν. Κυπριακής Δημοκρατίας κ.α. Προσφυγή 925/10 ημερ. 20.8.10 όπου το Ανώτατο Δικαστήριο με μονομελή επίσης σύνθεση έκρινε ότι ήταν επαρκής λόγος για απόρριψη της αίτησης το γεγονός ότι τα γεγονότα προς υποστήριξη της μεταφέροντο όχι από τον αιτητή αλλά από δικηγόρο και καμία εξήγηση δόθηκε γιατί ήταν δύσκολο να γίνει από τον ίδιο η ένορκος δήλωση. Στην Προσφυγή αρ. 869/05 Svetlana Shalaeva ν. Δημοκρατίας ημερ. 24.3.06 Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου επιλαμβανόμενος αίτηση της Δημοκρατίας για παροχή ασφάλειας εξόδων από την αλλοδαπή αιτήτρια δέχτηκε ένσταση που στηριζόταν σε ένορκη δήλωση δικηγόρου εκ πλευράς της η οποία είχε απελαθεί και βρισκόταν στο εξωτερικό. Στην απόφαση Dmitry Rybolovlev v. Elena Rybolobleva Πολιτικές Εφέσεις 130 και 131/09 ημερ. 29.1.12 ο Δικαστής Κληρίδης έχει πραγματευθεί ενδελεχώς το θέμα κατάρτισης και υποβολής σε δικαστική διαδικασία ένορκης δήλωσης από δικηγόρο. Στην απόφαση του ο Δικαστής Κληρίδης καταλήγει ".Με αυτά ως δεδομένα μπορούμε να δεχτούμε ως αρχή της νομολογίας αναφορικά με το θέμα παροχής εξήγησης ως προς το γιατί ο ομνύων είναι δικηγόρος και όχι διάδικος ή άλλο πρόσωπο, ότι κάποια εξήγηση προς τούτο απαιτείται, εκεί όπου δεν προκύπτει υπό τις περιστάσεις ένας εμφανής καλός λόγος όπως είναι η διαμονή του διαδίκου στο εξωτερικό και/ή άλλες εγγενείς δυσχέρειες οι οποίες δεν θα επέτρεπαν στον ίδιο να είναι ενόρκως δηλών." Απαιτείται συνεπώς παροχή κάποιας εξήγησης σε κάθε περίπτωση που ο δικηγόρος προβαίνει σε ένορκο δήλωση όπου δεν προκύπτει οποιοσδήποτε εμφανής λόγος ο οποίος και δεν θα επέτρεπε στον διάδικο να καταρτίσει την ένορκη δήλωση. Στη παρούσα περίπτωση ο κ.Χρίστος Γκούντρας ο οποίος προβαίνει στη ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση αναφέρει στη παράγραφο 1 τα ακόλουθα: «Είμαι δικηγόρος στο Δικηγορικό Γραφείο Αργυρού & Δημοσθένους Δ.Ε.Π.Ε. δικηγόροι των Εναγομένων 1 στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή και είμαι δεόντως εξουσιοδοτημένος να προβώ στην παρούσα ένορκο δήλωση». Δηλαδή ο κ.Γκούντρας δεν αναφέρει κανένα απολύτως λόγο γιατί δεν προβαίνει στην ένορκο δήλωση οποιοσδήποτε αντιπρόσωπος ή αξιωματούχος της εναγομένης 1 ούτε τον λόγο για τον οποίο ο ίδιος προβαίνει στη ένορκη δήλωση αντί για τους αιτητές. Τούτο σε αντίθεση με την κα Μαρίνα Βασιλείου επίσης δικηγόρο η οποία προβαίνει στην ένορκο δήλωση που στηρίζει την ένσταση των καθ΄ων η αίτηση και στην οποία στη παράγραφο 2 αναφέρει τους λόγους για τους οποίους η ίδια προβαίνει στη ένορκη δήλωση αντί ο νόμιμος αντιπρόσωπος της ενάγουσας-καθ΄ης η αίτηση. Θεωρώ με βάση τις γραμμές της νομολογίας όπως έχουν εξηγηθεί ανωτέρω ότι η έλλειψη παροχής οποιασδήποτε δικαιολογίας από πλευράς αιτητών για τον λόγο που δικηγόρος τους προβαίνει στην ένορκη δήλωση που στηρίζει την αίτηση αντί για τους ίδιους δεν μου επιτρέπει να εγκρίνω την αίτηση αφού στηρίζεται σε αντικανονική ένορκη δήλωση η οποία δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη και επομένως η αίτηση παραμένει μετέωρη χωρίς στήριξη. Ως εκ τούτου για τον λόγο αυτό και μόνο η αίτηση είναι καταδικασμένη σε αποτυχία και απορρίπτεται. Σε ό,τι αφορά τα έξοδα, δεν υπάρχει κανένας λόγος απόκλισης από την αρχή ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα και έτσι η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της ενάγουσας - καθ' ης η αίτηση και εναντίον της εναγόμενης 1 όπως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.).................... Στ. Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΣΗ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο