← Κύπρος

OPUS ELECTRICAL TECHNOLOGIES LTD ν. G V HADJIDEMOSTHENOUS LTD, Αρ. Υπόθεσης: 1857/2008, 3/6/2013

OPUS ELECTRICAL TECHNOLOGIES LTD ν. G V HADJIDEMOSTHENOUS LTD, Αρ. Υπόθεσης: 1857/2008, 3/6/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:A210 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Φ. Καπετάνιου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 1857/2008 Μεταξύ: OPUS ELECTRICAL TECHNOLOGIES LTD Ενάγουσας και G & V HADJIDEMOSTHENOUS LTD Εναγομένης ------------------------------- Αίτηση ημερομηνίας 13.11.2012 για εκδίκαση προδικαστικού σημείου Ημερομηνία: 3 Ιουνίου, 2013 Εμφανίσεις: Για εναγόμενη-αιτήτρια: κ. Κουρουπίδης για κ. Π. Φιλίππου Για ενάγουσα-καθ΄ ης η Αίτηση: κ. Α. Γεωργίου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με το ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο, το οποίο καταχωρήθηκε στις 9.4.2008, η ενάγουσα ζητά από την εναγόμενη την καταβολή του ποσού των €822,72 ως οφειλόμενο υπόλοιπο δυνάμει ενός τιμολογίου. Η ενάγουσα, η οποία δραστηριοποιείται μεταξύ άλλων με την πώληση υποδαπέδιων θερμάνσεων και έχει έδρα τη Λευκωσία, κατά ή περί την 8.6.2006, κατόπιν προσφοράς προς την εναγόμενη, η οποία και έγινε αποδεκτή από την τελευταία, συμφώνησε να πουλήσει και προς τούτο της παρέδωσε εμπορεύματα συνολικής αξίας €4.015,84 τα οποία η εναγομένη βρήκε της τελείας αρεσκείας της. Η εναγόμενη προσθέτει η ενάγουσα είναι επίσης εταιρεία η οποία έχει έδρα την Πάφο. Για τις πιο πάνω συναλλαγές και για το πιο πάνω ποσό η ενάγουσα εξέδωσε τιμολόγιο ημερομηνίας

  1. Η εναγόμενη σύμφωνα πάντα με τους ισχυρισμούς της ενάγουσας κατέβαλε στις 13.9.2006 και 27.11.2006 τα ποσά των 1.708,60 και 1,484,51 αντίστοιχα αφήνοντας οφειλόμενο το πιο πάνω ποσό το οποίο και ζητά με την αγωγή της. Με την υπεράσπιση και ανταπαίτηση της η οποία καταχωρήθηκε στις 24.6.2008 η εναγόμενη εγείρει την προδικαστική ένσταση της οποίας με την υπό κρίση αίτηση ζητείται η εκδίκαση πριν την εκδίκαση της αγωγής. Ακολούθως η εναγόμενη αρνούμενη όλους τους ισχυρισμούς της ενάγουσας αναφέρει ότι η ίδια ως εργολάβοι και εταιρεία ανάπτυξης γης και κτιρίων πώλησαν μια έπαυλη με αριθμό 7 σε τρίτους και ανέλαβαν την υποχρέωση να εγκαταστήσουν στην έπαυλη υπεδάφια θέρμανση. Η εναγόμενη ανέθεσε στην ενάγουσα την μελέτη, προμήθεια εξαρτημάτων και μηχανημάτων και την εγκατάσταση της θέρμανσης και τον έλεγχο και λειτουργία της. Η ενάγουσα περί την 5.4.2006 υπέβαλε προς την εναγομένη γραπτή πρόσφορα για προμήθεια και εγκατάσταση της υπεδάφιας κεντρικής θέρμανσης στην πιο πάνω οικία αντί του ποσού των ΛΚ 1.624,
  2. Η εν λόγω προσφορά προέβλεπε την μελέτη, την προμήθεια των μηχανημάτων και λοιπών εξαρτημάτων, την εγκατάσταση, τον έλεγχο και τη λειτουργία της θέρμανσης. Η εναγόμενη αποδέχτηκε την πιο πάνω προσφορά. Ακολούθως, ως ο ισχυρισμός της εναγόμενης εταιρείας, οι εξ αγοράς ιδιοκτήτες της πιο πάνω έπαυλης αρνήθηκαν να παραλάβουν την εκτελεσθείσα εργασία διότι ήταν ελαττωματική. Η εναγόμενη μέσω ειδικών προέβηκε σε έλεγχο της ποιότητας της εργασίας της ενάγουσας η οποία βρέθηκε ελαττωματική οπότε και δεν έγινε αποδεκτή και ούτε παραλήφθηκε από την εναγόμενη. Η εναγομένη συνεπεία των πιο πάνω ισχυρίζεται ότι αναγκάστηκε να αποζημιώσει τους ιδιοκτήτες της έπαυλης καταβάλλοντας στις 15.4.2008 το ποσό των €2.100 το οποίο και ανταπαιτούν από την ενάγουσα. Η εναγόμενη επίσης ανταπαιτεί και το ποσό των €1.708,60 το οποίο κατέβαλε έναντι της συμφωνίας τους. Η ενάγουσα τέλος ισχυρίζεται η εναγόμενη παρά τις επανειλημμένες κλήσεις της παρέλειψε να παραδώσει στην εναγομένη την συμφωνηθείσα εργασία και ή να προβεί στις αναγκαίες διορθωτικές ενέργειες. Για όλους τους πιο πάνω λόγους ζητά απόρριψη της απαίτησης και έκδοση απόφασης ως η ανταπαίτηση της. Με την απάντηση της η ενάγουσα και την υπεράσπιση στην ανταπαίτηση απορρίπτει την προδικαστική ένσταση της εναγομένης ισχυριζόμενη ότι η συμφωνία για την προμήθεια των υλικών καταρτίστηκε στη Λευκωσία και άρα αρμόδιο είναι το Δικαστήριο της Λευκωσίας. Η εκτελεσθείσα εργασία ενδεχομένως να έγινε στην Πάφο αλλά αυτό δεν δίδει αρμοδιότητα σε Δικαστήριο άλλο από αυτό της Λευκωσίας. Όσον αφορά την ουσία της υπεράσπισης η ενάγουσα αναφέρει ότι ουδέποτε ανέλαβε την υποχρέωση εγκατάστασης της θέρμανσης καθότι κάτι τέτοιο δεν προβλέπετο στην προσφορά της και η ενάγουσα δεν ασχολείται με εγκατάσταση τέτοιων θερμάνσεων αλλά μόνο με την προμήθεια υλικών. Πέραν των πιο πάνω είναι η θέση της ότι η όλη εγκατάσταση έχει περάσει από νενομισμένο έλεγχο της Αρχής Ηλεκτρισμού χωρίς κανένα πρόβλημα οπότε και οι οποιοιδήποτε ισχυρισμοί της εναγομένης για ελαττωματικότητα είναι εκ των υστέρων σκέψεις για αποφυγή των υποχρεώσεων της. Ακολούθως μετά το κλείσιμο των δικογράφων η αγωγή ορίστηκε για οδηγίες στις 26.4.2010 και στις 7.6.
  3. Στις 7.6.2010 η αγωγή ορίστηκε για ακρόαση στις 2.12.
  4. Κατά την πιο πάνω ημερομηνία η εκδίκαση της υπόθεσης αναβλήθηκε λόγω έλλειψης χρόνου του Δικαστηρίου και ορίστηκε εκ νέου για ακρόαση στις 17.5.
  5. Στις 17.5.2011 αναβλήθηκε για τον ίδιο λόγο και ορίστηκε 25.11.
  6. Στις 25.11.2011 η πλευρά της εναγομένης αιτήθηκε αναβολής λόγω ασθένειας του δικηγόρου που χειρίζετο την υπόθεση και ως εκ τούτου ορίστηκε εκ νέου για ακρόαση στις 16.3.
  7. Στις 16.3.2012 αναβλήθηκε πάλιν λόγω έλλειψης χρόνου του Δικαστηρίου. Στις 16.10.2012, ημερομηνία κατά την οποία η αγωγή ήταν πάλιν ορισμένη για ακρόαση, ο συνήγορος της εναγομένης δεν εμφανίστηκε στο Δικαστήριο και ο κ. Γεωργίου, συνήγορος της ενάγουσας, παρόλο που ήταν έτοιμος να προχωρήσει με απόδειξη της υπόθεσης, ζήτησε όπως δοθεί εκ νέου ημερομηνία για ακρόαση και θα ειδοποιούσε τον συνάδελφο του. Προς τούτο η υπόθεση ορίστηκε εκ νέου για ακρόαση στις 4.2.
  8. Στο μεταξύ στις 13.11.2012 ο συνήγορος της εναγομένης καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση. Με την παρούσα αίτηση η εναγόμενη-αιτήτρια ζητά όπως η προδικαστική ένσταση περί αναρμοδιότητας του Δικαστηρίου Λευκωσίας που ηγέρθη στην έκθεση υπεράσπισης και ανταπαίτησης της προδικαστεί και/ή αποφασισθεί υπό του Δικαστηρίου πρώτα και / ή προ της ακρόασης ολόκληρης της αγωγής. Η αίτηση βασίζεται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.27 Θ.1-2, και Δ.48 Θ.1-3 και τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται είναι τα ακόλουθα: «Α. Η Εναγόμενη στην Έκθεση Υπεράσπισης της ισχυρίζεται ότι σύμφωνα με τον σχετικό νόμο το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας είναι αναρμόδιο να εκδικάσει την παρούσα υπόθεση. Β. Η παρούσα υπόθεση υπάγεται στην αρμοδιότητα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου όπου έγινε η επίδικη συμφωνία όπως και η ισχυριζόμενη επίδικη εκτελεσθείσα εργασία εκ μέρους της Ενάγουσας. Γ. Η απόφαση επί του εγερθέντος προδικαστικού σημείου εις την Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης της Εναγόμενης θέτει εκτός συζήτησης ολόκληρη την αγωγή.» Η πιο πάνω αίτηση της εναγομένης προσέκρουσε στην ένσταση της ενάγουσας, η οποία περιέχει μεταξύ άλλων τους ακόλουθους λόγους ένστασης: α) Η παρούσα αίτηση είναι καταχρηστική. β) Η παρούσα αίτηση αποσκοπεί στο να καθυστερήσει την εκδίκαση της περαιτέρω. γ) Οι πληρωμές έγιναν με επιταγές στην Λευκωσία. Η ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του κ. Κυριάκου Πήλικου, διευθυντή της ενάγουσας εταιρείας ο οποίος δηλώνει ότι γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Όσον αφορά το νομικό μέρος και την ουσία της αίτησης ο ενόρκως δηλών μετά και από νομική συμβουλή των δικηγόρων της ενάγουσας αναφέρει ότι η υπό κρίση αίτηση για να προδικαστεί το πιο πάνω θέμα είναι καταχρηστική και τούτο επειδή η αίτηση αυτή καταχωρήθηκε κατά την ημερομηνία που η αγωγή ήταν ορισμένη για ακρόαση. Το θέμα της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου προσθέτει ο ενόρκως δηλών εγείρεται και στην υπεράσπιση της ενάγουσας οπότε θα μπορούσε να ακουστεί ταυτόχρονα με την ουσία της αγωγής εξοικονομώντας χρόνο. Έχοντας υπόψη το όλο ιστορικό της πιο πάνω αγωγής από το 2008, η οποία ορίστηκε 5 φορές για ακρόαση, επιτάσσουν κατά την εισήγηση του να ακουστεί η όλη υπόθεση στο σύνολο της. Ακολούθησαν οι αγορεύσεις των μερών με τις οποίες όπως το Δικαστήριο παρατήρησε και ανέφερε και στους δικηγόρους πραγματεύονται την ουσία της προδικαστικής έντασης και όχι την υπό κρίση αίτηση. Παρόλα αυτά οι συνήγοροι των μερών δεν επιθυμούσαν να προσθέσουν οτιδήποτε άλλο. Θεωρώ σκόπιμο στο στάδιο αυτό να τονίσω ότι το μοναδικό στοιχείο το οποίο θα πρέπει να εξεταστεί από το Δικαστήριο στα πλαίσια της παρούσας αίτησης είναι το κατά πόσο, λαμβάνοντας υπόψη τη σχετική νομολογία όπως θα αναλυθεί πιο κάτω, οι περιστάσεις είναι τέτοιες που θα πρέπει να οριστεί το εγειρόμενο νομικό σημείο της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου για ακρόαση πριν τη δίκη. Το Δικαστήριο σε τέτοια περίπτωση δεν πρέπει να υπεισέρχεται στην εξέτασης της ουσία του νομικού σημείου. Μόνο στην περίπτωση που εγκριθεί η υπό κρίση αίτηση θα μπορεί να εξεταστεί προδικαστικά η ουσία του νομικού ζητήματος που έχει εγείρει η εναγόμενη. Η αίτησης της εναγομένης όπως ήδη ανέφερα στηρίζεται μεταξύ άλλων στη Δ.
  9. Οι αρχές που διέπουν την εκδίκαση νομικών σημείων προκαταρκτικά όπως αυτά εγείρονται στις έγγραφες προτάσεις είναι νομολογημένες με ακρίβεια. Είναι θεμελιωμένο νομολογιακά ότι οποιοδήποτε εγειρόμενο σημείο για να είναι κατάλληλο να ακουστεί προδικαστικά, θα πρέπει τα γεγονότα πάνω στα οποία βασίζεται να είναι αδιαμφισβήτητα ή παραδεκτά, θα πρέπει δηλαδή το νομικό σημείο που εγείρεται να είναι αμιγώς νομικό, και συνεπώς σε περίπτωση που γίνει δεκτό από το Δικαστήριο, να οδηγεί σε απόρριψη της αγωγής ή στην έκδοση οποιουδήποτε άλλου διατάγματος που το Δικαστήριο κρίνει δίκαιο. Οι αρχές που καθορίζουν τα πλαίσια της άσκησης της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου συνοψίζονται σε αριθμό αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου όπως στην υπόθεση Χ"Οικονόμου ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ

(1992)1 Α.Α.Δ. 949 και είναι οι εξής: Η έκδοση τέτοιας διαταγής γίνεται κατά κανόνα όταν το Δικαστήριο κρίνει ότι το κρινόμενο νομικό σημείο εγείρει σοβαρό νομικό θέμα το οποίο, αν αποφασιστεί υπέρ του αιτητή, αποφασίζεται η όλη υπόθεση ή είναι ουσιώδες θέμα της αγωγής. Μια τέτοια διαταγή θα πρέπει να εκδίδεται με φειδώ και σε εξαιρετικά απλές και καθαρές περιπτώσεις, και όχι στις περιπτώσεις εκείνες που τα εγειρόμενα θέματα λόγω της ασάφειας των γεγονότων ή του Νόμου θα πρέπει να αποφασιστούν κατά την ακρόαση. Όπου τα γεγονότα, όπως αυτά εκτίθενται στις έγγραφες προτάσεις, είναι ικανά να δώσουν πλήρη εικόνα στο Δικαστήριο, τότε το Δικαστήριο υιοθετεί την διαδικασία της προδικαστικής επίλυσης. Σε περίπτωση όπου χρειάζεται, όμως, να δοθεί πρόσθετο φως στα γεγονότα με μαρτυρία, είναι ορθότερο όπως η υπόθεση προχωρήσει σε δίκη σύμφωνα με τις πρόνοιες της Διαταγής 33 (βλ. Paikkos v. Kontemeniotis
(1989)1 C.L.R. 50, Grindlays Bank Limited v. Christodoulos Demetriades & Co Ltd and others
(1987)1 C.L.R. 461). Μόνο καθαρά νομικά ζητήματα μπορούν να τύχουν εξέτασης δυνάμει της Διαταγής 27 καν. 1, τα οποία θα είναι καθοριστικά της αντιδικίας μεταξύ των διαδίκων (βλ. Malachtou v. Armefti and Another
(1984)1 C.L.R. 548). Όπως έχει λεχθεί και στην υπόθεση Αγρόκτημα Λανίτη Λτδ ν Γενικού Εισαγγελέα
(1991)1 C.L.R. 225 το φυσιολογικό πεδίο για τη διαπίστωση των γεγονότων και τον καθορισμό των δικαιϊκών τους συνεπειών είναι η δίκη, και η επίλυση θέματος προδικαστικά, έξω από το πλαίσιο της δίκης, αποτελεί εξαιρετικό μέτρο προσφυγής, το οποίο δικαιολογείται μόνον εφόσον τα γεγονότα είναι αδιαμφισβήτητα ή παραδεκτά. Αναφέρεται περαιτέρω στην εν λόγω απόφαση ότι δικαιολογείται η επίκληση της Δ.27 εφόσον το συζητούμενο θέμα αποκρυσταλλώνεται σε καθαρά νομικό θέμα, η λύση του οποίου μπορεί να επιδιωχθεί με την ίδια ευχέρεια σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας και τα γεγονότα τα οποία στοιχειοθετούν τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου είναι εκείνα τα οποία συνθέτουν την απαίτηση με αποκλειστική πηγή αναζήτησης την έκθεση απαίτησης. Κανονικά, η προκαταρκτική εκδίκαση πρέπει να γίνεται με σχετική αίτηση στο στάδιο των οδηγιών κατά το κλείσιμο των δικογράφων ή εν πάση περιπτώσει εντός σύντομου χρονικού διαστήματος μετά. Μια αίτηση μπορεί να στηρίζεται σε γεγονότα τα οποία περιέχονται στο φάκελο της δικογραφίας και, στην περίπτωση που αυτά δεν υπάρχουν στο φάκελο, μπορεί να υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση. Ο αιτητής φέρει το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών του που αναφέρονται στην αίτηση όπου υπάρχει ένσταση από την άλλη πλευρά. Ο χρόνος κατά τον οποίο υποβάλλεται η αίτηση για επίλυση νομικού θέματος προδικαστικά, είναι επίσης παράγοντας που λαμβάνεται υπ΄ όψιν από το Δικαστήριο στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας. Παρά τα πιο πάνω, αποτελεί ζήτημα το οποίο εμπίπτει στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να αποφασίσει κατά πόσο, με βάση τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης, θα εγκρίνει τέτοια αίτηση και θα ορίσει το νομικό σημείο για ακρόαση, πριν την ακρόαση στην αγωγή (βλ. Theodora Panayi v. The Administrators of the Estate of the late Stylianos Mandriotis
(1963)2 C.L.R. 167, Hambou v. Thoma
(1987)1 C.L.R. 370). Με βάση τις πιο πάνω αρχές θα προχωρήσω να εξετάσω την ουσία της αίτησης. Από το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης προκύπτει ότι η έδρα και το εγγεγραμμένο γραφείο της ενάγουσας είναι η Λευκωσία και της εναγομένης η Πάφος. Η ενάγουσα κατόπιν προσφοράς που έγινε αποδεκτή από την εναγόμενη πώλησε και παρέδωσε εμπορεύματα εκδίδοντας σχετικό τιμολόγιο. Η εναγόμενη με την υπεράσπιση της προβάλλει τον ισχυρισμό ότι η μεταξύ των μερών συμφωνία καταρτίστηκε στην Πάφο όπου έλαβε χώρα και η εκτελεσθείσα εργασία. Σύμφωνα με την απάντηση στην υπεράσπιση η συμφωνία για την προμήθεια υλικών έγινε στην Λευκωσία. Πέραν των πιο πάνω παρατηρώ ότι η απαίτηση της ενάγουσας στηρίζεται σε οφειλόμενο υπόλοιπο δυνάμει τιμολογίου. Δεν φαίνεται να καθορίζεται ο τόπος πληρωμής. Η εναγόμενη με την υπεράσπιση της αναφέρει ότι κατέβαλε στην ενάγουσα έναντι ένα ποσό το οποίο και ζητά πίσω ανταπαιτητικά. Στην υπόθεση Παναγιώτη Μιχαηλίδη Μωσαϊκά Λτδ v. Ανδρέα Σιακαλή
(2001)1 Β Α.Α.Δ. 1324, με αναφορά στο άρθρο 21 του περί Δικαστηρίων Νόμου, αναφέρεται ότι: «Είναι δεδομένο από την ερμηνεία του πιο πάνω άρθρου ότι αν δεν έχει συμφωνηθεί ρητά ο τόπος πληρωμής τότε θεωρείται ο τόπος που διεξάγει τις εργασίες του ο δανειστής. Εάν όμως έχει συμφωνηθεί τότε ο τόπος πληρωμής είναι αυτός που συμφωνήθηκε». Αυτά βέβαια τα αναφέρω μόνο για να διαφανεί ότι υπάρχει διάσταση γεγονότων σε όλα τα επίπεδα, γεγονότα στα οποία το Δικαστήριο σε καμία περίπτωση στο στάδιο αυτό μπορεί να υπεισέλθει. Νοείται βέβαια ότι οι οποιεσδήποτε αναφορές των συνηγόρων των μερών στις αγορεύσεις τους σε περαιτέρω γεγονότα προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων τους δεν μπορεί να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο. Για να καταστεί εφικτό για το Δικαστήριο να αποφασίσει επί της ουσίας της αίτησης και της συγκεκριμένης προδικαστικής ένστασης, η οποία αφορά θέμα δικαιοδοσίας και κατά τόπον αρμοδιότητας με αναφορά στην Επαρχία εντός της οποίας προέκυψε η βάση της αγωγής και η παράβαση της συμφωνίας των μερών για πληρωμή του υπολοίπου οφειλόμενου ποσού, ως ο ισχυρισμός της ενάγουσας, θα ήταν απόλυτα απαραίτητο να υπήρχε συναίνεση ως προς τα βασικά γεγονότα σε σχέση με τον τόπο συνομολόγησης της συμφωνίας και της παράβασης αυτής. Συνεπώς, παρόλο που το θέμα το οποίο η εναγόμενη επικαλείται είναι νομικό, ενόψει της αμφισβήτησης γεγονότων και της διάστασης απόψεων δεν είναι τέτοιο που θα μπορούσε να ακουστεί προδικαστικά. Ούτε και μπορούν τα γεγονότα να εξαχθούν με ασφάλεια με βάση τα υφιστάμενα δικόγραφα ώστε να μπορούσε να ακουστεί και να αποφασιστεί προδικαστικά το θέμα της αρμοδιότητας χωρίς να ακουστεί μαρτυρία σε σχέση με τα πραγματικά γεγονότα. Ως εκ τούτου, και εφόσον τα σχετικά γεγονότα δεν είναι αδιαμφισβήτητα, θα πρέπει η αγωγή να προχωρήσει κανονικά σε ακρόαση ώστε να τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου σχετική μαρτυρία η οποία να αξιολογηθεί δεόντως στο κατάλληλο στάδιο. Στο σημείο αυτό και ανεξαρτήτως της κατάληξης μου δεν μπορώ να μην σχολιάσω το χρόνο καταχώρησης της παρούσας αίτησης έχοντας κατά νου το ιστορικό της υπόθεσης. Φυσικά θέμα κατάχρησης από τα ενώπιον μου γεγονότα δεν μπορώ να καταλήξω ότι εγείρεται αλλά σίγουρα καθυστέρηση στην προώθηση της αίτησης υπάρχει. Παρόλα αυτά όμως εάν επληρούντο όλες οι πιο πάνω προϋποθέσεις και το θέμα ως αμιγώς νομικό θα επίλυε την ουσία της αγωγής ενδεχομένως η αίτηση να εγκρίνετο. Για όλους τους πιο πάνω λόγους κρίνω ότι η περίπτωση δεν είναι τέτοια όπου ενδείκνυται η προδικαστική επίλυση του ζητήματος της αρμοδιότητας του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας να εκδικάσει την παρούσα αγωγή το οποίο εγείρεται στην υπεράσπιση της εναγομένης. Ως εκ τούτου η αίτηση της εναγομένης απορρίπτεται. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της ενάγουσας - καθ' ής η αίτηση και σε βάρος της εναγομένης - αιτήτριας όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο τα οποία να καταβληθούν στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής. (Υπ.) ............. Φ. Καπετάνιου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Actions /Interim (Αναφορά:Εκδίκαση Προδικαστικού σημείου, Δ.27) (Υπ.) .......................................... Φ. Καπετάνιου, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.