← Κύπρος

GREEN DOT (CYPRUS) Co. LTD ν. HERMES INSURANCE LTD, Αρ. Αγωγής: 361/13, 27/6/2013

GREEN DOT (CYPRUS) Co. LTD ν. HERMES INSURANCE LTD, Αρ. Αγωγής: 361/13, 27/6/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:A249 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γιαπανά, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 361/13 Μεταξύ : - GREEN DOT (CYPRUS) Co. LTD Εναγόντων και HERMES INSURANCE LTD Εναγομένων ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 27.6.13 Αίτηση ημερομηνίας 26.2.13 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για ενάγοντες-αιτητές: κος Τσέλεπος Για εναγόμενους - καθ' ων η αίτηση: κος Α. Χαραλάμπους Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Η απαίτηση των εναγόντων, δυνάμει ειδικά οπισθογραφημένου κλητήριου εντάλματος, βασίζεται σε ανέκκλητη εγγυητική επιστολή που εξέδωσαν οι εναγόμενοι προς όφελος των εναγόντων. Τα γεγονότα που περιβάλλουν την απαίτηση σύμφωνα με το κλητήριο ένταλμα εστιάζεται στο γεγονός ότι οι ενάγοντες, που είναι φορέας διαχείρισης συλλογικού συστήματος διαχείρισης αποβλήτων συσκευασιών συνεβλήθη με την εταιρεία Α.Ζ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΛΤΔ, στην συνέχεια καλουμένης ο Ανάδοχος, για τη συλλογή των υλικών συσκευασίας από το ρεύμα του PDM και από το ρεύμα του χαρτιού-χαρτονιού οικιακής προέλευσης από τον Δήμο Λεμεσού καθώς και από διάφορους άλλους Δήμους της μείζονος Λεμεσού και τη μεταφορά τους σε ειδικές μονάδες διαλογής/διαχείρισης στη περιοχή τσιμεντοποιείου Μονής. Στα πλαίσια αυτά η εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία την 30.12.2009 μετά από αίτηση του Αναδόχου εξέδωσε εγγυητική επιστολή για το ποσό των €260,

  1. προς όφελος των εναγόντων εγγυούμενη τον Ανάδοχο για την καλή εκτέλεση του πιο πάνω συμβολαίου. Γίνεται αναφορά στο περιεχόμενο της εγγυητικής και είναι η θέση των εναγόντων ότι ο Ανάδοχος κατ' επανάληψη παραβίαζε βασικούς όρους της συμφωνίας με αποτέλεσμα την πλημμελή εκτέλεση του έργου. Παρόλο που υπεδείκνυαν στον Ανάδοχο να συμμορφωθεί με τις συμβατικές του υποχρεώσεις αυτός συνέχισε να ενεργεί πλημμελώς με αποτέλεσμα την 1.11.12 οι ενάγοντες να τερματίσουν την μεταξύ τους συμφωνία. Στη συνέχεια και την ίδια ημερομηνία με επιστολή τους προς τους εναγομένους αιτήθηκαν την καταβολή της εκδοθείσας εγγύησης την οποία οι εναγόμενοι δεν έχουν καταβάλει. Με την αγωγή αξιώνουν το πιο πάνω ποσό, πλέον νόμιμους τόκους και έξοδα. Οι εναγόμενοι καταχώρησαν εμφάνιση και οι ενάγοντες την 26.2.13 υπέβαλαν αίτημα για συνοπτική απόφαση εναντίον τους. Η αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του Μάριου Βραχίμη, δικηγόρου. Αναφέρει ότι έχει πολύ καλή γνώση των γεγονότων της υπόθεσης και είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος να προβεί την ένορκη δήλωση. Στην ουσία και χάριν συντομίας και αποφυγής επαναλήψεων επαναλαμβάνει το πιο πάνω ιστορικό της υπόθεσης και προσθέτει ότι οι εναγόμενοι δεν έχουν υπεράσπιση και η εμφάνιση που καταχώρισαν σκοπεύει στην καθυστέρηση. Οι εναγόμενοι αντέδρασαν και καταχώρισαν ένσταση υποστηριζόμενη από ένορκη δήλωση ενός εκ των διευθυντών τους, του Πραξιτέλη Βογαζιανού. Στο σώμα της ένστασης καταγράφονται 12 λόγοι για τους οποίους δεν θα πρέπει να εκδοθεί απόφαση εναντίον των εναγομένων, οι οποίοι επεξηγηματικά και με περισσή λεπτομέρεια αναφέρονται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση. Θεωρώ πως η παράθεση των κύριων σημείων που καταγράφονται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση, είναι αναγκαία ώστε να διαφανεί με ευκρίνεια η θέση των εναγομένων. Πέραν μιας προδικαστικής ένστασης, επί της οποίας θα γίνει αναφορά στην συνέχεια, παραδέχεται την έκδοση της επίδικης εγγυητικής. Προβαίνει σε αναφορά των προηγηθεισών διαβουλεύσεων μεταξύ των εναγόντων και του Αναδόχου, και ότι ως αποτέλεσμα, μετά από πρόταση του Αναδόχου οι εναγόμενοι εξέδωσαν την επίδικη εγγυητική επιστολή για την καλή εκτέλεση των εργασιών από τον Ανάδοχο (τεκμ.3), καθώς και την πληρωμή στην πρώτη γραπτή απαίτηση οποιοδήποτε ποσό απαιτηθεί από τους ενάγοντες μέχρι του ποσού των €260,
  2. Αυτό θα γινόταν έναντι γραπτής δήλωσης των εναγόντων ότι ο Ανάδοχος έχει αρνηθεί να εκπληρώσει ή δεν εκπλήρωσε το μεταξύ τους συμβόλαιο. Είναι η θέση του ότι υπάρχει διαφορά μεταξύ της «πιστής εκτέλεσης του έργου» από την «καλή εκτέλεση» του έργου που εγγυήθηκαν οι εναγόμενοι, και τούτο εις απάντηση της παραγράφου 5 της εκθέσεως απαιτήσεως για την εκ μέρους του Αναδόχου πλημμελή εκτέλεση του έργου. Είναι περαιτέρω η θέση του ότι οι ενάγοντες και η Ανάδοχος εταιρεία την 4.3.10 υπέγραψαν άλλη διαφορετική συμφωνία (τεκμ.4) την οποία ουδέποτε έφεραν σε γνώση τους. Με αναφορά στους όρους της νέας συμφωνίας είναι η θέση του ότι η επίδικη εγγυητική δεν καλύπτει τη ως άνω νέα συμφωνία των μερών, και προς επίρρωση αυτού αναφέρει με παραπομπή σε όρο της νέας συμφωνίας, ότι ο Ανάδοχος παρέδωσε σήμερα (δηλαδή την 4.3.10) προς τους ενάγοντες εγγυητική επιστολή πιστής εκτέλεσης εκδομένης από την Τράπεζα Κύπρου ύψους €260,
  3. ως εγγύηση για την πιστή εκτέλεση της μεταξύ τους συμφωνίας, η οποία και καταπίπτει σύμφωνα με τους όρους που προβλέπονται στο κείμενο της εγγυητικής (παράγραφος 19 τεκμ.4). Επικαλείται περαιτέρω την παράγραφο 28.1 της νέας συμφωνίας των μερών, σύμφωνα με την οποία η νέα συμφωνία υπερισχύει και αντικαθιστά με άμεση εφαρμογή, τις προηγούμενες προφορικές ή γραπτές συμφωνίες μεταξύ των μερών επί του ιδίου θέματος. Στην συνέχεια αναφέρεται σε διάφορες άλλες παραγράφους της συμφωνίας με την θέση ότι ο τερματισμός της συμφωνίας μεταξύ εναγόντων και Αναδόχου εταιρείας επέφερε και τον τερματισμό της επίδικης εγγυητικής, με μείωση το ποσού της κατά τον ανάλογο χρόνο που διάρκεσε η συμφωνία, ήτοι κατά τον ισχυρισμό του κατά τα 2/
  4. Είναι περαιτέρω η θέση του ότι ο λόγος τερματισμού της συμφωνίας μεταξύ των εναγόντων και Αναδόχου, σχετικό είναι το τεκμήριο 5, εξ υπαιτιότητας του Αναδόχου λόγω σοβαρών παραβάσεων της μεταξύ τους συμφωνίας, δεν αποτελεί λόγο που καλύπτεται από την εκ μέρους τους δοθείσα εγγυητική. Η συμφωνία ημερ.4.3.10 δεν είναι εκείνη που απεκάλυψαν τα μέρη στους εναγομένους προς έκδοση της εγγυητικής, αλλά μια συμφωνία μεταγενέστερη στην οποία προνοείται ότι τερματίζεται κάθε άλλη προηγούμενη μεταξύ των μερών συμφωνία. Κατά συνέπεια είναι ο ισχυρισμός του ότι η συμφωνία επί τη βάση της οποίας οι ενάγοντες επιχειρούν να εισπράξουν το ποσό της εγγυητικής δεν συνδέεται ούτε και καλύπτεται από την επίδικη εγγυητική. Ως επιπλέον παράδειγμα που κατά τον ισχυρισμό του επιβεβαιώνει τη θέση του, αποτελεί το γεγονός ότι η συμφωνία δυνάμει της οποίας εκδόθηκε η επίδικη εγγυητική αφορούσε την συλλογή οικιακών αποβλήτων σε χαρτόνια οικιακής προέλευσης, ενώ η ρηθείσα συμφωνία ημερ.4.3.10 περιλαμβάνει και συλλογή βιομηχανικών αποβλήτων, καταστημάτων και εργαστηρίων. Περαιτέρω, στη νέα συμφωνία ρητώς αναφέρεται ότι με την υπογραφή της παρεδόθη εγγυητική επιστολή της Τράπεζας Κύπρου ύψους €260.
  5. ευρώ και όχι εκείνη των εναγόντων. Για να δικαιούνται δε οι ενάγοντες να την εισπράξουν, θα πρέπει να τηρηθούν οι όροι του κειμένου της, παραπέμποντας σε όρους της συμφωνίας. Είναι η θέση του ότι η πιο πάνω συμφωνία αποτελεί νέα, μεταγενέστερη συμφωνία εκείνης που γνώριζαν οι εναγόμενοι, και στη λογική των πραγμάτων η εγγυητική που εξέδωσαν δεν υφίσταται πλέον. Η συμφωνία αυτή αποτελεί γεγονός που οι ενάγοντες απέκρυψαν από τους εναγομένους ενώ γνώριζαν, τόσο οι ενάγοντες όσο και ο Ανάδοχος, το είδος και τη φύση της εγγυητικής που οι εναγόμενοι ήταν διατεθειμένοι να παραχωρήσουν. Καταλογίζει στους ενάγοντες αλλά και στον Ανάδοχο, με την παράθεση λεπτομερειών, απάτη, δόλο και ψευδείς παραστάσεις, και είναι περαιτέρω η θέση του ότι οι εναγόμενοι έχουν ανταπαίτηση εναντίον των εναγόντων και του Αναδόχου. Αναφέρει επίσης ότι οι ενάγοντες υπέβαλαν παράπονο στην Έφορο Ασφαλιστικών Εταιρειών, επισυνάπτεται όλη η σχετική αλληλογραφία, εκ της οποίας για ότι αφορά εδώ, η θέση της Εφόρου εκφραζομένης δι' επιστολής της ημερ.20.3.13 προς την εναγομένη (τεκμ.9) είναι ότι το θέμα έχει πάρει τη νομική οδό και θα αποφασιστεί από το δικαστήριο. Είναι η θέση του ότι υπάρχουν δυο εγγυητικές, μια των εναγομένων και μια της Τράπεζας Κύπρου και είτε οι ενάγοντες επιδιώκουν να εισπράξουν δυο φορές αποζημίωση για την ίδια αιτία, ή έχουν απαλλάξει την Τράπεζα Κύπρου, οπότε αυτό συνιστά απαλλαγή του συνεγγυητή και δίνει έρεισμα και στην εναγομένη να αποποιηθεί, αν ευθύνεται, από την πληρωμή της εγγυητικής που εξέδωσε ή να διεκδικήσει το 1/2 του ποσού είτε από τους ενάγοντες, είτε από την Τράπεζα Κύπρου. Θα πρέπει να προσεπικληθούν ως εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενοι, πέραν των εναγόντων και του Αναδόχου, η μητρική εταιρεία Hellecy plc και η Τράπεζα Κύπρου και αναφέρει στη συνέχεια ενδεικτική αναφορά των απαιτήσεων των εναγομένων εναντίον τους. Εν κατακλείδι είναι η θέση του ότι η παρούσα περίπτωση δεν χαρακτηρίζεται από την καθαρότητα εκείνων των νομικών και πραγματικών γεγονότων που να δικαιολογεί την έκδοση συνοπτικώς απόφαση εναντίον τους. Να προσθέσω ότι κανένας εκ των ομνυόντων δεν αντεξετάστηκε και οι δυο πλευρές προχώρησαν με αγορεύσεις. Έχω μελετήσει τις γραπτές αγορεύσεις των δύο πλευρών. Γίνεται αναφορά στα γεγονότα και τις νομικές αρχές που διέπουν αίτημα για συνοπτική απόφαση. Θα γίνει στη συνέχεια και όπου χρειάζεται ειδική αναφορά σε επί μέρους εισηγήσεις των δικηγόρων. Θα πρέπει όμως ως θέμα τάξης να σχολιαστεί η προδικαστική ένσταση των εναγομένων, η οποία προβάλλεται στο σώμα της ένστασης, επεξηγείται στην ένορκη δήλωση, και αναλύεται στην γραπτή αγόρευση του δικηγόρου των εναγομένων. Το αίτημα στηρίζεται στη Δ.18 Θ. 1 και στην Δ.48 Θ.1-4, 9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Αναφορικά με τους όρους και τις προϋποθέσεις που θα πρέπει να ικανοποιηθούν για να ενεργοποιηθεί η δικαιοδοσία της συνοπτικής απόφασης παραπέμπω στην υπόθεση Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ

(1997)1 Α.Α.Δ
  1. Σημειώνω πως η αγωγή καταχωρήθηκε σε ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα. Σύμφωνα με την Δ.18 Θ.1 ο ενόρκως δηλών μεταξύ άλλων, θα πρέπει να βεβαιώνει την βάση της αγωγής και το αξιούμενο ποσό. (Verifying the cause of action, and the amount claimed). Στην προκειμένη περίπτωση ο ομνύον εκ μέρους των εναγόντων αναφέρει τα εξής επί του κρινόμενου θέματος. « Εγώ ο Μάριος Βραχίμης δικηγόρος εκ Λευκωσίας ορκίζομαι και λέγω τα ακόλουθα.
  2. Είμαι στην υπηρεσία των εναγόντων στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή, έχω πολύ καλή γνώση των γεγονότων της υπόθεσης και είμαι δεόντως εξουσιοδοτημένος να προβώ στην παρούσα ένορκο δήλωση». Εδώ ακριβώς εστιάζεται η προδικαστική ένσταση των εναγομένων. Ότι η αίτηση δεν υποστηρίζεται από αξιωματούχο των εναγόντων ή από άλλο πρόσωπο εκ μέρους τους, το οποίο να γνωρίζει τα γεγονότα και να δύναται να ορκίζεται θετικά, αλλά από δικηγόρο. Και εν πάση περιπτώσει συνεχίζει ο κ. Χαραλάμπους στην γραπτή του αγόρευση, ο ομνύον δεν αναφέρει ότι έχει προσωπική γνώση των γεγονότων, όπως και από που προκύπτει η γνώση αυτή, παραπέμποντας προς τούτο σε νομολογία. Στην αντίπερα όχθη ο δικηγόρος των εναγόντων στην δική του γραπτή αγόρευση αναφέρει ότι οι ισχυρισμοί των εναγομένων όσον αφορά το νομότυπο της αίτησης είναι εντελώς αβάσιμοι και απορριπτέοι. Εγείρονται κατά την κρίση του δικαστηρίου κάποια σημαντικά ζητήματα. Αφορά την επάρκεια της ενόρκου δηλώσεως και τούτο ως θέμα δικαιοδοσίας του δικαστηρίου, και ως προς το κατά πόσο ο ομνύον θα μπορούσε να ορκιστεί εκ μέρους των εναγόντων. Ως πρώτο θέμα που προφανώς εγείρεται είναι πως ο ομνύον που ορκίζεται ότι είναι δικηγόρος μπορεί ταυτόχρονα να είναι στην υπηρεσία των εναγόντων, αφού σύμφωνα με την παράγραφο 1 της εκθέσεως απαιτήσεως οι ενάγοντες είναι δημόσια εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με έδρα τη Λευκωσία και είναι φορέας διαχείρισης συλλογικού συστήματος διαχείρισης αποβλήτων συσκευασιών δυνάμει των Περί Συσκευασιών και αποβλήτων Νόμους του 2002-
  3. Ο Περί Δικηγόρων Νόμος Κεφ.2 ως έχει τροποποιηθεί είναι σχετικός. Δεν προτίθεμαι να επεκταθώ περισσότερο, πλην όμως το θέμα ηγέρθη με την ένσταση και την υποστηρίζουσα ένορκη δήλωση, και προωθήθηκε με την γραπτή αγόρευση του κ. Χαραλάμπους. Όφειλαν συνεπώς οι ενάγοντες και κυρίως ο ομνύον, να ξεκαθαρίσει τα πράγματα με συμπληρωματική ένορκη δήλωση κατόπιν αδείας του δικαστηρίου. Αφέθηκε το θέμα χωρίς κάποια εξήγηση ή άλλη διευκρίνηση. Άμεσα συνακόλουθη είναι η θέση του κ. Χαραλάμπους ότι η ανεπάρκεια της ενόρκου δηλώσεως καθιστά την αίτηση θνησιγενή. Εκείνο που ουσιαστικά απαιτείται από την Δ.18 είναι η θετική επαλήθευση των γεγονότων της αξίωσης, σε συνάρτηση με δήλωση ότι οι εναγόμενοι δεν έχουν απολύτως καμιά υπεράσπιση στην αγωγή. Και τούτο ως θέμα δικαιοδοσίας (Stavrinides v. Ceskosloveneska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 C.L.R. 130). Στην υπόθεση Marketrends Financial Services Ltd v. Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου
(2006)1 Α.Α.Δ 223, υπεδείχθη ότι η νομολογία έχει προσαρμόσει με τέτοιο τρόπο την ερμηνεία του όρου «να ορκιστεί θετικά» ώστε να ανταποκρίνεται ρεαλιστικά προς τα σημερινά δεδομένα. Λέχθηκε ότι : « Σε υπόθεση που ορκίστηκε υπάλληλος εταιρείας εκ μέρους της, αποφασίστηκε ότι είναι αναγκαίο σε περιπτώσεις εταιρειών να ορκίζεται φυσικό πρόσωπο και έτσι στον όρο «θετική γνώση» πρέπει να δίδεται τέτοια ερμηνεία που να είναι λογική υπό τις περιστάσεις και όχι αυστηρή σε βαθμό που να δημιουργεί πρακτικές δυσκολίες και να οδηγεί σε τυχόν παράλογα αποτελέσματα. Ο υπάλληλος που ορκίστηκε στην προκειμένη υπόθεση είχε στην κατοχή του όλα τα επίδικα έγγραφα των οποίων την ορθότητα έλεγξε ο ίδιος, που είχε και την ευθύνη παρακολούθησης του σχετικού λογαριασμού.( Pathe Freres Cinema Ltd v. United Electric Theatres
(1914)K.B. 1253 ). Σχετική ακόμα είναι η υπόθεση Θεοδώρου κ.ά ν. Τράπεζας Κύπρου Ltd
(2006)1 Α.Α.Δ. 915. Είναι συνεπώς ορθή η θέση του κ. Χαραλάμπους ότι ο ομνύον υπό την διπλή ιδιότητα που επικαλείται, δηλαδή ως δικηγόρος από την μια, και υπάλληλος των εναγόντων από την άλλη δεν συμμορφώνεται με όσα η Δ.18 επιτάσσει, αφού ακριβώς αναδύεται και η αδυναμία που εντοπίζεται στην ένορκη του δήλωση. Η γενική και αόριστη αναφορά ότι έχει πολύ καλή γνώση των γεγονότων δεν είναι αρκετή. Θα έπρεπε να αναφέρει από που προέρχεται η γνώση του, και κυρίως υπό ποια από τις δυο ιδιότητες που επικαλείται, αν μπορεί να έχει τις δυο αυτές ιδιότητες, προέρχεται η γνώση του. Και αν θα μπορούσε να ενεργεί ταυτόχρονα ως δικηγόρος και υπάλληλος των εναγόντων. Είναι επιτακτικό ως θέμα δικαιοδοσίας ο ομνύον να αναφέρει ότι έχει θετική γνώση των γεγονότων και να αναφέρει πως απέκτησε την θετική γνώση ώστε να είναι σε θέση να βεβαιώνει την βάση της αγωγής (verifying the cause of action). Συνάγεται εκ της νομολογίας ότι δεν πρόκειται περί μιας φράσεως κοινότυπης και άνευ περιεχομένου, αλλά πρόκειται για ζήτημα ουσίας και δικαιοδοσίας, ώστε να μπορεί το δικαστήριο να προχωρήσει στην εξέταση της αίτησης. Όπως λέχθηκε και στην Δημητρίου ανωτέρω, και κατ΄ αναλογία εδώ, ο ομόσας δεν αναφέρει τι σχέση είχε με την όλη συνδιαλλαγή με τον Ανάδοχο ή και σε σχέση με την έκδοση της εγγυητικής επιστολής από τους εναγομένους, ώστε να διαφανεί αν όντως έχει γνώση των γεγονότων για να μπορεί να ορκιστεί θετικά επί της βάσης της αγωγής και του αξιούμενου ποσού. Κατά συνέπεια ο ομνύον και αυτή είναι η κατάληξη του δικαστηρίου δεν συμμορφώνεται με τα προαπαιτούμενα της Δ.18 και όσα η νομολογία επιτάσσει επί τούτου. Ο λόγος αυτός είναι αρκετός για να απορριφθεί η αίτηση. Ανεξάρτητα από την πιο πάνω κατάληξη, και αν αυτή κριθεί εσφαλμένη, το δικαστήριο θα προχωρήσει να εξετάσει κατά πόσο οι εναγόμενοι προβάλλουν υπεράσπιση στην αξίωση των εναγόντων. Η νομολογία εναποθέτει το βάρος απόδειξης της ύπαρξης καλής υπεράσπισης στους ώμους των εναγομένων (Παύλου ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ
(2001)1 (Β) Α.Α.Δ. 1051). Όπως εξηγείται στην υποθεση Λαζάρου κ.ά ν. Μακεδόνα
(1999)1 (Β) Α.Δ..Δ. 817, όπου η υπεράσπιση μπορεί να χαρακτηριστεί ως κάτι περισσότερο από σκιώδης αλλά λιγότερο από πιθανή, θα πρέπει να δίδεται άδεια για υπεράσπιση. Είναι νομολογημένο ότι η διαδικασία και ο μηχανισμός της συνοπτικής απόφασης είναι εξαιρετική διαδικασία στην οποία αντί να αρχίζει πρώτα η δίκη και μετά η απόφαση υπάρχει αμέσως απόφαση και μετά δίκη. (βλ. Symon & Co v. Palme´s Stores
(1903)Ltd
(1912)1 K.B.259, 266-267 ). Ως υπεδείχθη στην υπόθεση Λούκος Λτδ κ.α. ν. Εθνικής Τράπεζας την Ελλάδος Α.Ε. (Αρ.1)
(2001)1 Α.Α.Δ 418, με αναφορά στη CY.E.M.S. Co v. Central Co-operative Industries
(1982)1 C.L.R. 897, 902 - 905: « Συνοπτική απόφαση δεν εκδίδεται όπου προβάλλονται σχετικοί με το θέμα ισχυρισμοί που θα μπορούσαν, όσο απομακρυσμένη και αν φαίνεται η πιθανότητα επιτυχίας, να δικαιολογήσουν τη διεξαγωγή κανονικής δίκης..... Συνοπτική απόφαση εκδίδεται μόνο όπου το Δικαστήριο διαπιστώνει πως δεν υπάρχει στην πραγματικότητα διαφορά ώστε να δικαιολογείται η δίκη. Τέτοια διαπίστωση γίνεται όταν το πράγμα είναι προφανές και όχι ως εγχείρημα αξιολόγησης και στάθμισης. Αυτή είναι η φιλοσοφία της Δ.18». Και τούτο αποκτά μεγαλύτερη σημασία σήμερα, εν' όψει της ορθής αντίληψης που έχει επικρατήσει ως προς τα δικαιώματα που έχει ο διάδικος βάσει των προνοιών του άρθρου 30 του Συντάγματος και τις ανάλογες διατάξεις της σύμβασης για την προάσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Γι' αυτό και η συνοπτική διαδικασία κάτω από τη Δ.18 πρέπει να περιορίζεται στις περιπτώσεις όπου έκδηλα καταδεικνύεται ότι ο εναγόμενος δεν έχει καμιά υπεράσπιση στην εναντίον του αγωγή. (Ζερβός ν. Euroinvestment & Finance Ltd
(2003)1 Α.Α.Δ 1968.) Χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει και στην υπόθεση Νεάρχου κ.ά ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2005)1 Α.Α.Δ. 818 που γίνεται εκτενής αναφορά και σύνοψη της νομολογίας επί συνοπτικής απόφασης. Θα πρέπει ακόμα να υποδειχθεί ότι ακριβώς λόγω της φύσης της, ως κατ' εξαίρεση της συνήθους διαδικασίας μιας δίκης, ο καθ' ου η αίτηση πρέπει με την ένορκη του δήλωση να προβάλει τα στοιχεία που εδράζει την υπεράσπιση του και δεν αναμένεται ότι θα προσκομίσει την διαθέσιμη μαρτυρία. Όπως τέθηκε στην υπόθεση Ζερβός ανωτέρω : « Η ένορκη δήλωση του εφεσείοντα περιείχε τα στοιχεία στα οποία εδράζεται η υπεράσπιση που θέλει να προβάλει, και η υπό αναφορά συνοπτική διαδικασία δεν ήταν η δίκη της υπόθεσης για να προσκομίσει την μαρτυρία που διέθετε. Αυτό που αναμενόταν να δείξει ήταν πως έχει υπεράσπιση σε βαθμό που επιδεικνύεται να του επιτραπεί το δικαίωμα της προβολής της. Και βεβαίως, το κατά πόσο νομικά ευσταθεί, θα είναι το αντικείμενο της δίκης ». Στο πιο πάνω πλαίσιο θα αντικριστεί η ένσταση των εναγομένων και κατ' επέκταση η προβαλλόμενη υπεράσπιση τους. Προτού προχωρήσω επί της προβαλλόμενης υπεράσπισης, θα πρέπει να αναφερθεί ότι η απουσία ως λέχθηκε αντεξέτασης ή με κάποιο άλλο τρόπο αμφισβήτησης του περιεχομένου της ενόρκου δηλώσεως των εναγομένων, παρά το γεγονός ότι το βάρος είναι στον εναγόμενο να δείξει ότι έχει υπεράσπιση, παραμένει ως ένα στοιχείο και μια παράμετρος που δεν μπορεί παρά να ληφθεί υπόψη κατά την εξέταση της προβαλλόμενης υπεράσπισης. Το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων αποτελεί τη μαρτυρία επί της οποίας θα στηριχθεί το Δικαστήριο και διέπεται κάτω από τις πρόνοιες της Δ.39. Και ακριβώς προς αυτή την κατεύθυνση αποτελεί η νομολογιακή αρχή ότι το περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως αποτελεί το αποδεικτικό μέσο ( Βιολάρης ν. Marfin Popular Public Bank Co. Ltd, Πολ. Έφεση 411/08 ημερ. 24.5.12). Είναι γνωστό ότι η ακρόαση των αιτήσεων διέπονται από τη Δ.48 θ.4. Σύμφωνα με τη διαταγή αυτή, αντίθετα με το τι ίσχυε προηγουμένως, δεν προσκομίζεται πλέον μαρτυρία, αλλά η ακρόαση γίνεται μέσα από το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων. Είναι νομολογημένο ότι αμφισβήτηση ενόρκων δηλώσεων μπορεί να γίνει με αντεξέταση κατόπιν αδείας του δικαστηρίου, είτε με ένορκες δηλώσεις ή με οποιοδήποτε άλλο παραδεκτό τρόπο. ( Πατούρης v. Hellenic Bank Ltd
(2001)1 Α.Α.Δ. 2118). Στην υπόθεση Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ κ.ά
(2006)1Β Α.Α.Δ. 1013 υπεδείχθη ότι ισχυρισμοί επί ενόρκων δηλώσεων που δεν αντεξετάστηκαν επί του περιεχομένου τους, παραμένουν ακλόνητοι και ως εκ τούτου δεν μπορεί παρά να γίνουν αποδεκτοί. Παραπέμπω σχετικώς και στην υπόδειξη του Εφετείου στην υπόθεση Favero General Trading Ltd κ.ά ν. Medusa Constructions Ltd, Πολ. Έφεση 258/09 ημερ. 12.11.12 ότι ο καθ ου η αίτηση δεν αντεξετάστηκε επί του περιεχομένου της ενόρκου δηλώσεως του και επομένως οι ισχυρισμοί του δεν αμφισβητήθηκαν. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω όσα οι εναγόμενοι αναφέρουν στην ένσταση τους. Όμως από όποια σκοπιά και αν αντικριστούν εγείρουν σημαντικά ζητήματα τα οποία βεβαίως δεν είναι του παρόντος να εξεταστούν. Δεν έτυχαν απάντησης ούτε και αμφισβήτησης από τους ενάγοντες. Το γεγονός ότι η αγωγή στηρίζεται επί εγγυητικής επιστολής δεν προκαθορίζει εκ προοιμίου, ούτε και αποκλείει την διερεύνηση της ύπαρξης υπεράσπισης εκ μέρους των εναγομένων. Οι εναγόμενοι επισύναψαν σειρά εγγράφων, τα οποία και δεν θα αξιολογηθούν μεν στο στάδιο αυτό, αλλά δεν μπορεί να παραγνωριστεί ότι υπάρχουν και αναδύονται εξ αυτών σοβαρά θέματα, και τούτο πέραν και ανεξαρτήτως των ανταπαιτήσεων που προβάλλουν εναντίον των εναγόντων και του Αναδόχου καθώς και άλλων ενδεχομένως εμπλεκομένων. Η ουσία είναι πως, σύμφωνα με τους εναγομένους υπάρχουν δύο συμβόλαια μεταξύ των εναγόντων και της Αναδόχου εταιρείας εκ των οποίων απορρέουν διάφορα θέματα νομικής ερμηνείας και επιπτώσεων επί της εκδοθείσης και επίδικης εγγυητικής υπό των εναγομένων. Εμπλέκεται και άλλη τραπεζική εγγύηση δυνάμει μεταγενέστερης συμφωνίας μεταξύ των μερών και ως εκ τούτου δεν μπορούν να παραγνωριστούν οι όποιες πιθανές νομικές επιπτώσεις αυτής αλλά και συνέπειες που δυνατόν αυτή να επιφέρει. Προβάλλονται με άλλα λόγια νομικές υπερασπίσεις δυνάμει εγγράφων συμφωνιών μεταξύ εναγόντων και Αναδόχου με διαφορετικό ενδεχομένως κείμενο και δυο εγγυητικές επιστολές που αναφέρουν διαφορετικό λόγο υποχρέωσης καταβολής. Εδώ κρίνω σκόπιμο να παρεμβάλω τη θέση που προβάλλεται στην γραπτή αγόρευση του κ. Τσέλεπου υπό στοιχείο στ. Είναι η θέση του ότι η πρόνοια στην μεταγενέστερη συμφωνία ημερ.4.3.13 για την εγγυητική της τράπεζας Κύπρου θα υλοποιείτο μόνο ως αποτέλεσμα αντικατάστασης της εγγυητικής των εναγομένων, πλην όμως τέτοια εγγυητική δεν προσκομίστηκε στους ενάγοντες, γεγονός που γνωρίζουν οι εναγόμενοι αφού πήραν στοιχεία και πληροφορίες από τον Ανάδοχο. Αυτό προσθέτει θα έπρεπε να το γνωρίζουν οι εναγόμενοι και κατά συνέπεια παραμένει σε ισχύ η εγγυητική των εναγομένων. Οι πιο πάνω εισηγήσεις περιπλέκουν ακόμη περισσότερο τα πράγματα. Κατ΄ αρχή θα πρέπει να λεχθεί ότι οι αγορεύσεις δεν αποτελούν μέσο απόδειξης ή αμφισβήτησης γεγονότων (Ζαχαρία ν Κυπριακής Δημοκρατίας
(2011)3(Α) ΑΑΔ 293, 300), ούτε και δηλώσεις δικηγόρων κατά τις αγορεύσεις μπορούν να εκληφθούν ως μαρτυρία (Yugos Finance BV και Άλλων v Halebay Holdings Limited, ΠΕ 180/09, ημ. 8.3.13). Αν όμως αυτή ήταν η θέση των εναγόντων, ή θα έπρεπε να αντεξετάσουν τον ομνύοντα εκ μέρους των εναγομένων, ή να επιζητήσουν την καταχώριση απαντητικής ένορκης δήλωσης. Τίποτε εξ αυτών δεν έπραξαν. Αλλά και αν ακόμα έτσι είχαν τα πράγματα η συμφωνία ημερ.4.3.13 δεν φαίνεται να υποστηρίζει την θέση αυτή, αλλά και ανεξάρτητα από όλα αυτά, σε κάθε περίπτωση αναδεικνύεται πως οι εναγόμενοι προβάλλουν υπεράσπιση επί της ουσίας των γεγονότων η οποία δεν αποτελεί ούτε και συνιστά σκιώδη και αόριστη υπεράσπιση, και τούτο ανεξάρτητα από την πιθανότητα επιτυχίας της. Είναι κατά την αντίληψη του δικαστηρίου φανερό ότι οι εναγόμενοι δεν προβάλλουν γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς, αλλά παρουσιάζουν στοιχεία που για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας κρίνω ότι είναι υπέρ του δέοντος αρκετά αλλά και ικανοποιητικά για να τους δώσουν το δικαίωμα να υπερασπιστούν. Δεν θα πρέπει να διαφεύγει ότι ως υποδεικνύεται από την νομολογία ( N.V. Caterchef Ltd v. P.C.P Electronics Ltd
(1999)1 (Γ) A.Α.Δ. 1912), το κριτήριο ικανοποιείται με την παροχή λεπτομερειών από τον εναγόμενο σε λογική έκταση, γιατί αν με γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς εξασφαλίζεται άδεια για υπεράσπιση, το αποτέλεσμα είναι το μέτρο να αχρηστεύεται. Η εναγόμενη καθ ης η αίτηση, έχει θέσει σειρά γεγονότων καθώς και έγγραφα που, βέβαια στο στάδιο αυτό δεν θα αξιολογηθούν, αλλά θα κριθούν αν εμπεριέχουν ή αν καταδεικνύουν γνησιότητα που να δικαιολογεί την άδεια για καταχώρηση υπεράσπισης. Το γεγονός και μόνο ότι υπάρχουν σοβαροί ισχυρισμοί, αναδεικνύει ακριβώς την ανάγκη για εξαγωγή συμπερασμάτων και ευρημάτων που δεν είναι βέβαια της παρούσης να κριθούν, πόσω μάλλον να αξιολογηθούν. Πρόκειται για ισχυρισμούς επί γεγονότων και ερμηνείας εγγράφων, που μόνο μετά από ακρόαση στην ουσία τους μπορούν να κριθούν, αφού βεβαίως ακουστεί η σχετική εκατέρωθεν μαρτυρία, ώστε να υποστεί και την βάσανο της αξιολόγησης, προς εξαγωγή τελικών ευρημάτων. Η υπεράσπιση που προβάλουν οι εναγόμενοι από όποια σκοπιά και αν αντικριστεί, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι έχει μοναδικό σκοπό και στόχο να καθυστερήσει την διαδικασία. Αντίθετα, θεωρώ και κρίνω ότι προβάλλονται γνήσιοι ισχυρισμοί γεγονότων επί της ουσίας της διαφοράς και πρόκειται συναφώς για μια γνήσια υπεράσπιση. Θα πρόσθετα πως αυτό εξάγεται από το γεγονός και μόνο ότι υπάρχουν τέτοιοι σοβαροί ισχυρισμοί και έγγραφα, επί των οποίων βεβαίως και δεν αποφαίνομαι, που από μόνα τους αναδεικνύουν ότι υπάρχει σοβαρό, επί γεγονότων, ζήτημα προς εκδίκαση, που δεν είναι όμως στη παρούσα διαδικασία που θα κριθούν και θα αποφασιστούν. Θα επαναλάβω αυτά που υπεδείχθησαν στην υπόθεση DEME- DAIRY LTD κ.ά ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2007)1 Α.Α.Δ 1347, ότι θα πρέπει να παρέχεται άδεια για υπεράσπιση εκτός αν είναι καθαρό ότι δεν υπάρχει ουσιώδες ζήτημα προς εκδίκαση και ότι δεν υπάρχει αμφισβήτηση σε σχέση με πραγματικά ή νομικά ζητήματα τα οποία εγείρουν εύλογη αμφιβολία κατά πόσο ο ενάγων δικαιούται σε απόφαση. Και στην παρούσα υπόθεση, με όσα έχουν εκτεθεί, είναι η κρίση του δικαστηρίου ότι οι εγειρόμενοι ισχυρισμοί των εναγόμενων είναι τέτοιοι που αναμφίβολα θα πρέπει να τους δοθεί το δικαίωμα να υπερασπιστούν στην αγωγή. Θεωρώ, και αυτή είναι η κατάληξη του δικαστηρίου, ότι οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί των εναγομένων εύλογα δημιουργούν σοβαρή διαφορά προς εκδίκαση και δικαιολογούν την παροχή δικαιώματος προβολής υπεράσπισης. Ως απότελεσμα, η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα και επιδικάζονται προς όφελος των εναγομένων και σε βάρος των εναγόντων. Θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Θα καταβληθούν στο τέλος της δίκης με την πλήρη αποπεράτωση της ακρόασης στην αγωγή. Υπεράσπιση θα καταχωρηθεί σύμφωνα με τους Θεσμούς. (Υπ.) Ν. Γιαπανάς, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.