← Κύπρος

Γεώργιου Σαββίδη κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ κ.α., Αρ.Αγωγής: 2242/13, 25/7/2013

Γεώργιου Σαββίδη κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ κ.α., Αρ.Αγωγής: 2242/13, 25/7/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:A288 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Στ.Μέσσιου-Χριστοδουλίδου, Ε.Δ. Αρ.Αγωγής: 2242/13 Μεταξύ:

  1. Γεώργιου Σαββίδη
  2. Μυροφόρας Σαββίδη
  3. Ανδρέα Σαββίδη Εναγόντων και Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Ντίνο Χριστοφίδη ως τον Ειδικό Διαχειριστή για την εκτέλεση των μέτρων εξυγίανσης στην Τράπεζα Κύπρου Εναγομένων Μονομερής αίτηση ημερ. 5.4.13 για έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων από τους ενάγοντες-αιτητές Ημερομηνία: 25 Ιουλίου 2013 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους ενάγοντες-αιτητές: κ. Α. Κωνσταντίνου για Μιχαηλίδου & Κωνσταντίνου Δ.Ε.Π.Ε. Για τους εναγόμενους-καθ΄ων η αίτηση 1: κα Κλ. Κραμβή για Χρυσαφίνης & Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. Για τον εναγόμενο-καθ΄ου η αίτηση 2: κα Μ. Σκαρπάρη για Αλ. Ευαγγέλου & Σία Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 5.4.13 οι ενάγοντες καταχώρισαν σε κλητήριο γενικά οπισθογραφημένο την πιο με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό αγωγή με την οποία αξιώνουν την έκδοση αριθμού διαταγμάτων. Την ίδια ημέρα καταχώρισαν μονομερώς την υπό κρίση αίτηση με την οποία ζητούν: «Α. Απαγορευτικό Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να παρεμποδίζονται και/ή που να απαγορεύει αμέσως στους εναγόμενους 1 και 2, στους υπαλλήλους, υπηρέτες και/ή αντιπροσώπους τους ή και σε οιονδήποτε απ΄αυτούς που ενεργούν κατ΄εντολών τους και/ή των διαδόχων τους και/ή αντικαταστατών τους από του να χρησιμοποιήσουν τις καταθέσεις των εναγόντων 1 και 2 που ευρίσκονται κατατεθειμένες στην εναγόμενη 1 και ή οιανδήποτε οντότητα δυνατό να απορροφήσει την εναγόμενη 1 τα οποία ποσά καταθέσεων υπερβαίνουν τις £100.000 δια έκαστο των εναγόντων 1 και 2 μέχρι την πλήρη εκδίκαση της αγωγής. Β. Απαγορευτικό Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να παρεμποδίζονται και/ή που να απαγορεύει αμέσως στους εναγόμενους 1 και 2, στους υπαλλήλους, υπηρέτες και/ή αντιπροσώπους τους ή και σε οιονδήποτε απ΄αυτούς που ενεργούν κατ΄εντολών τους και/ή των διαδόχων τους και/ή αντικαταστατών τους από του να θεωρήσουν ως μη εξυπηρετούμενο το δάνειο με αριθμό 011020004233 το οποίο ευρίσκεται στο όνομα του ενάγοντα 3.» Βάση της αίτησης είναι το άρθρο 9 του Κεφ. 6, περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, τα άρθρα 31 και 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60, οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας, ο περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και άλλων Ιδρυμάτων Νόμος Ν.17

(1)/13 και το περί Διάσωσης με Ίδια Μέσα της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ Διάταγμα του
  1. Την αίτηση συνοδεύουν οι ένορκες δηλώσεις των αιτητών-εναγόντων 1 και
  2. Σύμφωνα με τις ένορκες δηλώσεις τους, ο ενάγοντας 1 είναι παντρεμένος με την ενάγουσα 2 έχουν τρία παιδιά, τον ενάγοντα 3 και άλλα δύο. Το 2006 οι ενάγοντες 1 και 2 αποφάσισαν να αγοράσουν ένα διαμέρισμα για το οποίο συνήψαν δάνειο με τους εναγόμενους 1, οι δόσεις όλες πληρώνονταν από τους ενάγοντες 1 και 2 πράγμα το οποίο γνώριζαν πολύ καλά οι εναγόμενοι 1 αλλά κρίθηκε σκόπιμο, για σκοπούς καθαρά οικογενειακούς, όπως στο δάνειο φαίνεται ως πρωτοφειλέτης ο ενάγοντας 3 και οι ενάγοντες 1 και 2 ως εγγυητές. Είναι ειδικότερα η θέση τους ότι όλες τις δόσεις τις πλήρωναν είτε ο ενάγοντας 1 είτε η ενάγουσα 2 είτε προσωπικά είτε δίνοντας οι ίδιοι τη δόση στον ενάγοντα
  3. Ήταν δε μεταξύ τους ξεκάθαρο ότι το εν λόγω διαμέρισμα άνηκε στους ενάγοντες 1 και 2 και όταν θα αποφάσιζαν να διανέμουν την περιουσία τους στα τρία τους παιδιά, τότε και το εν λόγω ακίνητο θα έμπαινε στη μοιρασιά. Σύμφωνα πάντα με τις ένορκες δηλώσεις, οι ενάγοντες 1 και 2 είχαν καταθέσεις στους ενάγοντες 1 συνολικού ύψους €300.000, €100.000 βρίσκονταν κατατεθειμένες σε ένα τραπεζικό λογαριασμό και οι άλλες €200.000 σε άλλο λογαριασμό. Τα ποσά αυτά προήλθαν από τη αποζημίωση που πήρε ο ενάγοντας 1 λόγω της πρόωρης αφυπηρέτησης του από την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. Πέραν των δύο αυτών καταθέσεων οι ενάγοντες 1 και 2 όπως αναφέρουν πλήρωναν το δάνειο για την αγορά του διαμερίσματος το οποίο στις 30.3.13 είχε χρεωστικό υπόλοιπο €99.191,
  4. Είναι η θέση των ότι μετά την έκδοση του διατάγματος για τη διάσωση της Τράπεζας Κύπρου και με βάση το κούρεμα καταθέσεων οι ενάγοντες 1 και 2 προστατεύονται για ποσό καταθέσεων €100.000 έκαστος ενώ οι εναπομείνασες €100.000 κουρεύονται. Με βάση το ίδιο διάταγμα είναι δεδομένο ότι εάν υπάρχουν δάνεια τότε θα πρέπει πρώτα να αποπληρωθούν και μετά το τυχόν υπόλοιπο να κουρευτεί. Είναι η συνεπώς του ενάγοντα 1 ότι σε ότι αφορά το δάνειο για το επίδικο διαμέρισμα αν και για λόγους καθαρά τεχνικούς είναι στο όνομα του ενάγοντα 3 ουσιαστικά πρωτοφειλέτες είναι οι ενάγοντες 1 και
  5. Γι' αυτό το λόγο θα έπρεπε κατ' εφαρμογή του διατάγματος να εξοφληθεί πρώτα το υπόλοιπο του εν λόγω δανείου από το ποσό των €100.000 που δεν προστατεύονταν από το κούρεμα και το τυχόν υπόλοιπο, που στη συγκεκριμένη περίπτωση θα ήταν μόνο €1.000, να κουρευτεί. Προσπάθησε να μιλήσει με τους τραπεζίτες του σχετικά οι οποίοι όμως αρνήθηκαν να συμψηφίσουν τα ποσά με τη δικαιολογία ότι το δάνειο είναι στο όνομα του ενάγοντα
  6. Αιτείται την έκδοση των υπό κρίση διαταγμάτων θεωρώντας ότι αυτό εξυπηρετεί τους σκοπούς της δικαιοσύνης, αν δε δεν εκδοθούν τα διατάγματα προκαλείται στον ίδιο και στη σύζυγο του ανεπανόρθωτη ζημιά καθ' ότι μέρος των χρημάτων του θα μετατραπεί σε μετοχές, άλλο μέρος των χρημάτων του θα μείνει δεσμευμένο για αόριστο χρονικό διάστημα, δεν θα μπορεί να πληρώνει τις δόσεις του δανείου αφού δεν θα έχει εισοδήματα να τις πληρώσει γι' αυτό θεωρεί ότι αντισυνταγματικά οι καθ' ων η αίτηση 1 αρνούνται τον συμψηφισμό τον οποίο καλεί το Δικαστήριο να διατάξει. Ο ενάγοντας 3 στη δική του ένορκη δήλωση επαναλαμβάνει ότι το δάνειο όντως ανήκει στους γονείς του αν και είναι στο δικό του όνομα, οι εναγόμενοι 1 το γνώριζαν αυτό καλά και επιβεβαιώνει ότι η συμφωνία της οικογένειας ήταν όπως το ακίνητο ανήκει σε όλους και όταν θα ερχόταν η ώρα της μοιρασιάς θα συμπεριλαμβανόταν στην οικογενειακή περιουσία προς διαμοιρασμό. Το Δικαστήριο δεν ενέκρινε την έκδοση του διατάγματος μονομερώς, διέταξε την επίδοση του στους καθ' ων η αίτηση 1 και 2 οι οποίοι εμφανίστηκαν με δικηγόρους και καταχώρισαν ενστάσεις στην αίτηση. Πολύ συνοπτικά, είναι η θέση των καθ' ων η αίτηση 1 όπως φαίνεται στην ένσταση τους ημερομηνίας 16.4.13 ότι το επίδικο διάταγμα Κ.Δ.Π 103/13 δεν έχει ακυρωθεί ούτε ανακληθεί, η εφαρμογή του είναι δεσμευτική για να πετύχουν οι σκοποί του που είναι η εξυγίανση των εναγομένων 1 και ότι επειδή όταν εκκρεμούσε η αίτηση εκκρεμούσε ενώπιον και του Ανωτάτου Δικαστηρίου η απόφαση για την συνταγματικότητα όλων αυτών των μέτρων, θα πρέπει το Δικαστήριο να αναμένει την έκδοση της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Προβάλλουν επίσης τη θέση ότι η υπό κρίση αίτηση αφορά θέματα διοικητικού δικαίου και δεν μπορεί να εξεταστεί από το παρών Δικαστήριο και εν πάση περιπτώσει δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση των διαταγμάτων ως τίθενται από το άρθρο 32 του Νόμου Ν14/
  7. Την ένσταση των καθ' ων η αίτηση 1 συνοδεύει η ένορκος δήλωση της υπαλλήλου τους Μαρίας Μιχαήλ στην οποία επαναλαμβάνει και υιοθετεί όλους τους λόγους ένστασης. Σειρά λόγων ένσταση έχει προβάλει και καθ' ου η αίτηση-εναγόμενος 2 στη δική του γραπτή ένσταση ημερομηνίας 22.4.
  8. Αναφέρει ότι τα θέματα που θίγονται είναι διοικητικού δικαίου και δεν μπορούν να εξεταστούν από το Επαρχιακό Δικαστήριο, η αίτηση δεν πληρεί τις προϋποθέσεις που τίθενται από το άρθρο 32 του Νόμου Ν.14/60, καμία μαρτυρία δεν παρουσιάστηκε που να καταδεικνύει ότι οι αιτητές θα πάθουν ανεπανόρθωτη ζημιά και δεν θα μπορεί να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εκτός εάν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα, το ισοζύγιο της ευχέρειας και το δημόσιο συμφέρον επιτάσσει να μην εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα και θεωρεί επίσης ότι ούτε καλή βάση αγωγής υπάρχει, ούτε πιθανότητας επιτυχίας της για να δικαιολογείται η καταχώριση της αίτησης. Την ένσταση συνοδεύει η ένορκος δήλωση του καθ' ου η αίτηση 2 στην οποία αναφέρει το όλο ιστορικό που οδήγησε στην έκδοση των υπό κρίση Διαταγμάτων εξυγίανσης και την ψήφιση των σχετικών νόμων από τη Βουλή των Αντιπροσώπων, επισημαίνει την ανάγκη τήρησης των διαταγμάτων αυστηρά για τους σκοπούς για τους οποίους θεσπίστηκαν, επικεντρώνεται στην εξυπηρέτηση των σκοπών δημοσίου συμφέροντος και δημόσιας ωφέλειας και θεωρεί ότι καμία ανεπανόρθωτη ζημιά δεν προκαλείται στους αιτητές από την μη έκδοση των διαταγμάτων που να μην μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα. Αναφέρει επίσης ότι η αίτηση είναι άνευ αντικειμένου καθ' ότι η Κ.Δ.Π. 103/13 έχει συντελεστεί στις 29.3.
  9. Η αίτηση οδηγήθηκε σε ακρόαση στις 19.6.13 μετά από αίτημα όλων των συνηγόρων να αναμένουν την απόφαση της ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στα πλαίσια προσφυγών που είχαν καταχωρηθεί και εκδικάστηκαν ως επείγουσες, όπου και όλοι οι συνήγοροι κατέθεσαν στο Δικαστήριο γραπτώς τις τελικές τους θέσεις υποστηρίζοντας η κάθε πλευρά τη δική της εκδοχή. Σε ότι αφορά τους καθ' ων η αίτηση 1 έχει γίνει δήλωση από τους συνηγόρους τους ότι επειδή στο μεσοδιάστημα που μεσολάβησε και ειδικά στις 7.6.13 εκδόθηκε η απόφαση της πλήρους ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου για τα θέματα που εκκρεμούσαν σε σχέση με τις Κ.Δ.Π. 103/13 και 104/13 στα πλαίσια εκδίκασης σειράς προσφυγών 551/13 και άλλες, δεν έχει καταχωρηθεί νέα ένσταση από πλευράς τους που να περιέχει και λόγους ένστασης που αφορούν την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αλλά έχουν συμπεριλάβει στις αγορεύσεις τους εκτεταμένα αποσπάσματα της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου που στηρίζουν, κατά τους ισχυρισμούς τους, τις θέσεις τους. Είναι η θέση του δικηγόρου των αιτητών ότι στην παρούσα υπόθεση πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις που η νομολογία και το άρθρο 32 του Ν.14/60 επιτάσσουν για να ικανοποιηθούν, θεωρεί ότι υπάρχει κατά τεκμήριο επαγόμενο καταπίστευμα (resulting trust) στη σύμβαση δανείου υπό εξέταση και συγκεκριμένα ότι ο ενάγοντας 3 κατά μαχητό τεκμήριο κατέχει το επίδικο διαμέρισμα ως εμπιστευματοδόχος των ατόμων που στην πραγματικότητα εκτέλεσαν την αγορά, εδώ οι ενάγοντες 1 και
  10. Με αναφορά σε αγγλική νομολογία και σε νομολογία του κοινοδικαίου ο ευπαίδευτος συνήγορος των αιτητών επιχειρεί να στοιχειοθετήσει τον ισχυρισμό του ότι υπάρχει κατά τεκμήριο επαγόμενο καταπίστευμα και έτσι θα πρέπει να εφαρμοστεί ο συμψηφισμός. Το γεγονός δε ότι υπήρχε το κατά τεκμήριο επαγόμενο καταπίστευμα υπέρ των εναγόντων 1 και 2 το γνώριζαν σύμφωνα πάντα με την εισήγηση του και οι εναγόμενοι-καθ' ων η αίτηση
  11. Θεωρεί επίσης ότι αν δεν εκδοθούν τα διατάγματα θα προκληθεί ανεπανόρθωτη ζημιά στους αιτητές αφού κατ' εφαρμογή των διαταγμάτων οι καταθέσεις τους που υπερβαίνουν τις €200.000 (υπάρχει ασφάλεια για €100.000 για κάθε ένα των εναγόντων 1 και 2) θα υποστούν κούρεμα και το 37% του ποσού των €100.000, που οι εναγόμενοι 1 αρνούνται να συμψηφίσουν με το δάνειο για την αγορά του επίδικου διαμερίσματος, θα μετατραπούν σίγουρα σε μετοχές τάξης Α' ενώ μέρος του ποσού θα κατακρατηθεί από τους εναγόμενους 1 μέχρι να αποφασιστεί το ακριβές ποσοστό κουρέματος. Το υπόλοιπο θα τους επιστραφεί που δεν θα είναι αρκετό για να εξοφλήσει το δάνειο τους. Οι καθ' ων η αίτηση 1 προβαίνουν σε ιστορική αναδρομή των γεγονότων που οδήγησαν στην έκδοση των διαταγμάτων για κούρεμα καταθέσεων, συμψηφισμό δανείων με καταθέσεις και εξυγίανσης των καθ' ων η αίτηση 1, επαναλαμβάνουν τα όσα το Ανώτατο Δικαστήριο έχει αναφέρει στην απόφαση του ημερομηνίας 7.6.13 στα πλαίσια των προσφυγών 551/13 κ.α., εισηγούνται ότι οι εναγόμενοι 1 δεν έχουν επιλογή από του να εφαρμόσουν στην ολότητα τους και να συμμορφωθούν πλήρως με τις πρόνοιες όλης της νομοθεσίας που έχει ψηφιστεί και θεσπιστεί με στόχο την εξυγίανση των καθ' ων η αίτηση 1 και αναφέρουν επίσης ότι, με βάση πάντα και την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η τυχόν ζημιά που ισχυρίζονται οι αιτητές πρέπει να περιοριστεί στη διαφορά μεταξύ του τι έχει απολέσει με το κούρεμα ο καταθέτης με το τι θα είχε απολέσει αν τα μέτρα εξυγίανσης δεν λαμβάνονταν και η ζημιά δεν μπορεί κατ'ουδένα λόγω να θεωρηθεί ως το ποσό το οποίο ο καταθέτης διατηρούσε στο οποιοδήποτε λογαριασμό του με την τράπεζα καθ' ότι ο λογαριασμός του σύμφωνα με την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου δεν δίνει στον καταθέτη δικαίωμα σε συγκεκριμένα χρήματα παρά μόνο συνιστά το δούνε και λαβείν του. Αναφέρουν επίσης ότι η αίτηση είναι άνευ αντικειμένου αφού στις 28.4.13 οι καθ' ων η αίτηση 1, σύμφωνα με το Διάταγμα περί Διάσωσης με τα ΄Ιδια Μέσα της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ έχουν προβεί σε ανακεφαλαίωση με συνεισφορά καταθετών σε υλοποίηση του βασικού Διατάγματος. Παρόμοια είναι και η θέση των καθ' ων η αίτηση 2 στη δική τους γραπτή αγόρευση οι οποίοι περαιτέρω αναφέρουν ότι εάν θεωρηθεί ότι υπάρχει αγώγιμο δικαίωμα, αυτό δεν αφορά τον εναγόμενο 2 και επίσης αφορά μόνο την επιδίκαση χρηματικής αποζημίωσης που αποτελεί ικανοποιητική και πλήρη αποζημίωση για τους αιτητές. Θεωρούν ότι τα αιτούμενα διατάγματα δεν τους αφορούν εν πάση περιπτώσει και αιτούνται την απόρριψη τους. Θεωρώ ορθό στο στάδιο αυτό προτού εξετάσω την αίτηση σε συνάρτηση πάντα με τους λόγους ένστασης, να αναφέρω επίσης τις αρχές που η νομολογία έχει καθορίσει σε σχέση με την χορήγηση και/ή διατήρηση προσωρινών διαταγμάτων. Διατάγματα της εξεταζόμενης φύσης είναι δημιουργήματα του Δικαίου της Επιείκειας. Από τις καταβολές του Δικαίου αυτού τέθηκε ως αρχή η προϋπόθεση ότι αυτός που το επικαλείται και προσφεύγει για θεραπεία στο δικαστήριο πρέπει να προσέρχεται με καθαρά χέρια. Η αρχή αυτή επιτάσσει όπως στην ένορκη δήλωση που στηρίζει μονομερή αίτηση πρέπει να γίνεται αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων. Το καθήκον αυτό όπως αναφέρεται και στην υπόθεση United Pertlite Industries Ltd v. Sayakhat Air Company, Πολ. Έφεση 10604 ημ. 28/6/02, συναρτάται με την καλή πίστη που πρέπει να επιδεικνύεται όταν ακούγεται μόνο η μια πλευρά και δεν δίδεται η δυνατότητα αμφισβήτησης στην άλλη. Το ουσιαστικό κριτήριο για το τι θεωρείται ουσιώδες σε κάθε περίπτωση είναι αντικειμενικό και μπορεί να λεχθεί ότι είναι οτιδήποτε άπτεται και μπορεί να επιδράσει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για τη χορήγηση ή όχι του αιτούμενου διατάγματος. Όσον αφορά το στοιχείο του κατεπείγοντος, είναι νομολογημένο ότι η έκδοση διατάγματος ex parte δικαιολογείται μόνο εφόσον καταδεικνύεται το κατεπείγον του αιτήματος ή άλλες ειδικές περιστάσεις (βλ. μεταξύ άλλων Χριστοδούλου ν. Vraets
(1999)1(Γ) ΑΑΔ 1475, που παραπέμπει σε προηγούμενες αυθεντίες, In Re Stavros Appartments Ltd, Αίτηση 76/94 ημ. 29/12/94 και In Re B.P. Cyprus Ltd, Αίτηση 143/96 ημ. 1/8/96). Το κατεπείγον, όπως παρατηρείται στην υπόθεση Resola ν. Χρίστου,
(1998)1(Β) ΑΑΔ 598, αποτελεί δικαιοδοτικό όρο. Μόνο εφόσον καταδεικνύεται το κατεπείγον του αιτήματος δικαιολογείται, όλως εξαιρετικώς, η άσκηση δικαστικής εξουσίας στην απουσία του εναγομένου. Μόνο τότε μπορεί να συγχωρεθεί η παρέκκλιση από τον θεμελιώδη κανόνα της δικαιοσύνης να ακούσει και τα δύο μέρη πριν εκφέρει κρίση. Σύμφωνα με τις αποφάσεις Resola (Cyprus Ltd) v. Χρίστου 1998 1ΑΑΔ 598 όπως και στην υπόθεση Zein και άλλοι ν. Παράσχος Κ. Καμπανέλας Λτδ, Πολ. Έφεση 10494 ημ. 27/4/2000, το στοιχείο του κατεπείγοντος αποτελεί δικαιοδοτικό όρο για την παροχή θεραπείας μονομερώς. Επίσης το κατεπείγον της θεραπείας συναρτάται προς την αμεσότητα του κινδύνου στην αποτροπή του οποίου η θεραπεία αποσκοπεί. Το Δικαστήριο εξετάζοντας θεραπείες όπως αυτές που ζητούν οι αιτητές πρέπει, εν πάση περιπτώσει, να εξετάσει το κατά πόσον έχουν ικανοποιηθεί τόσο οι προϋποθέσεις που το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 επιβάλλει αλλά και κατά πόσο το άρθρο 5 του Κεφ. 6 έχει ικανοποιηθεί. Εξετάζοντας, τώρα, τις προϋποθέσεις που το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου προϋποθέτει, και η νομολογία έχει καθιερώσει, αναφέρω τα εξής: (α) Το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να εκδίδει παρεμπίπτοντα διατάγματα εάν συντρέχουν οι εξής προϋποθέσεις:
(1)Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση,
(2)η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο Ενάγων σε θεραπεία και
(3)το ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρως δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. (β) Το Δικαστήριο θα πρέπει επιπρόσθετα να σταθμίσει το κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθεί ένα τέτοιο διάταγμα. Παραπέμπω στις αποφάσεις Οδυσσέως ν. Pieris Estates
(1982)1 CLR 557, Karydas Taxi v. Komodikis
(1975)1 CLR 38, Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 CLR 263, Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Πασχάλη Χατζηβασίλη
(1989)1(Ε) ΑΑΔ 152, Louis Vuitton v. Δερμοσάκ Λτδ κ.α.
(1992)1(Β) ΑΑΔ 1453, Α/φοί Μυλωνά Α.Ε. κ.α. ν. Μ. Avraamides & Co Ltd, Πολ. Έφεση 9824 ημ. 21.9.98, Nemitsas Industries Ltd v. S. & S. Maritime Lines Ltd and Others
(1976)1 CLR 302, Constantinides v. Makriyiorghou & Another
(1978)1 CLR 585, Papastratis v. Petrides
(1979)1 CLR 231, M & M Transport v. Eteria Astikon Leoforion
(1981)1 CLR 605 και Γρηγορίου και άλλοι ν. Χριστοφόρου και άλλοι
(1995)1 ΑΑΔ.
  1. Η πρώτη προϋπόθεση για την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση κατά τη δίκη έχει ερμηνευτεί ότι δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν του να καταδειχτεί με βάση τα δικόγραφα μια συζητήσιμη υπόθεση. Η δεύτερη προϋπόθεση, δηλαδή της ύπαρξης πιθανότητας ότι ο ενάγων δικαιούται σε θεραπεία επεξηγήθηκε ότι απαιτεί από τον αιτητή μόνο να δείξει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας, δηλαδή κάτι περισσότερο από απλή πιθανότητα επιτυχίας αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι ο βαθμός απόδειξης που απαιτείται σε πολιτικές υποθέσεις. Η τρίτη προϋπόθεση σύμφωνα με την οποία πρέπει να καταδειχτεί ότι χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε κατοπινό στάδιο, εξετάζεται κυρίως υπό το φως του ερωτήματος κατά πόσο η απονομή αποζημιώσεων θα ήταν επαρκής θεραπεία κάτω από τα γεγονότα κάθε υπόθεσης. Είναι φανερό τόσο από το αιτητικό του γενικά οπισθογραφημένου κλητήριου εντάλματος αλλά και από τα διατάγματα που αιτούνται οι ενάγοντες με την υπό κρίση αίτηση ότι ολόκληρη τους η απαίτηση και η βάση αγωγής αφορά τον ισχυρισμό τους ότι με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης όπως έχουν εκτεθεί υπάρχει κατά τεκμήριο επαγόμενο καταπίστευμα για το ακίνητο που βρίσκεται στο όνομα του ενάγοντα 3 ο οποίος είναι και ο πρωτοφειλέτης στο σχετικό δάνειο που έχει συναφθεί με τους εναγομένους 1 για την αγορά του, προς όφελος των γονέων του και εναγόντων 1 και 2 οι οποίοι κατά τους ισχυρισμός όλων των εναγόντων πληρώνουν όλες τις δόσεις του δανείου και το επίδικο διαμέρισμα αφορά με κοινή παραδοχή των τριών οικογενειακή περιουσία και όχι περιουσία ιδιοκτησίας του ενάγοντα
  2. Αυτή η θέση θα πρέπει να αποδειχθεί στο Δικαστήριο κατά την ακρόαση της αγωγής με μαρτυρία από όλες τις πλευρές για να μπορέσει το Δικαστήριο να εξάξει τα τελικά του συμπεράσματα. Σίγουρα δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο της παρούσας ενδιάμεσης διαδικασίας, ούτε και στο πλαίσιο της παρούσας ενδιάμεσης διαδικασίας πρέπει και μπορεί να εκδοθούν διατάγματα που ουσιαστικά παρέχουν τη θεραπεία που οι ενάγοντες αιτούνται με την αγωγή. Τα πιο πάνω πηγάζουν και είναι κατ' εφαρμογή των αρχών της νομολογίας. Με την αίτηση τους οι αιτητές επιδιώκουν την έκδοση δύο διαταγμάτων. Με το πρώτο διάταγμα επιδιώκουν να εμποδίσουν τους εναγόμενους να χρησιμοποιήσουν το ποσό των €100.000 από τις €300.000 καταθέσεις που έχουν συνολικά οι ενάγοντες 1 και 2 μέχρι την πλήρη εκδίκαση της αγωγής. Αυτό όμως έχει ήδη συντελεστεί σύμφωνα με τη θέση των καθ' ων η αίτηση 1 και 2 στις 29.3.13 και 28.4.13 και επομένως δεν μπορεί να εκδοθεί οποιοδήποτε διάταγμα σε σχέση με αυτό το αιτητικό αφού θα είναι εκ των πραγμάτων και αποδεδειγμένα άνευ αντικειμένου. Με το δεύτερο αιτητικό ζητούν διάταγμα δια του οποίου να απαγορεύεται στους καθ' ων η αίτηση 1 ουσιαστικά από του να θεωρήσουν ως μη εξυπηρετούμενο το δάνειο για την αγορά του διαμερίσματος που βρίσκεται στο όνομα του ενάγοντα
  3. Σε σχέση με το αιτητικό αυτό παρατηρώ δύο πράγματα. Πρώτο ότι αναφέρεται σε μελλοντική τυχόν απόφαση των εναγομένων 1 και/η 2 που δεν γνωρίζουμε κατά πόσο θα ληφθεί τέτοια απόφαση και πότε αφού δεν υπάρχει κανένα στοιχείο ενώπιον μου που να δείχνει κατά πόσο το εν λόγω δάνειο έχει πάψει να αποπληρώνεται, αν καθυστερούν οποιεσδήποτε δόσεις και πότε και σε πόσες δόσεις τυχόν καθυστέρησης αποπληρωμής του μπορεί να θεωρηθεί ως μη εξυπηρετούμενο. Αν και από τα πιο πάνω και μόνο καταδεικνύεται κατά την άποψη μου ότι δεν μπορεί να επιτύχει η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, παρά τούτο και για σκοπούς πληρότητας της απόφασης θα εξετάσω κατά πόσο ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις για έκδοση του διατάγματος σύμφωνα με τη νομολογία. Με βάση λοιπόν τα όσα έχω αναφέρει ανωτέρω είναι η θέση μου ότι εκ πρώτης όψεως θα μπορούσε να λεχθεί ότι ικανοποιείται η πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32, όπως αυτή έχει ερμηνευθεί από τη νομολογία. Σε σχέση με τη δεύτερη προϋπόθεση, υπάρχουν θα μπορούσα να πω κάποιες πιθανότητες επιτυχίας νοουμένου βέβαια ότι τα όσα οι αιτητές ισχυρίζονται μπορούν να αποδειχθούν με σχετική μαρτυρία στο Δικαστήριο. Σε ότι αφορά όμως την τρίτη προϋπόθεση, αυτή της πρόκλησης ανεπανόρθωτης ζημιάς και/ή της αδυναμίας απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε κατοπινό στάδιο εκτός αν το αιτούμενο διάταγμα εκδοθεί είναι η θέση μου ότι αυτή δεν ικανοποιείται για τους λόγους που εκτίθενται πιο κάτω. Από τα ενώπιον του Δικαστηρίου τεθέντα στοιχεία προκύπτει ότι η οποιαδήποτε ζημιά έχει ή τυχόν θα υποστεί συνεπεία των ενεργειών των καθ' ων η αίτηση-εναγομένων μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα. Όπως επαναλήφθηκε βέβαια στην πρόσφατη απόφαση Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd, Πολ. Έφ. Αρ. 304/2008, ημερομηνίας 21.10.2011, σύμφωνα με τη νομολογία «η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, περιλαμβάνει και διάφορα άλλα μεταβλητά κριτήρια εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά, όπως έχει υποδείξει και η υπόθεση Παπαστράτης ν. Πετρίδης
(1979)1 ΑΑΔ 240.». Έχω την άποψη ότι στην παρούσα υπόθεση οι ισχυρισμοί των αιτητών δεν καταδεικνύουν ότι οι οποιεσδήποτε ενέργειες των καθ' ων η αίτηση-εναγομένων είναι τέτοιας μορφής ώστε δεν θα μπορέσουν οι αιτητές-εναγόμενοι να αποζημιωθούν πλήρως με χρήματα κατά το πέρας της αγωγής. Οι οποιεσδήποτε ζημιές τους είναι αποτιμητές σε χρήμα, νοουμένου βέβαια ότι αποδειχθούν από αυτόν κατά τη δίκη. Ούτε και έχουν τεθεί εκ μέρους των αιτητών τέτοια στοιχεία για την οικονομική κατάσταση των καθ' ων η αίτηση-εναγομένων που να υποστηρίζουν τη θέση ότι θα εμποδισθούν από του να ικανοποιήσουν την υπέρ αυτών τυχόν εκδοθησόμενη απόφαση, νοουμένου φυσικά ότι συνεχίσουν οι δραστηριότητες τόσο των καθ' ων η αίτηση 1 στο μέλλον ως επιδιώκεται με τα υπό συζήτηση μέτρα (βλ. και άρθρο 3 του Νόμου) και λαμβανομένου υπόψη ότι η διαδικασία εξυγίανσης των καθ' ων η αίτηση 1 δεν αποτελεί διαδικασία αφερεγγυότητας σύμφωνα με το άρθρο 34 του Νόμου. Διαπιστώνεται κατά συνέπεια ότι δεν έχει ικανοποιηθεί η προϋπόθεση ότι ο αιτητής-ενάγων εάν επιτύχει στην αγωγή του δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί πλήρως στο μεταγενέστερο εκείνο στάδιο αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. Από τα πιο πάνω καθίσταται σαφές ότι η όποια ζημιά τυχόν υποστούν οι ενάγοντες είναι καθαρά χρηματική. Ως τέτοια μπορεί να αποζημιωθεί, νοουμένου βέβαια ότι οι ενάγοντες μπορούν να αποδείξουν στο Δικαστήριο ότι έχουν υποστεί ζημιά, η οποία με βάση την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερομηνίας 7.6.13 στα πλαίσια των προσφυγών 551/13 κ.α. θα πρέπει να περιοριστεί στη διαφορά μεταξύ του τι έχει απολέσει με το κούρεμα ο καταθέτης με το τι θα είχε απολέσει αν τα μέτρα εξυγίανσης δεν λαμβάνονταν. Επίσης η ανάλυση που έχει γίνει από το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφαση του ημερομηνίας 7.6.13 στα πλαίσια των προσφυγών 551/13 κ.α. για τη σχέση καταθέτη τραπεζικού ιδρύματος και ειδικά για το ότι η κατάθεση χρημάτων σε τραπεζικό ίδρυμα δεν δίνει στον καταθέτη δικαίωμα σε συγκεκριμένα χρήματα παρά μόνο συνιστά το δούνε και λαβείν του επίσης δεικνύει ότι είναι δύσκολο να αποδειχθεί στο στάδιο αυτό ανεπανόρθωτη ζημιά από πλευράς αιτητών. Παρά τα όσα αναφέρονται πιο πάνω, που έχουν ήδη προδιαγράψει την πορεία της αίτησης θεωρώ ορθό να απαντήσω και σε ισχυρισμούς που προβάλλονται από τους καθ΄ων η αίτηση 1 και 2 και οι οποίοι αφορούν την αρμοδιότητα του Δικαστηρίου να εξετάσει την υπό κρίση αίτηση σε σχέση με το διάταγμα εξυγίανσης αλλά και τα θέματα που προκύπτουν από την απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στα πλαίσια των προσφυγών 551/13 και άλλων. Παρατίθεται στη συνέχεια απόσπασμα από την Ανακοίνωση του Ανωτάτου Δικαστηρίου που εκδόθηκε στις 7.6.2013, μετά την έκδοση της απόφασης της Ολομέλειας, στο οποίο αποτυπώνεται με σαφήνεια η ουσία των αποφασισθέντων: «Με την απόφαση της πλειοψηφίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου (7 εκ των 9 Δικαστών) κρίθηκε ότι οι προσφυγές δεν ανάγονται στα πλαίσια της αναθεωρητικής δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου καθ΄όσον τα δικαιώματα των καταθετών, εάν αυτοί επηρεάζονται δυσμενώς ως αποτέλεσμα των Διαταγμάτων, δεν εμπίπτουν στη σφαίρα του Δημοσίου Δικαίου, ώστε να επιτρέπουν την άσκηση αναθεωρητικού ελέγχου από το Ανώτατο Δικαστήριο. Εμπίπτουν στη σφαίρα του Ιδιωτικού Δικαίου, στο πλαίσιο ενεργοποίησης αστικής φύσεως διαδικασιών ενώπιον Επαρχιακών Δικαστηρίων εναντίον των εμπλεκομένων Τραπεζών και/ή οργάνων ή αρχών της Δημοκρατίας ή και άλλων. Σε αυτές τις διαδικασίες θα μπορούν να εξετασθούν όλες οι διαστάσεις των δικαιωμάτων που έχουν επισημανθεί στην απόφαση, με ιδιαίτερη αναφορά και στα οριζόμενα στο άρθρο 3
(2)(δ) του Νόμου ότι οι καταθέτες δεν θα ευρεθούν σε δυσμενέστερη θέση από αυτή που θα ευρίσκοντο αν οι τράπεζες είχαν τεθεί σε εκκαθάριση, αλλά και δικαιωμάτων αφορώντων σε προηγηθείσες των Διαταγμάτων ενδεχόμενες ευθύνες.» Επιθυμώ επίσης στο σημείο αυτό να παραθέσω αυτούσιο απόσπασμα από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερ. 7.6.13 στα πλαίσια των συνεκδικαζόμενων προσφυγών 551/13 κ.α. σε σχέση με τους ισχυρισμούς των καθ΄ων η αίτηση 1 και 2 ότι το παρών Δικαστήριο δεν μπορεί να εξετάσει τα αιτήματα των εναγόντων-αιτητών επειδή αφορούν τα διατάγματα που ανάγονται στη σφαίρα του ιδιωτικού δικαίου. Διευκρινίζω ότι το απόσπασμα μαζί με τις υπογραμμίσεις έχουν σημειωθεί από την Λ.Καουτζάνη Α.Ε.Δ. στα πλαίσια της αγωγής 3005/13 στην απόφαση της ημερ. 17.7.13. «Ειδικότερα, όσον αφορά τον Νόμο και το Διάταγμα (ΚΔΠ 103/2013) που αφορά την Τράπεζα Κύπρου στην απόφαση της Ολομέλειας αναφέρθηκαν τα εξής σημαντικά (οι υπογραμμίσεις γίνονται για σκοπούς της παρούσας απόφασης): «Το Διάταγμα 103 το οποίο αφορά την Τράπεζα Κύπρου διαφέρει από το Διάταγμα 104 το οποίο αφορά τη Λαϊκή και το οποίο εφαρμόζει το μέτρο της πώλησης εργασιών δυνάμει των άρθρων 7
(1)(β) και 9 του Νόμου, κατά το ότι εφαρμόζει άλλο μέτρο εξυγίανσης, εκείνο της διάσωσης με ίδια μέσα δυνάμει των άρθρων 7
(1)(ε) και 12 του Νόμου προς το σκοπό αποκατάστασης της κεφαλαιακής επάρκειας της τράπεζας. Γίνονται προς τούτο πρόνοιες για μετατροπή ποσοστού 37.5% των καταθέσεων πέραν των €100.000 σε μετοχές τάξης Α, δέσμευση ποσοστού 22.5% των καταθέσεων πέραν των €100.000 για σκοπούς ενδεχόμενης μετατροπής του σε μετοχές τάξης Α εντός 90 ημερών, και δέσμευση του υπολοίπου ποσοστού 40% των καταθέσεων πέραν των €100.000 με όρους ως προς επιτόκια, αποπληρωμή σε περίπτωση εκκαθάρισης, προτεραιότητα ως προς άλλες υποχρεώσεις της τράπεζας και μετατροπή σε κατάθεση. Η εφαρμογή του άλλου αυτού μέτρου εξυγίανσης όμως, δεν διαφοροποιεί την κατάσταση ως προς το θέμα του εννόμου συμφέροντος των καταθετών και την εκτελεστότητα της πράξης ως προς αυτούς. Η φύση της σχέσης των καταθετών της Τράπεζας Κύπρου με την Τράπεζα Κύπρου είναι ακριβώς η ίδια με εκείνη που έχει εξηγηθεί ως προς τη σχέση των καταθετών της Λαϊκής με τη Λαϊκή. Ισχύουν λοιπόν και ως προς τους καταθέτες της Τράπεζας Κύπρου όσα ελέχθησαν ως προς τους καταθέτες της Λαϊκής, με τη διαπίστωση ότι ούτε αυτοί έχουν έννομο συμφέρον για σκοπούς προσφυγής και ότι και ως προς αυτούς το θέμα είναι ιδιωτικού και όχι δημοσίου δικαίου. Ο «επηρεασμός» των καταθέσεών τους από τις πρόνοιες του Διατάγματος ανάγεται στα μέτρα εξυγίανσης, και προς όφελος, της ίδιας της τράπεζας προς την οποία και απευθύνεται το Διάταγμα και διέρχεται επίσης μέσα από τις ενέργειες της τράπεζας και την αποτυχία της να ανταποκριθεί στις συμβατικές υποχρεώσεις της ως εκ των μέτρων εξυγίανσής της. Καθ΄όσον η συμβατική οφειλή της τράπεζας προς τον καταθέτη επηρεάζεται, ο καταθέτης είναι πρωτίστως προς την τράπεζα που θα πρέπει να στραφεί σε αστική διαδικασία, ως παραβαίνουσα τις συμβατικές υποχρεώσεις της για αποπληρωμή της κατάθεσης, με ενδεχόμενη περαιτέρω επέκταση της αστικής διαδικασίας στη Δημοκρατία, ως προκαλέσασα τον επηρεασμό της συμβατικής οφειλής δια του Διατάγματος. Στα πλαίσια εκείνα τότε είναι που θα κριθεί η νομιμότητα της όποιας παράβασης των συμβατικών υποχρεώσεων της τράπεζας, διερχόμενης μέσα από την παρέμβαση δια των ενεργειών της Πολιτείας αλλά και ενδεχομένως ευρύτερα των εμπλεκομένων Ευρωπαϊκών οργάνων και άλλων, με αναφορά και σε συνταγματικές διαστάσεις αλλά και σε διαστάσεις Ευρωπαϊκού δικαίου. Και ο έλεγχος θα περιλαμβάνει όλα όσα έχουν ήδη λεχθεί αναφορικά με τους καταθέτες της Λαϊκής, αλλά και όλα όσα έχουν ιδιαίτερη σημασία (ως εκ της διαφοράς του μέτρου εξυγίανσης) αναφορικά με τους καταθέτες της Τράπεζας Κύπρου, και δη το υποχρεωτικό της μετατροπής καταθέσεων σε μετοχές, το αιτιολογημένο της έκτασης του και την επάρκεια του ανταλλάγματος, το κατά πόσο ήταν συμφέρουσα η αποξένωση των εργασιών της Ελλάδος (Διάταγμα 96), τις προτεραιότητες και εξασφαλίσεις, το άνισο ως εκ της εξαίρεσης καταθέσεων (με ιδιαίτερη αναφορά στο Παράρτημα Δ), και την πιστότητα της αποτίμησης των περιουσιακών στοιχείων της Τράπεζας Κύπρου. Και, ευρύτερα, την όποια προηγηθείσα ευθύνη για την κατάληξη των τραπεζών στην κατάσταση που ευρέθησαν και την όποια αποτυχία κάλυψης των ασφαλισμένων καταθέσεων δυνάμει των σχετικών Σχεδίων Προστασίας Καταθέσεων, που ενδεχομένως να αντανακλούν στην έκταση των μέτρων εξυγίανσης. Ουδόλως λοιπόν επηρεάζονται τα ουσιαστικά δικαιώματα των καταθετών της Λαϊκής και της Τράπεζας Κύπρου από τη θεώρηση ότι, ως προς αυτούς εν πάση περιπτώσει, δεν υφίσταται έννομο συμφέρον για σκοπούς αναθεωρητικού ελέγχου και ότι οι αιτιάσεις τους εμπίπτουν όχι στο δημόσιο αλλά στο ιδιωτικό δίκαιο. Απεναντίας, ενώ ο αναθεωρητικός έλεγχος, ως έλεγχος νομιμότητας, έχει αναλόγως περιορισμένη εμβέλεια, οι αστικές διαδικασίες προσφέρονται ιδιαιτέρως προς διάγνωση κάθε θέματος που μπορεί να είναι σχετικό και απευθύνονται στην ουσία του πράγματος. Και σαφώς δεν πρέπει να συγχίζεται ο καθορισμός της ορθής δικαιοδοσίας με την ουσία των δικαιωμάτων. Βεβαίως, δεν πρέπει να λησμονείται ότι το αντικείμενο των αστικών διαδικασιών δεν μπορεί να είναι άλλο παρά η όποια χρηματική ζημία στους καταθέτες κατέστη προκύπτουσα από ενέργειες των τραπεζών, της Πολιτείας ή των εμπλεκομένων οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και άλλων. Και το ζητούμενο θα είναι, σε τελευταία ανάλυση, αυτό που το ίδιο το άρθρο 3
(2)(δ) του Νόμου προνοεί, εκφράζοντας, όπως είπαμε, πάγιες νομικές αρχές - το κατά πόσο η ζημία στους καταθέτες είναι μεγαλύτερη από αυτή που θα υφίσταντο αν τα διατάγματα δεν είχαν εκδοθεί και οι τράπεζες είχαν αφεθεί στην πορεία τους. Δεν θα μπορούσαν δηλαδή οι καταθέτες να ευρίσκονται σε δυσμενέστερη εκείνης θέση, όπως όμως δεν θα μπορούσαν να ευρίσκοντο ποτέ και σε ευνοϊκότερη - και τούτο πρέπει να είναι συνεχώς υπ΄όψη, διότι είναι τα δεδομένα που αφορούν την κατάσταση των τραπεζών κατά το χρόνο των Διαταγμάτων που καθορίζουν και την πραγματική αξία των καταθέσεων κατά το χρόνο εκείνο, με κυρίαρχο στοιχείο ότι οι καταθέτες δεν είναι παρά πιστωτές της τράπεζας.» Η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι δεν συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις προς έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων οδηγεί και στην κρίση ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι κλίνει υπέρ του αιτητή στην παρούσα υπόθεση. Ωστόσο, ακόμα και αν εθεωρείτο ότι πληρούντο και τα τρία κριτήρια, το ισοζύγιο της ευχέρειας δεν θα μπορούσε και πάλι να θεωρηθεί ότι κλίνει υπέρ του αιτητή. Αφενός δεν απεδείχθη ότι η οποιαδήποτε ζημιά του αιτητή δεν είναι θεραπεύσιμη με την καταβολή αποζημιώσεων και αφετέρου η έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων θα επηρέαζε αρνητικά την πορεία ανακεφαλαιοποίησης των καθ' ων η αίτηση 1 και κατ' επέκταση της σταθεροποίησης του χρηματοπιστωτικού τομέα. Όπως υπέδειξαν οι καθ' ων η αίτηση, τα υπό συζήτηση μέτρα, που λήφθηκαν από το Κράτος και οδήγησαν και στην επίδικη απαίτηση, σκοπό έχουν την προαγωγή της δημόσιας ωφέλειας και την εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος καθώς και την αποτροπή δυσμενέστερων συνεπειών τόσο για τον αιτητή όσο και όλους τους καταθέτες των καθ' ων η αίτηση 1 αλλά και το σύνολο του πληθυσμού, εν όψει του ενδεχομένου, αν δεν λαμβάνοντο τα μέτρα εξυγίανσης, να οδηγηθούν οι καθ' ων η αίτηση 1 σε οικονομική κατάρρευση που, σε συνδυασμό με την παρόμοια θέση της Λαϊκής Τράπεζας, θα οδηγούσαν την Κυπριακή Δημοκρατία σε ανυπέρβλητα δεινή οικονομική κατάσταση και πιθανώς σε χρεωκοπία, με καταστροφικές συνέπειες όχι μόνο για τους καταθέτες και πιστωτές των τραπεζών και την χρηματοπιστωτική σταθερότητα αλλά γενικότερα για το κοινωνικό σύνολο.» Είναι καταληκτικά η θέση μου ότι δεν πληρείται καμία από τις προϋποθέσεις που τίθενται από το άρθρο 32 του Ν.14/60 και τη νομολογία για να μπορέσει να δικαιολογηθεί καθ' οιονδήποτε τρόπο η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Υπό μορφή γενικού σχολίου και μόνο, αφού θεωρώ ότι τα θέματα του κουρέματος δεν εγείρονται στην παρούσα αγωγή με τον τρόπο που εγείρονται στη σωρεία των αγωγών που εκκρεμούν ενώπιον των Δικαστηρίων και αφορούν ουσιαστικά ισχυρισμούς για αντισυνταγματικότητα και παραβίασης συνταγματικά κατοχυρωμένων διαταγμάτων, με το δεδομένο ότι στην παρούσα υπόθεση το κατ' ισχυρισμό αγώγιμο δικαίωμα των αιτητών προκύπτει από κατά τεκμήριο επαγόμενο καταπίστευμα δεν θεωρώ ορθό να επεκταθώ άλλο στα θέματα αυτά. Αναφέρω μόνο ότι τα όσα οι καθ' ων η αίτηση 1 και 2 αναφέρουν στην αγόρευση τους σε σχέση με το δημόσιο συμφέρον, το ισοζύγιο της ευχέρειας και την επιτακτική υποχρέωση των εναγομένων να συμμορφωθούν πλήρως και στην ολότητα τους με όλα τα διατάγματα που έχουν θεσπιστεί με βάση τους νόμους περί εξυγίανσης για τους σκοπούς ακριβώς έχουν θεσπιστεί παραμένει δεδομένη και αναλλοίωτη. Για όλους τους πιο πάνω λόγους θεωρώ ότι η αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει και συνεπώς απορρίπτεται. Σε ό,τι αφορά τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας θεωρώ ότι δεν υπάρχει κανένας λόγος που να δικαιολογεί απόκλιση από τον συνήθη κανόνα που είναι όπως τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα και συνεπώς τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ των εναγομένων-καθ΄ων η αίτηση 1 και 2 και εναντίον των εναγόντων-αιτητών όπως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο θα είναι όμως πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ) .................. Στ.Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΣΗ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.