← Κύπρος

Chara Fashion Ltd ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας κ.α., Αγωγή αρ.: 3006/2007, 26/7/2013

Chara Fashion Ltd ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας κ.α., Αγωγή αρ.: 3006/2007, 26/7/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:A290 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Α. K. Λυκούργου, Ε.Δ. Αγωγή αρ.: 3006/2007 Μεταξύ: Chara Fashion Ltd, εκ Λευκωσίας Ενάγοντες -και-

  1. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
  2. Διευθυντή Τμήματος Τελωνείων Εναγομένων Ως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος του δικαστηρίου ημερ. 29.10.2007 Μεταξύ: Chara Fashion Ltd, εκ Λευκωσίας Ενάγοντες -και-
  3. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
  4. Διευθυντή Τμήματος Τελωνείων
  5. Αρχής Λιμένων Κύπρου Εναγομένων 26 Ιουλίου,
  6. Για τους ενάγοντες, εμφανίζεται ο κ. Α. Κορέλλης για τον κ. Ε. Κ. Ευσταθίου Για τους εναγομένους αρ. 1 και 2, εμφανίζεται η κα. Δ.-Ε. Παπαστεφάνου, Δικηγόρος της Δημοκρατίας Για τους εναγομένους αρ. 3, εμφανίζεται.. Μακρίδης για τους κ.κ. Τάσσος Παπαδόπουλος και Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Α Π Ο Φ Α Σ Η Στις 23.6.2005 οι ενάγοντες μετέφεραν, διά θαλάσσης, στο λιμένα Λεμεσού ποσότητα παιδικών ενδυμάτων που τους ανήκε και τα τοποθέτησαν σε αποθήκη προσωρινής εναπόθεσης. Η αποθήκη προσωρινής εναπόθεσης ευρίσκεται στο χώρο του λιμένος Λεμεσού και την κατέχουν και την διαχειρίζονται οι εναγόμενοι αρ. 3 κατόπιν αδείας από το Τμήμα Τελωνείων. Τα εμπορεύματα παρέμειναν στην αποθήκη προσωρινής εναπόθεσης ως αζήτητα για χρονική περίοδο μεγαλύτερη των σαράντα-πέντε

(45)ημερών. Την 1.9.2005 τα εμπορεύματα μετεφέρθηκαν σε αποθήκη του δημοσίου και επειδή συνέχισαν να παραμένουν αζήτητα η Διευθύντρια του Τμήματος Τελωνείων γνωστοποίησε, στο φύλλο της Επίσημης Εφημερίδας της Δημοκρατίας ημερ. 21/10/2005, την προγραμματισθείσα, για τις 17.11.2005, πώληση τους με δημόσιο πλειοδοτικό πλειστηριασμό. Επειδή η προγραμματισθείσα αυτή πώληση δεν τελεσφόρησε, η Διευθύντρια του Τμήματος Τελωνείων γνωστοποίησε, στο φύλλο της Επίσημης Εφημερίδας της Δημοκρατίας ημερ. 23.12.2005, την εκ νέου προγραμματισθείσα, για τις 13.1.2006, πώληση των εμπορευμάτων. Εν τέλει, τα εμπορεύματα πωλήθηκαν στο δημόσιο πλειοδοτικό πλειστηριασμό της 13.1.2006 έναντι της συνολικής τιμής των ΛΚ
  1. Την ίδια ημέρα (στις 13.1.2006), όμως μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας του πλειστηριασμού, αντιπρόσωπος των εναγόντων ανεζήτησε τα εμπορεύματα. Ενημερώθηκε ότι αυτά είχαν ήδη πωληθεί. Οι ενάγοντες θεωρούν τη μετακίνηση των εμπορευμάτων από την αποθήκη προσωρινής εναπόθεσης στην αποθήκη του δημοσίου και την επακόλουθη πώλησή τους παράνομη γιατί, ως ισχυρίζονται, στις 14.11.2005 και στις 13.1.2006, κατέβαλαν στους εναγομένους συγκεκριμένα ποσά για την συνέχιση της αποθήκευσης και της φύλαξής αυτών έως και τις 16.1.
  2. Εξ ου και κατεχώρησαν την προκείμενη αγωγή διά της οποίας διεκδικούν από τους εναγομένους αρ. 1, 2 και 3 («οι εναγόμενοι» εκτός όπου είναι αναγκαίος ο προσδιορισμός εκάστου) εντόκως επί μέρους ποσά συμποσούμενα σε δεκάδες χιλιάδες ευρώ ως η αξία των εμπορευμάτων, ως το διαφυγόν κέρδος ένεκα της ματαίωσης της εμπορίας των εμπορευμάτων, ως το κόστος μεταφοράς των εμπορευμάτων στο λιμάνι Λεμεσού και ως το κόστος φύλαξης των εμπορευμάτων στην αποθήκη προσωρινής εναπόθεσης. Οι ενάγοντες διεκδικούν επίσης την επιδίκαση γενικών αποζημιώσεων καθώς και την έκδοση απόφασης διά της οποίας να δηλώνεται πως η απόφαση των εναγομένων αρ. 1 και 2 να δημεύσουν και να πωλήσουν τα εμπορεύματα είναι άκυρη και παράνομη και στερείται οιουδήποτε εννόμου αποτελέσματος. Ως αγώγιμα δικαιώματα δικογραφούνται η αμέλεια, η παράβαση νόμιμων καθηκόντων καθώς και η παράβαση συμβατικών υποχρεώσεων. Επιπλέον, διά της τελικής του αγόρευσης, ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγόντων εισηγήθηκε πως οι εναγόμενοι ευθύνονται και γιατί παρέβηκαν τα καθήκοντά τους ως θεματοφύλακες των εμπορευμάτων. Οι εναγόμενοι αντιτείνουν πως οι διαδικασίες που ακολούθησαν υπήρξαν καθόλα νόμιμες και σύμφωνες με τα όσα σχετικά διαλαμβάνει ο περί Τελωνειακού Κώδικας Νόμος του
  3. (Ν.94(Ι)/2004). Επικαλούνται συναφώς την ειδική υπεράσπιση του άρθρου 60 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου (Κεφ. 148 ως αυτό τροποποιήθηκε στη συνέχεια). Ισχυρίζονται, επίσης, πως τα όσα οι ενάγοντες κατέβαλαν στις 14.11.2005 και στις 13.1.2006 αφορούσαν τέλη αποθήκευσης έως και την ημέρα που έλαβε χώρα ο πλειστηριασμός. Αρνούνται ότι είχαν διά νόμου υποχρέωση αποθήκευσης και φύλαξης των εμπορευμάτων πέραν από τις χρονικές περιόδους για τις οποίες προβλέπει η ισχύουσα νομοθεσία και αρνούνται ότι ανέλαβαν οιανδήποτε σχετική συμβατική υποχρέωση. Επιπλέον, ισχυρίζονται πως στην προκείμενη περίπτωση οιαδήποτε ζημία προεκλήθηκε στους ενάγοντες οφείλεται στην αμελή συμπεριφορά την οποία αυτοί επέδειξαν εφόσον δεν συμμορφώθηκαν με νόμιμες υποχρεώσεις τους. Τέλος, ο εναγόμενος αρ. 2 ισχυρίζεται πως κακώς ενάγεται δεδομένων των προνοιών του άρθρου 57 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/1960ως αυτός τροποποιήθηκε στη συνέχεια). Ας σημειωθεί πως συστατικά στοιχεία του αδικήματος της αμέλειας (άρθρο 51 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148) είναι α) η ύπαρξη καθήκοντος επιμέλειας, β) η παράβαση του καθήκοντος αυτού και γ) η πρόκληση ζημίας συνεπεία της παράβασης (Ιωάννου ν. Κουννίδη
(1998)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1215, 1230). Το καθήκον επιμέλειας περιλαμβάνει την συγκεκριμένη (και όχι αφηρημένη) επιμέλεια την οποίαν, καθ' υπόθεσιν, θα κατέβαλλε ο μέσος συνετός άνθρωπος για να αποφύγει να προκαλέσει ζημία στον πλησίον του, υπό συνθήκες ίδιες με αυτές υπό τις οποίες ενήργησε ο εναγόμενος. Το καθήκον επιμέλειας προσδιορίζεται κατά τρόπον συγκεκριμένο (in concreto) και όχι αορίστως (in abstracto). Εάν, υπό τις εκάστοτε συγκεκριμένες περιστάσεις, η δημιουργία κινδύνου ήταν ευλόγως εμφανής, τότε η παράλειψη λήψης μέτρου προφύλαξης συνιστά αμέλεια (Φοινικαρίδης κ.α. ν. Γεωργίου κ.α.
(1991)1 Α.Α.Δ. 475, 484). Αναμένεται από τον κάθε ένα να προγραμματίζει τις πράξεις του και να εκτελεί τις δραστηριότητές του επιδεικνύοντας ανθρωπιστική συμπεριφορά προς τον πλησίον του (Ανάγνου ν. Alco Filters (Cyprus) Ltd
(2002)1 (B) Α.Α.Δ. 918). Το άρθρο 60 του Κεφ. 148 καθιερώνει ειδική υπεράσπιση σύμφωνα με την οποία σε αγωγή η οποία εγείρεται επί τη βάση αστικού αδικήματος, της αμέλειας συμπεριλαμβανομένης, ο εναγόμενος θα απαλλαγεί από την ευθύνη εάν αποδείξει πως η πράξη για την οποία εγείρεται η αγωγή τελέστηκε δυνάμει και σύμφωνα με τις διατάξεις οιουδήποτε νομοθετήματος. Περαιτέρω, ως παρακαταθήκη εν ευρεία εννοία (bailment, άρθρο 106 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149) νοείται η παράδοση αγαθού από ένα πρόσωπο σε άλλον για κάποιον σκοπό υπό τον συμβατικό όρο ότι, μόλις εκπληρωθεί ο σκοπός, το αγαθό είτε θα πρέπει να επιστραφεί είτε θα πρέπει να διατεθεί σύμφωνα με τις οδηγίες του παραδώσαντος. Ο παραδώσας καλείται «παρακαταθέτης» (bailor) ενώ το πρόσωπο στο οποίο παραδίδεται το αγαθό καλείται «θεματοφύλακας» (bailee). Η εν ευρεία εννοία παρακαταθήκη (bailment) κατηγοριοποιείται ως εξής:
(1)παρακαταθήκη υπό στενή έννοια (depositum), όταν ο παρακαταθέτης παραδίδει στο θεματοφύλακα κινητό για φύλαξη χωρίς αντάλλαγμα,
(2)εντολή (mandatum), όταν ο παρακαταθέτης (εντολέας) παραδίδει στον θεματοφύλακα (εντολοδόχο) κινητό με εντολή την διεξαγωγή ορισμένης δραστηριότητας σε αυτό ή με αυτό, χωρίς αντάλλαγμα,
(3)χρησιδάνειο (commodatum), όταν ο παρακαταθέτης (χρήστης) παραδίδει στον θεματοφύλακα (χρησάμενο) πράγμα για να το χρησιμοποιεί χωρίς αντίτιμο, αλλά με την υποχρέωση να του το επιστρέψει στην αρχική κατάσταση όταν η σύμβαση λήξει,
(4)ενέχυρο (pignus), όταν ο παρακαταθέτης (ενεχυριαστής) παραδίδει στον θεματοφύλακα (ενεχυροδανειστής), κινητό ως εξασφάλιση δανείου το οποίο αυτός έλαβε και
(5)μίσθωση (location conduction) όταν ο παρακαταθέτης (εκμισθωτής) παραδίδει στον θεματοφύλακα (μισθωτής), κινητό για να το χρησιμοποιεί έναντι χρηματικού ανταλλάγματος (μίσθωμα). Σε όλες τις περιπτώσεις παρακαταθήκης (bailment), ο θεματοφύλακας αναλαμβάνει την κατοχή του πράγματος οικειοθελώς και φέρει ευθύνη για την ασφαλή φύλαξή του. Η αξίωση έναντι του θεματοφύλακα είναι αξίωση sui generis και πηγάζει από το γεγονός της κατοχής του πράγματος (Ιωάννου ν. Κουννίδη (ανωτέρω), 1226-7 και Halsbury's, Laws of England, Fourth Edition, 2005 Reissue, Volume 3
(1), para. 1 έως και 49). Για να αποδειχθούν οι αξιώσεις των εναγόντων κατέθεσαν η Χαραλαμπία Τσίσιου (Μ.Ε.1) και ο Χρίστος Παφίτης (Μ.Ε.2), μέτοχοι και διευθυντές αυτών, και ο Μιχάλης Κραμβής (Μ.Ε.3) και ο Κώστας Τσιάρτας (Μ.Ε.4), επαγγελματίες εκτελωνιστές. Για να προωθηθούν οι υπερασπίσεις κατέθεσαν ο Αντώνης Λοϊζίδης (Μ.Υ.1), πρώην δημόσιος υπάλληλος ο οποίος, κατά τον ουσιώδη χρόνο, υπηρετούσε στο Τμήμα Τελωνείων ως προϊστάμενος της αποθήκης του δημοσίου και ο Γιώργος Σωτηρίου (Μ.Υ.2) υπάλληλος των εναγομένων αρ. 3, ο οποίος κατέχει τη θέση του λιμενικού επιθεωρητή και ασκεί καθήκοντα προϊσταμένου/υπευθύνου του τμήματος αποθηκών. Επιπλέον, των όσων ανέφεραν ενόρκως τα πρόσωπα αυτά κατάθεσε και σωρεία εγγράφων. Η ανασκόπηση και η αξιολόγηση της προσκομισθείσας μαρτυρίας αρχίζει, ως η λογική του πράγματος επιβάλει, από το μέρος που αφορά στις συνθήκες υπό τις οποίες τα εμπορεύματα τοποθετήθηκαν αρχικώς σε αποθήκη προσωρινής εναπόθεσης, ακολούθως, και συγκεκριμένα την 1.9.2005 μετεφέρθηκαν σε αποθήκη του δημοσίου και εν τέλει, συγκεκριμένα στις 13.1.2006 πωλήθηκαν σε δημόσιο πλειοδοτικό διαγωνισμό. Αυτό το μέρος της μαρτυρίας σχετίζεται με το προκριματικό ζήτημα της ευθύνης των εναγομένων. Οι αδυναμίες της μαρτυρίας της πλευράς των εναγόντων αναπόδραστα εκθεμελιώνουν την αξίωσή τους. Δεν είναι αρκετό αυτοί να διεκδικούν συγκεκριμένο ποσόν και να αναμένουν την επιδίκασή του. Αυτοί βαρύνονται να αποδείξουν, μεταξύ άλλων, και τις συνθήκες οι οποίες δημιούργησαν την αξίωση αυτή (Αντωνιάδης ν. Σταύρου
(1998)1 (Β) Α.Α.Δ. 1171, Πιτάλλης κ.α. ν. Savina Enterprises Ltd κ.α.
(1997)1 (Β) Α.Α.Δ. 814, 827). Για όλους τους πιο πάνω λόγους η αγωγή αποτυγχάνει. Η αγωγή απορρίπτεται. Τα έξοδα της αγωγής, ως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ της εναγομένης αρ. 1 και εναντίον των εναγόντων. (Υπ.) .............. Α . Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΠ
  1. Ονομάζομαι Αντώνης Λοϊζίδης. Γνωρίζω τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης καθότι από τις 15.11.2004 μέχρι και τις 10.10.2011 ημέρα κατά την οποία αφυπηρέτησα υπηρετούσα στο Τμήμα Τελωνείων ως προϊστάμενος στην αποθήκη δημοσίου.
  2. Στις 23.06.2005 κατέφθασαν μέσω θαλάσσης με το πλοίο KESTREL I. στο λιμάνι Λεμεσού 4 παλέτα με σημεία και αριθμούς CHARA FASHION και αριθμό φορτωτικής 0630901440005DD τα οποία δηλώθηκαν ότι περιείχαν παιδικά ενδύματα και εναποτέθηκαν στο χώρο προσωρινής εναπόθεσης αριθμός 3 της Αρχής Λιμένων Κύπρου.
  3. Αφού διαπιστώθηκε ότι τα εν λόγω εμπορεύματα παρέμειναν αζήτητα στην αποθήκη προσωρινής εναπόθεσης για περίοδο πέραν των 45 ημερών, την 01.09.2005 μεταφέρθηκαν ως αζήτητα ως προβλέπεται από τη τελωνειακή νομοθεσία στην αποθήκη δημοσίου με αύξοντα αριθμό αποθέματος 305/
  4. Το έντυπο παραλαβής έχω στην κατοχή μου και εισηγούμαι να κατατεθεί ως το Τεκμήριο.
  5. Κατά πάγια πρακτική, όχι όμως λόγω νομοθετικής υποχρέωσης ενημερώνουμε την ναυτιλιακή εταιρεία μέσω του συνδέσμου των ναυτικών πρακτόρων Κύπρου ότι τα εμπορεύματα μεταφέρθηκαν στην αποθήκη δημοσίου και ισχύουν οι διατάξεις περί εκποίησης εμπορευμάτων.
  6. Ακολούθως και εφόσον τα εμπορεύματα συνέχισαν να παραμένουν αζήτητα γνωστοποιήθηκε από την Διευθύντρια του Τμήματος Τελωνείων στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, ημερ. 21.10.2005 ότι τα εμπορεύματα θα εκτεθούν σε δημόσιο πλειστηριασμό ο οποίος προγραμματίστηκε στις 17.11.2005 Αντίγραφο της εν λόγω εφημερίδας έχω στην κατοχή μου και προς διευκόλυνση του Δικαστηρίου σας εισηγούμαι όπως κατατεθεί ως Τεκμήριο___________ .
  7. Πράγματι στις 17.11.2005 διενεργήθηκε ο εν λόγω πλειστηριασμός πλην όμως ήταν ατελέσφορος και δεν κατέστη δυνατή η εκποίηση των παλετών που αναφέρω πιο πάνω.
  8. Τα εμπορεύματα συνέχισαν να παραμένουν αζήτητα και ως εκ τούτου δημοσιεύτηκε εκ νέου στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας ημερ. 23.12.2005 η γνωστοποίηση πώλησης σε δημόσιο πλειστηριασμό που ήταν προγραμματισμένος στις 13.01.
  9. Αντίγραφο της εν Εφημερίδας της Δημοκρατίας ημερ. 23.12.2005 έχω στην κατοχή μου και προς διευκόλυνση του Δικαστηρίου σας εισηγούμαι όπως κατατεθεί ως Τεκμήριο .
  10. Στον πλειστηριασμό ημερ. 13.01.2006 τα προαναφερθέντα εμπορεύματα πωλήθηκαν και κατακυρώθηκαν στον ψηλότερο προσφοροδότη ήτοι στην εταιρεία BEST & LESS για το ποσό των Λ.Κ. 1.000,
  11. Η δήλωση αποδοχής της κατακύρωσης της προφοράς προτείνω όπως καταχωρηθεί ως τεκμήριο το πιστοποιητικό πώλησης που είναι το έντυπο τελ.1 67 Α προτείνω όπως καταχωρηθεί ως Τεκμήριο και η απόδειξη πληρωμής με αριθμό Β.275649 ημερ. 13.01.2006 προτείνω όπως καταχωρηθεί ως Τεκμήριο___________ .
  12. Η τιμή ασφαλείας των πιο πάνω εμπορευμάτων καθορίστηκε από εντεταλμένη τριμελή επιτροπή και διαβιβάστηκε στο Γενικό Λογιστήριο της Δημοκρατίας μέσω της Διευθύντριας Τμήματος Τελωνείων. 10.Κατά την 13.01.2006, ήτοι την ημέρα διεξαγωγής του πλειστηριασμού μετά από σχετική αίτηση του Τελωνειακού πράκτορα των εισαγωγέων CHARA FASHION LTD το γραφείο βεβαίωσης κοινοτικού χαρακτήρα βεβαίωσε τον κοινοτικό χαρακτήρα των εμπορευμάτων.
  13. Η προκαθορισμένη ώρα έναρξης του πλειστηριασμού είναι η 9η πρωινή. Συνήθως αφήνεται ένα χρονικό περιθώριο μισής ώρας όπως έγινε και στη συγκεκριμένη περίπτωση. Το χρονικό αυτό περιθώριο αφήνεται ώστε να αποφευχθούν οποιεσδήποτε παρεξηγήσεις. Στην συγκεκριμένη περίπτωση η δημοπρασία άρχισε στις 9:
  14. Αμέσως μετά την αποπεράτωση της διαδικασίας του πλειστηριασμού, περίπου κατά τις 11:30 ήλθε ο αντιπρόσωπος εκτελωνιστής της εταιρείας CHARA FASHION LTD και αναζήτησε τα προϊόντα. Τον ενημέρωσα ότι τα εν λόγω εμπορεύματα επωλήθησαν στο δημόσιο πλειστηριασμό που μόλις προηγήθηκε ως αζήτητα.
  15. Μετά από 2 διαδοχικούς πλειστηριασμούς τα εμπορεύματα δημεύονται. 13.Η εταιρεία Chara Fashion Ltd με επιστολή ημερ. 28.06.2006 του δικηγόρου της Ευστάθιου Κ. Ευσταθίου ζήτησε όπως διερευνηθούν οι συνθήκες υπό τις οποίες πωλήθηκαν τα εν λόγω εμπορεύματα αναφέροντας παράλληλα ότι αξιώνει όλες τις αποζημιώσεις που δικαιούται. Το Τμήμα Τελωνείων με επιτολή του ημερ. 05.07.2006, πληροφόρησε το δικηγόρο της Ενάγουσας ότι το περιεχόμενο της πιο πάνω επιστολής εξεταζόταν και ότι θα ετύγχανε απάντησης επί του ζητήματος το συντομότερο. 14.Μετά από διερεύνηση της υπόθεσης το Τμήμα Τελωνείων προχώρησε και απέστειλε στο δικηγόρο κ. Ευσταθίου επιστολή ημερ. 21.02.2007, δια της οποίας τον πληροφορούσε ότι στην προκείμενη περίπτωση νομότυπα τα εν λόγω εμπορεύματα μεταφέρθηκαν στην αποθήκη Δημοσίου και πωλήθηκαν σε δημόσιο πλειστηριασμό λόγω της παράλειψης των πελατών του να παραλάβουν εντός της προθεσμίας που καθορίζει ο νόμος και ότι οι πράξεις του Τμήματος ήταν μέσα στο πλαίσιο της τελωνειακής νομοθεσίας με αποτέλεσμα οι πελάτες του να μην δικαιούνται σε αποζημιώσεις. Περαιτέρω ενημερώθηκε ότι το Τμήμα είχε θεωρήσει την επιστολή του ημερ. 28.06.2006 ως εμπίπτουσα στις διατάξεις του άρθρου 71
(5)του Τελωνειακού Κώδικα και ότι το Τμήμα ήταν διατεθειμένο να αποδώσει στους πελάτες του το εναπομείναν από την εκποίηση των εμπορευμάτων ποσό, νοουμένου ότι θα παρουσιάζονταν προηγουμένως όλα τα αναγκαία για απόδειξη της κυριότητας των εμπορευμάτων έγγραφα, ήτοι το διατακτικό παράδοσης. 15.Στις 25.05.2007 το Τμήμα Τελωνείων με επιστολή του ενημέρωσε την Ενάγουσα εταιρεία ότι τα παρουσιασθέντα έγγραφα εξετάστηκαν και ότι το εναπομείναν από το δημόσιο πλειστηριασμό ποσό των Λ.Κ. 583,94 θα επιστρέφετο με επιταγή του Γενικού Λογιστηρίου της Δημοκρατίας. 16.Πιστεύω ότι το Τμήμα μου έπραξε ακολουθώντας τις πρόνοιες του Νόμου. Όταν εμπορεύματα μεταφέρονται δια θαλάσσης και δεν παραλαμβάνονται εντός προθεσμίας 45 ημερών από την ημερομηνία κατάθεσης του δηλωτικού φορτίου τα εμπορεύματα αυτά είναι αζήτητα και μεταφέρονται σε αποθήκη Δημοσίου με έξοδα που επιβαρύνουν τα εμπορεύματα. Μετά την πάροδο 21 ημερών ή άλλης προθεσμίας που καθορίζει ο Διευθυντής από την ημερομηνία που ra εμπορεύματα είναι αζήτητα ο Διευθυντής δύναται να τα εκποιήσει σε δημόσιο πλειστηριασμό ο οποίος δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας. Το Τμήμα μου, δυνάμει του Τεκμηρίου που είναι το έντυπο παραλαβής γνώριζε ότι τα εμπορεύματα έφθασαν μέσω θαλάσσης στις 23.06.2005. Άρα η προθεσμία των 45 ημερών έληξε ήδη από τις 07.08.2005. 17.Σύμφωνα με το άρθρο 71
(4)του τελωνειακού κώδικα για απόσυρση εμπορευμάτων από δημόσιο πλειστηριασμό κατά την προηγούμενη ημέρα του πλειστηριασμού απαιτείται η υποβολή γραπτής αίτησης στο τελωνείο από τον κύριο των εμπορευμάτων και η κατάθεση χρηματικής παρακαταθήκης η οποία ισούται με τα αποθηκευτικά τέλη από την ημέρα άφιξης των εμπορευμάτων μέχρι και τον επόμενο προγραμματιζόμενο δημόσιο πλειστηριασμό. 18.Κατά την ημέρα του πλειστηριασμού και οπωσδήποτε πριν την έναρξη της διαδικασίας εμπορεύματα δύνανται να εξαιρεθούν από την πώληση κατόπιν σχετικής αιτήσεως στο τελωνείο από τον κύριο των εμπορευμάτων καθώς και κατάθεσης χρηματικής παρακαταθήκης ισόποσης ως εάν τα εμπορεύματα να ετίθεντο σε θέση ανάλωσης, ήτοι καταβολή εισαγωγικών δασμών, αποθηκευτικών, έξοδα μετακίνησης , αποβαθρικών κ.λ.π. 19.Είναι φανερό ότι η εισάγουσα εταιρεία Chara Fashion παρέλειψε να συμμορφωθεί με τις πρόνοιες το νόμου και δεν ζήτησε απόσυρση των εμπορευμάτων από το δημόσιο πλειστηριασμό με αποτέλεσμα το γεγονός της καταβολής των αποθηκευτικών τελών στην Αρχή Λιμένων Κύπρου κατά την ημέρα διεξαγωγής του πλειστηριασμού να μην αποτελούσε λόγο αναβολής του πλειστηριασμού των προϊόντων που η ενάγουσα εισήξε. 20.Επισημαίνω ότι οι εισαγωγείς είχαν τη δυνατότητα να ενημερωθούν αναφορικά με την έκθεση των συγκεκριμένων εμπορευμάτων στο δημόσιο πλειστηριασμό από της δημοσιεύσεις στη Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, την ανάρτηση αντιγραφών των σχετικών δημοσιεύσεων στα γραφεία των Επαρχιακών τελωνείων αλλά και από το σύνδεσμο ναυτικών πρακτόρων ο οποίος ενημερώθηκε για τη διεξαγωγή του πλειστηριασμού μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου.
  1. Πιο πάνω στην παρ. 17 έκαμα λόγο για αποθηκευτικά τέλη και χρηματική παρακαταθήκη. Μεταξύ των 2 υπάρχει διαφορά η οποία εξηγείται σαφώς στο Νόμο.
  2. Εγώ ο Γιώργος Σωτηρίου από τη Λεμεσό λέω ότι τα πραγματικά γεγονότα έχουν ως ακολούθως: Είμαι Λιμενικός Επιθεωρητής των Εναγομένων 3 στο Λιμάνι Λεμεσού. Είμαι ο Προϊστάμενος/Υπεύθυνος του Τμήματος Αποθηκών που ασχολείται με την παραλαβή, αποθήκευση και παράδοση εμπορευμάτων. Στα πλαίσια των καθηκόντων μου μεριμνώ για την πιστή εφαρμογή των Νόμων, Κανονισμών και Οδηγιών της Αρχής Λιμένων Κύπρου-Εναγομένων 3, όσο και του Τμήματος Τελωνείων που διέπουν την λειτουργία των Αποθηκών Προσωρινής Εναπόθεσης.
  3. Οι Εναγόμενοι 3 αποτελούν νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου το οποίο έχει εγκαθιδρυθεί δυνάμει του περί Αρχής Λιμένων Κύπρου Νόμου, Ν.38/73και έχει αναλάβει την ιδιοκτησία, διαχείριση και εκμετάλλευση των λιμανιών της Κυπριακής Δημοκρατίας και ασκεί εξουσία και δραστηριότητα δυνάμει του πιο πάνω νόμου, όπως τροποποιήθηκε και τους βάσει τούτου εκδοθέντες Κανονισμού.
  4. Οι Εναγόμενοι 3 πέραν των πιο πάνω κατέχουν, λειτουργούν και διαχειρίζονται μεταξύ άλλων και κατόπιν σχετικής άδειας του Τμήματος Τελωνείων, την αποθήκη προσωρινής εναπόθεσης υπ. Αριθμό LS 3, η οποία βρίσκεται στο Λιμάνι Λεμεσού. Στην εν λόγω αποθήκη προσωρινής εναπόθεσης εναποτίθενται εμπορεύματα που μεταφέρονται από το εξωτερικό ή αποστέλλονται μετά από διαμετακόμιση σύμφωνα με τις ισχύουσες κοινοτικές και εθνικές διατάξεις.
  5. Η άδεια από το Τμήμα Τελωνείων για την κατοχή, λειτουργία και διαχείριση της πιο πάνω αναφερομένης αποθήκης προσωρινής εναπόθεσης, δόθηκε κατόπιν αίτησης των Εναγομένων 3 στο Τμήμα Τελωνείων και με την άδεια επιβλήθηκαν κάποιοι όροι και προϋποθέσεις προς τους Εναγόμενους 3 από το Τμήμα Τελωνείων, η τήρηση των οποίων ήταν απαραίτητος όρος για την διατήρηση της άδειας σε ισχύ. Έχω στην κατοχή μου και παρακαλώ όπως γίνει Τεκμήριο αντίγραφο της σχετικής άδειας λειτουργίας της αποθήκης προσωρινής εναπόθεσης στο Λιμάνι Λεμεσού.
  6. Όπως φαίνεται ξεκάθαρα από τους όρους της άδειας λειτουργίας της αποθήκης προσωρινής εναπόθεσης, οι Εναγόμενοι 3 είχαν ρητή υποχρέωση να τηρούν ανελλιπώς και χωρίς καμία εξαίρεση τις πρόνοιες του Περί Τελωνειακού Κώδικα Νόμου Ν. 94(Ι)/2004όπως έχει τροποποιηθεί, τις σχετικές εγκυκλίου του Τμήματος Τελωνείων καθώς επίσης και τους ρητούς όρους και προϋποθέσεις της άδειας λειτουργίας.
  7. Σύμφωνα με ρητές διατάξεις του Τελωνειακού Κώδικα, εμπορεύματα τα οποία έχουν μεταφερθεί μέσω θαλάσσης και τα οποία έχουν τοποθετηθεί σε προσωρινή αποθήκη ιδιωτικής εναπόθεσης, και τα οποία δεν παραλαμβάνονται εντός 45 ημερών από την ημερομηνία κατάθεσης του δηλωτικού φορτίου, θεωρούνται ως αζήτητα και υποχρεωτικό μεταφέρονται σε αποθήκη του Δημοσίου με έξοδα τα οποία επιβαρύνουν τα εμπορεύματα, για εκποίηση μέσω δημόσιου πλειστηριασμού.
  8. Για την παραλαβή των εμπορευμάτων από αποθήκη ιδιωτικής εναπόθεσης, πρέπει να καταβληθούν όλα τα λιμενικά και αποθηκευτικά δικαιώματα των Εναγομένων 3 καθώς επίσης και τυχόν Αποθηκευτικά Δικαιώματα που προκύπτουν για την αποθήκευση εμπορευμάτων για τις ημέρες αποθήκευσης των στη Δημόσια Αποθήκη Αποταμίευσης και προβλέπονται στους Κανονισμούς του Τμήματος Τελωνείων.
  9. Όταν εμπορεύματα μεταφέρονται από αποθήκη προσωρινής εναπόθεσης των Εναγομένων 3 στην Δημόσια Αποθήκη του Τμήματος Τελωνείων για εκποίηση μέσω δημόσιου πλειστηριασμού, ο ιδιοκτήτης των εμπορευμάτων έχει ακόμη τη δυνατότητα να τα παραλάβει νοουμένου ότι τα εμπορεύματα δεν έχουν πλειστηριασθεί και αφού καταβάλει όλα τα λιμενικά και αποθηκευτικά δικαιώματα μέχρι την ημερομηνία παραλαβής τους, τόσο των Εναγομένων 3 όσο και του Τμήματος Τελωνείων.
  10. Σε τέτοια περίπτωση, οι Εναγόμενοι 3 εισπράττουν το ποσό που καταβάλει ο ιδιοκτήτης των εμπορευμάτων για τα αποθηκευτικά δικαιώματα τόσο των ιδίων όσο και του Τμήματος Τελωνείων ως αντιπρόσωποι και εκπρόσωποι του Τμήματος Τελωνείων, και ακολούθως τα εισπραχθέντα ποσά καταβάλλονται στο Τμήμα Τελωνείων μέσω του Γενικού Λογιστηρίου. Y:\DATA Σημειώνω και τονίζω ότι η μεταφορά των εμπορευμάτων σε αποθήκη του Δημοσίου μετά την παρέλευση της προθεσμίας των 45 ημερών είναι δυνάμει των προνοιών της νομοθεσίας υποχρεωτική για όλους, δηλαδή εάν κάτοχος αποθήκης προσωρινής εναπόθεσης δεν συμμορφωθεί με την πιο πάνω υποχρέωση του, υπάρχει κίνδυνος να χάσει την άδεια λειτουργίας της αποθήκης του. 10.Στις 23/06/2005 παραλήφθηκαν στην αποθήκη προσωρινής εναπόθεσης υπ. Αριθμό LS3 την οποία λειτουργούσαν και διαχειρίζονταν οι Εναγόμενοι 3, 4 παλέτα (pallets) τα οποία ήταν σημειωμένα με την επωνυμία της Ενάγουσας, με περιεχόμενο παιδικά ρούχα ( εφ εξής «τα εμπορεύματα») από το εμπορευματοκιβώτιο KKFU 7045725 με αντιπρόσωπο διαμεταφορέα την εταιρεία GAP Vassilopoulos. 11.Το εν λόγω εμπορευματοκιβώτιο εκφορτώθηκε από το πλοίο "KESTREL I" στις 23/06/2005 με αριθμό μανιφέστου 1142/2005 και με αντιπρόσωπο στην Κύπρο την ναυτιλιακή εταιρεία Shoham Ltd. 12.Τα εμπορεύματα παρέμειναν στην αποθήκη υπ. Αριθμό LS 3 μέχρι τις 31/08/2005, χωρίς να γίνει οποιαδήποτε ενέργεια για την παραλαβή τους από την Ενάγουσα ή τον εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπο της, και ως εκ τούτου οι Εναγόμενοι 3, ως είχαν ρητή υποχρέωση, μετέφεραν τα εμπορεύματα στην Δημόσια Αποθήκη του Τμήματος Τελωνείων. 13.Τα εμπορεύματα παραδόθηκαν στην Δημόσια Αποθήκη του Τμήματος Τελωνείων την 01/09/2005 με αρ. εντύπου παραλαβής R/W 305/
  11. Εξ όσων αντιλαμβάνομαι, το έντυπο παραλαβής έχει ήδη κατατεθεί στο φάκελο του Δικαστηρίου ως παράρτημα 1 του Τεκμηρίου
  12. 14.Αφού τα εμπορεύματα μεταφέρθηκαν στην Δημόσια Αποθήκη του Τμήματος Τελωνείων, οι Εναγόμενοι 3 δεν είχαν καμία άλλη επαφή ή έλεγχο επί των εμπορευμάτων αφού αυτά βρίσκονταν υπό τον έλεγχο και διαχείριση του Τμήματος Τελωνείων, με σκοπό όπως πωληθούν σε δημόσιο πλειστηριασμό.
  13. Σημειώνω και τονίζω ότι η Ενάγουσα εταιρεία είχε προβεί επανειλημμένα σε εισαγωγές εμπορευμάτων μέσω θαλάσσης και συνεπώς γνώριζε ή τουλάχιστον θα έπρεπε να γνωρίζει τις διαδικασίες και προθεσμίες εισαγωγής και παραλαβής των εμπορευμάτων, αφού όπως άλλωστε δείχνουν ξεκάθαρα τα Τεκμήρια Α μέχρι ΙΘ προς αναγνώριση, η Ενάγουσα εταιρεία πολύ συχνά εισήγαγε εμπορεύματα μέσω θαλάσσης τα οποία τοποθετούσε στην αποθήκη προσωρινής ί εναπόθεσης των Εναγομένων 3 και ακολούθως τα παραλάμβανε εντός της νενομισμένης προθεσμίας των 45 ημερών.
  14. Στις 24/11/2005 αντιπρόσωπος της Ενάγουσας επισκέφθηκε τα γραφεία των Εναγομένων 3 στο Λιμάνι Λεμεσού και κατέβαλε στους Εναγόμενους 3 ποσό ύψους ΛΚ184,60 (€315,41). Το εν λόγω ποσό εισπράχθηκε από τους Εναγόμενους 3, προς εξόφληση των Γενικών Λιμενικών Δικαιωμάτων των Εναγομένων 3 καθώς επίσης και των αποθηκευτικών τελών και δικαιωμάτων των Εναγομένων 3 και του Τμήματος Τελωνείων από την ημερομηνίας εναπόθεσης των εμπορευμάτων μέχρι και τις 29/11/
  15. Αφού είχαν καταβληθεί τα Γενικά Λιμενικά Δικαιώματα και τα αποθηκευτικά δικαιώματα, η Ενάγουσα ως ο ιδιοκτήτης των εμπορευμάτων, είχε δικαίωμα να παραλάβει τα εμπορεύματα νοουμένου ότι αυτά δεν είχαν ήδη πωληθεί με δημόσιο πλειστηριασμό και ότι τηρούσε τις προβλεπόμενες από το Τμήμα Τελωνείων διαδικασίες για την παραλαβή των εμπορευμάτων.
  16. Τονίζω ότι στην απόδειξη είσπραξης που εξέδωσαν οι Εναγόμενοι 3, και η οποία εξ όσων αντιλαμβάνομαι έχει ήδη κατατεθεί ως Τεκμήριο 3°, αναφέρεται ρητά ότι τα εμπορεύματα έχουν μεταφερθεί στην Δημόσια Αποθήκη αφού ρητά αναγράφεται "For Customs Remarks: Republic:305/05".
  17. Περαιτέρω και αφού προφανώς τα εμπορεύματα δεν παραλήφθηκαν από την Ενάγουσα, στις 13/01/2006 αντιπρόσωπος της Ενάγουσας επισκέφθηκε και πάλι τα γραφεία των Εναγομένων 3 στο Λιμάνι Λεμεσού και κατέβαλε στους Εναγόμενους 3 ποσό ύψους ΛΚ76,80 (€131,22). Το εν λόγω ποσό εισπράχθηκε από τους Εναγόμενους 3 προς εξόφληση, των επιπλέον αποθηκευτικών τελών και δικαιωμάτων των Εναγομένων 3 και του Τμήματος Τελωνείων που προέκυψαν για την περίοδο 30/11/2005 μέχρι και τις 16/01/
  18. για την παραλαβή των εμπορευμάτων πριν την πώληση τους στο δημόσιο πλειστηριασμό.
  19. Τονίζω και πάλι ότι στην απόδειξη είσπραξης που εξέδωσαν οι Εναγόμενοι 3, και η οποία εξ όσων αντιλαμβάνομαι έχει ήδη κατατεθεί ως Τεκμήριο 3β, αναγράφεται και πάλι ρητά "For Customs Remarks: Republic:305/05 και συνεπώς η Ενάγουσα γνώριζε ή τουλάχιστον θα έπρεπε να γνωρίζει που βρίσκονταν τα εμπορεύματα και είχε τη δυνατότητα να τα παραλάβει νοουμένου ότι αυτά δεν είχαν ήδη πωληθεί μέσω δημόσιου πλειστηριασμού και τηρούσε όλες τις προβλεπόμενες διαδικασίες. 22.Τονίζω και πάλι ότι από την στιγμή που οι Εναγόμενοι 3 παρέδωσαν τα αζήτητα εμπορεύματα στην Δημόσια Αποθήκη του Τμήματος Τελωνείων ως είχαν υποχρέωση δυνάμει της νομοθεσίας, δεν είχαν οποιοδήποτε έλεγχο επί των εμπορευμάτων και δεν είχαν αλλά ούτε και μπορούσαν να διαδραματίσουν οποιοδήποτε ρόλο ή να επηρεάσουν με οποιονδήποτε τρόπο τις διαδικασίες του Τμήματος Τελωνείων.
  20. Ο ρόλος των Εναγομένων 3 μετά την παράδοση των εμπορευμάτων στην Δημόσια Αποθήκη ήταν απλά και μόνο η είσπραξη των Γενικών Λιμενικών Δικαιωμάτων και των αποθηκευτικών δικαιωμάτων τόσο για τους ίδιους όσο και το Τμήμα Τελωνείων, και ήταν ευθύνη και υποχρέωση της Ενάγουσας να προβεί σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες
  21. Σημειώνω ότι οι Εναγόμενοι 3 ουδέποτε συμφώνησαν με την Ενάγουσα όπως κρατήσουν τα εμπορεύματα στην αποθήκη τους μέχρι την ημερομηνία που θα αποφάσιζε η Ενάγουσα να τα παραλάβει όπως ισχυρίζεται η Ενάγουσα. Άλλωστε τέτοια συμφωνία θα ήταν αντίθετη με τις ρητές πρόνοιες του Περί Τελωνειακού Κώδικα Νόμου αλλά και με τις πρόνοιες τις άδειας λειτουργίας της αποθήκης προσωρινής εναπόθεσης.
  22. Ως εκ των ανωτέρω, αιτούμαι από το Σεβαστό Δικαστήριο την απόρριψη της παρούσας αγωγής με έξοδα υπέρ των Εναγομένων
  23. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.