Μαρίας Παναγή και Ελισάβετ Τουμάζου ως Διαχειρίστριες της περιουσίας του αποβιώσαντος Γεώργιου Ανδρέα Αδάμου ν. Σταυρούλλας Ανδρέου κ.α., Αρ. Αγωγής: 5938/08, 17/7/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:A280 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Τ. Παρασκευαϊδου-Καρακάννα, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5938/08 Μεταξύ: Μαρίας Παναγή και Ελισάβετ Τουμάζου ως Διαχειρίστριες της περιουσίας του αποβιώσαντος Γεώργιου Ανδρέα Αδάμου Εναγουσών -και- Σταυρούλλας Ανδρέου Εναγομένης Και ως ετροποποιήθη δυνάμει Διατάγματος του Ε.Δ. Λευκωσίας ημερ. 12.5.10 Μαρίας Παναγή και Ελισάβετ Τουμάζου ως Διαχειρίστριες της περιουσίας του αποβιώσαντος Γεώργιου Ανδρέα Αδάμου Εναγουσών -και-
- Σταυρούλλας Ανδρέου
- Νίκου Ανδρέα Τουνιά Εναγομένων Ημερομηνία: 17.7.2013 Αίτηση για τροποποίηση ημερομηνίας 26.2.2013 Εμφανίσεις: Για τις Ενάγουσες: κ. Α. Πετουφάς & Σία Για τους Εναγομένους: κ. Μ. Γ. Ιωάννου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή οι ενάγουσες ζητούν διάταγμα του Δικαστηρίου διατάττων την ακύρωση των μεταβιβάσεων εικοσιτριών ακινήτων που έγιναν από το Γεώργιο Ανδρέα Αδάμου, την 11.12.06 στη θυγατέρα του, εναγομένη
- Είναι η θέση τους ότι η μεταβίβαση έγινε κατόπιν απάτης, ψευδών παραστάσεων και/ή ασκήσεως αθεμίτου επηρεασμού. Ζητούν επίσης διάταγμα διατάττων ότι «.το χρησιμοποιηθέν Γενικόν Πληρεξούσιο Έγγραφον είναι άκυρο και ανυπόστατο καθ΄ ότι κατά τη σύνταξη και πιστοποίηση του δεν ετηρήθησαν οι πρόνοιες του περί Πιστοποιούντων Υπαλλήλων Νόμου». Στις λεπτομέρειες της Έκθεσης Απαιτήσεως προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι η εναγομένη 1, που είναι αδελφή των εναγουσών εκμεταλλευομένη την ασθένεια, τη ψυχολογική και τη ψυχική κατάσταση του πατέρα τους, Γεωργίου Ανδρέα Αδάμου, ως επίσης και τη φιλοξενία και τη διαμονή που του παρείχε, τον έπεισε και ή τον εξανάγκασε να υπογράψει γενικό πληρεξούσιο έγγραφο με το οποίο της έδιδε εξουσία να διαχειρίζεται την περιουσία του. Ο πατέρας δεν εγνώριζε και ή δεν αντελήφθηκε το περιεχόμενο του πιο πάνω πληρεξουσίου εγγράφου. Ισχυρίζονται περαιτέρω ότι κατά τη σύνταξη και πιστοποίηση του πληρεξουσίου εγγράφου δεν ετηρήθησαν οι πρόνοιες του περί Πιστοποιούντων Υπαλλήλων Νόμου και ως εκ τούτου το έγγραφο είναι άκυρο. Την 11.1.2010 οι ενάγουσες καταχώρησαν αίτηση τροποποίησης του κλητηρίου και την 12.5.2010 εκδόθηκε εκ συμφώνου το αιτούμενο διάταγμα, δυνάμει του οποίου προστέθηκε ο σύζυγος της εναγομένης, Νίκος Ανδρέας Τουνιά ως δεύτερος εναγόμενος και τροποποιήθηκαν οι λεπτομέρειες της Έκθεσης Απαίτησης. Συμπεριλήφθηκε, μεταξύ άλλων, ο ισχυρισμός ότι την 13.2.2007 η εναγομένη 1 μεταβίβασε στον εναγόμενο 2 πέντε κτήματα, που αποτελούσαν μέρος των επιδίκων κτημάτων. Οι εναγόμενοι κατεχώρησαν την υπεράσπιση τους πολύ καθυστερημένα και συγκεκριμένα τη 18.3.2011 αφού προηγήθηκε αίτηση για έκδοση απόφασης λόγω της παράλειψης τους να καταχωρήσουν υπεράσπιση. Στην υπεράσπιση τους παραδέχονται την μεταβίβαση των κτημάτων, ισχυρίζονται όμως ότι η διαδικασία που ακολουθήθηκε ήταν καθ΄ όλα νόμιμη, η υγεία του πατέρα τους ήταν άριστη και αντιλαμβανόταν πλήρως το περιεχόμενο του πληρεξουσίου εγγράφου που υπέγραψε. Με την υπό κρίση αίτηση οι ενάγουσες ζητούν τροποποίηση του δικογράφου τους έτσι ώστε να συμπεριληφθεί σε αυτό ο ισχυρισμός ότι η υπογραφή στο γενικό πληρεξούσιο έγγραφο ήταν προϊόν πλαστογραφίας. Η αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της Μαρίας Παναγή, μιας εκ των διαχειριστριών της περιουσίας του αποβιώσαντος Γεώργιου Ανδρέα Αδάμου. Η ανάγκη για καταχώρηση της παρούσας αίτησης προέκυψε, σύμφωνα με την ομνύουσα, «.κατά την προετοιμασία της ακροάσεως και την έρευνα ως προς τις συνθήκες και τα έγγραφα που χρησιμοποιήθηκαν για τη μεταβίβαση, προέκυψαν νέα στοιχεία και/ή νέοι ισχυρισμοί αναφορικά με το Πληρεξούσιο Έγγραφο». Η έκδοση του επίδικου διατάγματος είναι αναγκαία για σκοπούς ορθής απονομής της δικαιοσύνης και δεν επηρεάζει δυσμενώς τα δικαιώματα των εναγομένων. Οι εναγόμενοι κατεχώρησαν ένσταση στην οποίαν προβάλλουν διάφορους λόγους για απόρριψη της αίτησης. Ισχυρίζονται ότι με την τροποποίηση εκείνο που επιχειρείται είναι η εισαγωγή νέας βάσης αγωγής και/ή «νέας θεώρησης της υπόθεσης τόσο στο πραγματικό, όσο και στο νομικό της πλαίσιο». Η αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη, κακόπιστη, καταχρηστική και σκοπεί στην περαιτέρω καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης. Η ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του εναγομένου
- Ο εναγόμενος 2 αναφέρει ότι ο αποκλειστικός σκοπός της παρούσας διαδικασίας είναι η καθυστέρηση της δικαστικής διαδικασίας. Προς υποστήριξη της θέσης του, περί καθυστέρησης αναφέρει τα πιο κάτω, τα οποία θεωρώ σκόπιμο όπως παραθέσω αυτούσια. «
- Η αγωγή αυτή καταχωρήθηκε πριν από πέντε χρόνια και μέσα σε αυτό το διάστημα οι ενάγουσες κατεχώρησαν διάφορες αιτήσεις για τροποποίηση της αγωγής και της Έκθεσης Απαίτησης, για επαναφορά της αίτησης ημερ. 17.10.08 αλλά και του προσωρινού διατάγματος ημερ. 23.1.08, κατεχώρησαν συμπληρωματικές ενόρκους δηλώσεις αλλά και δεύτερη μονομερή αίτηση για έκδοση διατάγματος το οποίο να απαγορεύει στην εναγόμενη 1 να πωλήσει, υποθηκεύσει ή με άλλο τρόπο αξιοποιήσει την περιουσία της.
- Αξίζει εδώ να αναφέρω ότι σε κάποια στάδια κατά τα οποία η υπόθεση ήταν ορισμένη για ακρόαση εζητήθη από τις ενάγουσας αναβολή, τώρα δε επανέρχονται με νέα αίτηση τροποποίησης της Έκθεσης Απαίτησης.
- Είναι ολοφάνερο ότι η πορεία που ακολουθούν οι ενάγουσες οδηγεί στον πλήρη εκτροχιασμό της υπόθεσης και στη καθυστέρηση της εκδίκασης της». Η εισαγωγή νέας βάσης αγωγής αντιστρατεύεται σύμφωνα πάντα με τον ομνύοντα τα δικαιώματα των εναγομένων. Η νομολογία επί του θέματος είναι πλουσιότατη. Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας νοουμένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης. Η τάση της νομολογίας δείχνει φιλελεύθερη προσέγγιση, εκτός στις περιπτώσεις που διαπιστώνεται κακοπιστία, ζημιά ή αδικία. Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο, δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλες διαταγής ως προς τα έξοδα[1]. Αίτηση για τροποποίηση μπορεί να εγκριθεί σε κάθε στάδιο της διαδικασίας εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις που καθιστούν την τροποποίηση απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης[2]. Ο παράγοντας καθυστέρηση λαμβάνεται υπόψη δεν είναι όμως καθοριστικός στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Συνυπολογίζεται με τους υπόλοιπους παράγοντες. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της οποιασδήποτε καθυστέρησης ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση[3]. Όσο μεγαλύτερη όμως είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνεται και το βάρος το οποίο πρέπει ν΄ αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση του διατάγματος Χρίστου v Στυλιανού Αζά[4]. Στην απόφαση της δικαστικής επιτροπής της Βουλής των Λόρδων Ketteman v. Hansel Properties Ltd[5] διαβάζουμε σχετικά τα πιο κάτω: «Furthermore, to allow an amendment before a trial begins is quite different from allowing it at the end of the trial to give an apparently unsuccessful defendant an opportunity to renew the fight on an entirely different defence». Η εισαγωγή ενός νέου θέματος δεν οδηγεί κατ΄ ανάγκη στην απόρριψη της αίτησης, νοουμένου όμως ότι δεν έχει καταλυτικές συνέπειες για την αντίδικη πλευρά[6]. Το κριτήριο που εφαρμόζεται σε τέτοιες περιπτώσεις διατυπώνεται με σαφήνεια στο πιο κάτω απόσπασμα από το Annual Practice του 1959[7]: «The Court will not refuse to allow an amendment simply because it introduces a new case (Budding v Murdoch 1 Ch D 42, Hubbick v Helms 56 L.J Ch P 539). But it will do so where the amendment would change the action one of a substantially different character which would more conveniently be the subject of a fresh action (Releigh v Goshen
(1989)1 Ch 81)». Στρεφόμενη τώρα στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και αρχίζοντας από το τελευταίο θέμα, διαπιστώνω ότι το θέμα της πλαστογραφίας του γενικού πληρεξουσίου αποτελεί ένα εντελώς νέο θέμα, το στοιχείο αυτό, από μόνο του, δεν είναι καθοριστικό για την έκβαση της αίτησης αλλά θα πρέπει να συνεκτιμηθεί με τα υπόλοιπα στοιχεία. Ήταν η θέση των εναγομένων ότι η εισαγωγή του θέματος της πλαστογραφίας «αντιστρατεύεται τα δικαιώματα του». Πρόκειται για μια γενική και αόριστη δήλωση η οποία παρέμεινε ατεκμηρίωτη και ως εκ τούτου δεν είναι βαρύνουσας σημασίας. Οι εναγόμενοι ισχυρίζονται επίσης ότι η αίτηση είναι καταχρηστική και κακόπιστη και «.χρησιμοποιείται ως επιβραδυντική τακτική η οποία έχει ως αποτέλεσμα στην καθυστέρηση της απονομής της δικαιοσύνης». Για να αποδειχθεί ότι η αίτηση είναι καταχρηστική και κακόπιστη χρειάζεται επαρκής σχετική μαρτυρία. Στην υπό κρίση υπόθεση το μόνο στοιχείο που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου είναι ότι η αίτηση καταχωρήθηκε κάπως καθυστερημένα. Το γεγονός αυτό δεν αποδεικνύει ότι οι αιτητές ενήργησαν κακόπιστα ή καταχρηστικά, το μόνο που θα μπορούσε να λεχθεί είναι ότι δεν επέδειξαν τη δέουσα επιμέλεια στην προετοιμασία της υπόθεσης τους. Σε σχέση με την καθυστέρηση παρατηρώ ότι η εξήγηση που δίδεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση δεν είναι πολύ διαφωτιστική, θα αναμένετο να εδίδονταν κάποιες περαιτέρω λεπτομέρειες σε σχέση με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες οι ενάγουσες σχημάτισαν την πεποίθηση ότι το γενικό πληρεξούσιο ήταν προϊόν πλαστογραφίας. Παράλληλα λαμβάνω υπόψη ότι η ακρόαση δεν έχει ακόμη αρχίσει και μεγάλο ποσοστό ευθύνης για την καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης φέρουν και οι εναγόμενοι. Υπενθυμίζω απλώς ότι η υπεράσπιση τους καταχωρήθηκε σχετικά πρόσφατα, ήτοι την 18.3.2011, δύο και πλέον έτη μετά την επίδοση του κλητηρίου και αφού προηγήθηκε αίτηση για έκδοση απόφασης. Η έγκριση ή μη της τροποποίησης εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η οποία ασκείται υπό το πρίσμα του γενικότερου κανόνα ότι είναι επιθυμητό να αποτιμούνται δικαστικώς όλα τα δικαιώματα των διαδίκων εκατέρωθεν ώστε η «....δικαστική διαδικασία να αποβαίνει τελεσφόρος, χωρίς να αισθάνεται διάδικος ότι του έχουν αποστερηθεί δικαιώματα. Η αρχή αυτή πρέπει να ιδωθεί συνδυαστικά και με την σύγχρονη θεώρηση της νομολογίας ότι η τάση πλέον είναι να εγκρίνονται οι τροποποιήσεις, εκτός εάν σοβαροί λόγοι κατατείνουν προς το αντίθετο.»[8]. Κρίνω ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις είναι ουσιώδεις για την έκβαση της υπόθεσης και η συμπερίληψη τους είναι αναγκαία για σκοπούς ορθής απονομής δικαιοσύνης. Εκδίδεται το αιτούμενο διάταγμα τροποποίησης ως οι παράγραφοι 1 μέχρι 6 της αίτησης. Τα έξοδα της αίτησης και όσα έξοδα χαθούν λόγω της τροποποίησης, επιδικάζονται υπέρ των καθ΄ ων η αίτηση και εναντίον των αιτητών. Όλα τα έξοδα θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) Τ. Παρασκευαϊδου-Καρακάννα, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΝ [1] Φοινιώτης v Greenmar Navigation
(1989)1 E Α.Α.Δ.
- [2] Kayat Trading Ltd v Genzyme Corporation Π.Ε 58/2012 4.3.
- [3] Α. Παπαχρυσοστόμου v Κ. Γρηγοριάδη Π.Ε. 79/09 ημερομηνίας 4.5.
- [4]
(1992)1 Α.Α.Δ. 704,
- [5] [1988] 1 All ER,
- [6] Βλέπετε σχετικά Αρτέμιος Παπαχρυσοστόμου (ανωτέρω). [7] Σελ.
- [8] Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. v Βιομηχανίας Χαρίλαος Αλωνεύτης Λτδ
(2002)1 Α.Α.Δ. 237. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο