Αναφορικά με την αίτηση μεταξύ των Interol Limited ν. Κυριάκου Τζιωρτζή ως διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντα Παύλου Τζιωρτζή, Πρωτογενής Αίτηση Αρ.:404/13, 5/7/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:A267 ΕΝ ΤΩ ΕΠΑΡΧΙΑΚΩ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΩ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. ΓΙΑΠΑΝΑ, Α.Ε.Δ. Πρωτογενής Αίτηση Αρ.:404/13 Αναφορικά με τον Περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμο του 1987 (Ν.101/87) ΚΑΙ Αναφορικά με την τελική απόφαση ημερ. 31.1.13 στη Διαιτησία που διεξήχθη στη Λευκωσία από το Διεθνές Διαιτητικό Δικαστήριο του Διεθνούς Εμπορικού Επιμελητηρίου μεταξύ των Αιτητών και του Καθ ου η αίτηση Και Αναφορικά με την αίτηση μεταξύ των Interol Limited, εκ Μπελίζε ΚΑΙ Κυριάκου Τζιωρτζή ως διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντα Παύλου τζιωρτζή, τέως από τη Λευκωσία, Αλέκου Κωνσταντίνου 5, 1ος όροφος, Δασούπολη, 2024 Λευκωσία ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 5.7.13 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Αιτητές : Ο κ. Χ. Βελάρης Καθ ου η αίτηση : Η κα Δ. Δημητρό Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι αιτητές με την παρούσα αίτηση επιζητούν την αναγνώριση της τελικής απόφασης που εκδόθηκε στις 31.1.13 στη Λευκωσία από το Διεθνές Διαιτητικό Δικαστήριο του Διεθνούς Εμπορικού Επιμελητηρίου δια του διαιτητή κ. Zvi Bar Nathan, δια της οποίας ο καθ ου αίτηση διετάχθη να καταβάλει στους αιτητές το ποσό των €110,000 με τόκο 10% ετησίως από 25.8.09, πλέον U.S.D.33.000 έξοδα διαιτησίας, καθώς και αναγνώριση της ενδιάμεσης απόφασης του πιο πάνω διαιτητή ημερ.29.11.
- Περαιτέρω επιζητείται Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται η εγγραφή και εκτέλεση των πιο πάνω διαιτητικών αποφάσεων. Νομικό βάθρο της αίτησης αποτελούν τα άρθρα 2, 3, 5, 6, 7, 8, 16, 19, 20 22, 28, 31, 35 και 36 του Περί Εμπορικής Διαιτησίας Νόμου του 1987, Ν.101/87, στα άρθρα 2 και 31 του Περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60και στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 Κ.1, 2, 3 και
- Πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης αποτελεί η ένορκη του Γιώργου Παρμακλή δικηγόρου, που ασκεί το επάγγελμα σε συνεργασία με τους δικηγόρους των αιτητών. Είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος από τους αιτητές να προβεί στην ένορκη δήλωση, και τα γεγονότα που αναφέρει εμπίπτουν στην προσωπική του γνώση, ή από τους δικηγόρους που χειρίστηκαν τη διαιτητική διαδικασία, καθώς και από μελέτη των σχετικών φακέλων και εγγράφων. Ο καθ ου η αίτηση αντέδρασε και έφερε ένσταση στα αιτούμενα διαβήματα των αιτητών εναντίον του. Στο σώμα της ένστασης προβάλλει 14 λόγους ενστάσεως υποστηριζόμενους από την ένορκη του δήλωση επισυνάπτοντας 10 τεκμήρια αποτελούμενα από διάφορα έγγραφα. Η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση, και οι δικηγόροι των διαδίκων προχώρησαν σε αγορεύσεις χωρίς κανένας εκ των ομνυόντων να αντεξεταστεί, ούτε και ζητήθηκε η άδεια για καταχώριση οποιασδήποτε συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Η διαδικασία της διαιτησίας και της αναγνώρισης, εγγραφής και εκτέλεσης διαιτητικών αποφάσεων, καθώς και αποφάσεων του Διεθνών Διαιτητικών Δικαστηρίων, συνοψίζονται στην υπόθεση Bank fur Arbeit Wirtschaft AG
(1999)1 Α.Α.Δ.
- Υποδεικνύεται ότι: «Η διαιτησία αποτελεί εναλλακτική διαδικασία επίλυσης διαφορών. Η μακρά διεξαγωγή της δίκης στα πλαίσια κρατικής δικαιοσύνης, η χρήση χρονοβόρων ένδικων μέσων που επαυξάνουν τις καθυστερήσεις, η εξοικείωση των διαιτητών με το αντικείμενο τους, η ανελαστικότητα της τακτικής δικαιοσύνης, είναι μερικοί από τους λόγους για τους οποίους έχει ανθίσει και καθιερωθεί ο θεσμός της διαιτησίας. Για ποικίλης φύσεως διαφορές. Αποτελεί χαρακτηριστικό συμπλήρωμα κάθε σύγχρονου νομικού συστήματος. Ο θεσμός επιβιώνει χωρίς ένδικα μέσα. Μόνο σε καθορισμένες περιπτώσεις μπορεί να χρησιμοποιηθούν κατά της διαιτητικής απόφασης. Στο εσωτερικό μας δίκαιο οι κανόνες αυτοί, όπως και οι ευρύτεροι κανόνες που διέπουν τη διαιτησία, θεσμοθετούνται από ειδική νομοθεσία, τον περί διαιτησίας Νόμο κεφ.
- Η συχνή και επιτυχής χρήση του θεσμού σε οικουμενική κλίμακα ώθησε τα Ηνωμένα Έθνη να θεσπίσουν, χάριν πληρότητας και ομοιομορφίας, ολοκληρωμένο κώδικα διαιτησίας...................... Ο Περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμος του 1987 (Ν.101/87)αντανακλά πιστά τις κεντρικές ιδέες και το σύνολο των προνοιών του διεθνούς αυτού κώδικα». Είναι ακριβώς γι' αυτό το λόγο που προσφυγή στο δικαστήριο κατά διεθνούς διαιτητικής απόφασης προς ακύρωση, γίνεται μόνο στις περιπτώσεις που εξαντλητικά απαριθμούνται στο άρθρο 34 του Νόμου. Όπως υποδεικνύεται στον Russel on Arbitration, 21η έκδοση,
(1997). «Of all articles, this mostly clearly illustrates the tensions between international arbitration and the national courts. Article 5 tries to limit court intervention to specific instances.» Ακριβώς και μέσα σε αυτό το πνεύμα είναι που στην υπόθεση Wirtschaft AG ανωτέρω, με αναφορά σε ξένη νομολογία, τονίστηκε η ανάγκη για αυτοσυγκράτηση κατά την αναθεώρηση από τα κρατικά δικαστήρια των διαιτητικών αποφάσεων. Θεωρώ πως η παράθεση αυτούσιου αποσπάσματος από την υπόθεση Quintette Coal Ltd v. Nippon Steel Corporation et al. του Εφετείου της British Columbia, καταγράφει ανάγλυφα τους λόγους που επιβάλλουν αυστηρότητα στο ζήτημα αυτό. «The reasons advanced in the cases discussed above for restraint in the exercise of judicial review are highly persuasive. The "concerns of international comity, respect for the capacities of foreign and transnational tribunals, and sensitivity to the need of the international commercial system for resolutions of disputes" spoken of by the Blackmun J. are as compelling in this jurisdiction as they are in the United States or elsewhere. It is meet therefore, as a matter of policy, to adopt a standard which seeks to preserved the autonomy of the forum selected by the parties and to minimize judicial intervention when reviewing international commercial arbitral awards in British Columbia. That is the standard to be followed in this case». Μέσα σε αυτό το πλαίσιο κρίνεται πως εντάσσονται όσα υπεδείχθησαν και στην υπόθεση Κούλλουρου ν. Σ.Π.Ε Αθηαίνου
(2005)1Β 987, όπου λέχθηκαν τα εξής: «Αν σε κάθε περίπτωση διαφοράς σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου που παραπέμπεται σε διαιτησία, το ένα μέρος δεν παρουσιάζεται και μετά να του επιτρέπεται να προβάλλει κατ΄έφεση προς το δικαστήριο εκείνους τους ισχυρισμούς που θα έπρεπε να προβληθούν ενώπιον του διαιτητή, αυτό θα ισοδυναμούσε με καταστρατήγηση τόσο του πνεύματος όσο και του γράμματος των σχετικών προνοιών του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου όσο και του Περί Διαιτησίας Νόμου. Θα καθιστούσε τις σχετικές νομοθεσίες αχρείαστες και άνευ αντικειμένου αφού τον τελευταίο λόγο επί της ουσίας της παραπεμπόμενης διαφοράς θα την είχε το δικαστήριο ανεξάρτητα από το τι συνέβηκε στην διαιτησία. ............ Η διαιτησία δεν είναι και δεν αποτελεί προστάδιο για την προσφυγή στο δικαστήριο, αλλά αποτελεί αυτοτελή και ανεξάρτητη διαδικασία με τους δικούς της διαδικαστικούς και αποδεικτικούς κανόνες, ανάλογους βέβαια προς εκείνους των δικαστικών διαδικασιών και ο διαιτητής ασκεί οιονεί δικαστική εξουσία». Περαιτέρω στην υπόθεση Μιχάλης Λοιζίδης και Κύπρος Χαραλαμπίδης, υπό την ιδιότητα τους ως διορισθέντες εκκαθαριστές της Beogradska Banka D.D v. Westacre Investments Inc
(2008)1Β Α.Α.Δ. 1217, και ως προς το ερώτημα κατά πόσο στη διαδικασία αναγνώρισης και εκτέλεσης διαιτητικής απόφασης μπορούν να αμφισβητηθούν τα ευρήματα ως προς τα γεγονότα που προέβηκε το διαιτητικό δικαστήριο, με κεντρικό άξονα, και τούτο ενέχει ιδιαίτερη σημασία, την δωροδοκία, τον δόλο και την απάτη περί της λήψης της διαιτητικής απόφασης, που δεν είναι τέτοια η περίπτωση στην κρινόμενη υπόθεση, υπεδείχθη ότι: «Η πλειοψηφία στην απόφαση του Αγγλικού Εφετείου έκαμε αναφορά και στην απόφαση στην Υπόθεση Soleimany v. Soleimany
(1999)3 All E.R. 847 και παρατήρησε ότι υπήρξε εισήγηση (ενώπιον του Αγγλικού Εφετείου) ότι κάποιου είδους «προανάκριση» θα έπρεπε να είχε διεξαχθεί αναφορικά με το κατά πόσο υπήρχε εκ πρώτης όψεως μαρτυρία (του ενός διαδίκου) ότι η διαιτητική απόφαση βασίζεται σε παράνομη συμφωνία. Η πλειοψηφία του Αγγλικού Εφετείου απέρριψε ουσιαστικά αυτή τη θέση αφού έλαβε υπόψη τους εξής παράγοντες: (α) Ότι ενώπιον του διαιτητικού δικαστηρίου δόθηκε μαρτυρία ότι η σύμβαση ήταν μια καθαρή εμπορική σύμβαση. (β) Ότι οι διαιτητές απεφάνθησαν ειδικά ότι η σύμβαση δεν ήταν παράνομη. (γ) Ότι δεν υπήρχε οτιδήποτε που να δείχνει ανικανότητα εκ μέρους των διαιτητών, και (δ) Ότι δεν υπήρχε οποιοσδήποτε λόγος υποψίας για συμπαιγνία ή κακοπιστία ως προς την έκδοση της διαιτητικής απόφασης». Οι πιο πάνω αρχές καθορίζουν την φιλοσοφία, το πνεύμα αλλά και το επίπεδο και τον τρόπο προσέγγισης που θα πρέπει τα δικαστήρια να αντιμετωπίζουν τις διαδικασίες αναγνώρισης, εγγραφής και εκτέλεσης διαιτητικών αποφάσεων, αλλά και αποφάσεων των Διεθνών Διαιτητικών Δικαστηρίων. Ο Περί Εμπορικής Διαιτησίας Νόμος του 1987, Νόμος Ν.101/87 (στη συνέχεια ο Νόμος), παρέχει το δικαιοδοτικό πλαίσιο εγγραφής και εκτέλεσης διαιτητικών αποφάσεων και ρυθμίζει εξαντλητικά και περιοριστικά τις εξουσίες του δικαστηρίου. Το άρθρο 6 ορίζει ότι δικαστική παρέμβαση χωρεί μόνο ως ο Νόμος ορίζει. Στο μεν άρθρο 34 προνοούνται οι λόγοι για τους οποίους μπορεί να ακυρωθεί η διαιτητική απόφαση, το δε άρθρο 36 καθορίζει τους λόγους που δικαιολογούν απόρριψη της αίτησης για αναγνώριση και εκτέλεση διαιτητικής απόφασης. Κάθε άλλος λόγος που δεν προβλέπεται είτε από το άρθρο 34, είτε από το άρθρο 36 θεωρείται και κρίνεται ως αβάσιμος και εκτός του δικαιοδοτικού πλαισίου εντός του οποίου μπορεί το δικαστήριο να κρίνει και να αποφασίσει. Η πρόνοια του άρθρου 36 δεν αφήνει καμιά αμφιβολία περί τούτου, αφού ως ρητώς προνοείται, η αίτηση απορρίπτεται μόνο (η υπογράμμιση είναι του δικαστηρίου), εφόσο συντρέχει ένας από τους ακόλουθους λόγους. Υπάρχουν όμως ακόμα δυο πρόνοιες ιδιαίτερα σημαντικές, στο Μέρος IV του Νόμου, άρθρα 16 και 17, που ενισχύουν τις διαδικασίες των διαιτητικών δικαστηρίων και του επιπέδου αυτονομίας που πρέπει να τις χαρακτηρίζει. Το άρθρο 16 παρέχει δικαιοδοσία στον διαιτητή να αποφασίζει επί της δικαιοδοσίας του και να εξετάζει ζητήματα που αφορούν στην ύπαρξη ή το έγκυρο της συμφωνίας διαιτησίας. Απόφανση επί ενστάσεων μπορεί να εκδοθεί είτε με παρεμπίπτουσα απόφαση του διαιτητή, είτε με την τελική του απόφαση επί της ουσίας. Η παρεμπίπτουσα απόφαση προσβάλλεται εντός 30 ημερών αφότου κοινοποιήθηκε στους ενδιαφερομένους. Το δε άρθρο 17 δίνει εξουσία στον διαιτητικό δικαστήριο να διατάξει προσωρινά ασφαλιστικά μέτρα. Το πάνω νομολογιακό και νομοθετικό πλαίσιο καθορίζει τα όρια εντός των οποίων έχει εξουσία το δικαστήριο, εξετάζοντας ζητήματα εγειρόμενα υπό το φως των προνοιών των άρθρων 34 και 36 του Νόμου. Στην παρούσα υπόθεση τυγχάνουν εφαρμογής τα άρθρα 35 και 36. Το δικαστήριο έχει διεξέλθει και μελετήσει τόσο την ενδιάμεση απόφαση του διαιτητή ημερ. 29.11.11 όσο και την τελική του απόφαση ημερ. 31.1.13. Έχουν επισυναφθεί ως τεκμήρια Γ και Δ στην εναρκτήρια κλήση των αιτητών. Επισυνάφθηκε επίσης και ενδιάμεση απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου στην αγωγή αρ.1564/11 (τεκμ.Ε). Αρχής γενομένης από την ενδιάμεση απόφαση του διαιτητή (Τεκμ.Δ), από την μελέτη της προκύπτουν τα ακόλουθα. Αφού καταγράφεται το ιστορικό της παραπομπής στη διαιτησία, της επιλογής του Νόμου και του διορισμού του διαιτητή, ηγέρθηκαν τα εξής θέματα επί των οποίων οι δύο πλευρές κατέθεσαν τις γραπτές τους θέσεις. 1. Εάν ο διαιτητής στερείται δικαιοδοσίας λόγω του ότι αφενός η Belize δεν αποτελεί μέρος της Σύμβασης της Νέας Υόρκης, και αφετέρου ότι η Κυπριακή Δημοκρατία υιοθέτησε την πιο πάνω Σύμβαση με την επιφύλαξη της αμοιβαιότητας δυνάμει του άρθρου 1
(3).
- Αν ο διαιτητής στερείται δικαιοδοσίας όταν στην διαφορά εμπλέκεται ισχυρισμός απάτης, και
- Αν υπάρχει έλλειψη δικαιοδοσίας όταν στην συμφωνία υπάρχει ασαφής πρόνοια ως προς το εφαρμοστέο ουσιαστικό δίκαιο. Ο διαιτητής αφού άκουσε τις θέσεις των δύο πλευρών στις σελ.14 επ. παραγ.89-96, 97-104 και 105-109 απέρριψε τις ενστάσεις του καθ ου η αίτηση. Τέλος στο Μέρος VII συνόψισε την ενδιάμεση απορριπτική του απόφαση. Από τα ενώπιον του δικαστηρίου τεθέντα στοιχεία τόσο από την πλευρά των αιτητών, όσο και του καθ ου η αίτηση, το συμπέρασμα που εξάγεται είναι ότι καμιά εκ των ενδιαμέσων αποφάσεων του διαιτητή δεν έχει προσβληθεί εντός της τασσόμενης υπό του άρθρου 16 του Νόμου προθεσμίας των 30 ημερών. Αποτελεί περαιτέρω διαπίστωση, ότι ο καθ ου αίτηση αποτάθηκε στο Δικαστήριο με την αγωγή αρ.1564/11 επιζητώντας διάταγμα αναστολής της επίδικης διαδικασίας διαιτησίας η οποία και απερρίφθη την 4.7.
- (Τεκμ.Ε). Ούτε και η απόφαση αυτή δεν φαίνεται να έχει εφεσιβληθεί από τον καθ ου η αίτηση. Η τελική απόφαση του διαιτητή αποτελείται από 55 σελίδες και περιλαμβάνει διάφορα θέματα. Το δικαστήριο έχει ενδιατρίψει και μελετήσει την τελική απόφαση του διαιτητή. Μεταξύ άλλων καταπιάνεται υπό μορφή επανάληψης, του θέματος του θανάτου του Παύλου Τζιωρτζή καθ ου η αίτηση στην διαδικασία διαιτησίας. Στις σελ.17επ. υπό στοιχείο Η, παραγ.56-75 διεξέρχεται το ιστορικό όπως αυτό προέκυψε λόγω του θανάτου του καθ ου αίτηση. Μετά που άκουσε τις θέσεις των δύο πλευρών, στην σελ.19 παραγ.75 επαναλαμβάνει την ενδιάμεση απόφαση του ημερ. 25.4.12 για την τροποποίηση του τίτλου της διαδικασίας και την συνέχιση της διαδικασίας διαιτησίας. Στη συνέχεια, στη σελ.27 παραγ.134-135 καθόρισε τα θέματα που θα έπρεπε να αποφασιστούν. Ακολούθως (σελ.28-30), αναφέρει τα προδικαστικά ζητήματα που ηγέρθηκαν και παραπέμπει στην πιο πάνω ενδιάμεση απόφαση του ημερ. 29.11.
- Προχώρησε περαιτέρω και εξέτασε ακόμα τέσσερα ζητήματα, τα οποία δεν αποφασίστηκαν στην πιο πάνω ενδιάμεση απόφαση του, για τα οποία έκρινε ότι θα έπρεπε να ακουστεί μαρτυρία, όπως και έπραξε. Πρώτο, αν στερείται δικαιοδοσίας γιατί στα γεγονότα της υπόθεσης εμπλέκονται θέματα απάτης, δόλου, συνομωσίας με τρίτα πρόσωπα, απειλής και εξαναγκασμού. Δεύτερο, έλλειψη δικαιοδοσίας επειδή η συμφωνία είναι άκυρη γιατί είναι συνταγμένη στα αγγλικά και ο αποβιώσας Παύλος Τζιωρτζής δεν γνωρίζει να μιλά ούτε και να γράφει αγγλικά, και ως εκ τούτου δεν γνώριζε τι υπέγραφε κατά τον χρόνο υπογραφής της συμφωνίας. Τρίτο, ότι λόγω της παράλληλης αγωγής αρ. 1564/11 που ήγειρε ο καθ ου η αίτηση, ο διαιτητής δεν είχε δικαιοδοσία να συνεχίσει την διαιτησία και Τέταρτο, ότι τόσο η συμφωνία όσο και οι όροι παραπομπής δεν περιλαμβάνουν την περίπτωση θανάτου ενός εκ των μερών. Ο διαιτητής αφού άκουσε τις θέσεις των μερών για όλα τα πιο πάνω θέματα αποφάσισε για την κάθε ένσταση ξεχωριστά, τις οποίες και απέρριψε. (σχετικές είναι οι παραγράφοι 179-184, 185-194, 195-198 και 199-202 και 203). Στη συνέχεια, ο διαιτητής ασχολήθηκε με την ουσία της διαιτητικής διαφοράς (σελ.42επ.) αναφερόμενος στην συμφωνία δανείου των μερών, τις θέσεις των δυο πλευρών, και στο ερώτημα αν η συμφωνία θα πρέπει να ακυρωθεί λόγω απάτης, δόλου, κλπ. Με αναφορά στη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του (παραγ.237-241), κατέληξε (παραγ.246) ότι η συμφωνία μεταξύ των μερών αποτελεί έγκυρη συμφωνία με την οποία χορηγήθηκε το δάνειο στον καθ ου η αίτηση και ότι αυτός παραβίασε τη συμφωνία δανείου (παραγ.250). Ως αποτέλεσμα εξέδωσε την υπό κρίσιν απόφαση. Η απόφαση αυτή εξεδόθη ως λέχθηκε την 31.1.
- Από τα ενώπιον του δικαστηρίου τεθέντα στοιχεία αποτελεί διαπίστωση ότι δεν ασκήθηκε εναντίον της τελικής απόφασης του διαιτητή η προβλεπόμενη από το άρθρο 34
(3)του Νόμου αίτηση ακυρώσεως εντός της προθεσμίας των τριών μηνών από της κοινοποίησης της. Ούτε επίσης η μνημονευόμενη στην τελική απόφαση, ενδιάμεση απόφαση του διαιτητή ημερ.25.4.12 για την τροποποίηση του τίτλου της διαιτησίας λόγω θανάτου του Παύλου Τζιωρτζή, δεν έχει προσβληθεί εντός των 30 ημερών που τάσσει το Αρ.16 του Νόμου. Τα πιο πάνω αποτελούν το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης, όπως αυτό εξάγεται από τα διάφορα έγγραφα. Ουσιαστικά δεν έχουν αμφισβητηθεί από την πλευρά του καθ ου η αίτηση. Αντίθετα, εξ αυτών αντλεί αλλά και εδράζει τις ενστάσεις και τα επιχειρήματα του. Επί τούτων ουσιαστικά ορκίστηκε ο δικηγόρος Γιώργος Παρμακλής υποστηρίζοντας την αίτηση επισυνάπτοντας τα διάφορα έγγραφα που έχει γίνει αναφορά. Οι πλείστες ενστάσεις όπως αυτές καταγράφονται στο σώμα της ένστασης είναι νομικές, περιβεβλημένες με διάφορα γεγονότα όπως αυτά καταγράφονται στην ένορκη δήλωση του καθ ου η αίτηση. Αναπτύσσονται διάφορες θέσεις και εισηγήσεις στις γραπτές αγορεύσεις των δικηγόρων των δυο πλευρών, τις οποίες το δικαστήριο έχει διεξέλθει και μελετήσει, όπως και τη νομολογία στην οποία παραπέμπει η κάθε πλευρά. Αναφορά και συζήτηση των θέσεων θα γίνεται στη πορεία και όπου χρειάζεται. Οι λόγοι ένστασης, ακολουθώντας την αρίθμηση όπως αυτή παρουσιάζεται στο σώμα της, με αριθμό 1, 3, 4, 5, 9, και 12 δεν θα εξεταστούν. Ηγέρθηκαν ενώπιον του Διαιτητή με την έκδοση εκ μέρους του της ενδιάμεσης και τελικής απόφασης του οι οποίες και δεν έχουν προσβληθεί ή άλλως αμφισβητηθεί από τον καθ ου η αίτηση. Αφορούν θέματα δικαιοδοσίας του Διεθνούς Εμπορικού Επιμελητηρίου, εκκρεμοδικίας της πιο πάνω υπόθεσης Αρ.1564/11 και ότι η παρούσα διαδικασία δεν μπορεί να προχωρήσει ως παράλληλη διαδικασία με την ρηθείσα αγωγή (λόγοι 1, 3, 4 και 12). Επίσης ότι το Μπελίζε δεν προσχώρησε στη Σύμβαση της Νέας Υόρκης, και ότι η συμφωνία των μερών δεν περιλάμβανε πρόνοια ότι σε περίπτωση θανάτου θα δεσμεύει τους κληρονόμους του αποβιώσαντα. Το δικαστήριο κατά το στάδιο εγγραφής και εκτέλεσης απόφασης διαιτητή δεν επενεργεί ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο εξετάζοντας εξ υπαρχής είτε την ενδιάμεση, είτε την τελική απόφαση του διαιτητή, ούτε και ακούει ξανά και σε πρώτο βαθμό τα ζητήματα που παραπέμφθηκαν στη διαιτησία, αλλά έχει περιορισμένο και ρητώς προσδιορισμένο δικαιοδοτικό πλαίσιο, που είναι σε σχέση με την κρινόμενη αίτηση, το Αρ.36 του Νόμου 101/87. Περαιτέρω οι συγκεκριμένοι αυτοί λόγοι ένστασης για απόρριψη της αίτησης, δεν καλύπτονται από τους λόγους που απαριθμούνται και προβλέπονται στο πιο πάνω άρθρο 36. Η υπόθεση Beogradska Banka ανωτέρω, είναι σχετική. Ως εκ τούτου οι πιο πάνω λόγοι ένστασης απορρίπτονται. Παρόλα αυτά, ορισμένοι εξ αυτών θα εξεταστούν στη συνέχεια υπό άλλη οπτική γωνία. Στην παράγραφο 11 της ενόρκου δηλώσεως του καθ ου η αίτηση προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι ο αποβιώσας πατέρας του δεν γνώριζε την αγγλική γλώσσα και συνεπώς δεν είχε ιδέα τι υπέγραφε. Το ίδιο ζήτημα τέθηκε ενώπιον του διαιτητή και αποφασίστηκε από αυτόν. Υποδεικνύεται περαιτέρω ότι δεν συνιστά λόγο εξ εκείνων που προνοούνται στο Αρ.36. Σημειώνεται επίσης ότι ο λόγος αυτός δεν προβάλλεται στο σώμα της ένστασης. Στην υπόθεση Σοφοκλέους ν. Ταβελούδη κ.ά
(2002)1 Α.Α.Δ. 97 υποδεικνύεται ο επιτακτικός χαρακτήρας της Δ.48 με τον καθορισμό στο σώμα της γραπτής ένστασης των λόγων που την υποστηρίζουν και την ανάγκη του συντάκτη της να τους εξειδικεύσει. Για τους λόγους που έχουν εξηγηθεί ο ισχυρισμός αυτός απορρίπτεται. Το ίδιο ισχύει και για τον ισχυρισμό που προβάλλει ο καθ ου η αίτηση στις παραγράφους 14 και 16 της ενόρκου δηλώσεως σε σχέση με ζητήματα δόλου και απάτης. Τέθηκε ενώπιον του διαιτητή και αποφασίστηκε τόσο στην ενδιάμεση όσο και στην τελική του απόφαση. Ορθή εξ' άλλου κρίνεται η παραπομπή του κ. Βελάρη στην υπόθεση Hellenic Bank Public Company Limited v. Alpha Panareti Limited Πολ. Έφεση 145/11 ημερ. 13.6.13, ότι ισχυρισμοί δόλου και απάτης θα πρέπει να υποστηρίζονται από πλήρη και επαρκή στοιχεία. Παραπέμπω επίσης στην τελική απόφαση του διαιτητή ημερ.31.1.13 και στο ερώτημα αν η συμφωνία θα πρέπει να ακυρωθεί λόγω απάτης, δόλου, κλπ. Με αναφορά στη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του, ο διαιτητής κατέληξε (παρα.246) ότι η συμφωνία μεταξύ των μερών είναι έγκυρη συμφωνία με την οποία χορηγήθηκε το δάνειο στον καθ ου η αίτηση και ότι ο καθ ου η αίτηση παραβίασε τη συμφωνία δανείου (παραγ.250). Παραπέμπω ειδικώς επί τούτου στην μαρτυρία του καθ ου η αίτηση στις παραγ.237-241 της τελικής απόφασης του διαιτητή και στις απαντήσεις που δόθηκαν ενώπιον του εκ μέρους του καθ ου η αίτηση, αναφορικά με τον ισχυρισμό του για συγκαλυμμένο δάνειο, όπως αυτός προβάλλεται στις παραγράφους 6 (δ), 8, 16, και 21 της ενόρκου δηλώσεως του, αλλά και στην παράγραφο 6 της έκθεσης απαιτήσεως στην αγωγή αρ.1564/11, τεκμ.7. Να προστεθεί εδώ, ότι εν σχέση με τα δικόγραφα της αγωγής που επισυνάφθηκαν από τον καθ ου η αίτηση, ως υπεδείχθη στην υπόθεση Interpartemental Concern "Uralmetron" v. Besuno Ltd
(2004)1 Α.Α.Α. 557, η υιοθέτηση ενόρκως του περιεχομένου της αίτησης ή δικογραφήματος δεν τα καθιστά μαρτυρία ενώπιον του δικαστηρίου. Κατά συνέπεια και αυτός ο ισχυρισμός, για τους πιο πάνω λόγους απορρίπτεται. Αναφέρει ο καθ ου η αίτηση (λόγος ένστασης 10(α)), στην παράγραφο 20 της ενόρκου δηλώσεως του, ότι οι αιτητές απέκρυψαν από το δικαστήριο ότι η διαιτητική απόφαση συνοδευόταν από ένα μεγάλο αριθμό εγγράφων, τα οποία και επισυνάπτει (τεκμ.10 έγγραφο εκ 261 σελίδων). Τα έγγραφα αυτά αποτελούν το υλικό που τέθηκε ενώπιον του διαιτητή και δεν αποτελούν μέρος της απόφασης του (award). Το δικαστήριο δεν βλέπει κανένα λόγο, ούτε και κάποια ανάγκη ή σκοπιμότητα να τίθεται ενώπιον του κατά το στάδιο εγγραφής και εκτέλεσης διαιτητικής απόφασης το υλικό που τέθηκε ενώπιον του διαιτητή. Το δικαστήριο δεν θα αναψηλαφήσει τα έγγραφα και τη δοθείσα μαρτυρία ενώπιον του διαιτητή. Ο Νόμος στο Αρ.35 εκείνο που απαιτεί για αναγνώριση και εκτέλεση είναι την διαιτητική απόφαση. Κατά συνέπεια οι αιτητές όχι μόνο δεν απέκρυψαν οτιδήποτε από το δικαστήριο, αλλά και ορθά έπραξαν με το να μην επισυνάψουν τα έγγραφα του τεκμ.10. Εκείνο που απαιτείται είναι η διαιτητική απόφαση την οποίαν και επισύναψαν. Προστίθεται πως ούτε και ο λόγος αυτός δεν είναι εξ εκείνων που προβλέπονται από το Αρ.36 του Νόμου. Ο λόγος αυτός είναι άνευ ερείσματος και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Καθ' όσον αφορά τους υπόλοιπους λόγους ένστασης, ο υπ' αριθμόν 2 αναφέρει ότι δεν υπεγράφη συνυποσχετικό για παραπομπή της διαφοράς στην διαιτησία. Πέραν του ότι και πάλι δεν καλύπτεται από το Αρ.36, να λεχθεί ότι το αρ.7
(1)του Νόμου ορίζει ότι «Συμφωνία περί διαιτησίας» είναι η συμφωνία με την οποία υπάγονται σε διαιτησία όλες ή ορισμένες διαφορές που απορρέουν από καθορισμένη έννομη σχέση, συμβατική ή μη. Στο εδάφιο 3 προνοείται ότι «.. Αναφορά στη σύμβαση σε έγγραφο άλλο, που περιέχει ρήτρα διαιτησίας, συνιστά συμφωνία περί διαιτησίας, αν η σύμβαση είναι γραπτή και η αναφορά είναι τέτοια ώστε να καθιστά τη ρήτρα αυτή αναπόσπαστο μέρος της σύμβασης». Είναι συνεπώς ορθή η θέση του κ. Βελάρη ότι η συμφωνία δανείου, τεκμ.Α στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση, στον όρο 6.3 ενσωματώνεται εγγράφως ρήτρα διαιτησίας. Ως εκ τούτου ούτε αυτός ο λόγος ευσταθεί. Αναφορικά με τους λόγους ένστασης υπ' αριθμόν 8 και 11, ότι η απόφαση του διαιτητή είναι άκυρη και ότι ο καθ ου η αίτηση έλαβε μέρος στην διαδικασία υπό διαμαρτυρία, πέραν της γενικότητας με την οποία προβάλλονται, ο καθ ου η αίτηση είχε κάθε δικαίωμα να υποβάλει αίτηση για ακύρωση της απόφασης του διαιτητή δυνάμει των προνοιών του Αρ.34 του Νόμου, κάτι το οποίο και δεν έπραξε. Ειδικότερα δε ο υπ' αριθμόν 8 λόγος ένστασης, ότι αρμοδιότητα είχε μόνο το Επαρχιακό Δικαστήριο, αποφασίστηκε από τον διαιτητή. Οι λόγοι αυτοί εν πάση περιπτώσει δεν περιλαμβάνονται στους λόγους που προβλέπονται στο Αρ.36 του Νόμου και για τους πιο πάνω λόγους κρίνονται απορριπτέοι. Οι υπ' αριθμόν 13 και 14 λόγοι αφορούν την ρηθείσα αγωγή και του κινδύνου δημιουργίας δεδικασμένου. Ως λέχθηκε η ένσταση αυτή τέθηκε ενώπιον του διαιτητή ο οποίος και αποφάσισε επί τούτου. Ο κ. Βελάρης παρέπεμψε στις πρόνοιες του Αρ.8
(2)του Νόμου το οποίο προνοεί ότι η έγερση αγωγής δεν αποτελεί κώλυμα για την συνέχιση και την έκδοση διαιτητικής απόφασης, ενόσω το επίδικο θέμα εκκρεμεί ενώπιον του δικαστηρίου. Σχετικό επίσης κρίνεται και το Αρ.9, τις πρόνοιες του οποίου να σημειωθεί ότι επικαλέστηκε ο καθ ου η αίτηση, αιτούμενος την έκδοση προσωρινού διατάγματος για αναστολή της διαιτητικής διαδικασίας στην αγωγή 1564/11, τεκμ.Ε στην ένορκη δήλωση των αιτητών. Η ενδιάμεση απόφαση του δικαστηρίου, ως έχει λεχθεί, δεν έχει εφεσιβληθεί. Τα ίδια κατ' αναλογία ισχύουν και εφαρμόζονται και για την θέση ότι το σύνολο της διαφοράς απαιτεί ενιαία εκδίκαση από τον φυσικό της δικαστή. Σχετικός επί τούτου είναι και ο 13ος λόγος ένστασης. Να προστεθεί περαιτέρω ότι ο διαιτητής ασκεί οιονεί δικαστική εξουσία, και ως εξηγήθηκε στην Wirtschaft ανωτέρω, η διαιτησία αποτελεί εναλλακτική διαδικασία επίλυσης διαφορών. Ούτε και οι λόγοι αυτοί είναι βάσιμοι και, όπως και πλείστοι άλλοι, κείνται εκτός των προβλεπομένων από το Αρ.36 του Νόμου. Παρεμβάλλεται πως οι πλείστοι λόγοι ένστασης είναι επάλληλοι, συμπλέκονται μεταξύ τους και επαναλαμβάνονται υπό διαφορετικό κάθε φορά μανδύα. Προβάλλεται, λόγος 7 της ένστασης, με γενικότητα ότι η απόφαση του διαιτητή αντίκειται στους κανόνες δημοσίας τάξης. Καμιά περαιτέρω εξειδίκευση δεν παρατίθεται, και ότι απομένει είναι να ανιχνευτεί ο λόγος αυτός από όσα ο καθ ου η αίτηση αναφέρει στην ένορκη του δήλωση. Πρόκειται για λόγο ένστασης που ρητώς αναγνωρίζεται στο Αρ.36 (β)(ii) του Νόμου. Στην παράγραφο 6(β) αναφέρει ότι η ρήτρα διαιτησίας ήταν άκυρη γιατί ελλείπει το στοιχείο της αμοιβαιότητας και αντίκειται στη δημόσια τάξη της Κυπριακής Δημοκρατίας. Για μεν το στοιχείο της αμοιβαιότητας το θέμα τέθηκε και εξετάστηκε από τον διαιτητή και αποτελεί αυτοτελή λόγο ένστασης υπ' αριθμόν 5 τον οποίον το δικαστήριο έχει ήδη διεξέλθει, ως προς δε τον ισχυρισμό ότι αντίκειται στην δημόσια τάξη δεν διευκρινίζεται απολύτως τίποτε. Στην παράγραφο 14 της ενόρκου δηλώσεως του καθ ου η αίτηση εξειδικεύεται ότι επειδή η επίδικη διαφορά άπτεται ζητημάτων δόλου και απάτης και/ή ψευδών παραστάσεων εκ μέρους των αιτητών, κατά συνέπεια αντίκειται στους κανόνες δημοσίας τάξης. Σημειώνεται πως ούτε και στην αγόρευση της κας Δημητρό για τον καθ ου αίτηση διευκρινίζεται οτιδήποτε, αντιτάσσοντας επ' αυτού ο κ. Βελάρης ότι τίθεται κατά γενικό και αόριστο τρόπο χωρίς κάποιο προσδιορισμό. Συμφωνώ με την θέση του κ. Βελάρη. Αν όμως εκείνο που ενδεχομένως μπορεί να συναχθεί είναι επειδή με την αγωγή εγείρονται θέματα δόλου, απάτης κ.λ.π η συμφωνία δανείου αντίκειται στη δημόσια τάξη, τουλάχιστον αυτό εξάγεται από το καταληκτικό της αγόρευσης της κας Δημητρό (σελ.34-35 γραπτής αγόρευσης), το θέμα έχει ήδη εξεταστεί με την έννοια ότι τέθηκε ενώπιον του διαιτητή επί του οποίου και αποφάσισε. Τι συνιστά «δημόσια τάξη» εξετάστηκε στην Wirtschaft ανωτέρω. Περιλαμβάνει τις θεμελιακές αξίες που μια κοινωνία, σε δεδομένη χρονική περίοδο, αναγνωρίζει ότι διέπουν τις συναλλαγές καθώς και άλλες εκφάνσεις της ζωής των μελών της με τις οποίες είναι διαποτισμένη η καθιερωμένη έννομη τάξη. Πέραν αυτού δεν υπάρχει οτιδήποτε επί του οποίου το δικαστήριο θα πρέπει να αποφανθεί περαιτέρω. Σχετική επί τούτου είναι και η υπόθεση Beogradska Banka ανωτέρω. Η κα Δημητρό στην αγόρευση της διασυνδέει επίσης την δημόσια τάξη με την ρήτρα διαιτησίας και ότι ελλείπει το στοιχείο της αμοιβαιότητας, και ως εκ τούτου αντίκειται στη δημόσια τάξη. Η ένσταση αυτή τέθηκε ενώπιον του διαιτητή ο οποίος και απεφάνθη χωρίς η απόφαση του να προσβληθεί ενώπιον δικαστηρίου. Πέραν αυτού η διαιτησία διεξήχθη στην Κύπρο και ο Νόμος που διέπει την αναγνώριση και εκτέλεση της απόφασης είναι ο Ν.101/87και όχι, ως ορθώς υποδεικνύει ο κ. Βελάρης, Ο Περί Σύμβασης για την Αναγνώριση και Εκτέλεση Αλλοδαπών Διαιτητικών Αποφάσεων (Κυρωτικός) Νόμος του 1979, Ν.84/79και η κυρωτική Σύμβαση της Νέας Υόρκης. Ο Νόμος 84/79, στο 1 άρθρο του αγγλικού κειμένου αναφέρει ότι: 1. This Convention shall apply to the recognition and enforcement of arbitral awards made in the territory of a State other than the State where the recognition and enforcement of such awards are sought, and arising out of differences between persons, whether physical or legal. It shall also apply to arbitral awards not considered as domestic awards in the State where their recognition and enforcement are sought. Στην προκειμένη περίπτωση η διαιτησία που έλαβε χώρα ήταν διεθνής διαιτησία εντός της εννοίας του άρθρου 2
(2)(α) του Νόμου, Ν.101/87, αφού κατά τον χρόνο συνομολόγησης της συμφωνίας, ως αναντιλέκτως προκύπτει, το ένα μέρος αυτής, οι αιτητές είχαν ως έδρα τους την Belize (δες Loan agreement, τεκμ.Α), το δε άλλο μέρος, ο καθ ου η αίτηση την Κύπρο, ήτοι σε διαφορετικά κράτη. Η διαιτησία διεξήχθη στην Κύπρο και επιζητείται η αναγνώριση και εγγραφή της στην Κύπρο. Δεν αποτελεί διαιτητική απόφαση που εκδόθηκε σε άλλη χώρα και επιζητείται η αναγνώριση και εκτέλεση της στην Κύπρο, ως είναι το πεδίο εφαρμογής του Νόμου Ν.84/
- Η αναφορά συνεπώς και ανάλυση του Ν.84/79 εκ μέρους της κας Δημητρό στην αγόρευση της δεν εξυπηρετεί οτιδήποτε, αφού η αίτηση δεν στηρίζεται στον νόμο αυτό, ούτε και εν πάση περιπτώσει εγείρεται στην ένσταση τέτοιο θέμα. Όμως ακόμα και εφαρμογή να είχε ο Νόμος αυτός, στο Άρθρο V ρητώς προβλέπονται οι λόγοι που μπορεί να απορριφθεί αίτηση για αναγνώριση και εκτέλεση διαιτητικής απόφασης, που είναι πανομοιότυποι με εκείνους του Αρ.36 του Ν.101/
- Και ο λόγος αυτός κρίνεται συνεπώς αβάσιμος και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Εγείρονται επίσης με την ένορκη δήλωση του καθ ου η αίτηση (παράγραφοι 16(ε) και 25) θέματα αμεροληψίας του διαιτητή. Η μόνη παρατήρηση που μπορεί να γίνει είναι ότι αφενός δεν εγείρεται στους λόγους ένστασης, και αφετέρου πέραν της λεκτικής αναφοράς δεν υπάρχει ούτε και παρατίθεται κάποιο στοιχείο ή λεπτομέρεια. Το μόνο που αναφέρεται είναι ότι οι αιτητές αποτάθηκαν σε διαιτησία (παρα.16(ε)) χωρίς την συναίνεση του πατέρα του καθ ου η αίτηση, γιατί μόνο οι ίδιοι γνώριζαν για την ρήτρα διαιτησίας. Υποδεικνύεται όμως ότι η πρωτότυπη συμφωνία δανείου, τεκμ.Α στην ένορκη δήλωση των αιτητών, φέρει την υπογραφή του Παύλου Τζιωρτζή. Ο όρος 6.3 της συμφωνίας, που είναι η ρήτρα διαιτησίας στον οποίο έχει γίνει αναφορά είναι σχετικός. Περαιτέρω, το εγειρόμενο θέμα είναι εκτός της δικαιοδοτικής εμβέλειας του Αρ.36 του Νόμου, αλλά ούτε και προβάλλεται στο σώμα της ένστασης. Κατά συνέπεια ούτε και αυτός ο ισχυρισμός ευσταθεί. Εγείρονται επίσης ορισμένα θέματα τα οποία θα πρέπει να τύχουν σχολιασμού. Επανειλημμένα, τόσο στην ένορκη δήλωση του καθ ου η αίτηση, όσο και στην αγόρευση της κας Δημητρό, άλλοτε άμεσα και άλλοτε έμμεσα γίνεται αναφορά στην αγωγή αρ.1564/11 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Μεταξύ άλλων εγείρουν θέμα κατάχρησης της διαδικασίας εκ μέρους των αιτητών, θέμα πιθανού δεδικασμένου και άλλων τινών και συναφών περί την αγωγή ενστάσεων. Είναι φανερό ότι ο καθ ου η αίτηση έχει επενδύσει μεγάλο, αν όχι το μεγαλύτερο μέρος της ένστασης του στην πιο πάνω αγωγή. Πέριξ αυτής περιστρέφονται οι πλείστες εκ των ενστάσεων του. Με βάση τα ενώπιον του δικαστηρίου τεθέντα στοιχεία, η διαδικασία της διαιτησίας άρχισε, σύμφωνα με όσα καταγράφονται στην τελική απόφαση του διαιτητή τεκμ.Γ, την 11.2.2011 με αίτημα των αιτητών για διαιτησία (σχετική είναι η σελ.10 παραγ.14-20). Ο καθ ου η αίτηση ενημερώθηκε γραπτώς περί του αιτήματος την 24.2.11, και στη συνέχεια στις 2.3.11 ο καθ ου η αίτηση καταχώρισε την πιο πάνω αγωγή εναντίον των εδώ αιτητών και κάποιας Μαρίνας Ψύλλου. Στις 21.3.11 έθεσε θέμα δικαιοδοσίας του διαιτητή, και αιτήθηκε παράταση του χρόνου για να καταχωρήσει απάντηση στο αίτημα για την διαιτησία. Την 4.7.11 εξεδόθη η απορριπτική ενδιάμεση απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας στο αίτημα του καθ ου η αίτηση για αναστολή της διαδικασίας διαιτησίας. Κατά συνέπεια είναι προφανές ότι οι αιτητές δεν ήγειραν αγωγή ώστε να κινούν παράλληλες διαδικασίες για να αισθάνονται μάλιστα ασφαλείς, ως η εισήγηση της κας Δημητρό, αλλά αντίθετα είναι ο καθ ου η αίτηση που ήγειρε την αγωγή, μετά που έλαβε γνώση του αιτήματος για διαιτησία. Το γεγονός ότι οι αιτητές καθώς και η Ψύλλου καταχώρισαν υπεράσπιση στην αγωγή χωρίς διαμαρτυρία όπως αναφέρεται στην αγόρευση, ουδεμία σχέση μπορεί να έχει με την κρινόμενη υπόθεση. Ούτε και χρήζει βεβαίως εξέτασης στα πλαίσια της παρούσης διαδικασίας. Δεν αποτελεί καν λόγο που να δικαιολογεί απόρριψη της αίτησης. Αντίθετα, και στην βάση του Αρ.36
(1)(α)(ν) και 2 του Νόμου το διάβημα που έλαβε ο καθ ου η αίτηση στην ρηθείσα αγωγή και απερρίφθη με την ενδιάμεση απόφαση του δικαστηρίου την 4.7.11 (τεκμΕ), του αφαιρεί κάθε νόμιμο έρεισμα να επικαλείται την αγωγή αυτή. Γίνεται αναφορά και παραπομπή στον Περί Διαιτησίας Νόμο Κεφ.4, άρθρο 9 καθώς και στο Άρθρο 8 του Νόμου. Τα άρθρα που επικαλείται η κα Δημητρό αφορούν την περίπτωση έγερσης αγωγής για ζήτημα που αποτελεί αντικείμενο συμφωνίας περί διαιτησίας, που δεν είναι η παρούσα περίπτωση, αφού οι αιτητές δεν ήγειραν αγωγή ώστε η διαφορά να παραπεμφθεί από το δικαστήριο σε διαιτησία. Πρόκειται για διαφορά που παραπέμφθηκε απευθείας από τα μέρη σε διαιτησία, δυνάμει των προνοιών της μεταξύ τους συμφωνίας. Στην Wirtschaft ανωτέρω, υπεδείχθη ότι κατά το αρ.3
(3)του Νόμου 101/87 η Κυπριακή νομοθεσία εξακολουθεί να ισχύει επί περί διαιτησίας διαφορών που δεν εμπίπτουν στις διατάξεις του Νόμου. Κατά τη ρητή διατύπωση και ορθή ερμηνεία του άρθρου αυτού, το Κεφ.4 εφαρμόζεται μόνο σε εγχώριες διαιτησίες. Κρίνεται πως γίνεται μια προσπάθεια αντιστροφής των πραγματικών και νομικών δεδομένων, με την έννοια ότι όλοι ισχυρισμοί του καθ ου η αίτηση, άλλοι λιγότερο και άλλοι περισσότερο, εδράζονται στην μεταγενέστερη εγερθείσα εκ μέρους του αγωγή, παραγνωρίζοντας ότι είχε ήδη προηγηθεί αίτημα και διαδικασία διαιτησίας με την έκδοση τόσο ενδιαμέσων, όσο και της τελικής απόφασης του διαιτητή. Γίνεται επίσης αρκετός λόγος εκ μέρους του καθ ου η αίτηση και προωθείται ανάλογα με την αγόρευση της δικηγόρου του, ότι η συμφωνία δανείου δεν αποτελεί εμπορική συμφωνία και ως εκ τούτου κακώς παραπέμφθηκε σε διαιτησία (λόγος 6 της ένστασης). Πρόκειται περί λόγου που προνοείται στο Αρ.36 (iii) του Νόμου. Στις ερμηνευτικές διατάξεις του Άρθρου 2
(4)του Νόμου, «Εμπορική» είναι η διαιτησία σε ζητήματα που απορρέουν από εμπορικής φύσεως σχέσεις, συμβατικές ή μη, και στο εδάφιο
(5)ο όρος «εμπορικής φύσεως σχέσεις», περιλαμβάνει ενδεικτικά και όχι περιοριστικά, μεταξύ άλλων, τη χρηματοδότηση και τις τραπεζικές εργασίες. Η συμφωνία μεταξύ των μερών τιτλοφορούμενη Loan Agreement No. PT-001/08, τεκμ.Α στην αίτηση, στον όρο 1 αναφέρει ότι οι αιτητές συμφωνούν να δανείσουν τον καθ ου η αίτηση το ποσό των €100.000 με τόκο 10% ετησίως, το οποίο θα καταβάλλετο δια τραπεζικής επιταγής (bankers draft). Κατά συνέπεια η συμφωνία δανείου εμπίπτει στην έννοια του όρου Εμπορική, και Εμπορικής φύσεως σχέσεις του Νόμου. Να προστεθεί ότι στο άρθρο 2
(1)του Νόμου, «διαιτησία» σημαίνει κάθε μορφής διαιτησία. Κατά συνέπεια ούτε και ο λόγος αυτός ευσταθεί και ως εκ τούτου κρίνεται απορριπτέος. Τέλος, εγείρεται θέμα παρατυπίας και αντικανονικότητας της ενόρκου δηλώσεως γιατί αυτή έγινε από δικηγόρο, ο οποίος δεν είχε ιδίαν γνώση των γεγονότων και απέκρυψε ουσιώδη γεγονότα από το δικαστήριο (λόγος ένστασης 10(α)(β)). Ως προς την απόκρυψη γεγονότων το θέμα έχει ήδη εξεταστεί από το δικαστήριο εξετάζοντας αυτοτελώς το θέμα της απόκρυψης γεγονότων. Η κα Δημητρό παραπέμπει στις υποθέσεις Alexander v. Alkexander Πολ.Έφεση 66/11 ημερ. 28.5.13 και Ribolovlev v. Ribolovleva Πολ.Έφεση 130/09 ημερ.29.1.10. Αντιτάσσει ο κ. Βελάρης ότι τα θέματα που αναφέρονται στην ένορκη δήλωση είναι νομικά και δικονομικά και ο ομνύον ως δικηγόρος είναι σε καλύτερη θέση να τα εξηγήσει από την διευθύντρια των αιτητών. Έχω παραθέσει το περιεχόμενο του όρκου του κ. Παρμακλή που ορκίζεται για τους αιτητές. Δεν έχει αντεξεταστεί ή άλλως αμφισβητηθεί ως προς την πηγή της πληροφόρησης του, και ως υπεδείχθη στην υπόθεση Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ κ.ά
(2006)1Β Α.Α.Δ. 1013, ισχυρισμοί επί ενόρκων δηλώσεων που δεν αντεξετάστηκαν επί του περιεχομένου τους παραμένουν ακλόνητοι και ως εκ τούτου δεν μπορεί παρά να γίνουν αποδεκτοί. Ούτε περαιτέρω αμφισβητήθηκε ότι συνεργάζεται με τον δικηγορικό γραφείο των αιτητών και οι εξωτερικές πηγές γνώσης του προέρχονται από τους δικηγόρους που χειρίστηκαν την διαιτητική διαδικασία. Στην Alexander ανωτέρω, υπεδείχθη ότι: «Ο ενόρκως δηλών την αίτηση για προσωρινό διάταγμα, δικηγόρος Μιχάλης Χαραλάμπους, ο οποίος χειρίστηκε την υπόθεση και πρωτοδίκως και κατ΄ έφεση, κατά παράβαση της νομολογίας που καθιστά άκρως ανεπιθύμητο τέτοιο χειρισμό εφόσον ο δικηγόρος είναι ταυτόχρονα και ομνύων, (δέστε In re Efthymiou
(1987)1 C.L.R. 319, Thanos Hotels Ltd v. Ιωάννου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1036 και Αναφορικά με την Αίτηση του Li Xin για Certiorari
(2010)1 Α.Α.Δ. 743 - η απόφαση στην Rybolovlev v. Rybolovlev στην οποία αναφέρεται ο εφεσίβλητος δεν έθεσε τα πράγματα διαφορετικά, ούτε και πρέπει να λαμβάνεται ως δεδομένο ότι οποτεδήποτε διάδικος είναι στο εξωτερικό, θα πρέπει η ένορκη δήλωση να γίνεται από δικηγόρο, αντί, για παράδειγμα, από μια γραμματέα του δικηγόρου...» Εκ του περιεχομένου της ενόρκου δηλώσεως του δικηγόρου που ορκίστηκε για τους αιτητές, είναι σαφές ότι δεν χειρίστηκε ούτε την διαιτητική διαδικασία, ούτε και παρουσιάστηκε ως δικηγόρος των αιτητών είτε στην παρούσα υπόθεση, είτε ακόμα και στην διαδικασία του προσωρινού διατάγματος στην αγωγή 1564/11, αφού σύμφωνα με το τεκμ.Ε είναι ο κ. Βελάρης που εμφανίστηκε. Δεν αναιρείται βεβαίως το γεγονός ότι, ως επανειλημμένα τονίστηκε από την νομολογία, είναι ανεπιθύμητο να ορκίζονται δικηγόροι, όπως και το γεγονός ότι σύμφωνα με την υπόθεση Κεσίδης ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 589, η τακτική των δικηγόρων να επισυνάπτουν δικές τους ένορκες δηλώσεις σε υποθέσεις που χειρίζονται οι ίδιοι έχει επισύρει τα δυσμενή σχόλια των δικαστηρίων, και ότι το θέμα έχει πάρει απαγορευτική μορφή, αφού σύμφωνα με τις πρόνοιες του Κανονισμού 13
(5)των Κανονισμών Δεοντολογίας του 2002, όταν ένας δικηγόρος προτίθεται να εμφανιστεί ως μάρτυρας θα πρέπει να εγκαταλείψει την ιδιότητα του δικηγόρου. Κρίνεται όμως πως δεν είναι αυτή η περίπτωση στην παρούσα υπόθεση, αφού ο ομνύον σε κανένα στάδιο δεν ήταν, ούτε και εμφανίστηκε ή και χειρίστηκε ή εκπροσώπησε ως δικηγόρος σε οποιαδήποτε διαιτητική ή και δικαστική διαδικασία τους αιτητές. Είναι ορθό πως και αυτά που αναφέρει στον όρκο του δεν εδράζονται επί γεγονότων, αλλά προέρχονται εξ εγγράφων τα οποία και επισύναψε στην ένορκη του δήλωση και ουσιαστικά τα ζητήματα είναι μόνο νομικά. Στην ουσία ορκίστηκε ως συνεργάτης με το γραφείο των δικηγόρων των αιτητών και τίποτα περισσότερο, έχοντας βεβαίως την ιδιότητα του δικηγόρου, και παρά το γεγονός ότι είναι ανεπιθύμητο να ορκίζεται δικηγόρος, για όλους τους πιο πάνω λόγους που έχουν εξηγηθεί, κρίνεται ότι η παρούσα υπόθεση δεν κατατάσσεται στις περιπτώσεις εκείνες που η νομολογία στην οποία έχει γίνει αναφορά θα την ταξινομούσε ως μοιραία για την υπόθεση των αιτητών. Έχει λεχθεί ότι οι αιτητές επισύναψαν τις πρωτότυπες αποφάσεις του διαιτητή, φέρουν την πρωτότυπη υπογραφή εκ μέρους του, όπως και την πρωτότυπη συμφωνία δανείου που περιέχει και ενσωματώνει τη ρήτρα διαιτησίας, Τεκμ. Α, Γ και Δ. Όχι μόνο δεν έχουν αμφισβητηθεί αλλά εμπεριέχονται και στο Τεκμ10 της ενόρκου δηλώσεως του καθ ου αίτηση. Περαιτέρω οι αποφάσεις του διαιτητή είναι παραδεκτές από τον καθ ου η αίτηση, σχετικές προς τούτο είναι οι παραγράφοι 19 και 20 της ενόρκου δηλώσεως του. Ως αποτέλεσμα, και για τους πιο πάνω λόγους που έχουν αναλυθεί και εξηγηθεί, κρίνεται ότι οι ενστάσεις του καθ ου η αίτηση για απόρριψη της αίτησης προς αναγνώριση και εγγραφή των διαιτητικών αποφάσεων δεν έχουν έρεισμα και ως εκ τούτου απορρίπτονται. Εκδίδονται συνεπώς διατάγματα ως το Α, Β, Γ, και Δ της αίτησης. Τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα και επιδικάζονται υπέρ των αιτητών και σε βάρος του καθ ου η αίτηση. Θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το δικαστήριο. (Υπ.) Ν. Γιαπανάς, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο