ΑΛΕΚΑΣ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ ν. ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΛΤΔ, Αρ.Αγωγής: 4541/08, 2/7/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:A258 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Στ.Χριστοδούλου-Μέσσιου, Ε.Δ. Αρ.Αγωγής: 4541/08 Μεταξύ: ΑΛΕΚΑΣ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ Ενάγουσας και ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΛΤΔ Εναγόμενης ΑΙΤΗΣΗ ΗΜΕΡ. 19.12.12 ΓΙΑ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΕΚΘΕΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΗΣ Ημερομηνία: 2.7.13 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα - Αιτήτρια: κ.Μ.Μιχαήλ για Κολοκασίδης, Πιερίδης & Σία ΔΕΠΕ Για την Εναγόμενη- Καθ'ης η Αίτηση: κα Λ.Μαλέκκου για Χρυσαφίνης και Πολυβίου ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό αγωγή καταχωρήθηκε στις 11.8.08 σε κλητήριο ειδικά οπισθογραφημένο και με αυτή η ενάγουσα αξιώνει έναντι της εναγομένης ποσό €39.598,87 ως πραγματική ζημιά και/ή ως διαφυγόν κέρδος από την παράβαση σύμβασης ή και την αμέλεια της ενάγουσας να επιστρέψει έγκαιρα τους τίτλους μετοχών, γενικές αποζημιώσεις για παράβαση της σύμβασης ενεχυρίασης και/ή για ζημιά προκληθείσα από την αμέλεια της εναγομένης, νόμιμο τόκο και έξοδα. Ειδικότερα η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι κατά πάντα ουσιώδη χρόνο κατείχε και εξακολουθεί να είναι ιδιοκτήτρια 18000 μετοχών της Marfin Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας η οποία τις ενεχυρίασε προς όφελος της εναγομένης στις 9.10.02 ως εξασφάλιση για την παραχώρηση από την εναγομένη τραπεζικών διευκολύνσεων σε σχέση με την εταιρεία Ηypermedia Ltd. Ήταν ρητός όρος της συμφωνίας ότι αμέσως όταν θα εξοφλούνταν και/ή τερματίζονταν και/ή θα έπαυαν να υφίστανται οι υποχρεώσεις της Hypermedia Ltd προς την εναγόμενη ότι οι 18000 μετοχές θα επιστρέφονταν στην ενάγουσα και θα τερματιζόταν η ενεχυρίαση. Είναι η θέση της ενάγουσας ότι την 1.3.07 είχαν εξοφληθεί οι υποχρεώσεις της Ηypermedia Ltd προς την εναγόμενη. Η ενάγουσα ζήτησε από την εναγόμενη τον τερματισμό της ενεχυρίασης και την επιστροφή των τίτλων των μετοχών αλλά η εναγόμενη αδικαιολόγητα και παράνομα καθυστέρησε και τερμάτισε την ενεχυρίαση στις 23.5.08, ενημέρωσε την ενάγουσα στις 10.6.08 και επέστρεψε τους τίτλους. Είναι η θέση της ότι εάν η ενάγουσα δεν καθυστερούσε να ακυρώσει την σύμβαση ενεχυρίασης και της επιστρέψει τους τίτλους θα μπορούσε να τις πουλήσει για €142.380 ενώ την ημέρα που τελικά μπόρεσε να τις πουλήσει είσπραξε μόνο το ποσό των €102.781,13 ζημιώνοντας έτσι €39.598,
- H εναγόμενη καταχώρησε εμφάνιση στις 25.8.08 και υπεράσπιση στις 28.11.
- Στην υπεράσπιση της αναφέρει ότι ο αριθμός μετοχών που ενεχυρίασε η ενάγουσα προς όφελος της ήταν 18333 και όχι 18000, η εξόφληση των υποχρεώσεων της Ηypermedia Ltd προς την ίδια έγινε στις 8.4.07 και όχι την 1.3.07 ως αναφέρει η ενάγουσα η οποία ουδέποτε ζήτησε γραπτώς και επισήμως την αποδέσμευση των μετοχών αντίθετα προέβαλλε προφορικά αξιώσεις χωρίς όμως να γνωρίζει ούτε πόσες μετοχές είχε, ούτε ποιες υποχρεώσεις εξασφάλιζαν, ούτε ποια ποσά και η εναγόμενη παρά τις προσπάθειες της δεν εντόπισε στοιχεία αφού δεν βρέθηκαν μετοχές που εξασφάλιζαν δικές της υποχρεώσεις. Μετά που η ενάγουσα επανήλθε με το ίδιο αίτημα περί τα τέλη Απριλίου 2008 μετά από νέα έρευνα φάνηκε ότι οι μετοχές της ενάγουσας εξασφάλιζαν υποχρεώσεις της Ηypermedia Ltd που ανήκει στο γιο της ενάγουσας και αποδεσμεύτηκαν χωρίς κωλυσιεργία. Αποδίδει στην ενάγουσα αμέλεια και ολιγωρία και αρνείται την απαίτηση της ως και τους ισχυρισμούς της για δική της ευθύνη για οποιαδήποτε τυχόν πρόκληση ζημιάς σ΄αυτή. Στις 13.11.12 η ενάγουσα καταχώρησε αίτηση για τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης της η οποία αποσύρθηκε άνευ βλάβης δικαιωμάτων, χωρίς έξοδα, με την σύμφωνο γνώμη της εναγομένης στις 20.12.12 αφού ήδη στις 19.12.12 είχε ήδη καταχωρήσει την υπό κρίση αίτηση τροποποίησης με την οποία αιτείται την τροποποίηση της ΄Εκθεσης Απαίτησης δια της διαγραφής συγκεκριμένων άρθρων και/ή φράσεων και/ή ημερομηνιών αλλά και την αντικατάσταση ολόκληρης της παραγράφου 3 της ΄Εκθεσης Απαίτησης που είναι η παράγραφος που αφορά τους ισχυρισμούς και το ιστορικό, κατά την ενάγουσα, της ενεχυρίασης των μετοχών της για υποχρεώσεις της Ηypermedia Ltd. Την αίτηση στηρίζει η ένορκη δήλωση της δικηγόρου Ευανθίας Χαραλάμπους η οποία αναφέρει ότι κατά την προετοιμασία της υπόθεσης για ακρόαση διαπιστώθηκαν λάθη στις λεπτομέρειες της ΄Εκθεσης Απαίτησης κυρίως σε ότι αφορά ημερομηνίες, αριθμούς μετοχών και ποσά τα οποία λάθη οφείλονται σε παρανόηση των οδηγιών που δόθηκαν στο γραφείο τους και τα οποία διαπιστώθηκαν μόνο όταν προετοιμάζονταν για την ακρόαση της υπόθεσης μαζί με την ενάγουσα ενόψει της δικασίμου στις 13.11.
- Έχει την θέση ότι η αίτηση γίνεται καλόπιστα και χωρίς πρόθεση να πληγούν τα συμφέροντα της εναγομένης για να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα δεδομένα και οι ισχυρισμοί που είναι σχετικοί με την αγωγή και έτσι το Δικαστήριο κατά την ακρόαση θα μπορέσει να έχει ενώπιον του όλα τα γεγονότα αλλά και η πλευρά της εναγόμενης θα έχει την ευκαιρία να γνωρίζει έγκαιρα όλους τους ισχυρισμούς της ενάγουσας. Νομική βάση της αίτησης είναι οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας Δ.9, Δ.19 θ.θ.2,3,4,13, Δ.21 Δ.25 θ.θ. 1,2,3,4, Δ.48 το άρθρο 30
(3)του Συντάγματος και η πρακτική και οι γενικές εξουσίες του Δικαστηρίου. Η αίτηση προσέκρουσε στην ένσταση της εναγόμενης η οποία καταχωρήθηκε στις 4.4.13. Η βάση της ένστασης είναι οι Θεσμοί της Πολιτικής Δικονομίας Δ.25 Θ.1-6, Δ.48 Θ.1-4,8 και 9, ο περί Δικαστηρίων Νόμος 14/60 και οι συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Στο σώμα της προβάλλονται σωρεία λόγων ένστασης οι πιο σημαντικοί από τους οποίους είναι ότι η αίτηση είναι παράτυπη και ανεπίτρεπτη και κατά παράβαση των Διαδικαστικών Κανονισμών, η ένορκη δήλωση που την συνοδεύει δεν γίνεται από την ίδια την αιτήτρια αλλά από δικηγόρο χωρίς να δίνεται καμία επαρκής δικαιολογία για τούτο, υπάρχει πρωτοφανής και υπέρμετρη καθυστέρηση, η οποία ουσιαστικά ισοδυνβαμεί με καταφρόνηση του Δικαστηρίου, δεν γίνεται λόγω δικαιολογημένου λάθους και/ή σε μια καλόπιστη προσπάθεια διόρθωσης λαθών αλλά σκοπό έχει να μεταβάλει την αξίωση της ενάγουσας, αποτελεί εκ των υστέρων σκέψεις και προκαλεί στην εναγόμενη ζημιά που δεν μπορεί να αποζημιωθεί με έξοδα. Την ένσταση συνοδεύει η ένορκος δήλωση του Πολύδωρου Πολυδώρου, υπαλλήλου της εναγομένης, στην οποία επαναλαμβάνει όλους τους λόγους ένστασης με έμφαση στο παράτυπο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση η οποία γίνεται από δικηγόρο χωρίς δικαιολογία και της μεγάλης καθυστέρησης που έχει παρατηρηθεί στην καταχώρηση της. Είναι η θέση του με βάση την νομική συμβουλή που έχει λάβει ότι δεν παρατίθεται κανένας λόγος που να δικαιολογεί την έγκριση της αίτησης, αντίθετα η καταχώρηση της αποτελεί κατάχρηση των διαδικασιών του Δικαστηρίου, τα γεγονότα και οι νέοι ισχυρισμοί που η ενάγουσα θέλει να περιληφθούν στην απαίτηση της ήταν γνωστά πάντοτε στην ενάγουσα και συνεπώς η καθυστέρηση δεν δικαιολογείται και είναι περαιτέρω η θέση του ότι με την τυχόν έγκριση της αίτησης μεταβάλλεται ουσιαστικά η υπάρχουσα θέση της ενάγουσας με αποτέλεσμα να προκαλείται νέα εκτροπή της διαδικασίας και περαιτέρω καθυστέρηση. Θεωρεί επίσης ότι όλα αυτά αποτελούν δεύτερες σκέψεις της ενάγουσας. Η αίτηση οδηγήθηκε σε ακρόαση κατά την οποία οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των μερών με γραπτές εμπεριστατωμένες αγορεύσεις προώθησαν ο καθένας τη θέση του αντίστοιχα και παρέπεμψαν το Δικαστήριο σε νομολογία. Ήταν η θέση του κ.Μιχαήλ ότι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση δεν είναι παράτυπη καθότι η δικηγόρος που προβαίνει στην ένορκη δήλωση έχει εκ των πραγμάτων «καταστεί μάρτυρας γεγονότων» και ο λόγος που η δικηγόρος προβαίνει στην ένορκο δήλωση είναι γιατί η δικηγόρος είναι αυτή που γνωρίζει τα γεγονότα τα οποία ορκίζεται. Σημειώνει δε ότι η δικηγόρος που προβαίνει στην ένορκη δήλωση δεν χειρίζεται στο Δικαστήριο την υπόθεση. Σε ό,τι αφορά τους ισχυρισμούς για καθυστέρηση, ολιγωρία και κατάχρηση των δικαστικών διαδικασιών, με πλήρη αναφορά στη νομολογία προβάλλει την δική του αντίθετη θέση και είναι η θέση του καταληχτικά ότι ούτε γίνεται εισαγωγή νέων θεμάτων υπό την έννοια της νέας βάσης ή αιτία αγωγής ούτε και τίθεται θέμα κακοπιστίας. Θεωρεί δε ότι καμία ζημιά δεν παθαίνει η εναγόμενη από την έγκριση της σκοπούμενης τροποποίησης αναφέροντας ότι με την ανάλογη διαταγή για τα έξοδα υπάρχει πλήρης αποζημίωση της εναγομένης για οποιαδήποτε τυχόν ζημιά ήθελε υποστεί. Αντίθετα η κα Μαλέκκου υιοθετώντας όλους τους λόγους ένστασης επανέλαβε την έντονη ένσταση της εναγομένης, προέβαλε την θέση ότι όχι μόνο υπάρχει πρωτοφανής υπέρμετρη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώρηση της αίτησης αλλά δεν υπάρχει και καμιά δικαιολογία που να δικαιολογεί το αίτημα. Σε ό,τι αφορά την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση επανέλαβε την θέση της ότι το πρόσωπο που προβαίνει σ΄αυτή είναι δικηγόρος χωρίς καμιά αιτιολογία γιατί έχει επιλεγεί να την ορκιστεί και επιχειρηματολόγησε επίσης με αναφορά σε νομολογία προωθώντας την θέση της για κατάχρηση της διαδικασίας, λόγω και της υπέρμετρης και παντελώς αδικαιολόγητης καθυστέρησης, ζήτησε δε από το Δικαστήριο να απορρίψει την αίτηση με έξοδα υπέρ της εναγομένης και εναντίον της ενάγουσας. Υπάρχει ευρεία νομολογία σχετική με το θέμα της τροποποίησης δικογράφων. Η έγκριση ή όχι τέτοιων αιτημάτων εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Οι παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου έχουν αναλυθεί σε σειρά αποφάσεων. Στην υπόθεση Περικτιόνη Χρήστου ν. Ανδρέα Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ. 704, λέχθηκαν τα ακόλουθα στη σελ. 707: "Η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις αποφάσεις είναι πως η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής. Στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου συνεκτιμάται και ο παράγων της καθυστέρησης στην υποβολή αίτησης σαν λογικής απορροίας των διατάξεων του άρθρου 30.2 του Συντάγματος που επιτάσσει τη διεξαγωγή και περάτωση της δίκης σε εύλογα χρονικά όρια." Περαιτέρω στην υπόθεση Δόμνα Χριστοδούλου ν. Αθηναΐδος Χριστοδούλου και άλλη
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, στην σελ. 939 λέχθηκαν τα εξής: "Αναμφίβολα η σύγχρονη τάση, όπως βγαίνει από τη σχετική νομολογία, είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμη και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα." Στην υπόθεση Astor Manufacturing & Exporting Co. ν. A & G Leventis & Company (Nigeria) Ltd
(1993)1 Α.Α.Δ. 726, λέχθηκε στις σελίδες 730-731 σχετικά με το θέμα της καθυστέρησης ότι: "Ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός. Δεν είναι όμως εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Το ίδιο ισχύει για τον καθένα από τη σειρά των παραγόντων που η νομολογία καθιέρωσε ως διαδραματίζοντας ρόλο. Η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου ασκείται αφού συνυπολογιστούν τα σχετικά στο πλαίσιο των ιδιαιτεροτήτων της κάθε υπόθεσης." Η σημασία της καθυστέρησης σε συνδυασμό και με άλλους σχετικούς παράγοντες σχολιάσθηκε και στην υπόθεση Saba & Co (T.M.P.) v. T.M.P. Agents
(1994)A.A.Δ. 426: "Μένει το ερώτημα της δικαιολόγησης της καθυστέρησης. Η σημασία ποικίλλει ανάλογα με τα περιστατικά κάθε υπόθεσης κυρίως σε συσχετισμό προς την γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Στην παρούσα υπόθεση δεν έχει γίνει τέτοιος ή άλλος ανάλογος ισχυρισμός και δεν συμφωνούμε πως καλόπιστη αίτηση για τροποποίηση προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης θα πρέπει να απορριφθεί επειδή, ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο, η καθυστέρηση δικαιολογήθηκε με αναφορά σε αβλεψία ή παραδρομή." Περαιτέρω στην Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v. Νίκου Κ. Σιακόλα Πολιτική Έφεση αρ. 10341 ημερομηνίας 19/01/99, το Ανώτατο Δικαστήριο μετά από εκτενή αναφορά στη σχετική νομολογία προέβη στην επαναβεβαίωση της πιο πάνω κατευθυντήριας αρχής και των σχετικών παραγόντων αναφορικά με την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου σε αίτηση για τροποποίηση δικογράφου. Ένα σημαντικό στοιχείο στην ως άνω υπόθεση το οποίο διαδραμάτισε κάποιο ρόλο στη διαμόρφωση της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου, χωρίς όμως αρνητικές συνέπειες για την αίτηση, ήταν ότι αυτή είχε υποβληθεί με καθυστέρηση δεκατριών περίπου χρόνων. Τέλος έχει νομολογηθεί ότι κατά την εξέταση του παράγοντα της καθυστέρησης πρέπει να λαμβάνεται υπόψη και η συμπεριφορά των μερών παρόλο που η ευθύνη για τη διασφάλιση του δικαιώματος που κατοχυρώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος βαρύνει το Δικαστήριο (Βλ. Δημοτικό Συμβούλιο Αγλαντζιάς ν. Σωτηρούλλας Χαριλάου Χαρικλείδη και Δημοτικό Συμβούλιο Αγλαντζίας ν. 1. Ζήνωνα Ποφαϊδη κ.α., Πολ. Εφέσεις 10719 και 10786 ημερ. 24/10/01, Καυκαρής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 203, Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 84, Λυσιώτη ν. Δημοκρατίας, Πολιτική Έφεση 10515 ημερ. 22/3/00, Union Alimentaria Sanders S.A. v. Spain, Series A, 157, Publication of the European Court of Human Rights, παραγ. 35
(1989)). Όπως έχει αναφερθεί ανωτέρω, η νομολογία δείχνει ότι η σύγχρονη τάση είναι τα δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες περιπτώσεις, έστω και αν η αναγκαιότητα της τροποποίησης είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα (βλ. Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ. 934). Το θέμα παραμένει όμως στη διακριτική εξουσία του δικαστηρίου και ασκείται με βάση το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης, κυρίως σε συσχετισμό προς τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Εξηγείται ακόμα από τη νομολογία, Saba and Co (T.M.P.) v. T.M.P Agents (ανωτέρω) ότι καλόπιστη αίτηση για τροποποίηση προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης δεν απορρίπτεται ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο επειδή η καθυστέρηση δικαιολογήθηκε με αναφορά σε αβλεψία ή παραδρομή. Στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v. Νίκου Σιακόλα ανωτέρω, εξηγήθηκε ότι τροποποίηση που επιφέρει συγκεκριμενοποίηση και θέτει τα δικόγραφα σε τάξη, καθιστώντας έτσι ευχερέστερη τη διεξαγωγή της δίκης είναι επιτρεπτή. Στη Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation
(1989)1 (E) Α.Α.Δ. 33) συνοψίζονται οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου σε σχέση με την τροποποίηση των δικογράφων ως εξής: "
(1)Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στη συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για τη αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
(4)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case, 28 Ch. D. 361 υποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά την δίκη." Σε σχέση με όλες τις πιο πάνω αρχές, είναι ενδεικτικά τα όσα αναφέρθηκαν στην υπ. Νικολάου ν. 1. Ζωή Μιλτιάδους κ.ά., Πολ. ΄Εφ. 96/06, ημερ. 27.7.2007 στην οποία διατάχθηκε επανεκδίκαση ολόκληρης της αγωγής αφού δόθηκε άδεια για τροποποίηση, κατ'έφεση: «Η εξουσία για έκδοση άδειας για τροποποίηση περιέχεται στην Δ.25 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, όπου προνοείται ότι, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας μπορεί να δοθεί η άδεια, ούτως ώστε να γίνουν όλες οι αναγκαίες τροποποιήσεις για να εκδικαστούν όλα τα επίδικα θέματα που εγείρονται μεταξύ των διαδίκων. Το κυρίαρχο στοιχείο στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του δικαστηρίου είναι το συμφέρον της δικαιοσύνης. Κατά την εξέταση του θέματος, το δικαστήριο βασίζεται σε διάφορους παράγοντες, αλλά τελικά ο κρίσιμος παράγων είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων. Τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί, ασχέτως του αν επιδείχθηκε αμέλεια και καθυστέρηση από διάδικο, αν αυτό απαιτεί το συμφέρον της δικαιοσύνης. Η άδεια για τροποποίηση δίδεται ευκολότερα στα αρχικά στάδια, αλλά τούτο μπορεί ακόμη να γίνει και σε πολύ προχωρημένο στάδιο, μέχρι και το τελικό της διαδικασίας, αν δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο. Ο όρος ανεπανόρθωτη ζημιά χρησιμοποιείται με την έννοια του ότι αυτή δεν μπορεί να αποκατασταθεί με την καταβολή εξόδων.» Με βάση τις πιο πάνω αρχές, προχωρώ να εξετάσω την επιδιωκόμενη αίτηση αλλά και τους λόγους ένστασης. Αυτό που θα πρέπει να τύχει εξέτασης πρώτα είναι η θέση της εναγομένης-καθ΄ης η αίτηση ότι η αίτηση είναι αντικανονική λόγω του ότι συνοδεύεται από ένορκη δήλωση που είναι παράτυπη και σε αντίθεση με την νομολογία αφού η ενόρκως δηλούσα προς υποστήριξη της αίτησης είναι δικηγόρος που συνεργάζεται με το γραφείο δικηγόρων της αιτήτριας και δεν παρέχεται καμιά δικαιολογία για την παράλειψη της ίδιας της αιτήτριας να προβεί σ΄αυτήν. Ο λόγος αυτός προβάλλεται σαφώς στην ένσταση, παραπέμπω σχετικά στη παράγραφο (β) των λόγων ένστασης και επαναλαμβάνεται στη παράγραφο 3 της ένορκης δήλωσης του κ.Πολύδωρου Πολυδώρου που συνοδεύει την ένσταση. Ο λόγος αυτός έχει προβληθεί και αναλυθεί από την δικηγόρο της καθ΄ης αίτηση στη γραπτή της αγόρευση στην οποία κάνει ευρεία αναφορά σε νομολογία. Επί του σημείου αυτού έχει επιχειρηματολογήσει επίσης με πλήρη αναφορά στη σχετική επί του θέματος νομολογία ο συνήγορος της ενάγουσας-αιτήτριας. Σε ό,τι αφορά το ζήτημα δικηγόρου που προβαίνει σε ένορκη δήλωση, υπάρχει πλούσια νομολογία η οποία έχει καθορίσει τις αρχές που το διέπουν. Το Ανώτατο Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να εξετάσει το θέμα αυτό σε διάφορες υποθέσεις. Στην προσφυγή Dulal Dulal v. Δημοκρατίας κ.α. 1045/2005, ημερ. 27.10.2005 το Ανώτατο Δικαστήριο με μονομερή σύνθεση το οποίο επιλαμβανόταν ενδιάμεσης αίτησης στο πλαίσιο προσφυγής για να αναστολή εκτέλεσης διαταγμάτων απέλασης και κράτησης έκρινε ότι θα έπρεπε ο ομνύων δικηγόρος να δώσει κάποια εξήγηση γιατί προέβηκε αυτό στην ένορκη δήλωση και όχι ο ίδιος ο αιτητής. Κατέληξε δε "είμαι της άποψης ότι αυτός είναι αρκετός λόγος για απόρριψη της αίτησης." Η υπόθεση Dulal ακολουθήθηκε και στην υπόθεση Hinfu Huang ν. Κυπριακής Δημοκρατίας κ.α. Προσφυγή 925/10 ημερ. 20.8.10 όπου το Ανώτατο Δικαστήριο με μονομελή επίσης σύνθεση έκρινε ότι ήταν επαρκής λόγος για απόρριψη της αίτησης το γεγονός ότι τα γεγονότα προς υποστήριξη της μεταφέροντο όχι από τον αιτητή αλλά από δικηγόρο και καμία εξήγηση δόθηκε γιατί ήταν δύσκολο να γίνει από τον ίδιο η ένορκος δήλωση. Στην Προσφυγή αρ. 869/05 Svetlana Shalaeva ν. Δημοκρατίας ημερ. 24.3.06 Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου επιλαμβανόμενος αίτηση της Δημοκρατίας για παροχή ασφάλειας εξόδων από την αλλοδαπή αιτήτρια δέχτηκε ένσταση που στηριζόταν σε ένορκη δήλωση δικηγόρου εκ πλευράς της η οποία είχε απελαθεί και βρισκόταν στο εξωτερικό. Στην απόφαση Dmitry Rybolovlev v. Elena Rybolobleva Πολιτικές Εφέσεις 130 και 131/09 ημερ. 29.1.12 ο Δικαστής Κληρίδης έχει πραγματευθεί ενδελεχώς το θέμα κατάρτισης και υποβολής σε δικαστική διαδικασία ένορκης δήλωσης από δικηγόρο. Στην απόφαση του ο Δικαστής Κληρίδης καταλήγει ".Με αυτά ως δεδομένα μπορούμε να δεχτούμε ως αρχή της νομολογίας αναφορικά με το θέμα παροχής εξήγησης ως προς το γιατί ο ομνύων είναι δικηγόρος και όχι διάδικος ή άλλο πρόσωπο, ότι κάποια εξήγηση προς τούτο απαιτείται, εκεί όπου δεν προκύπτει υπό τις περιστάσεις ένας εμφανής καλός λόγος όπως είναι η διαμονή του διαδίκου στο εξωτερικό και/ή άλλες εγγενείς δυσχέρειες οι οποίες δεν θα επέτρεπαν στον ίδιο να είναι ενόρκως δηλών." Σύμφωνα λοιπόν με τη νομολογία, απαιτείται η παροχή κάποιας εξήγησης σε κάθε περίπτωση που δικηγόρος προβαίνει σε ένορκο δήλωση όπου δεν προκύπτει οποιοσδήποτε εμφανής λόγος ο οποίος και δεν θα επέτρεπε στον διάδικο να καταρτίσει την ένορκη δήλωση. Βεβαίως, η αρχή ότι δεν είναι επιθυμητό όπως οι δικηγόροι εμφανίζονται ως μάρτυρες ή ενόρκως δηλούντες σε δικαστική διαδικασία στην οποία εκπροσωπούν διάδικο εκτός εάν καταστεί αναγκαίο εξακολουθεί να ισχύει. Το Ανώτατο Δικαστήριο σε σειρά αποφάσεων, αναφέρω ενδεικτικά της υποθέσεις Ahapittas v. Roc Chic Ltd
(1968)1 CLR 1, In re Efthymiou
(1987)1 CLR 319, Thanos Hotels Ltd v. Ιωάννου
(1991)1 ΑΑΔ 1036, έχει τονίσει αυτή την αρχή. Στη παρούσα περίπτωση η κα Ευανθία Χαραλάμπους η οποία προβαίνει στη ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση αναφέρει στη παράγραφο 1, «Είμαι δικηγόρος συνεργαζόμενη με το γραφείο των δικηγόρων της ενάγουσας-αιτήτριας, Κολοκασίδης, Χατζηπιερής & Σία ΔΕΠΕ και ορκίζομαι την παρούσα υπό την ιδιότητα μου αυτή βάση γεγονότων που γνωρίζω προσωπικά και εξ όσων πιο καλά γνωρίζω και πιστεύω.». Προχωρεί δε και αναφέρει ότι διαπιστώθηκαν λάθη στις λεπτομέρειες της Έκθεσης Απαίτησης κατά την προετοιμασία για την ακρόαση της υπόθεσης τα οποία λάθη οφείλονται καθαρά σε παρανόηση στις οδηγίες που δόθηκαν από την ενάγουσα στο γραφείο τους. Συνεπώς προκύπτει ότι η κα Χαραλάμπους έχει καταστεί μάρτυρας γεγονότων και βασικά νομικών ισχυρισμών τους οποίους και θέτει ενώπιον του Δικαστηρίου για να υποστηρίξει το αίτημα της, και δεν τίθεται συνεπώς θέμα ότι η αιτήτρια-ενάγουσα θα έπρεπε η ίδια να ορκιστεί την ένορκη δήλωση όπως μπορεί να πρέπει να γίνει σε άλλες υποθέσεις. Η τροποποίηση, σύμφωνα πάντα με την θέση της κας Χαραλάμπους, προέκυψε η ανάγκη να γίνει λόγω λαθών που οφείλονται σε παρανόηση των οδηγιών της ενάγουσας από τους δικηγόρους της. Κατά την άποψη μου αυτή η ειδοποιός διαφορά στη παρούσα περίπτωση έχει ως αποτέλεσμα να μην θεωρείται η ένορκη δήλωση ως παράτυπη επειδή ορκίζεται αυτή δικηγόρος χωρίς να αναφέρει τον λόγο που δεν την ορκίζεται η ενάγουσα αφού τα όσα ορκίζεται και προβάλλει δεν αφορούν το πρόσωπο της ενάγουσας αλλά τους δικηγόρους της και επομένως είναι δικηγόρος το κατάλληλο πρόσωπο που θα πρέπει να την ορκιστεί. Επίσης η κα Χαραλάμπους δεν παρουσιάζεται στην υπόθεση ως δικηγόρος της ενάγουσας και συνεπώς έχω την θέση ότι η παρούσα περίπτωση δεν είναι από τις περιπτώσεις όπου το γεγονός ότι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση γίνεται από δικηγόρο την καθιστά ως ανυπόστατη και/ή ότι πάσχει με αποτέλεσμα να πρέπει να αγνοηθεί ή να απορριφθεί, όπως οι αρχές αυτές έχουν επεξηγηθεί στα πλαίσια της υπόθεσης Dimitry Rybolovlev v. Elena Rybolovlena (ανωτέρω). Συνεπώς αυτός ο λόγος ένστασης απορρίπτεται. Οι άλλοι ισχυρισμοί/ενστάσεις της εναγομένης-καθ΄ης η αίτηση αφορούν όπως έχει ήδη αναφερθεί σε υπέρμετρη καθυστέρηση που έχει επιδειχθεί στην καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης η οποία είναι υπό τις περιστάσεις αδικαιολόγητη και αποτελεί ουσιαστικά κατάχρηση των διαδικασιών του Δικαστηρίου την θέση ότι με τις τροποποιήσεις που επιδιώκεται να γίνουν ουσιαστικά προστίθενται νέοι ισχυρισμοί που μεταβάλλουν την βάση της αγωγής όπως είναι τώρα σε νέα βάση αγωγής και αυτό θα έχει ως αποτέλεσμα να υπάρξει ανατροπή της όλης διαδικασίας και εκτροχιασμός του πλαισίου εκδίκασης της αίτησης με αποτέλεσμα οποιαδήποτε διαταγή εξόδων να μην είναι ικανοποιητική υπό τις περιστάσεις. Εκείνο το οποίο είναι δεδομένο είναι ότι η υπό κρίση αίτηση έχει καταχωρηθεί πριν να ξεκινήσει η ακροαματική διαδικασία στην παρούσα υπόθεση. Ανατρέχοντας στο φάκελο του Δικαστηρίου προκύπτει ότι η αγωγή καταχωρήθηκε στις 11.8.08, και ορίστηκε για πρώτη φορά για ακρόαση μετά την συμπλήρωση των δικογράφων στις 15.12.
- Την εν λόγω ημερομηνία αλλά και την ημερομηνία 4.5.10 αναβλήθηκε από το Δικαστήριο λόγω έλλειψης χρόνου του Δικαστηρίου. Στις 24.11.10 υπεβλήθη αίτημα αναβολής από τον συνήγορο της ενάγουσας και στις 18.4.11 ανεβλήθη κατόπιν κοινού αιτήματος των συνηγόρων λόγω προσπαθειών συμβιβασμού. Στις 2.12.11 ανεβλήθη από το Δικαστήριο λόγω έλλειψης χρόνου και στις 24.4.12 και πάλι ανεβλήθη μετά από αίτημα του συνηγόρου της ενάγουσας. Στις 13.11.12 που ήταν ορισμένη η υπόθεση για ακρόαση ανεβλήθη λόγω του ότι είχε καταχωρηθεί την ίδια ημερομηνία δηλαδή 13.11.12 αίτηση τροποποίησης της αγωγής η οποία ορίστηκε από το Πρωτοκολλητείο στις 20.12.12 και σύμφωνα με τον δικηγόρο της ενάγουσας που εμφανίστηκε εκείνη την ημέρα αναφέρθηκε ότι η ανάγκη για τροποποίηση προέκυψε κατά την προετοιμασία της υπόθεσης για ακρόαση όπου διαπιστώθηκαν λάθη στην έκθεση απαίτηση σε σχέση με ποσά, ημερομηνίες τα οποία ήταν ανάγκη να τύχουν τροποποίησης. Η αίτηση για τροποποίηση 13.11.12 απεσύρθη από την ενάγουσα-αιτήτρια άνευ βλάβης δικαιωμάτων στις 20.12.12 και εν τω μεταξύ στις 19.12.12 είχε καταχωρηθεί η υπό κρίση αίτηση η οποία είχε οριστεί για πρώτη εμφάνιση στις 8.2.
- Την εν λόγω ημερομηνία ζητήθηκε από την εναγομένη χρόνος για ένσταση και ορίστηκε η αίτηση στις 28.3.13 χωρίς να καταχωρηθεί ένσταση, ζητήθηκε παράταση από την εναγόμενη η οποία και δόθηκε μέχρι τις 8.4.
- Η ένσταση καταχωρήθηκε στις 4.4.
- Παρατηρείται λοιπόν ότι η όλη πορεία της υπόθεσης, κατά την άποψη μου και έχοντας πάντα κατά νου τις αρχές της νομολογίας σε σχέση με το θέμα της καθυστέρησης ότι δεν παρατηρείται στη παρούσα περίπτωση εκείνη η καθυστέρηση η οποία μπορεί να αποτελέσει εμπόδιο στη χορήγηση της αιτούμενης θεραπείας. Θεωρώ επίσης, λαμβάνοντας υπόψη μου το περιεχόμενο της αίτησης και τις επιδιωκόμενες τροποποιήσεις ότι δεν πρόκειται για μεταβολή της ήδη υπάρχουσας βάσης αγωγής και της θέσης της ενάγουσας όπως προβάλλεται σ΄αυτή αλλά για τροποποιήσεις οι οποίες θα έχουν ως αποτέλεσμα να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου τα πραγματικά γεγονότα που αφορούν την παρούσα υπόθεση με αποτέλεσμα να γίνει διεξαγωγή της ακροαματικής διαδικασίας επί όλων των θεμάτων με βάση τα πραγματικά δεδομένα. Το ότι θα προκύψει ανάγκη τροποποίησης του δικογράφου της εναγομένης μετά από την έγκριση της αιτούμενης τροποποίησης κατά την άποψη μου μπορεί μεν να παρατείνει περαιτέρω τον χρόνο εκδίκασης της υπόθεσης για ένα μικρό χρονικό διάστημα, όμως κατ΄αυτό τον τρόπο θα δοθεί η ευκαιρία στην εναγόμενη να απαντήσει επί όλων των ισχυρισμών και θέσεων της ενάγουσας και να γνωρίζει πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας όλους τους ισχυρισμούς της ενάγουσας για να προετοιμαστεί επαρκώς για την υπεράσπιση της. Δεν θεωρώ επίσης ότι η οποιαδήποτε μικρή καθυστέρηση παρατηρηθεί από αυτό το σημείο και μετά μέχρι την ολοκλήρωση των τροποποιημένων δικογράφων θα προκαλέσει ανυπέρβλητη ζημιά στην εναγομένη λαμβάνοντας υπόψη ότι θα αποζημιωθεί και με την ανάλογη διαταγή για έξοδα. Ενόψει των ανωτέρω θεωρώ ότι κανένας από τους λόγους ένστασης δεν μπορεί να επιτύχει και η ένσταση απορρίπτεται. Εκδίδεται διάταγμα δια του οποίου επιτρέπεται η τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης της ενάγουσας ως οι παράγραφοι (Α) (α)-(ν) της αίτησης ημερ. 19.12.
- Τροποποιημένη έκθεση απαίτησης να καταχωρηθεί εντός 15 ημερών από σήμερα. Τροποποιημένη υπεράσπιση να καταχωρηθεί εντός 15 ημερών από την επίδοση της τροποποιημένης έκθεσης απαίτησης. Η αγωγή ορίζεται για οδηγίες, στις 12.9.13 για να διαπιστωθεί κατά πόσο υπάρχει συμμόρφωση με τις οδηγίες του Δικαστηρίου στις Σε ό,τι αφορά τα έξοδα τόσο της αίτησης όσο και αυτά που θα σπαταληθούν συνεπεία της τροποποίησης επιδικάζονται υπέρ της καθ΄ης η αίτηση-εναγόμενης και εναντίον της αιτήτριας-ενάγουσας όπως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, θα είναι όμως πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.).................... Στ. Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΣΗ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο