Μάρω Γεωργίου ν. Μίκη Ζαχαρίου κ.α., Αγωγή αρ.: 3357/2007, 23/7/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:A287 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Αγωγή αρ.: 3357/2007 Μεταξύ: Μάρω Γεωργίου Ενάγουσα -και-
- Μίκη Ζαχαρίου
- Δημήτρη Δημητρίου Εναγομένων Ως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος ημερ. 26.3.2010 23 Ιουλίου, 2013 Για την ενάγουσα, εμφανίζονται ο κ. Ρ. Λ. Σχίζας με την κα Σ. Ρ. Σχίζα για τους κ.κ. Ρένος Λ. Σχίζας και Συνεργάτες Για τους εναγομένους 1 και 2, εμφανίζονται η κα Ε.Δ. Δημητρίου και η κα Β. Πέτρου-Πιερίδου. Α Π Ο Φ Α Σ Η Η ενάγουσα διεκδικεί από τους εναγομένους 1 και 2 («οι εναγόμενοι» εκτός όπου είναι αναγκαίος ο προσδιορισμός εκάστου) το ποσόν των Λ.Κ25.500, τόκους και έξοδα. Επικαλείται, ως αιτίες αγωγής, οφειλόμενο υπόλοιπο συμφωνηθείσας και/ή εύλογης αμοιβής για παρασχεθείσες υπηρεσίες καθώς και τον άδικο πλουτισμό. Δικογραφείται η ακόλουθη βάση αγωγής: Κατά το έτος 2000 η ενάγουσα, μια αδειούχος αρχιτέκτων η οποία ήταν «απεσπασμένη στο Υπουργείο Παιδείας (Τεχνικές Υπηρεσίες)», συνήψε προφορική συμφωνία παροχής υπηρεσιών με τον εναγόμενο αρ. 1, έναν πολιτικό μηχανικό, και τον εναγόμενο αρ. 2, έναν αρχιτέκτονα. Συγκεκριμένα, οι εναγόμενοι, οι οποίοι είχαν αναλάβει, από κοινού, να εκπονήσουν, για λογαριασμό του Υπουργείου Παιδείας, τα αρχιτεκτονικά και τα κατασκευαστικά σχέδια για την ανέγερση ενός δημοτικού σχολείου, ανέθεσαν στην ενάγουσα την εκπόνηση των σχετικών προσχεδίων και τελικών σχεδίων. Συνεφωνήθηκε, μεταξύ των διαδίκων, πως η αμοιβή της ενάγουσας θα ανήρχετο στο 50% της αμοιβής που θα ελάμβαναν οι εναγόμενοι από το δημόσιο επί τη βάσει του τελικού κόστους του έργου. Διαζευκτικώς, η αμοιβή αυτή είναι η εύλογη υπό τις περιστάσεις. Η ενάγουσα παρέσχε τις συμφωνηθείσες υπηρεσίες, οι δε εναγόμενοι έλαβαν, ως αμοιβή για το έργο, το ποσόν των Λ.Κ. 63.
- Συνεπώς, η ενάγουσα δικαιούται, ως η συμφωνηθείσα και/ή ως η εύλογη αμοιβή, το ποσόν των Λ.Κ.31.
- Πλην όμως, οι εναγόμενοι της κατέβαλαν μόνον το ποσόν των Λ.Κ. 6.000 και εξακολουθούν να της οφείλουν το ποσόν των Λ.Κ.25.
- Η ενάγουσα δικαιούται να λάβει το ποσόν αυτό και επί τη βάσει των αρχών του άδικου πλουτισμού. Ας σημειωθεί πως η δικογράφηση διαζευκτικών αγώγιμων δικαιωμάτων (όπως, στην προκείμενη περίπτωση, η παράλειψη καταβολής συμφωνηθείσας αμοιβής και η παράλειψη καταβολής εύλογης αμοιβής) καθώς και η δικογράφηση και η επιδίωξη διαζευκτικών θεραπειών είναι δικονομικώς αποδεκτή εάν αυτά θεμελιώνονται επί του ίδιου πραγματικού υποβάθρου (Δρυάδης κ.α. ν. Καλησπέρας
(1998)1 (Β) Α.Α.Δ. 881, 889). Όμως, η προσαχθείσα μαρτυρία οφείλει να είναι θετική ως προς τα γεγονότα. Διαζεύξεις ως προς τί πράγματι συνέβηκε δεν συγχωρούνται. Ας σημειωθεί, επίσης, πως εφ' όσον διά των δικογράφων του ενάγοντος και διά της μαρτυρίας την οποίαν αυτός προσεκόμισεν παρουσιάζεται η εικόνα μιας συμβατικής σχέσης η οποία αφορά στην παροχή συγκεκριμένων υπηρεσιών έναντι συμφωνηθείσας αμοιβής, αποκλείεται η εξέταση των αξιώσεών του επί τη βάσει των αρχών της εύλογης αμοιβής (Συμεού άλλως Κλατσιάς ν. Μιχαήλ κ.α.
(1999)1 (Α) Α.Α.Δ. 16,22, Βασιλαράς κ.α. ν. Αδελφοί Θράσου και Συνεργάτες
(2003)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1754, 1763). Διά της υπεράσπισής τους οι εναγόμενοι ισχυρίζονται πως η ενάγουσα στερείται αγώγιμου δικαιώματος εφ' όσον, κατά τον ουσιώδη χρόνο, αυτή υπηρετούσε στο δημόσιο και, άρα, δεν είχε δικαίωμα να ασκεί άλλο επάγγελμα επ' αμοιβή. Επί της ουσίας, οι εναγόμενοι απορρίπτουν τις αιτιάσεις και τις αξιώσεις της ενάγουσας. Δέχονται ότι υπήρξε κάποια συνεργασία μεταξύ των ιδίων και της ενάγουσας εν σχέσει με την εκπόνηση αρχιτεκτονικών σχεδίων για την ανέγερση του δημοτικού σχολείου. Όμως, η συνεργασία αυτή ήταν περιορισμένη και έληξε πολύ σύντομα. Κατ' ουσίαν, οι ίδιοι κατήρτισαν την μελέτη, τα τελικά προσχέδια καθώς και τα τελικά αρχιτεκτονικά και κατασκευαστικά σχέδια για την ανέγερση του δημοτικού σχολείου. Για τις περιορισμένες υπηρεσίες σχεδιασμού που τους προσέφερε, οι εναγόμενοι κατέβαλαν στην ενάγουσα το ποσόν των Λ.Κ3.
- Ακολούθως, της κατέβαλαν, χαριστικώς, άλλες Λ.Κ.3.
- Διά της απάντησής της η ενάγουσα απορρίπτει τις θέσεις των εναγομένων και παραπέμπει στο αρχικό δικόγραφό της. Το εγχείρημα των εναγομένων να δικαστεί προδικαστικώς το ζήτημα της νομιμοποίησης της ενάγουσας προσέκρουσε στην άρνηση της τελευταίας. Για να αποδείξει την υπόθεσή της κατέθεσε η ίδια η ενάγουσα Μάρω Γεωργίου (Μ.Ε.2) και κάλεσε, ως μάρτυρά της, τον Πέτρο Σολωμού (Μ.Ε.1), Ανώτερο Τεχνικό Επιθεωρητή στις Τεχνικές Υπηρεσίες του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού («οι Τεχνικές Υπηρεσίες»). Για να προωθηθούν οι υπερασπίσεις κατέθεσαν ο εναγόμενος αρ. 1 Μίκης Ζαχαρίου (Μ.Υ.1), ο Χρίστος Γεωργιάδης (Μ.Υ.2), μηχανολόγος-ηλεκτρολόγος μηχανικός, η Ιωάννα Καρούσου (Μ.Υ.3) και ο Κωνσταντίνος Ιωάννου (Μ.Υ.4), πολιτικός μηχανικός. Επιπλέον της ένορκης προφορικής μαρτυρίας τους, τα πρόσωπα αυτά κατέθεσαν και σωρεία εγγράφων. Η προφορική μαρτυρία είναι καταγεγραμμένη στα πρακτικά της διαδικασίας και η έγγραφη μαρτυρία είναι κατατεθειμένη ως τεκμήρια. Παρέλκει η πλήρης απόδοσή της. Για την τύχη της αγωγής κρίσιμα είναι τα όσα εδήλωσαν, ενώπιον του Δικαστηρίου, η ενάγουσα Μάρω Γεωργίου (Μ.Ε.2) και ο εναγόμενος αρ. 1 Μίκης Ζαχαρίου (Μ.Υ.1) καθώς και τα όσα επιμαρτυρούν δέσμη αρχιτεκτονικών σχεδίων σχετικών με το έργο (τεκμήριο 3), επιστολές των συνηγόρων της ενάγουσας προς τους εναγομένους και την δικηγόρο τους ημερ. 5.9.2001, 18.10.2001 και 19.7.2002 (τεκμήρια 4, 6 και 7, αντιστοίχως), καθώς και το σύνολο των τελικών αρχιτεκτονικών και κατασκευαστικών σχεδίων, τα οποία οι εναγόμενοι υπέβαλαν στις Τεχνικές Υπηρεσίες για να προκηρυχθούν προσφορές για την ανέγερση του δημοτικού σχολείου (τεκμήριο 11). Η μελέτη της δικογραφίας και της προσαχθείσας μαρτυρίας οδηγεί στην εξής προκριματική διαπίστωση: Η ενώπιον του Δικαστηρίου παραδοχή της ενάγουσας Μάρως Γεωργίου (Μ.Ε.2) πως, καθ' όλην τη περίοδο μεταξύ των ετών 1991 έως και 2010, υπήρξε εκπαιδευτικός, διορισμένη σε μόνιμη οργανική θέση στο δημόσιο, σε συνδυασμό με την παραδοχή της πως δεν έλαβε ειδική άδεια από την αρμόδια αρχή για να παράσχει τις επίδικες υπηρεσίες, εγείρει ευθέως ζήτημα νομιμότητας και εγκυρότητας της επίδικης συμφωνίας. Οι παραδοχές αυτές εγείρουν ευθέως ζήτημα νομιμοποίησης της ενάγουσας να καταχωρίσει και να προωθήσει την προκείμενη αγωγή. Και αυτό εν όψει των αυστηρών διατάξεων του περί Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας Νόμου του 1969 (Ν.10/1969, ως αυτός τροποποιήθηκε στην συνέχεια), ο οποίος αποτελεί κρίσιμο νομικό καθεστώς. Το άρθρο 54 του Ν. 10/1969 διαλαμβάνει τα εξής: «
- Ιδιωτική Απασχόλησις:
(1)Το σύνολον του χρόνου του εκπαιδευτικού λειτουργού τελεί εις την διάθεσιν της Δημοκρατίας εκτός εάν άλλως ρητώς προβλέπεται εις τους όρους του διορισμού του.
(2)Εκπαιδευτικός λειτουργός του οποίου το σύνολον του χρόνου τελεί εις την διάθεσιν της Δημοκρατίας δεν επιτρέπεται να ασκή οιονδήποτε επάγγελμα ή επιτήδευμα ή να ασχολήται ή μετέχη εις οιανδήποτε εργασίαν ή επιχείρησιν: Νοείται ότι εις εξαιρετικάς περιπτώσεις η αρμοδία αρχή δύναται να χορηγήσει άδειαν εις εκπαιδευτικόν λειτουργόν διά μερικήν απασχόλησιν ή πρόσληψιν εφ' όσον τούτο δεν επηρεάζει αμέσως ή εμμέσως την αρτίαν εκτέλεσιν των καθηκόντων του εκπαιδευτικού λειτουργού: Νοείται περαιτέρω ότι πάσα τοιαύτη άδεια δυνατόν να υπόκειται εις όρον ότι το σύνολον ή οιονδήποτε μέρος πάσης αμοιβής πληρωτέας εν σχέσει προς οιανδήποτε τοιαύτην απασχόλησιν ή πρόσληψιν θα καταβάλληται εις το δημόσιον ταμείον.» Αυτές οι αυστηρές νομοθετικές επιταγές καθιστούν την επίδικη συμφωνία η οποία διαλαμβάνει την εκ μέρους της ενάγουσας παροχή υπηρεσιών επ' αμοιβή και η οποία παρουσιάζεται, στα δικόγραφα και την μαρτυρία της, ως η πηγή των επίδικων αξιώσεων και ως αιτία αγωγής, άκυρη και ανεφάρμοστη. Ο διά νόμου (άρθρο 54 του Ν. 10/1969) παράνομος χαρακτήρας της επίδικης συμφωνίας έχει ως αποτέλεσμα αυτή να μην μπορεί να στοιχειοθετήσει αγώγιμο δικαίωμα. Σε περίπτωση παράνομης συμφωνίας τα μέρη δεν νομιμοποιούνται να διεκδικήσουν, διά της δικαστικής οδού, θεραπείες βασιζόμενα σε αυτήν (Ευχρίσω Εργοληπτική Εταιρεία Λτδ ν. Θεμιστοκλέους
(2008)1 (Α) Α.Α.Δ. 456 και Chr. Mavrikios Constructions Ltd ν. Χατζηκωσταντά
(2009)1 (Β) Α.Α.Δ. 1093). Η συναρτωμένη με το άρθρο 54 του Ν. 10/1969 παρανομία της επίδικης συμφωνίας είναι έκδηλη δεδομένης της περιγραφής της στα δικόγραφα της ενάγουσας και δεδομένης της μαρτυρίας την οποίαν αυτή προσεκόμισε. Έτσι, είναι επιτρεπτή ακόμη και η αυτεπάγγελτη εξέτασή της (Ayia Napa Nissi Development Ltd κ.α ν. Παπαμιχαήλ
(1992)1 Α.Α.Δ. 549, Ιωάννου ν. Μουσκαλλή κ.α.
(1997)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1595, Χρίστου ν. S.D. Clinic Co Ltd
(2000)1 (Γ) Α.Α.Δ. 2039 και Δημητρίου ν. Συμεωνίδη
(2002)1 (Β) Α.Α.Δ. 1018). Οι διαπιστώσεις περί παρανομίας της επίδικης προφορικής συμφωνίας οδηγεί την αγωγή σε αποτυχία. Ούτε τα διαζευκτικώς προβαλλόμενα περί άδικου πλουτισμού δύνανται να τελεσφορήσουν εφ' όσον η επίκλησή τους εδράζεται στην προαναφερθείσα συμφωνία [(Ευχρίσω Εργοληπτική Εταιρεία Λτδ ν. Θεμιστοκλέους, (ανωτέρω)]. Επί του ζητήματος τούτου καθοδηγητική είναι η απόφαση Χριστοδούλου ν. Antonius H.F.M. Vraets
(2009)1 (B) A.A.Δ, 802 διά της οποίας καθίσταται σαφής και επαναλαμβάνεται η αρχή σύμφωνα με την οποίαν εφ' όσον ορισμένη δραστηριότητα κρίνεται ως παράνομη τότε αυτή αδυνατεί να θεμελιώσει οιανδήποτε θεραπεία. Στην απόφαση Χριστοδούλου ν. Antonius H.F.M. Vraets (ανωτέρω), στις σελ. 811 και 812, αναφέρονται τα εξής: «.όταν μια δραστηριότητα κρίνεται παράνομη, τότε δεν μπορεί να θεμελιωθεί θεραπεία διαχωρίζοντας πλασματικά βάσεις αγωγής που προέρχονται όμως από τα ίδια γεγονότα που μιαίνονται από παρανομία. Το ενιαίο του δικαίου επιβάλλει και ενιαία αντιμετώπιση, επιτάσσει δε ισότιμη και κοινή μεταχείριση. Και ενώ αποδίδει δίκαιη και εύλογη θεραπεία αναδυόμενη από διαπιστωθέντα γεγονότα κατατάσσοντας τα στην ορθή νομική τους βάση, ασχέτως της δικογραφικής τους ανεπάρκειας, (Stylianou v. Papacleovoulou
(1982)1 C.L.R. 542, Vandervell's Trusts (No. 2) [1974] 3 All E.R. 205, Drane v. Evangelou [1978] 2 All E.R. 437 και Κυπριανού v. Βασιλείου
(2004)1 Α.Δ.Δ. 1320), οφείλει ταυτόχρονα να αποστερήσει το διάδικο που αναμειγνύεται σε παράνομες ενέργειες από οποιαδήποτε θεραπεία, έστω και αν επιχειρεί τεχνηέντως να θεμελιώσει τέτοια θεραπεία διατρέχοντας μέσα από διάφορες πιθανές νομικές βάσεις. .............. Ο γενικός κανόνας είναι ότι τα Δικαστήρια δεν επιτρέπουν την επανάκτηση μεταβιβασθέντων οφελημάτων που προέρχονται από παράνομα συμβόλαια. Αυτή η αρχή υπερίσχυσε στην προσπάθεια να εξισορροπηθούν δύο αντικρουόμενες τάσεις, δηλαδή, να εμποδίζεται από τη μια ο αδικαιολόγητος πλουτισμός και από την άλλη να απαγορεύεται η συνομολόγηση παρανόμων συμβάσεων.» Η παρανομία της επίδικης συμφωνίας και η συνακόλουθη αδυναμία της να θεμελιώσει οιονδήποτε αγώγιμο δικαίωμα και οιανδήποτε θεραπεία δεν επηρεάζεται από το γεγονός πως, κατά τον χρόνο σύναψής της, οι εναγόμενοι εγνώριζαν περί της ιδιότητας της ενάγουσας ως εκπαιδευτικού διορισμένης στο δημόσιο και, άρα, υποκείμενης στην περί δημοσίας εκπαιδευτικής υπηρεσίας νομοθεσία. Καθοριστικό γεγονός παραμένει η παρανομία της επίδικης συμφωνίας. Οιαδήποτε γνώση και ή οιαδήποτε αποδοχή, εκ μέρους των εναγομένων, δεν μπορεί να αποχαρακτηρίσει την επίδικη συμφωνία και ούτε δικαιολογεί ελαστική αντιμετώπιση της συμπεριφοράς της ενάγουσας. Παρά το ότι οι πιο πάνω διαπιστώσεις αποτελούν πρόκριμα και οδηγούν την αγωγή σε απόρριψη, εντούτοις, θα προχωρήσω στην εξέταση και των άλλων πτυχών της υπόθεσης: Η μελέτη και η ερμηνεία της επίδικης συμφωνίας , ως αυτή περιγράφεται από την ενάγουσα, οδηγεί στη διαπίστωση πως πρόκειται για συμφωνία πλήρους εκπλήρωσης (entire contract). Συνεπώς, η εκ μέρους της ενάγουσας πλήρης εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεών της αποτελεί προϋπόθεση (condition precedent) για την ευθύνη των εναγομένων (Renos Demetriades v. Caxton Publishing Co. Ltd
(1973)1 C.L.R. 35, 45 επ., Pollock and Mulla, Indian Contract and Specific Relief Acts, Thirteenth Edition, σελ. 960 επ.). Η επίδικη συμφωνία, ως συμφωνία πλήρους εκτέλεσης (entire contract), δημιουργεί ευθύνη στους εναγομένους μόνον εφ' όσον η ενάγουσα αποδείξει πως η ιδία εξετέλεσε πλήρως τις δικές της συμβατικές υποχρεώσεις, δηλαδή η ιδία κατήρτισε τα πλήρη προσχέδια και τα πλήρη αρχιτεκτονικά και κατασκευαστικά σχέδια του δημοτικού σχολείου, τα οποία, εν συνεχεία, οι εναγόμενοι υπέβαλαν στις Τεχνικές Υπηρεσίες. Σε αντίθετη περίπτωση, η ενάγουσα δεν δικαιούται να αναζητεί αμοιβή ή οιανδήποτε άλλη θεραπεία επικαλουμένη την μερική εκπλήρωση της επίδικης συμφωνίας. Διεξήλθα τη μαρτυρία και διαπιστώνω πως η ενάγουσα Μάρω Γεωργίου (Μ.Ε.2) απέτυχε να αποδείξει, επί τη βάσει του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, την κεντρική της θέση πως η ίδια εξετέλεσε τα πλήρη προσχέδια και τα πλήρη τελικά αρχιτεκτονικά και κατασκευαστικά σχέδια για την ανέγερση του δημοτικού σχολείου. Ενώπιον του Δικαστηρίου η ενάγουσα Μάρω Γεωργίου (Μ.Ε.2) υπήρξε ασαφής, συγκεχυμένη, αντιφατική και ασταθής: Κατ' αρχάς, αυτή κατέθεσε, ενώπιον του Δικαστηρίου, μία δέσμη αρχιτεκτονικών σχεδίων (τεκμήριο 3) και, καθ' όλην τη διάρκεια της κυρίως εξέτασής της, επέμεινε πως πρόκειται για τα τελικά αρχιτεκτονικά και κατασκευαστικά σχέδια τα οποία κατήρτισε η ιδία και τα οποία οι εναγόμενοι υπέβαλαν στις Τεχνικές Υπηρεσίες. Προς επίρρωσιν της θέσης της αυτής ισχυρίσθηκε πως «.τα σχέδια ευρίσκονται στον υπολογιστή (της) διότι (η ίδια) τα ετοίμασ(ε), τα εκτύπωσ(ε) και τα παρουσιάζ(ει)» (δείτε στην παρα. 11 του εγγράφου αρ. 1). Τον ισχυρισμό της αυτό αναγκάσθηκε να αναιρέσει κατά την αντεξέτασή της: Όταν της υπεδείχθηκε το σύνολο των τελικών αρχιτεκτονικών και κατασκευαστικών σχεδίων, τα οποία οι εναγόμενοι, πράγματι, υπέβαλαν στις Τεχνικές Υπηρεσίες (τεκμήριο 11) και επί τη βάση των οποίων προκηρύχθηκαν οι προσφορές για την ανέγερση του δημοτικού σχολείου, η ενάγουσα Μάρω Γεωργίου (Μ.Ε.2) άρχισε να παλινδρομεί: Εν πρώτοις, αυτή ισχυρίσθηκε πως το τεκμήριο 3 είναι πλήρες και πως το περιεχόμενό του αντιστοιχεί στο περιεχόμενο του τεκμηρίου
- Ακολούθως, όταν της υπεδείχθηκε πως στο τεκμήριο 11 περιλαμβάνονται επιπλέον σχέδια, τα οποία δεν αντιστοιχούν σε σχέδια του τεκμηρίου 3, η ενάγουσα Μάρω Γεωργίου (Μ.Ε.2) προέβαλε τον καινοφανή ισχυρισμό πως, λόγω προβλήματος στον υπολογιστή της, κάποια από τα σχέδια της απωλέσθηκαν. Τον ισχυρισμό αυτό προέβαλε κατ' επανάληψιν καλώντας όλους να συμμερισθούν την «ατυχία» της και να μην της στερήσουν όσα δικαιούται για μόνον τον λόγο ότι είχε την «ατυχία» να απωλέσει μέρος από τα επίδικα σχέδια της. Αυτή η αντίφαση και η παλινδρόμηση επηρεάζουν την αξιοπιστία της ενάγουσας Μάρως Γεωργίου (Μ.Ε.2). Εάν αυτή ήταν ειλικρινής θα ανέφερε εξ αρχής το γεγονός της απώλειας μέρους από τα επίδικα σχέδιά της και δεν θα παρουσίαζε, καθ' όλην τη διάρκεια της κυρίως εξέτασής της, το τεκμήριο 3 ως το πλήρες σύνολο των τελικών αρχιτεκτονικών και κατασκευαστικών σχεδίων. Εάν αυτή ήταν καλόπιστη και ειλικρινής θα ήλεγχε τα τελικά αρχιτεκτονικά και κατασκευαστικά σχέδια, τα οποία οι εναγόμενοι υπέβαλαν ενώπιον των Τεχνικών Υπηρεσιών και επί τη βάση των οποίων αυτοί έλαβαν την αμοιβή τους, και θα μεριμνούσε ώστε αυτά να κατατεθούν εξ αρχής, ενώπιον του Δικαστηρίου, αυτούσια. Επισημαίνεται το γεγονός πως, ως πρώτος μάρτυρας της πλευράς της ενάγουσας κλήθηκε και κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου ο Πέτρος Σολωμού (Μ.Ε.1), ο οποίος εδήλωσε πως, εκ καθήκοντος, είχε στην κατοχή του τον πλήρη διοικητικό φάκελο εν σχέσει με την ανέγερση του δημοτικού σχολείου. Εν πάση περιπτώσει, κληθείσα να αντιπαραβάλει συγκεκριμένα σχέδια των τεκμηρίων 3 και 11, η ενάγουσα Μάρω Γεωργίου (Μ.Ε.2) εντόπισε και δέχθηκε την ύπαρξη διαφοροποιήσεων και δέχθηκε πως, εν αντιθέσει με το τεκμήριο 11, το οποίο αποτελεί ένα σύνολο σχεδίων έτοιμο για την προκήρυξη προσφορών, το τεκμήριο 3 παρουσιάζει ελλείψεις. Ισχυρίσθηκε, όμως, πως πρόκειται για επουσιώδεις διαφοροποιήσεις και ελλείψεις και πως έχει στην κατοχή της φωτογραφίες οι οποίες επιμαρτυρούν πως το δημοτικό σχολείο κτίσθηκε βάσει των δικών της σχεδίων. Ας σημειωθεί πως οι φωτογραφίες αυτές ουδέποτε παρουσιάστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Εν τέλει, η ενάγουσα Μάρω Γεωργίου (Μ.Ε.1) ισχυρίσθηκε πως δικαιούται, τουλάχιστον, το μέρος της αμοιβής που αντιστοιχεί στα ολοκληρωμένα σχέδιά της και δέχθηκε να αφαιρεθεί από την αμοιβή της ό,τι αντιστοιχεί στην εργασία των εναγομένων για τη συμπλήρωση και/ή διόρθωση των δικών της σχεδίων. Σύγχυση χαρακτηρίζει τη μαρτυρία της ενάγουσας Μάρως Γεωργίου (Μ.Ε.2) και όσον αφορά στον χαρακτήρα της αμοιβής την οποίαν διεκδικεί. Μέχρι τέλους αυτή επέμεινε να χαρακτηρίζει την αμοιβή την οποίαν διεκδικεί ως συμφωνηθείσα και/ή ως εύλογη. Μάλιστα, έδειξε να ενοχλείται από την επιμονή της ευπαίδευτης συνηγόρου των εναγομένων να διευκρινιστεί το ζήτημα. Χαρακτήρισε το ζήτημα ως επουσιώδες και άνευ σημασίας. Ως επουσιώδες και άνευ σημασίας χαρακτήρισε και το γεγονός πως διά των επιστολών των δικηγόρων της ημερομηνίας 5.9.2001, 18.10.2001 και 19.7.2002 (τεκμήρια 4, 6 και 7, αντιστοίχως) διεκδικεί αμοιβή ίση με το 65% της αμοιβής των εναγομένων, και όχι ίση με το 50% αυτής. Όμως, αυτή η διαζευκτική παρουσίαση των γεγονότων προσθέτει στην εικόνα της ενάγουσας Μάρως Γεωργίου (Μ.Ε.2) ως μάρτυρος αναξιόπιστης. Θα ανέμενε κανείς από μια γυναίκα ώριμης ηλικίας με πανεπιστημιακή/επιστημονική κατάρτιση και μακρόχρονη επαγγελματική πείρα, ως η ενάγουσα Μάρω Γεωργίου (ΜΕ2) να παρουσιάζει τα γεγονότα κατά τρόπον θετικό και να μεταφέρει με σαφήνεια και σταθερότητα όσα πράγματι συνεφώνησε με τους εναγομένους. Η αποτυχία της ενάγουσας Μάρως Γεωργίου (Μ.Ε.2) να αποδείξει την αξίωσή της δεν οφείλεται μόνον στην κλονισμένη αξιοπιστία της. Η πλευρά των εναγομένων παρουσίασε επαρκή και αξιόπιστη μαρτυρία και τεκμηρίωσε την ουσιαστική υπεράσπιση σύμφωνα με την οποίαν τα τελικά προσχέδια και τα τελικά αρχιτεκτονικά και κατασκευαστικά σχέδια του δημοτικού καταρτίστηκαν από τους ιδίους και όχι από την ενάγουσα. Τα όσα ο εναγόμενος αρ. 1 Μίκης Ζαχαρίου (Μ.Υ.1) εδήλωσε ενώπιον του Δικαστηρίου, τα οποία συμφωνούν με τις δικογραφημένες θέσεις των εναγομένων, υπήρξαν σαφή, σταθερά, συγκροτημένα και τεκμηριωμένα. Ο εναγόμενος αρ. 1 Μίκης Ζαχαρίου (Μ.Υ.1) αντιπαρέβαλε πληθώρα σχεδίων, τα οποία περιλαμβάνονται στα τεκμήρια 3 και 11 και κατέδειξε ουσιαστικές διαφορές μεταξύ των αντιστοίχων καθώς και την ελλειπτικότητα των σχεδίων που περιλαμβάνονται στο τεκμήριο
- Ο μάρτυρας κατέδειξε επίσης πως το τεκμήριο 11 αποτελείται από αρχιτεκτονικά και κατασκευαστικά σχέδια πλήρη και λεπτομερή. Οι αδυναμίες στις θέσεις της ενάγουσας αναπόδραστα εκθεμελιώνουν τις αξιώσεις της. Δεν είναι αρκετό για την ενάγουσα να διεκδικει συγκεκριμένο ποσόν και να αναμένει την επιδίκασή του. Βαρύνεται να δικογραφήσει με επάρκεια την βάση της αγωγής και να παρουσιάσει αξιόπιστη και επαρκή μαρτυρία (Αντωνιάδης ν. Σταύρου
(1998)1 (Β) Α.Α.Δ. 1171, Πιτάλλης κ.α. ν. Savina Enterprises Ltd κ.α.
(1997)1 (Β) Α.Α.Δ. 814, 827). Εν πάση περιπτώσει, η ενάγουσα οφείλει πρωτίστως να στηρίζεται στη δύναμη της δικής της υπόθεσης και όχι να στηρίζεται στην αδυναμία της υπόθεσης του αντιδίκου της (Νικόλα ν. Κονναρή κ.α.
(2003)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1785, 1797). Τέλος, η ενάγουσα απέτυχε να αποδείξει τη συνδρομή των προϋποθέσεων για καταβολή ποσού με βάση τις αρχές του άδικου πλουτισμού. Η ενάγουσα δεν απέδειξε, επί τη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, πως οι υπηρεσίες τις οποίες παρέσχε στους εναγομένους αξίζουν περισσότερο από το ποσό των ΛΚ6.000 το οποίο της κατεβλήθηκε και ούτε απέδειξε πως οι εναγόμενοι επωφελήθηκαν καθ' οιονδήποτε επιπλέον τρόπο από την εργασία της (Minerva Finance Investment Ltd v. Γεωργιάδη
(1998)1 (Δ) Α.Α.Δ. 2173, 2180 επ.), Α.Ι. Καρπασίτης και Υιοί Λτδ κ.ά. ν. Καραφωκά κ.ά.
(1999)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1980 και Κίτση ν. Γενικού Εισαγγελέα
(2001)1 (Β) Α.Α.Δ. 1077). Για τους πιο πάνω λόγους, η αγωγή αποτυγχάνει. Η αγωγή απορρίπτεται. Τα έξοδα της αγωγής, ως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των εναγομένων αρ. 1 και 2 και εναντίον της ενάγουσας. Συναφώς αναφέρεται πως δεν συντρέχει λόγος για παρέκκλιση από τον γενικό κανόνα σύμφωνα με τον οποίο τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα της δίκης. Υπενθυμίζω πως οι εναγόμενοι επεδίωξαν την προδικαστική εκδίκαση του προκριματικού ζητήματος της νομιμοποίησης της ενάγουσας, όμως, αυτή προέβαλε ένσταση. (Υπ.)........................................ Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΠ ΑΙ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο