SK EUROMARKET LTD ν. ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΚΕΝΤΡΙΚΟΥ ΣΦΑΓΕΙΟΥ, Αρ. Αγωγής: 6668/06, 25/7/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:A289 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. ΚΑΟΥΤΖΑΝΗ, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 6668/06. Μεταξύ: S.K. EUROMARKET LTD Εναγόντων - και - ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΚΕΝΤΡΙΚΟΥ ΣΦΑΓΕΙΟΥ Εναγομένων ---------------------- HΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 25 Ιουλίου 2013 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους ενάγοντες: κα Παρτασίδου με κα Πασιουρτίδου για Άντη Τριανταφυλλίδη & Υιοί Για τους εναγόμενους: κ. Οικονομίδης με κ. Φιλίππου για Κυριάκο Θ. Μιχαηλίδη & Σία --------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι ενάγοντες απαιτούν από τους εναγόμενους ποσό £123.337, ως δίκαιη και εύλογη αποζημίωση, την οποία δικαιούνται συνεπεία της ακυρωτικής απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Προσφυγή Αρ. 101/2004 (στο εξής «η προσφυγή») με βάση το άρθρο 146
(6)του Συντάγματος και/ή ως αποζημιώσεις και/ή ως απώλεια κέρδους, την οποία έχουν υποστεί οι ενάγοντες συνεπεία της παράνομης κατακύρωσης της προσφοράς σε άλλο προσφοροδότη αντί στους ενάγοντες, πλέον νόμιμο τόκο και έξοδα. Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης του ειδικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος, που καταχωρήθηκε στις 13.10.2006, οι ενάγοντες ως εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με έδρα τη Λεμεσό, ασχολούνται, μεταξύ άλλων, με την προμήθεια και/ή διατήρηση αποχετευτικών συστημάτων, ενόσω οι εναγόμενοι αποτελούν οργανισμό δημοσίου δικαίου, λειτουργώντας και ασκώντας τις αρμοδιότητες τους δυνάμει του περί Σφαγείων Νόμου (Ν. 26(Ι)/2003)και των σχετικών εκδοθέντων κανονισμών. Περί τις 14.3.2003, οι εναγόμενοι προκήρυξαν διαγωνισμό για την προσφορά με αρ. 1/2003 «Tender for the design, supply and installation of a system for the upgrading of the Kophinou Central Slaughterhouse Wastewater Treatment Plant to E.U. Standards» (στο εξής «η Προσφορά»). Οι ενάγοντες υπέβαλαν έγκαιρα και νομότυπα την δική τους προσφορά και οι εναγόμενοι κατακύρωσαν την Προσφορά στην εταιρεία Hydrotech A.S. - Slovak Republic για το ποσό των £434.124. Εναντίον της εν λόγω απόφασης των εναγομένων οι ενάγοντες κατεχώρησαν την προσφυγή ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου, το οποίο με απόφαση του ημερομηνίας 5.4.2006 ακύρωσε την προαναφερθείσα κατακύρωση της Προσφοράς λόγω του ότι δεν δόθηκε αιτιολογία γιατί οι ενάγοντες δεν ήταν προσοντούχοι. Ως αποτέλεσμα της παράνομης κατακύρωσης της Προσφοράς σε άλλο προσφοροδότη, η συνολική ζημιά που έχουν υποστεί οι ενάγοντες, λεπτομέρειες της οποίας καταγράφονται στην παράγραφο 7 της έκθεσης απαίτησης, ανέρχεται στο αξιούμενο ποσό. Παρόλο που οι ενάγοντες απέστειλαν στους εναγόμενους επιστολή ημερομηνίας 29.8.2006 ζητώντας την καταβολή, εντός ενός μηνός, του προαναφερθέντος ποσού προς ικανοποίηση της απαίτησης τους, δεν έλαβαν οποιαδήποτε απάντηση. Στην υπεράσπιση τους, που καταχωρήθηκε στις 10.4.2008, οι εναγόμενοι αναφέρουν ότι καθ' όλους τους ουσιώδεις χρόνους λειτουργούσαν και λειτουργούν το Κεντρικό Σφαγείο στην Κοφίνου, που εξυπηρετεί τις πόλεις της Λευκωσίας, της Λεμεσού και της Λάρνακας καθώς και σημαντικό αριθμό χωριών των επαρχιών αυτών αλλά και της επαρχίας Αμμοχώστου. Μετά την είσοδο της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση το Σφαγείο έπρεπε να αναβαθμιστεί για να ικανοποιεί τις προδιαγραφές και απαιτήσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης και για το σκοπό αυτό ζητήθηκαν διεθνείς προσφορές. Αποτελούσε ουσιώδη όρο της Προσφοράς ότι οι προσφοροδότες έπρεπε να είχαν προηγούμενη πείρα σε πέντε τουλάχιστον έργα της ίδιας φύσης, όπως δηλαδή η αναβάθμιση του εργοστασίου επεξεργασίας λυμάτων του Κεντρικού Σφαγείου σε ευρωπαϊκά επίπεδα. Υπεβλήθησαν έξι προσφορές, μεταξύ των οποίων και η προσφορά των εναγόντων. Οι προσφορές αποτελούντο από δύο στάδια, δηλαδή το τεχνικό και το οικονομικό, και για να ανοιχθεί ο οικονομικός φάκελος των προσφοροδοτών έπρεπε να ικανοποιείται το τεχνικό μέρος. Με την αξιολόγηση των υποβληθεισών προσφορών φάνηκε ότι οι ενάγοντες δεν πληρούσαν τα προσόντα επειδή δεν είχαν την προηγούμενη πείρα και γι' αυτό απεκλείσθησαν χωρίς να ανοιχθεί ο οικονομικός τους φάκελος. Στις 5.2.2004 οι ενάγοντες κατεχώρησαν την προσφυγή εναντίον των εναγομένων, οι οποίοι, όπως και το ενδιαφερόμενο μέρος, κατεχώρησαν ένσταση. Το Ανώτατο Δικαστήριο με την απόφαση του, χωρίς να εξετάσει την ουσία της ένστασης, δηλαδή ότι οι ενάγοντες δεν πληρούσαν τις προδιαγραφές και δεν ηδύναντο να υποβάλουν έγκυρη προσφορά, ακύρωσε την απόφαση των εναγομένων για κατακύρωση της Προσφοράς για έλλειψη αιτιολογίας. Κατά τους εναγόμενους, η ακύρωση έγινε για εντελώς τυπικό λόγο και εφόσον δεν ανοίχθηκε ο οικονομικός φάκελος των εναγόντων δεν μπορεί να θεωρηθεί δεδομένο ότι αν δεν κατεκυρώνετο η Προσφορά στο ενδιαφερόμενο μέρος, θα κατεκυρώνετο στους ενάγοντες. Με παραδοχή των ισχυρισμών της έκθεσης απαίτησης που δεν συγκρούονται με τα πιο πάνω, οι εναγόμενοι αρνούνται την ισχυριζόμενη ζημιά των εναγόντων καθώς και τις λεπτομέρειες ζημιάς που αυτοί παραθέτουν. Ισχυρίζονται περαιτέρω ότι σύμφωνα με τη νομολογία η ακύρωση διοικητικής πράξης, όταν οφείλεται κυρίως σε εντελώς τυπικό λόγο, δεν θεμελιώνει δικαίωμα αποζημίωσης από πολιτικό Δικαστήριο. Επίσης, από την ακύρωση της επίδικης διοικητικής πράξης για εντελώς τυπικό λόγο δεν προκλήθηκε άμεσα ή έμμεσα ζημιά από την ακυρωθείσα απόφαση των εναγομένων ώστε αυτοί να υποχρεούνται να καταβάλουν αποζημιώσεις, χωρίς να αγνοείται το γεγονός ότι οι ενάγοντες δεν εδικαιούντο να υποβάλουν προσφορά εφόσον δεν πληρούσαν τις προδιαγραφές. Οι ισχυριζόμενες από τους ενάγοντες ζημιές όχι μόνο είναι εξωφρενικές και παράλογες αλλά και δεν μπορούν να αποζημιωθούν δυνάμει του άρθρου 146
(6)του Συντάγματος, εφόσον οποιοδήποτε κέρδος απώλεσαν οι ενάγοντες από τη μη εκτέλεση της εργασίας δεν είναι ζημιά, που προκύπτει άμεσα ή έμμεσα από την ακύρωση της απόφασης και οποιαδήποτε δικηγορικά έξοδα υπήρξαν, απεφασίσθησαν στην προσφυγή. Κατόπιν άρνησης ότι οι ενάγοντες υπέστησαν οποιαδήποτε ζημιά από την ακυρωθείσα διοικητική πράξη, αλλά και παραδοχής ότι απέστειλαν την επιστολή ημερομηνίας 29.8.2006 ζητώντας την πληρωμή του αξιούμενου ποσού από τους εναγόμενους, οι τελευταίοι αρνούνται τις αξιώσεις των εναγόντων και ζητούν την απόρριψη της αγωγής με έξοδα. Με την απάντηση τους, που καταχωρήθηκε στις 14.7.2008, οι ενάγοντες παραδέχονται μεν την υποβολή έξι προσφορών, μεταξύ των οποίων και η δική τους, καθώς και ότι απεκλείσθησαν χωρίς να ανοιχθεί ο οικονομικός τους φάκελος, αρνούνται δε ότι στα πλαίσια της προσφυγής το Ανώτατο Δικαστήριο δεν εξέτασε την ουσία της ένστασης καθώς και ότι ακύρωσε την κατακύρωση της Προσφοράς για τυπικό λόγο και απορρίπτοντας τους λοιπούς ισχυρισμούς των εναγομένων, που είναι αντίθετοι με τους δικούς τους ισχυρισμούς, εμμένουν στην απαίτηση τους. Προς υποστήριξη της εκδοχής των εναγόντων κατά την ακροαματική διαδικασία κατέθεσε ο Ανδρέας Μηνά (ΜΕ) και εκ μέρους των εναγομένων προσφέρθηκε η μαρτυρία του Γεώργιου Γαβριήλ (ΜΥ1) και του Νίκου Λουκαϊδη (ΜΥ2). Ο ΜΕ, οικονομικός διαχειριστής των εναγόντων μεταξύ των ετών 2001 και 2011, αναφέρθηκε στα γεγονότα της υπόθεσης, αρχικά δε στην ιδιότητα των εναγόντων και των εναγομένων και στην προκήρυξη του διαγωνισμού για την Προσφορά, καταθέτοντας ως Τεκμήριο 1 τους όρους της Προσφοράς και ως Τεκμήριο 2 αντίγραφο της προσφοράς των εναγόντων προς τους εναγόμενους. Με επιστολή τους ημερομηνίας 21.5.2003 (Τεκμήριο 3) οι εναγόμενοι ζήτησαν από τους ενάγοντες να τους υποδείξουν μία εγκατάσταση επεξεργασίας αποβλήτων ώστε η Επιτροπή Αξιολόγησης να μπορεί να την επισκεφθεί ή να πάρει πληροφορίες. Με επιστολή τους ημερομηνίας 27.5.2003 (Τεκμήριο 4) οι ενάγοντες υπέδειξαν στους εναγόμενους πιθανές εγκαταστάσεις. Σε συνεδρία τους ημερομηνίας 11.7.2003 οι εναγόμενοι αποφάσισαν να καλέσουν ειδικό εμπειρογνώμονα από το Ηνωμένο Βασίλειο για την αξιολόγηση των προσφορών που υπεβλήθησαν καθότι χρειάζεται «πολύ εξειδικευμένη αξιολόγηση» (αντίγραφο των σχετικών πρακτικών κατατέθηκε ως Τεκμήριο 5). Στην αξιολόγηση των προσφορών, στην οποία προέβη ο ειδικός Άγγλος εμπειρογνώμονας Dr Howard Crabtree (Τεκμήριο 6), κατέληξε στο συμπέρασμα ότι μόνο τρεις από τους προσφοροδότες ήταν προσοντούχοι, συμπεριλαμβανομένης της εταιρείας των εναγόντων. Συγκεκριμένα, στη σελίδα 21 του Τεκμηρίου 6, η βαθμολογία του εν λόγω εμπειρογνώμονα ήταν για τους ενάγοντες 85%, για την Hydrotech Water and Environmental Engineering Ltd 84% και για τους επιτυχόντες προσφοροδότες Hydrotech Slovakia (ενδιαφερόμενο μέρος) 77%. Με επιστολή τους ημερομηνίας 14.7.2003 (Τεκμήριο 7) οι ενάγοντες απάντησαν σε διευκρινιστικές ερωτήσεις των εναγομένων. Η εταιρεία Hydrotech Water and Environmental Engineering Ltd με επιστολή της ημερομηνίας 7.8.2003 (Τεκμήριο 8) ζήτησε από τους εναγόμενους όπως κατά την αξιολόγηση των προσφορών λάβουν υπόψη ότι ο κατάλογος των έργων που υποβλήθηκε από τους ενάγοντες στις 21.5.2003 δεν αναφερόταν σε έργα που εκτελέστηκαν από τους ενάγοντες. Με επιστολή τους ημερομηνίας 8.8.2003 (Τεκμήριο 9) οι εναγόμενοι ζήτησαν από τους ενάγοντες διευκρινίσεις σε σχέση με τον κατάλογο των παρομοίων έργων που υπεβλήθησαν με την προσφορά τους και οι ενάγοντες με επιστολή τους ημερομηνίας 25.8.2003 (Τεκμήριο 10) απάντησαν ότι όλα τα έργα που είχαν δηλώσει κατασκευάστηκαν από αυτούς. Με επιστολή τους ημερομηνίας 3.9.2003 (Τεκμήριο 11) οι εναγόμενοι ζήτησαν από τους ενάγοντες να τοποθετηθούν στους ισχυρισμούς του δικηγόρου της προαναφερθείσας εταιρείας ότι τα έργα κατασκευάστηκαν από την εταιρεία Euromarket ΑΕ (ΕΛΛΑΣ) και όχι από τους ενάγοντες. Με επιστολή των δικηγόρων τους ημερομηνίας 4.9.2003 (Τεκμήριο 12), οι ενάγοντες απάντησαν ότι ο διευθύνων σύμβουλος τους Στάθης Κυριάκου είναι το ίδιο πρόσωπο που ελέγχει τις εταιρείες S. Kyriakou Euromarket Ltd και SV Euromarket Environmental Protection Systems (Overseas) Ltd, με αποτέλεσμα οι ενάγοντες να είναι τα ίδια πρόσωπα που εκτέλεσαν τα έργα σύμφωνα με τον κατάλογο που υποβλήθηκε στους εναγόμενους. Παρουσίασαν οι ενάγοντες, επίσης, αποδεικτικά στοιχεία εκτέλεσης όλων των έργων σε επίσκεψη τους στους εναγόμενους στις 12.9.2003, όπου δόθηκαν στοιχεία υπό μορφή συμβολαίων ή και πιστοποιητικών εκτέλεσης ή και τιμολογίων για τα έργα που είχαν εκτελεστεί από την εταιρεία SV Euromarket Environmental Protection Systems (Overseas) Ltd και οι ενάγοντες ήταν οι υπεργολάβοι που είχαν την ευθύνη για τον σχεδιασμό, κατασκευή και εγκατάσταση των συστημάτων, ενόσω η εν λόγω εταιρεία είχε δημιουργηθεί λόγω του ειδικού ευνοϊκού φορολογικού καθεστώτος για εκτέλεση έργων εκτός Κύπρου (βλ. Τεκμήριο 10). Με επιστολή τους ημερομηνίας 5.9.2003 (Τεκμήριο 13) οι εναγόμενοι ζήτησαν από τους ενάγοντες τα συμβόλαια των έργων που είχαν εκτελεστεί και μετά το αίτημα των εναγόντων μέσω των δικηγόρων τους για παράταση του χρόνου υποβολής των εν λόγω στοιχείων με επιστολή ημερομηνίας 8.9.2003 (Τεκμήριο 14), οι εναγόμενοι απάντησαν με επιστολή τους ημερομηνίας 9.9.2003 (Τεκμήριο 15) και στις 12.9.2003 οι ενάγοντες παρέδωσαν στα γραφεία των εναγομένων τα συμβόλαια των έργων που είχαν εκτελέσει. Σε σχέση με αυτά τα γεγονότα οι εναγόμενοι απέστειλαν επιστολή ημερομηνίας 15.9.2003 (Τεκμήριο 16) στον προαναφερθέντα Άγγλο εμπειρογνώμονα και στη συνεδρία τους ημερομηνίας 23.9.2003 (Τεκμήριο 17) οι εναγόμενοι εισηγήθηκαν όπως το άνοιγμα του οικονομικού φακέλου για τους τρεις προσφοροδότες, που είχαν επιτύχει στην τεχνική αξιολόγηση, γίνει στην επόμενη συνεδρία. Με επιστολή του σε ηλεκτρονική μορφή ημερομηνίας 16.9.2003 (Τεκμήριο 18) ο Άγγλος εμπειρογνώμονας ανέφερε ότι οι πληροφορίες που του αποστάληκαν δεν επηρεάζουν την τελική του βαθμολογία για τους ενάγοντες, που τους είχε βαθμολογήσει ως τους καλύτερους προσφοροδότες. Σε συνεδρία ημερομηνίας 7.10.2003, η Επιτροπή Τεχνικής Αξιολόγησης των προσφορών επιβεβαίωσε τα βασικά αποτελέσματα της αξιολόγησης του Άγγλου εμπειρογνώμονα, ότι δηλαδή οι τρεις προσφορές που προαναφέρθηκαν πληρούν τους τεχνικούς όρους της Προσφοράς. Από τα πρακτικά της εν λόγω συνεδρίας (Τεκμήριο 19) προκύπτει ότι συζητήθηκαν επικρίσεις και παρατηρήσεις του εκπροσώπου του ΕΤΕΚ και σημειώθηκε η διαφωνία της Επιτροπής με επιμέρους πτυχές της αξιολόγησης του Άγγλου εμπειρογνώμονα, χωρίς ωστόσο να αμφισβητηθεί η άποψη του ότι οι ενάγοντες ήταν προσοντούχοι, η δε τελική βαθμολογία για το σύνολο των κριτηρίων φαίνεται στη σελίδα 7 των πρακτικών, με τους ενάγοντες να έχουν λάβει 84%, το ενδιαφερόμενο μέρος - επιτυχόντες 85% και η άλλη προσφοροδότης εταιρεία 87%. Σε συνεδρία του ημερομηνίας 8.10.2003 (βλ. Τεκμήριο 20) το Συμβούλιο των εναγομένων απεφάσισε όπως διορίσει νέα Επιτροπή Αξιολόγησης από ειδικούς στα συστήματα επεξεργασίας των οικιακών αποβλήτων των Συμβουλίων Αποχετεύσεων των Δήμων, ορίζοντας και τα μέλη της, και να ζητήσει παράταση της ισχύος των προσφορών. Με σημείωμα τους ημερομηνίας 8.10.2003 οι εναγόμενοι εξήγησαν τις θέσεις τους (Τεκμήριο 21). Με επιστολή της-έκθεση ημερομηνίας 30.10.2003 (Τεκμήριο 22) προς τον Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου των εναγομένων, η νέα Επιτροπή Αξιολόγησης κατέγραψε τις παρατηρήσεις της για τις προσφορές που υπεβλήθησαν, επισημαίνοντας τον όρο στο Έγγραφο ΙΙ, παράγρ. 1.3(
- c)της Προσφοράς, που περιόριζε το δικαίωμα συμμετοχής στο διαγωνισμό απαιτώντας προηγούμενη πείρα σε τουλάχιστον 5 έργα παρόμοιας φύσης. Σε συνεδρία του ημερομηνίας 4.11.2003 (Τεκμήριο 23) το Συμβούλιο των εναγομένων απεφάσισε να κατακυρώσει την Προσφορά στην εταιρεία Hydrotech SA Slovak Republic, σαν τη μόνη αποδεκτή προσφοροδότη, για το ποσό των £454.124. Οι ενάγοντες με επιστολή τους ημερομηνίας 28.11.2003 (Τεκμήριο 24) προς τον Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου των εναγομένων και τον Πρόεδρο της Ένωσης Δήμων, παραπονέθηκαν για την άνιση μεταχείριση τους σε σχέση με τις άλλες υποβληθείσες προσφορές. Σε συνεδρία τους ημερομηνίας 2.12.2003 (Τεκμήριο 25) οι εναγόμενοι έλαβαν υπόψη τη συνολική προσφορά της εταιρείας Hydrotech SA Σλοβακίας, κατακυρώνοντας την Προσφορά σ' αυτήν, μετά την έκπτωση, στο ποσό των £434.124 και με επιστολή τους ημερομηνίας 19.1.2004 (Τεκμήριο 26) ενημέρωσαν τους ενάγοντες ότι η προσφορά τους δεν είχε γίνει αποδεκτή. Εναντίον της εν λόγω απόφασης των εναγομένων, οι ενάγοντες κατεχώρησαν την προσφυγή και το Ανώτατο Δικαστήριο ακύρωσε την απόφαση για την κατακύρωση της Προσφοράς στην προαναφερθείσα εταιρεία λόγω του ότι δεν δόθηκε αιτιολογία γιατί οι ενάγοντες δεν ήταν προσοντούχοι σε αντίθεση με την αρχική έκθεση του εμπειρογνώμονα και της πρώτης Τεχνικής Επιτροπής, που έκριναν ότι όχι μόνο ήταν προσοντούχοι αλλά και ότι είχαν την καλύτερη βαθμολογία (αντίγραφο της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερομηνίας 5.4.2006 κατατέθηκε ως Τεκμήριο 27). Αναλύοντας τη θέση των εναγόντων και τους λόγους για τους οποίους η προσφορά τους ήταν καθόλα νομότυπη και έγκυρη και θα έπρεπε να κριθούν ως προσοντούχοι και να τους κατακυρωθεί η Προσφορά, ο ΜΕ εισηγήθηκε ότι ως αποτέλεσμα της παράνομης κατακύρωσης της Προσφοράς σε άλλο προσφοροδότη, οι ενάγοντες έχουν υποστεί ζημιά που ανέρχεται στο αξιούμενο με την αγωγή ποσό, αντίστοιχο του ποσού των €210.733,37, πλέον νόμιμο τόκο και έξοδα. Κατόπιν αναλυτικής παράθεσης των επί μέρους ποσών, σύμφωνα με τον ΜΕ η οικονομική απώλεια των εναγόντων σχετίζεται με το κόστος υποβολής προσφοράς προς τους εναγόμενους ύψους £4.206,06 (€7.289), πλέον την απώλεια κέρδους/διαφυγόν κέρδος με βάση τους εξελεγμένους λογαριασμούς τους (Τεκμήριο 28) ύψους £115.410,63 (€197.190,61) και με δικηγορικά έξοδα ύψους £3.450 (€5.894,67). Έχοντας οι ενάγοντες αποστείλει στους εναγόμενους επιστολή ημερομηνίας 29.8.2006 (Τεκμήριο 29) ζητώντας την καταβολή του υπό αναφορά ποσού εντός ενός μηνός, δεν έλαβαν οποιαδήποτε απάντηση. Κατά τον ΜΕ, αν δεν λαμβάνετο η επίδικη απόφαση από τους εναγόμενους όπως απεφάσισε το Ανώτατο Δικαστήριο, δεδομένου ότι τεχνικά και οικονομικά οι ενάγοντες ήταν οι καλύτεροι προσφοροδότες, οι εναγόμενοι θα έπρεπε να τους κατακυρώσουν την Προσφορά. Ο ΜΥ1, αναπληρωτής διευθυντής των εναγομένων από τον Οκτώβριο του 2011 και προηγουμένως διευθυντής του εργοστασίου Κεντρικού Σφαγείου Κοφίνου, αναφέρθηκε στη λειτουργία του Σφαγείου και στην ανάγκη αναβάθμισης του μετά την είσοδο της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ως αναφέρουν οι εναγόμενοι στην υπεράσπιση τους και παρατέθηκε πιο πάνω. Με αναφορά στην Προσφορά - Τεκμήριο 1, ο ΜΥ1 υπέδειξε ως ουσιώδεις όρους αυτής ότι οι προσφοροδότες έπρεπε να είχαν προηγούμενη πείρα σε πέντε τουλάχιστον έργα της ίδιας φύσης παραπέμποντας στην παράγραφο 1.3(
- c)του Τεκμηρίου 1, ότι προσφορές που δεν ανταποκρίνοντο στις βασικές οδηγίες σύμφωνα με τα έγγραφα δυνατόν να μην αξιολογούντο και μπορούσε να καταταχθούν ως μη έγκυρες παραπέμποντας στην παράγραφο 3.0 του Τεκμηρίου 1, ότι οι εναγόμενοι δεν ήταν υποχρεωμένοι να αποδεχθούν το χαμηλότερο προσφοροδότη ή οποιονδήποτε από τους προσφοροδότες και μπορούσαν να απορρίψουν οποιαδήποτε προσφορά ή να εγκαταλείψουν τη διαδικασία Προσφοράς κατά τη βούληση τους παραπέμποντας στην παράγραφο 5.0 του Τεκμηρίου 1 καθώς και ότι όλα τα δεδομένα και οι πληροφορίες που ζητούντο από τους προσφοροδότες θα πρέπει να είναι πλήρεις, συγκεκριμένες και ορθές και η προσφορά μπορούσε να ακυρωθεί και να καταταχθεί ως μη έγκυρη λόγω ατέλειας, ασάφειας ή λανθασμένης παροχής πληροφοριών παραπέμποντας στην παράγραφο 3.4 του Τεκμηρίου 1. Μετά την υποβολή έξι προσφορών, μεταξύ των οποίων και η προσφορά των εναγόντων, ο ΜΥ1 υποστήριξε ότι με την αξιολόγηση των υποβληθεισών προσφορών φάνηκε ότι οι ενάγοντες δεν πληρούσαν τα προσόντα διότι δεν είχαν την απαιτούμενη προηγούμενη πείρα και γι' αυτό απεκλείσθησαν χωρίς να ανοιχθεί ο οικονομικός τους φάκελος. Κάνοντας αναφορά στη συνέχεια στο ιστορικό της υπόθεσης, όπως έχει παρατεθεί στη σύνοψη της μαρτυρίας του ΜΕ και συγκεκριμένα σε όσα σχετίζονται με τα Τεκμήρια 3-5, ο ΜΥ1 υπέδειξε ότι ο ρόλος του Άγγλου ειδικού εμπειρογνώμονα ήταν συμβουλευτικός και το τελικό αποτέλεσμα επαφίετο στην κρίση της Επιτροπής Αξιολόγησης προσφορών, σύμφωνα δε με τον εν λόγω εμπειρογνώμονα κανείς από τους έξι προσφοροδότες δεν πληρούσε τις απαιτήσεις και χρειάζοντο να γίνουν βελτιώσεις μέσω διαβουλεύσεων, ενόσω διακρίνοντο τρεις εργολάβοι που θα ικανοποιούσαν περισσότερο τις απαιτήσεις, μεταξύ των οποίων οι ενάγοντες και οι δύο άλλες εταιρείες που προαναφέρθηκαν. Ο ΜΥ1 αναφέρθηκε, επίσης, στη μεταγενέστερη αλληλογραφία και συγκεκριμένα στην επιστολή του δικηγόρου κ. Τυπογράφου, που εκπροσωπούσε την εταιρεία Euromarket Environmental Protection Systems SA και απεστάλη στους ενάγοντες για τις απόψεις τους (Τεκμήριο 11), στην απάντηση των δικηγόρων των τελευταίων (Τεκμήριο 12) καθώς και στις επιστολές που ανταλλάγησαν μεταξύ εναγομένων και εναγόντων για τη διερεύνηση του θέματος (Τεκμήρια 13, 14 και 15). Αναφέρθηκε περαιτέρω στην αλληλογραφία μεταξύ των εναγομένων και του Άγγλου εμπειρογνώμονα αναφορικά με τα αποτελέσματα της διενεργηθείσας διερεύνησης του θέματος (Τεκμήρια 16 και 18), όπου ο εν λόγω εμπειρογνώμονας επέμενε όπως διατηρηθεί η προηγούμενη του βαθμολογία. Με αναφορά στο Τεκμήριο 17, ο ΜΥ1 υπέδειξε ότι σε συνεδρία του Συμβουλίου Προσφορών αποφασίστηκε ότι, παρόλο που μερικά από τα έργα που έγιναν στην Κύπρο είχαν γίνει από τους ενάγοντες, για τα έργα του εξωτερικού νομικά υπεύθυνη ήταν η Ελληνική εταιρεία και οι ενάγοντες εκτέλεσαν σαν υπεργολάβοι αυτής το τεχνικό μέρος του έργου. Αναφερόμενος στο περιεχόμενο του Τεκμηρίου 19, όπου στην προτελευταία σελίδα φαίνεται η διαμόρφωση της τελικής βαθμολογίας των τριών προσφοροδοτών καθώς και παρατηρήσεις και εισηγήσεις για διόρθωση των αποτελεσμάτων της αξιολόγησης της Προσφοράς, ο ΜΥ1 υπέδειξε ότι στη συνεδρία του Συμβουλίου των εναγομένων ημερομηνίας 8.10.2003 (Τεκμήριο 20) αποφασίστηκε ομόφωνα όπως η τεχνική αξιολόγηση της Προσφοράς γίνει από νέα Επιτροπή Αξιολόγησης με ειδικούς στα συστήματα επεξεργασίας οικιακών αποβλήτων των Συμβουλίων Αποχετεύσεων των Δήμων και ορίστηκε νέα επιτροπή. Κατόπιν νέας αξιολόγησης το Συμβούλιο των εναγομένων αποφάσισε, παρά το παράπονο που εξέφρασαν οι ενάγοντες για το χειρισμό της εταιρείας τους, την κατακύρωση της Προσφοράς στην εταιρεία Hydrotech A.S. Slovak Republic (Τεκμήρια 22-25). Μετά την κοινοποίηση εκ μέρους των εναγομένων προς τους ενάγοντες της απόφασης τους περί μη αποδοχής της προσφοράς των τελευταίων (Τεκμήριο 26), οι ενάγοντες κατεχώρησαν την προσφυγή και το Δικαστήριο εξέδωσε την απόφαση του (Τεκμήριο 27), ακυρώνοντας την απόφαση των εναγομένων για κατακύρωση της Προσφοράς λόγω έλλειψης αιτιολογίας, που αποτελεί τυπικό λόγο. Σύμφωνα με τον ΜΥ1, ο οποίος κατέθεσε ως Τεκμήριο 32 πιστά αντίγραφα της καταχωρηθείσας δικογραφίας στο Ανώτατο Δικαστήριο, εφόσον δεν ανοίχθηκε ο οικονομικός φάκελος των εναγόντων δεν μπορεί να θεωρηθεί ως δεδομένο ότι αν δεν κατεκυρώνετο η Προσφορά στο ενδιαφερόμενο μέρος, αυτή θα κατεκυρώνετο στους ενάγοντες, οι οποίοι, πέραν του ότι δεν δικαιούνται σε οποιαδήποτε θεραπεία, το καθαρό κέρδος που ζητούν είναι εξωφρενικό ή και ανήκουστο. Ο ΜΥ2, λογιστής από το 1973, όντας στην υπηρεσία των εναγομένων τα τελευταία 11 χρόνια ως υπεύθυνος λογιστηρίου, διεφώνησε με την οικονομική ανάλυση και υπολογισμό του διαφυγόντος κέρδους που έγινε από τον ΜΕ. Υποστηρίζοντας ότι οι ενάγοντες δεν δικαιούνται οποιοδήποτε ποσό ως ζημιά καθότι δεν πληρούσαν τις σχετικές προϋποθέσεις για να διεκδικούν απώλειες ή ζημιές, ούτε και έχει ανοιχθεί ο οικονομικός φάκελος της προσφοράς που να καταδεικνύει κοστολόγηση του έργου, ο ΜΥ2 ανέφερε ότι η μεθοδολογία που χρησιμοποίησαν οι ενάγοντες είναι πολύ πρόχειρη και γενική για να στοιχειοθετήσει απώλεια κέρδους καθότι δεν παρουσιάστηκε προϋπολογισμός του έργου και/ή ανάλυση των εξόδων από τα οποία θα αφαιρείτο το ποσό που θα εισέπρατταν από τους εναγόμενους για το έργο, δεν παρουσιάστηκε κατάλογος των έργων με καταγραφή των εξόδων ανά έργο και λεπτομέρειες έναρξης και λήξης κάθε έργου και δεν παρουσιάστηκαν έγγραφα που να καταδεικνύουν τον προϋπολογισμό, το κόστος και τις εισπράξεις κάθε έργου, ούτε στοιχεία για εργοδότηση προσωπικού και για πρώτες ύλες. Δεν παρουσιάστηκαν, επίσης, λεπτομέρειες για τη μέθοδο υπολογισμού του μικτού κέρδους της συγκεκριμένης ή άλλης χρονιάς. Επεξηγώντας τον όρο «μικτό κέρδος» καθώς και τις προγενέστερες θέσεις του, ο ΜΥ2 θεώρησε τη μέθοδο του ΜΕ αντίθετη με τις συνήθεις λογιστικές πρακτικές, υποστηρίζοντας ότι ο υπολογισμός του μικτού κέρδους της χρονιάς βάσει του Τεκμηρίου 28 μπορεί να είναι παραπλανητικός, ιδιαίτερα λόγω της μεγάλης αύξησης των αποθεμάτων για το έτος 2004. Εκθέτοντας διάφορα ενδεχόμενα δυνάμει των οποίων μπορεί να παρουσιάζονται αυξημένα τα αποθέματα, υποστήριξε ότι θα έπρεπε να αναλυθεί η μέθοδος υπολογισμού των αποθεμάτων του έτους 2004 και του έτους 2003 για να διαφανεί αν υπάρχει διαφορά των μεθόδων για τα δύο αυτά έτη ή να δίδοντο αναλύσεις έργων της προηγούμενης χρονιάς για να φανεί αναλυτικά το μικτό κέρδος. Επίσης, το μικτό κέρδος της χρονιάς μπορεί να είναι παραπλανητικό σε περίπτωση που έργα συνεχίζονται στην επόμενη λογιστική χρονιά οπότε το μικτό κέρδος και κατ' επέκταση και το καθαρό κέρδος επηρεάζονται από την κατανομή των εξόδων και των αποθεμάτων όσον αφορά το μέρος του έργου που εκτελείται στην επόμενη λογιστική περίοδο. Κατά το μάρτυρα, ο υπολογισμός των εναγόντων ότι υπάρχει μικτό κέρδος 31,7% για το έτος 2004 είναι παραπλανητικός και δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως βάση υπολογισμού απώλειας κέρδους από το συγκεκριμένο ή οποιοδήποτε άλλο έργο. Επεξηγώντας την έννοια του «καθαρού κέρδους» θεωρεί ότι γίνεται λανθασμένος υπολογισμός του καθαρού κέρδους εφόσον οι ενάγοντες θα έπρεπε να αφαιρέσουν τα έξοδα διαχείρισης και πωλήσεων, που θα αναλογούσαν στο έργο με βάση το μέγεθος του σε αναλογία με τον κύκλο εργασιών, αναλύοντας τα ποσοστά καθαρού κέρδους στην παρούσα περίπτωση. Υποστήριξε, επίσης, ότι τα έξοδα υποβολής της προσφοράς θα έπρεπε να αφαιρεθούν από τα έξοδα διαχείρισης και πώλησης καθότι οι ενάγοντες δεν θα έπαιρναν τα έξοδα προσφοράς αν κατασκεύαζαν το έργο. Κατέληξε ότι για τον καθορισμό της τιμής ενός έργου υπολογίζεται πρώτα το συνολικό κόστος του έργου, που αποτελείται από το κόστος εργασιών του έργου και την αναλογία των εξόδων διαχείρισης και πώλησης του έργου σε σχέση με την αναλογία του έργου με τον κύκλο εργασιών. Στο ποσό αυτό προστίθεται και ένα ποσοστό που υπολογίζεται ως το καθαρό κέρδος, ενώ τα προαναφερθέντα έξοδα θα έπρεπε να αφαιρεθούν από το μικτό κέρδος. Αγορεύοντας οι συνήγοροι υποστήριξαν τις αντίστοιχες θέσεις τους με αναφορά στα γεγονότα της υπόθεσης και τη σχετική νομολογία. Ο κ. Οικονομίδης εισηγήθηκε ότι οι ενάγοντες δεν απέδειξαν ότι συνεπεία της ακύρωσης της επίδικης απόφασης των εναγομένων από το Ανώτατο Δικαστήριο, για τυπικό λόγο, υπέστησαν ζημιά ως άμεση συνέπεια της ακυρωτικής απόφασης ώστε να δικαιούνται αποζημίωσης δυνάμει του άρθρου 146
(6)του Συντάγματος. Περαιτέρω εφόσον οι ενάγοντες δεν απέδειξαν ότι θα ήταν οι επιτυχόντες προσφοροδότες, καθότι δεν πληρούσαν τις προδιαγραφές ως προσφοροδότες, δεν δικαιούνται το αξιούμενο ποσό ως αποζημιώσεις ενόσω μάλιστα το αξιούμενο ποσό όσον αφορά το διαφυγόν κέρδος είναι υπερβολικό και δεν αποδείχθηκε. Ως προς τα έξοδα υποβολής της προσφοράς δεν θα έπρεπε να διεκδικούνται ταυτόχρονα με την απώλεια κέρδους εφόσον δεν θα τα δικαιούντο οι ενάγοντες αν έπαιρναν την Προσφορά, τα δε δικηγορικά έξοδα της προσφυγής επιδικάστηκαν υπέρ τους από το Ανώτατο Δικαστήριο ενόσω τα έξοδα της αγωγής θα αποφασιστούν στο τέλος της παρούσας διαδικασίας. Αντίθετα, η κα Παρτασίδου υποστήριξε ότι από την προσαχθείσα μαρτυρία αποδείχθηκε ότι συνεπεία της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου με την οποία ακυρώθηκε η κατακύρωση της Προσφοράς σε άλλο προσφοροδότη, πληρούνται, υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, οι προϋποθέσεις του άρθρου 146
(6)του Συντάγματος και οι ενάγοντες δικαιούνται ως αποζημιώσεις το απαιτούμενο ποσό που, ως αποδείχθηκε, αντικατοπτρίζει τις ζημιές που έχουν υποστεί εφόσον απέδειξαν ότι θα ήταν οι επιτυχόντες προσφοροδότες. Με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης και τους αμφισβητούμενους ισχυρισμούς, προκύπτει ότι επίδικα θέματα της παρούσας αγωγής αποτελούν αφενός, κατά πόσο οι ενάγοντες δικαιούνται αποζημιώσεις ως συνέπεια της προαναφερθείσας ακυρωτικής απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην προσφυγή και αφετέρου, αν η απάντηση είναι καταφατική, σε ποιο ποσό ανέρχονται οι ζημιές που έχουν υποστεί οι ενάγοντες. Οι αρχές βάσει των οποίων εφαρμόζεται η παράγραφος 6 του άρθρου 146 του Συντάγματος ανακεφαλαιώνονται στην απόφαση Νίκολας ν. Δημοκρατίας
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 983. Έχει κριθεί στη νομολογία, που αναφέρθηκε στην εν λόγω απόφαση, ότι η ακύρωση διοικητικής απόφασης δεν θεμελιώνει αφ΄ εαυτής δικαίωμα για αποζημίωση από Πολιτικό Δικαστήριο. Τέτοιο δικαίωμα εγείρεται εφόσον η αξίωση του επιτυγχάνοντος την ακύρωση δεν ικανοποιηθεί από το αρμόδιο όργανο, αρχή ή πρόσωπο. Η αποκατάσταση της νομιμότητας αποτελεί ευθύνη του αρμόδιου διοικητικού οργάνου στο πεδίο του δημοσίου δικαίου, παράλειψη του οποίου αποτελεί παράλειψη εκπλήρωσης υποχρέωσης που θέτει το άρθρο 146.5 του Συντάγματος, που επιβάλλει την ενεργό συμμόρφωση με την ακυρωτική απόφαση (βλ. επίσης, Vnukovo Airlines (V.A.) κ.α. ν. Γενικού Εισαγγελέα
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 969, Ιωάννου ν. Κ.Ο.Α.
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1047, Καπνίσης ν. Αρχής Λιμένων Κύπρου
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 1515, Γενικός Εισαγγελέας κ.α. ν. Ταλιαδώρου κ.α.
(2005)1(Α) Α.Α.Δ. 586). Όπως λέχθηκε στην απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κύπρου
(1999)1(Α) Α.Α.Δ 342, όπου υιοθετήθηκε σχετική προσέγγιση Ελληνικού συγγράμματος, η παράλειψη εξάλειψης της ακυρωθείσας πράξης δεν τεκμηριώνει αφ΄ εαυτής ζημιά, καθότι η ζημιά πρέπει να αποδειχθεί και συνίσταται στην απώλεια ή βλάβη, την οποία ο ενάγων υφίσταται, λόγω της πράξης που στοιχειοθετεί το αγώγιμο δικαίωμα, το οποίο, όπως παρέχεται από το άρθρο 146.6 του Συντάγματος, είναι ιδιόμορφο (cause sui generis). Η αποζημίωση, όπως έχει καθοριστεί στη νομολογία, είναι δίκαιη και εύλογη αποζημίωση που κρίνεται υπό τις περιστάσεις ορθό να αποδοθεί στον ζημιωθέντα διάδικο, αποτελεί δε ιδιάζον δικαίωμα που δεν σχετίζεται με τις συνήθεις αποζημιώσεις του αστικού δικαίου, διαφέροντας ακόμα και ο τρόπος υπολογισμού της ζημιάς δεδομένου ότι η θεραπεία αυτή ανήκει στο δίκαιο της επιείκειας (βλ. Frangoulides v. Republic
(1982)1 C.L.R. 462). Στην απόφαση Νίκολας ν. Δημοκρατίας (πιο πάνω) κρίθηκε εν τέλει ότι ζήτημα αποζημίωσης τίθεται μόνο εφόσον η ζημιά προκλήθηκε από την ακυρωθείσα απόφαση ή προέκυψε ως άμεση συνέπειά της. Θεωρήθηκε, από την πλειοψηφία, ότι για να μπορούσε να επιτύχει στην αξίωσή του ο εφεσείων έπρεπε να είχε αποδείξει ότι θα εξασφάλιζε διορισμό αν δεν παρεμβαλλόταν η ακυρωθείσα πράξη. Επειδή δεν προσφέρθηκε τέτοια απόδειξη το βάθρο της απαίτησης του κρίθηκε ότι είχε καταρρεύσει. Θεωρήθηκε δηλαδή ότι δεν προκλήθηκε ζημιά γιατί ο συγκεκριμένος εφεσείων δεν είχε αποδείξει ότι θα ήταν ένας επιτυχών υποψήφιος. Παρακολούθησα με πολλή προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενόρκως ενώπιον μου. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας τους μέσα από τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, έγινε με γνώμονα, μεταξύ άλλων, τις γνώσεις τους για τα επίδικα γεγονότα, τις αντιδράσεις και τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα σε συνδυασμό με το στάδιο που ανέκυψε η μαρτυρία τους, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, καθώς και τη μνήμη, ειλικρίνεια και τρόπο αφήγησης των γεγονότων (Bauer v. Ηροδότου & Υιοί Λτδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 325, Λάρκου ν. Παναγή
(1996)1(Α) Α.Α.Δ 80, Ζαβρού ν. Χαραλάμπους
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 447, Ζαμπάς ν. Α & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1(Β) A.A.Δ. 820). Κατά την ακροαματική διαδικασία της υπόθεσης παρέμειναν αναμφισβήτητα γεγονότα όσα αφορούν το ιστορικό της υπόθεσης και ειδικότερα η προκήρυξη της Προσφοράς, η αλληλογραφία που επακολούθησε μεταξύ των διαδίκων μετά την υποβολή της προσφοράς των εναγόντων, η διαδικασία που οδήγησε στην κατακύρωση από τους εναγόμενους της Προσφοράς στην εταιρεία Hydrotech A.S. - Slovak Republic, η έκδοση της ακυρωτικής απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου μετά την προσφυγή και η υποβολή της απαίτησης των εναγόντων στους εναγόμενους για την καταβολή του αξιούμενου ποσού πριν την καταχώρηση της παρούσας αγωγής. Συνεπώς, τα παρατεθέντα γεγονότα σχετικά με τα θέματα αυτά στη σύνοψη της μαρτυρίας των ΜΕ και ΜΥ1 και ως προκύπτουν από τα Τεκμήρια 1-27 και 29, τα οποία κατατέθηκαν από τον ΜΕ, αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου, χωρίς βεβαίως να είναι αποδεκτά τα συμπεράσματα των μαρτύρων αυτών ή η κρίση τους επί του περιεχομένου των Τεκμηρίων. Πέραν της αμφισβήτησης εκ μέρους των εναγομένων ότι οι ενάγοντες δικαιούνται αποζημιώσεις δυνάμει του άρθρου 146
(6)του Συντάγματος καθώς και ως προς το ύψος τους, παρουσιάζεται διάσταση στις θέσεις των δυο πλευρών που αφορά την ερμηνεία των όρων της Προσφοράς και της αξιολόγησης των προσφοροδοτών από τον Άγγλο ειδικό εμπειρογνώμονα καθώς και των αποφάσεων των δυο Επιτροπών Αξιολόγησης που οδήγησαν τους εναγόμενους στον αποκλεισμό των εναγόντων ως προσοντούχων με αποτέλεσμα την κατακύρωση της Προσφοράς στην εταιρεία Hydrotech A.S. - Slovak Republic. Κρίνεται πρωταρχικά ουσιώδης η αναφορά στην ακυρωτική απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην προσφυγή (Τεκμήριο 27), που ως είναι αναμφισβήτητο εκδόθηκε στις 5.4.2006 και ιδιαίτερα στους λόγους ακύρωσης της διοικητικής απόφασης κατακύρωσης της επίδικης Προσφοράς. Στην εν λόγω απόφαση το Ανώτατο Δικαστήριο μετά την παράθεση των γεγονότων που, ως είναι παραδεκτά και στην παρούσα διαδικασία, οδήγησαν στην κατακύρωση της Προσφοράς στην εταιρεία Hydrotech A.S. - Slovak Republic, παραθέτοντας επίσης όρους της Προσφοράς και αποσπάσματα των πρακτικών της νέας Επιτροπής Αξιολόγησης και των εναγομένων, έκρινε αφενός ότι εντοπίστηκαν αδυναμίες στην Προσφορά από τη νέα Επιτροπή Αξιολόγησης της και αφετέρου ότι έλειπε η αιτιολογία της κρίσης του Συμβουλίου των εναγομένων ως προς την κατάληξη τους ότι οι ενάγοντες δεν ήταν προσοντούχοι, χωρίς ωστόσο να προβεί σε οποιοδήποτε εύρημα ως προς το κατά πόσον οι ενάγοντες, εκεί αιτητές, ήταν προσοντούχοι ή όχι. Συγκεκριμένα λέχθηκε ότι: «Είναι παράξενο που στα πρακτικά δεν περιέχεται ο,τιδήποτε από το οποίο να φαίνεται είτε ότι το Συμβούλιο κατηύθυνε την προσοχή του στις σοβαρές αδυναμίες τις οποίες η νέα Επιτροπή εντόπισε στην Προσφορά είτε ότι προβληματίστηκε από την κατάληξη πως προσοντούχος προσφοροδότης ήταν μόνο ένας, με αποτέλεσμα να εξουδετερώνεται η ανταγωνιστικότητα που βρίσκεται στην καρδιά του συστήματος προσφορών. Μια από τις αδυναμίες, στις οποίες αναφέρθηκε η νέα Επιτροπή, είχε άμεση σχέση με το υπό αναφορά ζήτημα του αποκλεισμού των αιτητών.» Και αφού παρατέθηκε το σχετικό μέρος (3.0) (
- a)της παραγράφου 3, στη σελίδα 4 της Εισαγωγής, «Αξιολόγηση Προσφορών», την οποία υπέδειξε η νέα Επιτροπή, λέχθηκαν τα εξής: «Χρειαζόταν, το λιγότερο, η από μέρους του Συμβουλίου συζήτηση της σχέσης μεταξύ της ανωτέρω τελευταίας υποπαραγράφου με τον προαναφερθέντα όρο 1.3 (c), σε συνάρτηση με τις παραγράφους (
- a)και (
- b)του εν λόγω όρου, για να εξηγηθεί η κατάληξη του Συμβουλίου ότι ως ζήτημα ερμηνείας των προνοιών της Προσφοράς οι αιτητές δεν ήταν προσοντούχοι. Είναι, κατά την άποψη μου, προφανής η έλλειψη αιτιολογίας.» Μετά την έκδοση της εν λόγω ακυρωτικής απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου, από τα αναμφισβήτητα γεγονότα προκύπτει ότι οι ενάγοντες με επιστολή τους ημερομηνίας 29.8.2006 (Τεκμήριο 29) ζήτησαν από τους εναγόμενους την καταβολή του αξιούμενου με την παρούσα αγωγή ποσού εντός ενός μηνός και λόγω της μη λήψης οποιασδήποτε απάντησης προχώρησαν στην καταχώρηση της υπό κρίση αγωγής. Η ακύρωση της προσβληθείσας απόφασης έγινε από το Ανώτατο Δικαστήριο βάσει του άρθρου 146.4(β) του Συντάγματος, δηλαδή με την κήρυξη της απόφασης άκυρης και «εστερημένης οποιουδήποτε αποτελέσματος». Σύμφωνα με την παράγραφο 5 του άρθρου 146 του Συντάγματος, η εν λόγω απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου δεσμεύει κάθε Δικαστήριο, όργανο ή αρχή της Δημοκρατίας και «τα περί ών όργανα, αρχαί ή πρόσωπα υποχρεούνται εις ενεργόν συμμόρφωσιν προς ταύτην». Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Μαυρονύχης ν. Αρχής Βιομ. Καταρτίσεως
(1995)1 Α.Α.Δ. 612, το κατά πόσον το όργανο ή η αρχή εκπλήρωσε την υποχρέωση της να συμμορφωθεί με την ακυρωτική απόφαση δεν είναι ζήτημα που συνάπτεται προς την ίδια την ακυρωτική απόφαση. Στην ίδια υπόθεση με αναφορά στην υπόθεση Frangoulides v. Republic (πιο πάνω), επισημάνθηκε ότι παράλειψη της διοίκησης για άρση κάθε πτυχής της άκυρης απόφασης και λήψη της κατάλληλης ενέργειας προς συμμόρφωση με την ακυρωτική απόφαση, αντιμετωπίζεται με νέο αναθεωρητικό έλεγχο. Στην απόφαση της πλειοψηφίας στην υπόθεση Νίκολας ν. Δημοκρατίας (πιο πάνω) επισημάνθηκε ότι η παράλειψη της διοίκησης να ανακαλέσει και να επανεξετάσει την υπόθεση μετά την ακύρωση της απόφασης της λόγω έλλειψης της δέουσας έρευνας υπόκειται σε αναθεωρητικό έλεγχο. Από αναφορές σε σχετικά Ελληνικά συγγράμματα στην υπόθεση εκείνη προβάλλει ότι η ακύρωση συνεπεία ελλείψεως αιτιολογίας ή ελλιπούς αιτιολογίας αντιμετωπίζεται με την προσθήκη της δέουσας αιτιολογίας κατά την επανεξέταση του θέματος από την διοίκηση (βλ. σύγγραμμα Κυριακόπουλου «Ελληνικόν Διοικητικόν Δίκαιον», 4η έκδοση, 1961, Τόμος Γ, σελ.154-155). Στην παρούσα υπόθεση, εφόσον η ακύρωση της προσβληθείσας απόφασης των εναγομένων επήλθε λόγω έλλειψης αιτιολογίας, έχω την άποψη ότι το αρχικό αίτημα των εναγόντων προς τους εναγόμενους θα έπρεπε να αφορούσε την ενεργό συμμόρφωση τους στην ακυρωτική απόφαση με την υποβολή της απαίτησης τους. Στη συνέχεια οι ενάγοντες θα έπρεπε να προσβάλλουν την παράλειψη των εναγομένων να συμμορφωθούν με την ακυρωτική απόφαση ως επιτάσσει το άρθρο 146.5 του Συντάγματος ή δυνάμει του άρθρου 29 του Συντάγματος ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην άσκηση της αναθεωρητικής του δικαιοδοσίας. Αυτή ήταν η πορεία που ακολουθήθηκε από τους ενάγοντες και στην υπόθεση Laos Bros Ltd ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Αρ. Αγωγής 6776/06, ημερομηνίας 10.9.2010, στην οποία επέσυρε την προσοχή του Δικαστηρίου η κα Παρτασίδου θεωρώντας ότι εφαρμόζεται πλήρως στην παρούσα υπόθεση ως προς την επιδικασθείσα αποζημίωση. Όπως λέχθηκε και στην υπόθεση Ιωάννου ν. Κ.Ο.Α. (πιο πάνω), που αφορούσε παρόμοιο θέμα, η πιθανή παράλειψη άρσης της οποιασδήποτε παρανομίας της απόφασης που ακυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο καθώς και η συμμόρφωση ή όχι με την ακυρωτική απόφαση, ανήκει στην αποκλειστική δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στο οποίο θα έπρεπε να προσφύγουν οι ενάγοντες με νέα προσφυγή και στην παρούσα υπόθεση. Και αυτό επειδή, όπως ήδη προαναφέρθηκε, η ακύρωση διοικητικής απόφασης δεν θεμελιώνει αφ' εαυτής αγώγιμο δικαίωμα για αποζημίωση στο πολιτικό Δικαστήριο και ιδιαίτερα, υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, όπου η ακύρωση έγινε λόγω έλλειψης αιτιολογίας (βλ. Vnukovo Airlines (V.A.) κ.α. ν. Γενικού Εισαγγελέα (πιο πάνω) και Νίκολας ν. Δημοκρατίας (πιο πάνω)). Η οποιαδήποτε ζημιά ισχυρίζονται οι ενάγοντες ότι υπέστησαν δεν προκλήθηκε άμεσα από την ακυρωθείσα απόφαση αλλά από την μη συμμόρφωση ή την παράλειψη των εναγομένων να συμμορφωθούν με την ακυρωτική απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στην οποία σημειωτέον ότι δεν έχει γίνει οποιοδήποτε εύρημα που να υποστηρίζει τις θέσεις των εναγόντων και ειδικότερα την εισήγηση τους ότι ήταν προσοντούχοι προσφοροδότες. Το γεγονός ότι οι ενάγοντες με την επιστολή τους ημερομηνίας 29.8.2006 (Τεκμήριο 29) ζήτησαν από τους εναγόμενους την καταβολή του αξιούμενου με την παρούσα αγωγή ποσού εντός ενός μηνός δεν θεωρώ ότι, υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, ικανοποιεί την προϋπόθεση της ύπαρξης αιτήματος του αιτητή προς το αρμόδιο Τμήμα για ενεργό συμμόρφωση με την ακυρωτική απόφαση, ως απαιτείται από το άρθρο 146
(6)του Συντάγματος (βλ. Rosary Gardens Ltd ν. Δημοκρατίας
(2006)1(Α) Α.Α.Δ. 230). Συνεπώς, δεδομένου ότι δεν έχει αποδειχθεί από τους ενάγοντες η προϋπόθεση της άμεσης πρόκλησης της ζημιάς από την ακυρωθείσα απόφαση, η υπό κρίση αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί. Ωστόσο, ακόμη και αν εθεωρείτο ότι θα μπορούσε να εξεταστεί η θέση των εναγόντων ότι δικαιούνται αποζημίωσης ενόψει όσων έθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου, η απαίτηση τους δεν θα μπορούσε να επιτύχει, κατόπιν αξιολόγησης της προσφερθείσας μαρτυρίας προς εξαγωγή ευρημάτων σε σχέση με τα αμφισβητούμενα θέματα, με βάση τις αρχές που προαναφέρθηκαν και τα κατατεθέντα Τεκμήρια 1-26 και 28-31, υπό το φως της ακυρωτικής απόφασης (Τεκμήριο 27), όπως θα επεξηγηθεί πιο κάτω. Έχοντας κατά νου το σύνολο της προσφερθείσας μαρτυρίας, θεωρώ ότι η εκδοχή του ΜΕ και η ερμηνεία που δίδει στα κατατεθέντα Τεκμήρια που οδήγησαν στην κατακύρωση της Προσφοράς στην εταιρεία Hydrotech A.S. - Slovak Republic δεν θα μπορούσε να γίνει αποδεκτή. Ήταν εμφανής η προσπάθεια του, ερμηνεύοντας τα γεγονότα, να πείσει ότι οι ενάγοντες πληρούσαν νομικά τις προδιαγραφές της Προσφοράς. Ωστόσο, από τα Τεκμήρια 20 και 23 προκύπτει ότι οι εναγόμενοι θεώρησαν ότι οι ενάγοντες δεν ήταν προσοντούχοι εφόσον δεν είχαν την προηγούμενη απαιτούμενη πείρα σε τουλάχιστον πέντε έργα παρόμοιας φύσης. Από το Τεκμήριο 4 προκύπτει ότι τα έργα, τα οποία οι ενάγοντες υπέδειξαν ως παρόμοιας φύσης, εκτός από ένα, δεν θα μπορούσαν να θεωρηθούν ως τέτοια, πέραν του ότι, όπως αποδέχθηκε ο ΜΕ, οι ενάγοντες ενεργούσαν ως υπεργολάβοι (βλ. και Τεκμήριο 16), χωρίς να προκύπτει με βεβαιότητα κατά πόσον και ποια από τα υποδειχθέντα έργα εκτελέστηκαν από τους ενάγοντες υπό την ιδιότητα τους ως εργολάβων. Ο ΜΕ, θεωρώντας ως ουσιαστική τη βαθμολογία που είχε δοθεί από τον Άγγλο ειδικό εμπειρογνώμονα στους ενάγοντες, παρόλο που αυτή μεταβλήθηκε στη συνέχεια από την πρώτη Επιτροπή Τεχνικής Αξιολόγησης (βλ. Τεκμήριο 19) και ως το μόνο κριτήριο για την εγκυρότητα της υποβληθείσας προσφοράς τους, ενέμεινε στη θέση ότι οι ενάγοντες θα ήταν οι μόνοι επιτυχόντες προσφοροδότες μετά την ακυρωτική απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Σύμφωνα με τα λεχθέντα στην ακυρωτική απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η προσφορά των εναγόντων αποκλείσθηκε από το αρμόδιο Συμβούλιο παρά τις αδυναμίες που είχαν εντοπιστεί στην Προσφορά από τη νέα Επιτροπή Αξιολόγησης και λόγω του ότι από τα στοιχεία που υπέβαλαν οι ενάγοντες η πείρα τους αφορούσε ένα σφαγείο και δύο χοιροστάσια και ως εκ τούτου δεν πληρούσε τις προδιαγραφές. Η θέση του ΜΕ ότι οι ενάγοντες θα ήταν οι επιτυχόντες προσφοροδότες δεν είναι πειστική και για τον επιπρόσθετο λόγο ότι δεν είχε ανοιχθεί κατά τον ουσιώδη χρόνο ο οικονομικός φάκελος της προσφοράς τους, οπότε και θα χρησιμοποιείτο ο μαθηματικός τύπος που προβλέπετο στους όρους της Προσφοράς. Έχει υποδειχθεί ότι η προσφορά των εναγόντων ήταν φθηνότερη του επιτυχόντος χωρίς φυσικά να διαφεύγει της προσοχής ότι σύμφωνα με τους όρους της Προσφοράς δεν δημιουργείται υποχρέωση να γίνει δεκτή η φθηνότερη ή οποιαδήποτε προσφορά. Συνάγεται ότι, με βάση τη μαρτυρία του ΜΕ, η θέση των εναγόντων ότι έχουν υποστεί ζημιές εφόσον θα ήταν οι επιτυχόντες προσφοροδότες δεν είναι ορθή και δεν θα δικαιολογούσε την αξίωση τους μέσω της παρούσας αγωγής. Αντίθετα, ο ΜΥ1 κρίνεται αντικειμενικός, σταθερός και πειστικός μάρτυρας, προβάλλοντας θέσεις που συνάδουν με όσα διαδραματίστηκαν, όπως προκύπτει από τα κατατεθέντα Τεκμήρια 1-
- Κρίνεται ορθή η θέση του ότι, αν και από τεχνικής πλευράς η προσφορά των εναγόντων θεωρείτο έγκυρη, παρά τις διαφορές μεταξύ της αξιολόγησης του Άγγλου ειδικού εμπειρογνώμονα και της πρώτης Επιτροπής Τεχνικής Αξιολόγησης, η εν λόγω προσφορά δεν θα μπορούσε να κριθεί νομότυπη εφόσον σύμφωνα με τη νέα Επιτροπή Αξιολόγησης οι ενάγοντες υστερούσαν ως προς την απαιτούμενη πείρα σε πέντε τουλάχιστον έργα παρόμοιας με το υπό συζήτηση έργο φύσης και ως εκ τούτου δεν πληρείτο βασικός όρος της Προσφοράς (βλ. Τεκμήριο 22). Υπό το φως των πιο πάνω διαπιστώσεων δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι η παρούσα περίπτωση είναι μια από τις σπάνιες περιπτώσεις όπου αποδεικνύεται ότι το επίδικο έργο θα ανετίθετο στους ενάγοντες αν δεν μεσολαβούσε η ακυρωθείσα απόφαση των εναγομένων. Όσον αφορά το ύψος της απώλειας που, ως ισχυρίζονται, έχουν υποστεί οι ενάγοντες θα αποδεχόμουν τη μαρτυρία του ΜΥ2 ως προς το γενικό και αόριστο της μεθόδου που χρησιμοποίησε ο ΜΕ κατά τον υπολογισμό του διαφυγόντος κέρδους. Ο ΜΥ2 δημιούργησε πολύ καλή εντύπωση στο Δικαστήριο και από τη μαρτυρία του προκύπτει ότι εντοπίζονται ελλείψεις στη μέθοδο υπολογισμού του ισχυριζόμενου διαφυγόντος κέρδους, στην οποία προέβη ο ΜΕ, με αποτέλεσμα το ποσοστό, στο οποίο ο τελευταίος κατέληξε, να προβάλλει παραπλανητικό και απορριπτέο. Χωρίς να αμφισβητήσει τις οικονομικές καταστάσεις των εναγόντων για το έτος 2004 (Τεκμήριο 28) ο ΜΥ2 υπέδειξε τα κενά και τις αδυναμίες της μεθοδολογίας του ΜΕ, από τα οποία προκύπτει ότι με τη μαρτυρία του ο ΜΕ προσπάθησε να επαυξήσει την αξίωση των εναγόντων, υποστηρίζοντας ότι η επίδικη απώλεια είναι το ποσοστό του μικτού κέρδους του έτους
- Οι θέσεις του ΜΥ2, που κρίνονται αποδεκτές, θα οδηγούσαν στο συμπέρασμα ότι η μέθοδος και η θέση του ΜΕ είναι επισφαλείς. Περαιτέρω, όπως ορθά υπέδειξε ο κ. Οικονομίδης, οι ενάγοντες δεν θα έπρεπε να διεκδικούν τα έξοδα υποβολής της προσφοράς τους επιπρόσθετα με το διαφυγόν κέρδος καθότι αν κατεκυρώνετο σ' αυτούς η Προσφορά δεν θα εδικαιούντο και τα έξοδα υποβολής της (βλ. σχετικά τον όρο 16.0 στη σελίδα 8 του Τεκμηρίου 1 καθώς και τα αποφασισθέντα στην υπόθεση Laos Bros Ltd ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας (πιο πάνω) τα οποία υιοθετούνται πλήρως). Άλλωστε η κατάληξη του παρόντος Δικαστηρίου ότι οι ενάγοντες δεν απέδειξαν ότι ήταν προσοντούχοι προσφοροδότες και ως εκ τούτου δεν θα μπορούσαν να έχουν ούτε προσδοκία για κατακύρωση της Προσφοράς σ' αυτούς, θα οδηγούσε στην απόρριψη της αξίωσης τους για τα έξοδα υποβολής της προσφοράς τους. Ως προς τα δικηγορικά έξοδα που, επίσης, αξιώνουν οι ενάγοντες, τα οποία αφορούν τα έξοδα της προσφυγής και μέρος των δικηγορικών εξόδων της αγωγής (βλ. και Τεκμήρια 30 και 31), όπως υποδεικνύει η νομολογία δεν συνιστούν χρηματική ζημιά για την οποία θα μπορούσαν να αποζημιωθούν, δυνάμει του άρθρου 146
(6)του Συντάγματος, υπό μορφή δίκαιης και εύλογης αποζημίωσης (βλ. Καπνίσης ν. Αρχής Λιμένων Κύπρου (πιο πάνω)). Αφενός μεν τα έξοδα της προσφυγής έχουν επιδικασθεί υπέρ των εναγόντων (βλ. Τεκμήριο 31), σύμφωνα με την αποκλειστική δικαιοδοσία που είχε το Ανώτατο Δικαστήριο επ' αυτών και αφετέρου τα έξοδα της αγωγής αποτελούν θέμα του παρόντος Δικαστηρίου κατά την έκδοση της επί της αγωγής απόφασης, που επιδικάζονται κατά κανόνα υπέρ του επιτυχόντος διαδίκου, εκτός και αν κριθεί ότι συντρέχουν λόγοι παρέκκλισης από αυτόν τον κανόνα. Με βάση τα προαναφερθέντα, θα κατέληγα ότι οι ενάγοντες δεν απέδειξαν ότι έχουν υποστεί ζημιές συνεπεία της ακυρωθείσας απόφασης κατακύρωσης της επίδικης προσφοράς σε άλλον προσφοροδότη αλλά ούτε και το ύψος των διεκδικούμενων ζημιών και απωλειών. Ενόψει των πιο πάνω, κρίνεται ότι οι ενάγοντες δεν έχουν αποδείξει την απαίτηση τους, στο μέτρο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, όπως απαιτείται στις πολιτικές υποθέσεις, εφόσον δεν έχουν αποδείξει ότι έχουν αγώγιμο δικαίωμα εναντίον των εναγομένων, ως απαιτείται από το άρθρο 146
(6)του Συντάγματος. Ως εκ τούτου η αγωγή απορρίπτεται. Τα έξοδα, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή, επιδικάζονται εναντίον των εναγόντων και υπέρ των εναγομένων. [Υπ.].......... Λ. Καουτζάνη, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΦΚ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο