← Κύπρος

Maria Nikolaevna Maximova ν. Novexco (Cyprus) Limited, Αρ. Αγωγής: 8332/2012, 4/7/2013

Maria Nikolaevna Maximova ν. Novexco (Cyprus) Limited, Αρ. Αγωγής: 8332/2012, 4/7/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:A264 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Α. Ρ. Λιάτσου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 8332/2012 Μεταξύ: Maria Nikolaevna Maximova Ενάγουσας και Novexco (Cyprus) Limited Εναγόμενης ------------------ Αίτηση ημερ. 11 Δεκεμβρίου, 2012 για Ασφάλεια Εξόδων 4 Ioυλίου, 2013. Για την Αιτήτρια-εναγόμενη: κ. Χρ. Κινάνης Για την Καθ΄ ης η Αίτηση-ενάγουσα: κ. Μεν. Κυπριανού ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η ενάγουσα, με γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο, αξιώνει την έκδοση διαταγμάτων τύπου Norwich Pharmacal για την αποκάλυψη εγγράφων και πληροφοριών. Συγκεκριμένα, ζητά από την εναγόμενη αποκάλυψη συμφωνιών προμήθειας τις οποίες συνήψε με την εταιρεία NCMMZ από τη Ρωσία, πρακτικών και ψηφισμάτων του διοικητικού συμβουλίου και των μετόχων της εναγόμενης, με βάση τα οποία εγκρίθηκε η σύναψη των πιο πάνω συμφωνιών, αποκάλυψης ηλεκτρονικού ταχυδρομείου και άλλης αλληλογραφίας σχετικής με τις εν λόγω συμφωνίες και, γενικότερα, οποιαδήποτε σχετικά έγγραφα, συμπεριλαμβανομένων αποδείξεων πληρωμής. Οι αξιώσεις αιτιολογούνται στη βάση ότι τα εν λόγω έγγραφα και πληροφορίες είναι απαραίτητα στην ενάγουσα, προκειμένου να προχωρήσει στην καταχώρηση αγωγής στη Ρωσία εναντίον άλλης εταιρείας, της επίσης Ρωσικής NLMK, η οποία ανήκει στον ίδιο όμιλο εταιρειών με την εναγόμενη και την προαναφερθείσα εταιρεία NCMMZ. Η ενάγουσα αποδίδει διάπραξη αδικοπραξιών στην εταιρεία NLMK, αποτέλεσμα των οποίων ήταν η, κατ΄ ισχυρισμό, πρόκληση ζημιών, τόσο στην ενάγουσα όσο και στην εταιρεία NCMMZ. Ταυτόσημα με τις αξιώσεις είναι και αιτούμενα με αίτηση διά κλήσεως προσωρινά διατάγματα. Η υπό κρίση Αίτηση αφορά αίτημα της εναγόμενης για καταβολή από την ενάγουσα ασφάλειας εξόδων και έχει ως βάση τη Δ.60, θθ 1, 2, 5 και 6 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Γίνεται επίσης επίκληση της γενικής και συμφυούς εξουσίας του Δικαστηρίου. Τη συνοδευτική ένορκο δήλωση, καθώς επίσης και συμπληρωματική που καταχωρήθηκε μετά από άδεια του Δικαστηρίου, ορκίζεται δικηγόρος συνεργαζόμενη με τη δικηγορική εταιρεία Kinanis LLC. Αναδύονται ως βασικοί ισχυρισμοί οι θέσεις ότι η ενάγουσα είναι αλλοδαπή και διαμένει μόνιμα στη Ρωσική Ομοσπονδία, δεν έχει κινητή ή ακίνητη περιουσία στην Κύπρο, ούτε και επαγγελματική δραστηριότητα, και ότι είναι σε θέση να συμμορφωθεί με τυχόν διάταγμα για παροχή ασφάλειας εξόδων. Τονίζεται επιπρόσθετα η πεποίθηση για σοβαρή πιθανότητα αποτυχίας της αγωγής, λόγω μη συνδρομής των προϋποθέσεων έκδοσης διαταγμάτων τύπου Norwich. Παρεμβάλλω ότι οι αναφορές στις ενόρκους δηλώσεις ως προς το ύψος του αναγκαίου ποσού ασφάλειας εξόδων παραμένουν τελικά χωρίς καμία σημασία, δεδομένου ότι και οι δύο πλευρές συμφώνησαν, κατά τις τελικές τους αγορεύσεις, στο ποσό των €20.000 σε περίπτωση που η Αίτηση γίνει αποδεκτή. Δύο είναι οι ουσιαστικοί λόγοι ένστασης: Αφενός ότι δεν είναι δυνατή η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, αφού το όλο θέμα διέπεται από το άρθρο 17 του Κυρωτικού Νόμου 172/1986 μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Ένωσης Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών για παροχή νομικής συνδρομής σε θέματα Αστικού και Ποινικού δικαίου (θα αναφέρεται στη συνέχεια ως η Συνθήκη) και, αφετέρου, ότι υπάρχει μεγάλη πιθανότητα τόσο η αγωγή όσο και η Αίτηση για έκδοση ανάλογων διαταγμάτων να στεφθούν με επιτυχία. Στη συνοδευτική της ένστασης ένορκη δήλωση, με ενόρκως δηλούσα επίσης δικηγόρο, επαναλαμβάνονται κατ΄ ουσία οι λόγοι ένστασης και καταγράφονται νομικές και μόνο προσεγγίσεις. Ως εκ τούτου, είναι αχρείαστη η οποιαδήποτε επανάληψη. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι, με αναφορά σε σχετική επί του θέματος νομολογία, και επικεντρώνοντας τις εισηγήσεις τους στο προαναφερθέν άρθρο της Συνθήκης, προώθησαν τις ανάλογες προσεγγίσεις τους. Στην πορεία της απόφασης και σε ό,τι κρίνεται απαραίτητο, θα παρατεθούν οι σχετικές αναφορές τους. Η παροχή ασφάλειας εξόδων εμπίπτει στα πλαίσια της άσκησης διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου και διατάσσεται, κατά κανόνα, όταν ο ενάγοντας είναι κάτοικος εξωτερικού ή έχει τη συνήθη διαμονή του εκτός δικαιοδοσίας. Η διαπίστωση αυτή θέτει το υπόβαθρο για την ενεργοποίηση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Όπως έχει κατ΄ επανάληψη νομολογηθεί, όταν τεθεί το θεμέλιο για την άσκηση της δικαιοδοσίας οι παράγοντες οι οποίοι λαμβάνονται υπόψη στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου είναι κατ΄ εξοχήν δύο: Η κατοχή εκ μέρους του ενάγοντα περιουσίας η οποία βρίσκεται εντός της επικράτειας και που είναι ουσιαστική και μόνιμη, ιδίως ακίνητης, και η ισχύς της υπόθεσής του. Καθότι εάν έχει καλή υπόθεση θα ήταν αντίθετο προς το πνεύμα της δικαιοσύνης να διαταχθεί η καταβολή ασφάλειας εξόδων, επιβραβεύοντας έτσι ουσιαστικά τον εναγόμενο και καθυστερώντας την όλη διαδικασία (Abdulla Ahmad Alahmari v. Alia The Royal Jordanian Airline

(1990)1 AAΔ 434, Genemp Trading Ltd και Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Δημόσιας Εταιρείας Λτδ ex Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ, Πολ. Έφ. 281/2007, ημερ. 14.7.2011). Συνιστά κοινό έδαφος ότι η ενάγουσα είναι αλλοδαπή και διαμένει μόνιμα στη Ρωσική Ομοσπονδία. Με υπόβαθρο το άρθρο 17 της Συνθήκης, έθεσε η πλευρά της Αιτήτριας ότι παραμένει άγνωστη η ιθαγένεια της ενάγουσας και, κατ΄ επέκταση, δεν τυγχάνουν εφαρμογής οι πρόνοιες του πιο πάνω άρθρου, που έχει ως εξής: «Απαλλαγή από Εγγυοδοσία έναντι των Δικαστικών Εξόδων Οι πολίτες ενός Συμβαλλόμενου Μέρους, οι οποίοι εμφανίζονται ενώπιον των δικαστηρίων του άλλου Συμβαλλόμενου Μέρους, δεν μπορούν να διαταχθούν να παράσχουν εγγύηση για τα δικαστικά έξοδα αποκλειστικά για το λόγο ότι είναι αλλοδαποί ή ότι δεν έχουν τη μόνιμη ή προσωρινή διαμονή τους στο έδαφος του Συμβαλλόμενου Μέρους ενώπιον των δικαστηρίων του οποίου εμφανίζονται.» Η εξεταζόμενη εισήγηση της Αιτήτριας στερείται βάσης, δεδομένου ότι στο φάκελο της υπόθεσης, συγκεκριμένα από το Τεκμ. 6 που συνοδεύει τη διά κλήσεως αίτηση για έκδοση διαταγμάτων, εντοπίζεται ότι η ενάγουσα είναι Ρωσίδα υπήκοος, κάτοχος διαβατηρίου της Ρωσικής Ομοσπονδίας, του οποίου αναγράφεται ο αριθμός και φέρει ημερομηνία έκδοσης την 3.12.2011. Συνεπώς, οι πρόνοιες του άρθρου 17 τυγχάνουν εφαρμογής. Εισηγήθηκε ο ευπαίδευτος συνήγορος της Καθ΄ ης η Αίτηση ότι ενόψει της ύπαρξης του Κυρωτικού Νόμου και του γεγονότος ότι η εν λόγω Συνθήκη συνεχίζει να ισχύει και να δεσμεύει τη Ρωσική Ομοσπονδία ως διάδοχο κράτος της πρώην ΕΣΣΔ, δεν τίθεται θέμα εξέτασης οποιασδήποτε άλλης παραμέτρου στην υπό κρίση περίπτωση. Έθεσε, ολοκληρώνοντας και επικαλούμενος το δικαστικό λόγο της απόφασης Romir Monitoring v. MB Romir Holdings Ltd,
(2008)1 AAΔ 106, 110, πως δεδομένης της ισχύς της υπό αναφορά συνθήκης και των όσων διαλαμβάνει το άρθρο 17, δεν είναι επιτρεπτή η έκδοση διατάγματος για παροχή εγγύησης για τα δικαστικά έξοδα εναντίον πολιτών των συμβαλλομένων μερών. Αντίθετη είναι η προσέγγιση του ευπαίδευτου συνήγορου της Αιτήτριας. Αναλύοντας το άρθρο 17 της Συνθήκης προέβαλε ότι απαγορεύει την έκδοση διατάγματος για παροχή εγγύησης για δικαστικά έξοδα εναντίον πωλητών των συμβαλλομένων μερών, μόνο εάν στην αίτηση αναζητείται παροχή εγγύησης για τον αποκλειστικό λόγο ότι ο Καθ΄ ου η Αίτηση είναι αλλοδαπός ή δεν έχει τη μόνιμη ή προσωρινή διαμονή του στο έδαφος του συμβαλλόμενου μέρους ενώπιον των δικαστηρίων των οποίων εμφανίζεται. Πρόσθεσε ότι η παρούσα Αίτηση εδράζεται περαιτέρω στο ότι η ενάγουσα δεν διαθέτει κινητή ή ακίνητη περιουσία στην Κύπρο και πως δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης διαταγμάτων τύπου Norwich. Η υπό κρίση Αίτηση δεν έχει περιθώρια επιτυχίας. Πάσχει θεμελιακά. Η Δ.60, επί της οποίας εδράζεται, θέτει ως βασική προϋπόθεση ενεργοποίησής της την εκτός Κύπρου μόνιμη-συνήθη κατοικία του ενάγοντα. Όπως ήδη λέχθηκε, αυτό συνιστά και το θεμέλιο για την άσκηση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Μετά τη διαπίστωση αυτή και μόνο είναι επιτρεπτή η εξέταση των παραγόντων που λαμβάνονται υπόψη στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας παροχής ασφάλειας εξόδων. Υπό αυτές τις συνθήκες, και με δεδομένη πλέον την ισχύ της Συνθήκης και την προηγούμενη κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η ενάγουσα είναι πολίτης της Ρωσικής Ομοσπονδίας, δεν είναι επιτρεπτή, κατ΄ ακολουθία του προαναφερθέντος άρθρου 17, η έκδοση διατάγματος για παροχή εγγύησης για τα δικαστικά έξοδα. Νομολογιακά το ζήτημα έχει επιλυθεί, κατά τρόπο που δεν επιδέχεται αμφισβήτησης, στην υπόθεση Romir, ανωτέρω. Η δε προσέγγιση του ευπαίδευτου συνήγορου για την Αιτήτρια στην ουσία παρακάμπτει και υπερφαλαγγίζει την προαναφερθείσα πρόνοια της Συνθήκης και τους σκοπούς θέσπισής της, καθιστώντας την κενή περιεχομένου. Καθότι θέτει τους πολίτες των Συμβαλλομένων στη Συνθήκη Μερών στην ίδια κατηγορία με τους πολίτες οποιασδήποτε άλλης χώρας οι οποίοι, δυνάμει της Δ.60, συνιστούν «ενάγοντα διαμένοντα συνήθως εκτός Κύπρου». Με τη διαφοροποίηση που θεσπίζεται από το άρθρο 17, μετατρέπονται, ουσιαστικά, για σκοπούς εγγυοδοσίας, οι πολίτες των Συμβαλλομένων Μερών, πολίτες του Συμβαλλόμενου Μέρους, ενώπιον των Δικαστηρίων του οποίου εμφανίζονται. Η εξασφάλιση δε τυχόν επιδικασθέντων εξόδων επιτυγχάνεται κατ΄ εφαρμογή των προνοιών του άρθρου 30 της Συνθήκης. Κατ΄ ακολουθία των πιο πάνω, η Αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα επιδικάζονται εις βάρος της Αιτήτριας, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. [Υπ.] Α. Ρ. Λιάτσος, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Χ.Θ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.