← Κύπρος

KΩΣΤΑΣ ΣΑΝΤΗΣ ν. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ κ.α., Αρ. Αγωγής: 3005/13, 17/7/2013

KΩΣΤΑΣ ΣΑΝΤΗΣ ν. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ κ.α., Αρ. Αγωγής: 3005/13, 17/7/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:A281 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Καουτζάνη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3005/13 Μεταξύ: KΩΣΤΑΣ ΣΑΝΤΗΣ Ενάγοντος και

  1. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ
  2. ΝΤΙΝΟΣ ΧΡΙΣΤΟΦΙΔΗΣ, υπό την ιδιότητα του ως Ειδικός Διαχειριστής της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ
  3. ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ και υπό την ιδιότητα της ως Αρχής Εξυγίανσης της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
  4. ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ δια του Γενικού Εισαγγελέα
  5. ΠΑΝΙΚΚΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗ υπό την ιδιότητα του ως Διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας
  6. ΧΑΡΗ ΓΕΩΡΓΙΑΔΗ υπό την ιδιότητα του ως Υπουργού Οικονομικών της Κυπριακής Δημοκρατίας Εναγομένων Αίτηση για προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 15.5.2013 Ημερομηνία: 17 Ιουλίου 2013 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον αιτητή-ενάγοντα: κ. Σ. Ανδρέου Για τους καθ' ων η αίτηση 1-εναγομένους 1: κα Κλ. Πολυβίου για Χρυσαφίνης και Πολυβίου ΔΕΠΕ Για τους καθ' ων η αίτηση 2 και 3-εναγομένους 2 και 3: κα Ε. Στυλιανού για Αλέκος Ευαγγέλου & Σια ΔΕΠΕ Για την καθ' ης η αίτηση 4-εναγομένη 4: κα Μ. Στυλιανού-Λοττίδη, δικηγόρος της Δημοκρατίας για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την αγωγή του ο ενάγων αξιώνει εναντίον των εναγομένων δηλώσεις του Δικαστηρίου ότι το ποσό των €216.000 πλέον τόκους σε λογαριασμό, που προσδιορίζεται στην αξίωση, επ' ονόματι του ενάγοντος, που τηρείται στους εναγομένους 1, είναι διαθέσιμο προς όφελος του ενάγοντος και η οποιαδήποτε στέρηση ή περιορισμός των δικαιωμάτων του ενάγοντος επί του ποσού αυτού ή οποιαδήποτε επέμβαση των εναγομένων ή μείωση ή άλλη μετατροπή ή αλλοίωση στο εν λόγω ποσό είναι αντισυμβατική και/ή παράνομη. Διαζευκτικά και/ή επιπρόσθετα απόφαση και/ή διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει όλους τους εναγομένους να μεταφέρουν εκ του ως άνω ποσού το ποσό των €116.000 πλέον τόκους σε λογαριασμό του ενάγοντος σε Ελβετική τράπεζα ως η εντολή και/ή οδηγία του ενάγοντος ημερομηνίας 14.3.2013 και το ποσό των €100.000 πλέον τόκους σε λογαριασμό του ενάγοντος στη Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ ως η εντολή και/ή οδηγία του ενάγοντος ημερομηνίας 15.3.
  7. Περαιτέρω, ο ενάγων αξιώνει απόφαση του Δικαστηρίου για το ποσό των €216.000 πλέον τόκους, που ήταν κατατεθειμένο στον πιο πάνω λογαριασμό, δυνάμει παράβασης συμφωνίας και/ή λόγω αμελούς και/ή παράνομης συμπεριφοράς και/ή παράβασης καθήκοντος και/ή λόγω μη εκτελεσθείσας εντολής και/ή άρνησης και/ή παράλειψης εκτέλεσης των εν λόγω οδηγιών και/ή εντολών και/ή παράβασης των κανονισμών που διέπουν τέτοιες εντολές και οδηγίες καθώς και διαζευκτικά και/ή επιπρόσθετα γενικές και/ή παραδειγματικές αποζημιώσεις λόγω της προαναφερθείσας συμπεριφοράς των εναγομένων, που είχε αποτέλεσμα ο ενάγων να απωλέσει το αξιούμενο ποσό. Αξιώνει, επίσης, διατάγματα και/ή δηλώσεις του Δικαστηρίου, μεταξύ άλλων, για απαγόρευση εκ μέρους των εναγομένων 1, 2, 3 και 5 ή οποιουδήποτε εξ αυτών του μηδενισμού και/ή μετατροπής του αξιούμενου ποσού που ήταν κατατεθειμένο προς όφελος του ενάγοντος κατά τις 27.3.2013 στον προαναφερθέντα λογαριασμό και/ή για την λήψη οποιωνδήποτε μέτρων κατ' εφαρμογή του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου του 2013 (Ν. 17(Ι)/2013)και/ή των δυνάμει αυτού εκδοθέντων διαταγμάτων και ότι η οποιαδήποτε τέτοια επέμβαση στον εν λόγω λογαριασμό παραβιάζει τις πρόνοιες του άρθρου 23 του Συντάγματος, αξιώνοντας ισόποσες αποζημιώσεις με το αξιούμενο ποσό που έχει μετατραπεί ή θα μετατραπεί σε μετοχές ή άλλο αξιόγραφο ή μετοχικό κεφάλαιο ή περιουσιακό στοιχείο των εναγομένων 1 και/ή ως αποτέλεσμα παράνομης ιδιοποίησης κεφαλαίων του ενάγοντος και/ή παράβασης συμβάσεων που αφορούν τους λογαριασμούς του ενάγοντος στους εναγομένους
  8. Ακόμη αξιώνονται δηλώσεις ότι ο περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμος του 2013 (Ν. 17(Ι)/2013)είναι αντισυνταγματικός καθότι παραβιάζει άρθρα του Συντάγματος, της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση και της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων καθώς και ότι η οποιαδήποτε στέρηση ή περιορισμός των δικαιωμάτων του ενάγοντος σε σχέση με τον επίδικο λογαριασμό είναι αντισυνταγματική, με παράλληλη αξίωση για αποζημιώσεις για παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων που διασφαλίζονται από άρθρα του Συντάγματος. Περαιτέρω δε αξιώνονται διατάγματα του Δικαστηρίου που να διατάσσουν τους εναγομένους να αποδώσουν στον ενάγοντα τα οφέλη που αποκόμισαν λόγω της πιο πάνω συμπεριφοράς τους και να απαγορεύουν στους εναγομένους να λάβουν οποιαδήποτε μέτρα εξυγίανσης αναφορικά με τον επίδικο λογαριασμό και να επιμερίσουν οποιεσδήποτε ζημιές του ενάγοντος δυνάμει του προαναφερθέντος νόμου ή δευτερογενούς νομοθεσίας ή οδηγιών ή εγκυκλίων βάσει του νόμου αυτού ή οποιουδήποτε άλλου νόμου. Το γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα καταχωρήθηκε στις 15.5.
  9. Η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε στις 15.5.2013 και με αυτή ο αιτητής-ενάγων αξιώνει, δυνάμει των αιτητικών Α-Δ, προσωρινά διατάγματα, μέχρι την τελική εκδίκαση της αγωγής ή μέχρι νεώτερης διαταγής του Δικαστηρίου, που να απαγορεύουν τους εναγομένους 1 και/ή 2 και/ή 3 και/ή 4 και/ή τους διευθυντές και/ή αντιπροσώπους και/ή υπαλλήλους και/ή εντολοδόχους και/ή υπηρέτες και/ή αξιωματούχους τους από του: (α) να αποξενώσουν και/ή επιβαρύνουν και/ή μεταφέρουν και/ή διαθέσουν και/ή απομειώσουν και/ή δώσουν σχετικές οδηγίες και/ή μεταβάλουν και/ή επέμβουν με οποιοδήποτε τρόπο στο ποσό των €216.000 πλέον τόκους, που διατηρεί ο ενάγων επ' ονόματι του στον τραπεζικό λογαριασμό, όπως αυτός περιγράφεται, στους εναγομένους 1 και/ή να προχωρήσουν σε αναδρομική ή άλλη μετατροπή μέρους του εν λόγω ποσού σε μετοχές τάξης Α των εναγομένων 1 (β) να προβούν στη λήψη οποιωνδήποτε μέτρων εξυγίανσης ή άλλων μέτρων ή περιορισμών αναφορικά με τον προαναφερθέντα λογαριασμό δυνάμει του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου του 2013 (Ν. 17(Ι)/2013)και/ή του περί Διάσωσης με Ίδια Μέσα της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ Διατάγματος του 2013 (ΚΔΠ 103/2013) και/ή δυνάμει δευτερογενούς νομοθεσίας ή οδηγιών ή εγκυκλίων βάσει του νόμου αυτού ή οποιουδήποτε άλλου νόμου (γ) να λάβουν οποιαδήποτε απόφαση και/ή μέτρο για πραγματοποίηση της δηλωθείσας πρόθεσης τους όπως μετατρέψουν και/ή απομειώσουν και/ή χρησιμοποιήσουν τον υπό αναφορά λογαριασμό και/ή το ποσό ή οποιοδήποτε μέρος αυτού είναι κατατεθειμένο στον εν λόγω λογαριασμό και/ή να προβούν σε οποιαδήποτε μετατροπή και/ή μείωση του ποσού με τρόπο που να μην είναι δυνατό να αποδοθεί ολόκληρο στον ενάγοντα και (δ) να προβούν σε οποιεσδήποτε τροποποιήσεις και/ή μεταβολές των δικαιωμάτων που είχε ο ενάγων περί τις 14.3.2013 και τις 15.3.2013 επί του εν λόγω λογαριασμού. Περαιτέρω, με το αιτητικό Ε αξιώνεται διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει, μέχρι την τελική εκδίκαση της αγωγής ή μέχρι νεώτερης διαταγής του Δικαστηρίου, τους εναγομένους 1 και/ή 2 και/ή 3 και/ή τους διευθυντές και/ή αντιπροσώπους και/ή υπαλλήλους και/ή εντολοδόχους και/ή υπηρέτες και/ή αξιωματούχους τους όπως επαναφέρουν και/ή αποκαταστήσουν το ποσό του επίδικου λογαριασμού και/ή οποιουδήποτε μέρους αυτού που έχει μειωθεί και/ή μηδενιστεί και/ή μετατραπεί σε μετοχές τάξης Α δυνάμει του προαναφερθέντος Διατάγματος, ΚΔΠ 103/2013, και όπως η ισχύς οποιουδήποτε τυχόν εκδοθέντος τίτλου και/ή πιστοποιητικού ανασταλεί και/ή ακυρωθεί και/ή καταστήσει το πιστωτικό υπόλοιπο του λογαριασμού ελεύθερο προς χρήση. Τα αιτούμενα διατάγματα δεν δόθηκαν μονομερώς και διατάχθηκε η επίδοση της αίτησης στους εναγομένους 1-
  10. Νομική βάση της υπό κρίση αίτησης αποτελούν οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας Δ.28 θ.θ. 1-4 και Δ.48 θ.θ.1-9 και 12, τα άρθρα 4, 5, 7 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, τα άρθρα 29

(1)(γ), 31, 32 και 57 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60, το άρθρο 22 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9, οι αρχές επί της έκδοσης των απαγορευτικών διαταγμάτων, οι αρχές επί της έκδοσης διαταγμάτων τύπου Mareva Injunction, τα άρθρα 1Α, 6, 23-25, 28, 30, 33, 35 και 172 του Συντάγματος, τα άρθρα 1 και 6 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, τα άρθρα 6, 13, 14 και 34 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, το άρθρο 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Θεμελιωδών Ελευθεριών, τα άρθρα 15-17, 20, 21, 45 και 47 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τα άρθρα 3-13, 22, 25, 26 και 29 του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου του 2013 (Ν. 17(Ι)/2013), τα άρθρα 30 και 32 των περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμων του 1997 έως 2013, το κοινοδίκαιο, η πρακτική, η νομολογία καθώς και οι γενικές και οι συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Στην ένορκη δήλωση ίδιας ημερομηνίας που συνοδεύει την αίτηση, ο ενάγων, έχοντας προσωπική γνώση των γεγονότων, αναφέροντας την πηγή της πληροφόρησης για όσα γεγονότα δεν γνωρίζει προσωπικά και έχοντας νομική συμβουλή για τα νομικά θέματα, υιοθετεί το περιεχόμενο της αγωγής του. Έχει πολύχρονη συνεργασία με τους εναγομένους 1 ως πελάτης τους, διατηρώντας λογαριασμούς διαφόρων τύπων, μεταξύ των οποίων και τον επίδικο λογαριασμό, του οποίου αναφέρει τον αριθμό, όπου είχε κατατεθειμένο ποσό που μπορούσε να μεταφέρει ανά πάσα στιγμή ή να προβεί σε ανάληψη του χωρίς επιβάρυνση, όπως είχε συμφωνήσει προφορικά με τους υπαλλήλους των εναγομένων
  1. Μεταξύ των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών που οι εναγόμενοι 1 παρείχαν στον ενάγοντα ήταν και η εκτέλεση εντολών για μεταφορά χρημάτων σε λογαριασμούς που τους υποδείκνυε και οι εντολές του ενάγοντος στο παρελθόν εκτελούντο και εντός της ίδιας ημέρας ως η κοινή πρακτική των τραπεζών παγκοσμίως. Στις 14.3.2013, ο ενάγων έδωσε εντολή στους εναγομένους 1 να μεταφέρουν το ποσό των €116.000 από τον επίδικο λογαριασμό του σε προσωπικό του λογαριασμό σε Ελβετική τράπεζα (αντίγραφο της σχετικής εντολής επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 1). Στις 15.3.2013, ο ενάγων έδωσε εντολή στους εναγομένους 1 όπως μεταφέρουν το ποσό των €100.000 από τον επίδικο λογαριασμό του σε προσωπικό του λογαριασμό στη Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ (αντίγραφο της σχετικής εντολής επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 2). Κατά τις επόμενες ημέρες, εν όψει των γεγονότων που οδήγησαν στο κλείσιμο των Τραπεζών συνεπεία των αποφάσεων που λήφθηκαν στο Eurogroup, ο ενάγων δεν μπορούσε να έχει ενημέρωση για τους λογαριασμούς του, θεωρώντας ωστόσο ότι οι προαναφερθείσες δύο εντολές του είχαν εκτελεστεί εκ μέρους των εναγομένων
  2. Στις 29.3.2013, με το άνοιγμα των Τραπεζών, κατόπιν ελέγχου των λογαριασμών του ο ενάγων διεπίστωσε με έκπληξη ότι οι δύο προαναφερθείσες εντολές του δεν είχαν εκτελεστεί. Περί τις αρχές Απριλίου του 2013 υπέβαλε προφορικά αίτημα στο διευθυντή του υποκαταστήματος 115 των εναγομένων 1 να τον ενημερώσει για την τύχη των δύο πιο πάνω εντολών. Με επιστολή τους ημερομηνίας 25.4.2013 οι εναγόμενοι 1 πληροφόρησαν τον ενάγοντα ότι η υπόθεση του αποστάληκε σε αρμόδια επιτροπή για εξέταση (Τεκμήριο 3). Επισυνάπτοντας ως Τεκμήρια 4-6 αντίγραφα τριών εντολών με τα σχετικά έγγραφα που είχε δώσει ο ενάγων στις 15.3.2013 προς τους εναγομένους 1 για άλλες μεταφορές χρημάτων, οι οποίες εκτελέστηκαν εκ μέρους των εναγομένων 1, όπως συμβουλεύεται από το δικηγόρο του υποστηρίζει ότι η άρνηση και/ή παράλειψη των εναγομένων 1 να εκτελέσουν τις δύο επίδικες εντολές συνιστά παράνομη και αντισυμβατική συμπεριφορά εφόσον έχουν παραβεί την υποχρέωση τους να εκτελέσουν τις δύο εντολές και να μεταφέρουν τα προαναφερθέντα ποσά ως οι οδηγίες του, προκαλώντας του ζημιές και έξοδα ύψους €216.000 πλέον τόκους. Συνεπεία της αδικαιολόγητης και αντισυμβατικής συμπεριφοράς των εναγομένων 1, τα προαναφερθέντα ποσά έχουν μπλοκαριστεί στο λογαριασμό του λόγω της μεταγενέστερης νομοθεσίας με ορατό τον κίνδυνο να απωλέσει τα ποσά αυτά μετά από ενέργειες των εναγομένων 1, όπως του αναφέρθηκε από τους ίδιους αλλά και προκύπτουν από δηλώσεις τους στα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Το προαναφερθέν ποσό αν και βρίσκεται στον επίδικο λογαριασμό του δεν είναι διαθέσιμο καθότι οι εναγόμενοι προτίθενται να το χρησιμοποιήσουν στα πλαίσια της εφαρμογής του Νόμου περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων του 2013, Ν. 17(Ι)/2013(στο εξής «ο Νόμος») καθώς και του περί Διάσωσης με Ίδια Μέσα της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ Διατάγματος του 2013, ΚΔΠ 103/2013 (στο εξής «το Διάταγμα»). Σύμφωνα με τον ενάγοντα η περίπτωση του δεν εμπίπτει στις ρυθμίσεις της εν λόγω νομοθεσίας καθότι το προαναφερθέν ποσό παράνομα, αντισυμβατικά και λανθασμένα παρέμεινε στους λογαριασμούς των εναγομένων 1 και ως εκ τούτου δεν πρέπει να γίνει καμιά μεταβολή στο λογαριασμό του μέχρι την τελική εκδίκαση της αγωγής, εφόσον σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής του το εν λόγω ποσό θα πρέπει να του επιστραφεί ή να μεταφερθεί σύμφωνα με τις εντολές του. Περαιτέρω, με αναφορά στα γεγονότα που σχετίζονται με την οικονομία της Κυπριακής Δημοκρατίας και διαδραματίστηκαν μεταξύ της νύχτας της 15ης Μαρτίου 2013 και της 29ης Μαρτίου 2013, που οδήγησαν στην έκδοση του Νόμου, ο ενάγων εισηγείται ότι τόσο ο Νόμος όσο και τα δυνάμει αυτού εκδοθέντα Διατάγματα είναι έκδηλα παράνομα και αντισυνταγματικά. Με αναφορά επίσης στην ιδιότητα ενός εκάστου των εναγομένων στην παρούσα αγωγή, ο ενάγων υποστηρίζει ότι αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα, ο Ειδικός Διαχειριστής-εναγόμενος 2 θα προχωρήσει στην επέμβαση του επί του επίδικου ποσού, παρόλο που η παρούσα περίπτωση δεν ρυθμίζεται από τις πρόνοιες του Νόμου, συνεπεία δε της καταχρηστικής, παράνομης και αντισυμβατικής συμπεριφοράς των εναγομένων η έκδοση των διαταγμάτων εναντίον τους είναι επιβεβλημένη. Παραθέτοντας στη συνέχεια νομικές αρχές που διέπουν τα επίδικα θέματα, κατόπιν νομικής συμβουλής, ο ενάγων ισχυρίζεται ότι το θέμα είναι κατεπείγον και προσέρχεται ενώπιον του αρμοδίου Δικαστηρίου με καθαρά χέρια εν όψει της περιγραφείσας πιο πάνω συμπεριφοράς των εναγομένων. Η ζημιά την οποία θα υποστεί λόγω του ύψους του αξιούμενου ποσού δικαιολογεί την έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων εφόσον τόσο το Κράτος όσο και οι εναγόμενοι 1 είναι αφερέγγυοι και όλοι οι εναγόμενοι δεν θα μπορέσουν να ικανοποιήσουν τη δικαστική απόφαση σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής του λόγω της οικονομικής κατάστασης, για την οποία το Δικαστήριο μπορεί να λάβει δικαστική γνώση. Με τη θέση ότι υπάρχει καλή συζητήσιμη υπόθεση με μεγάλη πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής και υπάρχει σοβαρός και πραγματικός κίνδυνος να μην μπορεί να ικανοποιηθεί ο ενάγων αν εκδοθεί οποιαδήποτε απόφαση προς όφελος του ώστε να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα, ο ενόρκως δηλών ζητά την έγκριση της αίτησης, υποστηρίζοντας ότι θα υποστεί τεράστιες ζημιές. Το ισοζύγιο της ευχέρειας γέρνει προς όφελος του εφόσον η έκδοση των διαταγμάτων θα οδηγήσει στην μη αποξένωση και μη μεταβολή του επίδικου λογαριασμού ενόσω οι εναγόμενοι δεν θα υποστούν οποιαδήποτε ζημιά. Στην ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης των καθ' ων η αίτηση-εναγομένων 1, που καταχωρήθηκε στις 27.5.2013, όπου παρατίθεται η νομική της βάση, προβάλλονται οι ακόλουθοι λόγοι ένστασης, ως συνοψίζονται: · το Διάταγμα που εκδόθηκε δυνάμει του Νόμου από την αρμόδια αρχή της Δημοκρατίας δεν έχει ακυρωθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο ούτε έχει ανακληθεί από την αρμόδια αρχή και είναι άμεσα δεσμευτικό, η συνταγματικότητα και νομιμότητα του οποίου ανάγονται στην αρμοδιότητα του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην αναθεωρητική του δικαιοδοσία, εμπίπτον στη σφαίρα του δημοσίου δικαίου, η απόφαση δε της Πλήρους Ολομέλειας για το θέμα αναμένεται και το παρόν Δικαστήριο, που δεν έχει δικαιοδοσία να επιληφθεί του θέματος αυτού, θα πρέπει να μην προχωρήσει στο μεταξύ στην εκδίκαση της παρούσας αίτησης · ο Ειδικός Διαχειριστής με βάση το Νόμο κατά την ενάσκηση των καθηκόντων του εφαρμόζει όλους τους ισχύοντες νόμους, κανονισμούς και οδηγίες της Αρχής Εξυγίανσης και δεν υπέχει οποιαδήποτε ευθύνη κατά την άσκηση των καθηκόντων και αρμοδιοτήτων του · η υπό κρίση αίτηση αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας, είναι παράτυπη, αντικανονική, έκδηλα αβάσιμη και ανυπόστατη και είναι εύλογο και δίκαιο και προς το δημόσιο συμφέρον όπως απορριφθεί · δεν υπάρχει καλή βάση αγωγής, ούτε σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, ούτε ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής αλλά ούτε και ένδειξη ανεπανόρθωτης ζημιάς, δεν θα είναι δε αδύνατο ή δύσκολο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο · η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση είναι ανεπαρκής, ασαφής και αόριστη και δεν εκτίθενται σε αυτήν επαρκή γεγονότα για να στηρίξουν την έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων και · η υπό κρίση αίτηση είναι άνευ αντικειμένου εφόσον στις 28.4.2013 με βάση το Διάταγμα οι εναγόμενοι 1 έχουν προβεί σε ανακεφαλαίωση με συνεισφορά καταθετών προς υλοποίηση του Διατάγματος. Στην ένορκη της δήλωση ίδιας ημερομηνίας που συνοδεύει την ένσταση, η Μαρία Μιχαήλ, που υπηρετεί στη Νομική Υπηρεσία των εναγομένων 1, ούσα δεόντως εξουσιοδοτημένη και έχοντας προσωπική γνώση των γεγονότων που αναφέρει, αποκαλύπτοντας την πηγή των πληροφοριών της και κατόπιν νομικής συμβουλής από τους δικηγόρους που εκπροσωπούν τους εναγομένους 1, απορρίπτει και αρνείται το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση, επαναλαμβάνοντας δε τους λόγους ένστασης, όπως πιο πάνω έχουν συνοψισθεί, ζητά την απόρριψη της αίτησης. Στην ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης των καθ' ων η αίτηση-εναγομένων 2 και 3, που καταχωρήθηκε στις 29.5.2013, όπου παρατίθεται η νομική της βάση, προβάλλονται οι ίδιοι λόγοι ένστασης με αυτούς που προέβαλαν οι εναγόμενοι 1 και έχουν συνοψισθεί πιο πάνω και προστίθενται ως λόγοι ένστασης οι ακόλουθοι, ως συνοψίζονται: · η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε με μεγάλη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση και ο αιτητής δεν έχει καταδείξει το κατεπείγον ή καλό λόγο για την έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων · η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση περιλαμβάνει εξ ακοής μαρτυρία χωρίς να αποκαλύπτεται η πηγή αυτής και δεν περιλαμβάνει μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι ο αιτητής θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα · ο αιτητής δεν απεκάλυψε όλα τα ουσιώδη γεγονότα της υπόθεσης και/ή έχει παραπλανήσει το Δικαστήριο και δεν προσήλθε με καθαρά χέρια · το Διάταγμα εκδόθηκε λόγω έκτακτης ανάγκης και/ή δημοσίου συμφέροντος και/ή δημόσιας ωφελείας · το ισοζύγιο της ευχέρειας είναι με το μέρος των καθ' ων η αίτηση και · δεν στοιχειοθετείται ούτε δικαιολογείται νομικά και ουσιαστικά η έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων ειδικότερα εναντίον του καθ' ου η αίτηση 2 και της καθ' ης η αίτηση
  3. Την ένσταση συνοδεύουν δύο ένορκες δηλώσεις ίδιας ημερομηνίας. Στην ένορκη της δήλωση η Νατάσα Αναστασίου, η οποία εργάζεται στη Μονάδα Εξυγίανσης στην καθ' ης η αίτηση 3, και είναι δεόντως εξουσιοδοτημένη να προβεί σ' αυτήν, γνωρίζει όλα τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης προσωπικά και από έγγραφα που έχει στην κατοχή της, αναφέροντας την πηγή των πληροφοριών της για τα γεγονότα που δεν γνωρίζει προσωπικά και έχοντας τη νομική συμβουλή των δικηγόρων της καθ' ης η αίτηση
  4. Παραθέτοντας με λεπτομέρεια τα ουσιώδη γεγονότα που σχετίζονται με την πιστοληπτική ικανότητα της Κυπριακής Δημοκρατίας και τις υποβαθμίσεις της από το Μάιο του 2011 μέχρι την επίτευξη πολιτικής συμφωνίας στις 16.3.2013 στο Eurogroup για την εγκαθίδρυση προγράμματος οικονομικής προσαρμογής της Κυπριακής Δημοκρατίας και τη δέσμευση της να ληφθούν πρόσθετα μέτρα για περιορισμό της οικονομικής βοήθειας, καθώς και τα γεγονότα που οδήγησαν στην έκδοση του Νόμου και του Διατάγματος, μεταξύ άλλων σχετικών Διαταγμάτων, η ενόρκως δηλούσα επισημαίνει ότι με βάση το Νόμο και τα Διατάγματα για την εξυγίανση της Τράπεζας Κύπρου και της Λαϊκής Τράπεζας, η λήψη μέτρων εξυγίανσης δεν θέτει τους πιστωτές και τους μετόχους τους σε δυσμενέστερη οικονομική θέση συγκριτικά με τη θέση που θα ευρίσκοντο εάν οι εν λόγω Τράπεζες τίθεντο εναλλακτικά σε εκκαθάριση. Έχοντας μελετήσει την αίτηση και την ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει, η ενόρκως δηλούσα αρνείται και απορρίπτει τους ισχυρισμούς του αιτητή και επαναλαμβάνοντας ουσιαστικά τους λόγους ένστασης, αποδέχεται το διορισμό του εναγομένου 2 ως Ειδικού Διαχειριστή των εναγομένων 1 και ισχυρίζεται ότι τα αιτούμενα διατάγματα αφορούν πράξεις που έχουν ήδη συντελεστεί δυνάμει του Διατάγματος. Αναφορικά με τον ισχυρισμό του αιτητή περί ανεπανόρθωτης ζημιάς σε περίπτωση μη έκδοσης των αιτουμένων διαταγμάτων, τον οποίο απορρίπτει η ενόρκως δηλούσα, ισχυρίζεται ότι αν δεν λαμβάνοντο τα μέτρα εξυγίανσης η καθ' ης η αίτηση 3, που είναι αυτόνομη και θεσμικά ανεξάρτητη Αρχή κατέχοντας δική της περιουσία κατά πολύ μεγαλύτερη από την αξία των ισχυριζόμενων καταθέσεων του αιτητή, θα κατέρρεε με δυσμενέστερες επιπτώσεις για τον αιτητή σε σύγκριση με τις επιπτώσεις που είχε από τα μέτρα εξυγίανσης που λήφθηκαν, ενόσω η απόκτηση μετοχών από τον αιτητή δυνάμει του Διατάγματος αποτελεί εύλογη αποζημίωση. Άλλωστε η Κυπριακή Δημοκρατία κατέληξε σε συμφωνία χρηματοδότησης με την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και έχει ήδη λάβει την πρώτη δόση χρηματοδότησης. Κατά την ενόρκως δηλούσα, το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει καταφανώς υπέρ των καθ' ων η αίτηση καθότι τα μέτρα που υιοθετήθηκαν είχαν σκοπό τη δημόσια ωφέλεια και την αποτροπή δυσμενέστερων συνεπειών τόσο για τον αιτητή όσο και τους καταθέτες των καθ' ων η αίτηση 1 αλλά και το σύνολο του πληθυσμού της Κύπρου, ενόσω επιλέγηκε η οδός για προστασία μέρους της περιουσίας των καταθετών των καθ' ων η αίτηση 1 δεδομένου ότι η εναλλακτική οδός ήταν η οικονομική κατάρρευση τους χωρίς προστασία των καταθετών τους. Τυχόν έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων θα επιφέρει ουσιώδες πρόσκομμα στην εύρυθμη λειτουργία της διοίκησης με ανυπολόγιστα δυσάρεστες επιπτώσεις στους καθ' ων η αίτηση, στον αιτητή και στο ευρύτερο κοινωνικό σύνολο, δεδομένου ότι τα μέτρα εξυγίανσης των τραπεζών έχουν στόχο την σταθεροποίηση του χρηματοπιστωτικού τομέα. Επισημαίνοντας ότι δεν στοιχειοθετούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων εναντίον της καθ' ης η αίτηση 3, η ενόρκως δηλούσα ζητά την απόρριψη της υπό κρίση αίτησης. Στην ένορκη της δήλωση η Ηρακλείδια Κληρίδου, η οποία εργάζεται στη Νομική Υπηρεσία των καθ' ων η αίτηση 1 και είναι δεόντως εξουσιοδοτημένη από τον καθ' ου η αίτηση 2 να προβεί στην ένορκη της δήλωση, γνωρίζει όλα τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης προσωπικά και από έγγραφα που έχει στην κατοχή της και από πληροφορίες που έλαβε από τον καθ' ου η αίτηση 2, έχοντας τη νομική συμβουλή των δικηγόρων του. Υιοθετεί τους λόγους ένστασης του καθ' ου η αίτηση 2 και συμφωνεί με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης της Νατάσας Αναστασίου, ειδικότερα ως προς τη νομική πτυχή του θέματος και ως προς τα γεγονότα που αφορούν τη συμμετοχή του εναγομένου 2 στην εξυγίανση των εναγομένων
  5. Η ενόρκως δηλούσα ισχυρίζεται ότι ο αιτητής δεν αποκαλύπτει οποιαδήποτε αιτία αγωγής, ούτε και υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση εναντίον του εναγομένου 2 και δεν τεκμηριώνεται στην παρούσα αίτηση οποιαδήποτε αμέλεια ή παράβαση των καθηκόντων αυτού. Ο καθ' ου η αίτηση 2 δεν θα προχωρήσει σε επέμβαση σε οποιαδήποτε ιδιοκτησία ή λογαριασμό του αιτητή δεδομένου ότι οτιδήποτε αφορά τους λογαριασμούς του αιτητή σε σχέση με το Διάταγμα έχει ήδη συντελεστεί στις 29.3.
  6. Επαναλαμβάνοντας μέρος των λόγων ένστασης η ενόρκως δηλούσα ζητά την απόρριψη της αίτησης. Στην ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης της καθ' ης η αίτηση-εναγομένης 4, που καταχωρήθηκε στις 4.6.2013, όπου παρατίθεται η νομική της βάση, προβάλλονται οι ακόλουθοι λόγοι ένστασης, ως συνοψίζονται: · ως πρώτη προδικαστική ένσταση εγείρεται ότι δεν θα έπρεπε να είναι διάδικος η καθ' ης η αίτηση 4 επειδή ως ισχυρίζεται ο αιτητής νόμοι και/ή διατάγματα και/ή ενέργειες αξιωματούχων της προκάλεσαν τις ζημιές του, δεδομένου ότι η θέσπιση των νόμων ανάγεται στη Νομοθετική Εξουσία και σύμφωνα με την αρχή της διάκρισης των εξουσιών αλλά και δυνάμει του άρθρου 113 του Συντάγματος ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας είναι νομικός σύμβουλος του κράτους, δηλαδή της Εκτελεστικής Εξουσίας και ενάγεται εκπροσωπώντας το κράτος και όχι τη Βουλή · ως δεύτερη προδικαστική ένσταση εγείρεται ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο δεν έχει καθ' ύλην αρμοδιότητα να εκδίδει διατάγματα που να αφορούν πράξεις ή διατάγματα που ανάγονται στη σφαίρα του δημοσίου δικαίου, ούτε και έχει δικαιοδοσία να εξετάσει τη νομιμότητα και τη συνταγματικότητα του Διατάγματος που εμπίπτει στην αρμοδιότητα του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην αναθεωρητική του δικαιοδοσία · δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου για την έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων ούτε και παρουσιάστηκε μαρτυρία που να καταδεικνύει σοβαρό ή εύλογο ή επείγοντα λόγο για την έκδοση των διαταγμάτων και · το επίδικο Διάταγμα εκδόθηκε λόγω έκτακτης ανάγκης του κράτους και/ή δημοσίου συμφέροντος και/ή δημοσίας ωφελείας, είναι νόμιμο και δεσμευτικό δυνάμει του Νόμου και αν δεν εφαρμοστεί οι καθ' ων η αίτηση θα ήταν υπαίτιοι παράλειψης οφειλόμενης ενέργειας. Επισημαίνεται ότι ο λόγος ένστασης ότι η υπό κρίση αίτηση αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας επειδή ο αιτητής παράλληλα έχει προσφύγει ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου για την ακύρωση και/ή αναστολή του Διατάγματος αξιώνοντας τις ίδιες θεραπείες με την υπό κρίση αίτηση, απεσύρθη κατά το στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας κατόπιν δήλωσης της συνηγόρου της καθ' ης η αίτηση 4 ότι ο αιτητής δεν έχει προβεί σε καταχώρηση προσφυγής ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην ένορκη του δήλωση ίδιας ημερομηνίας που συνοδεύει την ένσταση, ο Αντρέας Τρόκκος, υπό την ιδιότητα του ως οικονομικού διευθυντή της Διεύθυνσης Χρηματοδοτήσεων και Επενδύσεων του Υπουργείου Οικονομικών, γνωρίζει όλα τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης προσωπικά και από έγγραφα που περιήλθαν σε γνώση του για το θέμα, είναι δε δεόντως εξουσιοδοτημένος για να προβεί στην ένορκη του δήλωση. Υιοθετώντας και επαναλαμβάνοντας τους λόγους ένστασης, αναφέρθηκε στα γεγονότα που μεσολάβησαν από τα μέσα του 2011 και σχετίζονται με την πιστοληπτική ικανότητα της Κυπριακής Δημοκρατίας, τα διαρθρωτικά προβλήματα της Κυπριακής οικονομίας που συναρτώνται με τη συγκέντρωση των απαραίτητων κεφαλαίων για τις ανάγκες ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών που επηρεάστηκαν υπέρμετρα από το κούρεμα των Ελληνικών ομολόγων και την εξεύρεση πόρων για την χρηματοδότηση των αναγκών του κράτους, τα οποία επιδεινώθηκαν εν μέσω της οικονομικής κρίσης, μέχρι την επίτευξη στο Eurogroup πολιτικής συμφωνίας με τις Κυπριακές αρχές στις 16.3.2013 και της δέσμευσης των αρχών αυτών να λάβουν πρόσθετα μέτρα για περιορισμό του μεγέθους της οικονομικής βοήθειας σε συνάρτηση με το πρόγραμμα προσαρμογής, που οδήγησαν στην έκδοση του Νόμου και του Διατάγματος, μεταξύ άλλων σχετικών διαταγμάτων. Επεξηγώντας τις επιπτώσεις μη λήψης των μέτρων εξυγίανσης και τις καταστροφικές συνέπειες για τους καταθέτες και πιστωτές των τραπεζών, την χρηματοπιστωτική σταθερότητα και το κοινωνικό σύνολο σε τέτοια περίπτωση, ο ενόρκως δηλών υπέδειξε ότι στα πλαίσια προσπάθειας διάσωσης της Κυπριακής οικονομίας τα μέτρα εξυγίανσης οδήγησαν στη διατήρηση και συνέχιση προσφοράς των βασικών και κρίσιμων τραπεζικών εργασιών με στόχο τη διασφάλιση της χρηματοοικονομικής σταθερότητας του Κυπριακού τραπεζικού συστήματος στην ολότητα του. Υπέδειξε ότι τα μέτρα εξυγίανσης δεν θέτουν τους πιστωτές και τους μετόχους των τραπεζών σε δυσμενέστερη οικονομική θέση σε σχέση με αυτήν που θα ευρίσκοντο αν τα δύο κύρια τραπεζικά ιδρύματα της Κύπρου τίθεντο σε εκκαθάριση. Με τη θέση ότι δεν παραβιάζονται συνταγματικά δικαιώματα του αιτητή ούτε η αρχή της ισότητας με την έκδοση του επίδικου Διατάγματος και υποστηρίζοντας ότι οι ενέργειες των καθ' ων η αίτηση έγιναν για την αποτροπή της χρεωκοπίας του κράτους, συνεπεία της κακής οικονομικής κατάστασης και της αδυναμίας δανειοδότησης από οποιαδήποτε άλλη πηγή, ο ενόρκως δηλών υποστηρίζει ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της λήψης τέτοιας φύσεως μέτρων και ειδικότερα της «εξ ιδίων μέσων εξυγίανσης» υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις. Κατά την ακρόαση της αίτησης δεν αντεξετάστηκαν οι ενόρκως δηλούντες. Με τις γραπτές τους αγορεύσεις οι συνήγοροι των διαδίκων υποστήριξαν τη θέση κάθε πλευράς αντίστοιχα, με αναφορά στα γεγονότα της υπόθεσης και σε νομολογία. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Jonitexo v. Adidas
(1984)1 AAΔ 263, η έκδοση ενδιάμεσου προσωρινού διατάγματος είναι θέμα που εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του εκδικάζοντος Δικαστηρίου. Σύμφωνα δε με την απόφαση Inter Depol Limited v. Kyriakos Papavassiliou Ltd
(1984)1 ΑΑΔ 769, ακόμη και αν προκύπτει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση καθώς και ορατό ενδεχόμενο να δικαιούται θεραπείας ο ενάγων, πρέπει να ικανοποιηθεί και η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, ότι δηλαδή αν δεν εκδοθεί το διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο (βλ. Κarydas Taxi Co. Ltd v. Komodikis
(1975)1 AAΔ 321, Acropol Shipping Company Ltd v. Rossis
(1976)1 ΑΑΔ 38, Constantinides v. Makriyiorghou
(1978)1 AAΔ 585, Papastratis v. Petrides
(1979)1 AAΔ 231, G. Hadjikyriacos Co. Ltd v. United Biscuits Ltd
(1979)1 AAΔ 689, Μ. & M. Transport Co. Ltd v. Eteria Astikon Leoforion Lemessou Ltd
(1981)1 AAΔ 605, Odysseos v. Pieris Estates Ltd κ.α.
(1982)1 ΑΑΔ 557, National Bank v. Motovia Ltd
(1987)1 AAΔ 303, Metro Shipping v. Global Cruises
(1989)1 ΑΑΔ 182, Ζεμενίδης ν. Ζεμενίδου
(1992)1 ΑΑΔ 54, Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 ΑΑΔ 248). Στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd κ.α. (πιο πάνω) έχει αναλυθεί με σαφήνεια το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου και έχει λεχθεί ότι προτού το Δικαστήριο εξετάσει το ισοζύγιο της ευχέρειας, συνεκτιμώντας τις περιστάσεις της υπόθεσης που έχει ενώπιον του, θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι συντρέχουν οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο αυτό. Ως προς την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση κατά την κυρίως δίκη, αναφορά γίνεται κατά κανόνα στη δικογραφία, κυρίως στην έκθεση απαιτήσεως, σε συσχετισμό με τη νομική βάση της απαίτησης. Σε σχέση με το κριτήριο της πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγων σε θεραπεία αρκεί βάσει της αποδεικτικής δύναμης της υπόθεσης υπό το φως της προσφερόμενης μαρτυρίας να καταδειχθεί μια ορατή πιθανότητα επιτυχίας, κάτι περισσότερο από απλή πιθανολόγηση αλλά πολύ λιγότερο από το «ισοζύγιο των πιθανοτήτων». Αναφορικά δε με το τρίτο κριτήριο μόνο τότε ικανοποιείται όταν δεν μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα η θεραπεία που επιζητείται. Εάν τυχόν χρηματική αποζημίωση μπορεί να αποτελέσει ικανοποιητική θεραπεία για τον ενάγοντα στο τέλος της δίκης η έκδοση ή η διατήρηση σε ισχύ του παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος αποκλείεται. Όπως λέχθηκε ωστόσο στην υπόθεση Papastratis v. Petrides (πιο πάνω) δεν λαμβάνεται υπόψη μόνο ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης αλλά και άλλα δεδομένα που μπορεί να εμποδίσουν την πλήρη απονομή της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο (βλ. και Papapetrou Bros Ltd v. Παπαπέτρου
(2003)1 ΑΑΔ 741). Είναι νομολογημένο ότι κατά την εκδίκαση αιτήσεων για παρεμπίπτοντα διατάγματα πρέπει να αποφεύγεται να λέγεται από το Δικαστήριο οτιδήποτε καθώς και να ασκείται ιδιαίτερη προσοχή ώστε να αποφευχθεί η αναφορά δηλώσεων που πιθανόν να θεωρηθεί ότι προδικάζει τα επίδικα θέματα που θα πρέπει να αποφασιστούν κατά την εκδίκαση της αγωγής (βλ. μεταξύ άλλων Jonitexo v. Adidas (πιο πάνω)). Προς εξέταση των προϋποθέσεων που πρέπει να ικανοποιούνται προς έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων στην παρούσα υπόθεση με βάση την υπάρχουσα μαρτυρία και όσα δεδομένα υπάρχουν και τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, επισημαίνεται αρχικά ότι η απαίτηση του αιτητή-ενάγοντος προήλθε από τις ισχυριζόμενες παραλείψεις των καθ' ων η αίτηση 1 για την εκτέλεση εντολών του ενάγοντος προς αυτούς που δόθηκαν στις 14 και στις 15 Μαρτίου 2013 σε συνάρτηση με ενέργειες των καθ' ων η αίτηση 1 που ακολούθησαν μετά την θέσπιση του Νόμου στις 22.3.2013 και του Διατάγματος στις 29.3.2013, με την εμπλοκή των καθ' ων η αίτηση 2, 3 και 4. Παρέμειναν αναμφισβήτητα -και δόθηκαν μάλιστα γι' αυτά περισσότερες λεπτομέρειες από τους καθ' ων η αίτηση 2, 3 και 4- τα γεγονότα αναφορικά με την τραγική κατάσταση της Κυπριακής οικονομίας, που οδήγησαν στη θέσπιση του Νόμου και των δυνάμει αυτού εκδοθέντων Διαταγμάτων που αφορούν την Τράπεζα Κύπρου καθώς και την Λαϊκή Τράπεζα. Τόσο η υπό κρίση αίτηση όσο και οι ενστάσεις των καθ' ων η αίτηση είχαν καταχωρηθεί πριν από την έκδοση της απόφασης της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις υποθέσεις Χριστοδούλου και άλλων ν. Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου και άλλων, Υποθέσεις Αρ. 551/2013 και άλλες, ημερομηνίας 7.6.2013, που είχαν καταχωρηθεί από πρόσωπα-καταθέτες που επηρεάζοντο από τις ενέργειες των Αρχών, οι οποίες είχαν έρεισμα τον Νόμο και τα βάσει αυτού εκδοθέντα Διατάγματα, τα οποία αφορούν τόσο τη Λαϊκή Τράπεζα όσο και την Τράπεζα Κύπρου. Παρατίθεται στη συνέχεια απόσπασμα από την Ανακοίνωση του Ανωτάτου Δικαστηρίου που εκδόθηκε στις 7.6.2013, μετά την έκδοση της απόφασης της Ολομέλειας, στο οποίο αποτυπώνεται με σαφήνεια η ουσία των αποφασισθέντων: «Με την απόφαση της πλειοψηφίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου (7 εκ των 9 Δικαστών) κρίθηκε ότι οι προσφυγές δεν ανάγονται στα πλαίσια της αναθεωρητικής δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου καθ΄όσον τα δικαιώματα των καταθετών, εάν αυτοί επηρεάζονται δυσμενώς ως αποτέλεσμα των Διαταγμάτων, δεν εμπίπτουν στη σφαίρα του Δημοσίου Δικαίου, ώστε να επιτρέπουν την άσκηση αναθεωρητικού ελέγχου από το Ανώτατο Δικαστήριο. Εμπίπτουν στη σφαίρα του Ιδιωτικού Δικαίου, στο πλαίσιο ενεργοποίησης αστικής φύσεως διαδικασιών ενώπιον Επαρχιακών Δικαστηρίων εναντίον των εμπλεκομένων Τραπεζών και/ή οργάνων ή αρχών της Δημοκρατίας ή και άλλων. Σε αυτές τις διαδικασίες θα μπορούν να εξετασθούν όλες οι διαστάσεις των δικαιωμάτων που έχουν επισημανθεί στην απόφαση, με ιδιαίτερη αναφορά και στα οριζόμενα στο άρθρο 3
(2)(δ) του Νόμου ότι οι καταθέτες δεν θα ευρεθούν σε δυσμενέστερη θέση από αυτή που θα ευρίσκοντο αν οι τράπεζες είχαν τεθεί σε εκκαθάριση, αλλά και δικαιωμάτων αφορώντων σε προηγηθείσες των Διαταγμάτων ενδεχόμενες ευθύνες.» Ειδικότερα, όσον αφορά τον Νόμο και το Διάταγμα (ΚΔΠ 103/2013) που αφορά την Τράπεζα Κύπρου στην απόφαση της Ολομέλειας αναφέρθηκαν τα εξής σημαντικά (οι υπογραμμίσεις γίνονται για σκοπούς της παρούσας απόφασης): «Το Διάταγμα 103 το οποίο αφορά την Τράπεζα Κύπρου διαφέρει από το Διάταγμα 104 το οποίο αφορά τη Λαϊκή και το οποίο εφαρμόζει το μέτρο της πώλησης εργασιών δυνάμει των άρθρων 7
(1)(β) και 9 του Νόμου, κατά το ότι εφαρμόζει άλλο μέτρο εξυγίανσης, εκείνο της διάσωσης με ίδια μέσα δυνάμει των άρθρων 7
(1)(ε) και 12 του Νόμου προς το σκοπό αποκατάστασης της κεφαλαιακής επάρκειας της τράπεζας. Γίνονται προς τούτο πρόνοιες για μετατροπή ποσοστού 37.5% των καταθέσεων πέραν των €100.000 σε μετοχές τάξης Α, δέσμευση ποσοστού 22.5% των καταθέσεων πέραν των €100.000 για σκοπούς ενδεχόμενης μετατροπής του σε μετοχές τάξης Α εντός 90 ημερών, και δέσμευση του υπολοίπου ποσοστού 40% των καταθέσεων πέραν των €100.000 με όρους ως προς επιτόκια, αποπληρωμή σε περίπτωση εκκαθάρισης, προτεραιότητα ως προς άλλες υποχρεώσεις της τράπεζας και μετατροπή σε κατάθεση. Η εφαρμογή του άλλου αυτού μέτρου εξυγίανσης όμως, δεν διαφοροποιεί την κατάσταση ως προς το θέμα του εννόμου συμφέροντος των καταθετών και την εκτελεστότητα της πράξης ως προς αυτούς. Η φύση της σχέσης των καταθετών της Τράπεζας Κύπρου με την Τράπεζα Κύπρου είναι ακριβώς η ίδια με εκείνη που έχει εξηγηθεί ως προς τη σχέση των καταθετών της Λαϊκής με τη Λαϊκή. Ισχύουν λοιπόν και ως προς τους καταθέτες της Τράπεζας Κύπρου όσα ελέχθησαν ως προς τους καταθέτες της Λαϊκής, με τη διαπίστωση ότι ούτε αυτοί έχουν έννομο συμφέρον για σκοπούς προσφυγής και ότι και ως προς αυτούς το θέμα είναι ιδιωτικού και όχι δημοσίου δικαίου. Ο «επηρεασμός» των καταθέσεών τους από τις πρόνοιες του Διατάγματος ανάγεται στα μέτρα εξυγίανσης, και προς όφελος, της ίδιας της τράπεζας προς την οποία και απευθύνεται το Διάταγμα και διέρχεται επίσης μέσα από τις ενέργειες της τράπεζας και την αποτυχία της να ανταποκριθεί στις συμβατικές υποχρεώσεις της ως εκ των μέτρων εξυγίανσής της. Καθ΄όσον η συμβατική οφειλή της τράπεζας προς τον καταθέτη επηρεάζεται, ο καταθέτης είναι πρωτίστως προς την τράπεζα που θα πρέπει να στραφεί σε αστική διαδικασία, ως παραβαίνουσα τις συμβατικές υποχρεώσεις της για αποπληρωμή της κατάθεσης, με ενδεχόμενη περαιτέρω επέκταση της αστικής διαδικασίας στη Δημοκρατία, ως προκαλέσασα τον επηρεασμό της συμβατικής οφειλής δια του Διατάγματος. Στα πλαίσια εκείνα τότε είναι που θα κριθεί η νομιμότητα της όποιας παράβασης των συμβατικών υποχρεώσεων της τράπεζας, διερχόμενης μέσα από την παρέμβαση δια των ενεργειών της Πολιτείας αλλά και ενδεχομένως ευρύτερα των εμπλεκομένων Ευρωπαϊκών οργάνων και άλλων, με αναφορά και σε συνταγματικές διαστάσεις αλλά και σε διαστάσεις Ευρωπαϊκού δικαίου. Και ο έλεγχος θα περιλαμβάνει όλα όσα έχουν ήδη λεχθεί αναφορικά με τους καταθέτες της Λαϊκής, αλλά και όλα όσα έχουν ιδιαίτερη σημασία (ως εκ της διαφοράς του μέτρου εξυγίανσης) αναφορικά με τους καταθέτες της Τράπεζας Κύπρου, και δη το υποχρεωτικό της μετατροπής καταθέσεων σε μετοχές, το αιτιολογημένο της έκτασης του και την επάρκεια του ανταλλάγματος, το κατά πόσο ήταν συμφέρουσα η αποξένωση των εργασιών της Ελλάδος (Διάταγμα 96), τις προτεραιότητες και εξασφαλίσεις, το άνισο ως εκ της εξαίρεσης καταθέσεων (με ιδιαίτερη αναφορά στο Παράρτημα Δ), και την πιστότητα της αποτίμησης των περιουσιακών στοιχείων της Τράπεζας Κύπρου. Και, ευρύτερα, την όποια προηγηθείσα ευθύνη για την κατάληξη των τραπεζών στην κατάσταση που ευρέθησαν και την όποια αποτυχία κάλυψης των ασφαλισμένων καταθέσεων δυνάμει των σχετικών Σχεδίων Προστασίας Καταθέσεων, που ενδεχομένως να αντανακλούν στην έκταση των μέτρων εξυγίανσης. Ουδόλως λοιπόν επηρεάζονται τα ουσιαστικά δικαιώματα των καταθετών της Λαϊκής και της Τράπεζας Κύπρου από τη θεώρηση ότι, ως προς αυτούς εν πάση περιπτώσει, δεν υφίσταται έννομο συμφέρον για σκοπούς αναθεωρητικού ελέγχου και ότι οι αιτιάσεις τους εμπίπτουν όχι στο δημόσιο αλλά στο ιδιωτικό δίκαιο. Απεναντίας, ενώ ο αναθεωρητικός έλεγχος, ως έλεγχος νομιμότητας, έχει αναλόγως περιορισμένη εμβέλεια, οι αστικές διαδικασίες προσφέρονται ιδιαιτέρως προς διάγνωση κάθε θέματος που μπορεί να είναι σχετικό και απευθύνονται στην ουσία του πράγματος. Και σαφώς δεν πρέπει να συγχίζεται ο καθορισμός της ορθής δικαιοδοσίας με την ουσία των δικαιωμάτων. Βεβαίως, δεν πρέπει να λησμονείται ότι το αντικείμενο των αστικών διαδικασιών δεν μπορεί να είναι άλλο παρά η όποια χρηματική ζημία στους καταθέτες κατέστη προκύπτουσα από ενέργειες των τραπεζών, της Πολιτείας ή των εμπλεκομένων οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και άλλων. Και το ζητούμενο θα είναι, σε τελευταία ανάλυση, αυτό που το ίδιο το άρθρο 3
(2)(δ) του Νόμου προνοεί, εκφράζοντας, όπως είπαμε, πάγιες νομικές αρχές - το κατά πόσο η ζημία στους καταθέτες είναι μεγαλύτερη από αυτή που θα υφίσταντο αν τα διατάγματα δεν είχαν εκδοθεί και οι τράπεζες είχαν αφεθεί στην πορεία τους. Δεν θα μπορούσαν δηλαδή οι καταθέτες να ευρίσκονται σε δυσμενέστερη εκείνης θέση, όπως όμως δεν θα μπορούσαν να ευρίσκοντο ποτέ και σε ευνοϊκότερη - και τούτο πρέπει να είναι συνεχώς υπ΄όψη, διότι είναι τα δεδομένα που αφορούν την κατάσταση των τραπεζών κατά το χρόνο των Διαταγμάτων που καθορίζουν και την πραγματική αξία των καταθέσεων κατά το χρόνο εκείνο, με κυρίαρχο στοιχείο ότι οι καταθέτες δεν είναι παρά πιστωτές της τράπεζας.» Από τα πιο πάνω αποφασισθέντα από την Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου συνάγεται ότι οι λόγοι ένστασης των καθ' ων η αίτηση 1-4 που συναρτώνται με τη δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου να επιληφθεί των θεμάτων της παρούσας αγωγής, δεν θα πρέπει να απασχολήσουν το παρόν Δικαστήριο, έχοντας ουσιαστικά αυτοί αποσυρθεί στο στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας που οι συνήγοροι όλων των πλευρών κατεχώρησαν τις γραπτές τους αγορεύσεις. Συνεπώς, με βάση όσα αποφασίσθηκαν από την Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου και είναι δεσμευτικά για το παρόν Δικαστήριο, αναγνωρίζεται το δικαίωμα του αιτητή-ενάγοντος στην παρούσα υπόθεση, που ως είναι κοινώς αποδεκτό δεν έχει προσφύγει στο Ανώτατο Δικαστήριο, να καταχωρήσει αγωγή διεκδικώντας, ως καταθέτης στην Τράπεζα Κύπρου, χρηματική ζημιά που προέκυψε από ενέργειες της Τράπεζας και της Πολιτείας «όπου θα κριθεί η νομιμότητα της όποιας παράβασης των συμβατικών υποχρεώσεων της τράπεζας (στην προκείμενη περίπτωση της Τράπεζας Κύπρου) διερχόμενης μέσα από την παρέμβαση δια των ενεργειών της Πολιτείας... με αναφορά και σε συνταγματικές διαστάσεις αλλά και σε διαστάσεις Ευρωπαϊκού δικαίου.» Χωρίς να προβαίνω σε αξιολόγηση της μαρτυρίας στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας, από τη μαρτυρία προβάλλει ότι ο αιτητής επικαλείται ότι οι καθ' ων η αίτηση 1 αρνήθηκαν και/ή παρέλειψαν να εκτελέσουν δύο εντολές του που τους είχαν δοθεί από αυτόν στις 14.3.2013 και στις 15.3.2013 για τη μεταφορά του συνολικού ποσού των €216.000 από τον επίδικο λογαριασμό του σε δύο άλλα πιστωτικά ιδρύματα, με αποτέλεσμα να έχει μπλοκαριστεί στο λογαριασμό του το εν λόγω ποσό, λόγω της μεταγενέστερης προαναφερθείσας νομοθεσίας, συνεπεία της παράνομης και αντισυμβατικής συμπεριφοράς των καθ' ων η αίτηση-εναγομένων
  1. Οι καθ' ων η αίτηση 1 δεν αντιτάσσουν οτιδήποτε το ουσιαστικό στον ισχυρισμό αυτόν του αιτητή, υποστηρίζοντας ότι τα γεγονότα που αυτός επικαλείται είναι αόριστα, ασαφή και ατεκμηρίωτα. Εκ μέρους των καθ' ων η αίτηση 2 και 3 κύρια εισήγηση, ως προς το πρώτο κριτήριο, είναι ότι δεν τους αφορά η έκδοση των ζητουμένων διαταγμάτων, ενόσω εκ μέρους της καθ' ης η αίτηση 4 παρομοίως εγείρεται ότι δεν υπάρχει εμπλοκή της είτε πρόσβαση στον επίδικο τραπεζικό λογαριασμό. Κατά την αντίληψη μου, από τα αποφασισθέντα στην απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου προκύπτει ότι, η απαίτηση του αιτητή στην παρούσα αγωγή για την όποια παράβαση των συμβατικών υποχρεώσεων των καθ' ων η αίτηση 1 θα πρέπει να κριθεί μέσα στο πλέγμα των ενεργειών των ευρύτερα εμπλεκομένων αρχών και οργάνων της Πολιτείας καθότι ο έλεγχος του επηρεασμού της συμβατικής οφειλής θα περιλαμβάνει και «ευρύτερα, την όποια προηγηθείσα ευθύνη για την κατάληξη των τραπεζών στην κατάσταση που ευρέθησαν και την όποια αποτυχία κάλυψης των ασφαλισμένων καταθέσεων δυνάμει των σχετικών Σχεδίων Προστασίας Καταθέσεων, που ενδεχομένως να αντανακλούν στην έκταση των μέτρων εξυγίανσης». Δεν διαφεύγουν της προσοχής βέβαια πρόνοιες των άρθρων του Νόμου, όπως τα εδάφια 4, 15 και 16 του άρθρου 12 που αποστερούν το θιγόμενο από τα μέτρα εξυγίανσης μέρος της δυνατότητας να απαιτήσει χρηματική αποζημίωση από τους καθ' ων η αίτηση 1 και 4, καθώς και τα άρθρα 19, 29 και 30 που περιορίζουν την ευθύνη των καθ' ων η αίτηση 2 και
  2. Οι αξιώσεις του αιτητή-ενάγοντος που σχετίζονται και με ισχυρισμούς αντισυνταγματικότητας του Νόμου και του Διατάγματος, λαμβανομένων υπόψη και των θέσεων των καθ' ων η αίτηση, οδηγούν στην αντίληψη ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση που αφορά τους καθ' ων η αίτηση 1-4, ενόσω τα στοιχεία που παραθέτουν οι καθ' ων η αίτηση 1-4 σε συνάρτηση με το σύνολο της παρατεθείσας ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρίας, δεν μπορούν να αποκλείσουν την ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας της αγωγής κατά το στάδιο της δίκης, οπότε ικανοποιείται τόσο το πρώτο όσο και το δεύτερο κριτήριο που θέτει η νομολογία προς έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων. Αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση παρόλο που ο αιτητής-ενάγων ισχυρίζεται ότι θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά, από τα ενώπιον του Δικαστηρίου τεθέντα στοιχεία προκύπτει ότι η οποιαδήποτε ζημιά έχει ή τυχόν θα υποστεί συνεπεία των ενεργειών των καθ' ων η αίτηση-εναγομένων μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα. Όπως επαναλήφθηκε βέβαια στην πρόσφατη απόφαση Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd, Πολ. Έφ. Αρ. 304/2008, ημερομηνίας 21.10.2011, σύμφωνα με τη νομολογία «η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, περιλαμβάνει και διάφορα άλλα μεταβλητά κριτήρια εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά, όπως έχει υποδείξει και η υπόθεση Παπαστράτης ν. Πετρίδης
(1979)1 ΑΑΔ 240.». Έχω την άποψη ότι στην παρούσα υπόθεση οι ισχυρισμοί του αιτητή-ενάγοντος δεν καταδεικνύουν ότι οι οποιεσδήποτε ενέργειες των καθ' ων η αίτηση-εναγομένων είναι τέτοιας μορφής ώστε δεν θα μπορέσει ο αιτητής-ενάγων να αποζημιωθεί πλήρως με χρήματα κατά το πέρας της αγωγής. Οι οποιεσδήποτε ζημιές του είναι αποτιμητές σε χρήμα, ως και ο ίδιος ο αιτητής αναφέρει, νοουμένου ότι αποδειχθούν από αυτόν κατά τη δίκη. Ούτε και έχουν τεθεί εκ μέρους του αιτητή τέτοια στοιχεία για την οικονομική κατάσταση των καθ' ων η αίτηση-εναγομένων που να υποστηρίζουν τη θέση ότι θα εμποδισθεί από του να ικανοποιήσει την υπέρ αυτού τυχόν εκδοθησόμενη απόφαση, νοουμένου φυσικά ότι συνεχίσουν οι δραστηριότητες τόσο των καθ' ων η αίτηση 1 όσο και των καθ' ων η αίτηση 3 και 4 στο μέλλον ως επιδιώκεται με τα υπό συζήτηση μέτρα (βλ. και άρθρο 3 του Νόμου) και λαμβανομένου υπόψη ότι η διαδικασία εξυγίανσης των καθ' ων η αίτηση 1 δεν αποτελεί διαδικασία αφερεγγυότητας σύμφωνα με το άρθρο 34 του Νόμου. Διαπιστώνεται κατά συνέπεια ότι δεν έχει ικανοποιηθεί η προϋπόθεση ότι ο αιτητής-ενάγων εάν επιτύχει στην αγωγή του δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί πλήρως στο μεταγενέστερο εκείνο στάδιο αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. Η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι δεν συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις προς έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων οδηγεί και στην κρίση ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι κλίνει υπέρ του αιτητή στην παρούσα υπόθεση. Ωστόσο, ακόμα και αν εθεωρείτο ότι πληρούντο και τα τρία κριτήρια, το ισοζύγιο της ευχέρειας δεν θα μπορούσε και πάλι να θεωρηθεί ότι κλίνει υπέρ του αιτητή. Αφενός δεν απεδείχθη ότι η οποιαδήποτε ζημιά του αιτητή δεν είναι θεραπεύσιμη με την καταβολή αποζημιώσεων και αφετέρου η έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων θα επηρέαζε αρνητικά την πορεία ανακεφαλαιοποίησης των καθ' ων η αίτηση 1 και κατ' επέκταση της σταθεροποίησης του χρηματοπιστωτικού τομέα. Όπως υπέδειξαν οι καθ' ων η αίτηση, τα υπό συζήτηση μέτρα, που λήφθηκαν από την Πολιτεία και οδήγησαν και στην επίδικη απαίτηση, σκοπό έχουν την προαγωγή της δημόσιας ωφέλειας και την εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος καθώς και την αποτροπή δυσμενέστερων συνεπειών τόσο για τον αιτητή όσο και όλους τους καταθέτες των καθ' ων η αίτηση 1 αλλά και το σύνολο του πληθυσμού, εν όψει του ενδεχομένου, αν δεν λαμβάνοντο τα μέτρα εξυγίανσης, να οδηγηθούν οι καθ' ων η αίτηση 1 σε οικονομική κατάρρευση που, σε συνδυασμό με την παρόμοια θέση της Λαϊκής Τράπεζας, θα οδηγούσαν την Κυπριακή Δημοκρατία σε ανυπέρβλητα δεινή οικονομική κατάσταση και πιθανώς σε χρεωκοπία, με καταστροφικές συνέπειες όχι μόνο για τους καταθέτες και πιστωτές των τραπεζών και την χρηματοπιστωτική σταθερότητα αλλά γενικότερα για το κοινωνικό σύνολο. Αναφορικά με την εισήγηση του κ. Ανδρέου ότι η διατήρηση του status quo θα πρέπει να οδηγήσει το Δικαστήριο στην έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων, επισημαίνεται ότι τα μέτρα, που κατά τον ισχυρισμό του αιτητή τον επηρεάζουν, τέθηκαν σε ισχύ στις 29.3.2013 ενόσω η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε στις 15.5.2013. Όπως δε λέχθηκε στην υπόθεση Κοσμά ν. Χατζηκυπρή κ.α.
(2000)1 Α.Α.Δ. 169, υπό συνήθεις συνθήκες η έννοια του ενδιάμεσου διατάγματος είναι να διατηρηθεί το status quo ante μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης και όχι να προκαταληφθεί η έκβαση της υπόθεσης επί της ουσίας. Υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, ο αιτητής που έχει το βάρος απόδειξης της συνδρομής των προϋποθέσεων προς έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων, δεν το έχει αποσείσει στο παρόν στάδιο και συνεπώς δεν δικαιολογείται η έκδοση τους. Τέλος, αν και στη νομική βάση της αίτησης γίνεται αναφορά και στο άρθρο 4 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, η έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων επιδιώχθηκε βασικά δυνάμει του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν. 14/60), θέση που αποκλειστικά προωθήθηκε κατά την ακρόαση της αίτησης. Μπορεί να αναφερθεί όμως ότι, όπως λέχθηκε στην υπόθεση Γρηγορίου κ.α. v. Χριστοφόρου κ.α. (πιο πάνω) με αναφορά στην απόφαση ABP Holdings Ltd κ.α. v. Α. Κιταλίδη κ.α. (Αρ. 2)
(1994)1 ΑΑΔ 694, το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου που θεσπίστηκε μετά την ίδρυση της Κυπριακής Δημοκρατίας, δίδει ευρύτατη εξουσία στο Δικαστήριο να εκδίδει οποιοδήποτε παρεμπίπτον, απαγορευτικό ή προστακτικό διάταγμα, όταν κριθεί δίκαιο ή πρόσφορο χωρίς να τίθεται κανένας περιορισμός. Το άρθρο 4 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, όπως και το άρθρο 5 που παρόλο ότι το επικαλείται ο αιτητής δεν έχει σχέση με την παρούσα υπόθεση, κάνουν ειδική ρύθμιση των καταστάσεων στις οποίες αναφέρονται, χωρίς να αφαιρούν τίποτε από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Νόμου 14/60, που προσδιορίζει το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Στην υπόθεση Papastratis v. Petrides (πιο πάνω) κρίθηκε ότι μόνο όπου το αντικείμενο της αγωγής είναι το επίδικο, τυγχάνει εφαρμογής το άρθρο 4 του Κεφ. 6 και σε αντίθετη περίπτωση δεν μπορεί να εξεταστεί το άρθρο αυτό ανεξάρτητα από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Νόμου 14/60. Εν πάση περιπτώσει, στην παρούσα υπόθεση έχοντας ήδη εξετάσει το θέμα στη βάση των προϋποθέσεων που απαιτούνται από το προαναφερθέν άρθρο 32 και καθοδηγούμενη από τις γενικές αρχές σχετικά με την έκδοση διαταγμάτων που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, θεωρώ ότι ούτε δυνάμει του άρθρου 4 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.6, θα ήταν δυνατόν να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα για τους λόγους που έχουν ήδη αναλυθεί πιο πάνω. Εν όψει των προαναφερθέντων η αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει και απορρίπτεται. Τα έξοδα, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή, επιδικάζονται εναντίον του αιτητή-ενάγοντος και υπέρ των καθ' ων η αίτηση-εναγομένων 1, 2, 3 και 4 και θα πληρωθούν στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) ........... Λ. Καουτζάνη, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΦΚ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.