Κώστα Σ. Κυριάκου ν. Πάμπου Θεμιστοκλέους κ.α., Αρ. Αγωγής: 8171/10, 7/8/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:A300 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Τ. Παρασκευαϊδου-Καρακάννα, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 8171/10 Μεταξύ: Κώστα Σ. Κυριάκου Ενάγοντα -και-
- Πάμπου Θεμιστοκλέους
- Θέμη Θεμιστοκλέους Εναγομένων Ημερομηνία: 7.8.2013 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: κ. Λ. Λουκαϊδης με κα Λ. Πατσαλίδου Για τους Εναγομένους: κα Μ. Αντωνίου Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο ενάγοντας με την υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή ζητά δήλωση του Δικαστηρίου ότι η εγγραφή των πιο κάτω κτημάτων, στο όνομα του εναγομένου 2, είναι άκυρη, διότι ήταν αποτέλεσμα δολίων ενεργειών και ή απάτης και ή ψευδών παραστάσεων και ή συνομωσίας από μέρους των δύο εναγομένων σε βάρος του ιδίου: «α) χωράφι, ολικής έκτασης 7.693μ², με αρ. Τεμαχίου 114/2 (νέο 254), Φ./Σχ.30/25, (1:5000), με αρ. Εγγραφής 9264, Αγίοι Τριμιθιάς, Λευκωσία, εγγεγραμμένο στο όνομα Θεμιστοκλής Χαραλάμπους Θεμιστοκλέους για το όλο μερίδιο. β) χωράφι, ολικής έκτασης 3.011μ², με αρ. Τεμαχίου 18, Φ./Σχ.30/3, (1:5000), με αρ. Εγγραφής 26582, Παλαιομέτοχο, Λευκωσία, εγγεγραμμένο στο όνομα Θεμιστοκλής Χαραλάμπους Θεμιστοκλέους για το ½ μερίδιο. γ) χωράφι, ολικής έκτασης 4.646μ², με αρ. Τεμαχίου 4/2 (νέο 30), Φ./Σχ.30/3, (1:5000), με αρ. Εγγραφής 26583, Παλαιομέτοχο, Λευκωσία, εγγεγραμμένο στο όνομα Θεμιστοκλής Χαραλάμπους Θεμιστοκλέους για το ½ μερίδιο. δ) χωράφι, ολικής έκτασης 53.847μ², με αρ. Τεμαχίου 48, Φ./Σχ.28/62, (1:5000), με αρ. Εγγραφής 1701, Άγιος Θεόδωρος Σολέας, Λευκωσία, εγγεγραμμένο στο όνομα Θεμιστοκλής Χαραλάμπους Θεμιστοκλέους για το ½ μερίδιο. ε) χωράφι, ολικής έκτασης 30.027μ², με αρ. Τεμαχίου 395, Φ./Σχ. 30/03Ε2, (1:2500), με αρ. Εγγραφής D529, Δήμος Λακατάμειας, Λευκωσία, εγγεγραμμένο στο όνομα Θεμιστοκλής Χαραλάμπους Θεμιστοκλέους για τα 3/89 μερίδια. στ) χωράφι, ολικής έκτασης 6.689μ², με αρ. Τεμαχίου 3373, Φ./Σχ. 30/03Ε2, (1:2500), με αρ. Εγγραφής D3574, Δήμος Λακατάμειας, Λευκωσία, εγγεγραμμένο στο όνομα Θεμιστοκλής Χαραλάμπους Θεμιστοκλέους για τα 12/61 μερίδια». Αξιώνει επίσης γενικές, ειδικές και τιμωρητικές αποζημιώσεις. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της Έκθεσης Απαίτησης ο ενάγοντας ήταν ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης των πιο πάνω κτημάτων μέχρι την 23.12.
- Σε κάποια ημερομηνία, πριν την 23.12.08, συμφώνησε «προκαταρκτικά» με τον εναγόμενο 1 όπως του μεταβιβάσει τα δύο χωράφια που βρισκόντουσαν στο Δήμο Λακατάμειας, πρόκειται για τα χωράφια που σημειώνονται ανωτέρω με τα γράμματα (ε) και (στ), έναντι του ποσού των €20.000 Παράλληλα, ο εναγόμενος 1 θα αναλάμβανε την υποχρέωση να εξοφλήσει τα χρέη που είχε ο ενάγοντας σε συνεργατικά ταμιευτήρια και τα οποία βάρυναν όλα τα πιο κάτω κτήματα με αντίστοιχη υποθήκη. Σύμφωνα με την ίδια προκαταρκτική συμφωνία, «.εφόσον θα εξοφλούνταν όλα τα χρέη και ανάλογα με τα ποσά που θα δίνονταν γι΄ αυτό με βάση αποδείξεις θα διαπραγματεύονταν μεταβίβαση κι΄ άλλου κτήματος/κτημάτων». Για την υλοποίηση της εν λόγω συμφωνίας οι εναγόμενοι παρουσίασαν στον ενάγοντα εδικό πληρεξούσιο για την μεταβίβαση προς όφελος του εναγομένου 2, υιού του εναγομένου 1 των εν λόγω δύο κτημάτων που αναφέρονται στις παραγράφους 5(ε) και 5(στ) πιο πάνω. Ο ενάγοντας εδιάβασε το πληρεξούσιο και το αποδέχτηκε. Ο εναγόμενος 1 του παρέδωσε τότε το ποσό των ΛΚ20.000 και του εζήτησε να το μετρήσει κατ΄ ιδίαν στο αυτοκίνητο του. Στη συνέχεια και αφού ο ενάγοντας είχε εν τω μεταξύ μετρήσει το ποσό, ο εναγόμενος 1 του παρουσίασε να υπογράψει πληρεξούσιο, άλλο από εκείνο που του είχε παρουσιάσει αρχικά. Εκ των υστέρων διαφάνηκε ότι αντί του ειδικού πληρεξουσίου ο εναγόμενος 1 του παρουσίασε για υπογραφή γενικό πληρεξούσιο, το οποίο εξουσιοδοτούσε τον εναγόμενο 2 να μεταβιβάσει προς όφελος του τα έξι επίδικα κτήματα. Είναι η θέση του ότι οι εναγόμενοι ενήργησαν «σε συνεννόηση κατόπιν συνομωσίας να χρησιμοποιήσουν δόλια μέσα και απάτη για να αποσπάσουν όλα τα κτήματα του ενάγοντα χωρίς τη θέληση του, όπερ και έπραξαν». Οι εναγόμενοι στην υπεράσπιση τους παραδέχονται ότι ο ενάγοντας ήταν ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης των επιδίκων τεμαχίων, τα οποία στη συνέχεια μεταβιβάστηκαν στο όνομα του εναγομένου 2, αρνούνται όμως τους όρους της μεταξύ των συμφωνίας ως επίσης και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες είχε υπογραφεί το πληρεξούσιο έγγραφο δυνάμει του οποίου έγιναν οι μεταβιβάσεις των επιδίκων κτημάτων. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της υπεράσπισης ο ενάγοντας ήταν αυτός που είχε προτείνει στον εναγόμενο 2 να αναλάβει την εξόφληση όλων των χρεών του προς τις τράπεζες, ιδιώτες, δημόσιο, ιδρύματα και οργανισμούς και να του δώσει επιπρόσθετα και κάποιο ποσό σε μετρητά και σε αντάλλαγμα αυτού ο ενάγοντας θα του μεταβίβαζε την ακίνητη περιουσία που είχε στις ελεύθερες περιοχές. Συγκεκριμένα, του επρότεινε να του μεταβιβάσει τα οκτώ κτήματα που είχαν εντοπισθεί κατά την έρευνα που είχε διενεργηθεί στο κτηματολόγιο, ως επίσης και ένα τεμάχιο που σύμφωνα με τον ίδιο κατείχε στην Πάφο. Λίγο χρόνο αργότερα ο εναγόμενος 2 ενημέρωσε τον ενάγοντα ότι αποδεχόταν την πρόταση του και το ποσό που θα του κατέβαλλε του ιδίου, ως μέρος του ανταλλάγματος, θα ήταν €20.
- Την 2.11.2008 όλα τα εμπλεκόμενα μέρη συναντήθηκαν σε χώρο πλησίον του οδοφράγματος του Λήδρα Πάλλας. Ο εναγόμενος 2, κατέβαλε στον ενάγοντα το ποσό των €20.000 το οποίο ο τελευταίος μέτρησε επί τόπου στην παρουσία των δύο εναγομένων. Στη συνέχεια υπέγραψε σχετική απόδειξη προς όφελος του εναγομένου καθώς και πέντε πληρεξούσια έγγραφα, τα οποία πιστοποιήθηκαν δεόντως και με τα οποία εξουσιοδοτούσε τον εναγόμενο 2 να μεταβιβάσει στο όνομα του τα οκτώ κτήματα που είχε εντοπίσει κατά την έρευνα στο κτηματολόγιο καθώς και οποιαδήποτε άλλα κτήματα τυχόν εντόπιζε μετά από περαιτέρω έρευνα στην οποία θα προέβαινε. Ο εναγόμενος 2 ανέλαβε στα πλαίσια της μεταξύ των συμφωνίας να εξοφλήσει, πριν διενεργηθούν οι μεταβιβάσεις των κτημάτων, όλα τα χρέη του ενάγοντα. Οι εναγόμενοι αρνούνται τους ισχυρισμούς περί συνομωσίας, δόλου, εξαπάτησης και παραπλάνησης του ενάγοντα και ισχυρίζονται ότι ο ενάγοντας εγνώριζε πολύ καλά τι διελάμβανε η μεταξύ τους συμφωνία και είχε «πλήρη επίγνωση των πράξεων και ενεργειών και ήταν πρόθυμος να προβεί σε όλες τις αναγκαίες πράξεις για υλοποίηση των μεταξύ τους συμφωνηθέντων». Εκ μέρους του ενάγοντα κατέθεσε πέραν του ιδίου ο εκτιμητής Φρίξος Μηνά και ο κτηματολογικός λειτουργός Ξένιος Γεωργίου. Εκ μέρους της υπεράσπισης κατέθεσαν οι δύο εναγόμενοι, ο εκτιμητής Κυριάκος Ταλαττίνης και ο πιστοποιών υπάλληλος Ανδρέας Καϊλής. Συνοψίζω τη μαρτυρία τους. Ο ενάγοντας είναι γεωπόνος, επάγγελμα το οποίο άσκησε από το 1960 μέχρι το 1972, συγκεκριμένα δίδασκε γεωπονία σε δύο γυμνάσια της Λευκωσίας. Στη συνέχεια ασχολήθηκε με τα «κτηματομεσιτικά», ήτοι με τις αγοραπωλησίες κτημάτων, μέχρι και το 1992 που μετακόμισε στις κατεχόμενες περιοχές. Ενώ βρισκόταν στις κατεχόμενες περιοχές εργαζόταν «στο ραδιόφωνο». Παράλληλα ασχολείτο με τη διδασκαλία της Ελληνικής γλώσσας σε Τούρκους και με την έρευνα «για την οικονομία βενζίνης στα οχήματα». Αντεξετάσθηκε εκτεταμένα σε σχέση με τους λόγους που τον οδήγησαν να πάει στα κατεχόμενα και να παραμείνει εκεί για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα και έδωσε διάφορες απαντήσεις οι οποίες θα τύχουν σχολιασμού σε κατοπινό στάδιο. Σε σχέση με την επίδικη διαφορά ισχυρίσθηκε ότι ήταν ο εναγόμενος 1 που επρότεινε για πρώτη φορά να συνεργαστούν μεταξύ τους, να του δώσει ο ίδιος κάποια κτήματα και σε αντάλλαγμα αυτού, ο εναγόμενος 1 θα εξοφλούσε τα χρέη του. Ισχυρίσθηκε μεταξύ άλλων ότι η συμφωνία είχε γίνει από το 2006, εκείνοι όμως, εννοώντας τους εναγομένους, «.δεν έρχονταν να υπογράψουν». Η συμφωνία στην οποίαν τελικά κατέληξαν ήταν να τους μεταβιβάσει τα δύο κτήματα που είχε στη Λακατάμεια και οι εναγόμενοι θα του έδιδαν «20.000» και θα αναλάμβαναν την πληρωμή των χρεών του στα «Συνεργατικά Ιδρύματα». Σε κάποιο άλλο στάδιο της μαρτυρίας του ανέφερε όμως ότι η συμφωνία προνοούσε την πώληση και 2-3 άλλων κτημάτων. Στον ενάγοντα υποδείχθηκε το πληρεξούσιο ημερομηνίας 6.6.2008, τεκμήριο 1, αναγνώρισε την υπογραφή του επί του εγγράφου, δεν ήταν σε θέση όμως να θυμηθεί το περιεχόμενο αυτού. Του υποδείχθηκαν και τα πιστοποιητικά έρευνας του κτηματολογίου, τεκμήρια 2(α), 2(β) και 2(γ), τα οποία όμως δεν αναγνώρισε. Αντεξεταζόμενος σε σχέση με τα γεγονότα που έλαβαν χώρα τη 2.11.2008 ισχυρίσθηκε ότι οι εναγόμενοι του παρουσίασαν ένα ειδικό πληρεξούσιο το οποίο αφορούσε δύο κτήματα. Πριν το υπογράψει του έδωσαν τα χρήματα και του εζήτησαν να πάει στο αυτοκίνητο για να τα μετρήσει. Πήγε στο αυτοκίνητο, που βρισκόταν «δίπλα από το καφενείο», μέτρησε τα χρήματα, ικανοποιήθηκε ότι τα χρήματα ήταν «εντάξει» και επέστρεψε στο καφενείο όπου τον ανέμεναν οι υπόλοιποι. Όταν τους επληροφόρησε ότι το ποσό ήταν «εντάξει», του είπαν «ιδού το πληρεξούσιο υπόγραψε το». Ο ενάγοντας υπέγραψε το έγγραφο που του παρουσίασαν, πιστεύοντας ότι ήταν το έγγραφο που του είχαν δείξει προηγουμένως. Το πληρεξούσιο, σύμφωνα πάντα με τον ίδιον, πρέπει να το είχε ετοιμάσει ο Αντρέας Καϊλής, καθότι περιείχε στοιχεία που «.μόνο ένας άνθρωπος του κτηματολογίου εγνώριζε». Του υποδείχθηκαν επίσης ένα ειδικό πληρεξούσιο, τεκμήριο 4, τρία γενικά πληρεξούσια, δέσμη εγγράφων τεκμήριο 5 και μια απόδειξη, τεκμήριο
- Όλα τα έγγραφα φέρουν ημερομηνία 2.11.
- Αντεξεταζόμενος κατά πόσο είχε υπογράψει τα έγγραφα αυτά έδωσε κάποιες απαντήσεις στις οποίες θα αναφερθώ κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του. Ο Ξένιος Γεωργίου ήταν κτηματολογικός λειτουργός στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας, προϊστάμενος του τμήματος Μεταβιβάσεων και Υποθηκεύσεων. Στο μάρτυρα υποδείχθηκαν διάφορα έντυπα του κτηματολογίου, ήτοι τα τεκμήρια 8, 9 και
- Το τεκμήριο 10 είναι δήλωση μεταβιβάσεως ακινήτου, Τύπος Ν270, που χρησιμοποιείται για σκοπούς μεταβίβασης κτήματος. Η πιο πάνω δήλωση δεν έφερε αριθμό και ως εκ τούτου ο μάρτυρας θεώρησε ότι δεν είχε κατατεθεί στο κτηματολόγιο. Στο κτηματολόγιο όμως είχε κατατεθεί το τεκμήριο 9, πρόκειται για πανομοιότυπο έγγραφο με το τεκμήριο 10, με τη μόνη διαφορά ότι αυτό έφερε αριθμό 5313/08 και σφραγίδα του κτηματολογίου. Το έγγραφο αυτό είχε γίνει αποδεκτό στο κτηματολόγιο και αφορά τη μεταβίβαση ενός εκ των επιδίκων κτημάτων, του τεμαχίου 254, στους Αγίους Τριμιθιάς, που έγινε τη 23.12.
- Ιδιοκτήτης του κτήματος ήταν ο Κώστας Κυριάκου, ήτοι ο ενάγοντας και το μεταβίβασε στον Θεμιστοκλή Χαραλάμπους Θεμιστοκλέους, εναγόμενο
- Η αγοραία αξία του εκτιμήθηκε από το κτηματολόγιο στο ποσό των €35.
- Ο μάρτυρας αναγνώρισε και το τεκμήριο 8, πρόκειται για πιστοποιητικό έρευνας ακίνητης ιδιοκτησίας το οποίο εξέδωσε το κτηματολόγιο. Σύμφωνα με το πιο πάνω πιστοποιητικό τα επίδικα τεμάχια που περιγράφονται στην αρχή της απόφασης και σημειώνονται με τα γράμματα (β) μέχρι (στ) μεταβιβάστηκαν στο Θέμη Χ. Θεμιστοκλέους τη 13.2.
- Το κτηματολόγιο εισέπραξε δικαιώματα για την κάθε μεταβίβαση με βάση την αξία του κάθε ακινήτου. Οι αξίες αυτές έχουν εκτιμηθεί από το κτηματολόγιο. Τόσο οι αξίες όσο και τα δικαιώματα καταγράφονται στο έγγραφο αυτό. Η αξία των πέντε ακινήτων με βάση την εκτίμηση του κτηματολογίου ανέρχεται στο συνολικό ποσό των €205.
- Αν προσθέσουμε στο ποσό αυτό και το ποσό των €35.000 που είναι η εκτιμηθείσα αξία του πρώτου ακινήτου καταλήγουμε ότι η εκτιμηθείσα αξία των έξι επιδίκων κτημάτων από το κτηματολόγιο, ανερχόταν στο ποσό των €240.
- Ο εναγόμενος 1, εγνώρισε τον ενάγοντα το 1974 όταν ο τελευταίος ασχολείτο με «τα κτηματικά». Τον ξανασυνάντησε τυχαία, αρκετά χρόνια αργότερα, το 1998, ενώ ο ενάγοντας διέμενε μόνιμα στις κατεχόμενες περιοχές. Περιγράφοντας τις συνθήκες της συνάντησης τους ανέφερε ότι ο γιος του, εναγόμενος 2, είχε αγοράσει ένα κτήμα στους Αγίους Τριμιθιάς. Συνιδιοκτήτης στο πιο πάνω κτήμα ήταν ο ενάγοντας με βάση τα μητρώα του Κτηματολογίου. Ο ενάγοντας είχε πωλήσει το μερίδιο του σε κάποιο τρίτο πρόσωπο, στην Αρετή Δημητρίου, εξαδέλφη του εναγομένου 1, ουδέποτε όμως της το είχε μεταβιβάσει. Η Αρετή Δημητρίου εζήτησε από τον εναγόμενο 1 να εντοπίσει τον ενάγοντα για να της μεταβιβάσει το μερίδιο που είχε αγοράσει καθότι είχε ανεγείρει σπίτι επί του εν λόγω κτήματος το οποίο κινδύνευε να πωληθεί από την τράπεζα. Ο ενάγοντας είχε υποθηκεύσει το κτήμα στην τράπεζα προς εξασφάλιση κάποιας οφειλής του. Ο εναγόμενος 1, μετά από πολλές προσπάθειες, εντόπισε τον ενάγοντα αρχές Ιανουαρίου του
- Τον επισκέφθηκε στις κατεχόμενες περιοχές, μαζί με τον γιο του, εναγόμενο 2 και του εζήτησαν να μεταβιβάσει το μερίδιο του επί του πιο πάνω κτήματος στο όνομα της Αρετής Δημητρίου. Η εγγραφή του κτήματος στο όνομα της Αρετής Δημητρίου θα ωφελούσε και τον εναγόμενο 2 που ήταν συνιδιοκτήτης του κτήματος αυτού καθότι επί του πιο πάνω κτήματος ο εναγόμενος 2 είχε ανεγείρει την κατοικία του και δεν μπορούσε να εξασφαλίσει πιστοποιητικό τελικής εγκρίσεως εκτός αν προσκόμιζε τις συγκαταθέσεις όλων των ιδιοκτητών. Η Αρετή Δημητρίου, ως η νόμιμη πλέον συνιδιοκτήτρια του ακινήτου, θα μπορούσε να υπογράψει τη συγκατάθεση που χρειαζόταν ο εναγόμενος 2 για εξασφάλιση του πιστοποιητικού τελικής έγκρισης. Ο ενάγοντας ήταν πρόθυμος να βοηθήσει για επίλυση του ζητήματος που προέκυψε, δήλωσε όμως αδυναμία να μεταβεί στις ελεύθερες περιοχές της δημοκρατίας καθότι είχε πολλά χρέη και φοβόταν τους δανειστές του. Εισηγήθηκε όπως η μεταβίβαση γίνει με ειδικό πληρεξούσιο. Έτσι και έγινε. Το πληρεξούσιο ετοιμάστηκε από τον Αντρέα Καϊλή, πιστοποιών υπάλληλο και με αυτό εξουσιοδοτείτο ο εναγόμενος 1 να προβεί σε μεταβίβαση του κτήματος. Όταν ο εναγόμενος 1 πήγε στο κτηματολόγιο για τη μεταβίβαση του κτήματος, πληροφορήθηκε ότι το κτήμα ήταν επιβαρυμένο με υποθήκες και βάρη προς όφελος διαφόρων χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων. Ο ενάγοντας αρνήθηκε να πληρώσει οποιοδήποτε ποσό και ενόψει τούτου την εξόφληση των χρεών αυτών, το σύνολο των οποίων ανερχόταν σε ΛΚ13.500, ανέλαβε η Αρετή Δημητρίου. Δύο και πλέον χρόνια αργότερα, το Μάιο του 2008, ο ενάγοντας επικοινώνησε με τον εναγόμενο 1 τηλεφωνικώς και του εζήτησε να συναντηθούν στο σπίτι του στα κατεχόμενα. Ο εναγόμενος 1 τον επισκέφθηκε λίγες μέρες αργότερα. Κατά τη συνάντηση τους ο ενάγοντας του ανέφερε ότι είχε βαρεθεί να ζει στα κατεχόμενα και ήθελε να τον βοηθήσει να επιστρέψει στις ελεύθερες περιοχές. Του ανέφερε επίσης ότι είχε πολλά χρέη, χρωστούσε σε διάφορες τράπεζες και «πρόσωπα» και φοβόταν να επιστρέψει στις ελεύθερες περιοχές. Ήταν κάτοχος ακινήτου περιουσίας, δεν εγνώριζε όμως κατά πόσο αυτή είχε πωληθεί από τις τράπεζες για εξόφληση των οφειλών του. Ο εναγόμενος 1 του εδήλωσε ότι δεν είχε το χρόνο αλλά ούτε τη δυνατότητα να τον βοηθήσει, λόγω κάποιου προβλήματος υγείας που αντιμετώπιζε, δεσμεύθηκε όμως να ρωτήσει το γιο του, εναγόμενο 2, κατά πόσο θα μπορούσε εκείνος να τον βοηθήσει. Ο εναγόμενος 2 αποδέχθηκε να βοηθήσει τον ενάγοντα, ο εναγόμενος 1 ενημέρωσε τον τελευταίο σχετικά, τηλεφωνικώς και διευθετήθηκε συνάντηση λίγες μέρες αργότερα. Κατά τη τηλεφωνική επικοινωνία, ο ενάγοντας εζήτησε από τον εναγόμενο 1 να φέρει μαζί του ένα πιστοποιών υπάλληλο, ο οποίος θα ετοίμαζε πληρεξούσιο έγγραφο για να διεξαχθεί έρευνα στο κτηματολόγιο, για εντοπισμό των κτημάτων που ήταν εγγεγραμμένα στο όνομα του. Η συνάντηση έλαβε χώραν την 6.6.2008, στο εστιατόριο Chateau Status, κοντά στο οδόφραγμα του Λήδρα Πάλλας. Παρόντες ήταν οι διάδικοι και ο πιστοποιών υπάλληλος, Ανδρέας Καϊλής. Ο Ανδρέας Καϊλής παρουσίασε στον ενάγοντα κάποιο πληρεξούσιο που είχε ετοιμάσει, ο τελευταίος το εδιάβασε και διέγραψε μέρος αυτού. Πρόκειται για το τεκμήριο 1, με το οποίο εξουσιοδοτείτο ο εναγόμενος 1 από τον ενάγοντα να προβεί σε έρευνα σε οποιοδήποτε Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο της Κύπρου για τον εντοπισμό της ακινήτου περιουσίας του ενάγοντα και να ζητήσει οποιαδήποτε πληροφορία από τραπεζικά και συνεργατικά ιδρύματα σε σχέση με τις οφειλές του. Εξουσιοδοτείτο επίσης να παρουσιασθεί ενώπιον του Τμήματος Εσωτερικών Προσόδων για διευθέτηση των φορολογικών υποχρεώσεων του. Η δεύτερη παράγραφος που αφορούσε την πώληση, ανταλλαγή, δωρεά και μεταβίβαση της ακινήτου περιουσίας διαγράφηκε από τον ενάγοντα. Ο εναγόμενος 2 συγκέντρωσε τα στοιχεία που του είχε ζητήσει ο ενάγοντας και τον Ιούλιο του 2008 διευθετήθηκε συνάντηση στην οικία του τελευταίου, στις κατεχόμενες περιοχές. Κατά την συνάντηση ο εναγόμενος 2 παρέδωσε τα στοιχεία που είχε συλλέξει, τα πιστοποιητικά έρευνας από το Κτηματολόγιο και κάποιες καταστάσεις από χρηματοπιστωτικά ιδρύματα. Ο ενάγοντας αφού επιθεώρησε τα έγγραφα ανέφερε στους δύο εναγομένους ότι είχε και κάποια άλλα κτήματα στην Πάφο και σε μια άλλη πόλη. Επρότεινε δε στον εναγόμενο 2 να μεταβιβάσει στο όνομα του όλη την ακίνητη περιουσία που είχε στις ελεύθερες περιοχές και σ΄ αντάλλαγμα αυτού ο εναγόμενος 2 θα αναλάμβανε τα χρέη του και επιπρόσθετα θα του κατέβαλλε και κάποιο ποσό. Για να «δελεάσει» τον εναγόμενο 2 του ανέφερε πως ήταν πρόθυμος να του μεταβιβάσει «.όχι μόνο την περιουσία που είχε εξευρεθεί μέχρι εκείνη τη στιγμή, αλλά και κάποια άλλα τεμάχια που είχε στη Πάφο και σε άλλη πόλη». Ο εναγόμενος 1 προειδοποίησε τον εναγόμενο 2 για το ρίσκο που αναλάμβανε καθότι τα επίδικα τεμάχια ήταν μερίδια με μειωμένη αξία και με «.όλες τις ταλαιπωρίες που έχει το να είσαι συνιδιοκτήτης με πολλούς άλλους». Ο εναγόμενος 2, αποδέχθηκε την πρόταση και αντιπρότεινε στον ενάγοντα να του καταβάλει ως μέρος του ανταλλάγματος το ποσό των Λ.Κ.20.
- Η κοινοποίηση της πρότασης έγινε μέσω του εναγομένου
- Ο ενάγοντας την αποδέχθηκε και διευθετήθηκε συνάντηση στο εστιατόριο Chateau Status, κοντά στο οδόφραγμα του Λήδρα Πάλλας, για υλοποίηση της συμφωνίας. Κατά τη συνάντηση, στην οποία ήταν παρόντες οι διάδικοι και ο πιστοποιών υπάλληλος Ανδρέας Καϊλής, ο ενάγοντας εδιάβασε, για αρκετή ώρα στην παρουσία όλων, τα έγγραφα που είχε ετοιμάσει ο Ανδρέας Καϊλής. Στη συνέχεια ο εναγόμενος 2 του κατέβαλε το ποσό των €20.000, μέρος αυτού και συγκεκριμένα Λ.Κ.17.000 ήταν σε επιταγή και το υπόλοιπο, Λ.Κ.3.000, σε μετρητά. Ο ενάγοντας μέτρησε τα χρήματα και ακολούθως υπέγραψε την απόδειξη, τεκμήριο 6 και πέντε πληρεξούσια έγγραφα, τεκμήριο 4 και δέσμη εγγράφων τεκμήριο 5 τα οποία πιστοποίησε ο Ανδρέας Καϊλής στην παρουσία του. Στη συνέχεια εξήλθαν του εστιατορίου. Έξω από το εστιατόριο τους ανέμενε κάποιος Τουρκοκύπριος, αυτός που είχε μεταφέρει τον ενάγοντα στο χώρο της συνάντησης. Οι δύο εναγόμενοι και ο ενάγοντας περπάτησαν προς το αυτοκίνητο του Τουρκοκυπρίου, που ήταν σταθμευμένο 700-800μ από το σημείο της συνάντησης, εντός των κατεχομένων περιοχών. Το αυτοκίνητο βρισκόταν στις κατεχόμενες περιοχές καθότι η διέλευση αυτοκινήτων από τις κατεχόμενες προς τις ελεύθερες περιοχές, από το οδόφραγμα του Λήδρα Πάλλας, δεν επιτρεπόταν. Ο ενάγοντας εζήτησε από τον εναγόμενο 1 να τον συνοδεύσει μέχρι το σπίτι του καθ΄ ότι είχε μαζί του μετρητά. Ο εναγόμενος 1 απεδέχθη. Ο Τουρκοκύπριος τους οδήγησε μέχρι το σπίτι του ενάγοντα και στη συνέχεια μετέφερε τον εναγόμενο στο οδόφραγμα του Λήδρα Πάλλας. Εκεί ο εναγόμενος 1 κατέβηκε από το αυτοκίνητο του Τουρκοκυπρίου και πέρασε πεζός στις ελεύθερες περιοχές. Μετά από πάροδο μερικών ημερών ο εναγόμενος 2 εξόφλησε τα χρέη του ενάγοντα και ενημέρωσε σχετικά τον ενάγοντα. Σε σχέση με τα ακίνητα, επιτεύχθηκε η μεταβίβαση έξι μόνο τεμαχίων καθότι «παρά τις περί αντιθέτου αναφορές του ενάγοντα», δεν είχε εξευρεθεί οποιαδήποτε άλλη περιουσία στο όνομα του. Ο εναγόμενος 1, μετά από παράκληση του ενάγοντα, εβοήθησε τον τελευταίο να μετακομίσει από τις κατεχόμενες στις ελεύθερες περιοχές και τον εφιλοξένησε για λίγες ημέρες σπίτι του. Κατά την περίοδο που ο ενάγοντας βρισκόταν σπίτι του, τον επισκέφθηκε ο αδελφότεκνος του, ο οποίος «.πήρε μαζί του τον ενάγοντα για λίγο». Όταν επέστρεψαν ο ενάγοντας τον ενημέρωσε ότι ο αδελφότεκνος του και κάποιοι άλλοι συγγενείς του, του είπαν πως ο εναγόμενος 2 τον είχε ξεγελάσει. Του είπε όμως επίσης ότι «τους ήξερε όλους πολύ καλά», εννοώντας τους συγγενείς του, και ότι «δεν τον ήθελαν». Λίγες μέρες αργότερα ο ενάγοντας πήγε να διαμείνει σε γηροκομείο. Όταν ο εναγόμενος 1 τον επισκέφτηκε στο γηροκομείο, ο ενάγοντας του εζήτησε να του φυλάξει το ποσό των €9.
- Ο εναγόμενος 1 του εισηγήθηκε να καταθέσει το ποσό αυτό στην τράπεζα, στο όνομα του, ο ενάγοντας όμως απέρριψε την εισήγηση αυτή καθ΄ ότι φοβόταν ότι αν κατατίθετο το ποσό αυτό σε τραπεζικό ίδρυμα θα το εντόπιζε το Γραφείο Ευημερίας και οι Κοινωνικές Ασφαλίσεις, δεν θα κατέβαλλαν τα έξοδα διαμονής του στο γηροκομείο και δεν θα του έδιναν το επίδομα που του «είχε κανονίσει» η αδεφλότεκνη του που εδούλευε στο Υπουργείο. Ο ενάγοντας, όταν χρειαζόταν χρήματα, επικοινωνούσε με τον εναγόμενο 1, ο τελευταίος του τα έπαιρνε και του εζητούσε να υπογράψει σχετική απόδειξη. Αυτό συνεχίστηκε για ένα μήνα περίπου, μέχρι που εζήτησε από τον εναγόμενο 1 να του παραδώσει όλα τα χρήματα. Μετά την παράδοση των χρημάτων ο εναγόμενος 1 τον ξαναείδε ακόμη 2-3 φορές. Όταν του επιδόθηκε η αγωγή, δύο περίπου χρόνια αργότερα, ο εναγόμενος 1 εξεπλάγηκε και το εθεώρησε μεγάλη «αχαριστία» εκ μέρους του ενάγοντα. Ήταν σίγουρος ότι ο ενάγοντας είχε υποκινηθεί από τρίτους. Παρομοίου περιεχομένου ήταν και η μαρτυρία του εναγομένου
- Και αυτός ο εναγόμενος αναφέρθηκε στις συνθήκες κάτω από τις οποίες ο πατέρας του και αυτός εσυνάντησαν τον ενάγοντα για πρώτη φορά και τις συναντήσεις που είχαν στη συνέχεια για την υλοποίηση της μεταξύ των συμφωνίας. Η μαρτυρία του επί των θεμάτων αυτών είναι παρομοίου περιεχομένου με τη μαρτυρία του εναγομένου 1 και ως εκ τούτου δεν κρίνω σκόπιμο να την επαναλάβω. Ο εναγόμενος 2 αναφέρθηκε σε κάποια έκταση στην έρευνα που προέβη στο κτηματολόγιο για τον εντοπισμό της ακινήτου περιουσίας του ενάγοντα. Αρχικά είχε εντοπίσει οκτώ κτήματα, γεγονός το οποίο κοινοποίησε στον ενάγοντα κατά τη συνάντηση τους, παρουσιάζοντας του ταυτόχρονα και πιστοποιητικά ερεύνης του Κτηματολογίου, Τεκμήρια 2(α), 2(β), 2(γ). Σύμφωνα με το πιστοποιητικό Τεκμήριο 2(α), ο Κυριάκου Σάββα Κώστας ήταν ιδιοκτήτης κατά 3/89 ενός χωραφιού στο Δήμο Λακατάμειας, περιοχή Βαθειά Λαξιά και κατά 12/61 ενός χωραφιού στον ίδιο Δήμο στην περιοχή Καμίνια. Ήταν επίσης ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης ενός χωραφιού στους Αγίους Τριμιθιάς, δύο χωραφιών στο Παλιομέτοχο και ενός χωραφιού στον Άγιο Θεόδωρο Σολέας. Το μερίδιο του σε σχέση με τα τρία τελευταία χωράφια ήταν ½. Όλα τα πιο πάνω κτήματα ήταν υποθηκευμένα. Σύμφωνα με το πιστοποιητικό, τεκμήριο 2(β), ο Κυριάκου Σάββα Κώστας δεν κατείχε οποιανδήποτε ακίνητη περιουσία στην Πάνω Δευτερά, στην Κάτω Δευτερά και στην Ευρύχου ενώ σύμφωνα με το πιστοποιητικό τεκμήριο 2(γ) ήταν ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης δύο χωραφιών στην Ευρύχου, στην περιοχή Γιοφυρούδια. Ο ενάγοντας ανέφερε στον εναγόμενο 2 ότι είχε και άλλα κτήματα, αναφέρθηκε δε συγκεκριμένα σε κάποιο κτήμα στην Πάφο, στην περιοχή Ακάμα και του εζήτησε να επικοινωνήσει με τον δικηγόρο Χριστόδουλο Μόντη, ο οποίος εγνώριζε κάποια στοιχεία σε σχέση με το κτήμα αυτό. Του επρότεινε δε να του μεταβιβάσει όλη την ακίνητη περιουσία και σ΄ αντάλλαγμα αυτός να εξοφλούσε όλα τα χρέη του. Ο εναγόμενος 2 του εζήτησε χρόνο για να σκεφτεί την πρόταση του. Στο χρόνο που ακολούθησε συνέλεξε στοιχεία σε σχέση με τα χρέη του ενάγοντα. Τα χρέη του ενάγοντα, ήταν με βάση την έρευνα που είχε διενεργήσει, €150.000 περίπου, ενώ η συνολική αξία της ακίνητης περιουσίας του, ήτοι των οκτώ τεμαχίων που εντοπίσθηκαν κατά την έρευνα στο κτηματολόγιο, ανερχόταν σε €230.000 περίπου. Την αξία των χωραφιών στους Αγίους Τριμιθιάς την υπολόγισε με βάση τις δικές του γνώσεις, καθότι είχε αγοράσει και άλλα τεμάχια στην περιοχή. Για τα υπόλοιπα τεμάχια έλαβε πληροφορίες, ως προς την αξία τους, από τρίτους. Αναφερόμενος στις συνθήκες κάτω από τις οποίες υπεγράφησαν τα πληρεξούσια, ανέφερε ότι ο ενάγοντας ουδέποτε απομακρύνθηκε από το χώρο της συνάντησης για να μετρήσει τα χρήματα. Τα μέτρησε στην παρουσία όλων, τα έβαλε στην τσέπη του και στη συνέχεια διάβασε και υπόγραψε τα πληρεξούσια και την απόδειξη, τεκμήρια 4, 5 και
- Το τεκμήριο 4 πρόκειται για ειδικό πληρεξούσιο με το οποίο εξουσιοδοτείτο ο εναγόμενος 2 από τον ενάγοντα να μεταβιβάσει τα κτήματα που περιγράφονταν στα πιστοποιητικά έρευνας, τεκμήρια 2(α) και 2(γ), στο όνομα οποιουδήποτε προσώπου, μη εξαιρουμένου του ιδίου προσωπικά. Το τεκμήριο 5 αποτελείται από τρία έγγραφα το περιεχόμενο των οποίων είναι πανομοιότυπο. Πρόκειται για γενικά πληρεξούσια με τα οποία ο εναγόμενος 2 εξουσιοδοτείτο από τον ενάγοντα να προβαίνει στις πιο κάτω ενέργειες: Ι. Να υποβάλει αίτηση για έκδοση πιστοποιητικού ερεύνης. ΙΙ. Να πωλήσει και μεταβιβάσει την ακίνητη περιουσία του ενάγοντα στο όνομα οποιουδήποτε προσώπου μη εξαιρουμένου του ιδίου προσωπικά. ΙΙΙ. Να ζητήσει πληροφορίες από τραπεζικά και συνεργατικά ιδρύματα σε σχέση με τις υποχρεώσεις του ενάγοντα. IV. Να παρουσιασθεί στο Τμήμα Εσωτερικών Προσόδων και να υποβάλει οποιαδήποτε έγγραφα ή δήλωση απαιτείται που αφορούν φορολογικές υποχρεώσεις του ενάγοντα. V. Να υπογράψει για τους πιο πάνω σκοπούς όλα τα αναγκαία έγγραφα, αιτήσεις ή δηλώσεις. Την ίδια ημέρα είχε υπογραφεί και τέταρτο γενικό πληρεξούσιο, πανομοιότυπο με τα τρία πληρεξούσια, δέσμη εγγράφων τεκμήριο
- Το πληρεξούσιο αυτό βρίσκεται κατατιθέμενο στο κτηματολόγιο, είχε χρησιμοποιηθεί για τη μεταβίβαση των πέντε επιδίκων κτημάτων. Εκ των υστέρων είχε διαφανεί ότι τα δύο χωράφια στην Ευρύχου ανήκαν σε κάποιο τρίτο πρόσωπο και όχι στον ενάγοντα, επρόκειτο για συνωνυμία. Αυτός ήταν και ο λόγος που κατά τη μεταβίβαση των έξι επιδίκων κτημάτων χρησιμοποιήθηκε το ένα εκ των τεσσάρων γενικών πληρεξουσίων που υπεγράφησαν τη συγκεκριμένη ημέρα και όχι το ειδικό, τεκμήριο 4, καθότι σ΄ αυτό συμπεριλαμβάνονταν και τεμάχια που δεν ήταν ιδιοκτησία του ενάγοντα. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας γιατί είχαν ετοιμασθεί τέσσερα γενικά πληρεξούσια και ένα ειδικό, ο μάρτυρας είπε ότι αυτές ήταν οι οδηγίες του ενάγοντα ο οποίος επιθυμούσε όπως διεξαχθεί έρευνα στα κτηματολογικά γραφεία όλων των επαρχιών, των ελεύθερων περιοχών, για εντοπισμό και άλλης ακίνητης περιουσίας, πέραν εκείνης που είχε εντοπισθεί στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας. Ο ενάγοντας επέμενε ότι ήταν ιδιοκτήτης και ενός τεμαχίου στην Πάφο. Όλα τα πληρεξούσια που υπογράφηκαν τη συγκεκριμένη ημέρα είχαν ετοιμασθεί εκ των προτέρων από τον πιστοποιών υπάλληλο Ανδρέα Καϊλή με βάση τις οδηγίες του ενάγοντα. Κατά την αντεξέταση υποβλήθηκε στον εναγόμενο 2 ότι εκμεταλλεύθηκε την προχωρημένη ηλικία του ενάγοντα, «την κουφαμάρα», θεωρώντας τον ως ένα «κελεπούρι», θέση την οποία αυτός απέρριψε. Παραθέτω αυτούσια την απάντηση που έδωσε: «Α. Ο κ. Κώστας κάθε άλλο παρά κελεπούρι όπως τον χαρακτηρίζετε ήταν, αλλά τη συγκεκριμένη περίοδο εργαζόταν ως διευθυντικό μέλος στον Ραδιοσταθμό Μπαϊράκ οπόταν δεν νομίζω να ήταν ούτε κουφός, ούτε τυφλός αφού η δουλειά του ήταν μεταφράσεις από Ελληνικά σε Τουρκικά. Δίδασκε Τουρκόπουλα, ήταν ένας πολύ έξυπνος άνθρωπος, κάθε άλλο παρά κελεπούρι. Αντίθετα πιστεύω ότι ο κ. Κώστας με υπολόγισε κελεπούρι εμένα». Ο εναγόμενος 2 απέρριψε τη θέση που του υποβλήθηκε ότι το έγγραφο που είχε υποδειχθεί αρχικά στον ενάγοντα επρόκειτο για ειδικό πληρεξούσιο για μεταβίβαση δύο μόνο τεμαχίων, ισχυρίσθηκε δε ότι ουδέποτε είχε ετοιμασθεί τέτοιο πληρεξούσιο. Παρών κατά την επίδικη συνάντηση ήταν, ως αναφέρω και ανωτέρω και ο Αντρέας Καϊλής, πιστοποιών υπάλληλος, ο οποίος είχε πιστοποιήσει τα πληρεξούσια, τεκμήρια 4 και 5 και την απόδειξη τεκμήριο 6, ως επίσης και το πληρεξούσιο, τεκμήριο 1, που είχε υπογραφεί λίγους μήνες προηγουμένως. Σε σχέση με το τελευταίο πληρεξούσιο, τεκμήριο 1, ανέφερε ότι η παράγραφος που φαίνεται διαγραμμένη είχε διαγραφεί από τον ίδιο τον ενάγοντα. Την ημέρα που υπεγράφησαν τα τεκμήρια 4 μέχρι 6, η νοητική κατάσταση του ενάγοντα, ήταν σύμφωνα με το μάρτυρα, πολύ καλή και είχε πλήρη επίγνωση των όσων υπέγραψε. Ο ενάγοντας πριν υπογράψει τα έγγραφα τα είχε διαβάσει. Τα χρήματα δε που εδόθησαν από τον εναγόμενο 2, τα μέτρησε στην παρουσία όλων και ουδέποτε απομακρύνθηκε από τον χώρον. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι οι σχέσεις του με τους δύο εναγομένους ήταν τελείως επαγγελματικές, είχε πιστοποιήσει και στο παρελθόν σε μια δύο περιπτώσεις κάποια έγγραφα που του είχαν δώσει. Ενώπιον του Δικαστηρίου κατέθεσαν και οι εκτιμητές Φρίξος Μηνά και Κυριάκος Ταλαττίνης. Ο πρώτος εκ μέρους του ενάγοντα και ο δεύτερος εκ μέρους των εναγομένων. Και οι δύο μάρτυρες υπολόγισαν την αξία των έξι επιδίκων τεμαχίων με βάση τη συγκριτική μέθοδο κατέληξαν όμως σε διαφορετικά ποσά. Παραθέτω κατωτέρω πίνακα με την αξία του κάθε επιδίκου ακινήτου ξεχωριστά ως έχουν υπολογισθεί από τους δύο εκτιμητές ως επίσης και κάποιες λεπτομέρειες σε σχέση με τα στοιχεία των ακινήτων αυτών, ήτοι αριθμό, τεμάχιο, εμβαδόν και μερίδιο. Τεμάχιο Μερίδιο Έκταση (μ²) Αγοραία Αξία €/μ² Αγοραία Αξία € Φρ. Μηνά Κ. Ταλαττίνης Φρ. Μηνά Κ. Ταλαττίνης 395 3/89 30.027 62 40 62.753 28.340 3373 12/61 6.689 60 50 78.952 55.925 18 ½ 3.011 20 10 30.110 15.055 30 ½ 4.646 20 8 46.460 18.585 254 Όλο 7.693 6 5 46.158 38.465 156 Όλο 26.466 (25.616) 4.5 3 121.155 76.850 Ως προκύπτει από τον πιο πάνω πίνακα, η συνολική αξία της επίδικης περιουσίας με βάση τον εκτιμητή Φρίξο Μηνά ήταν €385.588, ενώ με βάση τον εκτιμητή Κυριάκο Ταλαττίνη, €233.
- Και στις δύο εκθέσεις επισυνάπτεται πίνακας με τα στοιχεία των συγκριτικών πωλήσεων και υιοθετείται και από τους δύο ποσοστό ετήσιας αύξησης 10%. Σε σχέση με τα τεμάχια 395 και 3373 ο εκτιμητής Κυριάκος Ταλαττίνης αφαίρεσε κάποιο ποσοστό από την αξία τους καθότι επρόκειτο περί μεριδίων, για το τεμάχιο 395, ποσοστό 30% και για το τεμάχιο 3373, 15%. Την αξία δε του τεμαχίου 156 την υπολόγισε με βάση το καθαρό εμβαδό του τεμαχίου αυτού μετά την αφαίρεση του επηρεασμού από το δρόμο, ήτοι 25.616μ² αντί 26.466 μ². Αυτή ήταν συνοπτικά η μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω τους μάρτυρες ενώ κατέθεταν και να αξιολογήσω τη μαρτυρία τους. Αρχίζοντας από τη μαρτυρία των δύο εκτιμητών διαπιστώνω ότι και οι δύο κατείχαν την πείρα και τα προσόντα να υπολογίσουν την αξία των επιδίκων ακινήτων. Ως αναφέρω και ανωτέρω και οι δύο εκτιμητές εχρησιμοποίησαν τη συγκριτική μέθοδο. Ο Φρίξος Μηνά στην έκθεση που ετοίμασε αναφέρει ότι με τη συγκριτική μέθοδο υπολογίζεται η αγοραία αξία των ακινήτων αφού πρώτα εξεταστούν οι τιμές πώλησης παρομοίων ακινήτων στην άμεση περιοχή και την αναπροσαρμογή της τιμής πώλησης για ορισμένα χαρακτηριστικά που μπορούν να διαφέρουν από τα υπό εξέταση ακίνητα. Στην εκτίμηση επισυνάπτεται πίνακας με τις συγκριτικές πωλήσεις, που χρησιμοποιήθηκαν όπως επίσης και τοπογραφικά όπου απεικονίζονται τα επίδικα τεμάχια και τα συγκριτικά. Δίπλα από κάθε συγκριτικό αναγράφεται μια σύντομη περιγραφή των φυσικών και νομικών χαρακτηριστικών τους. Εκείνο που υπολείπεται από τη συγκεκριμένη μαρτυρία είναι η σύγκριση μεταξύ των επιδίκων και των άλλων πωλήσεων στην περιοχή και τα στοιχεία που λήφθηκαν κατά την αναπροσαρμογή. Για παράδειγμα, η αγοραία αξία του τεμαχίου 395 υπολογίσθηκε σε €62/μ², αφού λήφθηκαν υπόψη τα συγκριτικά Σ1 και Σ5 η τιμή πώλησης των οποίων ήταν €86.52/μ² και €59.79/ μ² αντίστοιχα. Καμία εξήγηση δόθηκε γιατί το επίδικο υστερούσε σε σχέση με το πρώτο και υπερτερούσε σε σχέση με το δεύτερο. Ο μάρτυρας περιορίσθηκε να αναγράψει στην εκτίμηση του ότι «.έχουν χρησιμοποιηθεί δώδεκα συγκριτικές πωλήσεις που πιστεύεται ότι αντικατοπτρίζουν τα νομικά και φυσικά χαρακτηριστικά των υπό εκτίμηση τεμαχίων», χωρίς όμως να προβεί σε περαιτέρω ανάλυση. Το κενό αυτό δεν καλύφθηκε κατά την προφορική μαρτυρία του μάρτυρα. Δεν έχουν τεθεί ενώπιον μου τα αναγκαία στοιχεία για να μπορέσω να ελέγξω την ακρίβεια των συμπερασμάτων του και να διαμορφώσω τη δική μου ανεξάρτητη άποψη. Η μαρτυρία του εκτιμητή Κυριάκου Ταλαττίνη ήταν εμπεριστατωμένη. Κατά τη προφορική μαρτυρία του ανέλυσε σε βάθος την εκτίμηση που ετοίμασε και αναφέρθηκε στις συγκριτικές πωλήσεις που χρησιμοποίησε επισημαίνοντας σε κάθε περίπτωση ξεχωριστά τις ομοιότητες και τις διαφορές τους με τα επίδικα κτήματα. Σε σχέση με τα τεμάχια 395 και 3373 που επρόκειτο για μερίδια ο μάρτυρας έκρινε ότι η αξία τους ήταν μειωμένη λόγω του γεγονότος αυτού, θέση η οποία με βρίσκει σύμφωνη. Ο μάρτυρας αντεξετάσθηκε επί μακρόθεν για κάθε πτυχή της μαρτυρίας του. Δέχομαι τη θέση του ότι προτού ετοιμάσει την εκτίμηση του δεν είχε δει την εκτίμηση του συναδέλφου του Φρίξου Μηνά το γεγονός αυτό δεν το βρίσκω παράλογο, ως προσπάθησε η πλευρά του ενάγοντα να το παρουσιάσει. Εκείνο που με προβλημάτισε κάπως ήταν το γεγονός ότι η εκτίμηση του μάρτυρα ήταν πολύ πλησίον στην εκτίμηση του εναγομένου
- Υπενθυμίζω ότι ο πρώτος εκτίμησε την αξία σε €230.000 ενώ ο τελευταίος σε €233.
- Αφού έλαβα υπόψη όμως ότι η εκτίμηση του εναγομένου 2 αφορούσε οκτώ κτήματα, υπενθυμίζω ότι είχε συμπεριλάβει και τα δύο κτήματα στην Ευρύχου ενώ του εκτιμητή Ταλαττίνη μόνο τα έξι και ότι η εκτίμηση του τελευταίου είναι πολύ πλησίον και με την εκτίμηση του κτηματολογίου, καταλήγω ότι το γεγονός αυτό, από μόνο του, δεν μπορεί να κλονίσει την αξιοπιστία του συγκεκριμένου μάρτυρα. Η μαρτυρία του γίνεται δεκτή από το Δικαστήριο. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του ενάγοντα χαρακτήρισε σε κάποιο στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας τις εκτιμήσεις στις οποίες προβαίνει το κτηματολόγιο, ως υποτιμημένες. Τέτοια μαρτυρία δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου ούτε το Δικαστήριο έχει δικαστική γνώση επί τούτου. Πέραν τούτου όμως θα ήθελα να επισημάνω ότι η εκτίμηση από το κτηματολόγιο έγινε μετά από μελέτη για σκοπούς επιβολής τελών τα οποία εισέπραξε η Δημοκρατία και ως εκ τούτου δεν μπορώ να διακρίνω ποιο λόγο θα είχε το κτηματολόγιο να υποτιμήσει τις αξίες των επιδίκων κτημάτων. Και οι δύο εναγόμενοι μου έκαναν καλή εντύπωση, ιδιαίτερα ο εναγόμενος
- Η μαρτυρία του ήταν φυσική και συγκροτημένη και δεν περιέπεσε σε οποιεσδήποτε αντιφάσεις. Κάποιες ερωτήσεις δεν ήταν σε θέση να τις απαντήσει κάτι το οποίο βρίσκω πλήρως δικαιολογημένο λαμβάνοντας υπόψη το μεγάλο χρονικό διάστημα που διέρρευσε έκτοτε. Ο εναγόμενος 2 δεν ήταν ο «κοινός απατεώνας» που προσπάθησε να παρουσιάσει ο ενάγοντας, παράλληλα όμως δεν ήταν ο «αλτρουιστής» που προσπάθησε ο ίδιος να παρουσιάσει τον εαυτό του. Όλες οι ενέργειες του είχαν μόνο ένα σκοπό, το προσωπικό του όφελος. Η πλευρά του ενάγοντα προσπάθησε να δώσει την εικόνα ότι ο Αντρέας Καϊλής ήλθε στο Δικαστήριο και κατέθεσε καθ΄ υπόδειξη του εναγομένου
- Αυτή η εικόνα δεν συνάδει με την εικόνα που σχημάτισε το Δικαστήριο. Ο μάρτυρας ήταν ειλικρινής, αποκάλυψε αμέσως, χωρίς περιστροφές τις συνθήκες κάτω από τις οποίες συνάντησε τον εναγόμενο 2 και το δικηγόρο του λίγο χρόνο πριν την παρουσία του στο Δικαστήριο και περιέγραψε με λεπτομέρεια τις σχέσεις του τόσο με τους εναγομένους όσο και με τον ενάγοντα. Από τη μαρτυρία του προκύπτει ότι οι σχέσεις του και με τις δύο πλευρές ήταν τυπικές και αυστηρά επαγγελματικές. Κανένα κίνητρο και ή συμφέρον είχε να βοηθήσει τους εναγομένους σε βάρος του ενάγοντα. Η μαρτυρία του Ξένιου Γεωργίου ήταν τελείως τυπική, δεν αμφισβητήθηκε σ΄ οποιοδήποτε σημείο και γίνεται αποδεκτή στο σύνολο της. Ο ενάγοντας είναι ηλικιωμένο πρόσωπο, 80 ετών το οποίο αντιμετώπιζε κατά την ακροαματική διαδικασία προβλήματα ακοής, τουλάχιστο αυτό άφησε να νοηθεί στο Δικαστήριο. Ήταν σε θέση να ακούσει τόσο το δικηγόρο του όσο και τη συνήγορο υπεράσπισης νοουμένου όμως ότι του μιλούσαν μεγαλοφώνως. Η εικόνα που αποκόμισα σε σχέση με το συγκεκριμένο πρόσωπο ήταν ότι παρά την ηλικία του είχε διαύγεια πνεύματος και ήταν οξυδερκής. Προσάρμοζε τη μαρτυρία του ανάλογα με το τι πίστευε εκείνος ότι ήταν το συμφέρον του, με αποτέλεσμα να περιπέσει σε σωρεία αντιφάσεων, ακόμη και για απλά θέματα, που δεν άγγιζαν άμεσα την ουσία της υπόθεσης. Προσπάθησε να αποκρύψει αρχικά από το Δικαστήριο ότι ο κύριος λόγος που είχε μεταβεί στα κατεχόμενα το 1992, πολλά χρόνια πριν το άνοιγμα των οδοφραγμάτων, ήταν η δημιουργία χρεών και ο φόβος του για τις συνέπειες. Αυτός πιθανόν να ήταν και ο λόγος που παρέμεινε στα κατεχόμενα για δεκαεπτά περίπου χρόνια. Ο ισχυρισμός του ότι παρέμεινε εκεί για να προωθήσει το θέμα της ευρεσιτεχνίας του, ως ισχυρίσθηκε σε κάποιο στάδιο πρόκειται για εκ των υστέρων σκέψη. Η μαρτυρία του επί του σημείου αυτού καμία συνοχή έχει. Παραθέτω για του λόγου το αληθές, κάποια σημεία από τη μαρτυρία του. «E. Κύριε μάρτυρα σας υποβάλω ότι δεν επιλέξατε να πάτε να μείνετε στα κατεχόμενα επειδή δεν βρίσκατε δουλειά, αλλά επειδή ήστο αναγκασμένος λόγω της κακής οικονομικής σας κατάστασης. Α. Τι θέλετε να πείτε; Ε. Αυτό που θέλω να πω είναι ότι αντιμετωπίζατε τόσα πολλά οικονομικά προβλήματα με τους διάφορους με τους οποίους είχατε συναλλαγές που δεν είχατε άλλη επιλογή από του να φύγετε από τις ελεύθερες περιοχές. Α. Ε, και; Μπορεί να είναι και αυτός ένας λόγος ............................. Ε. Σας υποβάλω ότι ο λόγος που φύγατε από τις ελεύθερες περιοχές και πήγατε στα κατεχόμενα ήταν γιατί αντιμετωπίζατε σοβαρά προβλήματα με άτομα τους οποίους χρωστούσατε χρήματα. Α. Όχι, καθόλου. Κανένα πρόβλημα. Άφησα μερικές εκκρεμότητες αλλά μια από αυτή ήταν η περίπτωση του εναγομένου ο οποίος ήρθε για να του μεταβιβάσω ένα κτήμα που είχα πωλήσει στην μητέρα του και δυστυχώς όταν πήγα να του το μεταβιβάσω είχε χρέος Λ.Κ.1.000 τα οποία εγώ χρωστούσα στην τράπεζα. .............................. Α. Πώς θα τα εξοφλούσα τα χρέη αφού ένας λόγος που έφυγα ήταν τα χρέη. Εν τω μεταξύ η Συνεργατική Αγίου Δομετίου άρχισε να πωλεί μερικά κτήματα μου τα οποία ήταν στο όνομα Βοτανικός Λτδ όχι προσωπικά ήταν στην εταιρεία την οποία εταιρεία διέλυσα. Για τα προσωπικά κτήματα μου όμως που είχα στο όνομα μου δεν μου έγινε καμία πρόταση από τις τράπεζες». Χαρακτηριστικό του τρόπου που απαντούσε, ήτοι με υπεκφυγές ακόμη και σε θέματα τα οποία δεν σχετίζονταν άμεσα με τα επίδικα θέματα, είναι και το πιο κάτω απόσπασμα από τη μαρτυρία του: «Ε. Στο Μπαϊράκ εργαστήκατε; Α. Στο Μπαϊράκ εγώ τους βοηθούσα στα Ελληνικά, δηλαδή έβλεπα ορισμένα χαρτιά που μου έφερναν. Ε. Είχατε συνεργασία με το Μπαϊράκ ή δεν είχατε; Α. Νομίζω ότι αυτοί που με βοήθησαν αρχικά ήταν ο Μπαϊράκ». Ο ενάγοντας προσπάθησε να παραπλανήσει το Δικαστήριο ακόμη και σε σχέση με το κτήμα που είχε πωλήσει στην Αρετή Δημητρίου, το οποίο ήταν και η αιτία που συναντήθηκε για πρώτη φορά με τους εναγομένους, ενώ αυτός διέμενε μόνιμα στις κατεχόμενες περιοχές. Κατέθεσε ψευδώς ότι ο λόγος που δεν είχε μεταβιβασθεί το κτήμα στο όνομα της αγοράστριας ήταν γιατί αυτή δεν είχε εξοφλήσει το τίμημα, ΛΚ1.000, ενώ ο πραγματικός λόγος ήταν ότι ο ίδιος είχε υποθηκεύσει το κτήμα για εξασφάλιση κάποιου χρέους του, το οποίο ουδέποτε εξόφλησε. Η αγοράστρια του κτήματος όχι μόνο δεν χρωστούσε οποιονδήποτε ποσό στον ενάγοντα, αλλά αναγκάσθηκε να εξοφλήσει το χρέος του, για να καταστεί δυνατή η μεταβίβαση του κτήματος στο όνομα της. Ο ενάγοντας προσπάθησε επίσης να παρουσιάσει ότι ήταν οι εναγόμενοι εκείνοι που είχαν αρχικά την ιδέα να συνεργαστούν μαζί του και να αγοράσουν κάποια από τα κτήματα του. Δήλωσε δε άγνοια σε σχέση με όλα τα τεκμήρια που του υποδείχθηκαν τεκμήρια 1, 2, 4, 5 και 6 τα οποία αφορούσαν έρευνες στο κτηματολόγιο και πληρεξούσια έγγραφα σε σχέση με την ακίνητη περιουσία του. Την πιο πάνω εκδοχή του δεν τη δέχομαι. Πιστεύω ότι την προέβαλε στην προσπάθεια του να παρουσιάσει στο Δικαστήριο ότι το όλο εγχείρημα το σχεδίασαν και το υλοποίησαν οι δύο εναγόμενοι για να του αποσπάσουν με δόλιο τρόπο την περιουσία του. Εξάλλου σε κατοπινό στάδιο παραδέχθηκε ότι ήταν αυτός που τους είχε μιλήσει για τα κτήματα του και αυτοί προθυμοποιήθηκαν να διερευνήσουν το όλο θέμα. Καταλήγω ότι η εισήγηση προήλθε από τον ίδιο τον ενάγοντα ο οποίος εκμεταλλευόμενος τη γνωριμία του με τους εναγόμενους εζήτησε από αυτούς βοήθεια για να τακτοποιήσει τις εκκρεμότητες του και να μπορέσει τελικά να επιστρέψει στις ελεύθερες περιοχές. Επισημαίνω ότι αυτή δεν ήταν η πρώτη και μοναδική πώληση κτήματος στην οποία προέβη ο ενάγοντας ενώ αυτός βρισκόταν στις κατεχόμενες περιοχές. Είχε ήδη πωλήσει ένα άλλο κτήμα σε αδελφότεκνο του το τίμημα του οποίου έλαβε μετά από αρκετό καιρό αφού προηγήθηκε δικαστική διαδικασία. Ήταν κάτω από αυτές τις συνθήκες που και ο εναγόμενος 2 άδραξε την ευκαιρία, συγκατατέθηκε να βοηθήσει τον ενάγοντα όχι βέβαια για αλτρουιστικούς λόγους, ή λόγω εκτίμησης στο πρόσωπο του ενάγοντα, αλλά έχοντας ως μοναδικό κίνητρο, ως αναφέρω και ανωτέρω το οικονομικό όφελος του. Ο ενάγοντας προσπάθησε επίσης να δώσει στο Δικαστήριο την εντύπωση ότι οι δύο εναγόμενοι ενεργούσαν εν αγνοία του σε συνεργασία με τον πιστοποιών υπάλληλο, ως ανέφερε χαρακτηριστικά οι εναγόμενοι και ο Καϊλής «τα μαγείρεψαν» για να του αποσπάσουν την περιουσία του. Στα πλαίσια της προσπάθειας του αυτής εδήλωσε άγνοια σε σχέση με το ειδικό πληρεξούσιο, τεκμήριο 1 το οποίο εξουσιοδοτούσε τον εναγόμενο 2 να προβεί σε έρευνα στο κτηματολόγιο για εντοπισμό της ακινήτου ιδιοκτησίας του. Στη συνέχεια όμως παραδέχθηκε ότι η υπογραφή επί του συγκεκριμένου εγγράφου ήταν δική του και ότι είχε ζητήσει από τον εναγόμενο 2 να προβεί στην πιο πάνω έρευνα. Αμφισβήτησε ακόμη και το γεγονός ότι ο εναγόμενος 2 είχε εξοφλήσει τα χρέη του. Είπε χαρακτηριστικά τα πιο κάτω: «Α. Από το κτηματολόγιο και από τον Καϊλή και από στις Συνεργατικές και εμένα δεν μου έφεραν καμία απόδειξη για ένα χρέος στη Συνεργατική που πλήρωσα. Εγώ δεν έχω τίποτε αποδείξεις για όλα τα χρήματα. Μου πώλησαν τα κτήματα πήραν τα χρήματα και αποδείξεις δεν έχω για το τι πλήρωσαν». Κρίνω ότι και αυτός ο ισχυρισμός του είναι τελείως αβάσιμος. Ο ενάγοντας πήγε στα κατεχόμενα το 1992, εγκαταλείποντας σύζυγο και ανήλικη θυγατέρα και επέστρεψε στις ελεύθερες περιοχές το 2009, δεκαεπτά περίπου χρόνια αργότερα, όταν ικανοποιήθηκε προφανώς ότι όλα τα χρέη του είχαν διευθετηθεί από τον εναγόμενο 2 και αυτός δεν διέτρεχε οποιονδήποτε κίνδυνο ένεκα αυτών. Ο ίδιος δε παραδέχθηκε τελικά ότι ο λόγος που συνεργάσθηκε με τους εναγομένους ήταν η εξόφληση των χρεών του. Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα: «Ε. Σας υποβάλω επίσης ότι ο λόγος που δεν ήρθατε 17 χρόνια στις ελεύθερες περιοχές ήταν διότι αντιμετωπίζατε τόσα πολλά χρέη. Α. Ωραία, αντιμετώπιζα χρέη και η περίπτωση που διαπραγματευόμουν με τους εναγομένους ήταν για να καλύψει μέρος των χρεών. Αυτός ήταν πάντα ο στόχος μου». Πέραν τούτου όμως, ως αναφέρω και ανωτέρω, ο ενάγοντας είναι οξυδερκής, ασχολείτο με τα κτηματομεσιτικά για δύο περίπου δεκαετίες και δεν μου έδωσε την εντύπωση ότι θα προέβαινε σε οποιαδήποτε ενέργεια, συγκεκριμένα να υπογράψει πληρεξούσιο, είτε ειδικό είτε γενικό, για μεταβίβαση της περιουσίας εκτός εάν εξασφάλιζε προηγουμένως τα συμφέροντα του, στη συγκεκριμένη περίπτωση αν δεν ικανοποιείτο ότι τα χρέη του είχαν διευθετηθεί και ελάμβανε επιπλέον το συμφωνηθέν ποσό των ΛΚ.20.
- Παρενθετικά αναφέρω ότι για όλα τα χρέη που διευθετήθηκαν ακόμη και για τα πολύ μικρά ποσά, ο εναγόμενος 2 κατείχε στοιχεία και αποδείξεις τα οποία κατέθεσε στο Δικαστήριο. Η μαρτυρία του σε σχέση με το περιεχόμενο της μεταξύ τους συμφωνίας και συγκεκριμένα σε σχέση με τον αριθμό των κτημάτων που αυτός εσυμφώνησε να πωλήσει στον εναγόμενο 2 κάθε άλλο παρά θετική είναι. Αρχικά, ισχυρίσθηκε ότι η συμφωνία προνοούσε την πώληση δύο μόνο κτημάτων, αυτών που βρισκόντουσαν στη Λακατάμεια ενώ αντεξεταζόμενος είπε ότι είχε προσφέρει στον εναγόμενο 2 να αγοράσει τέσσερα κτήματα, τα δύο κτήματα στη Λακατάμεια που ήταν γραμμένα στο όνομα του και δύο κτήματα που ήταν γραμμένα στην εταιρεία του Βοτανικός Λτδ. Σε συνέχεια των πιο πάνω, ανέφερε ότι κατέληξαν στο ποσό των «20.000» και θα εξοφλούνταν και τα χρέη του στα συνεργατικά ιδρύματα και αν χρειαζόταν «θα μπορούσε να τους δώσει και άλλο χωράφι». Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα: «Ε. Μας είπατε ότι όταν τον είδατε ότι έδειξε ενδιαφέρον αρχίσατε να του λέτε για τα χρέη σας και για τα κτήματα σας. Α. Όχι. Δεν του είπα για τα χρέη. Του είπα για τα κτήματα που είχα προς πώληση. Ο ίδιος μου πρότεινε να δώσω διαχείριση των κτημάτων μου και να πάρω ορισμένα λεφτά. Εγώ είπα ότι προτείνω την πώληση να είναι πιο καθαρή από τη διαχείριση η οποία είναι πολύπλοκη. Έγιναν πολλές συζητήσεις και τελικά καταλήξαμε στην αγορά και συμφωνήσαμε να του πωλήσω ορισμένα κτήματα. Ε. Ποια ήταν τα κτήματα κ. μάρτυρα για τα οποία του είπατε; Ποια ήταν τα κτήματα που είχατε προς πώληση; Α. Του ανέφερα δύο κτήματα στην Κάτω Λακατάμεια, το έχουμε στην αγωγή μας, στην παράγραφο 5(ε) και 5(στ). Του είπα και για τα δύο τεμάχια τα οποία ήταν πάνω στον Βοτανικό Λτδ, τα οποία δεν μπορούσαν να πάρουν όπως μου είπαν και αρχίσαμε διαπραγματεύσεις για το ποσό. Ε. Τι αξίας ήταν τούτα τα 4 τεμάχια; Α. 4; Ποιος είπε 4; Δικαστήριο προς μάρτυρα: Μας είπατε τα δύο τεμάχια της παραγράφου 5(ε) και 5(στ) και τα δύο τεμάχια που ήταν γραμμένα στην εταιρεία Βοτανικός. Α. Δεν τέθηκε ζήτημα αξίας. Ο ίδιος πρότεινε ορισμένα ποσά τα οποία εγώ ήθελα εκτίμηση λόγω του ότι απουσίαζα πολλά χρόνια απ΄ εδώ και ήθελα να κάμω εκτίμηση. Ε. Κάματε εκτίμηση; Α. Δεν έκαμα διότι εν τω μεταξύ συμφωνήσαμε πάνω σε ένα ποσό το οποίο αναφέρω στην κατάθεση μου να μου δώσουν 20.000 και να αναλάβουν τη πληρωμή των χρεών μου στα Συνεργατικά Ιδρύματα και αν χρειαστεί θα μπορούσα να τους δώσω και άλλο χωράφι. Είχαμε κάνει πολλές σκέψεις πάνω στο πρόβλημα και τελικά μου είπαν ότι θα μου απαντήσουν αργότερα. Καταλήξαμε όμως σε 20.000 προκαταβολή και να αναλάβουν τα χρέη μου. .............................. Από τα πιο πάνω συνάγεται ότι οι διαπραγματεύσεις μεταξύ των μερών αφορούσαν τουλάχιστον τέσσερα κτήματα και υπήρχε και η περίπτωση να συμπεριληφθεί και πέμπτο κτήμα. Έναντι της αγοράς των πιο πάνω κτημάτων συμφωνήθηκε όπως ο εναγόμενος 2 εξοφλήσει τα χρέη του ενάγοντα στα συνεργατικά ιδρύματα και παράλληλα να καταβάλει το ποσό των «20.000», το οποίο δεν καθορίσθηκε κατά πόσο ήταν λίρες ή ευρώ. Αναφορά σε πέραν των δύο κτημάτων κάνει και σε κατοπινό στάδιο της μαρτυρίας του. Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα από το οποίο φαίνεται ότι αντικείμενο των συζητήσεων μεταξύ των μερών δεν ήταν μόνο τα δύο κτήματα στη Λακατάμεια. «Ε. Θέλετε να πιστέψουμε κ. μάρτυρα ότι τούτοι οι δύο άνθρωποι είπες τους ότι έχω δύο τεμάχια, 4 τεμάχια και ήρθαν και έκαναν συμφωνία μαζί σας να σας δώσουν τις €20.000 και να εξοφλήσουν όλα σας τα χρέη χωρίς να διαπιστώσετε ότι είναι δικά σου τούτα τα χρέη και πόσα ήταν τα χρέη σου; Α. Ήξεραν ότι ήταν δικά μου διότι τους είπα από προηγουμένως ότι τα χρέη στο Ταμιευτήριο Αγίου Δομετίου και Στροβόλου και άλλα και είχαν τούτον τον πιστοποιών υπάλληλο του κτηματολογίου τον Καϊλή ο οποίος μπορούσε να μάθει από το κτηματολόγιο ποια ακριβώς ήταν τα κτήματα μου και ήξεραν πολύ καλά την οικονομική μου κατάσταση και δεν μιλάμε για μόνο 4 κτήματα, κάναμε αναφορά σε πολλά κτήματα μου τα οποία δεν είχα όμως για πώληση. Για πώληση πρόσφερα εκείνα που σας είπα τα 2 μαζί με 2-3 άλλα και περίμενα τις απαντήσεις τους». Σε σχέση δε με τα γεγονότα που έλαβαν χώραν τη συγκεκριμένη ημέρα, την 2.11.2008, διαπιστώνω ότι η μαρτυρία του ήταν νεφελώδης. Εν πρώτοις δεν ήταν σε θέση να δώσει μια σαφή απάντηση αναφορικά με τον χώρο που έλαβε χώραν η συνάντηση. Ισχυρίσθηκε ότι αγνοούσε το όνομα του καφεστιατορίου ακόμη και που βρισκόταν, ήτοι κατά πόσο βρισκόταν στις ελεύθερες ή στις κατεχόμενες περιοχές. Οι πιο πάνω λεπτομέρειες μπορεί εκ πρώτης όψεως να φαίνονται ότι είναι δευτερευούσης σημασίας, είναι όμως σημαντικές για την αξιολόγηση του ισχυρισμού του ενάγοντα κατά πόσο πήγε στο αυτοκίνητο για να μετρήσει τα χρήματα ή όχι. Ήταν η θέση του ενάγοντα ότι το αυτοκίνητο βρισκόταν «τέλεια δίπλα» από το καφεστιατόριο. Όταν του υποδείχθηκε ότι το αυτοκίνητο βρισκόταν σε μακρινή απόσταση από τον χώρο, στις κατεχόμενες περιοχές και ότι η διέλευση του αυτοκινήτου στις ελεύθερες περιοχές μέσω του συγκεκριμένου οδοφράγματος ήταν αδύνατη, αυτός ισχυρίσθηκε αρχικά ότι το αυτοκίνητο βρισκόταν στις κατεχόμενες, μετά εδήλωσε ότι δεν εγνώριζε κατά πόσο ήταν στις τουρκοκρατούμενες ή στις ελεύθερες περιοχές, ενώ σε κάποιο άλλο στάδιο περιορίσθηκε να πει, υπεκφεύγοντας να απαντήσει στη συγκεκριμένη ερώτηση ότι, «τα λεφτά ήταν σωστά». Σε σχέση με τον τόπο όπου έλαβε χώραν η συνάντηση κατέθεσαν και οι δύο εναγόμενοι και ο πιστοποιών υπάλληλος, Ανδρέας Καϊλής. Ήταν η θέση τους ότι η συνάντηση έλαβε χώραν στο Chateau Status, που βρίσκεται στις ελεύθερες περιοχές, πλησίον του οδοφράγματος του Λήδρα Πάλλας. Η μαρτυρία και των τριών επί του σημείου αυτού ήταν σταθερή και δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση. Καταλήγω ότι η συνάντηση έλαβε χώρα στο συγκεκριμένο τόπο, στις ελεύθερες περιοχές και ότι το αυτοκίνητο που μετέφερε τον ενάγοντα δεν ήταν σταθμευμένο έξω από το καφεστιατόριο, ως ήταν ο ισχυρισμός του, αλλά παρέμεινε στις κατεχόμενες περιοχές καθότι η διέλευση αυτοκινήτου στις ελεύθερες περιοχές, μέσω του οδοφράγματος, ήταν αδύνατη. Αντεξεταζόμενος ο ενάγοντας σε σχέση με τους λόγους που τον ώθησαν να πάει στο αυτοκίνητο για να μετρήσει τα χρήματα, δεν έδωσε οποιαδήποτε λογική εξήγηση, περιορίσθηκε να αναφέρει ότι ακολούθησε τις οδηγίες των εναγομένων. Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα από τη μαρτυρία του: Ε. Σας υποβάλω ότι δεν υπήρχε λόγος να φύγετε από το εστιατόριο να μετρήσετε τα χρήματα. Μπορούσατε και στην παρουσία τους. Α. Αφού μου είπαν πήγαινε στο αυτοκίνητο να τα μετρήσεις, ήταν να μην πάω; Και σε περίπτωση που τα χρήματα είναι εντάξει τι σημασία έχει αν πήγα ή αν τα μέτρησα επί τόπου; Ε. Σας υποβάλω ότι ακριβώς για τον λόγο ότι μπορούσε να γίνει λάθος μετρήσατε τα χρήματα στην παρουσία τους διότι εκείνοι σας τα έδωσαν και στην παρουσία του πιστοποιούντα υπαλλήλου. Α. Τι σημασία έχει αν τα μέτρησα στην παρουσία τους. Δεν τα μέτρησα στην παρουσία τους. Μου είπαν να πάω να τα μετρήσω στο αυτοκίνητο. Σας το είπα». Ο ενάγοντας, ήταν άτομο ανεξάρτητο και αυτόνομο, έζησε μόνος του στις τουρκοκρατούμενες περιοχές για πολλά έτη πριν καν ανοίξουν τα οδοφράγματα, κατάφερε να επιβιώσει εκεί και να αποκατασταθεί επαγγελματικά και δεν μου έδωσε την εντύπωση ότι επρόκειτο για άτομο που θα ακολουθούσε οδηγίες τρίτων προσώπων. Απορρίπτω τη θέση του ότι πήγε στο αυτοκίνητο για να μετρήσει τα χρήματα όπως επίσης απορρίπτω και τη θέση του ότι υπόγραψε το γενικό πληρεξούσιο χωρίς προηγουμένως να το διαβάσει. Επρόκειτο για άτομο με πείρα σε τέτοιου είδους συναλλαγές, άσκησε το επάγγελμα του κτηματομεσίτη για δύο περίπου δεκαετίες διατηρώντας δύο γραφεία και θεωρώ αδιανόητο να υπόγραψε έγγραφο το οποίο δεν είχε προηγουμένως διαβάσει. Πέραν τούτου με βάση τη μαρτυρία του ιδίου του ενάγοντα προκύπτει, ως αναφέρω και αναλυτικά κατωτέρω, ότι οι διαπραγματεύσεις μεταξύ των μερών ήτοι του ενάγοντα και του εναγομένου 2 δεν περιορίζονταν σε δύο μόνο κτήματα. Η μαρτυρία των δύο εναγομένων επί του συγκεκριμένου σημείου, ήτοι των συνθηκών κάτω από τις οποίες υπεγράφη το γενικό πληρεξούσιο ήταν σταθερή και δεν περιέπεσαν σε οποιαδήποτε αντίφαση. Επισημαίνω δε ότι ο πιστοποιών υπάλληλος Ανδρέας Καϊλής, παρά το γεγονός ότι ήταν παρών κατά τη συνάντηση και εδήλωσε κατά τη κύρια εξέταση του ότι ο ενάγοντας ουδέποτε βγήκε έξω κατά τη διάρκεια της συνάντησης, δεν αντεξετάσθηκε επί της πιο πάνω δήλωσης του. Ήταν η θέση της υπεράσπισης ότι κατά τον επίδικο χρόνο δεν υπέγραψε ένα μόνο γενικό πληρεξούσιο, αυτό που τελικά χρησιμοποιήθηκε για τη μεταβίβαση των επιδίκων τεμαχίων και το οποίο κατατέθηκε στο Δικαστήριο, αλλά τέσσερα συνολικά πληρεξούσια. Τα υπόλοιπα τρία κατατέθησαν στο Δικαστήριο ως τεκμήρια, πρόκειται για τη δέσμη εγγράφων, τεκμήριο
- Ο ενάγοντας αρνήθηκε ότι τα υπόγραψε, ενώ η μαρτυρία του κατά πόσο είχε υπογράψει την απόδειξη, τεκμήριο 6, ήταν αντιφατική. Παραδέχθηκε αρχικά ότι η υπογραφή επί του πιο πάνω εγγράφου ήταν δική του, στη συνέχεια την αμφισβήτησε και ισχυρίσθηκε ότι δεν υπέγραψε «το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού». Από το πιο πάνω έγγραφο, τεκμήριο 6 προκύπτει ότι η συναλλαγή δεν αφορούσε δύο μόνο κτήματα αλλά «την κτηματική περιουσία που βρισκόταν στις ελεύθερες περιοχές». Παραθέτω αυτούσιο το λεκτικό του εγγράφου αυτού: «Έλαβα από τον κ. Θεμιστοκλή Θεμιστοκλέους Α.Δ.Τ. 696456 από την Λευκωσία το ποσό των €20.000= (είκοσι χιλιάδες ευρώ) προς εξόφληση της πώλησης από μέρους μου της κτηματικής μου περιουσίας της εβρισκόμενης στις ελεύθερες περιοχές της Κύπρου πέραν οποιουδήποτε άλλου ποσού το οποίο χρωστώ σε Τράπεζες, Συνεργατικά Ιδρύματα, Φόρον Εισοδήματος τα οποία αναλαμβάνει να τα πληρώσει ο ίδιος προσωπικά για την επίτευξη του πιο πάνω σκοπού. Λευκωσία 2/11/2008 Ο Εισπράξας/Δηλών» Τόσο το τεκμήριο 6 όσο και η δέσμη εγγράφων τεκμήριο 5 έχουν πιστοποιηθεί από τον πιστοποιών υπάλληλο Ανδρέα Καϊλή. Στο σημείο αυτό κρίνω σκόπιμο να επισημάνω ότι παρά το γεγονός ότι ο ενάγοντας αρνήθηκε ότι είχε υπογράψει τα πιο πάνω έγγραφα, η γραμμή της αντεξέτασης των μαρτύρων υπεράσπισης ήταν διαφορετική. Δεν αμφισβητήθηκε η γνησιότητα των υπογραφών στα πιο πάνω έγγραφα, προωθήθηκε όμως η θέση ότι οι εναγόμενοι εκμεταλλευόμενοι την ηλικία και την «κουφαμάρα του» και θεωρώντας τον ως «κελεπούρι» απέσπασαν από τον ενάγοντα την κτηματική περιουσία του. Στον εναγόμενο 2 υποβλήθηκε επίσης ότι ο λόγος που ο ενάγοντας υπέγραψε τα πληρεξούσια ήταν γιατί εμπιστευόταν τους εναγομένους και τους θεωρούσε «αξιοπρεπείς ανθρώπους». Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα από τη μαρτυρία του: Ε. Ώστε ο κ. Κώστας σας υπέγραψε συνολικά 5 πληρεξούσια. Α. Μάλιστα. Ε. Διάβασε ένα-ένα και τα πέντε; Α. Κάθε έγγραφο που υπέγραφε το διάβαζε. Ε. Προσεκτικά κάθε ένα; Α. Κάθε έγγραφο που υπέγραφε το διάβαζε και επισημαίνω δεν χρειαζόταν ούτε βοηθητικό φακό ο κ. Κώστας. Ε. Ξέρετε γιατί δεν χρειαζόταν φακό; Πριν σας υποβάλω όμως τούτη την ερώτηση σας ρωτώ, σας θεωρούσε αξιοπρεπείς ανθρώπους και σας εμπιστευόταν, σωστά; Α. Αυτό είχε πει ο ίδιος. Ε. Και συμφωνείτε ότι σας το είπε; Α. Μάλιστα. Ε. Δεν έπρεπε να σας είχε εμπιστοσύνη; Α. Βεβαίως. Ε. Και επειδή σας είχε εμπιστοσύνη σας υποβάλω ότι του διαβάσατε τούτη μόνο την έρευνα που τούτα για τα δύο κλπ το υπέγραψε, έτσι είναι; Χωρίς να τα διαβάσει καλά. Α. Δεν μπορώ να πιστέψω ότι ένας άνθρωπος σαν τον κ. Κώστα που τέτοιες πράξεις πραγματικά ήταν η δουλειά του ως κτηματομεσίτης να μην συνηθίζει να διαβάζει που βάζει τις υπογραφές του. Ε. Έχει πολλή κόσμο δεν συμφωνείς μαζί μου που άμα έχει εμπιστοσύνη δεν διαβάζει το κοντράτο και υπογράφει; Έχει πολλούς που διαβάζουν κάθε λέξη. Είδες το χάλι του. Έτσι ήταν και εκείνη την ημέρα που υπέγραφε; Σου φάνηκε άνθρωπος που διάβασε λέξη προς λέξη; Α. Γνωρίζω πως ήταν την ημέρα που έγιναν οι συμφωνίες και την ημέρα που έγιναν οι συμφωνίες, ο κ. Κώστας ήταν σε άριστη κατάσταση». Τέλος θα ήθελα να επισημάνω ότι ο εναγόμενος 2 είχε καταβάλει το συνολικό ποσό των €170.000, €150.000 περίπου για εξόφληση χρεών και φόρων και €20.000 σε μετρητά ενώ η αξία των δύο τεμαχίων, που σύμφωνα με τον ενάγοντα αποτελούσαν το αντικείμενο της συμφωνίας δεν υπερέβαινε το ποσό των €141.705, με βάση την εκτίμηση του δικού του εκτιμητή, Φρίξου Μηνά. Είναι αδύνατο να πιστέψω ότι ο εναγόμενος 2, ένα έξυπνος άνθρωπος, έμπειρος σε θέματα κτημάτων, συμφώνησε να αγοράσει τα δύο κτήματα σε πολύ μεγαλύτερη αξία και παράλληλα να αναλώσει το χρόνο το προσπαθώντας να τακτοποιήσει τα χρέη του ενάγοντα. Είναι επίσης δύσκολο να δεχθώ ότι ενώ ο ενάγοντας επίστευε ότι οι εναγόμενοι τον είχαν εξαπατήσει έδωσε στη συνέχεια στον εναγόμενο 1 το ποσό των €9.000 μετρητά να του το φυλάττει. Με βάση τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον μου καταλήγω ότι η συμφωνία μεταξύ των μερών, ήτοι του ενάγοντα και του εναγομένου 2, περιελάμβανε έξι κτήματα και όχι δύο και ότι η υπογραφή του γενικού πληρεξουσίου που χρησιμοποιήθηκε για τη μεταβίβαση των επιδίκων κτημάτων, ως επίσης και η υπογραφή του ειδικού πληρεξουσίου, των άλλων τριών γενικών πληρεξουσίων και της απόδειξης, τεκμήρια 4, 5 και 6 αντίστοιχα, έγιναν κάτω από τις συνθήκες που περιέγραψαν οι δύο εναγόμενοι. Αποτελεί επίσης εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο εναγόμενος 1 καμία σχέση είχε με την επίδικη συμφωνία, ήτοι ο ίδιος δεν ήταν συμβαλλόμενο μέρος. Δεν έχω επίσης καμία αμφιβολία ότι ο εναγόμενος 2 συμβλήθηκε με τον ενάγοντα γνωρίζοντας ότι η συγκεκριμένη συναλλαγή θα του απέφερε μεγάλα κέρδη. Σκοπός του ήταν να αποκτήσει τα επίδικα κτήματα του ενάγοντα σε πολύ ευνοϊκές τιμές ως επίσης και οποιαδήποτε άλλα κτήματα πιθανόν να εντοπίζονταν στο μέλλον. Αυτός ήταν προφανώς και ο λόγος που υπεγράφησαν την ίδια ημέρα και τα υπόλοιπα πληρεξούσια, ήτοι για να γίνει έρευνα για εντοπισμό και άλλων κτημάτων εγγεγραμμένων στο όνομα του ενάγοντα τα οποία θα μπορούσαν να αποτελέσουν αντικείμενο νέας συμφωνίας μεταξύ δύο μερών. Η μαρτυρία του εναγομένου 2 επί του τελευταίου σημείου, ήτοι για το λόγο που υπεγράφησαν τα γενικά πληρεξούσια ήταν αόριστη και κάθε άλλο παρά πειστική ήταν. Προσπάθησε να παρουσιάσει στο Δικαστήριο ότι ο ίδιος επίστευε ότι ο ενάγοντας δεν είχε άλλα κτήματα πέραν των επιδίκων. Η μαρτυρία του όμως διαψεύδεται από τη μαρτυρία του Ανδρέα Καϊλή. Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα από τη μαρτυρία του τελευταίου: «Ε. Τι χρειάζονταν αφού με τούτα τέλειωνε η όλη μεταβίβαση όπως λέτε; Α. Ο κ. Θέμης μου είχε πει ότι ο κ. Κώστας είχε και περιουσίες άλλες σε άλλες επαρχίες. Ακόμη του ανέφερε ότι είχε και με κάποιον κ. Μόντη μια ανταλλαγή όπως είπε απ΄ ότι θυμάμαι στην Πάφο, στα χωριά πέριξ του Ακάμα και ήταν για να αποταθεί στα άλλα κτηματολογικά γραφεία για να του δώσουν τις πληροφορίες που θα ζητούσε. Ε. Δηλαδή υπήρχε σαφής εντύπωση ότι είχε και άλλα κτήματα ο κ. Κυριάκου εκτός που τούτα που είχε το πληρεξούσιο τεκμήριο
- Α. Ο κ. Θέμης μου είπε ότι του τα ανάφερε ο κ. Κυριάκου ότι είχε και άλλα». Πιστεύω ότι ο λόγος που ο εναγόμενος 2 απαντούσε επί του συγκεκριμένου σημείου με υπεκφυγές ήταν για να αποκρύψει από το Δικαστήριο το γεγονός ότι είχε βλέψεις και για την υπόλοιπη ακίνητη περιουσία του ενάγοντα. Η αξία των επιδίκων κτημάτων υπερέβαινε το τίμημα που κατέβαλε ο εναγόμενος 2 για την αγορά τους υπενθυμίζω ότι ο εναγόμενος 2 είχε καταβάλει €150.000 περίπου για φόρους και εξόφληση των χρεών του ενάγοντα και €20.000 σε μετρητά, σύνολο €170.000 περίπου. Το γεγονός αυτό όμως ότι το τίμημα δεν ήταν ισότιμο με την αξία των κτημάτων σε συνδυασμό με το γεγονός ότι είχε βλέψεις και για άλλη περιουσία του ενάγοντα που πιθανόν να εντοπιζόταν στο μέλλον δεν αποδεικνύει από μόνο του ότι ο εναγόμενος 2 είχε εξαπατήσει τον ενάγοντα με τον τρόπο που περιγράφεται στην Έκθεση Απαίτησης ή ότι εκμεταλλεύτηκε την κατάσταση του, ήτοι την ηλικία του και τα προβλήματα ακοής θέση, που υποβλήθηκε στους εναγομένους κατά την αντεξέταση τους. Παρενθετικά αναφέρω ότι η τελευταία θέση δεν δικογραφείται. Εκείνο που κατά την άποψη μου εκμεταλλεύθηκε ο εναγόμενος 2 ήταν την επιθυμία του ενάγοντα να επιστρέψει στις ελεύθερες περιοχές μετά από πολυετή απουσία στις κατεχόμενες περιοχές, επιθυμία που δεν μπορούσε να εκπληρωθεί λόγω της αδυναμίας του να τακτοποιήσει τα χρέη του. Ενόψει όλων των πιο πάνω καταλήγω ότι η αγωγή δεν μπορεί να πετύχει. Η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των εναγομένων και εναντίον του ενάγοντα ως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) Τ. Παρασκευαϊδου-Καρακάννα, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΝ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο