Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη ως Προσωρινού Εκκαθαριστή της περιουσίας της Εμπορικής Εταιρείας Deme-Dairy Ltd, Αρ. Αγωγής: 6394/05, 2/8/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:A294 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 6394/05 Μεταξύ: Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Εναγόντων - Και -
- Deme-Dairy Ltd
- Deme- Plastopack Ltd
- Xάρη Δημητρίου
- Χριστίνας Δημητρίου Εναγομένων ΚΑΙ ΩΣ ΕΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΗ ΔΥΝΑΜΕΙ ΔΙΑΤΑΓΗΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΗΜΕΡ. 2.10.2008 Μεταξύ: Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Εναγόντων - Και -
- Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη ως Προσωρινού Εκκαθαριστή της περιουσίας της Εμπορικής Εταιρείας Deme-Dairy Ltd
- Deme- Plastopack Ltd
- Xάρη Δημητρίου
- Χριστίνας Δημητρίου Εναγομένων Ημερομηνία: 2 Αυγούστου,
- Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: κα Στέλλα Πολυβίου για Χρυσαφίνης & Πολυβίου ΔΕΠΕ Για Εναγόμενους: 1, 2, 3 και 4: κος Λάμπρος Ιωαννίδης Α Π Ο Φ Α Σ Η ΕΙΣΑΓΩΓΗ Με την παρούσα αγωγή οι Ενάγοντες αξιώνουν το ποσό των Λ.Κ.461.272,31 πλέον τόκους προς 13,25% από 30.3.05 επί του ποσού των Λ.Κ.446.470,27 πλέον την έκδοση διατάγματος για πώληση ενυπόθηκου κτήματος πλέον έξοδα. Με βάση το ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα η απαίτηση των Εναγόντων στηρίζεται σε συμφωνία παροχής τραπεζικών διευκολύνσεων προς την Εναγόμενη 1 εταιρεία υπό την εγγύηση των Εναγομένων 2, 3 και
- Η αγωγή βασίζεται σε Συμφωνία Παροχής Τρεχουμένου Λογαριασμού προς την Εναγόμενη 1 και σε Συμφωνίες Εγγυήσεων αναφορικά με τους Εναγόμενους 2, 3 και 4 ημερ. 26.11.96 και ημερ. 6.6.
- Όπως αναφέρεται στο κλητήριο ένταλμα η Εναγόμενη 2 έχει υποθηκεύσει κτήμα της στο Γέρι και έχει εγγράψει προς όφελος των Εναγόντων τέσσερις υποθήκες που περιγράφονται στην παράγραφο 6 της Έκθεσης Απαίτησης. ΜΑΡΤΥΡΙΑ Η πλευρά των Εναγόντων για να αποδείξει την απαίτηση της κάλεσε δύο μάρτυρες ως ακολούθως: · Αντρέας Βανέζης (Μ.Ε.1) και · Μιχάλης Χατζηκαλλής (Μ.Ε.2) Η πλευρά των Εναγομένων κάλεσε τρεις μάρτυρες ως εξής: · Μαρία Γιαννακού (Μ.Υ.1) · Χριστίνα Χέρντεν-Δημητρίου, Εναγόμενη 4 (Μ.Υ.2) και · Χάρης Δημητρίου, Εναγόμενος 3 (Μ.Υ.3) Προχωρούμε να συνοψίσουμε την προσαχθείσα μαρτυρία. Μαρτυρία Αντρέα Βανέζη (Μ.Ε.1) Ο Μ.Ε.1, είναι υπάλληλος των Εναγόντων και στον ουσιώδη χρόνο ένας εκ των υπευθύνων για την εποπτεία και τον έλεγχο της κίνησης χρεωστικών λογαριασμών των πελατών στο Τμήμα Προβληματικών Λογαριασμών (Recoveries Department) στους οποίους λογαριασμούς περιλαμβάνονται και οι λογαριασμοί της Εναγόμενης
- Ενώπιον του Δικαστηρίου υιοθέτησε γραπτή δήλωση (Έγγραφο 1) στην οποία αναφέρονται, όπως μπορώ να συνοψίσω, τα ακόλουθα: ü Στις 6.6.95 οι Ενάγοντες συμφώνησαν με την Εναγόμενη 1 όπως συνεχίσουν να τους παρέχουν δάνεια και/ή τραπεζικές διευκολύνσεις υπό την εγγύηση των Εναγομένων 2, 3, 4 και της Αρτέμιδος Δημητρίου η οποία απεβίωσε. Η γραπτή συμφωνία ημερ. 6.6.95 κατατέθηκε ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ
- ü Δυνάμει απόφασης/έγκρισης ημερ. 9.3.98 οι Ενάγοντες ενέκριναν στην Εναγόμενη 1 προσωρινή αύξηση του ορίου του τρεχούμενου λογαριασμού τους υπ. Αρ. 0113-11-008457 από Λ.Κ.150.000 σε Λ.Κ.200.000 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 3). ü Στις 26.11.96 υπογράφτηκε από μέρους της Εναγόμενης 2 εγγυητήριο έγγραφο με το οποίο εγγυήθηκε όλες τις υποχρεώσεις της Εναγόμενης 1 είτε αυτές είναι παρούσες ή μελλοντικές είτε αυτές κατέστησαν ή ενδέχεται να καταστούν απαιτητές, είτε είναι προσωπικές ή κοινές με οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο και είτε είναι άμεσες ή έμμεσες. Η αναφερόμενη εγγύηση της Εναγόμενης 2 θα ισχύει για το τελικό ποσό που δυνατόν να καταστεί πληρωτέο στους Ενάγοντες από την Εναγόμενη
- Αντίγραφο του Εγγυητηρίου Εγγράφου ημερ. 26.11.96 κατατέθηκε ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ
- ü Στις 26.11.96 υπογράφτηκε εγγυητήριο έγγραφο από μέρους των Εναγομένων 3 και 4 σύμφωνα με το οποίοι Εναγόμενοι 3 και 4 εγγυήθηκαν όλες τις υποχρεώσεις της Εναγόμενης 1 είτε αυτές είναι παρούσες ή μελλοντικές, είτε αυτές κατέστησαν ή ενδέχεται να καταστούν απαιτητές είτε είναι προσωπικές ή κοινές με οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο και είτε είναι άμεσες ή έμμεσες. Η αναφερόμενη εγγύηση των Εναγομένων 3 και 4 θα ισχύει για το τελικό ποσό που δυνατόν να καταστεί πληρωτέο στους Ενάγοντες από την Εναγόμενη
- Αντίγραφο του Εγγυητηρίου Εγγράφου ημερ. 26.11.96 κατατέθηκε ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ
- ü Στις 6.6.95 υπογράφτηκε εγγυητήριο έγγραφο από μέρους των Εναγομένων 3, 4 και της Αρτέμιδος Δημητρίου, η οποία απεβίωσε, σύμφωνα με το οποίο οι Εναγόμενοι 3, 4 και η Άρτεμις Δημητρίου εγγυήθηκαν όλες τις υποχρεώσεις της Εναγομένης 1 είτε αυτές είναι παρούσες ή μελλοντικές, είτε αυτές κατέστησαν ή ενδέχεται να καταστούν απαιτητές είτε είναι προσωπικές ή κοινές με οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο και είτε είναι άμεσες ή έμμεσες. Η αναφερόμενη εγγύηση των Εναγομένων 3, 4 και της Αρτέμιδος Δημητρίου θα ισχύει για το τελικό ποσό που δυνατόν να καταστεί πληρωτέο στους Ενάγοντες από την Εναγόμενη
- Αντίγραφο του Εγγυητηρίου Εγγράφου ημερ. 6.6.95 κατατέθηκε ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ
- ü Προς περαιτέρω εξασφάλιση και εγγύηση προς τους Ενάγοντες των υποχρεώσεων της Εναγομένης 1, η Εναγόμενη 2 υποθήκευσε το κτήμα της το οποίο περιγράφεται στην παράγραφο 8 της Γραπτής Δήλωσης με τέσσερις υποθήκες, στοιχεία των οποίων καταγράφονται στην εν λόγω παράγραφο. Κατέθεσε ως ΤΕΚΜΗΡΙΑ 7, 8, 9 ΚΑΙ 10 τις τέσσερις υποθήκες που αφορούν το ενυπόθηκο ακίνητο. ü Οι Ενάγοντες παρεχώρησαν στην Εναγόμενη 1 την αναφερθείσα αύξηση του ορίου του τρεχουμένου λογαριασμού τους υπ. Αρ. 0113-11-008457 ο οποίος άλλαξε σε 0194-11-005227 και αφού μεταφέρθηκε στο τμήμα προβληματικών λογαριασμών της Τράπεζας (Recoveries), άλλαξε σε 0184-22-000549 σαν μέρος των εσωτερικών κανονισμών της Τράπεζας, ο οποίος, κατά παράβαση της Συμφωνίας, δεικνύει οφειλόμενο υπόλοιπο για ποσό Λ.Κ.461.272,31 με τόκο 13,25% από 30.3.05 επί Λ.Κ.446.470,27 μέχρι εξοφλήσεως. ü Οι Ενάγοντες τηρούν τραπεζικά βιβλία και σε ηλεκτρονική μορφή. Στο σύστημα που τηρείται στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές φυλάσσονται όλες οι πληροφορίες και οι πράξεις που αφορούν όλους τους λογαριασμούς των πελατών των Εναγόντων συμπεριλαμβανομένου και του λογαριασμού της Εναγόμενης. Οι καταστάσεις λογαριασμού αναφορικά με τον επίδικο λογαριασμό, μετά από εντολή του Μ.Ε.1, παρήχθηκαν και εκτυπώθηκαν από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή και, αφού συγκρίθηκαν από τον Μ.Ε.1 με την αρχική καταχώρηση του ηλεκτρονικού υπολογιστή, διαπίστωσε ότι είναι ορθές. Οι Ενάγοντες απέστελλαν ανελλιπώς προς την Εναγόμενη 1 καταστάσεις λογαριασμού. Κατέθεσε ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 11Α, Β, Γ τρεις δεσμίδες με καταστάσεις λογαριασμών και ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 12 ανακατασκευή λογαριασμών στην οποία έχει προβεί ο Μ.Ε.
- ü Οι Ενάγοντες με επιστολές τους ημερ. 11.4.02 και 9.3.05 κάλεσαν την πρωτοφειλέτιδα εταιρεία, Εναγόμενη 1 και τους Εναγόμενους 2, 3 και 4 όπως εξοφλήσουν το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού της Εναγόμενης 1 πλέον τόκους. Οι επιστολές κατατέθηκαν ως ΤΕΚΜΗΡΙΑ 13 ΚΑΙ
- Οι επιστολές έχουν σταλεί στις διευθύνσεις που οι ίδιοι οι εναγόμενοι έχουν δώσει οι οποίες εμφαίνονται επί των πιο πάνω τεκμηρίων, ενώ δεν έχουν επιστραφεί πίσω στην Τράπεζα. O M.E.1 εξήγησε ότι ο αρχικός λογαριασμός όταν άνοιξε ήταν ο υπ΄ αρ. 0113-11-008454 όπως φαίνεται στο ΤΕΚΜΗΡΙΟ
- Ο αριθμός 0113 δεικνύει το κατάστημα που χειριζόταν τον λογαριασμό - που στην προκειμένη περίπτωση ήταν στην Λεωφ. Μακαρίου στη Λευκωσία - και την κατηγορία λογαριασμού - που ήταν τρεχούμενος λογαριασμός. Στη συνέχεια άλλαξε ο αριθμός στον αριθμό 0194-11-005227 γιατί μεταφέρθηκε σε συγκεκριμένη ημερομηνία σε λογαριασμό Business Center που αποτελεί μονάδα που δημιουργήθηκε από την Τράπεζα για τον χειρισμό μεγάλων πελατών. Μετέπειτα ο λογαριασμός της Εναγομένης 1 μεταφέρθηκε στο Τμήμα Προβληματικών Λογαριασμών της Τράπεζας στην Υπηρεσία Recoveries και άλλαξε σε υπ΄ αρ. 0184-22-
- Ερωτηθείς ο Μ.Ε.1 για το πότε ξεκίνησε η συνεργασία μεταξύ της Εναγόμενης 1 και των Εναγόντων κατάθεσε ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 15 μια δέσμη από πρακτικά της Εναγόμενης 1 που η Εναγόμενη 1 είχε προσκομίσει προς τους Ενάγοντες από τα οποία διαφαίνεται τι εγκρίσεις είχε αιτηθεί η Εναγόμενη
- Από αυτή προκύπτουν τα εξής:- · Στις 16.10.85 εγκρίθηκε όριο σε τρεχούμενο λογαριασμό ύψους Λ.Κ.3.
- · Στις 16.12.88 επανεγκρίθηκε όριο ύψους Λ.Κ.3.000 στον επίδικο λογαριασμό. · Στις 20.11.90 επανεγκρίθηκε όριο τρεχούμενου λογαριασμού για ποσό Λ.Κ.3.
- · Στις 5.3.91 εγκρίθηκε αύξηση του ορίου του τρεχούμενου λογαριασμού από Λ.Κ.3.000 σε Λ.Κ.25.
- · Στις 8.11.93 εγκρίθηκε αύξηση του ορίου του τρεχούμενου λογαριασμού από Λ.Κ.25.000 σε Λ.Κ.50.
- · Στις 10.11.94 εγκρίθηκε αύξηση του ορίου του τρεχούμενου λογαριασμού από Λ.Κ.50.000 σε Λ.Κ.65.
- · Στις 6.6.95 εγκρίθηκε αύξηση του ορίου του τρεχούμενου λογαριασμού από Λ.Κ.65.000 σε Λ.Κ.100.
- · Στις 16.2.95 εγκρίθηκε αύξηση του ορίου του τρεχούμενου λογαριασμού από Λ.Κ.100.000 σε Λ.Κ.150.
- · Στις 7.3.96 εγκρίθηκε προσωρινή υπέρβαση εκ ποσού Λ.Κ.30.000 λήξης 31.05.96 πέραν του ορίου του τρεχούμενου λογαριασμού εκ Λ.Κ.150.
- · Στις 26.11.96 έγινε επανέγκριση του ορίου του τρεχούμενου λογαριασμού εκ ποσού Λ.Κ.150.
- · Στις 8.5.96 εγκρίθηκε προσωρινή αύξηση ορίου τρεχούμενου λογαριασμού από Λ.Κ.150.000 σε Λ.Κ.200.
- Όσον αφορά τις καταστάσεις λογαριασμού που κατέθεσε ο Μ.Ε.1 για τον επίδικο λογαριασμό το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 11Α αφορά την περίοδο από 31.8.91 μέχρι 31.12.95, το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 11Β την περίοδο από 31.1.96 μέχρι 28.12.00 και το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 11Γ την περίοδο από 31.12.00 μέχρι 30.6.
- Το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 11Α δείχνει ως λογαριασμό της Εναγόμενης 1 τον αριθμό 0113-11-008457, το ίδιο και το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 11Β. Το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 11Γ δείχνει ως αριθμό λογαριασμού της Εναγόμενης 1 τον αριθμό 0194-11-005227, αριθμός ο οποίος συνεχίζει μέχρι την ημερομηνία 8.7.
- Στις 8.7.02 ο λογαριασμός μεταφέρεται στην Υπηρεσία Recoveries και στο ΤΕΚΜΗΡΙΟ 11Γ στη σελίδα της ημερ. 31.12.02 αναγράφεται ο νέος αριθμός 0184-22-
- Το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 12 αφορά ανακατασκευασμένη κατάσταση του επίδικου λογαριασμού η οποία προέκυψε ως αποτέλεσμα αφαίρεσης (αντιλογισμού) όλων των χρεώσεων, τραπεζικών εξόδων, εξόδων υπερβάσεων τα οποία, αφού υπολογίσθηκαν, τοκίσθηκαν και στη συνέχεια αφαιρέθηκαν. Το σύνολο των εξόδων αυτών ανήλθε στο ποσό των Λ.Κ.31.104,78 το οποίο και αφαιρέθηκε από το ποσό της αξίωσης με αποτέλεσμα το αξιούμενο ποσό με βάση την παρα.11(α) της Έκθεσης Απαίτησης να διαμορφωθεί στο ποσό των Λ.Κ.414.910,66 πλέον τόκο 11% από 30.3.05 επί ποσού Λ.Κ.403.926,
- Μέχρι τον τερματισμό της επίδικης Συμφωνίας ημερ. 6.6.95 χρησιμοποιείτο το επιτόκιο του 8% ετησίως. Μετά τις 11.4.02 - ημερομηνία τερματισμού του επίδικου λογαριασμού - χρησιμοποιήθηκε το επιτόκιο του 11% ετησίως. Ο Μ.Ε.1 ανέφερε ότι ο Εναγόμενος 1, Διευθυντής της Εναγόμενης 2 και Εναγόμενης 3 είχε αποστείλει επιστολές προς την Τράπεζα με εισήγηση για διευθέτηση των υποχρεώσεων τους και έγιναν συναντήσεις με τον Μ.Ε.
- Συμφωνήθηκε δε ένα πλαίσιο διευθέτησης το οποίο και ετηρήθη μερικώς. Όσον αφορά τη διεύθυνση που αναγράφεται στα ΤΕΚΜΗΡΙΑ 14 και 15 που αποτελούν επιστολές προς τους εγγυητές ο Μ.Ε.1 κατέθεσε ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 16 έντυπο τιτλοφορούμενο «ΔΗΛΩΣΗ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΩΝ/ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΦΥΣΙΚΩΝ ΠΡΟΣΩΠΩΝ» και το οποίο δόθηκε στο κατάστημα των Εναγόντων στην Μακαρίου, στο οποίο αναφέρεται ως διεύθυνση οικίας η οδός Λεωφ. Λατσιών 91, Γέρι. Στη 2η σελίδα του ΤΕΚΜΗΡΙΟΥ 16, που συνιστά έντυπο του Κτηματολογίου, η διεύθυνση της Εναγόμενης 1 αναγράφεται ως η Λεωφ. Λεμεσού 35, 2220 Λατσιά, ενώ η 3η σελίδα του ΤΕΚΜΗΡΙΟΥ 16 είναι από τον τηλεφωνικό κατάλογο και αναγράφεται η ίδια διεύθυνση για την Εναγόμενη 1 που αναφέρθηκε ανωτέρω. Στην 4η σελίδα του ΤΕΚΜΗΡΙΟΥ 16 που προέρχεται από το ΧΡΥΣΟ ΟΔΗΓΟ αναγράφεται δίπλα από το ΜΠΡΑΒΟ ΠΑΓΩΤΑ & ΓΙΑΟΥΡΤΙ η ίδια διεύθυνση που αναφέρθηκε ανωτέρω. Στο ίδιο Τεκμήριο επισυνάπτεται αντίγραφο του Πιστοποιητικού Διευθυντών της Εναγόμενης 2 όπου η διεύθυνση της οικίας των εγγυητών είναι η Λεωφ. Λατσιών 91, Γέρι, όπως και αντίγραφο του πιστοποιητικού Διευθυντών της Εναγόμενης 1 όπου και εκεί αναφέρεται ότι η διεύθυνση της οικίας των εγγυητών είναι η Λεωφ. Λατσιών 91, Γέρι. Οι καταστάσεις λογαριασμού ΤΕΚΜΗΡΙΑ 11(Α), (Β) και (Γ) αποστέλλονταν στο Τ.Κ.35521 όπως είναι η διεύθυνση που φαίνεται στα ΤΕΚΜΗΡΙΑ 2 και 4 ως η διεύθυνση της Εναγόμενης
- Αντεξεταζόμενος ο Μ.Ε.1 είπε ότι ο επίδικος λογαριασμός ξεκίνησε το 1985, ενώ η συνεργασία με την Εναγόμενη 1 υπήρχε πριν από το
- Αρνήθηκε την υποβολή ότι απόφυγε να κάνει μία κατάσταση λογαριασμού που να ξεκινά από την ημερομηνία ανοίγματος του επίδικου λογαριασμού της Εναγόμενης
- Πρόσθεσε ότι παρουσίασε στο ΤΕΚΜΗΡΙΟ 11 όλες τις καταχωρήσεις από το
- Στην ερώτηση γιατί δεν ετοίμασε μία λεπτομερή κατάσταση λογαριασμού όπου να παρουσιάζεται η αρχική ημερομηνία ανοίγματος του λογαριασμού μέχρι και σήμερα, ο Μ.Ε.1 απάντησε ότι η ανακατασκευή του λογαριασμού δεν ήταν αυτοσκοπός και ότι όλες οι πράξεις υπάρχουν στις καταστάσεις. Επεσήμανε δε ότι η ανακατασκευή έγινε για να αφαιρεθούν χρεώσεις που υπήρχαν σ΄ εκείνες τις καταστάσεις και για να ληφθεί υπόψη ότι ο λογαριασμός τερματίσθηκε και το επιτόκιο αυξήθηκε στο 11%, προσθέτοντας ότι δεν θα εξυπηρετούσε η ανακατασκευή από το 1985 ή από το
- Τόνισε ότι υπήρξε μια σειρά αυξήσεων ορίου μέχρι το 1998 χωρίς να αμφισβητηθούν οι πράξεις που καταχωρούνταν στο ΤΕΚΜΗΡΙΟ
- Ερωτηθείς για τα έξοδα που αφαίρεσε ανέφερε ότι αφορούσαν τραπεζικά έξοδα, έξοδα υπερβάσεων, δικαιώματα μελέτης και αξιολόγησης. Διαφώνησε ότι το γεγονός ότι έγινε αυτή η αφαίρεση συνιστά ένδειξη ότι υπήρξε υπερχρέωση ποσών που εκ των υστέρων αφαίρεσαν οι Ενάγοντες. Ερωτηθείς για το ύψος των πληρωμών που έκανε η Εναγόμενη 1 στον επίδικο λογαριασμό ο Μ.Ε.1 ανέφερε ότι μπορεί ένας αν δει στο ΤΕΚΜΗΡΙΟ 11 συγκεντρωτική κατάσταση για κάθε μήνα. Σ΄ άλλη ερώτηση ανέφερε ότι όταν στις 6.6.95 υπεγράφη η επίδικη Συμφωνία (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 2) προϋπήρχε με την Εναγόμενη 1 ένας λογαριασμός και συνέχισε να υφίσταται. Η απαίτηση των Εναγόντων βασίζεται σε αύξηση ορίου τρεχούμενου λογαριασμού. Όσον αφορά τους εγγυητές σχετικά είναι τα ΤΕΚΜΗΡΙΑ 4, 5, 6 και οι 4 υποθήκες. Σ΄ άλλο σημείο της αντεξέτασης ο Μ.Ε.1 ανέφερε ότι η επίδικη Συμφωνία (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 2) αφορά συνέχιση λειτουργίας ενός λογαριασμού που προϋπήρχε. Ο Μ.Ε.1 δεν ήταν παρών όταν οι Εναγόμενοι 2-5 υπέγραφαν τα σχετικά έγγραφα, δηλ. τα ΤΕΚΜΗΡΙΑ 4 και
- Ερωτηθείς κατά πόσο διερεύνησε να μάθει αν λέχθηκε από οποιοδήποτε υπάλληλο της Τράπεζας σε οποιονδήποτε από τους Ενάγοντες τι υποχρεώσεις αναλαμβάνουν, για τι ποσό και αν υπήρχε όριο, απάντησε αρνητικά. Πρόσθεσε ότι είναι ό,τι καταγράφεται σ΄ αυτά τα Τεκμήρια. Στην υποβολή ότι στον ουσιώδη χρόνο κανείς υπάλληλος δεν ανέλυσε, ούτε ανέγνωσε τους όρους Συμφωνίας, ο Μ.Ε.1 απάντησε ότι αν και δεν ήταν παρών, οι πελάτες γνώριζαν και γνωρίζουν τους όρους των εγγυητηρίων εγγράφων και το ύψος των υποχρεώσεων. Πρόσθεσε ότι υπάρχει σωρεία επιστολών και συνεδρίες του Δ.Σ. της Εναγόμενης 1 για τα ποσά που χορήγησε η Τράπεζα. Δεν γνωρίζει αν οιοσδήποτε υπάλληλος της Τράπεζας προέτρεψε τους Εναγόμενους να ζητήσουν νομική συμβουλή. Ερωτηθείς να εξηγήσει το γεγονός ότι τα ΤΕΚΜΗΡΙΑ 4, 5 και 6 δεν υπεγράφησαν την ίδια μέρα αλλά τα μεν ΤΕΚΜΗΡΙΑ 4 και 5 στις 26.11.96, το δε ΤΕΚΜΗΡΙΟ 6 στις 6.6.95, ο Μ.Ε.1 απάντησε ότι στην εταιρεία παραχωρούνταν πιστωτικές διευκολύνσεις από το 1985 μέχρι 1998 και ότι, κατά καιρούς, γίνονταν αυξήσεις ορίου και, επομένως, διάφορα έγγραφα υπογράφονταν σε διάφορες ημερομηνίες. Αρνήθηκε ότι το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 5 ζητήθηκε από την Τράπεζα καταχρηστικά και αυθαίρετα να υπογραφεί. Σ΄ ό,τι αφορά την ενημέρωση των Εναγομένων και των εγγυητών για τις καταστάσεις λογαριασμού ο Μ.Ε.1 ανέφερε ότι αυτές αποστέλλονταν στη διεύθυνση που έδωσαν οι πελάτες στην Τράπεζα. Ερωτηθείς κατά πόσο δεν θεώρησε ορθό να φέρει στοιχεία για την κίνηση του λογαριασμού της Εναγόμενης 1 από την αρχή της συνεργασίας τους, ο Μ.Ε.1 απάντησε ότι ο επίδικος λογαριασμός άνοιξε το
- Πρόσθεσε ότι μηχανογραφημένες καταστάσεις υπάρχουν από το 1991 και ότι αυτές κατατέθηκαν στο Δικαστήριο. Τόνισε ότι παρουσιάστηκαν τα ΤΕΚΜΗΡΙΑ 11Α, Β και Γ όπου φαίνονται όλες οι καταχωρήσεις και πράξεις και η κίνηση του λογαριασμού. Πρόσθεσε ότι στα εν λόγω Τεκμήρια είναι καταγραμμένες όλες οι κινήσεις του λογαριασμού της εταιρείας από το 1991-
- Επεσήμανε ότι δεν μπορούσε να γίνει μία πράξη και να μην καταχωρηθεί στο συγκεκριμένο λογαριασμό. Υπογράμμισε δε ότι κάθε μήνα οι Εναγόμενοι λάμβαναν καταστάσεις λογαριασμού και έπρεπε να συμφωνήσουν με το υπόλοιπο, διαφορετικά, αν υπήρχε διαφορά, θα έπρεπε να ζητήσουν διόρθωση από την Τράπεζα. Πάλι σ΄ άλλο σημείο της αντεξέτασης του τόνισε ότι αν υπήρχε οποιοδήποτε πρόβλημα με τις καταστάσεις λογαριασμών ή διαφωνία, οι πελάτες μπορούσαν να αποταθούν στην Τράπεζα και να αναφέρουν το πρόβλημα. Σ΄ ό,τι αφορά το ύψος επιτοκίου που χρεώνετο ο Μ.Ε.1 ανέφερε ότι από το '95 ήταν 8,5%, ενώ από το '98 μέχρι τέλος του 2000 8%, την 1.1.01 8%, 13.8.01 9,25%, στις 20.9.01 8,75%, στις 5.11.01 8,25%, στις 11.4.02 (ημερομηνία τερματισμού) 11%. Όσον αφορά τον τρόπο υπολογισμού του τόκου ανέφερε ότι με βάση την παρα.2(α) του ΤΕΚΜΗΡΙΟΥ 2 λαμβάνετο υπόψη σαν διαιρέτης το εμπορικό έτος που αποτελείται από 360 ημέρες. Ερωτηθείς γιατί χρειάστηκαν κάποια χρόνια για να γίνει τερματισμός της Συμφωνίας, ο Μ.Ε.1 απάντησε ότι ο Δημητρίου ήταν συνεχώς σε επαφή με την Τράπεζα για εξεύρεση συμβιβαστικής λύσης για τις καθυστερήσεις και ότι είχε στείλει σωρεία επιστολών προτείνοντας διάφορα πλαίσια διευθέτησης. Πρόσθεσε ότι ένα από αυτά που συμφωνήθηκαν ήταν να καταθέσει ποσό Λ.Κ.155.000 έναντι των υποχρεώσεων σε διάφορους λογαριασμούς της Εναγόμενης 2 και Εναγόμενης
- Μέρος δε του συνολικού ποσού των Λ.Κ.155.000 και, συγκεκριμένα, ποσό Λ.Κ.20.439,55 κατατέθηκε στον επίδικο λογαριασμό όπου φαίνεται στην καταχώρηση ημερ. 19.11.04 του ΤΕΚΜΗΡΙΟΥ
- Αυτό έγινε κατόπιν συνεννόησης με τους πελάτες. Συγκεκριμένα συμφωνήθηκε να κατατεθεί ποσό Λ.Κ.155.000 έναντι των συνολικών υποχρεώσεων των Εναγομένης 1 και Εναγομένης
- Έγινε δε ουσιαστικά η εξόφληση των λογαριασμών της Εναγομένης 2 και κάποιων της Εναγομένης 1 και το υπόλοιπο ποσό κατατέθηκε έναντι του τρεχούμενου λογαριασμού και αυτό σε συνεννόηση με τους πελάτες. Ερωτηθείς πότε προέκυψε πρόβλημα του επίδικου λογαριασμού ανέφερε ότι προϋπήρχε ενόσω βρισκόταν στο Business Center και ότι είχαν γίνει διάφορες προσπάθειες. Στις 31.12.00 όταν ο λογαριασμός μεταφέρθηκε στο Business Center παρουσίαζε υπερβάσεις. Αρνήθηκε την υποβολή ότι η Τράπεζα επιβάρυνε την Εναγόμενη 1 με ποσό πολύ διογκωμένο από την όποια πραγματική οφειλή υπογραμμίζοντας ότι παρουσίασε τα ΤΕΚΜΗΡΙΑ 11, 12 ΚΑΙ 17 και ότι από αυτά φαίνεται αν υπάρχει υπερχρέωση ή διόγκωση του ποσού. Σ΄ άλλη υποβολή ανάφερε ότι με βάση το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 11 φαίνονται όλες οι δοσοληψίες από το 1991 και μετά και ότι με βάση τα ΤΕΚΜΗΡΙΑ 12 και 17 καταλήγουμε στο οφειλόμενο ποσό. Διαφώνησε ότι οι Εναγόμενοι 2, 3 και 4 τον ουσιώδη χρόνο που υπόγραφαν τα όποια έγγραφα είχαν πρόθεση να εγγυηθούν υποχρεώσεις της Εναγόμενης 1 μόνο σε σχέση με το αρχικό όριο και επανέλαβε ότι, όσον αφορά τα εγγυητήρια έγγραφα ΤΕΚΜΗΡΙΑ 4, 5 και 6, αυτά αναφέρονται σ΄ όλες τις υποχρεώσεις της Εναγόμενης 1, παρούσες και μελλοντικές χωρίς αναφορά στο ποσό. Ο Μ.Ε.1 ανέφερε ότι η Τράπεζα είναι ουσιαστικά από το 1991 που τηρεί στοιχεία σε ηλεκτρονικούς υπολογιστές. Πριν το 1991 τα στοιχεία τηρούνταν σε ηλεκτρονικούς υπολογιστές, όμως, δεν φυλάσσονταν σε μορφή ηλεκτρονική οι καταστάσεις λογαριασμών. Δεν γνωρίζει αν για την περίοδο από 1985 μέχρι 1991 υπάρχουν καταστάσεις λογαριασμού φυλαγμένες στο υποκατάστημα που λειτουργούσε ο επίδικος λογαριασμός. Από το 1985 μέχρι το 1998 οι πελάτες, όπως φαίνεται από το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 15 αποτείνονταν στην Τράπεζα και ζητούσαν πρόσθετες χορηγήσεις, υπέγραψαν νέα συμβόλαια το 1995 και νέες εγγυήσεις το 1995 και 1996 και παραχώρησαν υποθήκες το
- Στην υποβολή ότι μεταξύ άλλων παρανόμων και αυθαίρετων χρεώσεων της Εναγόμενης 1 η Τράπεζα χρέωσε τον επίδικο λογαριασμό με δόσεις για δάνειο ενοικιαγοράς και ότι αυτό περιέχεται στο ΤΕΚΜΗΡΙΟ 11 ο Μ.Ε.1 απάντησε ότι για να χρεωθεί ο λογαριασμός αυτό σημαίνει ότι υπήρχε γραπτή εντολή /οδηγίες από τους Εναγόμενους να αποκόπτονται από τον τρεχούμενο δόσεις για πληρωμή δανείου. Παρόμοια ήταν η θέση του, ότι δηλ. αυτό έγινε κατόπιν εντολών των πελατών, σε σχέση με χρεώσεις που έγιναν αναφορικά με ασφάλιστρα ζωής προς Eurolife όταν του υπεδείχθησαν συγκεκριμένες καταχωρήσεις στο ΤΕΚΜΗΡΙΟ 11(Β). Σ΄ ό,τι αφορά τις χρεώσεις τόκων ο Μ.Ε.1 ανέφερε ότι υπολογίζετο και χρεώνετο τόκος κάθε 3μηνία και μέχρι το 2000 δεν γινόταν κεφαλαιοποίηση. Στην υποβολή ότι οι όροι και οι συνέπειες των εγγράφων που οι Εναγόμενοι 2, 3,4 τον ουσιώδη χρόνο δεν επεξηγήθηκαν εκ μέρους της Τράπεζας και ότι ούτε δόθηκαν τα πρωτότυπα έγγραφα, ο Μ.Ε.1 ανέφερε ότι δεν ήταν παρών στο στάδιο της υπογραφής προσθέτοντας ότι οι Εναγόμενοι έχουν αποδεχτεί με την υπογραφή τους όλους τους όρους, ενώ, όσον αφορά την επίδοση των εγγράφων σ΄ αυτούς, επικαλέστηκε την πρακτική της Τράπεζας που ισχύει σε τέτοιες περιπτώσεις να δίδονται, δηλ. αντίγραφα. Maρτυρία Μιχάλη Χατζηκαλλή (Μ.Ε.2) Ο Μ.Ε.2 ο οποίος είναι στην υπηρεσία των Εναγόντων από το 1981 έχει διατελέσει Διευθυντής της Υπηρεσίας Recoveries Λευκωσίας από το 1995 μέχρι το Μάιο του
- Στην γραπτή του δήλωση (ΕΓΓΡΑΦΟ 2), η οποία υιοθετήθηκε ως μέρος της κύριας του εξέτασης, αναφέρονται, όπως μπορώ να συνοψίσω, τα εξής: ü Ο Μ.Ε.2 ήταν παρών σε τέσσερις συναντήσεις που έγιναν με τον Εναγόμενο 3 με σκοπό την εξεύρεση πλαισίου διευθέτησης των υποχρεώσεων του συγκροτήματος DEME DAIRY. Από πλευράς της Τράπεζας Κύπρου παρόντες στις διάφορες συναντήσεις, εκτός από τον Μ.Ε.2, ήταν η Γιάννος Γεωργίου, Δώρος Πολυδώρου, Αντώνης Τζιακούρης, Λειτουργοί της Υπηρεσίας Recoveries Λευκωσίας. Σε μία συνάντηση ήταν και ο Διευθυντής της Υπηρεσίας Recoveries Διοίκησης Φοίβος Στασόπουλος. Σε μία από τις συναντήσεις στις 14.11.05 δεν ήταν παρών ο Μ.Ε.2 αν και ενημερώθηκε εκ των υστέρων για το περιεχόμενο της συνάντησης. ü Η πρώτη συνάντηση χρονολογικά έγινε στις 25.7.02 μετά από παράκληση των πελατών. Ακολούθησαν άλλες τρεις συναντήσεις στις οποίες ο Μ.Ε.2 ήταν παρών. Αυτές έλαβαν χώρα στις 13.4.03, στις 9.3.04 και στις 22.6.
- ü Στην πρώτη συνάντηση στις 25.7.02 ο Εναγόμενος 3 έκανε σύντομη ενημέρωση για τις εργασίες των εταιρειών του και τα προβλήματα που αντιμετώπιζαν με αποτέλεσμα οι λογαριασμοί να καταλήξουν στην Υπηρεσία Recoveries. Στην εν λόγω συνάντηση συμφωνήθηκαν: § Να καταθέσει μέχρι τον 10/02 στις υποχρεώσεις της Τράπεζας Κύπρου Λ.Κ.60.000, του ΟΧΤΚ Λ.Κ.15.000 και της Factors Λ.Κ.25.
- § Ακύρωση προσωπικής ασφάλειας με αξία εξαγοράς Λ.Κ.8.
- § Προσπάθεια πώλησης διαμερίσματος στον Τρυπιώτη για Λ.Κ.35.000 στην αδελφή του Χαρά. Από τα πιο πάνω διενεργήθηκαν καταθέσεις προς την Factors συνολικού ποσού Λ.Κ.58.
- ü Στη δεύτερη συνάντηση, στις 13.4.03, εξηγήθηκε στον πελάτη ότι θα μπορούσε να συμφωνηθεί πλαίσιο διευθέτησης με αναστολή εκτέλεσης μέτρων νοουμένου ότι θα τηρηθεί το σχέδιο αποπληρωμής που θα συμφωνηθεί. Παράλληλα έγινε εισήγηση στον πελάτη για πώληση του εργοστασίου στα Λατσιά και αγοράς άλλου εργοστασίου με λιγότερα χρήματα. ü Στην τρίτη συνάντηση στις 9.3.04 ο Εναγόμενος 3 τους ανέφερε ότι το εργοστάσιο στα Λατσιά πωλήθηκε για Λ.Κ.1.100.000,00 και πήρε ως προκαταβολή Λ.Κ.10.
- Ζήτησε από την πώληση του εργοστασίου όπως ξοφληθούν όλες οι υποχρεώσεις που διατηρούν με άλλους οργανισμούς πλην των υποχρεώσεων προς την Τράπεζα Κύπρου. Πρότεινε επίσης: § Να του δοθεί νέο όριο σε τρεχούμενο Λ.Κ.150.
- § Δάνειο Λ.Κ.400.000 με ευνοϊκούς όρους. § Εγγραφή Α υποθήκης στο νέο του εργοστάσιο. § Εξόφληση της υποχρέωσης της DEME-PLASTOPACK LTD για Λ.Κ.100.000 με τη χορήγηση νέου δανείου. Η πιο πάνω πρότασή του απορρίφθηκε από την Τράπεζα. ü Ο Εναγόμενος 3 και ως Διευθυντής των Εναγομένων 1 και 2 απέστειλε επιστολή ημερ. 28.4.04 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 19) και ανέφερε ότι θα μπορούσε να καταβάλει μέχρι τις 15.6.04 ποσό Λ.Κ.400.000 προς πλήρη διευθέτηση των υποχρεώσεών του. Η πρόταση του απερρίφθη. ü Ο Εναγόμενος 3 με νέα επιστολή του στις 5.7.04 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 19) η οποία απευθυνόταν στον Μ.Ε.2 επανέλαβε στην ουσία την προηγούμενη πρότασή του. ü Στις 29.7.04 ο Εναγόμενος 3 απέστειλε στον Μ.Ε.2 άλλη επιστολή με την οποία πρότεινε την καταβολή συνολικού ποσού Λ.Κ.487.000, δηλαδή πρότεινε πληρωμή Λ.Κ.477.000 «συν Λ.Κ.10.000 για όλους τους πιθανούς τόκους μέχρι την τελική εξόφληση που θα γίνει στις 30.9.04 το αργότερο». Επιπλέον θα προσκόμιζε επιταγές για το ποσό που εκκρεμούσε στην Υπηρεσία Factors. Κατέθεσε ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 21 αντίγραφο φαξ που απεστάλη την 1.8.04 από το φαξ της Εναγόμενης 1 και το οποίο συνδέεται με την επιστολή ημερ. 29.7.
- Σύμφωνα με την επιστολή του θα κατέθετε Λ.Κ.163.000 (ποσό που προήλθε από την πώληση του εργοστασίου) μέχρι 31.8.04 και το υπόλοιπο εκ Λ.Κ.324.000 (χωρίς να λαμβάνει υπόψη την Factors) θα το κατέθετε μεταξύ 20 και 30.9.
- ü Από τα πιο πάνω οι Εναγόμενοι κατέθεσαν στις 19.11.04 συνολικό ποσό Λ.Κ.155.000 έναντι του συνόλου των υποχρεώσεων τους προς την Τράπεζα. Έναντι της παρούσας αγωγής κατατέθηκε στις 19.11.04 το ποσό των Λ.Κ.20.439,55 το οποίο φαίνεται τόσο στο ΤΕΚΜΗΡΙΟ 11Γ (κατάσταση λογαριασμού ημερ. 31.12.04) όσο και στη δεύτερη σελίδα του ΤΕΚΜΗΡΙΟΥ
- ü Το ποσό των Λ.Κ.155.000 έχει κατατεθεί στους πιο κάτω λογαριασμούς: i. Κατάθεση ημερ. 19.11.04 στο λογαριασμό υπ΄αρ. 0184-22-003114 της εταιρείας Plastopack Ltd o oποίος εξοφλήθηκε. Κατατέθηκε ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 22Α έντυπο κατάθεσης ημερ. 19.11.04 και ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 22Β αντίγραφα κατάστασης λογαριασμού ημερ. 30.11.04 στην οποία φαίνεται η εν λόγω πληρωμή. ii. Kaτάσταση λογαριασμού υπ΄αρ. 0184-22-066884 για Λ.Κ.3.658,29 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 23). iii. Kaτάσταση λογαριασμού υπ΄αρ. 0184-22-066817 για Λ.Κ.3.451,99 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 24). iv. Kaτάσταση λογαριασμού υπ΄αρ. 0184-22-055858 για Λ.Κ.3.722,69 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 25). v. Kaτάσταση λογαριασμού υπ΄αρ. 0184-22-050953 για Λ.Κ.3.869,08 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 26). vi. Kaτάσταση λογαριασμού υπ΄αρ. 0184-22-047936 για Λ.Κ.4.111,91 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 27). vii. Kaτάσταση λογαριασμού υπ΄αρ. 0184-22-041830 για Λ.Κ.8.518,40 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 28). viii. Kaτάσταση λογαριασμού υπ΄αρ. 0184-22-000549 για Λ.Κ.20.439,55 έναντι της παρούσας αγωγής (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 29). ü Τον Οκτώβριο του 2005 ο τότε δικηγόρος του πελάτη κ. Δημητριάδης ζήτησε συνάντηση με σκοπό την εξεύρεση τρόπου εξώδικου συμβιβασμού. Η συνάντηση αυτή πραγματοποιήθηκε στις 14.10.05 στην οποία συμμετείχαν άλλοι λειτουργοί της Υπηρεσίας, ενώ ο Μ.Ε.2 δεν ήταν παρών. Από ενημέρωσης που έτυχε και από τα πρακτικά της συνάντησης ο πελάτης, μεταξύ άλλων, ζήτησε χρόνο μέχρι το Μάιο του 2006 για να προχωρήσει με την πώληση της οικίας του γύρω στις Λ.Κ.950.000 για να τακτοποιήσει τις υποχρεώσεις του. Του ζητήθηκε να αποδεχτεί έκδοση δικαστικών αποφάσεων ως οι απαιτήσεις της Τράπεζας με αναστολή εκτέλεσής τους. Με βάση τα πιο πάνω εγκρίθηκε πλαίσιο διευθέτησης και δόθηκε στους πελάτες σχετική βεβαίωση ημερ. 14.12.
- Το πλαίσιο διευθέτησης προνοούσε: · Την άμεση έκδοση δικαστικών αποφάσεων ως οι απαιτήσεις της Τράπεζας για τις αγωγές 6394/05 και 6395/
- · Καταβολή ποσού Λ.Κ.395.000 μέχρι 13.12.
- · Σε περίπτωση μη καταβολής του πιο πάνω ποσού μέχρι 31.12.05 θα δινόταν παράταση μέχρι 31.12.06 νοουμένου ότι θα καταβάλλονταν τόκοι προς 9% ετησίως. Νοουμένου ότι τηρείτο το πιο πάνω πλαίσιο οι λογαριασμοί που αναφέρονται στη βεβαίωση ημερ. 14.12.05 θα θεωρούντο πλήρως εξοφληθέντες. Σε περίπτωση μη τήρησης του πλαισίου η Τράπεζα δεν θα δεσμευόταν με το περιεχόμενο της επιστολής. Δεν έγινε οτιδήποτε από πλευράς πελατών αναφορικά με το πιο πάνω πλαίσιο διευθέτησης το οποίο ως εκ τούτου έπαυσε να έχει οποιαδήποτε ισχύ. ü Μετά το 2006 έγιναν άλλες δύο συναντήσεις με λειτουργούς της Υπηρεσίας Ελέγχου Χρηματοδοτήσεων και της Υπηρεσίας Recoveries, η μία στις 30.5.06 και η άλλη στις 29.5.07 στις οποίες ο Εναγόμενος 3 ανέφερε τη δυσκολία του για εξόφληση των υποχρεώσεων του και ότι αν η Τράπεζα δεν αποδεχόταν την διευθέτηση των σχετικών υποχρεώσεων με την καταβολή μέγιστου ποσού Λ.Κ.300.000 που θα προέρχετο από την πώληση της οικίας του, θα προχωρούσε με την καταχώρηση υπερασπίσεων. Σύμφωνα με τον Μ.Ε.2 η εντύπωση που αποκόμισε κατά τις διάφορες συναντήσεις του με τον Εναγόμενο 3 ήταν ότι επρόκειτο για ένα έξυπνο και μορφωμένο άτομο που γνώριζε πολύ καλά το αντικείμενο και τα οικονομικά της επιχείρησης του και ήταν αυτός που διαχειρίζετο και ετοίμαζε όλα τα πλάνα της επιχείρησης του. Στις τέσσερις συναντήσεις που ο Μ.Ε.2 ήταν παρών ο Εναγόμενος 3 δεν αμφισβήτησε το ύψος του οφειλόμενου ποσού παρά μόνο προσπαθούσε και υπέβαλλε πλαίσια διευθέτησης με βάση τα οικονομικά δεδομένα για να μετατρέψει την επιχείρησή του σε βιώσιμη επιχείρηση. Η εμπλοκή του Μ.Ε.2 ήταν αυτή που είχε σχέση με τις προσπάθειες διευθέτησης των υποχρεώσεων των Εναγομένων και ο μάρτυρας τηρείτο ενήμερος για οποιεσδήποτε συναντήσεις γίνονταν και οποιεσδήποτε προτάσεις διευθέτησης έπρεπε να περάσουν από τον ίδιο πριν πάνε στη διοίκηση. Υπό αυτές τις συνθήκες γνώριζε πλήρως την όλη έκβαση της υπόθεσης. Διευκρίνισε ότι ο Εναγόμενος 3 είχε την ιδιότητα του εγγυητή και αντιπροσώπου των δύο εταιρειών στις διάφορες συναντήσεις που έγιναν. Δεν ήταν ο ίδιος πρωτοφειλέτης έναντι των Εναγόντων. Τα χρέη αφορούσαν τις εταιρείες και στις διάφορες συναντήσεις το κύριο μέλημα του Εναγόμενου 3 ήταν να διευθετηθούν τα χρέη που αφορούσαν και τον ίδιο ως εγγυητή με απώτερο σκοπό να απαλλαγούν όλοι τόσο ο ίδιος προσωπικά όσο και οι εγγυητές. Οι διαπραγματεύσεις για σκοπούς εξόφλησης γίνονταν πάντοτε με τον Εναγόμενο
- Διευκρίνισε ότι η πρώτη συνάντηση έγινε το 2002 αμέσως μετά την μεταφορά των υποχρεώσεων της Εναγομένης 1 στην Υπηρεσία Recoveries. Ως Τμήμα Recoveries αναλαμβάνουν χειρισμό όταν τερματιστούν οι λογαριασμοί και ληφθεί απόφαση για έγερση αγωγής και μεταφερθούν τα υπόλοιπα κοντά τους. Σε άλλο σημείο της αντεξέτασής του ανέφερε ότι στις συναντήσεις που είχε ουδέποτε τέθηκε από τους Εναγόμενους οποιοδήποτε θέμα αναφορικά με το ύψος του ποσού, την εγκυρότητα των εγγυήσεων, το κατά πόσο έγινε νομότυπα ο τερματισμός της Συμφωνίας ή για καθυστερήσεις στη λήψη μέτρων. Από την πρώτη μέρα γίνονταν διαπραγματεύσεις με τον Εναγόμενο 3 χωρίς καμία καθυστέρηση. Διευκρίνισε ότι στις επιστολές και συναντήσεις που γίνονταν ο Εναγόμενος 3 δεν ερχόταν με προτάσεις για πλήρη διευθέτηση αλλά με προσφορά κάποιου ποσού στη βάση των οικονομικών του δεδομένων. Σκοπός του ήταν να πληρωθεί ένα συγκεκριμένο ποσό. Σε κάποιες επιστολές ανέφερε ότι ο τόκος ήταν ψηλός αλλά το προτεινόμενο ποσό είχε τεθεί από τον ίδιο στη βάση άλλων κριτηρίων, δηλ. στη βάση του τι ποσό θα μπορούσε να πληρώσει η Εταιρεία για να μπορεί να αντεπεξέλθει. Στην υποβολή ότι τους είχε θέσει ξεκάθαρα θέμα υπερχρεώσεων στις συναντήσεις τους που δεν δικαιούνταν, ο Μ.Ε.2 ανέφερε ότι ουδέποτε τέθηκε τέτοιο θέμα στις συζητήσεις ή γραπτώς προσθέτοντας ότι μπορεί να ένιωθε ότι το επιτόκιο ήταν ψηλό. Επεσήμανε ότι τουλάχιστο στις συναντήσεις που είχε μαζί του ουδέποτε ο Εναγόμενος 3 ζήτησε διευκρινίσεις. Αρνήθηκε την υποβολή ότι σε κάποιες συναντήσεις ο Εναγόμενος 3 είχε θέσει θέμα ότι αναγκάστηκαν να πάρουν δάνεια από τον Οργανισμό Χρηματοδότησης και Factors με υψηλότερο επιτόκιο, διερωτούμενος γιατί να αναγκαστεί να το πράξει και προσθέτοντας ότι ουδέποτε είχε τεθεί τέτοιο θέμα. Σε άλλες ερωτήσεις και υποβολές τόνισε ότι ουδέποτε ο Εναγόμενος 3 ισχυρίστηκε ότι το επιτόκιο ήταν παράνομο και, περαιτέρω, ανέφερε ότι ουδέποτε τέθηκε θέμα αμφισβήτησης των χρεώσεων του τόκου ή εξόδων πέραν των επιτρεπομένων. ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗΣ Μαρτυρία Μαρίας Γιαννακού (Μ.Υ.1) Η Μ.Υ.1 διετέλεσε υπάλληλος της Εναγόμενης 1 από το 1970 μέχρι τον Νοέμβριο του 2001 και ήταν υπεύθυνη λογιστηρίου σε όλη τη διάρκεια της υπηρεσίας της. Η συνεργασία της Εναγόμενης 1 με τους Ενάγοντες ξεκίνησε πριν το
- Λόγω της εισβολής και του ότι η περιουσία των μετόχων της ήταν στην κατεχόμενη Αμμόχωστο η Εταιρεία βρέθηκε σε πολύ δύσκολη οικονομική κατάσταση και είχε μεγάλη ανάγκη τη χρηματοδότηση από την Τράπεζα. Από τότε μέχρι τον τερματισμό της απασχόλησής της η Εταιρεία ήταν πελάτες της Τράπεζας Κύπρου. Είχαν όριο τρεχουμένου το οποίο σταδιακά αυξάνετο και άρχισαν και τους έγιναν δάνεια από τον Οργανισμό Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ και την Τράπεζα Κύπρου Φάκτορς, τα οποία ήταν απαραίτητα για να συνεχίσει να λειτουργεί η Εταιρεία τον Χειμώνα που δεν είχαν πωλήσεις παγωτών. Από την αρχή της συνεργασίας τους η Τράπεζα τους έκανε τις ακόλουθες χρεώσεις: § Ανατοκισμό κάθε τέλος Ιουνίου και τέλος Δεκεμβρίου. § Τόκους που υπολογίζονταν χρησιμοποιώντας 360 μέρες το χρόνο αντί
- § Έξοδα μελέτης κάθε χρόνο τα οποία στο τέλος ανέρχονταν σε Λ.Κ.3.000 το χρόνο περίπου. Η Μ.Υ.1 αναγνώρισε από την δέσμη εγγράφων που αποτελούν το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 15 τα έγγραφα που αφορούν τα πρακτικά της συνεδρίας του Διοικητικού Συμβουλίου της Εναγόμενης 1 τα οποία υπέγραψε μαζί με τον Εναγόμενο 3, ορισμένα εκ των οποίων υπέγραψε και η Εναγόμενη
- Όλα τα πιο πάνω πρακτικά δεν δακτυλογραφούνταν από την Εταιρεία αλλά από την Τράπεζα Κύπρου, κάποτε πάνω στα επιστολόχαρτα της Εταιρείας και κάποτε σε λευκές σελίδες στις οποίες υπήρχε το τυπωμένο κείμενο από την Τράπεζα χωρίς επιστολόχαρτο της Εταιρείας το οποίο τους έφερνε ο Εναγόμενος 3 να υπογράψουν. Όσον αφορά την εκτυπωμένη σφραγίδα που δείχνει την ημερομηνία πάνω στα πρακτικά ημερομηνιών 10.11.94, 8.5.98, 6.6.95 και 7.3.96 αυτή δεν προέρχεται από την Εταιρεία αλλά από την Τράπεζα Κύπρου. Όσον αφορά τις αναφερόμενες συνεδρίες αυτές δεν λάμβαναν χώρα, απλώς, υπέγραφαν τα πρακτικά τα οποία έδινε κατά καιρούς ο Εναγόμενος 3 στην Τράπεζα η οποία του τα ζητούσε όπως της έλεγε ο Εναγόμενος
- Στο ΤΕΚΜΗΡΙΟ 15 που αφορά το πρακτικό συνεδρίας ημερ. 16.2.96 η Μ.Υ.1 ανέφερε ότι αφορά δάνειο ενοικιαγοράς που χορηγήθηκε από τον Οργανισμό Χρηματοδότησης Τράπεζας Κύπρου (O.X.T.K.) και ότι σε αυτά τα δάνεια ενοικιαγοράς χρεώνετο τόκος 9% επί του αρχικού υπολοίπου που ισοδυναμεί με τόκο 18%. Όπως ανέφερε, τέτοια δάνεια δίδονταν πάντοτε και η Εταιρεία ήταν αναγκασμένη να τα δέχεται, διαφορετικά δεν θα μπορούσε να επιβιώσει. Το ίδιο ισχύει, όπως η Μ.Υ.1 ανέφερε, σε σχέση με τα δάνεια του Ο.Χ.Τ.Κ. που αναφέρονται στην τελευταία σελίδα του ΤΕΚΜΗΡΙΟΥ 19 που αφορά βεβαίωση της Τράπεζας Κύπρου ημερ. 14.12.
- Η Εναγόμενη 1 αναγκαζόταν να ανέχεται αυτές τις παράνομες χρεώσεις διότι όλες οι Τράπεζες εφάρμοζαν τις ίδιες αρχές και δεν είχαν εναλλακτική λύση. Ο Εναγόμενος 3 συχνά εκφραζόταν με πολλή δυσαρέσκεια εναντίον της Τράπεζας για τους υπερβολικούς τόκους που χρέωνε, τις παράνομες χρεώσεις διαφόρων ποσών, όπως τα έξοδα μελέτης και κατά καιρούς εκδήλωνε αυτή του τη δυσαρέσκεια σε άτομα της Τράπεζας. Παρέπεμψε, συναφώς, στις επιστολές ημερ. 28.4.04 και 5.7.04 του ΤΕΚΜΗΡΙΟΥ
- Σχετικά με το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 11 η Μ.Υ.1 ανέφερε ότι έλεγξε ένα προς ένα σχετικά με τις πράξεις που βρίσκονται κάτω από την επικεφαλίδα «Other Debits» και βρήκε τα ακόλουθα αποτελέσματα για τα συνολικά ποσά που φαίνονται χρεωμένα στον τρεχούμενο της Εναγόμενης 1 για την περίοδο 1.8.91 μέχρι το Μάρτιο του 2002: û Γενικές Ασφάλειες Κύπρου: Λ.Κ.1.563,
- û Eurolife: Λ.Κ.8.190,
- û Oργανισμός Χρηματοδότησης Τραπέζης Κύπρου: Λ.Κ.134.308,
- û Χρεώσεις με την περιγραφή Χρεωστική Σημείωση ή Μεταφορά ή Transfer: Λ.Κ.2.463.511,
- û Βιβλιάρια επιταγών: Λ.Κ.1.
- û Χρεώσεις επιστραφέντων επιταγών: Λ.Κ.19,
- Κατά τη διάρκεια του ελέγχου πρόσεξε ότι οι εγγραφές για τον Απρίλιο του 1995 ήταν σχεδόν όλες γραμμένες δύο φορές. Ουδέποτε της στάληκε τέτοια κατάσταση και η κατάσταση λογαριασμού για τον Απρίλιο του 1995 δεν της εστάλη στη μορφή που παρουσιάζεται στο ΤΕΚΜΗΡΙΟ 11Α. Λάμβαναν από την Τράπεζα στη διεύθυνση της Εναγόμενης 1 καταστάσεις λογαριασμού για όλη την περίοδο της συνεργασίας της με την Τράπεζα τις οποίες η Μ.Υ.1 ως υπεύθυνη του λογιστηρίου έλεγχε. Αντεξεταζόμενη η Μ.Υ.1 ανέφερε ότι κάθε μήνα έπαιρναν καταστάσεις λογαριασμού από την Τράπεζα και έλεγχε τις πράξεις. Από το 1970 που πήγε στην Εταιρεία μέχρι το Νοέμβριο του 2001 που έφυγε γινόταν αυτός ο έλεγχος ανελλιπώς. Δεν γνωρίζει αν οι καταστάσεις λογαριασμού του ΤΕΚΜΗΡΙΟΥ 11 είναι οι ίδιες με αυτές τις καταστάσεις που έπαιρνε. Τότε που έκανε τον έλεγχο γνώριζε για τις διάφορες χρεώσεις - debits και είχε και τις αντίστοιχες αποδείξεις. Αν υπήρχε πρόβλημα το ξεκαθάριζε με την Τράπεζα. Δεν αμφισβήτησε ποτέ πληρωμές που έγιναν και καταγράφονται στις καταστάσεις λογαριασμού. Τότε που ήλεγξε τις πράξεις που αναφέρονται ως debits ήταν ορθές. Δέχτηκε ότι όλοι οι έλεγχοι που έκαμνε εκείνο τον καιρό που η Τράπεζα τους έστελλε καταστάσεις λογαριασμού μαζί με τα δικά τους στοιχεία (επιταγές και τραπεζικές εντολές) από το 1971 - 2001 ήταν ορθά. Οι καταστάσεις λαμβάνονταν στη διεύθυνση της Εναγόμενης 1 που αναφέρεται στο ΤΕΚΜΗΡΙΟ 11 δηλ. Τ.Κ. 3552 Λευκωσία. Όσον αφορά τις χρεώσεις που αναφέρονται στην παρα.8 της Δήλωσης της (ΕΓΓΡΑΦΟ 3) γνώριζε γι΄ αυτό το γεγονός πριν να το δει στα Τεκμήρια γιατί το συζητούσε με τον Εναγόμενο
- Η συνεργασία, όμως, με την Τράπεζα συνέχισε παρά το ότι ο Εναγόμενος έκαμνε παράπονο προς την Τράπεζα. Πρόσθεσε ότι, αν και γνώριζαν για τις χρεώσεις, δεν μπορούσαν να κάνουν διαφορετικά γιατί και σε διαφορετική Τράπεζα να πήγαιναν το ίδιο θα ίσχυε. Παρέμειναν στην Τράπεζα Κύπρου. Είχαν ανάγκη τα δάνεια. Όσον αφορά τις εγγραφές για τον Απρίλιο του ΄95 που στο ΤΕΚΜΗΡΙΟ 11 Α φαίνονται γραμμένες δύο φορές, τόνισε ότι ουδέποτε είδε τέτοιες καταστάσεις στη μορφή που παρουσιάζεται στο εν λόγω Τεκμήριο. Ερωτηθείσα κατά πόσο με αυτό το λάθος προκύπτει διαφορά στο χρεωστικό υπόλοιπο του Απριλίου απάντησε αρνητικά. Ερωτηθείσα κατά πόσο έχει οποιαδήποτε στοιχεία ότι το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 11 δεν είναι οι καταστάσεις λογαριασμού που έλεγχε τότε, απάντησε αρνητικά. Μαρτυρία Εναγόμενης 4 (Μ.Υ.2) Η Μ.Υ.2 είναι η σύζυγος του Εναγόμενου
- Κατάγεται από τη Γερμανία και ομιλεί αγγλικά ενώ τα ελληνικά της δεν είναι τόσο καλά. Για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα ήταν Διευθύντρια των Εναγομένων 1 και 2 χωρίς, όμως, να έχει ενεργό συμμετοχή στη λειτουργία τους εφόσον η κύρια της ενασχόληση ήταν στο Ινστιτούτου Goethe όπου είναι Διευθύντρια του Τμήματος γλωσσών. Σε διάφορα στάδια στο παρελθόν της ζητήθηκε από το σύζυγο της να υπογράψει έγγραφα υπό την ιδιότητα του διευθύνοντα συμβούλου όπως πρακτικά συνεδριών του Διοικητικού Συμβουλίου των Εταιρειών όπως είναι κάποια από τα έγγραφα του ΤΕΚΜΗΡΙΟΥ
- Δεν έχει επαγγελματικό υπόβαθρο ("business background") και δεν αντιλαμβάνεται αρκετά από τέτοια ζητήματα. Αρκετά χρόνια προηγουμένως όταν πήγαν στην Τράπεζα Κύπρου οι υπάλληλοι της Τράπεζας απλώς της υπέδειξαν πού θα έπρεπε να υπογράψει τα έγγραφα και στη συνέχεια τους λέχθηκε ότι δεν είχαν οτιδήποτε άλλο να κάνουν. Δεν της δόθηκε ποτέ από την Τράπεζα το πρωτότυπο ή έστω το αντίγραφο των εγγράφων που υπέγραψε. Πρόσφατα κοίταξε τα ΤΕΚΜΗΡΙΑ 5 Και 6 που υπέγραψε στην Τράπεζα και δηλώνει ότι ουδέποτε είχε την πρόθεση να εγγυηθεί την Εταιρεία για μελλοντικές υποχρεώσεις ως, επίσης, ουδέποτε είχε την πρόθεση να την εγγυηθεί για απεριόριστο ποσό. Ήταν με την εντύπωση ότι η εγγύηση ήταν για οφειλόμενο κατά το χρόνο της εγγύησης χρέος της Εταιρείας. Μόλις πρόσφατα ενημερώθηκε από το σύζυγο της για τις λεπτομέρειες της απαίτησης και έχοντας συνειδητοποιήσει πόσο μεγάλο είναι το ποσό ισχυρίζεται ότι θα ανέμενε από υπάλληλο της Τράπεζας να της είχε εξηγήσει τους ουσιώδεις όρους των εγγράφων. Περαιτέρω δεν αντιλαμβάνεται γιατί της ζητήθηκε να υπογράψει δύο έγγραφα (ΤΕΚΜΗΡΙΑ 5 και 6) αντί ένα εφόσον αυτά φαίνονται πανομοιότυπα. Aντεξεταζόμενη η Μ.Υ.2 ανέφερε ότι δεν ήξερε τι ήταν οι δύο εγγυήσεις ΤΕΚΜΗΡΙΑ 5 και 6 που υπέγραψε. Συγκεκριμένα δεν γνώριζε το εύρος τους και νόμισε ότι επρόκειτο για συνηθισμένη εγγύηση όπως την αντιλαμβάνεται. Νόμιζε ότι ήταν μία συνηθισμένη εγγύηση για ένα απλό δάνειο. Δεν γνώριζε ποια ήταν η οφειλή της Εταιρείας την ημέρα που υπέγραψε τα εν λόγω Τεκμήρια. Δεν της εξηγήθηκε όταν τα υπέγραψε ότι επρόκειτο για μελλοντικές υποχρεώσεις. Τα υπέγραψε γιατί της το είχε ζητήσει ο σύζυγος της για να βοηθήσει την Εναγόμενη Εταιρεία. Δεν γνώριζε το είδος των εγγυήσεων αυτών. Θεώρησε ότι η Εταιρεία ήταν υπεύθυνη και ότι τα έγγραφα δεν είχαν να κάνουν μαζί της προσωπικά και η υπογραφή της ήταν, απλώς, μία τυπικότητα εφόσον ήταν στο Διοικητικό Συμβούλιο της Εταιρείας. Η ίδια δεν έχει αναμειχθεί καθόλου με τα οικονομικά της Εταιρείας. Δεν έχει οποιοδήποτε υπόβαθρο στις επιχειρήσεις και ο λόγος που υπέγραψε όταν της υποδείχθηκε σε έγγραφα του ΤΕΚΜΗΡΙΟΥ 15 ήταν γιατί της το ζήτησε ο σύζυγος της. Δέχτηκε ότι ενσυνείδητα υπέγραψε τα σχετικά πρακτικά ως, επίσης, και τις εγγυήσεις ως εγγυήτρια προσθέτοντας ότι αυτό έγινε χωρίς η ίδια να έχει "business background". Η ίδια είναι απόφοιτος πανεπιστημίου, δεν έχει, όμως, αποφοιτήσει σε οικονομικό κλάδο. Δέχτηκε την υποβολή ότι ουδέποτε ζήτησε από την Τράπεζα αντίγραφα των εγγράφων που υπέγραψε προσθέτοντας ότι δεν ήταν στην αρμοδιότητά της και δεν δούλευε στην Εταιρεία ως διευθύντρια. Σε άλλο σημείο της αντεξέτασης της ανέφερε ότι ποτέ δεν δούλεψε στην Εταιρεία, ούτε στη διεύθυνση, ούτε στο οικονομικό τμήμα. Ανέφερε, επίσης, ότι δεν της εξηγήθηκε όταν υπέγραψε τις εγγυήσεις ότι επρόκειτο για μελλοντικές υποχρεώσεις της Εναγόμενης
- Ερωτηθείσα κατά πόσο νόμιζε ότι επρόκειτο για παρούσες υποχρεώσεις, απάντησε ότι θεώρησε ότι ήταν για ένα συγκεκριμένο δάνειο (limited loan). Δεν είχε ιδέα για τους όρους της εγγύησης, ποτέ δεν τους διάβασε, δεν μπορούσε να καταλάβει ελληνικά και ούτε της εξηγήθηκαν τα κύρια σημεία. Τόνισε ότι δεν έχει ιδέα πώς προέκυψε το ποσό που απαιτείται στην παρούσα αγωγή προσθέτοντας ότι το αμφισβητεί. Μαρτυρία Εναγόμενου 3 (Μ.Υ.3) Ο Μ.Υ.3 είναι ο Εναγόμενος 3 και σύζυγος της Εναγομένης
- Υπήρξε Διευθυντής της Εναγομένης 1 μέχρι τη διάλυσή της τον Οκτώβριο του
- Είναι, επίσης, Διευθυντής και μέτοχος της Εναγόμενης
- Στην Εναγόμενη 1 ήταν, επίσης, Διευθυντής για κάποιο χρονικό διάστημα και η σύζυγος του. Ενώπιον του Δικαστηρίου ο Μ.Υ.3 υιοθέτησε ως μέρος της κύριας εξέτασης σου γραπτή δήλωση (ΕΓΓΡΑΦΟ 5). Σε αυτή αναφέρονται, όπως μπορώ να συνοψίσω, τα εξής: £ Η συνεργασία της Εναγόμενης 1 με τους Ενάγοντες άρχισε το 1977 όταν άνοιξαν τρεχούμενο λογαριασμό μαζί με τους Ενάγοντες με όριο Λ.Κ.1.
- Άνοιγαν πιστώσεις για τις εισαγωγές που έκαμνε η Εταιρεία, σταδιακά το όριο αυξήθηκε και οι Ενάγοντες άρχισαν και τους έδιναν δάνεια από τον Οργανισμό Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ και την Τράπεζα Κύπρου Φάκτορς τα οποία ήταν απαραίτητα για να συνεχίσει να λειτουργεί η Εταιρεία. £ Η Ενάγουσα Τράπεζα δεν παρουσίασε μαρτυρία για τον επίδικο λογαριασμό από την αρχή του ανοίγματος του, για το αρχικό όριο του τρεχούμενου λογαριασμού, τις κατά καιρούς αυξήσεις του ορίου, την κίνηση του λογαριασμού από την αρχή του ανοίγματος του με όλες τις χρεώσεις και πιστώσεις των ποσών, ούτε παρουσίασε στοιχεία με βάση τα οποία να φαίνεται ο τόκος που επιβαρύνθηκε ο λογαριασμός από την αρχή του ανοίγματος του, το ύψος του τόκου, από ποια ημερομηνία και επί ποίου ποσού υπολογίστηκε, ώστε να μπορεί να δικαιολογηθεί το ποσό που απαιτείται. £ Σε σχέση με τα ΤΕΚΜΗΡΙΑ 11 Α, Β και Γ διαπιστώνεται ότι κάτω από την επικεφαλίδα "other debits" μόνο μικρή μειοψηφία των πράξεων συγκεκριμενοποιείται στο τι αφορούν οι αναφερόμενες χρεώσεις και υπάρχουν πολλές χρεώσεις με την αόριστη περιγραφή «χρεωστική σημείωση» ή «μεταφορά» ή "transfer" για το συνολικό ποσό των Λ.Κ.2.453.505,90 χωρίς να συγκεκριμενοποιείται τι αφορά η χρέωση. £ Εάν η Τράπεζα παρουσίαζε όλες τις καταστάσεις λογαριασμού με πλήρεις εξηγήσεις για όλα τα ποσά και για όλα τα χρόνια θα μπορούσε να γίνει λεπτομερής έλεγχος προς διαπίστωση της ορθότητας των ποσών που απαιτούνται από την Τράπεζα, των χρεώσεων που έκανε και τι αφορούσαν αυτές ως, επίσης, και το ύψος του τόκου που χρέωσε. £ Όσον αφορά τα πρακτικά της συνεδρίας του Διοικητικού Συμβουλίου της Εναγομένης 1 που αποτελούν το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 15 αυτά δεν δακτυλογραφούνταν από την Εταιρεία αλλά από την Τράπεζα. Όσον αφορά δε τις αναφερόμενες στα πρακτικά συνεδρίες αυτές αναφέρονται τυπικά ότι έγιναν ενώ δεν γίνονταν. £ Τον ουσιώδη χρόνο που υπέγραψε με την Εναγόμενη 4 και τη μητέρα του (όταν ζούσε) τα έγγραφα ως εγγυητές της Εναγομένης 1 οι κοπέλες στο υποκατάστημα στη Λεωφ. Μακαρίου είχαν ετοιμάσει τα έγγραφα και τους υπέδειξαν πού έπρεπε να υπογράψουν. Τόσο ο ίδιος όσο και η μητέρα του δεν ασχολήθηκαν ποτέ με τις λεπτομέρειες των Συμφωνιών και το θέμα της υπογραφής ήταν τυπικό. Η πρόθεση του ήταν να εγγυηθεί το τότε υφιστάμενο χρέος της Εταιρείας και όχι τις όποιες μελλοντικές υποχρεώσεις της. Η Τράπεζα δεν τους έδωσε το πρωτότυπο ή έστω αντίγραφο των εγγράφων που υπέγραψαν, ούτε μεταγενέστερα τους τα έδωσαν και ούτε τους κοινοποίησαν τους όρους του εγγράφου εγγυήσεως. £ Από την αρχή της συνεργασίας τους η Τράπεζα έκανε τις ακόλουθες χρεώσεις: - Στο ΤΕΚΜΗΡΙΟ 2, παρα.2(α) αναφέρεται ότι γίνεται ανατοκισμός κάθε 30 Ιουνίου και 31 Δεκεμβρίου. Αυτός ο ανατοκισμός είναι κατά παράβαση του περί Τόκου Νόμου του 1977 και αυτή η πρακτική εφαρμόζετο από τους Ενάγοντες σε όλη τη διάρκεια της συνεργασίας τους. - Σε όλη τη διάρκεια της συνεργασίας τους ο τόκος υπολογίζετο χρησιμοποιώντας παράνομα 360 μέρες για το χρόνο ενώ οι Ενάγοντες έπρεπε να χρησιμοποιούν
- Και αυτό αναφέρεται στην παρα.2 του ΤΕΚΜΗΡΙΟΥ
- - Έξοδα μελέτης κάθε χρόνο τα οποία ανέρχοντο σε Λ.Κ.3.000 το χρόνο περίπου. Οι παράνομες χρεώσεις των Εναγόντων άρχισαν από το 1977 και συνεχίστηκαν μέχρι τη ψήφιση του περί Φιλελευθεροποίησης του Επιτοκίου Νόμου του 1999 που τέθηκε σε ισχύ την 1.1.
- £ Η Εναγόμενη 1 αναγκαζόταν να ανέχεται αυτές τις παράνομες χρεώσεις διότι όλες οι Τράπεζες εφάρμοζαν τις ίδιες αρχές και δεν είχαν εναλλακτική λύση. Πολύ συχνά ο Εναγόμενος 3 εξέφραζε την έντονη του δυσαρέσκεια έναντι της Ενάγουσας Τράπεζας γι΄ αυτά τα θέματα και σχετικές είναι οι επιστολές ημερ. 28.4.04 και 5.7.04 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 19). Η προσπάθεια του Μ.Υ.3 ήταν να συνεχίσει τη λειτουργία του εργοστασίου του και γνώριζε κατά τις διαπραγματεύσεις με τον Μ.Ε.2 ότι τα υπόλοιπα που απαιτούσαν οι Ενάγοντες ήταν αποτέλεσμα παράνομων χρεώσεων. Ο λόγος που τον ανάγκαζε να συνεχίζει τη συνεργασία του με τους Ενάγοντες όταν λάμβανε τις καταστάσεις λογαριασμών, παρόλο που δεν δεχόταν τις παράνομες χρεώσεις, ήταν επειδή δεν είχε άλλη καλύτερη επιλογή. Όσον αφορά τις διαπραγματεύσεις του με τον Μ.Ε.2 αυτές ήταν χωρίς δέσμευση και στις επιστολές που φέρουν την υπογραφή του και στάληκαν εκ μέρους της Εναγόμενης 1 πουθενά δεν φαίνεται προσωπική του δέσμευση ή αποδοχή χρέους. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Μέσα στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με προσοχή όλους τους μάρτυρες ενώ κατέθεταν ενόρκως ενώπιον μου. Αξιολόγησα τη μαρτυρία τους με βάση το περιεχόμενο, ποιότητα και σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία και καθοδηγούμενη από σειρά παραγόντων που είναι αδύνατο να καταγραφούν εξαντλητικά. Τέτοιοι παράγοντες είναι, μεταξύ άλλων, η σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων των μαρτύρων και η ύπαρξη σ' αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών αντιφάσεων, η λογικοφάνεια και αληθοφάνεια της εκδοχής τους, η ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης στην υπόθεση, οι ευκαιρίες που είχαν να αντιληφθούν τα διαδραματισθέντα, η μνήμη τους και οι λόγοι που είχαν να ενθυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία καταθέτουν, η πηγή των γνώσεων τους στο βαθμό που αυτές αφορούσαν τα επίδικα γεγονότα κ.τ.λ.[1]. Η εξωτερική εντύπωση που προκαλεί ο μάρτυρας στο Δικαστήριο δεν είναι αρκετή από μόνη της να οδηγήσει στην αποδοχή ή απόρριψη των θέσεων του. Είναι η αξιολόγηση από απόψεως περιεχομένου των όσων κατατίθενται και ο συσχετισμός τους με τα υπόλοιπα στοιχεία της μαρτυρίας που επαυξάνει το κύρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου.[2] Προτού προχωρήσω να αξιολογώ τη μαρτυρία του κάθε μάρτυρα που κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου, θέλω να τονίζω ότι η αξιολόγηση μου δεν έχει περιοριστεί μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του καθενός μάρτυρα ξεχωριστά, αλλά την έχω συσχετίσει, αντιπαραβάλει και διερευνήσει με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, δηλαδή υποβάλλοντας την στη βάσανο της συνεκτίμησης στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας, με βάση την προσέγγιση που η νομολογία μας επιτάσσει στο θέμα αυτό.[3] Έχοντας κατά νου τις πιο πάνω αρχές αξιολόγησης παρακολούθησα με κάθε προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν στην πορεία παράθεσης των ισχυρισμών τους ενώπιον του Δικαστηρίου. Για τους λόγους που λεπτομερέστερα θα καταγραφούν στην πορεία της απόφασης, το Δικαστήριο δεν διατηρεί οποιαδήποτε αμφιβολία ότι αυτά που οι μάρτυρες των Εναγόντων κατέθεσαν αντικατοπτρίζουν την αλήθεια και μόνο ως προς τα ουσιαστικά γεγονότα που αφορούν την παρούσα υπόθεση. Είναι αρκετό σε αυτό το στάδιο να επισημάνουμε ότι βασικό μέρος της μαρτυρίας των Εναγόντων υποστηρίζεται από το ίδιο το περιεχόμενο των Τεκμηρίων τα οποία κατατέθηκαν στο Δικαστήριο. Πρόκειται για την επίδικη Συμφωνία παραχώρησης τραπεζικών διευκολύνσεων (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 2) και την έγκριση (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 3) ως, επίσης, και τις Συμφωνίες Εγγυήσεων (ΤΕΚΜΗΡΙΑ 4 και 5) και εξασφαλίσεων που δόθηκαν εκ μέρους των Εναγομένων. Αξιολόγηση μαρτυρίας Μ.Ε.1 και Μ.Ε.2 Αξιολογώντας εν πρώτοις τη μαρτυρία του Μ.Ε.1 διαπιστώνω ότι ο μάρτυρας αυτός παρέθεσε με σαφήνεια και θετικότητα τα σχετικά γεγονότα που αφορούν στην επίδικη Συμφωνία και επίδικες Συμφωνίες Εγγυήσεως κάνοντας εκτενή αναφορά τόσο σε συγκεκριμένους όρους των Συμφωνιών όσο και σε όλα τα σχετικά με αυτές έγγραφα, όπως επιστολές που στάληκαν στους Εναγόμενους, καταστάσεις λογαριασμού. Με σαφήνεια εξήγησε, επίσης, και αναθεωρημένο λογαριασμό που ετοίμασε αφού προηγουμένως αφαίρεσε διάφορες χρεώσεις που προσδιόρισε που είχε ως αποτέλεσμα τη μείωση του αξιούμενου ποσού. Πλήρως επεξηγηματικός και κατατοπιστικός ήταν και σε σχέση με την πορεία και εξέλιξη του επίδικου τρεχούμενου λογαριασμού εξηγώντας πώς και πότε έγιναν αλλαγές στον αριθμό του λογαριασμού. Κύριο σημείο της αντεξέτασης του αποτέλεσε το ζήτημα του κατά πόσο θα έπρεπε να είχε παρουσιάσει στοιχεία για την κίνηση του επίδικου λογαριασμού της Εναγόμενης 1 από την έναρξη της λειτουργίας του και όχι από ένα στάδιο και μετέπειτα εφόσον κατέθεσε μηχανογραφημένες καταστάσεις λογαριασμού από το 1991 και εντεύθεν. Αυτό το θέμα το εξετάζουμε και αξιολογούμε σε άλλο σημείο της απόφασης αναφορικά με το κατά πόσο απεδείχθη το ύψος του αξιούμενου από τους Ενάγοντες ποσού. Επεξηγηματικός ήταν και σε σχέση με το λόγο της παρέλευσης αρκετού χρονικού διαστήματος στη λήψη δικαστικών μέτρων εναντίον των Εναγομένων τονίζοντας ότι ο Εναγόμενος 3, ο οποίος ήταν Διευθυντής τόσο της Εναγόμενης 1 όσο και της Εναγόμενης 2, ήταν συνεχώς σε επαφή με την Τράπεζα για εξεύρεση συμβιβαστικής λύσης για τις καθυστερήσεις που υπήρχαν και ότι είχε στείλει σωρεία επιστολών προτείνοντας διάφορα πλαίσια διευθέτησης (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 19). Μάλιστα ανέφερε ότι προς τούτο είχαν γίνει διάφορες συναντήσεις με τον Μ.Ε.2 και ότι μάλιστα είχε συμφωνηθεί ένα πλαίσιο διευθέτησης το οποίο και τηρήθηκε μερικώς. Παρεμβάλλω δε στο σημείο αυτό τη μαρτυρία του Μ.Ε.2 η οποία ήταν πλήρως κατατοπιστική για το θέμα αυτό που κλήθηκε ως μάρτυρας να καλύψει από την οποία φάνηκε ξεκάθαρα ότι γίνονταν συναντήσεις στις οποίες λάμβανε μέρος εκ μέρους της Εναγόμενης 1 ο Εναγόμενος 3 μαζί με εκπροσώπους της Τράπεζας στις πλείστες εκ των οποίων συμμετείχε ο Μ.Ε.2 και, επίσης, ότι είχε ο Εναγόμενος 3 αποστείλει σχετικές επιστολές με τις οποίες διαβίβαζε διάφορα πλαίσια διευθέτησης των υποχρεώσεων των Εναγομένων χωρίς, ωστόσο, στο τέλος να επιτευχθεί εξώδικος συμβιβασμός (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 19). Ο Μ.Ε.2 έδωσε για το θέμα αυτό πλήρεις και εκτενείς λεπτομέρειες καταθέτοντας σχετικά στοιχεία και απάντησε όλες τις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν κατά την αντεξέταση δίδοντας άμεσες και ξεκάθαρες απαντήσεις και όλες τις αναγκαίες διευκρινίσεις που του ζητήθηκαν. Πλήρως κατατοπιστικός και διαφωτιστικός ήταν ο Μ.Ε.1 σχετικά με το όλο φάσμα της συνεργασίας μεταξύ της Εναγόμενης 1 και των Εναγόντων και προς τούτο παρουσίασε αριθμό εγγράφων που αφορούσαν πρακτικά της Εναγόμενης 1 που η Εναγόμενη 1 είχε προσκομίσει προς τους Ενάγοντες από τα οποία διαφαίνεται ξεκάθαρα τι εγκρίσεις είχε αιτηθεί η Εναγόμενη 1 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 15). Ξεκάθαρος και επεξηγηματικός ήταν ο Μ.Ε.1 σε σχέση με την πορεία του επίδικου λογαριασμού και την αλλαγή στον αριθμό του όπως επεσυνέβη στα διαφορετικά χρονικά στάδια που προσδιόρισε. Προέκυψε, λοιπόν, ότι ο αρχικός λογαριασμός όταν άνοιξε είχε αριθμό 0113-11-008457, όπως φαίνεται στο ΤΕΚΜΗΡΙΟ
- Εξήγησε δε ότι ο αριθμός 0113 δεικνύει το κατάστημα που χειριζόταν τον λογαριασμό που στην προκειμένη περίπτωση ήταν στη Λεωφ. Μακαρίου στη Λευκωσία ως, επίσης, και την κατηγορία του λογαριασμού που ήταν τρεχούμενος λογαριασμός. Στη συνέχεια, όπως εξήγησε ο Μ.Ε.1, ο αριθμός του λογαριασμού άλλαξε και ήταν ο αριθμός 0194-11-005227 γιατί μεταφέρθηκε σε συγκεκριμένη ημερομηνία σε λογαριασμό Business Center που, όπως επεσήμανε, αποτελεί μονάδα που δημιουργήθηκε για το χειρισμό μεγάλων πελατών. Μετέπειτα ο λογαριασμός της Εναγόμενης 1, όπως ανάφερε ο Μ.Ε.1, μεταφέρθηκε στην Υπηρεσία Recoveries που είναι η Υπηρεσία Προβληματικών Λογαριασμών της Τράπεζας και άλλαξε στον υπ΄ αρ. 0184-22-
- Ηταν ξεκάθαρη η μαρτυρία του Μ.Ε.1 ότι και οι τρεις προαναφερθέντες αριθμοί αφορούν τον ίδιο λογαριασμό της Εναγόμενης 1 εταιρείας. Τα πιο πάνω ο Μ.Ε.1 τα συσχέτισε και στα όσα εμφαίνονται στις καταστάσεις λογαριασμού ΤΕΚΜΗΡΙΟ 11 Α, Β και Γ επισημαίνοντας ότι στο ΤΕΚΜΗΡΙΟ 11 Α και Β ο αριθμός που καταγράφεται είναι ο αριθμός 0113-11-008457, ενώ στο ΤΕΚΜΗΡΙΟ 11 Γ φαίνεται ο αριθμός 0194-11-005227 μέχρι και τις 8.7.02, ημερομηνία κατά την οποία ο λογαριασμός μεταφέρεται στην Υπηρεσία Recoveries και στο ΤΕΚΜΗΡΙΟ 11 Γ στη σελίδα της ημερ. 31.12.02 αναγράφετο νέος αριθμός 0184-22-
- Αξιολόγηση μαρτυρίας Μ.Υ.1 Αξιολογώντας στη συνέχεια τη μαρτυρία της Μ.Υ.1 λέω ότι ήταν θετική και σαφής. Η μάρτυρας αυτή αναφέρθηκε με ειλικρίνεια στα όσα γνώριζε έχοντας διατελέσει υπάλληλος της Εναγόμενης 1 από το 1970 μέχρι τον Νοέμβριο του 2001 και υπεύθυνη λογιστηρίου σε όλη τη διάρκεια της υπηρεσίας της. Όσον αφορά τη θέση που διατύπωσε στη μαρτυρία της για παράνομες χρεώσεις το ζήτημα αυτό το εξετάζουμε σε άλλο σημείο της απόφασης διευκρινίζοντας ότι το θέμα αυτό είναι και νομικό και δεν αποτελεί ζήτημα για διατύπωση γνώμης από μέρους ενός μάρτυρα. Σε σχέση με τον τρόπο που ετοιμάζονταν τα πρακτικά των συνεδρίων του Διοικητικού Συμβουλίου της Εναγόμενης 1 και τα όσα κατέθεσε σχετικά η Μ.Υ.1 θεωρώ ότι δεν προκύπτει οτιδήποτε που έχει σημασία ή οτιδήποτε που να διαφοροποιεί την υφή και την νομική υπόσταση των εν λόγω εγγράφων. Εκείνο που παραμένει αναντίλεκτο είναι ότι, ανεξαρτήτως του τρόπου ετοιμασίας των εγγράφων αυτών, αυτά αποτελούσαν πρακτικά συνεδριών του Διοικητικού Συμβουλίου της Εναγόμενης 1 τα οποία υπογράφονταν εκ μέρους της Εναγόμενης 1 και, ως εκ τούτου, δέσμευαν την Εναγόμενη
- Όσον αφορά τα ΤΕΚΜΗΡΙΑ 31 Α, Β και Γ που η Μ.Υ.1 κατέθεσε που αποτελούν αναλύσεις των ΤΕΚΜΗΡΙΩΝ 11 Α, Β και Γ σε σχέση με τις πράξεις που εμπίπτουν στα "other debits", επισημαίνω ότι, όπως ξεκάθαρα προέκυψε από τη μαρτυρία που έδωσε η Μ.Υ.1, αφορά εργασία που έκανε ο Εναγόμενος 3 και η Μ.Υ.1, απλώς, τα έλεγξε ένα προς ένα συγκρίνοντας τα με τις καταστάσεις των ΤΕΚΜΗΡΙΩΝ 11 Α, Β και Γ. Ένα ζήτημα που αποτέλεσε κύριο σημείο κατά την αντεξέταση της Μ.Υ.1 ήταν ο έλεγχος που γινόταν από την Μ.Υ.1 των καταστάσεων λογαριασμών που λάμβανε η Εναγόμενη 1 κάθε μήνα από την Τράπεζα. Ήταν σαφής η μάρτυρας ότι αυτός ο έλεγχος μέχρι τον Νοέμβριο του 2001 που η ίδια αποχώρησε από την Εναγόμενη 1 γινόταν ανελλιπώς και ότι δεν είχε αμφισβητήσει ποτέ πληρωμές που έγιναν και καταγράφονταν στις καταστάσεις λογαριασμού. Τότε που ήλεγχε τις πράξεις που αναφέρονται ως debits ανέφερε ότι ήταν ορθές. Δέχτηκε, επίσης, ότι όλοι οι έλεγχοι που έκαμνε εκείνο τον καιρό που η Τράπεζα τους έστελλε καταστάσεις λογαριασμού μαζί με τα δικά τους στοιχεία (επιταγές και τραπεζικές εντολές) από το 1971 μέχρι 2001 ήταν ορθοί. Ήταν, ωστόσο, ξεκάθαρη και αυτό το επεσήμανε όταν της τέθηκε κατά την αντεξέταση ότι δεν γνώριζε αν οι καταστάσεις λογαριασμού του ΤΕΚΜΗΡΙΟΥ 11 Α, Β και Γ είναι οι ίδιες με εκείνες τις καταστάσεις που λάμβανε. Αξιολόγηση μαρτυρίας Μ.Υ.2 Η αξιολόγηση της μαρτυρίας που προσέφερε η Μ.Υ.2 γίνεται σε άλλο σημείο της Απόφασης εκεί που εξετάζουμε το είδος των εγγυήσεων που οι Εναγόμενοι 2-4 υπέγραψαν σε συνάρτηση με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες υπεγράφησαν τα σχετικά έγγραφα. Αξιολόγηση μαρτυρίας Μ.Υ.3 Ο Μ.Υ.3 αναφέρθηκε στη μαρτυρία του σε έκταση για την πολύχρονη συνεργασία που είχε με τους Εναγόμενους. Αρκετό μέρος της μαρτυρίας του αναλώθηκε σε σχολιασμό της προαναφερθείσας από τους Ενάγοντες μαρτυρίας και του κατά πόσο υπάρχει κενό σ΄ αυτή αναφορικά με την απόδειξη του αξιούμενου ποσού όπως διαμορφώθηκε αυτό. Μάλιστα στα πλαίσια της γραπτής κατάθεσης που ετοίμασε και έδωσε ως μέρος της κύριας εξέτασης του (ΕΓΓΡΑΦΟ 5) προέβη σε εκτενή σχολιασμό της μαρτυρίας του Μ.Ε.1 διατυπώνοντας ταυτόχρονα τη γνώμη του γιατί η μαρτυρία αυτή δεν πρέπει να γίνει αποδεκτή, ενώ τέτοιες αναφορές θα αναμένετο να αποτελούσαν μέρος της τελικής αγόρευσης του συνηγόρου του. Δεν θεωρώ ότι τα όσα ανέφερε σε σχέση με τις συναντήσεις που είχε στις διαπραγματεύσεις του με την Τράπεζα έρχονται σε αντίφαση με τα όσα σχετικά είχε καταθέσει ο Μ.Ε.
- Εν πάση δε περιπτώσει δεν έτυχαν αμφισβήτησης οι επιστολές μέρος του ΤΕΚΜΗΡΙΟΥ 19 που κατατέθηκαν και αφορούσαν επιστολές που η Εναγόμενη 1 έστελλε στην Τράπεζα και υπέγραφε ο ίδιος ο Εναγόμενος
- Η ουσία του ζητήματος εδώ που ήταν ότι η Εναγόμενη 1, μέσω του Εναγόμενου 3, είχε σειρά επαφών και διαπραγματεύσεων με την Τράπεζα σε μια προσπάθεια εξεύρεσης συμβιβαστικής λύσης κατά τη διάρκεια των οποίων είχαν μεταφερθεί διάφορες προτάσεις και πλαίσια συμβιβασμού, ουδόλως διαφοροποιήθηκε ή αμφισβητήθηκε μέσω της μαρτυρίας του Μ.Υ.3 (Εναγόμενου 3). Όσον αφορά δε τις αναφορές περί ύπαρξης παρανόμων χρεώσεων, επαναλαμβάνω αυτό που αναφέρθηκε στο στάδιο αξιολόγησης της μαρτυρίας της Μ.Υ.1 ότι δηλ. αυτό το ζήτημα το εξετάζουμε σε άλλο σημείο της Απόφασης, διευκρινίζοντας, ταυτόχρονα, ότι το θέμα αυτό είναι και νομικό και δεν αποτελεί ζήτημα για το οποίο προσφέρεται για διατύπωση γνώμης από μέρους ενός μάρτυρα. Εν πάση περιπτώσει τα ζητήματα αυτά στο βαθμό που τέθηκαν στον Μ.Ε.1 για να τα σχολιάσει και να διατυπώσει τη θέση του έδωσε σαφείς και επαρκείς εξηγήσεις στις οποίες κάνουμε αναφορά σε άλλο σημείο της Απόφασης. Όσον αφορά το είδος των εγγυήσεων που υπέγραψαν οι Εναγόμενοι 2-4 σε συνάρτηση με τις συνθήκες κάτω από τις ο ποίες υπεγράφησαν τα σχετικά έγγραφα εγγυήσεων η αξιολόγηση της μαρτυρίας που προσέφερε ο Εναγόμενος 3 γίνεται σ΄ άλλο σημείο της Απόφασης. Ένα ζήτημα που τέθηκε τόσο στο στάδιο που έδωσε μαρτυρία ο Εναγόμενος 3 όσο και στο στάδιο που έδωσε μαρτυρία η Μ.Υ.1 είναι οι πράξεις που περιέχονται στις καταστάσεις λογαριασμού ΤΕΚΜΗΡΙΑ 11 Α, Β και Γ κάτω από την επικεφαλίδα "OTHER DEBITS" οι οποίες, σύμφωνα με τον υπολογισμό που έγινε από τον Εναγόμενο 3, ανέρχονται στο συνολικό ποσό των Λ.Κ.2.453.505,90 και οι οποίες, σύμφωνα με τη θέση που προέβαλε ο Εναγόμενος 3, δεν συγκεκριμενοποιούνται σε τι αφορούν η καθεμία εξ αυτών των πράξεων παρά μόνο μικρός αριθμός από τις εν λόγω χρεώσεις. Είναι, ωστόσο, αξιοσημείωτο ότι κατά το στάδιο αντεξέτασης του Μ.Ε.1 δεν τέθηκαν κατά τρόπο συγκεκριμένο οι πιο πάνω αναφερόμενες χρεώσεις για να κληθεί ο Μ.Ε.1 να τοποθετηθεί και να εξηγήσει σε τι αναφέρονταν και τι αφορούσαν. Υπήρξε μόνο μία γενική υποβολή κατά το στάδιο αντεξέτασης του Μ.Ε.2, ο οποίος είχε εμπλοκή σε μεταγενέστερο στάδιο και, συγκεκριμένα, από το στάδιο που γίνονταν προσπάθειες για εξεύρεση πλαισίου διευθέτησης των υποχρεώσεων της Εναγόμενης 1 και όταν ο λογαριασμός της είχε πλέον μεταφερθεί στο Τμήμα Recoveries, ότι υπήρχε πλήρης συσκότιση των χρεώσεων και ότι αυτές δεν εξειδικεύοντο χωρίς να γίνεται συγκεκριμένη αναφορά σε κάθε μία από αυτές. Να προσθέσω δε ότι καθόσον αφορά τον Μ.Ε.1 κλήθηκε, απλώς, κατά το στάδιο της αντεξέτασης να επεξηγήσει γενικά διάφορους όρους που απαντώνται στις καταστάσεις λογαριασμών όπως "description", "deposits and other credits", "debits" και ο Μ.Ε.1 έδωσε κάθε επεξήγηση και διευκρίνιση του ζητήθηκε για το τι αφορούσαν οι εν λόγω όροι παραπέμποντας σε κατάσταση λογαριασμού από το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 11(B). Το ίδιο έγινε και στο στάδιο αντεξέτασης του Μ.Ε.2 όταν κλήθηκε να εξηγήσει τον όρο "other debits" στο ΤΕΚΜΗΡΙΟ 11 Α όπου και εξήγησε ότι υπήρχαν χρεώσεις από επιταγές ως, επίσης, και άλλες χρεώσεις εκτός επιταγών επισημαίνοντας ότι θα πρέπει ένας να δει τις σχετικές επιταγές ή άλλες χρεώσεις σε διαφορετική μορφή για να ξέρει τι αφορούν. Επεξήγησε, ακόμη, όταν του ζητήθηκε και ο όρος "advise" στο ίδιο Τεκμήριο ότι σημαίνει ενημέρωση στον πελάτη όπου περιγράφεται η σχετική χρέωση που γίνεται και η οποία γίνεται στη βάση οδηγιών του πελάτη. Επισημαίνω δε ότι ούτε ο Μ.Ε.1, ούτε ο Μ.Ε.2 αντεξετάστηκαν καθόσον αφορά την ορθότητα των καταγραφέντων αριθμών ή την ακρίβεια των πράξεων που περιέχονταν στις χρεώσεις και ούτε έχουν αμφισβητηθεί οι πράξεις που καταγράφονται και αφορούσαν τις εν λόγω χρεώσεις, ούτε έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε μαρτυρία που να αμφισβητεί τις εν λόγω χρεώσεις. ΕΞΕΤΑΣΗ ΖΗΤΗΜΑΤΩΝ ΠΟΥ ΕΓΕΡΘΗΚΑΝ Προχωρώ στη συνέχεια να εξετάσω συγκεκριμένα ζητήματα που εγέρθηκαν και συζητήθηκαν στην παρούσα υπόθεση. Þ Ευθύνη Εγγυητή για παρελθούσες και μελλοντικές υποχρεώσεις - απλή ή συνεχής εγγύηση - Non est factum Ένα από τα επίδικα θέματα στην παρούσα υπόθεση ήταν και το είδος των εγγυήσεων που οι Εναγόμενοι 2-4 υπέγραψαν για να εγγυηθούν τις υποχρεώσεις της Εναγόμενης
- Όσον αφορά τους δικογραφημένους ισχυρισμούς η πλευρά των Εναγομένων στην Υπεράσπισή της προέβαλε τη θέση ότι η πρόθεση των Εναγομένων 2-4 για να εγγυηθούν τις υποχρεώσεις της Εναγομένης 1 περιορίζετο στο ποσό που αφορούσε το αρχικό όριο κατά τον ουσιώδη χρόνο και όχι στις οποιεσδήποτε μελλοντικές υποχρεώσεις. Εν πρώτοις θα πρέπει να αναφερθούμε στο περιεχόμενο των επίδικων εγγυήσεων για να εξεταστεί η φύση αυτών. Παραπέμπω στο σημείο αυτό στον όρο 2 των ΤΕΚΜΗΡΙΩΝ 4, 5 και 6 αντίστοιχα ο οποίος είναι πανομοιότυπος και στις τρεις Συμφωνίες και ο οποίος έχει ως εξής: «2.Εγώ, ο πιο κάτω υπογεγραμμένος, με την παρούσα εγγυούμαι όλες τις υποχρεώσεις του Πρωτοφειλέτη προς την Τράπεζα, είτε οι υποχρεώσεις αυτές είναι παρούσες ή μελλοντικές, είτε κατέστησαν ή που πιθανό να καταστούν απαιτητές, είτε αυτές είναι προσωπικές ή κοινές με οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο ή πρόσωπα και είτε είναι άμεσοι ή έμμεσοι, αναλαμβάνω δε να σας πληρώσω μόλις μου το ζητήσετε οποιοδήποτε ποσό χρημάτων ήθελε καταστεί πληρωτέο σε σας σε σχέση με τις ρηθείσες υποχρεώσεις του Πρωτοφειλέτη ή οποιαδήποτε από αυτές, συμπεριλαμβανομένων τόκων, τραπεζικών δικαιωμάτων, δικηγορικών και άλλων εξόδων.» Το Άρθρο 84 του Περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ.149 δίδει τον πιο κάτω ορισμό της σύμβασης εγγύησης: «
- Σύμβαση εγγύησης΄ είναι η σύμβαση προς εκπλήρωση της υπόσχεσης ή υποχρέωσης τρίτου, σε περίπτωση μη εκπλήρωσης από τον τρίτο το πρόσωπο που παρέχει την εγγύηση καλείται ΄εγγυητής΄, το πρόσωπο υπέρ του οποίου παρέχεται ΄πρωτοφειλέτης΄ και το πρόσωπο προς το οποίο παρέχεται ΄πιστωτής΄.» Όπως αναφέρεται στο Σύγγραμμα CHITTY ON CONTRACTS 27η έκδοση, σελ.1305 παρά.42-001: «..... A contract of suretyship is in essence a contract by which one person (the surety) agrees to answer for some liability of another (the principal debtor) to a third person (the creditor).» Είναι καθαρό ότι με τη σύμβαση εγγύησης κάποιο τρίτο πρόσωπο (ο εγγυητής) αναλαμβάνει έναντι του πιστωτή την εκπλήρωση της υποχρέωσης ή υπόσχεσης του πρωτοφειλέτη. Ενώ η σύμβαση εγγύησης αποτελεί αυτόνομη σύμβαση είναι ταυτόχρονα και το παρεπόμενο αποτέλεσμα μιας άλλης σύμβασης, της κυρίας σύμβασης μεταξύ πιστωτή και πρωτοφειλέτη για την οποία συνάπτεται η σύμβαση εγγύησης. Τα ερωτήματα που εγείρονται στην υπό εξέταση υπόθεση είναι εν πρώτοις το είδος των εγγυήσεων που υπέγραψαν οι Εναγόμενοι 2, 3 και 4, δηλαδή τα ΤΕΚΜΗΡΙΑ 4, 5 και
- Υπάρχουν δυο είδη εγγυήσεων, αφενός η απλή και αφετέρου η συνεχής. Με βάση το Άρθρο 87 του Περί Συμβάσεων Νόμου η εγγύηση η οποία εκτείνεται σε σειρά συναλλαγών καλείται συνεχής εγγύηση. Εξ αντιδιαστολής προς τον ορισμό αυτό θα μπορούσε να λεχθεί ότι η απλή εγγύηση είναι η εγγύηση που επεκτείνεται σε μια μόνο συναλλαγή. Στο Σύγγραμμα CHITTY ON CONTRACTS (πιο πάνω), σελ.1332, στην παρά.42-037 διαβάζουμε: «Continuing guarantees. It is often a difficult question whether a guarantee for example, of the price of goods to be supplied or money to be lent up to a specified amount, is intended to extend to a single or definite number of transactions, or whether it is intended to be continuous. In the former event payment by the principal debtor for the goods sold, or repayment of the money lent brings the surety´s liability to an end; in the latter event, the surety remains liable if further goods are supplied or money lent up to the limit of the guarantee. Whether the guarantee is continuing in any given case is a question of construction; ... .» Από τα πιο πάνω, δηλαδή τη διατύπωση της έκτασης της εγγύησης, προκύπτει, κατά τη γνώμη μου, ότι στην υπό εξέταση περίπτωση είναι συνεχής και όχι απλή εφόσον φαίνεται να επεκτείνεται σε σειρά συναλλαγών παρούσων και μελλοντικών (past and present transactions). Το επόμενο ερώτημα που εγείρεται είναι κατά πόσο υπάρχει αντιπαροχή (consideration) για παρούσες υποχρεώσεις του πρωτοφειλέτη. Είναι γνωστό ότι σε κάθε σύμβαση απαραίτητο συστατικό στοιχείο είναι η ύπαρξη αντιπαροχής, του ανταλλάγματος δηλαδή, για το οποίο δίνεται η υπόσχεση. Με βάση το Άρθρο 85 του Κεφ.149: «
- Κάθε πράξη ή υπόσχεση προς όφελος του πρωτοφειλέτη δύναται να αποτελεί επαρκή αντιπαροχή για τον εγγυητή για παροχή της εγγύησης.» Το Άρθρο αυτό θεωρεί επαρκή αντιπαροχή την πράξη ή υπόσχεση που δίνεται στον πρωτοφειλέτη από τον πιστωτή. Ο πιστωτής είναι αυτός που παρέχει την αντιπαροχή. Ο εγγυητής δεν έχει ουσιαστικά συμφέρον δίνοντας μια εγγύηση αλλά αντίθετα, αναλαμβάνει μια πρόσθετη, στις τυχόν άλλες που πιθανόν να υπάρχουν, προσωπικές υποχρεώσεις του. Το αντάλλαγμα το επωφελείται βασικά ο πρωτοφειλέτης τον οποίο εγγυήθηκε ο εγγυητής. Είναι γνωστό ότι στο Αγγλικό Δίκαιο των συμβάσεων η παρελθούσα αντιπαροχή (past consideration) δεν θεωρείται επαρκής αντιπαροχή σε αντίθεση με το δικό μας δίκαιο που είναι το ίδιο με το Ινδικό στο οποίο θεωρείται ότι η παρελθούσα αντιπαροχή θεωρείται επαρκής να στηρίξει μια σύμβαση. Η Αγγλική νομολογία θεωρεί εκ πρώτης όψεως ότι εγγύηση που δόθηκε για παρελθούσα αντιπαροχή είναι άκυρη. Έτσι στην υπόθεση Astley Industrial Trust Ltd. V. Grimston Electric Tools
(1965)109 ST.149 αποφασίσθη ότι εγγυητής που εγγυήθηκε πληρωμές με βάση συμφωνία ενοικιαγοράς που έγινε τέσσερις μέρες προηγουμένως θεωρήθηκε ότι η εγγύηση ήταν για παρελθούσα αντιπαροχή και ήταν άκυρη. Το δίκαιο της εγγύησης ρυθμίζεται με βάση το Αγγλικό Δίκαιο των Συμβάσεων[4] γι΄αυτό θα πρέπει να πούμε ότι η ίδια ρύθμιση εφαρμόζεται και στο δικό μας δίκαιο παρόλο που αναγνωρίζεται στο δίκαιο μας ότι αποτελεί επαρκή αντιπαροχή για μια σύμβαση η παρελθούσα αυτή παροχή, όπως έχει αποφασιστεί και στα Ινδικά Δικαστήρια που θεωρήθηκε ότι προηγούμενο όφελος προς τον πρωτοφειλέτη δεν είναι επαρκής αντιπαροχή.[5] Ωστόσο στο Αγγλικό Δίκαιο έχει αποφασιστεί ότι αν ο εγγυητής εγγυάται παρελθούσες δοσοληψίες εις αντάλλαγμα της υπόσχεσης του πιστωτή να συνεχίσει να έχει δοσοληψία με τον πρωτοφειλέτη ή να συνεχίσει να του παραχωρεί περαιτέρω πίστωση τότε υπάρχει επαρκής αντιπαροχή. Σχετικά παραπέμπω στο Σύγγραμμα CHITTY ON CONTRACTS (πιο πάνω) σελ.1314, παρά.42-013: «Guarantee of past and future transactions. If the surety guarantees past transactions in return for an undertaking by the creditor to continue to deal with the debtor or to grant him further credit, there will be good consideration. In practice the surety frequently guarantees both past and future transactions in return for such an undertaking and such a guarantee is good as to both sets of transactions, for consideration to be executed on the one side is at all events prima facie consideration for all that is done on the other and all the promises are to be referred to all the considerations.» Επίσης σ΄ό,τι αφορά εγγύηση για μελλοντικές πιστώσεις ή δοσοληψίες (debts or transactions) η αντιπαροχή μπορεί να είναι η υπόσχεση από πλευράς του πιστωτή να δώσει την πίστωση ή να συνάψει τη δοσοληψία ή την ίδια καθ΄εαυτή την πράξη. Διαβάζουμε πάλι από το ίδιο Σύγγραμμα τα εξής στη σελίδα 1313, παρά.42-011: «General. A contract of surety ship, like any other contract must be supported by consideration if it is not contained in a deed. Where the surety guarantees some future debt or transaction, the consideration may be a promise on the part of the creditor to grant the credit or enter into the transaction or the actual act of doing so. Even if (as is commonly the case) the surety derives no benefit from the transaction, the creditor suffers a detriment which is sufficient consideration.» Και εδώ είναι σημαντικό να υπογραμμίσω ότι στις Συμφωνίες εγγύησης (ΤΕΚΜΗΡΙΑ 4, 5 ΚΑΙ 6) αναφέρεται ρητά ένα τέτοιο αντάλλαγμα από πλευράς του πιστωτή δηλαδή να παρέχει και/ή να συνεχίσει να παρέχει τραπεζικές και/ή πιστωτικές διευκολύνσεις οποιασδήποτε μορφής είτε σε μορφή δανείων οποιασδήποτε φύσεως, είτε σε μορφή τρεχούμενου ή άλλου είδους λογαριασμού και/ή με γραμμάτια ή ομόλογα ή πιστώσεις ή εγγυητικές επιστολές προς τον πρωτοφειλέτη για οποιοδήποτε χρόνο και με τέτοιους όρους που από καιρό σε καιρό ο πιστωτής, δηλαδή η Τράπεζα θα αποφασίζει σύμφωνα με την απόλυτη κρίση της κ.τ.λ.. Καταλήγω, επομένως, ότι στην παρούσα υπόθεση παρέχεται από πλευράς πιστωτή επαρκής αντιπαροχή τόσο για παρελθούσες όσο και για μελλοντικές υποχρεώσεις του πρωτοφειλέτη απέναντι στον πιστωτή για τους σκοπούς της παροχής της εγγύησης από τον εγγυητή. Στο Σύγγραμμα "Law of Guarantees" 3η Έκδοση των Geraldine Mary Andrews and Richard Millett στη σελ. 90 υποδεικνύεται ότι μία ειδική (specific) εγγύηση είναι εκείνη που καλύπτει μία συγκεκριμένη υποχρέωση ή μία συγκεκριμένη πράξη ή σειρά πράξεων π.χ. τα ποσά που οφείλονται δυνάμει αναγνωρισθείσης σειράς τιμολογίων. Συνεχής εγγύηση είναι εκείνη που καλύπτει υποχρεώσεις ή πράξεις αποπληρωμής δόσεων οι οποίες συνεχίζουν να λαμβάνουν χώρα μεταξύ του πρωτοφειλέτη και του πιστωτή, όπως τα δάνεια τα οποία είναι πληρωτέα από καιρού εις καιρό επί τρεχούμενου λογαριασμού μεταξύ προμηθευτή αγαθών και συνήθους αγοραστού ή μεταξύ τραπεζίτη και πελάτη.[6] Στο ίδιο Σύγγραμμα υποδεικνύεται στη σελ. 91 ότι γενικά όταν υπάρχει ασάφεια, το Δικαστήριο κλίνει υπέρ της ερμηνείας της εγγύησης ως ειδικής παρά ως συνεχούς και αυτό κατ΄ επίκληση του Κανόνα contra proferentum. Eπίσης αναφέρεται ότι η πρόθεση για δημιουργία συνεχούς εγγύησης μπορεί να συναχθεί απλώς από την αναφορά σε «οποιοδήποτε χρέος» ("any debt") ή «οποιαδήποτε ποσά χρημάτων» ("any sums of money") τα οποία παραχωρούνται στον πρωτοφειλέτη.[7] Το θέμα της συνεχούς εγγύησης εξετάστηκε στην υπόθεση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Τ.G. & Sons Importing Ltd κ.α.
(2004)1 Α.Α.Δ.180 όπου στη σελ. 189 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Το κατά πόσο σε μια συγκεκριμένη υπόθεση μια εγγύηση είναι συνεχής ή όχι είναι ζήτημα που σχετίζεται με την πρόθεση των μερών όπως εκφράζεται μέσα από το λεκτικό που χρησιμοποίησαν, όπως αυτό γίνεται δίκαια αντιληπτό με την έννοια που έχει χρησιμοποιηθεί και η πρόθεση αυτή διακριβώνεται με τον καλύτερο τρόπο με το να εξετάζεται η σχετική κατάσταση των μερών κατά το χρόνο συγγραφής του εγγράφου* (βλ. Pollock and Mulla Indian Contract and Specific Relief Acts, 9η εκ., 1972, σελ. 619). Έχει περαιτέρω νομολογηθεί ότι το θέμα δεν μπορεί να αποφασισθεί με βάση μόνο την απλή ερμηνεία του εγγράφου χωρίς να εξεταστούν οι συνθήκες που το περιβάλλουν για να ανευρεθεί ποιό ήταν το αντικείμενο το οποίο τα μέρη είχαν κατά νούν όταν δόθηκε η εγγύηση** (Hefffield v. Meadows [1869] L.R. 4 C.P. 595, 599).» Κατ΄ εφαρμογή αυτών των αρχών στην πιο πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Αναστασία Γεωργίου ν. Τράπεζας Κύπρου
(2009)1 Α.Α.Δ.862 αποφασίστηκε ότι από τους όρους της συμφωνίας εγγύησης και τις περιβάλλουσες περιστάσεις προέκυπτε ότι η πρόθεση των μερών ήταν να εξασφαλιστούν οι εφεσίβλητοι για τις υπάρχουσες και μελλοντικές διευκολύνσεις που παραχώρησαν ή θα παραχωρούσαν στο μέλλον στον πρωτοφειλέτη. Σημειώθηκε προς τούτο ότι στη συνέχεια, λίγες μέρες μετά την εγγύηση, η εφεσείουσα επεξέτεινε την εγγύηση με υποθήκη προς όφελος των εφεσειόντων για να καλύψει τις τραπεζικές διευκολύνσεις προς τον πρωτοφειλέτη. Όσον αφορά τη θέση των Εγγυητών ότι η πρόθεσή τους να εγγυηθούν τις υποχρεώσεις της Εναγόμενης 1 περιορίζετο στο ποσό που αφορούσε το αρχικό όριο κατά τον ουσιώδη χρόνο και όχι στις οποιεσδήποτε μελλοντικές υποχρεώσεις της, παρά το γεγονός ότι δεν στηρίζεται στην έγερση της αρχής του non est factum ή τουλάχιστον αυτή η αρχή δεν εγείρεται ρητώς, θεωρώ αναγκαίο να εξετάσω το ζήτημα και υπό αυτή την σκοπιά. Να επισημάνω στο σημείο αυτό ότι κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης των μαρτύρων που κάλεσαν οι Ενάγοντες αλλά και κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας που προσκόμισε η Υπεράσπιση έγιναν αναφορές στο κατά πόσο τα έγγραφα εγγυήσεων είχαν επεξηγηθεί στους Εγγυητές, στο ότι η Εναγόμενη 4 δεν τα είχε διαβάσει αλλά, απλώς, της ζητήθηκε να τα υπογράψει και ότι δεν έλαβαν οι Εγγυητές αντίγραφα των εν λόγω εγγράφων. Μια μακρά σειρά δικαστικών αποφάσεων θέλει τον υπογράφοντα γραπτή συμφωνία να δεσμεύεται από αυτή ακόμα και αν δεν την έχει προηγουμένως διαβάσει. Στην υπόθεση L´Estrange v. Graucob
(1934)All E.R.16, 18[8] υιοθετήθηκαν τα όσα λέχθηκαν στην υπόθεση Parker v. South Eastern Rail ότι δηλαδή: «In an ordinary case, where an action is brought on a written agreement which is signed by the defendant the agreement is proved by proving his signature and in the absence of fraud, it is wholly immaterial that he has not read the agreement and does not know its contents.» (δική μου υπογράμμιση για σκοπούς έμφασης) Στην υπόθεση Saunders v. Anglia Building Society
(1970)3 All E.R.961 εξετάσθηκε με κάθε λεπτομέρεια πότε πρόσωπο που έχει υπογράψει έγγραφη συμφωνία δικαιούται να απαλλαγεί των υποχρεώσεων που απορρέουν από αυτή με βάση την αρχή non est factum ή με βάση την ύπαρξη πραγματικής ή νομικής πλάνης. Λέχθηκε κατ΄αρχάς ότι το βάρος απόδειξης το έχει ο διάδικος που ισχυρίζεται ότι δικαιούται να αποφύγει τις συνέπειες της συμφωνίας. Επικυρώθηκε επίσης η αρχή που είχε διατυπωθεί σε κατώτερο Δικαστήριο στην ίδια υπόθεση ότι όταν κάποιος που είναι ενήλικας, δεν έχει μειωμένη αντίληψη και δεν είναι αναλφάβητος υπογράψει κάποιο έγγραφο το οποίο είναι εμφανές ότι προορίζεται να έχει νομική ισχύ, χωρίς να το διαβάσει δεν μπορεί αργότερα να αποφύγει τις συνέπειες του ακόμα και αν έχει υπογράψει βασιζόμενος τα όσα κάποιος άλλος του έχει πει σχετικά με το τι προνοεί το έγγραφο. Διατυπώθηκε, ακόμη, η άποψη ότι μόνο σε εξαιρετικές περιστάσεις είναι δυνατό να επικαλεστεί επιτυχώς non est factum διάδικος που δεν έχει μειωμένη ικανότητα να συνάψει σύμβαση ή να αντιληφθεί το περιεχόμενο εγγράφου. Και ότι οι περιστάσεις αυτές σίγουρα δεν περιλαμβάνουν την περίπτωση που είτε λόγω φόρτου εργασίας, είτε επειδή βασίστηκε σε άλλο πρόσωπο δεν μελέτησε το έγγραφο προτού το υπογράψει. Στη σελίδα 963 διαβάζουμε τα πιο κάτω: «There must be a heavy burden of proof on the person who seeks to invoke this remedy. He must prove all the circumstances necessary to justify its being granted to him and that necessarily involves his proving that he took all reasonable precautions in the circumstances. I do not say that the remedy can never be available to a man of full capacity. But that could only be in very exceptional circumstances; certainly not where his reason for not scrutinizing the document before signing it was that he was too busy or too lazy. In general I do not think that he can be heard to say that he signed in reliance on someone he trusted.» Ας σημειωθεί ότι το πιο πάνω απόσπασμα υιοθετήθηκε στην απόφαση Χ΄Ευαγγέλου ν. Dorami Marine Ltd. κ.α.
(1990)1 Α.Α.Δ.1113 στη σελίδα 1121. Η επίδειξη επιμέλειας από πλευράς του διαδίκου που επικαλείται την αρχή αυτή είναι απαραίτητο στοιχείο το οποίο ο ίδιος πρέπει να αποδείξει με θετική μαρτυρία. Στην ίδια υπόθεση (Saunders) λέχθηκε ότι το πρόσωπο που επέδειξε αμέλεια, απροσεξία ή επιπολαιότητα δεν μπορεί μετά να την επικαλεσθεί για να στοιχειοθετήσει την ύπαρξη πλάνης επειδή δεν θα ήταν ορθό να επιτραπεί σε κάποιον να εκμεταλλευθεί το δικό του λάθος ή παράλειψη προς όφελος του ιδίου και προς ζημιά άλλων οι οποίοι ενδεχομένως ενήργησαν υπεύθυνα και προσεκτικά. Αναφορά στην Αγγλική υπόθεση Saunders (πιο πάνω) έγινε από το Ανώτατο Δικαστήριο με επιδοκιμασία σε πρόσφατη απόφαση του στην υπόθεση Κουταλιανός ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ.
(2000)1 Α.Α.Δ.476. Στην υπόθεση Cyprus Development Bank v. Kyriacou
(1989)1 C.L.R.96 το Ανώτατο Δικαστήριο κατ΄ουσία υιοθέτησε τις υποθέσεις Saunders και United Dominions Trust. Επισημάνθηκε η ανάγκη να αποδειχθεί από το διάδικο που ισχυρίζεται ακυρότητα της συμφωνίας, μεταξύ άλλων, η ύπαρξη ψυχικής πίεσης από την άλλη πλευρά αλλά και το γεγονός ότι ο ίδιος ενήργησε με λογική επιμέλεια. Στην υπόθεση Saunders (ανωτέρω) σελ.1022 τονίστηκε, ακόμη, ότι δεν είναι αρκετό ότι το πρόσωπο που υπογράφει το έγγραφο νόμιζε ότι θα είχε διαφορετική νομική ισχύ απ΄ό,τι έχει, ούτε είναι αρκετό αν, από κάποια άποψη, ξεφεύγει από το τι νόμιζε ότι θα περιέχει. Η διαφορά πρέπει να είναι τέτοια ούτως ώστε το έγγραφο που υπόγραψε να είναι εξ΄ολοκλήρου ή ουσιαστικά διαφορετικό από εκείνο που νόμιζε ότι ήταν, έτσι ώστε να μην υπήρχε ποτέ η πρόθεση του προσώπου που υπόγραψε το έγγραφο να εκτελέσει τούτο. Στην υπόθεση Τσολάκης Τουτζικιάν κ.α. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2003)1 Α.Α.Δ.1240 αναφέρθηκε με επιδοκιμασία το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση της Βουλής των Λόρδων στην Gallie v. Lee
(1971)A.C.1004: «. . . a person who signs a document, and parts with it so that it may come into other hands, has a responsibility, that of the normal man of prudence, to take care what he signs, which, if neglected, prevents him from denying his liability under the document according to its tenor. I would add that the onus of proof in this matter rests upon him, i.e. to prove that he acted carefully, and not upon the third party to prove the contrary." Σε μετάφραση: «Πρόσωπο που υπογράφει έγγραφο, και το αποχωρίζεται με τρόπο που μπορεί να περιέλθει στα χέρια άλλων, έχει ευθύνη, εκείνη του συνηθισμένου σώφρονα ανθρώπου να προσέχει τι υπογράφει, ώστε, αν δεν το πράξει εμποδίζεται από του να αρνηθεί την ευθύνη του με βάση το έγγραφο και σύμφωνα με το περιεχόμενο του. Θα προσέθετα ότι το βάρος απόδειξης ευρίσκεται στους ώμους του, δηλαδή να αποδείξει ότι ενήργησε επιμελώς, και όχι επί των ώμων του τρίτου προσώπου να αποδείξει το αντίθετο». Στην Υπεράσπισή τους, οι Εναγόμενοι 2-4 ενώ παραδέχονται ότι υπόγραψαν τα έγγραφα εγγύησης, στις παρα. 5(α) και 6(β) ισχυρίζονται ότι η πρόθεση των Εναγομένων 2-4 για να εγγυηθούν τις υποχρεώσεις της Εναγόμενης 1 περιορίζετο στο ποσό που αφορούσε το όριο κατά τον ουσιώδη χρόνο και όχι στις οποιεσδήποτε μελλοντικές υποχρεώσεις της Εναγόμενης 1 για τις οποίες ελλείπει η ελεύθερη συναίνεση. Αυτόν τον ισχυρισμό προέβαλε και κατά το στάδιο που έδιδε μαρτυρία ο Εναγόμενος
- Ότι δηλαδή υπέγραψε τα έγγραφα εγγυήσεων τα οποία είχαν ετοιμασθεί από υπαλλήλους των Εναγόντων και του είχε υποδειχθεί πού έπρεπε να υπογράψει χωρίς ο ίδιος ποτέ να ασχοληθεί με τις λεπτομέρειες των συμφωνιών προσθέτοντας ότι το θέμα της υπογραφής ήταν τυπικό. Ισχυρίσθηκε, επίσης, ότι η πρόθεση του ήταν να εγγυηθεί το τότε υφιστάμενο χρέος της Εναγόμενης 1 και όχι τις όποιες μελλοντικές υποχρεώσεις της. Ομοίως η Εναγόμενη 4 ισχυρίσθηκε στη μαρτυρία της ότι ουδέποτε είχε πρόθεση να εγγυηθεί την Εναγόμενη 1 για μελλοντικές υποχρεώσεις ή για απεριόριστο ποσό και ότι ήταν με την εντύπωση ότι η εγγύηση ήταν για το οφειλόμενο κατά το χρόνο της εγγύησης χρέος της Εταιρείας. Ισχυρίσθηκε, ακόμη, ότι θα ανέμενε από υπάλληλο της Τράπεζας να τους είχε εξηγήσει τους ουσιώδεις όρους των εγγράφων. Τα όσα κατέθεσαν τόσο ο Εναγόμενος 3 όσο και η Εναγόμενη 4 σχετικά με τις συνθήκες που κάλυπταν την υπογραφή των προαναφερθέντων εγγράφων χωρίς αμφιβολία συνιστούν εκ των υστέρων σκέψεις προκειμένου να αποφύγουν τις συνέπειες των πράξεων τους. Ήταν φανερή, κατά την εκτίμηση του Δικαστηρίου, η προσπάθεια των Εναγομένων 3 και 4 να αποστασιοποιηθούν με κάθε τρόπο από την αλήθεια με μοναδικό σκοπό να βοηθήσουν τους εαυτούς τους. Στη βάση αυτή δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι παρουσιάστηκαν να αγνοούν, υποτίθεται, τη φύση των εγγυητηρίων εγγράφων που υπέγραφαν παρά τις επιπτώσεις και τη σοβαρότητα που αυτά ενείχαν. Επισημαίνω εδώ ότι αμφότεροι οι Εναγόμενοι 3 και 4 είναι απόφοιτοι Πανεπιστημίου, ενώ ο Εναγόμενος 3 ήταν εκείνος ο οποίος είχε πολυετή συνεργασία με τους Εναγόμενους σε ό,τι αφορούσε την έγκριση και παραχώρηση πιστωτικών διευκολύνσεων από τους Ενάγοντες προς την Εναγόμενη 1 της οποίας ήταν ο Διευθυντής και ήταν, επίσης, το άτομο που χειρίσθηκε στη μακρόχρονη αυτή επαφή με την Τράπεζα όλες τις σχετικές συμφωνίες που είχαν συναφθεί. Κατά συνέπεια η προηγούμενη πολυετής τριβή του αλλά και η εκ των πραγμάτων εμπειρία και γνώση του περί των τραπεζικών δεδομένων, της σημασίας και των νομικών προεκτάσεων που δημιουργούν και ενέχουν γραπτές συμφωνίες όπως οι επίδικες, χωρίς αμφιβολία, αφαιρούν κάθε βάση αλήθειας στα όσα ενόρκως ισχυρίσθηκε. Ούτε, βεβαίως, μπορεί να είναι λογικοφανής ή αληθοφανής η θέση της Εναγόμενης 4 ότι, απλώς, υπόγραψε τα σχετικά έγγραφα επειδή της το ζήτησε ο σύζυγος της για να βοηθηθεί η Εναγόμενη 1 χωρίς, ταυτόχρονα, η ίδια να ενδιαφέρεται να μάθει, εφόσον δεν μπήκε καν στον κόπο η ίδια να διαβάσει το περιεχόμενο, περί τίνος επρόκειτο και για τις νομικές συνέπειες που ενείχαν αυτά τα έγγραφα. Η αναφορά της ότι δεν είχε "business background" ουδόλως πείθει γιατί θα μπορούσε κάλλιστα να ζητήσει να της εξηγηθεί το περιεχόμενο των εν λόγω εγγράφων ή, ακόμη, να ζητήσει η ίδια νομική καθοδήγηση προτού προχωρήσει στην υπογραφή τους αν αισθανόταν ότι η ίδια από μόνη της δεν θα μπορούσε να αντιληφθεί τις νομικές προεκτάσεις και συνέπειες που, όπως ανέφερα, είχαν οι επίδικες Συμφωνίες εγγυήσεως. Δεν μπορεί να είναι σοβαρός ο ισχυρισμός της ότι δεν είχε ιδέα για τους όρους της εγγύησης και, παρά το γεγονός αυτό, χωρίς δεύτερες σκέψεις, χωρίς να ζητήσει να τους πληροφορηθεί και παράλληλα να της επεξηγηθεί το είδος της εγγύησης που παραχωρούσε, προχώρησε ελαφρά τη καρδία να υπογράψει τέτοιας φύσεως έγγραφα. Να επισημάνω ότι κατά την αντεξέταση του ο Εναγόμενος 3, ενώ αποδέχτηκε ότι είχε κατανοήσει τι υπέγραφε και ότι υπέγραψε τις επίδικες Συμφωνίες γιατί δεν είχε άλλη επιλογή, δηλ. με πλήρη, κατά τον ίδιο, συναίσθηση ότι ήταν ετεροβαρείς, όπως το έθεσε, στη συνέχεια ισχυρίσθηκε ότι δεν είχε ακριβή γνώση των λεπτομερειών των Συμφωνιών και ότι είχε την εντύπωση ότι οι εγγυήσεις για την Εναγόμενη 1 ήταν για τα παρόντα χρέη και όχι για τα μελλοντικά. Όταν, βεβαίως, του τέθηκε η αντίφαση των όσων είχε ισχυρισθεί προσπάθησε να διαφοροποιήσει την εκδοχή του αναφέροντας ότι εκείνη την ημέρα που υπέγραψε δεν κοίταξε τα έγγραφα προσεκτικά και ότι δεν ασχολήθηκε γιατί γνώριζε ότι ήταν ετεροβαρή. Ήταν φανερή, κατά την άποψή μου, η προσπάθεια του Εναγόμενου 3 να απεμπλακεί και κάθε τρόπο από τις όποιες συμβατικές του υποχρεώσεις και μέσα στα πλαίσια αυτής του της προσπάθειας προέβη τόσο σε αντιφατικούς ισχυρισμούς όσο και σε ισχυρισμούς που στερούνταν οποιασδήποτε πειστικότητας. Να πω και κάτι άλλο. Σε κανένα στάδιο της μαρτυρίας τους οι Εναγόμενοι 3 και 4 δεν ισχυρίσθηκαν ότι ζήτησαν να διαβάσουν τα σχετικά έγγραφα που αφορούσαν τις Συμφωνίες Εγγυήσεως και ότι οι Ενάγοντες τους στέρησαν το δικαίωμα αυτό, ούτε και ισχυρίστηκαν ότι τα διάβασαν και ζήτησαν οποιεσδήποτε διευκρινίσεις τις οποίες οι Ενάγοντες τους αρνήθηκαν ή ότι τους παραπλάνησαν. Ο ισχυρισμός ότι δεν τους δόθηκαν τα πρωτότυπα ή έστω αντίγραφα των εγγυήσεων που υπέγραψαν μετά που τα υπέγραψαν ή σε μεταγενέστερο στάδιο δεν μπορεί να έχει οποιαδήποτε σημασία εφόσον, αν πράγματι αισθάνονταν την ανάγκη να τα διαβάσουν και να κατανοήσουν το περιεχόμενο και τις νομικές προεκτάσεις των εν λόγω εγγράφων, ο κατάλληλος χρόνος να το πράξουν θα ήταν κατά το στάδιο προ της υπογραφής των εγγράφων και όχι μεταγενέστερα. Πέραν των πιο πάνω που, κατά την άποψή μου, καταδεικνύουν την αναξιοπιστία των ισχυρισμών που οι Εναγόμενοι 3 και 4 προέβαλαν ενόρκως, ούτε και αυτά που αναληθώς ισχυρίσθηκαν θα μπορούσαν να αποτελέσουν βάσιμες αιτιάσεις στη βάση της αρχής του non est factum. Στην παρούσα υπόθεση όχι μόνο δεν έχει καταδειχτεί ότι οι Εναγόμενοι 3 και 4 δεν είναι πρόσωπα πλήρους επάρκειας αλλά, αντίθετα, έχει καταδειχθεί ότι αυτοί είναι ικανοί να αντιλαμβάνονται πολύ καλά τις ενέργειες τους. Στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι παραδεκτό ότι οι Εναγόμενοι 2-4 υπέγραψαν τα έγγραφα εγγυήσεως (ΤΕΚΜΗΡΙΑ 4, 5 και 6) και, κατά συνέπεια, με την υπογραφή τους δεσμεύονται από τα εν λόγω έγγραφα. Ήδη έχουμε απορρίψει την ύπαρξη οποιωνδήποτε βάσιμων αιτιάσεων από μέρους των Εναγομένων στη βάση της αρχής του non est factum. Η λεκτική διατύπωση των όρων των Συμφωνιών εγγύησης είναι τόσο ξεκάθαρη και σαφής που δεν αφήνει οποιαδήποτε αμφιβολία ως προς την πρόθεση των μερών. Στην υπό κρίση υπόθεση η Συμφωνία ημερ. 6.6.95 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 2) αποτελεί Συμφωνία παραχώρησης τραπεζικών διευκολύνσεων σε τρεχούμενο λογαριασμό χωρίς προκαθορισμένο ποσό. Η Συμφωνία εγγύησης (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 6) ημερ. 6.6.95 ως και οι Συμφωνίες Εγγύησης ημερ. 26.11.96 (ΤΕΚΜΗΡΙΑ 4 και 5) αφορούν την επίδικη Συμφωνία, η οποία παρέχει τη δυνατότητα στην Τράπεζα, δηλαδή στους Ενάγοντες, κατά την απόλυτη κρίση της, να καθορίσει το είδος και το ποσό της διευκόλυνσης, η δε ευθύνη των Εναγομένων 2, 3 και 4 δεν είναι για καθορισμένο ποσό. Σημαντική στην υπό εξέταση περίπτωση για τον προσδιορισμό του είδους της εγγύησης είναι ο όρος 2 όπου γίνεται αναφορά ότι οι εγγυητές εγγυώνται «όλες τις υποχρεώσεις του Πρωτοφειλέτη προς την Τράπεζα είτε οι υποχρεώσεις αυτές είναι παρούσες ή μελλοντικές» (past and present transactions) για «οποιοδήποτε ποσό χρημάτων ήθελε καταστεί πληρωτέο. σε σχέση με τις ρηθείσες υποχρεώσεις του Πρωτοφειλέτη» όπως, επίσης, και ο όρος 3 όπου διαλαμβάνεται ότι η παρούσα εγγύηση «είναι μια συνεχής εγγύηση προς την Τράπεζα.». Περαιτέρω στον όρο 4 διαλαμβάνεται ότι «η παρούσα εγγύηση θα ισχύει για το τελικό υπόλοιπο που δυνατό να καταστεί πληρωτέο προς την Τράπεζα από τον Πρωτοφειλέτη.». Ακόμη στον όρο 8 διαλαμβάνονται: «Συμφωνώ ότι σε σχέση με την ευθύνη μου βάσει της παρούσας εγγύησης η Τράπεζα θα έχει για εξασφάλιση ή εγγύηση οποιωνδήποτε χρημάτων και υποχρεώσεων που οφείλονται σήμερα ή δυνατό να οφείλονται στο μέλλον από τον Πρωτοφειλέτη στην Τράπεζα.». Η δε αύξηση χρεωστικού ορίου που παραχωρήθηκε με βάση την απόφαση/έγκριση ημερ. 9.3.98 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 3) στον τρεχούμενο λογαριασμό της Εναγόμενης 1 από Λ.Κ.150.000 σε Λ.Κ.200.000 είναι στα πλαίσια εφαρμογής και λειτουργίας της επίδικης Συμφωνίας (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 2) και με κανένα τρόπο δεν επηρεάζουν την ευθύνη των Εναγομένων 2, 3 και 4 η οποία, επαναλαμβάνω, δόθηκε για απεριόριστο ποσό. Αντάλλαγμα των Συμφωνιών Εγγύησης ήταν ο τρεχούμενος λογαριασμός τον οποίο οι Ενάγοντες παραχώρησαν στην Εναγόμενη 1 και υφίστατο από το
- Η ύπαρξη του τρεχούμενου λογαριασμού κατά το χρόνο δημιουργίας της επίδικης Συμφωνίας Εγγύησης αποτελεί μία από τις δεσπόζουσες συνθήκες που περιβάλλουν τη δημιουργία της και μπορεί, επομένως, να ληφθεί υπόψη στην ερμηνεία της Συμφωνίας Εγγύησης. Συνεκτιμώντας όλα τα πιο πάνω είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η πρόθεση των Εναγομένων 2, 3 και 4, όπως εκφράζεται και διατυπώνεται από το σαφές και πλήρως κατανοητό σε απλή γλώσσα λεκτικό των πιο πάνω αναφερόμενων εγγράφων που υπέγραψαν σε συνάρτηση με όλες τις περιβάλλουσες συνθήκες, όπως αναφέρθηκαν ανωτέρω, ήταν η υπογραφή μιας συνεχούς και απεριόριστης εγγύησης η οποία κάλυπτε τις υποχρεώσεις της Εναγομένης 1, παρούσες και μελλοντικές και, συνεπακόλουθα, κάλυπτε τα όποια χρεωστικά υπόλοιπα του επίδικου τρεχούμενου λογαριασμού. Þ Συμφωνίες υποθήκευσης και ομόλογα - Ανταπαίτηση Στην Υπεράσπιση των Εναγομένων στις παρα. 7(α) και 7(β) ενώ γίνεται παραδοχή ότι η Εναγόμενη 2 συμβλήθηκε με τους Ενάγοντες «για την υποθήκευση του αναφερόμενου κτήματος με τις αναφερόμενες υποθήκες και για τη σύσταση των ομολόγων» προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο εξέλειπε η ελεύθερη συναίνεση ως αποτέλεσμα εξαναγκασμού και/ή ψευδών παραστάσεων και/ή ψυχικής πιέσεως που προήλθε και/ή ασκήθηκε από τους Ενάγοντες με συνέπεια να μην δημιουργηθούν έννομα αποτελέσματα. Περαιτέρω προβάλλεται ισχυρισμός ότι δεν έχει συντελεστεί ποτέ έγκυρη και δεσμευτική συμφωνία σε σχέση με τις συμφωνίες υποθήκευσης και τα ομόλογα ένεκα της μη παράδοσης των πρωτότυπων εγγράφων και της μη κοινοποίησης των όρων και του περιεχομένου τους σε οποιοδήποτε μεταγενέστερο στάδιο. Παρά λοιπόν την ύπαρξη των πιο πάνω δικογραφημένων ισχυρισμών τίποτα απ΄ όλα αυτά δεν προωθήθηκε κατά την ακροαματική διαδικασία, είτε κατά το στάδιο της αντεξέτασης των μαρτύρων που κλήθηκαν εκ μέρους των Εναγόντων, είτε κατά το στάδιο που η πλευρά των Εναγομένων προσκόμισε τη δική της μαρτυρία. Τούτου δοθέντος η παράλειψη προώθησης των προβαλλομένων ισχυρισμών τους αφήνει ατεκμηρίωτους με αποτέλεσμα να μην υπάρχει οτιδήποτε που να στηρίζει την εγερθείσα από τους Εναγόμενους Ανταπαίτηση. Þ Υπολογισμός τόκου με διαιρέτη το εμπορικό έτος αποτελούμενο από 360 ημέρες αντί του ημερολογιακού έτους το οποίο αποτελείται από 365 ημέρες. Στην Υπεράσπιση τους οι Εναγόμενοι στην παρα.8(β) επικαλούνται, μεταξύ άλλων, ότι οι επίδικες Συμφωνίες είναι άκυρες και/ή ότι κατέστησαν άκυρες λόγω ύπαρξης παρανόμων χρεώσεων από πλευράς Εναγόντων και ισχυρίζονται ότι οι Εναγόμενοι υπολόγιζαν τόκο όχι με βάση τις 365 ημέρες κατά έτος με αποτέλεσμα να χρεώνουν κατά παράβαση του ισχύοντα Νόμου. Κατά την ακρόαση της υπόθεσης ο Μ.Ε.1 παρέπεμψε, συναφώς, στον όρο 2(α) της επίδικης Συμφωνίας (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 2) όπου περιλαμβάνονται τα εξής: «
- Οι διευκολύνσεις που έχουν αναφερθεί πιο πάνω θα χρεώνονται: (α) Με τόκο προς 8,5% το χρόνο πάνω σε ημερήσια χρεωστικά υπόλοιπα. Αυτός ο τόκος θα υπολογίζεται και καταβάλλεται στις 30 Ιουνίου και/ή στις 31 Δεκεμβρίου κάθε χρόνο. Για υπολογισμό του τόκου, οι μήνες θα λογαριάζονται προς όσες μέρες έχει ο καθένας αλλά για να βρεθεί ο τόκος θα λαμβάνεται σαν διαιρέτης το εμπορικό έτος που αποτελείται από 360 ημέρες. ................................». (δική μου υπογράμμιση για σκοπούς έμφασης) Ο Μ.Υ.3 στη μαρτυρία του ισχυρίσθηκε ότι σε όλη τη διάρκεια της συνεργασίας τους με τους Ενάγοντες ο τόκος υπολογίζετο χρησιμοποιώντας παράνομα 360 ημέρες για τον χρόνο, ενώ η Ενάγουσα έπρεπε να χρησιμοποιεί 365 ημέρες.[9] Στην υπόθεση Archbold Investments Ltd κ.α. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2006)1 Α.Α.Δ. 1084 υπήρχε πρόνοια στην επίδικη συμφωνία περί τόκου με διαιρέτη το εμπορικό έτος των 360 ημερών και το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι ο τρόπος υπολογισμού του τόκου επί 360 ημερών αντί 365 δεν οδηγούσε σε χρέωση πέραν του 9%. Στην υπόθεση εκείνη προνοείτο τόκος 8,5% μέχρι την ημερομηνία τερματισμού της συμφωνίας και 9% από τον τερματισμό της συμφωνίας. Το Δικαστήριο έκρινε ότι η χρέωση τόκου με τον πιο πάνω τρόπο υπολογισμού δεν υπερέβαινε το 8,5% μέχρι την ημερομηνία τερματισμού της συμφωνίας.[10] Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προέκυψε από τη μαρτυρία του Μ.Ε.1, η οποία γίνεται αποδεκτή - από το 1995 μέχρι το 1998 το ύψος του επιτοκίου που χρεωνόταν ήταν 8,5%, ενώ από το 1998[11] μέχρι το τέλος του 2000 ήταν 8% αν και στην επίδικη Συμφωνία (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 3) προβλέπετο επιτόκιο 8,5%. Στη βάση δε του αναθεωρημένου λογαριασμού (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 12) που αποτελεί αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού χρησιμοποιήθηκε το 8% μέχρι τον τερματισμό της επίδικης Συμφωνίας και όχι το επιτόκιο του 8,5% που προβλέπεται στη Συμφωνία, δηλ. χρησιμοποιήθηκε χαμηλότερο επιτόκιο. Από τα πιο πάνω δεν προκύπτει, ούτε τέθηκε σε οποιονδήποτε στάδιο κατά την αντεξέταση των μαρτύρων που κατάθεσαν εκ μέρους των Εναγόντων ότι η χρήση του διαιρέτη των 360 αντί 365 καθιστούσε τον χρεωθέντα τόκο πέραν του μεγίστου επιτοκίου που προνοείτο στον περί Τόκων Νόμο του 1977 (Ν.2/77) ενόσω αυτός ίσχυε.[12] Þ Κεφαλαιοποίηση τόκου κατά διάφορα χρονικά διαστήματα επί του συνολικού ποσού της οφειλής. Στην παρα.8(β) της Υπεράσπισης προβλήθηκε ο ισχυρισμός περί κεφαλαιοποίησης τόκου κατά διάφορα χρονικά διαστήματα επί του συνολικού ποσού της οφειλής. Να επισημάνουμε εδώ ότι το μόνο που ισχυρίσθηκε ο Εναγόμενος 3 κατά το στάδιο της μαρτυρίας του ήταν ότι στην επίδικη Συμφωνία (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 2) στην παρα.2(α) αναφέρεται ότι γίνεται ανατοκισμός κάθε 30 Ιουνίου και 31 Δεκεμβρίου. Από τη μαρτυρία του Μ.Ε.1 - η οποία έγινε αποδεκτή - προέκυψε ότι η χρέωση τόκου γινόταν ανά τριμηνία και φαινόταν στο υπόλοιπο αλλά δεν τοκίζετο και δεν γινόταν κεφαλαιοποίηση μέχρι το
- Επομένως, ούτε αυτός ο ισχυρισμός ευσταθεί και απορρίπτεται. Þ Χρέωση τόκου πέραν του επιτρεπόμενου από την ισχύουσα νομοθεσία. Στην παρα.8(β) της Υπεράσπισης προβλήθηκε ο ισχυρισμός περί χρέωσης τόκου πέραν του επιτρεπόμενου από την ισχύουσα νομοθεσία. Από τη μαρτυρία του Μ.Ε.1 προέκυψε ότι από το 1995 χρεώνετο τόκος 8,5%, ενώ από το 1998 μέχρι τέλος 2000 χρεώνετο τόκος σε ποσοστό 8%. Εν συνεχεία το ύψος του επιτοκίου είχε ως εξής: - 1.1.01 8% - 13.8.01 9,25% - 20.9.01 8,75% - 5.11.01 8,25% - 11.4.02 (ημερομηνία τερματισμού) 11%. Μέχρι δηλαδή που άλλαξε η νομοθεσία με τον περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμο του 1999 (Ν.160(Ι)/99) η χρέωση που γινόταν ήταν σύμφωνη με την ισχύουσα νομοθεσία. Κατά συνέπεια ούτε και ο πιο πάνω ισχυρισμός ευσταθεί και, συνεπώς, απορρίπτεται. Þ Μη τερματισμός της λειτουργίας του επίδικου λογαριασμού- μη κοινοποίηση στους Εναγόμενους 2-4 των επιστολών τερματισμού. Για να καταστεί ένα ποσό απαιτητό και να είναι δυνατή η διεκδίκηση του θα πρέπει να προηγηθεί τερματισμός της σχετικής συμφωνίας ή λογαριασμού. Η προϋπόθεση αυτή δεν είναι ασύνδετη με τους όρους της επίδικης Συμφωνίας (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 2). Σχετικός είναι δε ο όρος 3 αυτής που έχει ως εξής: «
- Η Τράπεζα δικαιούται όποτε θέλει και χωρίς προειδοποίηση προς τον πελάτη, να τερματίσει τη λειτουργία οποιουδήποτε λογαριασμού και/ή να καταστήσει απαιτητή οποιαδήποτε διευκόλυνση που παραχωρήθηκε ή που θα παραχωρηθεί στον πελάτη και να ζητήσει από τον πελάτη να πληρώσει αμέσως όλα τα ποσά τα οποία ο πελάτης οφείλει στην Τράπεζα συμπεριλαμβανομένου κεφαλαίου, τόκου, προμήθειας και οποιουδήποτε άλλου οφειλόμενου ποσού σε σχέση με οποιαδήποτε έξοδα, χρεώσεις και δαπάνες.» Στην περίπτωση τρεχούμενου λογαριασμού χρηματοπιστωτικών διευκολύνσεων ο τερματισμός του λογαριασμού συνιστά πράξη προσδιοριστική του χρέους και, συναφώς, των αντιστοίχων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων. Επομένως ο τερματισμός του και ο καθορισμός του ποσού αποτελούν πράξη προσδιοριστική του ποσού το οποίο καθίσταται απαιτητό.[13] Στο σημείο αυτό θα πρέπει να εξετασθούν τα εξής ζητήματα: (i) Κατά πόσο νομικά οι Ενάγοντες υποχρεούντο εν πάση περιπτώσει να απαιτήσουν γραπτώς πληρωμή από τους εγγυητές, Εναγόμενους 2, 3 και
- (ii) Κατά πόσο οι Ενάγοντες έδωσαν ή όχι συμβατικά αποδεκτή ειδοποίηση προς τους εγγυητές. Ως προς το πρώτο ζήτημα το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Lombard Natwest Ltd v. Παναγιώτη Λαζαρίδη
(1999)1 Α.Α.Δ. 1465 επιβεβαίωσε με παραπομπή στην απόφαση στην υπόθεση Savvides n. Cristofides
(1978)1 C.L.R. 303 ότι εφόσον το χρέος καταστεί πληρωτέο από τον πρωτοφειλέτη, ο εγγυητής καθίσταται παράλληλα υπόλογος για την αποπληρωμή του χωρίς να παρίσταται ανάγκη, εκτός αν γίνεται πρόνοια περί του αντιθέτου, υποβολής αξίωσης από το δανειστή προς τον εγγυητή να το αποπληρώσει. Μπορεί, όμως, τα μέρη να καταστήσουν την παροχή ειδοποίησης από το δανειστή στον εγγυητή μέρος της συμφωνίας για την ανάκτηση του. Και σε εκείνη ακόμα την περίπτωση η παροχή ειδοποίησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για τη γένεση του δικαιώματος αλλά δευτερεύοντα όρο για την εκτελεστότητα του χρέους, δηλαδή τη δυνατότητα ανάκτησης του. Όπως αναφέρθηκε στην αγγλική υπόθεση Stimpson v. Smith
(1999)2 All E.R. 833 η οποία αναφέρθηκε με επιδοκιμασία στην υπόθεση Λαζαρίδη (ανωτέρω), ο όρος για την παροχή ειδοποίησης προς τον εγγυητή να καταβάλει το χρέος του πρωτοφειλέτη σηματοδοτεί, όπως το έθεσε ο Δικαστής Tuckley LJ ". the time from which the liability can be enforced". Στις Συμφωνίες Εγγύησης (ΤΕΚΜΗΡΙΑ 4, 5 και 6) αναφέρεται στον όρο 2 ότι: «Εγώ, ο πιο κάτω υπογεγραμμένος, με την παρούσα εγγυούμαι όλες τις υποχρεώσεις του Πρωτοφειλέτη προς την Τράπεζα, είτε οι υποχρεώσεις αυτές είναι παρούσες ή μελλοντικές, είτε κατέστησαν ή που πιθανόν να καταστούν απαιτητές, είτε αυτές είναι προσωπικές ή κοινές με οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο ή πρόσωπα και είτε είναι άμεσοι ή έμμεσοι, αναλαμβάνω δε να σας πληρώσω μόλις μου το ζητήσετε οποιοδήποτε ποσό χρημάτων ήθελε καταστεί πληρωτέο σε σας σε σχέση με τις ρηθείσες υποχρεώσεις του Πρωτοφειλέτη ή οποιαδήποτε από αυτές, συμπεριλαμβανομένων τόκων, τραπεζικών δικαιωμάτων, δικηγορικών και άλλων εξόδων.» (δική μου υπογράμμιση για σκοπούς έμφασης) Περαιτέρω στον όρο 10 των προαναφερόμενων Συμφωνιών Εγγυήσεως διαλαμβάνεται ότι: «Γραπτή ζήτηση βάσει της παρούσας θα θεωρείται ότι έγινε με τον κατάλληλο τρόπο από μένα ή τους διαχειριστές της περιουσίας μου αν δοθεί με επιστολή που θα έχει σταλεί με συνηθισμένο ταχυδρομείο στη διεύθυνση που αναφέρεται πιο κάτω και θα έχει πλήρη ισχύ παρά την τυχόν αλλαγή στη διεύθυνση μου και κοινοποίηση της αλλαγής αυτής προς την Τράπεζα, και τέτοια ζήτηση θα θεωρείται ότι λήφθηκε από μένα ή τους διαχειριστές της περιουσίας μου 24 ώρες μετά την ταχυδρόμηση της και θα είναι ισχυρή αν υπογραφεί από οποιοδήποτε υπάλληλο της Τράπεζας, και για απόδειξη της ταχυδρόμησης θα είναι αρκετό να αποδειχθεί ότι ρίφθηκε ο φάκελος που περιέχει τη ζήτηση στο ταχυδρομείο, νοουμένου ότι ο φάκελος έφερε τη σωστή διεύθυνση.» (δική μου υπογράμμιση για σκοπούς έμφασης) Στην υπό εξέταση υπόθεση είναι φανερό ότι οι συμβαλλόμενοι, δηλ. η Τράπεζα από τη μία (Ενάγοντες), και οι εγγυητές από την άλλη (Εναγόμενοι 2, 3 και 4), κατέστησαν μέρος της Συμφωνίας Εγγύησης την αναγκαιότητα παροχής προς τους εγγυητές ειδοποίησης και δη γραπτής έτσι ώστε να άρχεται η δυνατότητα ανάκτησης απ΄ αυτούς του οφειλόμενου ποσού. Αυτό είναι ξεκάθαρο από τις συνδυασμένες πρόνοιες των όρων 2 και 10 των Συμφωνιών Εγγύησης (ΤΕΚΜΗΡΙΑ 4, 5 ΚΑΙ 6). Όπως συνάγεται από το λεκτικό του όρου 10, η ζήτηση θα πρέπει να είναι γραπτή, εάν δε ικανοποιεί τις προϋποθέσεις που τίθενται στο όρο αυτό, τότε δημιουργείται ένα τεκμήριο ότι υπήρξε καλή ειδοποίηση και ένα αντίστοιχο κώλυμα στον εγγυητή να αμφισβητήσει το ότι υπήρξε αυτή η επίδοση. Με άλλα λόγια στην παρούσα υπόθεση και στην απουσία άλλης μαρτυρίας για επίδοση της ειδοποίησης, οι Ενάγοντες θα θεωρούνταν ότι είχαν προβεί στη δέουσα αποστολή της ειδοποίησης πληρωμής αν αποδείκνυαν ότι απηύθυναν προς τους εγγυητές τις επιστολές ΤΕΚΜΗΡΙΑ 13 και 14 στη διεύθυνση τους η οποία φαίνεται στο τέλος του κειμένου των Συμφωνιών εγγύησης τις οποίες και ταχυδρόμησαν, δηλ. ρίχνοντας τις επιστολές αυτές στο ταχυδρομείο. Σε σχέση με αυτό το ζήτημα σχετική είναι η μαρτυρία του Μ.Ε.
- Ο Μ.Ε.1 κατέθεσε ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 13 δέσμη επιστολών ημερ. 11.4.02 προς τον πρωτοφειλέτη (Εναγόμενη 1) και ειδοποίηση ως προς τον τερματισμό προς τους εγγυητές Εναγόμενους 2, 3 και
- Επισημαίνεται ότι από την αντεξέταση του Εναγόμενου 3 ο οποίος έδωσε μαρτυρία και εκ μέρους της Εναγόμενης 1 και της Εναγόμενης 2 υπό την ιδιότητα του Διευθυντή αυτών των Εταιρειών παραδέχτηκε ότι η Εναγόμενη 1 έλαβε την επιστολή τερματισμού ημερ. 11.4.02 εκ μέρους της Εταιρείας και ότι σ΄ αυτή την επιστολή αναγράφεται η σωστή διεύθυνση. Επισημαίνεται εδώ ότι η διεύθυνση επί του ΤΕΚΜΗΡΙΟΥ 13 δείχνει σαν διεύθυνση της Εναγόμενης 1 την Λεωφόρο Λεμεσού 35, 2220 Λατσιά που είναι η διεύθυνση την οποία ο ίδιος ο Εναγόμενος 3 έδωσε στην Τράπεζα μέσω του ΤΕΚΜΗΡΙΟΥ 16 («Δήλωση Οικογενειακών/Οικονομικών στοιχείων φυσικών προσώπων»). Όπως δε διαλαμβάνει στην παρα.14 της επίδικης Συμφωνίας (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 2): «Κάθε κοινοποίηση/ειδοποίηση βάση του παρόντος εγγράφου μπορεί να δοθεί στον πελάτη με συνηθισμένο ταχυδρομείο ή στο χέρι στη διεύθυνση που είναι δηλωμένη εδώ ή σ΄ οποιαδήποτε διεύθυνση τυχόν δώσει ο πελάτης στην Τράπεζα, ή στην τελευταία γνωστή του διεύθυνση». Όσον αφορά την αποστολή επιστολών ενημέρωσης προς τους εγγυητές Εναγόμενους 2, 3 και 4 για τον τερματισμό της λειτουργίας του επίδικου λογαριασμού πρέπει εν πρώτοις να γίνει αναφορά στους δικογραφημένους ισχυρισμούς της Υπεράσπισης. Στην παρα.10 της Υπεράσπισης γίνεται παραδοχή της αποστολής των επιστολών που αναφέρονται στην παρ. 10 της Έκθεσης Απαίτησης, δηλ. για τις επιστολές ημερ. 11.4.02 και 9.3.05 (ΤΕΚΜΗΡΙΑ 13 και 14 αντίστοιχα). Εν πάση δε περιπτώσει οι διευθύνσεις επί των επιστολών των εγγυητών στα ΤΕΚΜΗΡΙΑ 13 και 14 φαίνονται στο ΤΕΚΜΗΡΙΟ 16 που δόθηκε από τον Εναγόμενο 3 στο κατάστημα των Εναγόντων στη Μακαρίου (Λεωφόρος Λατσιών 91, Γέρι), όπως, επίσης, και στο ΤΕΚΜΗΡΙΟ 33 το πρωτότυπο του οποίου ο Εναγόμενος 3 είχε δώσει στην Τράπεζα και το οποίο ο ίδιος είχε συμπληρώσει και στο τέλος το είχε υπογράψει η σύζυγος του, Εναγόμενη
- Σε τελική ανάλυση η διεύθυνση στην οποία η Τράπεζα απέστελλε την αλληλογραφία ήταν αυτή που δηλώθηκε από τους Εναγόμενους οι οποίοι δεν ισχυρίσθηκαν ότι ειδοποίησαν τους Ενάγοντες για οποιαδήποτε νέα ή άλλη διεύθυνση. Όπως αποφασίσθηκε στην υπόθεση Βarclays Bank Plc v. J.G.L. (Constructions) Ltd κ.α.
(2000)1 Α.Α.Δ.1726 «καθόσον δεν γνωστοποιήθηκε οποιαδήποτε αλλαγή διεύθυνσης η αποστολή των επιστολών τερματισμού στις διευθύνσεις που ανεγράφοντο επί των ενοικιαγορών συνιστούσε νόμιμο τερματισμό τους». Το γεγονός δε ότι η αποστολή των επίδικων εγγράφων δεν αμφισβητήθηκε, ούτε και υπάρχει μαρτυρία για την επιστροφή τους από το ταχυδρομείο, θα ήταν αρκετό για να οδηγήσει στο κατά τεκμήριο συμπέρασμα και σε εκ πρώτης όψεως απόδειξη ότι αυτές παρελήφθηκαν από τους αποδέκτες τους.[14] ΕΥΡΗΜΑΤΑ Κατ΄ ακολουθία της αξιολόγησης που προηγήθηκε στην προσαχθείσα μαρτυρία προχωρώ στη διατύπωση των σχετικών ευρημάτων του Δικαστηρίου: ü Στις 6.6.95 οι Ενάγοντες συμφώνησαν με την Εναγόμενη 1 όπως συνεχίσουν να τους παρέχουν δάνεια και/ή τραπεζικές διευκολύνσεις υπό την εγγύηση των Εναγομένων 2, 3, 4 και της Αρτέμιδος Δημητρίου η οποία απεβίωσε. Η γραπτή Συμφωνία ημερ. 6.6.95 κατατέθηκε ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ
- ü Δυνάμει απόφασης/έγκρισης ημερ. 9.3.98 οι Ενάγοντες ενέκριναν στην Εναγόμενη 1 προσωρινή αύξηση του ορίου του τρεχούμενου λογαριασμού τους υπ. Αρ. 0113-11-008457 από Λ.Κ.150.000 σε Λ.Κ.200.000 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 3). ü Στις 26.11.96 υπογράφτηκε από μέρους της Εναγόμενης 2 εγγυητήριο έγγραφο με το οποίο εγγυήθηκε όλες τις υποχρεώσεις της Εναγόμενης 1 είτε αυτές είναι παρούσες ή μελλοντικές είτε αυτές κατέστησαν ή ενδέχεται να καταστούν απαιτητές, είτε είναι προσωπικές ή κοινές με οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο είτε είναι άμεσες ή έμμεσες. Η αναφερόμενη εγγύηση της Εναγόμενης 2 θα ισχύει για το τελικό ποσό που δυνατόν να καταστεί πληρωτέο στους Ενάγοντες από την Εναγόμενη
- Αντίγραφο του Εγγυητηρίου Εγγράφου ημερ. 26.11.96 κατατέθηκε ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ
- ü Στις 26.11.96 υπογράφτηκε εγγυητήριο έγγραφο από μέρους των Εναγομένων 3 και 4 σύμφωνα με το οποίοι Εναγόμενοι 3 και 4 εγγυήθηκαν όλες τις υποχρεώσεις της Εναγόμενης 1 είτε αυτές είναι παρούσες ή μελλοντικές, είτε αυτές κατέστησαν ή ενδέχεται να καταστούν απαιτητές είτε είναι προσωπικές ή κοινές με οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο και είτε είναι άμεσες ή έμμεσες. Η αναφερόμενη εγγύηση των Εναγομένων 3 και 4 θα ισχύει για το τελικό ποσό που δυνατόν να καταστεί πληρωτέο στους Ενάγοντες από την Εναγόμενη
- Αντίγραφο του Εγγυητηρίου Εγγράφου ημερ. 26.11.96 κατατέθηκε ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ
- ü Στις 6.6.95 υπογράφτηκε εγγυητήριο έγγραφο από μέρους των Εναγομένων 3, 4 και της Αρτέμιδος Δημητρίου, η οποία απεβίωσε, σύμφωνα με το οποίο οι Εναγόμενοι 3, 4 και η Άρτεμης Δημητρίου εγγυήθηκαν όλες τις υποχρεώσεις της Εναγομένης 1 είτε αυτές είναι παρούσες ή μελλοντικές, είτε αυτές κατέστησαν ή ενδέχεται να καταστούν απαιτητές είτε είναι προσωπικές ή κοινές με οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο και είτε είναι άμεσες ή έμμεσες. Η αναφερόμενη εγγύηση των Εναγομένων 3, 4 και της Αρτέμιδος Δημητρίου θα ισχύει για το τελικό ποσό που δυνατόν να καταστεί πληρωτέο στους Ενάγοντες από την Εναγόμενη
- Αντίγραφο του Εγγυητηρίου Εγγράφου ημερ. 6.6.95 κατατέθηκε ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ
- ü Προς περαιτέρω εξασφάλιση και εγγύηση προς τους Ενάγοντες των υποχρεώσεων της Εναγομένης 1, η Εναγόμενη 2 υποθήκευσε το κτήμα της το οποίο περιγράφεται στην παράγραφο 8 της Γραπτής Δήλωσης με τέσσερις υποθήκες, στοιχεία των οποίων καταγράφονται στην εν λόγω παράγραφο. Κατατέθηκαν ως ΤΕΚΜΗΡΙΑ 7, 8, 9 ΚΑΙ 10 οι τέσσερις υποθήκες που αφορούν το ενυπόθηκο ακίνητο. ü Οι Ενάγοντες παρεχώρησαν στην Εναγόμενη 1 την αναφερθείσα αύξηση του ορίου του τρεχουμένου λογαριασμού τους υπ. Αρ. 0113-11-008457 ο οποίος άλλαξε σε 0194-11-005227 και αφού μεταφέρθηκε στο τμήμα προβληματικών λογαριασμών της Τράπεζας (Recoveries), άλλαξε σε 0184-22-000549 σαν μέρος των εσωτερικών κανονισμών της Τράπεζας, ü Οι Ενάγοντες με επιστολές τους ημερ. 11.4.02 και 9.3.05 κάλεσαν την πρωτοφειλέτιδα εταιρεία, Εναγόμενη 1 και τους Εναγόμενους 2, 3 και 4 όπως εξοφλήσουν το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού της Εναγόμενης 1 πλέον τόκους. Οι επιστολές κατατέθηκαν ως ΤΕΚΜΗΡΙΑ 13 ΚΑΙ
- Οι επιστολές έχουν σταλεί στις διευθύνσεις που οι ίδιοι οι Εναγόμενοι έχουν δώσει οι οποίες εμφαίνονται επί των πιο πάνω Τεκμηρίων, ενώ δεν έχουν επιστραφεί πίσω στην Τράπεζα. ü Οι Ενάγοντες απέστελλαν ανελλιπώς προς την Εναγόμενη 1 καταστάσεις λογαριασμού. ü Ο αρχικός λογαριασμός όταν άνοιξε ήταν ο υπ΄ αρ. 0113-11-008454 όπως φαίνεται στο ΤΕΚΜΗΡΙΟ
- Στη συνέχεια άλλαξε ο αριθμός στον αριθμό 0194-11-005227 γιατί μεταφέρθηκε σε συγκεκριμένη ημερομηνία σε λογαριασμό Business Center που αποτελεί μονάδα που δημιουργήθηκε από την Τράπεζα για τον χειρισμό μεγάλων πελατών. Μετέπειτα ο λογαριασμός της Εναγομένης 1 μεταφέρθηκε στο Τμήμα Προβληματικών Λογαριασμών της Τράπεζας στην Υπηρεσία Recoveries και άλλαξε σε υπ΄ αρ. 0184-22-
- ü Ο Εναγόμενος 3, Διευθυντής της Εναγόμενης 1 και Εναγόμενης 2 είχε αποστείλει επιστολές προς την Τράπεζα με εισήγηση για διευθέτηση των υποχρεώσεων τους και έγιναν συναντήσεις με τον Μ.Ε.
- Συμφωνήθηκε δε ένα πλαίσιο διευθέτησης το οποίο και ετηρήθη μερικώς. Ο Εναγόμενος 3 ήταν συνεχώς σε επαφή με την Τράπεζα για εξεύρεση συμβιβαστικής λύσης για τις καθυστερήσεις και είχε στείλει σωρεία επιστολών προτείνοντας διάφορα πλαίσια διευθέτησης. ü Το ύψος επιτοκίου που χρεώνετο από το 1995 ήταν 8,5%, ενώ από το 1998 μέχρι τέλος του 2000 8%, την 1.1.01 8%, 13.8.01 9,25%, στις 20.9.01 8,75%, στις 5.11.01 8,25%, στις 11.4.02 (ημερομηνία τερματισμού) 11%. Για σκοπούς υπολογισμού του τόκου λαμβάνετο υπόψη σαν διαιρέτης το εμπορικό έτος που αποτελείται από 360 ημέρες. Þ Απόδειξη διεκδικούμενου υπολοίπου - ελλειπείς καταστάσεις λογαριασμού - κενό στη μαρτυρία των Εναγόντων. Oι Εναγόμενοι αρνούνται μέσα από τους δικογραφημένους ισχυρισμούς τους στην Υπεράσπιση ότι οφείλουν οιονδήποτε ποσό αιτούμενοι παράλληλα την απόρριψη της αγωγής. Η θέση αυτή υπεβλήθη εξάλλου και κατά το στάδιο της ακρόασης στους μάρτυρες της πλευράς των Εναγόντων οι οποίοι και την απέρριψαν όπως, επίσης, και μέσα στα πλαίσια της μαρτυρίας που προσέφερε ο Εναγόμενος
- Όπως είναι πάγια νομολογημένο στις πολιτικές υποθέσεις το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους του Ενάγοντα ο οποίος θα πρέπει να ικανοποιήσει με επαρκή μαρτυρία και αποδεικτικά στοιχεία ότι η θέση και η εκδοχή του, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, είναι πιο πιθανή παρά όχι. Ανάμεσα στα επίδικα ζητήματα της παρούσας υπόθεσης ήταν και η απόδειξη του διεκδικούμενου υπολοίπου. Για το σκοπό αυτό η πλευρά των Εναγόντων κατέθεσε καταστάσεις λογαριασμού, τα ΤΕΚΜΗΡΙΑ 11A, Β και Γ όπως, επίσης, και το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 12 που επρόκειτο για ανακατασκευή λογαριασμών για σκοπούς αφαίρεσης διαφόρων χρεώσεων και περιορισμού της αξίωσης των Εναγόντων. Να επισημάνω εδώ ότι, όπως υποδεικνύεται στη νομολογία, η αναδόμηση λογαριασμών είναι επιτρεπτή ενέργεια που δεν μπορεί να θεωρηθεί εκτός δικογράφων όταν κρίνεται από την Τράπεζα ότι θα πρέπει να διαμορφώσει το ποσό της απαίτησης προς τα κάτω με αφαίρεση χρεώσεων και δικαιωμάτων ή με διαφορετικό υπολογισμό των τόκων.[15] Όπως προέκυψε από την προσαχθείσα μαρτυρία στην προκειμένη περίπτωση η επίδικη Συμφωνία που υπεγράφη μεταξύ των Εναγόντων και της Εναγόμενης 1 στις 6.6.1995 αφορά συνέχιση λειτουργίας ενός τρεχούμενου λογαριασμού που προϋπήρχε και ο οποίος είχε ανοίξει το
- Αφορούσε δε σε αύξηση ορίου του τρεχουμένου λογαριασμού. Η πλευρά των Εναγόντων, λόγω του ότι μηχανογραφημένες καταστάσεις λογαριασμών υπήρχαν από το 1991, κατέθεσαν τα ΤΕΚΜΗΡΙΑ 11A, Β και Γ τα οποία αφορούν την κίνηση του λογαριασμού από την περίοδο 1.8.91 - 11.4.02 που έγινε ο τερματισμός της λειτουργίας του αναφερόμενου λογαριασμού. Στο ΤΕΚΜΗΡΙΟ 11Α που αρχίζει με την περίοδο 1.8.91 προκύπτει ότι την 1.8.91 υπάρχει υπόλοιπο από μεταφορά (previous balance) το ποσό των Λ.Κ.25.119,
- Αυτό το ποσό καταγράφεται, επίσης, στην καταχώρηση της ημερομηνίας 31.7.91 (account balance). Όπως προέκυψε η βάση της απαίτησης των Εναγόντων είναι οι καταστάσεις λογαριασμού ΤΕΚΜΗΡΙΑ 11Α, Β και Γ ως, επίσης, και η αναθεωρημένη κατάσταση ΤΕΚΜΗΡΙΟ
- Στο σημείο αυτό να πούμε δύο λόγια σε σχέση με τον τρόπο που πρέπει να αντιμετωπιστούν οι πιο πάνω καταστάσεις λογαριασμού. Η πλευρά των Εναγόντων έχει επικαλεστεί τις πρόνοιες του Άρθρου 22 του περί Αποδείξεως Νόμου ΚΕΦ.9 που προνοεί τα εξής: «22.-
(1)Τηρoυμέvωv τωv διατάξεωv τoυ παρόvτoς άρθρoυ, αvτίγραφo καταχώρισης σε τραπεζικά βιβλία γίvεται δεκτό σε όλες τις voμικές διαδικασίες ως εκ πρώτης όψεως απόδειξη τέτoιας καταχώρισης και τωv θεμάτωv, δoσoληψιώv και λoγαριασμώv πoυ είvαι καταχωρισμέvα σ' αυτό.»
(2)Αvτίγραφo καταχώρισης σε τραπεζικό βιβλίo δε γίvεται δεκτό ως απόδειξη δυvάμει τoυ παρόvτoς άρθρoυ, εκτός αv απoδειχθεί ότι κατά τo χρόvo της καταχώρισης τo βιβλίo ήταv έvα από τα συvήθη βιβλία της τράπεζας και η καταχώριση έγιvε κατά τη συvήθη και καvovική διεξαγωγή τωv εργασιώv και ότι τo βιβλίo βρίσκεται υπό τη φύλαξη και τov έλεγχo της τράπεζας. Μαρτυρία για τo πιo πάvω δύvαται vα δoθεί από διευθυvτή ή υπάλληλo της τράπεζας είτε πρoφoρικά είτε με έvoρκη δήλωση.
(3)Αvτίγραφo της καταχώρισης σε τραπεζικό βιβλίo δε γίvεται δεκτό ως απόδειξη δυvάμει τoυ παρόvτoς άρθρoυ, εκτός αv απoδειχθεί περαιτέρω ότι τo αvτίγραφo έχει συγκριθεί με τηv αρχική καταχώριση και διαπιστώθηκε ότι είvαι oρθό. Μαρτυρία για τo πιo πάvω δύvαται vα δoθεί είτε πρoφoρικά είτε με έvoρκη δήλωση, από πρόσωπo τo oπoίo έλεγξε τo αvτίγραφo με τηv αρχική καταχώριση.
(2)Στο παρόν άρθρο- 'τράπεζα' ή 'τραπεζίτης' σημαίνει τράπεζα η οποία έχει άδεια να διεξάγει τραπεζική εργασία δυνάμει του περί Τραπεζικών Εργασιών (Προσωρινοί Περιορισμοί) Νόμου. 'τραπεζικά βιβλία', οπουδήποτε απαντάται, εκτός αν από το κείμενο προκύπτει διαφορετική έννοια, περιλαμβάνει καθολικά, ημερολόγια, ταμεία, λογιστικά βιβλία και άλλα αρχεία χρησιμοποιούμενα κατά τη συνήθη εργασία τράπεζας, είτε αυτά είναι σε γραπτή μορφή είτε φυλάσσονται σε μικροταινίες, μαγνητοταινίες ή σε οποιαδήποτε άλλη μορφή μηχανικού ή ηλεκτρονικού μηχανισμού ανάκτησης πληροφοριών.» Στα εδάφια
(2)και
(3)του Άρθρου 22 τίθενται οι προϋποθέσεις που πρέπει να υπάρχουν ώστε να γίνει αποδεκτό έγγραφο (αντίγραφο). Οι προϋποθέσεις είναι: - Κατά το χρόνο καταχώρισης το βιβλίο να ήταν ένα από τα συνήθη βιβλία της Τράπεζας. - Η καταχώριση να έγινε κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών της. - Το βιβλίο να βρίσκεται από τη φύλαξη και τον έλεγχο της Τράπεζας. - Το αντίγραφο να έχει συγκριθεί με την αρχική καταχώριση και να διαπιστώθηκε ότι είναι ορθό. Οι πιο πάνω προϋποθέσεις μπορούν να αποδειχθούν με σχετική ένορκη δήλωση ή προφορική μαρτυρία. Για τις πρώτες τρεις αρκεί η μαρτυρία Διευθυντή ή υπαλλήλου της Τράπεζας, ενώ για την τελευταία, απαιτείται μαρτυρία από το πρόσωπο το οποίο έλεγξε το αντίγραφο με την αρχική καταχώριση. Οι καταστάσεις λογαριασμού που έχουν κατατεθεί ως Τεκμήρια 11 A, B και Γ, ενόψει του ΄Αρθρου 22 (ανωτέρω), συνιστούν εκ πρώτης όψεως απόδειξη των καταχωρήσεων, θεμάτων, δοσοληψιών και λογαριασμών που είναι καταχωρημένα σε αυτές. Το ΄Αρθρο 22 δημιουργεί ένα μαχητό τεκμήριο που αντιστρέφει το βάρος απόδειξης. Η συνέπεια της εφαρμογής του τεκμηρίου είναι να υποβοηθηθεί ο διάδικος προς όφελος του οποίου αυτό εγείρεται και να αναμένει να δει κατά πόσο ο αντίδικος θα αμφισβητήσει το τεκμήριο και θα παρουσιάσει ανταπόδειξη προς αντίκρουση του τεκμηρίου. Το βάρος απόδειξης, επομένως, για αντίκρουση των καταχωρίσεων στους επίδικους λογαριασμούς, ή, καλύτερα, στις καταστάσεις των επίδικων λογαριασμών έχουν οι εναγόμενοι. Με άλλα λόγια το αποδεικτικό βάρος απόδειξης μετατίθεται στους ώμους των Εναγομένων. Για το ζήτημα αυτό είναι αρκετό να παραπέμψουμε στην υπόθεση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Λάμπρος Χαριλάου Λτδ κ.α.
(2009)1 Α.Α.Δ.479 όπου στη σελ. 493 λέχθηκαν τα εξής: «Η πιο πάνω εισήγηση είναι ορθή. Η εφεσείουσα τράπεζα απέδειξε τη νομότυπη υπογραφή της συμφωνίας (Τ.1), την σύναψη της συμφωνίας εγγύησης (Τ.8) και το υπόλοιπο του λογαριασμού με την κατάθεση των Τεκμηρίων 9 και
- Οι καταστάσεις του λογαριασμού (Τ.9 και 11), μαζί με την πιστοποίηση του αρμόδιου Λειτουργού της εφεσείουσας τράπεζας, ότι αυτά αποτελούσαν απόσπασμα του ηλεκτρονικού αρχείου της τράπεζας, συνιστούσαν εκ πρώτης όψεως απόδειξη των σχετικών καταχωρίσεων (Άρθρο 22 του Κεφ. 9 όπως έχει τροποποιηθεί). Από τη στιγμή που τα πιο πάνω έγγραφα έγιναν εκ συμφώνου αποδεκτά το περιεχόμενό τους συνιστούσε ικανοποιητική μαρτυρία που μπορούσε να οδηγήσει σε απόδειξη των ισχυρισμών της εφεσείουσας τράπεζας. Έτσι το βάρος απόδειξης μετατέθηκε στους ώμους των εφεσίβλητων για να αποδείξουν την μη ύπαρξη των καταχωρίσεων και/ή την καταχώριση λανθασμένων καταχωρίσεων προς υποστήριξη των ισχυρισμών τους. Οι εφεσίβλητοι απέτυχαν να αντικρούσουν την πιο πάνω μαρτυρία. Στην ουσία υπήρξε αντιστροφή του βάρους απόδειξης από το Δικαστήριο.» Εκείνο, ωστόσο, το οποίο προκύπτει είναι ότι δεν έχει παρουσιαστεί οποιαδήποτε κατάσταση αναφορικά με την κίνηση λογαριασμού για την περίοδο από το 1985 -1.8.91, ήτοι από την ημερομηνία που ο επίδικος τρεχούμενος λογαριασμός τέθηκε σε λειτουργία. Επαναλαμβάνω. Οι καταστάσεις λογαριασμού που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου αφορούν την κίνηση του επίδικου λογαριασμού από 1.8.91 μέχρι 11.4.
- Με άλλα λόγια δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου οτιδήποτε που να δείχνει τις όποιες χρεοπιστώσεις και τον τρόπο υπολογισμού τους στον εν λόγω λογαριασμό κατά την πιο πάνω αναφερόμενη χρονική περίοδο, με αποτέλεσμα να υπάρχει αβεβαιότητα ως προς το πώς προκύπτει το ποσό που χαρακτηρίζεται στις πιο πάνω καταστάσεις λογαριασμού ως προηγούμενο υπόλοιπο (previous balance). Oι όποιες αναφορές και τοποθετήσεις των μαρτύρων από πλευράς των Εναγόντων ότι το υπόλοιπο και οφειλόμενο ποσό του επίδικου λογαριασμού είναι όπως αυτό αποτυπώνεται στις καταστάσεις λογαριασμού ΤΕΚΜΗΡΙΑ 11Α, Β και Γ ως, επίσης, και το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 12, χωρίς οτιδήποτε άλλο που να το εξηγεί και να το θεμελιώνει, με δεδομένη μάλιστα στην προκειμένη περίπτωση την άρνηση της πιο πάνω θέσης και την υποβολή αντιθέτων από πλευράς Υπεράσπισης επί τούτου θέσεων, καταλήγει να είναι ένας ισχυρισμός χωρίς αποδεικτική αξία. Ούτε φυσικά η θέση που προβλήθηκε από τον Μ.Ε.1 ότι τα πιο πάνω Τεκμήρια που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου είναι αρκετά για να αποδείξουν το οφειλόμενο υπόλοιπο, μπορεί να έχει οποιαδήποτε σημασία αν δεν παρουσιάζονται τα σχετικά αποδεικτικά στοιχεία στην πληρότητά τους και χωρίς την ύπαρξη οποιουδήποτε κενού. Λέω σε συμφωνία με τα όσα υποστήριξε ο συνήγορος Υπεράσπισης ότι στις καταστάσεις λογαριασμού ΤΕΚΜΗΡΙΑ 11Α, Β και Γ παρουσιάζεται ποσό το οποίο φαίνεται να έχει μεταφερθεί από τα προηγούμενα έτη για τα οποία δεν υπάρχει οποιαδήποτε μαρτυρία σε σχέση με την κίνηση του λογαριασμού, όπως τι ποσά πληρώθηκαν από την Εναγόμενη 1 και τι τόκος χρεώθηκε και προκύπτει ότι το εν λόγω ποσό εκ μεταφοράς έχει ενσωματωθεί στην αξίωση των Εναγόντων χωρίς, ωστόσο, να έχει παρουσιαστεί ενώπιον του Δικαστηρίου αναλυτική κατάσταση για την κίνηση του λογαριασμού τα προηγούμενα αυτά έτη. Ενώ ο Μ.Ε.1 δέχτηκε ότι το 1985 άνοιξε ο επίδικος τρεχούμενος λογαριασμός, επεσήμανε ότι οι καταστάσεις λογαριασμού από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή, δηλ. μηχανογραφημένες, υπήρχε η δυνατότητα εκτύπωσης τους από το 1991 και ότι αυτές οι καταστάσεις από το 1991 μέχρι και την ημέρα του κλητηρίου βρίσκονται στο Δικαστήριο. Όταν του τέθηκε μάλιστα ότι δεν μπορούμε να ξέρουμε τι πληρωμές έγιναν πριν το 1991 από την Εναγόμενη 1 με βάση το λογαριασμό, αυτός απάντησε καταφατικά προσθέτοντας ότι από το 1985 μέχρι 1991 δεν υπάρχουν στοιχεία. Δεν διαφεύγει, ωστόσο, της προσοχής μου ότι σ΄ άλλο σημείο της αντεξέτασης του διαφοροποίησε αυτή τη θέση του αναφέροντας ότι δεν γνώριζε κατά πόσο από το 1985-1991 υπήρχαν καταστάσεις λογαριασμού φυλαγμένες στο υποκατάστημα όπου λειτουργούσε ο επίδικος λογαριασμός. Για να προσθέσει σ΄ άλλο σημείο της μαρτυρίας του ότι δεν έδωσε οδηγίες να ψάξουν για εντοπισμό καταστάσεων λογαριασμού από το 1985 και μετά. Πρόσθεσε, ακόμη, ότι επειδή έγιναν σωρεία χορηγήσεων και αυξήσεων ορίων και προσωρινών διευκολύνσεων θεωρεί ότι όλα αυτά έγιναν αποδεκτά από την Εναγόμενη
- Όπως μάλιστα το έθεσε, αν οι πράξεις που έγιναν την περίοδο που δεν φαίνονται, δηλ. από το 1985 μέχρι 1991, δεν γίνονταν αποδεχτές από την Εναγόμενη 1, τότε δεν υπήρχε λόγος για τις μετέπειτα πρόσθετες χορηγήσεις και αυξήσεις ορίων του τρεχούμενου λογαριασμού. Αυτή τη θέση την επανέλαβε και σ΄ άλλο σημείο της αντεξέτασης του όπου προέβη, βασικά, στην υπόθεση ότι εφόσον οι πελάτες ζητούσαν από το ΄85-΄98 πρόσθετες χορηγήσεις και υπέγραψαν νέα συμβόλαια το ΄95 και νέες εγγυήσεις το ΄95 και ΄96 τότε για την περίοδο ΄85 -΄91 που δεν υπάρχουν ενώπιον του Δικαστηρίου οι καταστάσεις λογαριασμού θεωρεί ότι όλες εκείνες οι καταστάσεις έγιναν αποδεκτές από τους πελάτες με συνέπεια, όπως το έθεσε, η παρουσία τους στο Δικαστήριο να μην είχε ρόλο να παίξει. Είναι εμφανές πιστεύω από όλα τα πιο πάνω ότι: Πρώτον δεν υπήρξε από μέρους του Μ.Ε.1 θετικότητα και βεβαιότητα στο κατά πόσο, υφίσταντο ή όχι καταστάσεις λογαριασμού για την περίοδο από το 1985 μέχρι 1991 εφόσον για το ζήτημα αυτό έδωσε αντιφατικές εκδοχές και, Δεύτερον, προέβη σε δικές του υποθέσεις και συλλογισμούς που δεν στηρίζονταν σε αποδεδειγμένα γεγονότα για το κατά πόσο οι καταστάσεις λογαριασμού για την περίοδο από το 1985 μέχρι 1991 έγιναν αποδεχτές από τους Εναγόμενους. Η συνέπεια όλων των πιο πάνω ήταν η ύπαρξη κενού στην κίνηση του επίδικου λογαριασμού για την χρονική περίοδο που προσδιορίστηκε ανωτέρω και να παραμείνουν άγνωστα τα στοιχεία των όποιων χρεοπιστώσεων είχαν γίνει στην περίοδο αυτή. Τούτου δοθέντος δε