← Κύπρος

AP (Andreou Paraskevaides) Holdings Ltd ν. Serendipity Ltd, Αρ.Αγωγής: 1173/13, 30/8/2013

AP (Andreou Paraskevaides) Holdings Ltd ν. Serendipity Ltd, Αρ.Αγωγής: 1173/13, 30/8/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:A305 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ.Παπαμιχαήλ, Α.Ε.Δ. Αρ.Αγωγής: 1173/13 Μεταξύ: A&P (Andreou & Paraskevaides) Holdings Ltd Εναγόντων και Serendipity Ltd Εναγομένων ------------------ Ημερομηνία: 30.8.2013 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους ενάγοντες-Αιτητές: κ. Κ. Μιχαηλίδης (για να ακούσει απόφαση η κα Μ. Κατσελλή) Για τους εναγόμενους-Καθ΄ ων η αίτηση: κ. Μούντης Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι ενάγοντες με αίτηση τους ημερ. 12.4.13 επιδιώκουν την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον των εναγομένων για ποσό €302.986 δυνάμει δανείου ως αναφέρεται στην Έκθεση Απαίτησης, πλέον συμφωνηθέντες τόκους €136.717 μέχρι 31.12.12, πλέον κυμαινόμενο επιτόκιο προς 4.85% επί του ποσού των €302.986 από την 1.1.2013 μέχρι εξοφλήσεως. Σ΄αυτήν επισυνάπτουν προς υποστήριξη του αιτήματος τους ένορκη δήλωση του κ. Πανίκου Αριστοτέλους με το ακόλουθο περιεχόμενο. «

  1. Είμαι εγκεκριμένος λογιστής, μέλος του «Institute of Cahrterd Accountants in England and Wales". 'Εχω διορισθή από τον Ιανουάριο 2001 από την εταιρείαν Α&P (Andreou & Paraskevaides) Holdings Ltd (A&P), η οποία είναι ιδιωτική εταιρεία που ανήκει εξ ημισείας εις τους Κυριάκο Ανδρέου και την Χριστίνα Παρασκευαίδου. Ο διορισμός μου ήταν εξ αρχής ως ο οικονομικός διευθυντής του Ομίλου των εταιρειών που ανήκουν εις τους Κυριάκο Ανδρέου και την Χριστίνα Παρασκευαϊδου, περιλαμβανομένης της Α&P. Μέρος των καθηκόντων μου είναι η επίβλεψη και ο έλεγχος των οικονομικών καταστάσεων της Α&Ρ και των κοινών και/ή προσωπικών λογαριασμών του Κ.Ανδρέου και της Χρ.Παρασκευαϊδου. Έχω όλα τα σχετικά έγγραφα της Α&Ρ εις την κατοχήν μου και είμαι ενήμερος των τραπεζικών διευκολύνσεων της Α&Ρ και γνωρίζω το κόστος τους τραπεζικού δανεισμού της Α&Ρ από του 2001 μέχρι σήμερον.
  2. Είμαι και ο Γραμματέας των Εναγόντων, και δεόντως εξουσιοδοτημένος από τους Ενάγοντας να κάμω την παρούσαν Ένορκον Δήλωσιν.
  3. Γνωρίζω προσωπικά όλα τα γεγονότα σχετικά με τα δάνεια και τους τόκους που αναφέρονται εις την ΄Εκθεσιν Απαιτήσεως.
  4. Η Εναγομένη εταιρεία είναι και κατά την καταχώρησιν της αγωγής υπό τον άνω τίτλο και αριθμόν ήτο ορθά και δίκαια οφειλέτρια προς τους Ενάγοντας με το συνολικόν ποσόν των €302,986 πλέον €136,717 συμφωνηθέντας τόκους μέχρι 31.12.2012 επί του ως άνω ποσού, πλέον ετήσιον κυμαινόμενον επιτόκιον προς 4.85% επί του ποσού των €302,986 από 1.1.2013 μέχρις εξοφλήσεως.
  5. Τα ποσά εδανείσθησαν από τους Ενάγοντας προς τους Εναγόμενους τις ημερομηνίες που αναφέρονται εις την παρ.4 της Εκθέσεως Απαιτήσεως και είναι ορθά και ακριβή. Ως εκ περισσού επισυνάπτω ως Τεκμ.1(α),(β) και (γ) τις χρεωστικές σημειώσεις της Ελληνικής Τράπεζας.
  6. Γνωρίζω προσωπικά ότι οι Εναγόμενοι συνεφώνησαν να πληρώνουν επί των ως άνω ποσών τόκους ίσους προς τα έξοδα του δανεισμού των Εναγόντων από τις τράπεζες των. Το κόστος δανεισμού των Εναγόντων από τις τράπεζες γνωρίζω προσωπικά, αφού εγώ εχειριζόμουν τα οικονομικά των Εναγόντων, και είναι το αναφερόμενον εις την παρ.6 της Εκθέσεως Απαιτήσεως ποσοστόν τόκου, που είναι ορθόν και ακριβές.
  7. Γνωρίζω προσωπικά ότι τα ως άνω ποσά εδανείσθησαν προς τους Εναγόμενους και εξακολουθούν μέχρι σήμερα να οφείλονται προς τους Ενάγοντας ως ανωτέρω. Λεπτομέρειες των οφειλομένων ποσών και των τόκων εμφανίζονται εις την ΄Εκθεσιν Απαιτήσεως εις την αγωγήν υπό τον άνω τίτλον και αριθμόν και είναι ορθές και ακριβείς.
  8. Εντίμως πιστεύω ότι δεν υπάρχει υπεράσπισις εις την αγωγήν υπό τον άνω τίτλον και αριθμόν και ότι οι Εναγόμενοι κατεχώρησαν εμφάνισιν δια να καθυστερήσουν την πληρωμήν των οφειλομένων ποσών και των τόκων.» Οι εναγόμενοι καταχώρησαν ένσταση επικαλούμενοι για την μη έκδοση συνοπτικής απόφασης τους ακόλουθους 25 λόγους ένστασης οι οποίοι εξειδικεύτηκαν σε μακροσκελή ένορκη δήλωση της κας Λεώνης Παρασκευαϊδου Μαυρονικόλα και επισυνημμένα τεκμήρια: «
  9. Η Ενάγουσα/Αιτήτρια με τα όσα αναφέρει στην πιο πάνω αίτηση ημερ. 12.4.2013 και στην ΄Ενορκη Δήλωση που την συνοδεύει, δεν έχει ικανοποιήσει τις απαιτήσεις της Δ.18 θ.1(α) του περί Πολιτικής Δικονομίας Κανονισμού και/ή τις προϋποθέσεις για την ενεργοποίηση της δικαιοδοσίας έκδοσης συνοπτικής απόφασης που θέτει ο Νόμος και η Νομολογία ή/και τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου είναι ανεπαρκή και δεν μπορούν να αποτελέσουν την βάση για έγκριση της αίτησης. Σαν αποτέλεσμα δεν θα πρέπει καν να εξεταστεί κατά πόσον η καθ΄ης η αίτηση έχει ή όχι καλή υπεράσπιση σε σχέση με την ουσία της αγωγής. Συνεπακόλουθα το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας και/ή εξουσίας να εξετάσει περαιτέρω την αίτηση ημερ. 12.4.2013 και ως εκ τούτου θα πρέπει να την απορρίψει.
  10. Η Ενάγουσα/Αιτήτρια με την αίτηση μερ. 12.4.2013 και την ένορκη δήλωση που την συνοδεύει δεν αποδεικνύει την υπόθεση της ως θα έπρεπε, για να τυγχάνει εφαρμογής η διαδικασία έκδοσης συνοπτικής απόφασης.
  11. Ούτε στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση ημερ. 12.4.2013 αλλά ούτε και στην Έκθεση Απαίτησης αναφέρονται επαρκείς λεπτομέρειες.
  12. Κατά παράβαση της Νομολογίας και των αρχών που διέπουν την έκδοση συνοπτικής απόφασης, η Ενάγουσα/Αιτήτρια δεν έχει θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου, με την αίτηση ημερ. 12.4.2013 και την σχετική ένορκη δήλωση, οποιαδήποτε στοιχεία και/ή γεγονότα και/ή πληροφορίες στην βάση των οποίων να καθίσταται δυνατό να εκδοθεί συνοπτική απόφαση και συνεπώς η παρούσα αίτηση πρέπει να απορριφθεί.
  13. Στην ένορκη δήλωση η οποία συνοδεύει την αίτηση ημερ. 12.4.2012 δεν επισυνάπτεται οποιοδήποτε από τα έγγραφα και/ή άλλα στοιχεία που αναφέρονται στην ΄Εκθεση Απαίτησης της αγωγής και/ή τα πρωτότυπα αντίγραφα αυτών και/ή τα έγγραφα και/ή οι συμφωνίες (π.χ. συμφωνία δανείου και/ή συμφωνία για τον τοκισμό) οι οποίες κατ΄ ισχυρισμό της Ενάγουσας/Αιτήτριας συνάφθηκαν μεταξύ των μερών και/ή οποιαδήποτε κατάσταση λογαριασμού σε σχέση με το κατ΄ ισχυρισμό χρέος και/ή οποιουσδήποτε λογαριασμούς της Ενάγουσας/Αιτήτριας και/ή της Εναγόμενης/Καθ΄ης η Αίτηση που να αποδεικνύουν το κατ΄ ισχυρισμό χρέος και/ή οποιαδήποτε επιστολή με την οποία κατ΄ ισχυρισμό της Ενάγουσας/Αιτήτριας καλούσαν την Εναγόμενη/Καθ΄ης η Αίτηση να πληρώσει τα κατ΄ ισχυρισμό οφειλόμενα ποσά.
  14. Τα πιο πάνω κατ΄ ισχυρισμόν έγγραφα και/ή συμφωνίες εκτός του ότι δεν επισυνάπτονται στη σχετική Ένορκη Δήλωση, δεν περιέχονται ούτε και στο σχετικό με την υπόθεση φάκελο του Δικαστηρίου. Κατά συνέπεια το Δικαστήριο δεν είναι σε θέση να κρίνει κατά πόσο η Εναγόμενη/Καθ΄ης η Αίτηση σύνηψε οποιεσδήποτε συμφωνίες και/ή υπέγραψε οποιαδήποτε έγγραφα και/ή κατά πόσο οφείλεται το οποιοδήποτε ποσό και εάν η απάντηση ήταν καταφατική, την φύση και έκταση της οποιασδήποτε τυχόν οφειλής της Εναγόμενης/Καθ΄ης η Αίτηση.
  15. Τα μοναδικά τεκμήρια τα οποία επισυνάπτονται στην σχετική Ένορκη Δήλωση, ως απόδειξη της απαίτησης της Ενάγουσας/Αιτήτριας είναι 3 χρεωστικές σημειώσεις ημερ. 7.4.2006, 28.4.2005 και 5.5.2005, όπου αναγράφεται σε αυτές το ποσό συναλλαγής και το ποσό που μεταφέρθηκε από την Εναγομένη. Η χρεωστική σημείωση, Τεκμήριο 1(α) αναγράφει ως «Αναφ. Δικαιουχ.» το εξής: «Loan Chr. Paraskevaidou». Οι εν λόγω χρεωστικές σημειώσεις δεν αποτελούν έγκυρη συμφωνία δανείου και/ή δανεισμού και/ή παράκληση για δανεισμό και/ή απόδειξη οφειλόμενων ποσών. Περαιτέρω δεν υπάρχει αγώγιμο δικαίωμα δυνάμει των χρεωστικών αυτών σημειώσεων.
  16. Ουσιαστικά η Ενάγουσα/Αιτήτρια καλεί το Δικαστήριο να εκδώσει συνοπτική απόφαση εναντίον της Εναγόμενης/Καθ΄ης η Αίτηση βασιζόμενη σε συμφωνία δανείου, συμφωνία για τον τόκο ο οποίος θα χρεωνόταν και λογαριασμούς της Εναγόμενης/Καθ΄ης η Αίτηση στους οποίους παρουσιάζοντο τα εν λόγω κατ΄ισχυρισμό ποσά ως οφειλόμενα, χωρίς όμως αυτά να τεθούν ή να αποδειχθούν με οποιαδήποτε θετική μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου, κάτι που είναι ανεπίτρεπτο και κατά παράβαση του Νόμου, της Νομολογίας και του περί Πολιτικής Δικονομίας Κανονισμού. Οι χρεωστικές σημειώσεις σε καμία περίπτωση δεν αποτελούν αρκετό υλικό για να μπορεί το Δικαστήριο να εκδώσει συνοπτική απόφαση, στην απουσία δίκης.
  17. Η Ένορκη Δήλωση δεν γίνεται από την ίδια την Ενάγουσα/Αιτήτρια και/ή ούτε από μέλος του διοικητικού συμβουλίου αυτής ούτε και εξηγείται γιατί οι Διοικητικοί σύμβουλοι δεν έχουν προβεί στην ένορκη δήλωση.
  18. Η σχετική ένορκη δήλωση δεν επιβεβαιώνει επαρκώς την αιτία αγωγής. Η απλή αναφορά στις λεπτομέρειες της απαίτησης όπως διατυπώθηκαν στο ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, δεν επιβεβαιώνει την αιτία αγωγής όπως απαιτείται από τους Θεσμούς, αφού μεταξύ άλλων οι εν λόγω απαιτήσεις δεν είναι επαρκώς δικογραφημένες στην ΄Εκθεση Απαίτησης.
  19. Δεν αποκαλύπτεται από την Έκθεση Απαίτησης η φύση του δικαιώματος της Ενάγουσας/Αιτήτριας ούτε και η αντίστοιχη υποχρέωση της Εναγόμενης/Καθ΄ης η Αίτηση. Λείπουν από το εν λόγω δικόγραφο τα ουσιώδη γεγονότα τα οποία είναι απαραίτητα για την στοιχειοθέτηση της υπό τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο αγωγής. Ως εκ τούτου η προϋπόθεση της επαλήθευσης της ΄Εκθεσης Απαίτησης δεν έχει ικανοποιηθεί.
  20. Περαιτέρω, οποιαδήποτε μαρτυρία στην ένορκη δήλωση η οποία δεν είναι δικογραφημένη δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη. Για παράδειγμα αλλά χωρίς περιορισμό, στην οπισθογράφηση του υπό συζήτηση κλητήριου εντάλματος δεν δικογραφούνται οι χρεωστικές σημειώσεις της Ελληνικής Τράπεζας οι οποίες επισυνάπτονται στην ΄Ενορκη Δήλωση του κ. Πανίκου Αριστοτέλους. Ως εκ τούτου τα τεκμήρια 1 (α), (β) και (γ) πρέπει να απορριφθούν και/ή αγνοηθούν πλήρως.
  21. ΄Ανευ επηρεασμού των όσων έχουν αναφερθεί πιο πάνω, ακόμα και αν το Δικαστήριο θεωρήσει πως οι προϋποθέσεις της Δ.18 θ.1 ικανοποιούνται δεόντως, η Εναγόμενη/Καθ΄ης η Αίτηση Εταιρεία έχει καλή και/ή βάσιμη και/ή ουσιαστική υπεράσπιση στην υπό τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο αγωγή και/ή τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης δίδουν δικαίωμα στην Εναγόμενη/Καθ΄ης η Αίτηση Εταιρεία να καταχωρήσει υπεράσπιση.
  22. Ουδέποτε συνάφθηκε και/ή υπογράφτηκε οποιαδήποτε συμφωνία δανείου και/ή παράκληση για δάνειο και/ή ουδέποτε έγινε συμφωνία για τόκο ίσο προς το κόστος δανεισμού από τράπεζες.
  23. Καμία συμφωνία δεν έχει καταρτιστεί και/ή υπογραφεί μεταξύ των διάδικων μερών και εν πάση περιπτώσει καμία από τις αξιώσεις και/ή απαιτήσεις της Ενάγουσας/Αιτήτριας δεν επιβεβαιώνεται και/ή φανερώνεται και/ή δικογραφείται επαρκώς και/ή καθόλου στην Έκθεση Απαίτησης και/ή στην αίτηση ημερ. 12.4.2013 και/ή στην Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την εν λόγω αίτηση.
  24. Η Ενάγουσα δεν έχει συμπεριλάβει στους εξελεγμένους λογαριασμούς του 2005 το ποσό που απαιτεί.
  25. Δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας που να επιβεβαιώνει την αιτία αγωγής και/ή τις αξιώσεις και/ή απαιτήσεις της Ενάγουσας/Αιτήτριας, η οποία και/ή οι οποίες βασίζονται σε κατ΄ισχυρισμό συμφωνία δανείου με τους όρους που δικογραφούνται στην Έκθεση Απαίτησης.
  26. Η Αγωγή υπό τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό καταχωρήθηκε καταχρηστικά και/ή εκδικητικά λόγω της ρήξης των σχέσεων μεταξύ μελών της οικογένειας Παρασκευαίδη.
  27. Τα απαιτούμενα ποσά δεν οφείλονται στην Ενάγουσα.
  28. Η παρούσα υπόθεση δεν είναι ούτε καθαρή ούτε και αδιαμφισβήτητη και ως εκ τούτου δεν είναι από τις υποθέσεις που δεικνύεται η χρήση των δικονομικών κανόνων περί εκδόσεως συνοπτικής απόφασης. Η Ενάγουσα/Αιτήτρια σε καμία περίπτωση δεν έχει αποδείξει και/ή δεν μπορεί να αποδείξει τις αξιώσεις της ξεκάθαρα.
  29. Εγείρονται νομικά και πραγματικά ζητήματα τα οποία δεν μπορούν να αποφασιστούν χωρίς να δοθεί η δυνατότητα παρουσίασης αυτών ενώπιον του Δικαστηρίου.
  30. Υπάρχει σοβαρή αντίθεση μεταξύ των ισχυρισμών που τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου πράγμα το οποίο καθιστά στην Αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης ανεπίτρεπτο διάβημα και/ή εσφαλμένο νομικό διάβημα.
  31. Υπάρχουν ψευδείς ή/και παραπλανητικές αναφορές στην Έκθεση απαίτησης και στην ένορκη δήλωση του κ. Πανίκου Αριστοτέλους.
  32. Η αίτηση είναι παράτυπη αντικανονική και πραγματικά και νομικά αβάσιμη και αστήρικτη.
  33. Η αξίωση της Ενάγουσας και η παρούσα αίτηση καταχωρείται μετά από πολλά χρόνια από την κατ΄ ισχυρισμό δημιουργία του αγώγιμου δικαιώματος της χωρίς να δίδεται εξήγηση για την καθυστέρηση.» Ουσιαστικά οι πρώτοι 12 λόγοι ένστασης αφορούν τις προϋποθέσεις ενεργοποίησης των προνοιών της Δ.18 θ.1 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διατάξεων και Θεσμών για έκδοση συνοπτικής απόφασης και ιδιαίτερα την αιτία αγωγής, τι θα πρέπει να συμπεριλαμβάνεται στη Έκθεση Απαίτησης και στην ΄Ενορκη Δήλωση των αιτητών, που επισυνάπτεται στην αίτηση, ποιο πρόσωπο μπορεί να ορκιστεί θετικά και να επιβεβαιώσει την οφειλή ενώ οι λοιποί 13 λόγοι την ισχυριζόμενη «καλή υπεράσπιση» που οι καθ΄ ων η αίτηση επικαλούνται για να τους δοθεί το δικαίωμα να υπερασπιστούν. Οι προϋποθέσεις εφαρμογής της Δ.18 θ.1 η οποία αποτελεί την βάση της αίτησης που πρέπει να ικανοποιηθούν από τους αιτητές είναι να: (α) καταχωρηθεί ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα (Δ.2 θ.6) (β) οι εναγόμενοι να έχουν καταχωρήσει εμφάνιση. (δ) ο εναγόμενος με ένορκη δήλωση που θα κάμει ο ίδιος ή άλλο πρόσωπο που μπορεί να ορκιστεί θετικά να επιβεβαιώσει τα γεγονότα και βέβαια την αιτία της αγωγής και το ποσόν που απαιτείται (αν υπάρχει) αναφέροντας ότι από ότι πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή απαιτώντας με την αίτηση το ξεκαθαρισμένο ποσό της απαίτησης. Η τήρηση των πιο πάνω προϋποθέσεων σχετικών με την ίδια την δικαιοδοσία των Δικαστηρίων και η μη ικανοποίηση τους στερεί από το Δικαστήριο την εξουσία να εκδώσει συνοπτική απόφαση προς όφελος των εναγόντων (βλέπε Spyros Stavrinides v. Ceskoslovenska Obchondi Banka S.A.

(1972)1 CLR 130, 135). Εφόσον ικανοποιηθούν οι προϋποθέσεις αυτές το βάρος μετατίθεται στους εναγόμενους να αποδείξουν ότι έχουν «καλή υπεράσπιση» με την έννοια της συζητήσιμης υπόθεσης για να τους δοθεί το δικαίωμα να υπερασπιστούν. Τήρηση προϋποθέσεων Δ.18 θ.1 - δικαιοδοτικό πλαίσιο. Θα διαφωνήσω με τον κ. Μούντη ότι η ένορκη δήλωση των αιτητών που συνοδεύει την αίτηση δεν επιβεβαιώνει την αιτία αγωγής ή ότι η απαίτηση των εναγόντων δεν είναι επαρκώς δικογραφημένη όπως απαιτούν οι θεσμοί. Το τι πρέπει να διαλαμβάνει η Έκθεση Απαίτησης ενός ειδικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος διαλαμβάνεται στην Δ.19 θ.4 την οποία παραθέτω αυτούσια. «..Every pleading shall contain, and contain only, a statement in a summary form of the material fact on which the party pleading relies for his claim or defence may be, but not the evidence, by which they are to be proved, and shall, when necessary, be divided into paragraphs, numbered consecutively. Dates, sums, and numbers shall be expressed in figures and not in words. The pleadings hall be signed by the advocate, or by the party, if he sues or defends in person». Στο Αnnual Practice 1982 σελίδα 456 αναφέρεται ότι: «It is elementary rule in pleading that when a state of facts is relied on, it is enough to allege it simply without setting out the subordinate facts which are the means of proving it, or the evidence sustaining the allegation.». Στην Αβραάμ v. Ιnvestylia
(2009)1 ΑΑΔ 892 896.7 αναφέρεται επίσης: «είναι καλά νομολογημένο ότι τα δικόγραφα πρέπει να περιέχουν όλες τις αναγκαίες λεπτομέρειες ώστε η άλλη πλευρά να μπορεί να σχηματίσει πλήρη και καθαρή εικόνα για την φύση και την έκταση της υπόθεσης που πρόκειται να αντιμετωπίσει και τούτο, για να μη βρεθεί προ εκπλήξεως.» Η ΄Εκθεση Απαίτησης είναι σαφής και λεπτομερής και δεν είναι επιτρεπτό να γίνεται επίκληση της μαρτυρίας ή των γεγονότων που αποδεικνύουν την υπόθεση. Γίνεται αναφορά στη αιτία αγωγής που είναι το δάνειο και δεν είναι ανάγκη αυτό να εδράζεται σε γραπτή συμφωνία όπως ο κ.Μούντης αφήνει να νοηθεί λόγω των σχέσεων των μετόχων των δύο εταιρειών (διαδίκων). Οι ενάγοντες επικαλούνται ως αιτία αγωγής το δάνειο δυνάμει προφορικής συμφωνίας. Η επαλήθευση του αγώγιμου δικαιώματος του δανείου συμφωνώ ότι γίνεται με την επίκληση (ενόρκως) τέτοιων γεγονότων που είναι αναγκαία. Αλλά ποια γεγονότα παραλείπονται είτε από την Έκθεση Απαίτησης είτε από την ένορκη δήλωση που θα έπρεπε να συμπεριληφθούν σ΄ αυτές όταν το ισχυριζόμενο δάνειο έγινε μεταξύ δύο νομικών προσώπων με προφορικές συμφωνίες; Εκ του περισσού επισυνάπτονται στη ένορκη δήλωση του κ. Αριστοτέλους τρεις χρεωστικές σημειώσεις που καταδεικνύουν ότι από λογαριασμό των εναγόντων εκταμιεύθηκαν τα ποσά των ισχυριζόμενων δανείων σε τρεις ημερομηνίες το 2005 και 2006 και αυτά μεταφέρθηκαν σε λογαριασμό των εναγομένων. Και είναι εδώ που θα πρέπει να δοθεί μια λογική εξήγηση (υπό μορφή Υπεράσπισης και όχι σκέτης άρνησης) από μέρους των εναγομένων γιατί προφανώς μεταξύ νομικών προσώπων δεν νοούνται χαριστικές πληρωμές ως αφήνει να νοηθεί ο κ. Μούντης επικαλούμενος τις οικογενειακές σχέσεις των μετόχων των διαδίκων (νομικών προσώπων). Έχει καταχωριστεί γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο (Δ.2 θ.6) και εμφάνιση, κατά συνέπεια επειδή θεωρώ ότι υπάρχει συμμόρφωση με τις δύο πρώτες τυπικές παρατυπίες της Δ.18 Θ.1 θα διαφωνήσω επίσης με τον κ. Μούντη ότι η ένορκη δήλωση δεν γίνεται από την ίδια την ενάγουσα (εννοώντας προφανώς από μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της) ούτε και από άλλο πρόσωπο το οποίο μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα και κατά συνέπεια, οι ενάγοντες δεν δικαιούνται σε συνοπτική απόφαση. Η τρίτη προϋπόθεση της Δ.18 Θ.1 έχει εξεταστεί σε μια πληθώρα υποθέσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στις οποίες και αποφασίστηκε ότι το Δικαστήριο είναι διατεθειμένο να αποδεχθεί ένορκες δηλώσεις προς υποστήριξη αιτήσεων για συνοπτική απόφαση μόνο από τον ίδιο τον ενάγοντα ή από κάποιο άλλο πρόσωπο το οποίο όμως έχει προσωπική γνώση των γεγονότων της υπόθεσης και μπορεί να ορκιστεί θετικά για αυτά, χωρίς δηλαδή να ορκίζεται με βάση τα όσα πληροφορείται και γνωρίζει από τρίτους (όπως π.χ. κάποιος δικηγόρος ο οποίος ορκίζεται για την αλήθεια γεγονότων που έμαθε από τον πελάτη του). Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Spyros Stavrinides v. Ceskoslovenska Obschondi Banka S.A.
(1972)1 CLR 130, 137: «The deponent must be clearly in a position to swear positively to the facts and the affidavit must show this. It cannot be an affidavit where the deponent can only depose upon information and belief. Order 39 r.2 which regulates the contents of affidavits, provides that the affidavits shall be confined to such facts as the witness is able on his own knowledge to prove. Statements on information and belief, with the sources and grounds thereof, or allowed only in affidavits for interlocutory applications». Περαιτέρω, στην υπόθεση Αθηνούλλα Δημητρίου v. Τράπεζα Κύπρου
(1997)1Β Α.Α.Δ. 782, 783, το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι: «[..] το ζήτημα κατά πόσο ένα πρόσωπο είναι σε θέση να ορκισθεί θετικά με τα γεγονότα εντός της έννοιας της Δ.18 Θ.1 πρέπει να κρίνεται με βάση τα γεγονότα και περιστατικά της συγκεκριμένης υπόθεσης και σε συνάρτηση με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης. Η φύση της αξίωσης διαδραματίζει πολύ σημαντικό ρόλο». Και πιο κάτω στη σελίδα 790 αναφέρεται: «Στην κρινόμενη περίπτωση η ενάγουσα είναι εταιρεία. Δεν μπορεί να ορκισθεί. Κάποιος πρέπει να ορκισθεί στη θέση της. Σύμφωνα, όμως, με ρητή επιταγή του πιο πάνω θεσμού πρέπει να είναι πρόσωπο που είναι σε θέση να ορκισθεί θετικά για τα γεγονότα. Η ένορκη δήλωση δεν μπορεί να γίνει από πρόσωπο το οποίο καταθέτει με βάση τα όσα πληροφορείται και πιστεύει. Ο Θ.2 της Δ.39, η οποία διέπει τα του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων προβλέπει ότι οι ένορκες δηλώσεις πρέπει να περιορίζονται στα γεγονότα τα οποία ο μάρτυρας είναι σε θέση να αποδείξει με βάση τη δική του γνώση. Ένορκες δηλώσεις που βασίζονται πάνω στα όσα ο μάρτυρας πληροφορείται και πιστεύει, επιτρέπονται μόνο στις περιπτώσεις ενδιάμεσων αιτήσεων (Βλ Stavrinides (πιο πάνω)), σελ.137).» Και στη σελίδα 791: Στην Symon & Co. (πιο πάνω) οι ένορκες δηλώσεις έγιναν από τον Διευθυντή της ενάγουσας εταιρείας με βάση πεποίθηση που σχημάτισε και πληροφορίες που πήρε από πρόσωπα των οποίων δεν δόθηκαν τα ονόματα. Τονίσθηκε (βλ. σελ. 264) ότι αν δεν υπάρχει συμμόρφωση με τα όσα προβλέπονται από την Δ.14 θ.1 σε σχέση με την ένορκη δήλωση δεν υπάρχει δικαιοδοσία για έκδοση συνοπτικής απόφασης. Πρέπει απαραιτήτως να ικανοποιείται ο όρος που θέτει η Δ.14 θ.1. Το πρόσωπο που ορκίζεται πρέπει να είναι σε θέση να ορκισθεί θετικά για τα γεγονότα. Το ζήτημα τέθηκε ως πιο κάτω στη σελ. 266: «It is sufficient to say that the facts essential for the purpose of verifying the cause of action are not here stated on affidavit by a person who can swear positively to them, but by a person who can only vouch information and belief with respect to them; moreover his belief appears to be founded upon information which does not commend itself to me as being satisfactory."...» Στην απουσία δίκης, είναι εύλογο να καταλάβει κανείς για ποιο λόγο το Δικαστήριο αποδέχεται μόνο θετική μαρτυρία επί γεγονότων, εν αντιθέσει με την απλή παράθεση και αναπαραγωγή στην ένορκη δήλωση των όσων κάποιο πρόσωπο γνωρίζει και πληροφορείται από τρίτα πρόσωπα που σχετίζονται με την εκάστοτε υπόθεση. Η αυστηρή αυτή προσέγγιση όσον αφορά την επάρκεια ή πληρότητα της ένορκης δήλωσης επεξηγείται ξεκάθαρα στην αγγλική υπόθεση Symon & Co. v. Palmer's Stores
(1903)Limited
(1912)1 K.B. 259, 266-267, στην οποία λέχθηκε ότι: «Order XIV provides an extraordinary procedure in certain cases. It is a procedure in which, instead of trial first and then judgment, there is judgment at once and never any trial. Such a procedure must be strictly confined to the specific cases for which it is provided, as set forth in the Order.[...] If there is no such affidavit as is required by Order XIV, r. 1, there is, I think, no jurisdiction under that Order to give judgment.[.] He can only give judgment without a trial if the conditions mentioned in the rule are satisfied. The question of the sufficiency of the affidavit is, in my opinion, one which goes to jurisdiction". Στην υπόθεση Ευάγγελος Παύλου v. Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου
(2001)1 ΑΑΔ 1051 στη σελ. 1055: «Στην υπόθεση Pathe Freres Cinema Ltd v. United Electric Theatres Ltd
(1914)3 K.B. 1253, που μνημονεύεται στην Δημητρίου (πιο πάνω), ένορκη δήλωση από υπάλληλο της ενάγουσας εταιρείας, ο οποίος δήλωσε ότι τα γεγονότα βρίσκοντο εντός της προσωπικής γνώσης του, κρίθηκε ικανοποιητική». Ο Π. Αριστοτέλους στην Ένορκη Δήλωση του που συνοδεύει την αίτηση του, αναφέρει ποίες θέσεις κατέχει στην Ενάγουσα εταιρεία, την πλήρη προσωπική γνώση του και ότι ως λογιστής των εναγόντων ήτο ο πλέον αρμόδιος να προβεί στην ΄Ενορκη Δήλωση. Η Δ.18 θ.1 δεν απαιτεί οτιδήποτε περισσότερο. Ακολουθώντας την πιο πάνω Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, θεωρώ ότι οι Ενάγοντες-Αιτητές με την ένορκη δήλωση του κ.Αριστοτέλους έχουν ικανοποιήσει και την τρίτη προϋπόθεση της Δ.18 θ.1 του περί Πολιτικής Δικονομίας Διατάξεων και Θεσμών. Άλλωστε στην Κωνσταντίνος Σπηταλιώτης v. Liberty Life Insurance Ltd
(2004)1 AAΔ 1113 o Δ. Ηλιάδης ανέφερε στην σ. 1117: «Σε αίτηση για συνοπτική απόφαση σύμφωνα με τις πρόνοιες της Διαταγής 18, η ένορκη δήλωση μπορεί να υπογραφεί από τον ενάγοντα που έχει προσωπική γνώση των γεγονότων ή από πρόσωπο που μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα (or by any other person who can swear positively to the facts). Σε περιπτώσεις εταιρειών ή τραπεζικών οργανισμών η ένορκη δήλωση βασίζεται σε δηλώσεις αξιωματούχων που έχουν αποκτήσει, σύμφωνα με τα καθήκοντα που εκτελούν, τις αναγκαίες γνώσεις για να προβούν στην απαραίτητη ένορκη δήλωση. Όπως ορθά σημειώνεται από το πρωτόδικο Δικαστήριο «από τη στιγμή που ο οργανισμός εξουσιοδοτεί το συγκεκριμένο άτομο να ορκιστεί επί της επαλήθευσης της απαίτησης από τη θέση που του έχει εμπιστευθεί εργοδοτώντας τον, σημαίνει ότι ικανοποιείται το κριτήριο της θετικής γνώσης». Ο Ενόρκως Δηλών κ. Αριστοτέλους αποκαλύπτει στην Ένορκη Δήλωση του ότι είναι λογιστής των εναγόντων από το 2001 και οικονομικός διευθυντής και ότι έχει προσωπική γνώση λόγω της θέσης του αυτής και είναι ο πλέον αρμόδιος ως προς τα δάνεια που συνήψαν οι ενάγοντες. Κατά συνέπεια θεωρώ ότι όλες οι τυπικές προϋποθέσεις της Δ.18 θ.1 που συνιστούν το δικαιοδοτικό πλαίσιο της έκδοσης συνοπτικής απόφασης από το Δικαστήριο έχουν πλήρως ικανοποιηθεί. Ύπαρξη «Καλής Υπεράσπισης» Είναι γνωστή η αρχή ότι «η συνοπτική διαδικασία που προβλέπεται στη Δ.18 Θ.1(α) πρέπει να περιορίζεται στις περιπτώσεις όπου έκδηλα καταδεικνύεται πως ο εναγόμενος δεν έχει καμιά υπεράσπιση στην εναντίον του αγωγή». Παναγιώτης Ζερβός v. Εuroinvestment & Finance Ltd
(2003)1 ΑΑΔ. Αφ΄ ης στιγμής οι ενάγοντες συμμορφώθηκαν με τις πρόνοιες της Δ.18 θ.1 θα εκδοθεί απόφαση υπέρ τους, εκτός αν ο εναγόμενος ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι διαθέτει καλή υπεράσπιση στην αγωγή επί της ουσίας ή αποκαλύπτει γεγονότα που μπορούν να θεωρηθούν ικανά να του επιτρέψουν να υπερασπιστεί. Η ακρόαση της αίτησης γίνεται βέβαια σύμφωνα με τις διατάξεις της Δ.48». Στην Χριστόδουλος Μεττή κ.α. v. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2002)1 ΑΑΔ 417 στη σ. 421 (5-10) αποφασίστηκε: «Συνοπτική απόφαση πρέπει να εκδίδεται μόνο όπου είναι αναμφίβολο ότι ο εναγόμενος στερείται υπεράσπισης. Όπου παρέχονται λεπτομέρειες που δείχνουν την ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης ή, όπου σε απάντηση της αξίωσης εγείρονται θέματα που θα πρέπει να εκδικαστούν ή αποκαλύπτονται γεγονότα που κρίνονται ως αρκετά να του δώσουν το δικαίωμα να προβάλει υπεράσπιση, τότε του παρέχεται δικαίωμα για υπεράσπιση (Trans Middle East (Trading) (T.M.E.T.) Ltd v. Tlais
(1991)1 AAΔ 239).» .................................. «Ο εναγόμενος θα πρέπει να δείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση επί της ουσίας της αγωγής, είτε να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να θεωρούνται ικανοποιητικά για να του παρασχεθεί το δικαίωμα να υπερασπιστεί. Το βάρος βρίσκεται επί των ώμων του εναγόμενου (Kyprianides v. Ioannou
(1966)1 CLR 265, 269) και το δικαστήριο θα πρέπει να καταλήξει σε σχετικό συμπέρασμα, ύστερα από ακρόαση της αίτησης για συνοπτική απόφαση (Christodoulou v. Erotocritou XXI CLR 175). Στην πρακτική είναι αρκετό για τον εναγόμενο να αποκαλύψει γεγονότα ικανά να καταδείξουν καλόπιστα την ύπαρξη δικάσιμου θέματος. Άδεια για καταχώρηση υπεράσπισης θα πρέπει να του παρέχεται, ακόμα κι' όταν φαίνεται ότι δεν έχει πολλές πιθανότητες επιτυχίας (Jacobs v. Booth's Distrillery Co
(1901)85 L.T. 262)» Όπως ελέχθη εις την Hermes Insurance v. Theodorides
(1983)2 CLR 337
(35): «Α defendant will have to satisfy the Court (
  1. i)that he as a good defence to the action on the merits or (
  2. ii)disclose such facts as may be deemed sufficient to entitle him to defend». Η Δ.21 θ.2 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διατάξεων και Θεσμών ορίζει ότι «σε αγωγές για χρέος η απλή άρνησις του χρέους δεν είναι αποδεκτή». Τα πιο πάνω υποστηρίζονται από την απόφαση N.V. Caterchef Ltd v. P.C.P. Electronics Ltd
(1999)1 AAΔ 1912, όπου εις τις σελ. 1915 - 1916 όπου ο Νικήτας Δ. είπε τα εξής: «Είναι αρκετό για εναγόμενο, για την εξασφάλιση του δικαιώματος υπεράσπισης χωρίς όρους, να δείξει πως υπάρχει δικάσιμο θέμα ανεξάρτητα αν το δικαστήριο πιστεύει πως τελικά η προβαλλόμενη υπεράσπιση μπορεί να μην επιτύχει. Όμως, το κριτήριο δεν ικανοποιείται χωρίς την παροχή λεπτομερειών σε λογική έκταση. Διαφορετικά θα ήταν εύκολο σε κάθε σχεδόν περίπτωση να εξασφαλίζεται άδεια με γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς. Με αποτέλεσμα την αχρήστευση του μέτρου.» Τη θέση αυτή επίσης ενισχύει το παρακάτω απόσπασμα από την Annual Practice
(1959)σελ.250, που αποτελεί το απαύγασμα της αγγλικής νομολογίας με την οποία είναι εναρμονισμένη η κυπριακή: «The defendant's affidavit must "condescend upon particulars". It is not enough merely to deny the debt, or allege fraud, or state a legal objection. Sufficient facts and particulars must be given to show that there is a bona fide defence.» Όπως ανέφερε επίσης το Δικαστήριο στην Ευάγγελος Παύλου v. Οργανισμού (ανωτέρω) σελ. 1056 (20-35): «Το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθά εναπέθεσε το βάρος της απόδειξης στους ώμους του εφεσείοντα (που ήτο ο οφειλέτης, σημειώνω) να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση. Η νομολογία επί του θέματος αυτού είναι διαχρονικά πάγια (Βλ. Κypros Kyprianides v. Symeon Ioannou
(1966)1 CLR 265, CY.E.M.S. Co. v. Central Co-operative Industries
(1982)1 CLR 897, Xριστάκης Αυγουστή και Άλλος v. Γεωργίου Πίριλλου
(1997)1 ΑΑΔ 5 και Vidisava Subotic v. Δήμου Στυλιανίδη
(1998)1 ΑΑΔ. 22)». Η πολυσέλιδη ένορκη δήλωση της κας Λ. Μαυρονικόλα Παρασκευαϊδου που συνοδεύει την ένσταση, εμπεριέχει πολλούς αόριστους, γενικούς αλλά προπάντων άσχετους ισχυρισμούς (25-43) που δεν αποτελούν υπεράσπιση. Απλή ανάγνωση των παραγράφων της ένορκης της δήλωσης στις οποίες αποκαλύπτεται η υπεράσπιση των εναγομένων επιβεβαιώνει την πιο πάνω θέση μου. Η παράγραφος 25 αποτελεί μια απλή άρνηση ενώ οι παράγραφοι 26-43 δείχνουν ότι η ενόρκως δηλούσα ασχολείται με θέματα άσχετα με την επίδικη διαφορά. Οι αιτητές επικαλούνται άσχετα θέματα συγχύζοντας τους ρόλους, τη συγγένεια ή τη φιλία των μετόχων των διαδίκων (νομικών προσώπων) επικαλούμενοι λόγους που συνιστούν τις μεταξύ τους διαφορές αλλά δεν αποκαλύπτουν (εκτός της γενικής και αόριστης άρνησης) ποια είναι η υπεράσπιση τους στο γεγονός ότι έλαβαν υπό μορφή δανείου το ποσό χρημάτων που οι αιτητές ισχυρίζονται και η ενόρκως δηλούσα επιβεβαιώνει ......δεν αρνείται την λήψη του από τους εναγόμενους . Είναι γεγονός ότι μεταξύ των μετόχων των διαδίκων (νομικών προσώπων) αλλά και των μετόχων με τα νομικά πρόσωπα προκύπτουν ουσιαστικές διαφορές. Διαφορές επίσης προκύπτουν μεταξύ άλλων συνδεδεμένων νομικών προσώπων με τους εις την παρούσα διαδικασία ενάγοντες και εναγόμενους ή τους μετόχους αυτών, που σε πλείστες περιπτώσεις είναι οι ίδιοι με διαφοροποιημένα ποσοστά συμμετοχής. Όλα αυτά όμως είναι άσχετα με την υποχρέωση των εναγομένων να προβάλουν καλόπιστη υπεράσπιση στο ισχυριζόμενο και επιβεβαιωμένο δάνειο που μεταφέρθηκε από το ένα νομικό πρόσωπο (ενάγοντες) στο άλλο (εναγόμενοι), όχι βεβαίως χαριστικά. Υπάρχουν άλλες πιθανές αιτίες αγωγής μεταξύ των μετοχών των διαδίκων και πιθανώς των ιδίων των διαδίκων που δεν αφορούν όμως την διαδικασία αυτή και οι οποίες δεν μπορούν να εγερθούν στη παρούσα διαδικασία γιατί είναι απαιτήσεις τρίτων προσώπων που δεν εμπλέκονται στη διαφορά. Οι Εναγόμενοι διαμαρτύρονται για την καθυστέρηση που παρατηρήθηκε στην έγερση της αγωγής και αποδίδουν στους ενάγοντες για τον λόγο αυτό αλλότρια κίνητρα αλλά και ο ισχυρισμός αυτός δεν αποτελεί υπεράσπιση και μάλιστα καλόπιστη υπεράσπιση. Διαμαρτύρονται επίσης ότι τα ποσά των δανείων δεν εμφαίνονται στους εξελεγμένους λογαριασμούς των εναγόντων του έτους 2005 που επίσης δεν αποτελεί καλόπιστη υπεράσπιση. Ως εκ των ανωτέρω εκδίδεται απόφαση προς όφελος εναγόντων και εις βάρος εναγομένων ως η παράγραφος 9(Α) της ΄Εκθεσης Απαίτησης πλέον έξοδα όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. [Υπ.] Μ. Παπαμιχαήλ, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΣΗ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.