PHOTIS ECONOMIDES JANE MITCHELL CHARTERED ARCHITECTS κ.α. ν. CHARILAOS APOSTOLIEDS PUBLIC LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 2627/2013, 22/8/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:A303 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ.Παπαμιχαήλ, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2627/2013 Μεταξύ: 1.PHOTIS ECONOMIDES & JANE MITCHELL CHARTERED ARCHITECTS 2.Φώτη Οικονομίδη 3.Jane Mitchell Εναγόντων και 1.CHARILAOS APOSTOLIEDS PUBLIC LTD. 2.TAFL MEDICAL CENTER LIMITED Εναγομένων ---------------------------------------------------------------------------------------------------------------- Ημερομηνία: 22 Αυγούστου 2013 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες/Αιτητές: Η κα.Δώρα Δημητρό (για να ακούσει απόφαση ο κ. Κ.Γεωργίου) Για τους Εναγομένους/Καθ'ων η Αίτηση: Ο κ.Κώστας Δημητριάδης (για να ακούσει απόφαση ο κ.Χρ.Δημητριάδης) ---------------- Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι Ενάγοντες/Αιτητές εξασφάλισαν μετά από αίτηση τους μονομερώς προσωρινό διάταγμα που απαγορεύει στην Εναγόμενη 2/Καθ'ης η Αίτηση από του: «Να πωλήσει και/ή υποθηκεύσει και/ή μεταβιβάσει και/ή με οποιοδήποτε τρόπο αποξενώσει το ακίνητο με αρ. εγγραφής 7/1966 φ/σχ.30/13Ε1, τεμάχιο 1769 . μέχρι την τελική εκδίκαση της υπό τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο αγωγής και/ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου.» Οι Ενάγοντες/Αιτητές αποτελούν συνεταιρισμό αρχιτεκτόνων και όπως επικαλούνται τόσο στην αγωγή όσο και στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει τη μονομερή αίτηση τους για την έκδοση του προσωρινού διατάγματος η Εναγόμενη 1 (δημόσια εταιρεία) και η Εναγόμενη 2 ανέθεσαν σ'αυτούς την ανέγερση του έργου TAFL MEDICAL CENTER στη Λευκωσία. Αφού οι Εναγόντες/Αιτητές εκπόνησαν την αρχιτεκτονική μελέτη του έργου και η Εναγόμενη 1 (ιδιοκτήτρια του ακινήτου) τη χρησιμοποίησε για την είσπραξη πέραν των €2,000.000,00 για μετοχοποίηση της Ενάγουσας 2 εταιρείας προβάλλοντας ως αντάλλαγμα την αξία του ακινήτου και την αρχιτεκτονική/τεχνική μελέτη του έργου, υπέβαλαν στην Πολεοδομία αίτηση για έκδοση πολεοδομικής άδειας και αίτηση για άδεια διαχωρισμού/διαίρεσης οι οποίες εκδόθηκαν από την αρμόδια αρχή. Στη συνέχεια οι Ενάγοντες/Αιτητές μετά από απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Εναγόμενης 2 υπέβαλαν στο Υπουργείο Υγείας αίτηση για έκδοση άδειας ίδρυσης ιδιωτικού νοσοκομείου την οποία και εξασφάλισαν. Εγκεκριμένος επιμετρητής ποσοτήτων της επιλογής της Εναγόμενης 2 με τον οποίο οι Ενάγοντες/Αιτητές συνεργάστηκαν ανέβασε το συνολικό κόστος του έργου στα €12,000.000,
- Με βάση την ισχυριζόμενη εντολή και/ή εξουσιοδότηση της Εναγόμενης 1 και/ή της εναγόμενης 2 και με βάση τη συνήθη πρακτική και/ή τους κανονισμούς του Ε.Τ.Ε.Κ. η αμοιβή των Εναγόντων/Αιτητών ανερχόταν όπως ισχυρίζονται στην αγωγή τους στο ποσό των €420.000,00 (ποσοστό 3.5%). Παρά το γεγονός ότι η εργασία των Εναγόντων/Αιτητών αποπερατώθηκε μόνο κατά το ήμισυ (50% μέχρι το στάδιο υποβολής της άδειας οικοδομής) και οφείλονταν προς αυτούς €210.000,00 εντούτοις οι Εναγόμενοι κατέβαλαν προς αυτούς €35.696,00 παραμένοντας ως οφειλόμενο υπόλοιπο το ποσό των €174.304,
- Στις 26.10.2012 η Εναγόμενη 2 ενεγράφη ως νόμιμη ιδιοκτήτρια του ακινήτου το οποίο μεταβιβάστηκε σ΄αυτούς από την εναγόμενη 1 ετιαρεία. Επανειλημμένες προσπάθειες των Εναγόντων/Αιτητών για πληρωμή τους παρέμειναν χωρίς αποτέλεσμα. Μάλιστα όπως ισχυρίζονται οι Ενάγοντες η Εναγόμενη 2 έχει επικοινωνήσει με διάφορα κτηματομεσιτικά γραφεία και μεσίτες για την εξεύρεση αγοραστή και/ή επενδυτή για το επίδικο έργο και προσπαθούν να συνάψουν συμφωνία με ξένους επενδυτές οι οποίοι επιθυμούν να αγοράσουν το έργο (παρ.21 Έ/Δ Ενάγοντα 2) με ορατό τον κίνδυνο να αποξενώσουν το μοναδικό ακίνητο που έχουν ως περιουσία. Οι Εναγόμενοι 2/Καθ'ων η Αίτηση ήγειραν τους ακόλουθους λόγους στην ένσταση τους η οποία συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Αγαθοκλή Αγαθοκλέους για την ακύρωση του ως άνω εκδοθέντος μονομερούς διατάγματος. i. Το Δικαστήριο δεν είχε δικαιοδοσία να εκδώσει το Διάταγμα μονομερώς καθ' ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του Άρθρου 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.6, ii. Oι Αιτητές δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια, παραπλάνησαν το Δικαστήριο και δεν προέβησαν σε πλήρη και δίκαια αποκάλυψη των σχετικών ουσιωδών γεγονότων και iii. Oι ουσιαστικές προϋποθέσεις που θέτει το Άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν. 14/60)δεν ικανοποιούνται στην προκειμένη περίπτωση. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ - ΕΝΣΤΑΣΕΙΣ Και οι 3 ενστάσεις που εγείρονται από τον κ.Δημητριάδη για τους εναγ΄μενους 2 - Καθ΄ων η αίτηση μπορούν και πρέπει να επιτύχουν όπως αυτές εξειδικεύονται στη γραπτή ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση και τη γραπτή αγόρευση των Καθ'ων η Αίτηση. Θα εξετάσω κάθε μία ξεχωριστά. (α) Το δικαιοδοτικό πλαίσιο - Άρθρο 9 του Κεφ.6 Αν και ο γενικός κανόνας είναι ότι αιτήματα για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων πρέπει να γίνονται δια κλήσεως, το Άρθρο 9
(1)του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου παρέχει εξουσία στο Δικαστήριο για κατ' εξαίρεση χορήγηση μονομερούς θεραπείας όταν πληρούνται συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Στην πρόσφατη απόφαση του ημερομηνίας 15.1.2013 στην υπόθεση Αμβροσιάδου ν Coward, Εφέσεις Αρ. 3/2011 και 4/2011, το Ανώτατο Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να ασχοληθεί εκτενώς με το θέμα της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου να εκδίδει προσωρινά διατάγματα μονομερώς στην βάση του κατεπείγοντος. Λέχθηκαν τα εξής: «[Δεν] αποφασίζεται πρώτα αν οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 ικανοποιούνται και έπειτα αν συνέτρεχε το κατεπείγον. Το κατεπείγον εξετάζεται πρώτο, εφ' όσον αφορά δικαιοδοτικό όρο, και ανεξάρτητα από την ικανοποίηση των ουσιαστικών εκείνων προϋποθέσεων.» Ως εκ τούτου, θα εξετάσω το θέμα του κατά πόσο το Δικαστήριο είχε δικαιοδοσία να εκδώσει το Διάταγμα μονομερώς και μετά θα ασχοληθώ με τους λοιπούς λόγους ένστασης. Το Άρθρο 9
(1)του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, το οποίο παρέχει εξουσία για τη χορήγηση μονομερούς θεραπείας, προβλέπει ότι: «9.-
(1)Κάθε διάταγμα, το οποίο το Δικαστήριο έχει εξουσία να εκδώσει δύναται, όταν αποδειχθεί το κατεπείγον ή άλλες ιδιαίτερες περιστάσεις, να εκδοθεί με αίτηση του ενός από τους διαδίκους χωρίς ειδοποίηση στον άλλο.» Στην υπόθεση Χ"Βασιλείου v. White Knight Holdings Ltd
(2004)1(A) Α.Α.Δ 203 καθοριστικέ το πότε ένα ζήτημα θεωρείται κατεπείγον: «Κατεπείγον θεωρείται ζήτημα, το οποίο περιέρχεται σε γνώση του προσφεύγοντος σε χρόνο που δεν του παρέχεται η δυνατότητα κίνησης των νενομισμένων διαδικασιών προς γνωστοποίηση του αιτήματος του στον αντίδικο του και εξασφάλιση του δικαιώματος του δευτέρου να ακουστεί.» Στην Αμβροσιάδου (ανωτέρω) το Εφετείο αποφάνθηκε σε παρόμοιο ύφος ότι: «Είναι σαφές στη νομολογία ότι το κατεπείγον συνιστά δικαιοδοτικό όρο για την έκδοση διατάγματος επί μονομερούς αίτησης. Η παροχή θεραπείας χωρίς να ακουσθεί η πλευρά εναντίον της οποίας αυτή στρέφεται συνιστά παρέκκλιση από τους κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης και τα ευρύτερα συνταγματικά θέσμια και δικαιολογείται μόνο σε εξαιρετικές περιστάσεις όπου η ανάγκη είναι τόσο επείγουσα ώστε να μην παρέχεται χρόνος για ειδοποίηση της άλλης πλευράς χωρίς να διακινδυνεύεται η όλη εξασφάλιση η οποία επιδιώκεται.» Ποιο είναι όμως το σχετικό χρονικό σημείο στο οποίο το Δικαστήριο πρέπει να ανατρέξει για να αποφασίσει κατά πόσο παρείχετο στον αιτητή η δυνατότητα κίνησης των νενομισμένων διαδικασιών προς γνωστοποίηση του αιτήματος του στον αντίδικο του; Η νομολογία απαντά στο ερώτημα αυτό στην Χριστοδούλου v. Vraets
(1999)1 Α.Α.Δ. 1475 με τα εξής: «... το κρίσιμο στοιχείο για την αίτηση δεν ήταν ο χρόνος έγερσης της αιτίας αγωγής αλλά ο χρόνος πληροφόρησης του εφεσίβλητου για τη δυνατότητα του να επιτύχει την ενδιάμεση θεραπεία.» Το τι προκύπτει από τα πιο πάνω είναι ότι ένας διάδικος που αιτείται μονομερώς θεραπεία από το Δικαστήριο πρέπει να προσκομίσει μαρτυρία σχετικά με την χρονική στιγμή κατά την οποία περιήλθαν στην γνώση του τα γεγονότα τα οποία επικαλείται και να αποδείξει ότι κατά την εν λόγω χρονική στιγμή δεν του παρείχετο η δυνατότητα να κινήσει τις νενομισμένες διαδικασίες. Είναι επίσης πάγια νομολογημένο ότι παράληψη του αιτητή να λάβει διαβήματα αμέσως μόλις πληροφορηθεί τα κρίσιμα γεγονότα αναιρεί από μόνη της το κατεπείγον του αιτήματος (βλ. White Knight Holdings Ltd (ανωτέρω) και Resola (Cyprus) Ltd v Χάρη Χρίστου
(1998)IB Α.Α.Δ 598). Στην προκειμένη περίπτωση, οι Αιτητές αιτήθηκαν μονομερώς διατάγματος που να απαγορεύει από τους Καθ' ων η Αίτηση να «πωλήσ[ουν] και/ή αποθηκεύσ[ουν] και/ή μεταβιβάσ[ουν] και/ή με οποιοδήποτε τρόπο αποξενώσ[ουν]» το Ακίνητο. Για να ικανοποιούσαν οι Αιτητές τις προϋποθέσεις που θα καθιστούσαν το πιο πάνω αίτημα τους επείγον και θα στοιχειοθετούσαν την ανάγκη για την παροχή θεραπείας χωρίς καθυστέρηση, θα έπρεπε να αποδείξουν την ύπαρξη πρόθεσης άμεσα επικείμενης αποξένωσης του Ακινήτου εκ μέρους των Καθ' ων η Αίτηση (βλ Resola (ανωτέρω). Τόσο άμεσα επικείμενη πρέπει να είναι η αποξένωση που να μην υπάρχει χρόνος για ειδοποίηση της άλλης πλευράς. Σε αυτό το σημείο θα ήταν χρήσιμο να ειπωθεί ότι η αρχή που έχει καθιερώσει η νομολογία ότι δεν είναι απαραίτητη η παρουσίαση μαρτυρίας που να αποδεικνύει ότι ο εναγόμενος έχει πρόθεση να αποξενώσει την υπό δέσμευση περιούσια του (βλ. Phasarias (Automotive Centre) Ltd. v. Σκυροποιία «Αεωνικ» Λτδ
(2001)1(B) Α.Α.Δ. 785) αφορά στην τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 και όχι στην εξέταση του κατεπείγοντος (Larticon Co v. Detergenta Developments Ltd
(2004)1 AAA 1121). Όπως λέχθηκε και στην Resola (ανωτέρω): «Η ίδια δε η διαπίστωση του Δικαστηρίου - ότι δεν είχε προσαχθεί αποδεκτή μαρτυρία, η οποία να καταδεικνύει πρόθεση εκ μέρους των εφεσειόντων για την πώληση του ακινήτου - καταρρίπτει το βάθρο του διατάγματος, που συνίστατο στην ύπαρξη ανάγκης για την παροχή θεραπείας άνευ καθυστερήσεως. Τέτοια ανάγκη δεν είχε αποκαλυφθεί με την αίτηση του εφεσίβλητου στο βαθμό δε που διευκρινίστηκαν οι ισχυρισμοί του κατά τη δίκη, καταδείχθηκε ότι δεν υπήρχε τίποτε το οποίο να προσδίδει επείγοντα χαρακτήρα στο αίτημα για την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος.» Επίσης, στην πολύ πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση Alexander ν Alexander, Πολιτική Έφεση Αρ. 66/2011, ημερ. 28.5.13 το Ανώτατο Δικαστήριο, αφού επίκρινε το ότι το πρωτόδικο δικαστήριο συζήτησε το ότι δεν χρειάζεται απόδειξη για πραγματική πρόθεση αποξένωσης στο πλαίσιο εξέτασης του επείγοντος του μέτρου, υπέδειξε ότι για να δικαιολογείτο η έκδοση του επίδικου διατάγματος μονομερώς, έπρεπε να υπάρχουν στοιχεία που να καταδεικνύουν ότι υπάρχει πρόθεση αποξένωσης. Λέχθηκαν τα εξής: «Αναμφίβολα η περίπτωση δεν ήταν δεκτική έκδοσης μονομερώς ενός απαγορευτικού διατάγματος, δραστικού στην έκταση του και που αφορούσε τη μοναδική περιουσία του εφεσείοντος στη Λεμεσό. Διαπιστώνεται και εδώ πρόβλημα εφόσον τα όσα ο εφεσείων είχε θέσει διά της ενόρκου δηλώσεως του ήταν τουλάχιστον ενδεικτικά ότι δεν υπήρχε πρόθεση αποξένωσης, ενώ ουδέν στοιχείο υπήρχε που να κατέτεινε στη θέση ότι η έκδοση του διατάγματος μονομερώς ήταν επείγουσα. Αποτελούσε γενικευμένη και αόριστη θέση η δήλωση του ενόρκως δηλούντος εκ μέρους του εφεσίβλητου ότι εάν ο εφεσείων πληροφορείτο για την αίτηση, θα προχωρούσε να αποξενώσει το διαμέρισμα.» Συνοψίζοντας τα πιο πάνω, οι Αιτητές θα πρέπει να αποδείξουν τα εξής δύο στοιχεία: i. την ύπαρξη πρόθεσης εκ μέρους των Καθ' ων η Αίτηση για άμεσα επικείμενη αποξένωση του Ακινήτου και ii. ότι η πιο πάνω πρόθεση περιήλθε στην γνώση τους σε χρόνο που δεν τους παρείχετο η δυνατότητα κίνησης των νενομισμένων διαδικασιών προς γνωστοποίηση του αιτήματος τους στους Καθ' ων η Αίτηση. Οι Αιτητές απότυχαν να αποδείξουν την ύπαρξη πρόθεσης εκ μέρους των Καθ' ων η Αίτηση για άμεσα επικείμενη αποξένωση του Ακινήτου και, ως εκ τούτου, το κατεπείγον του ζητήματος. Στις παραγράφους 20 και 21 της Ένορκης Δήλωσης του κ.Φώτη Οικονομίδη (Ενάγοντα 2) οι Αιτητές επιχειρούν να στοιχειοθετήσουν το κατ'επείγον. Τις παραθέτω αυτούσιες: «
- Περαιτέρω αναφέρω ότι περί τις αρχές του μηνός Απριλίου 2013 ήλθε στην αντίληψη μου το γεγονός ότι γίνονται διαπραγματεύσεις για την πώληση του επίδικου έργου σε ξένους επενδυτές ενώ η εντύπωση που είχα λόγω των οικονομικών δυσκολιών που αντιμετώπιζαν οι Εναγόμενες ήταν ότι είχε σταματήσει η προώθηση του έργου για την προσέλκυση των ξένων επενδυτών. Κατόπιν αυτής της πληροφορίας ερεύνησα στο διαδίκτυο και συγκεκριμένα στην ιστοσελίδα του Οργανισμού CYPRUS INVESTMENT PROMOTION AGENCY (CIPA) όπου βρήκα διαφήμιση με την οποία διαφημίζεται προς πώληση και/ή προς επένδυση το εν λόγω επίδικο έργο TAFL MEDICAL CENTER αφού σύμφωνα με πληροφορίες που έχουμε συλλέξει, το έργο έχει επιλεγεί από το Τμήμα Πολεοδομίας του Υπουργείου Εσωτερικών ως ένα από τα αξιόλογα έργα προς υλοποίηση με την προσέλκυση ξένων επενδυτών. Παρουσιάζω την εν λόγω διαφήμιση ως Τεκμήριο
- Από όσα γνωρίζω και όπως με πληροφόρησαν οι διευθυντές τόσο της Εναγομένης υπ' αρ. 1 όσο και της Εναγομένης υπ' αρ. 2 όπως και ο κος Φωτίου, ο κος Τροκκούδης και ο κος Αγαθοκλέους, εξ όσων κάλλιον γνωρίζω, πιστεύω και πληροφορούμαι η Εναγομένη υπ' αρ. 2 έχει επικοινωνήσει με διάφορα Κτηματομεσιτικά Γραφεία και Μεσίτες για την εξεύρεση αγοραστή και/ή επενδυτή για το επίδικο έργο και προσπαθούν να συνάψουν συμφωνίες με ξένους επενδυτές οι οποίοι επιθυμούν να αγοράσουν το έργο.» Η προσπάθεια των Αιτητών να καταδείξουν το κατεπείγον καθίσταται αναποτελεσματική και ατελέσφορη. ΟΙ ισχυρισμοί τους είναι γενικοί και αόριστοι και όχι σαφείς και συγκεκριμένοι. Ανεξάρτητα όμως, από αυτά οι Αιτητές παραλείπουν να αναφερθούν στο χρόνο που οι πληροφορίες που επικαλούνται περιήλθαν στη γνώση τους και δεν καθορίζουν επακριβώς από πότε γνώριζαν ότι οι Καθ'ων η Αίτηση προβαίνουν στις ενέργειες τις οποίες τους καταλόγιζουν. Αναφέρουν απλά στην παράγραφο 20 της ένορκης δήλωσης του κ.Φώτη Οικονομίδη ότι οι Καθ'ων η Αίτηση διεξάγουν διαπραγματεύσεις για την πώληση του επίδικου έργου σε ξένους επενδυτές πληροφόρηση που ο ίδιος ο ενόρκως δηλών έχει από διαφήμιση στην ιστοσελίδα του CIPA Τεκμήριο
- Προσεκτική όμως μελέτη του Τεκμηρίου 17 δεν θεμελιώνει τον ισχυρισμό περί άμεσης αποξένωσης της ακίνητης ιδιοκτησίας των Καθ'ων η Αίτηση. Η διαφήμιση αναφερόταν σε αναζήτηση επενδυτών και αγοραστών για το «έργο» ήτοι το ιατρικό κέντρο ημερήσιας φροντίδας και όχι το ακίνητο όπως αναφερόταν ρητά στο Τεκμήριο 17, στο οποίο οι Ενάγοντες θεμελίωναν τους ισχυρισμούς τους σε σχέση με τη δήθεν πρόθεση αποξένωσης του ακίνητου. Η επενδυτική υποστήριξη που αναζητείται είναι υπό τη μορφή εξαγοράς κεφαλαίου των Καθ'ων η Αίτηση (mode of investment shares up to 50% - βλέπε παράγραφο 26 της ένορκης δήλωση του κ.Α.Αγαθοκλέους). Τη διαφήμιση αυτή προωθούν ασφαλώς οι μέτοχοι των Εναγομένων 2/Καθ'ων η Αίτηση οι οποίοι αναζητούν αγοραστές για τις μετοχές τους και όχι οι ίδιοι οι Καθ'ων η Αίτηση για πώληση του ακινήτου. Είναι σαφές από το Τεκμήριο 17 ότι οι Καθ'ων η Αίτηση επιθυμούν να προχωρήσουν σε ανέγερση του ιατρικού κέντρου που σκοπεύουν να λειτουργήσουν και όχι να πωλήσουν το ακίνητο στη σημερινή του μορφή, δηλαδή ως χωράφι. Περαιτέρω οι ισχυρισμοί του Φώτη Οικονομίδη στις παρα.23 και 25 της ένορκης δήλωσης του καταδεικνύουν ότι η γνώση του Αιτητή για ξένους επενδυτές στο έργο ήταν πολύ πριν τον Απρίλιο του 2013 που οι ίδιοι τοποθετούν ως το χρονικό σημείο γνώσης τους. Οι Καθ'ων η Αίτηση μάλιστα ισχυρίζονται ότι ο Φώτης Οικονομίδης ήταν που παρουσίασε το έργο σε αντιπροσώπιση του CIPA με σκοπό συμπερίληψη του στο πρόγραμμα προώθησης του εν λόγω οργανισμού. Το έργο συμπεριλαμβάνεται στην ιστοσελίδα του CIPA από το Μάρτιο του
- Στις 20.9.2012 οι Αιτητές αιτήθηκαν την πληρωμή τους, αίτημα το οποίο παρέμεινε ανικανοποίητο. Παρά ταύτα και πάρα την γνώση τους για προσέλευση επενδύσεων για το έργο μέσω του CIPA παρέλειψαν να αποταθούν στο Δικαστήριο έγκαιρα για την εξασφάλιση διατάγματος. Το έπραξαν 7 μήνες αργότερα στις 24.4.
- Η καθυστέρηση είναι από μόνη της μοιραία για τον ισχυρισμό τους περί της ύπαρξης κατεπείγοντος ζητήματος (βλ. Mike Willstrop κ.ά. ν. Mammous κ.ά.
(2010)1(Γ) Α.Α.Δ.1740 και Resola (ανωτέρω)) όπου καθυστέρηση 2,5 και 4,5 μηνών αντίστοιχα δέχθηκαν ότι αναιρούν από μόνες τους το θέμα του κατεπείγοντος. Ακόμη η αναφορά του κ.Φώτη Οικονομίδη στην παρά.20 της ένορκης του δήλωσης ότι «η εντύπωση που είχα λόγω των οικονομικών δυσκολιών που αντιμετώπιζαν οι Εναγόμενες ήταν ότι είχε σταματήσει η προώθηση του έργου για την προσέλκυση των ξένων επενδυτών» αποτελεί επιβεβαίωση της γνώσης τους πολύ πριν τον Απρίλιο του 2013 χωρίς να συγκεκριμενοποιείτε πότε ακριβώς δημιουργήθηκε αυτή η εντύπωση και γιατί δεν ελήφθησαν μέτρα όταν δημιουργήθηκε αυτή η εντύπωση. Οι Αιτητές απέτυχαν να αποδείξουν το κατεπείγον της αίτησης και μόνο εκ του λόγου τούτου το διάταγμα πρέπει να ακυρωθεί και η ισχύς του να τερματιστεί. Παροχής θεραπείας με μονομερή αίτηση θα πρέπει να ασκείται με πολλή φειδώ από τα Δικαστήρια. «Παροχή θεραπείας χωρίς να ακουσθεί η πλευρά εναντίον της οποίας αυτή στρέφεται συνιστά παρέκκλιση από τους κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης και τα ευρύτερα συνταγματικά θέσμια και δικαιολογείται μόνο σε εξαιρετικές περιστάσεις», ενώ «το Εφετείο έχει κατακρίνει την ευκολία με την οποία εκδίδονται διατάγματα επί μονομερούς αίτησης ως θέμα συνήθους τακτικής.» (Βλ Αμβροσιάδου (ανωτέρω)). Πολύ χαρακτηριστικό είναι το πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση της Έλενας Κυριάκου
(2010)1(Β) Α.Α.Α.1332: «Η εντύπωση μου είναι ότι οι διάδικοι χρησιμοποιούν τις διαδικασίες κατά το συμφέρον και ότι το Δικαστήριο δυστυχώς γίνεται συνεργός στην κατάχρηση αυτή. Διερωτώμαι με ποιο τρόπο θα μπορούσε να τονιστεί περαιτέρω η θεμελιακή διάσταση του Συντάγματος και των αρχών της φυσικής δικαιοσύνης ότι διατάγματα ex parte είναι η άκρα εξαίρεση και όχι ο συνήθης κανόνας. Πρέπει τα πράγματα να είναι τόσο επείγοντα και τόσο πιεστικά που το Δικαστήριο να μην έχει άλλη επιλογή, εξυπηρετώντας το σκοπό της δικαιοσύνης, παρά να εκδώσει το διάταγμα. Σε μια περίπτωση στην οποία το θέμα κρίνεται έστω επείγον, τα δικαστήρια έχουν την ευχέρεια, και χωρίς την έκδοση ex parte διατάγματος, να ορίσουν την οποιαδήποτε ενώπιον τους αίτηση σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα, όπως είναι η υποχρέωση τους βάσει του Συντάγματος, και να ακούσουν και τις δύο πλευρές πριν αποφασίσουν να εκδώσουν οποιοδήποτε διάταγμα. Αυτό δεν είναι μόνο θέμα δικαιοσύνης και στοιχειώδους συμμόρφωσης με τα δικαστηριακά πλαίσια, είναι και θέμα διευκόλυνσης της διαδικασίας». Η θέση μου, όπως αναλύεται πιο πάνω, είναι ότι η παρούσα υπόθεση πόρρω απέχει από τις περιπτώσεις αυτές όπου εξαιρετικές περιστάσεις συνιστούν την άκρα εξαίρεση που δικαιολογεί την μονομερή παροχή θεραπείας. (β) Πλήρης αποκάλυψη Η υποχρέωση του διαδίκου που ζητά θεραπεία μονομερώς για πλήρη και δίκαιη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων συνοψίστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστόφορου κ.α.
(1995)1 Α.Α.Α.248: «Η διαδικασία με μονομερή αίτηση επιβάλλει στον αιτητή την αποκάλυψη στο Δικαστήριο όλων των ουσιαστικών γεγονότων που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση. Η αίτηση αυτή είναι υψίστης πίστεως (uberrima fides). Ο αιτητής έχει καθήκον να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου οποιαδήποτε γεγονότα που γνωρίζει, ή που με εύλογη επιμέλεια θα εγνώριζε, τα οποία μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο, ή μπορεί να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου. Παράλειψη παρουσίασης ουσιαστικών γεγονότων ενώπιον του Δικαστηρίου στη μονομερή αίτηση θεωρείται ως είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου και το Δικαστήριο απαντά: «δεν σας ακούω πλέον» και ακυρώνει τη διαταγή που έδωσε, χωρίς να εξετάσει την ουσία. Τα γεγονότα πρέπει να είναι ουσιώδη για την απόφαση του Δικαστηρίου στη μονομερή αίτηση». Στη The Timberland of USA v. Enans & Sons Ltd κ.α.
(1998)1 Α.Α.Δ.1179 αναφέρθηκε ότι: «Η απόκρυψη ουσιώδους γεγονότος επενεργεί καταλυτικά. Διασαλεύει τη βάση του διατάγματος, ανεξάρτητα από την ύπαρξη πρόθεσης για εξαπάτηση του δικαστηρίου. Το κριτήριο είναι αντικειμενικό. Συναρτάται (η μη αποκάλυψη) με τις, εξ αντικειμένου, συνέπειες στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου, όπως επισημαίνεται στην Demstar Limited ν. Zim Israel Navigation Co Limited κ.ά., (ανωτέρω)-(σελ. 601-602): «Ό,τι ανατρέπει τη βάση του διατάγματος είναι η μη αποκάλυψη γεγονότων εξ αντικειμένου ουσιώδους σημασίας για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Στην απουσία τους, η απόφαση του δικαστηρίου καθίσταται ακροσφαλής». Στην υπόθεση Ρένα Αριστοτέλους Λτδ ν. Benfleei Enterprises Ltd
(2006)1(Α) Α.Α.Δ.280, όπου το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι το κριτήριο κατά πόσο ένα γεγονός είναι ουσιώδες είναι αντικειμενικό και πρέπει να αποφασίζεται από το Δικαστήριο, επισημάνθηκαν τα εξής: «Όπως τονίστηκε και στην υπόθεση Rex v. Kensington Income Tax Commissioners, Ex parte Princess Edmond de Polignac
(1917)1 K.B.486, 514 ουσιώδη γεγονότα είναι εκείνα που πρέπει να γνωρίζει ο δικαστής κατά την εξέταση της αίτησης. Το ουσιώδες των γεγονότων θα πρέπει να αποφασίζεται από το δικαστήριο και όχι τον αιτητή ή τους δικηγόρους του. Η υποχρέωση πλήρους αποκάλυψης δεν καλύπτει μόνο ουσιώδη γεγονότα που είναι γνωστά στον αιτητή, αλλά και εκείνα που μπορούσε να ανακαλύψει με εύλογη έρευνα.» Στην υπόθεση Μ & Ch. Mitsingas Trading Ltd κ.α. v. The Timberland Co of USA
(1997)1 A.A.A.1791 υπεδείχθη ότι: «... σε μονομερείς αιτήσεις, ουσιώδη είναι και τα γεγονότα που σχετίζονται με το επείγον του ζητήματος». Η υποχρέωση του αιτητή δεν σταματά στην αποκάλυψη των γεγονότων αλλά περιλαμβάνει και την δίκαιη αποκάλυψη, δηλαδή αποκάλυψη με τρόπο μη παραπλανητικό προς το Δικαστήριο. Η συνολική εικόνα που πρέπει να μεταδίδεται μέσα από την αίτηση πρέπει να είναι στη βάση της ορθή χωρίς παραπλάνηση. Στην Χαραλάμπους v. Petros Michael Exclusif Ltd κ.ά,
(2004)1 Α.Α.Δ.1953 λέχθηκαν τα εξής: «Είναι μεγάλη η ευθύνη εκείνου που επιδιώκει θεραπεία χωρίς να ακούεται η άλλη πλευρά, να θέσει όλα τα δεδομένα με ύψιστη καλή πίστη και με πληρότητα. Το ενδεχόμενο να είναι δυνατό εκ των υστέρων η γενική εικόνα που δημιουργείται να είχε αντικριστεί διαφορετικά μετά από μια εξονυχιστική έρευνα, δεν είναι ικανοποιητική απάντηση όταν, όσα ως σύνολο μεταδίδονται, σαφώς οδηγούν στο σχηματισμό άλλης εικόνας.» Περαιτέρω, δεν είναι αρκετή η επισύναψη ενός εγγράφου στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, το οποίο αν μελετηθεί προσεκτικά αποκαλύπτει τα γεγονότα, αλλά πρέπει να επισύρεται ειδικά σ' αυτά η προσοχή του Δικαστηρίου (βλ. Mike Willstrop (ανωτέρω) και CYBARCO PLC κ.α. ν. Αναθεωρητικής Αρχής Προσφορών κ.α.,), υπόθεση αρ. 1855/2008, ημερ. 9.1.09). Αρκετή δεν είναι ούτε η υιοθέτηση στην ένορκη δήλωση του περιεχομένου ενός δικογράφου (βλ. Νίνος Μιχαηλίδης Λτδ. ν. Αρουσιώτη κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ.877 και Interpartemental Concern "Uralmetrom" ν. Besuno Ltd
(2004)1(Α)Α.Α.Δ.557). Αν και το Δικαστήριο έχει, παρά την παράλειψη πλήρους και δίκαιης αποκάλυψης, την διακριτική ευχέρεια να διατηρήσει ένα εκδοθέν διάταγμα σε ισχύ ή να εκδώσει νέο διάταγμα με όρους (βλ. Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστόφορου κ.α. (ανωτέρω) και Harvardskiy Prumyslovy Holding A.S - υπό Εκκαθάριση ν. Daventree Resources Limited κ.α.
(2008)1(Β) Α.Α.Δ.801), προκύπτει από την νομολογία ότι απόκρυψη ουσιώδους γεγονότος είναι στην συντριπτική πλειοψηφία των περιστάσεων μοιραία. Οι Αιτητές στην παρούσα υπόθεση δεν προέβησαν σε πλήρη και δίκαια αποκάλυψη των σχετικών ουσιωδών γεγονότων, παραπλανώντας έτσι το Δικαστήριο, όπως θα εξηγήσω πιο κάτω. Ο μόνος χειροπιαστός ισχυρισμός των Αιτητών αναφορικά με την ύπαρξη πρόθεσης εκ μέρους των Καθ' ων η Αίτηση για αποξένωση του Ακινήτου είναι το Τεκμήριο
- Οι υπόλοιποι ισχυρισμοί σχετικά με την εν λόγω πρόθεση είναι γενικοί ή δεν υποστηρίζονται από κάποιο τεκμήριο. Ως εκ τούτου, το Τεκμήριο 17 είναι ουσιώδους σημασίας αφού είναι πάνω σε αυτό που οι Αιτητές βασίζονται κατά κύριο λόγο για την θεμελίωση της υπόθεσης τους αναφορικά με το κατεπείγον του ζητήματος. Οι Αιτητές στα πλαίσια τεκμηρίωσης του ισχυρισμού τους ότι γίνονται διαπραγματεύσεις για πώληση και κατ' επέκταση αποξένωση του έργου επικαλούνται το Τεκμήριο
- Πουθενά δεν αναφέρουν όμως ότι το Τεκμήριο 17 κάθε άλλο παρά υποστηρίζει τέτοια πρόθεση πώλησης ή αποξένωσης. Όπως αναφέρεται στο ίδιο το Τεκμήριο 17 (στη σελίδα με τίτλο Athina - Day Care Medical Centre) με την υπόδειξη "Mode of Investment: Shares up to 50%" η επενδυτική υποστήριξη που αναζητείται είναι υπό την μορφή εξαγοράς μετοχικού κεφαλαίου των Καθ' ων η Αίτηση. Τη διαφήμιση αυτή προωθούν ασφαλώς οι μέτοχοι των Καθ' ων η Αίτηση οι οποίοι αναζητούν αγοραστές για τις μετοχές τους και όχι οι ίδιοι οι Καθ' ων η Αίτηση, οι οποίοι σε καμία περίπτωση δεν αναζητούν αγοραστές του ακινήτου. Αναζητούν αγοραστές για την πώληση του «έργου», ουσιαστικά επενδυτές προς υλοποίηση του έργου και όχι αγοραστές για το ακίνητο. Περαιτέρω, οι Αιτητές παρέλειψαν να αποκαλύψουν ότι το Ακίνητο είναι υποθηκευμένο προς όφελος συγκεκριμένης τράπεζας (βλ. παράγραφο 56 της ένορκης δήλωσης του κ.Αγαθοκλέους), γεγονός το οποίο και γνώριζαν άλλα και μπορούσαν να ανακαλύψουν ύστερα από εύλογη έρευνα. Η ύπαρξη υποθήκης είναι άμεσα σχετική με το κίνδυνο άμεσης αποξένωσης του Ακινήτου. Ασφαλώς και δεν υποστηρίζει κανείς ότι η ύπαρξη Yποθήκης αποτελεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην προσπάθεια αποξένωσης του Ακινήτου. Δεν παύει όμως να είναι ένας παράγοντας που δυσκολεύει την αποξένωση του Ακινήτου αφού για να γίνει κάτι τέτοιο χρειάζεται και η ανάμιξη και η συγκατάθεση της τράπεζας. Αυτό από μόνο του μειώνει τον κίνδυνο άμεσης αποξένωσης αφού καθιστά αναγκαία την λήψη επιπρόσθετων διαβημάτων. Και για το λόγο αυτό το διάταγμα θα πρέπει να πάψει να ισχύει. Ουσιαστικά οι Αιτητές παραπλάνησαν το Δικαστήριο επικαλούμενοι πώληση του ακινήτου (αντικείμενο του διατάγματος) στηρίζοντας αυτό στην πώληση μετοχών για υλοποίηση του «έργου». Δηλαδή του Ιατρικού Κέντρου TAFL ΜEDICAL CENTRE. Προϋποθέσεις άρθρου 32 του Ν.14/60 Η πλουσιότατη νομολογία επί του θέματος έχει καθιερώσει ότι για την επιτυχή κατάληξη αίτησης δυνάμει του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν. 14/60)πρέπει να πληρούνται οι ακόλουθες τρεις προϋποθέσεις: i.Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. ii.Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας. iii.Να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, χωρίς την έκδοση του απαιτούμενου διατάγματος. (βλ. Odysseos v. Pieris Estates Ltd & Another
(1982)1 C.L.R.557). To τι απαιτείται για ικανοποίηση της κάθε μιας από τις πιο πάνω προϋποθέσεις θα αναλυθεί πιο κάτω, στο πλαίσιο εφαρμογής των σχετικών νομικών αρχών στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Σε περίπτωση που πληρούνται οι τρεις αυτές προϋποθέσεις, το Δικαστήριο εξετάζει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα (βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Πασχάλης Χατζηβασίλης
(1989)1(Ε)Α.Α.Δ.132). Όπως έχει αναλυθεί με σαφήνεια στην υπόθεση Odysseos (ανωτέρω), η ικανοποίηση των τριών κριτηρίων που τίθενται ως προϋποθέσεις αποτελεί το πρωταρχικό μέλημα του Δικαστηρίου πριν δυνηθεί να περάσει στην εξέταση του ισοζυγίου της ευχέρειας, με τη συνεκτίμηση όλων των σχετικών παραγόντων. Όσον αφορά στην πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32, έχει νομολογηθεί ότι αυτή «δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν του να καταδειχθεί μια συζητήσιμη υπόθεση με βάση τα δικόγραφα.» (από Eurocypria ν Κυπριακής Δημοκρατίας κ.ά., Πολιτική Εφεση Αρ.170/2011, ημερ. 20.10.2011). Όσον αφορά στη δεύτερη προϋπόθεση, ο Αιτητής είναι αρκετό για να επιτύχει έκδοση διατάγματος αν πείσει το Δικαστήριο ότι έχει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα επιτυχίας, αλλά κάτι λιγότερο στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Συνιστά πάγια νομολογιακή αρχή, η οποία έχει πολύ πρόσφατα επαναληφθεί στην απόφαση ημερομηνίας 13.6.2013 στην υπόθεση Hellenic Bank Public Company Ltd ν. Alpha Panareti Public Ltd, Πολιτική Εφεση Αρ. 145/2011, ότι στα πλαίσια εξέτασης του κατά πόσο πληρούνται οι πρώτες δύο προϋποθέσεις: «Το Δικαστήριο δεν απαιτείται, αλλά ούτε και πρέπει, να εξετάζει την ενώπιον του μαρτυρία και να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με συγκρουόμενα γεγονότα, κάτι που θα έχει το καθήκον να πράξει στο τελικό στάδιο της υπόθεσης. Στο αρχικό αυτό στάδιο πρέπει να περιοριστεί στη διαπίστωση ύπαρξης ή μη κάποιας προοπτικής επιτυχίας.» Εν όψει και μόνο της αρχής αυτής, θεωρώ ότι είναι άνευ ουσίας το να επικαλεστεί κάποιος ότι δεν πληρούνται οι πρώτες δύο προϋποθέσεις. Το όσα αναφέρονται στην Ένορκη Δήλωση του κ.Φώτη Οικονομίδη είναι αρκετά για να πείσουν το Δικαστήριο ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και κάποια προοπτική επιτυχίας. Η τρίτη προϋπόθεση του Άρθρου 32 απαιτεί όπως αποδειχθεί ότι θα ήταν δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε αργότερο στάδιο, εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο προσωρινό διάταγμα. Όπως έχει νομολογηθεί η τρίτη προϋπόθεση του Άρθρου 32 ικανοποιείται, μεταξύ άλλων, και στην περίπτωση όπου υπάρχει ο κίνδυνος ο ενάγοντας να μην μπορέσει να εκτελέσει απόφαση που ενδεχομένως να ληφθεί υπέρ του χωρίς τη δέσμευση συγκεκριμένης περιουσίας (C.Phasarias (Automotive Centre) Ltd v. Σκυροποιία "Αεωνΐκ" Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ.78). Στην Ζεμενίδης ν. Ζεμενίδης (Αρ.1)
(1992)1 Α.Α.Δ.54, αποφασίστηκε ότι το σημαντικό κριτήριο είναι κατά πόσο, χωρίς την έκδοση του αιτούμενου προσωρινού διατάγματος: «είναι πιθανό να εμποδισθεί ο ενάγων να ικανοποιηθεί με την απόφαση που δυνατό να εκδοθεί υπέρ του». Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι οι Αιτητές θα πρέπει να ικανοποιήσουν το Δικαστήριο ότι υπάρχει κίνδυνος να μη ικανοποιηθεί η δικαστική απόφαση που πιθανόν να εκδοθεί υπέρ τους αν μεταβιβαστεί ή επιβαρυνθεί το Ακίνητο. Στην Marketrends (Capital Market) Ltd v. Μιχάλη Γεωργίου
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ.1759 υποδείχτηκε ότι δέσμευση περιουσιακών στοιχείων τα οποία δεν αποτελούν αντικείμενο της αγωγής δικαιολογείται κατ' εξαίρεση και ασκείται με φειδώ. Σημειώθηκε ότι: «Πρόκειται ωστόσο για εξουσία η οποία πρέπει να ασκείται με φειδώ, όχι ως μέτρο γενικής εξασφάλισης ενάγοντα που βρίσκεται αντιμέτωπος με τη μη πληρωμή χρέους.» Η αρχή αυτή υιοθετήθηκε κατ' επανάληψη από μεταγενέστερη νομολογία (βλ. για παράδειγμα Καλογήρου ν. C.C.F. Credit Capital Finance Ltd
(2005)I(B) Α.Α.Δ.1237). Περαιτέρω, στην υπόθεση Lakatamitis v. Theodorou
(1983)1 C.L.R.520 αποφασίστηκε ότι όταν αξιολογείται αίτηση στη βάση του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου με την οποία επιδιώκεται δέσμευση περιουσίας που δεν αποτελεί το αντικείμενο της αγωγής, τότε λαμβάνονται υπόψη αυτόματα οι πρόνοιες του άρθρου 5 του Κεφ. 6, ανεξάρτητα αν το άρθρο αυτό δεν περιλαμβάνεται ρητά στο νομικό υπόβαθρο που αναφέρεται στο κείμενο της αίτησης. Αν και οι ουσιαστικές προϋποθέσεις του άρθρο 5 είναι ταυτόσημες με αυτές του άρθρου 32 (βλ. Τσιολάκκη και άλλη ν. Στυλιανίδη
(1992)1 Α.Α.Δ.782 και Phasarias (ανωτέρω)), το άρθρο 5 δίδει στο Δικαστήριο εξουσία να δεσμεύει «τόσο μέρος της ακίνητης ιδιοκτησίας [του εναγόμενου] ... όσο, κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου, είναι επαρκές να ικανοποιήσει την απαίτηση του ενάγοντα μαζί με τα έξοδα της αγωγής». Όπως προκύπτει από το λεκτικό του εν λόγω άρθρου η υπό δέσμευση ακίνητη περιουσία δεν πρέπει να είναι δυσανάλογη με την απαίτηση και τα έξοδα. Για να ικανοποιήσει την προϋπόθεση αυτή, ο Αιτητής πρέπει να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία για την αξία του ακινήτου του οποίου επιδιώκει τη δέσμευση ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να εκτιμήσει κατά πόσο είναι ανάλογη με το ύψος της απαίτησης του και να κρίνει πόσο μέρος αυτής θα πρέπει τελικά να δεσμευτεί. Όπως προκύπτει τόσο από τους ισχυρισμούς που προβάλλονται τόσο στην Έκθεση Απαίτησης όσο και στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση, οι Εναγόμενοι 1 και 2 ενήργησαν σε συνεννόηση και σε συνεργασία, διόρισαν από κοινού τους Αιτητές ως αρχιτέκτονες του έργου και ανέλαβαν αλληλέγγυα να καταβάλουν την αμοιβή τους. Η απαίτηση των Αιτητών, όπως δικογραφείται στην Έκθεση Απαίτησης, είναι για αποζημιώσεις ύψους €174.304, ποσό το οποίο αξιώνουν από τους «Εναγόμενους 1 και/ή 2 αλληλέγγυα μαζί και/ή ξεχωριστά». Άρα, σε περίπτωση που οι Αιτητές επιτύχουν στην αξίωση τους, η απόφαση που θα εκδοθεί υπέρ τους θα είναι εναντίον και των δύο Εναγομένων, για το συγκεκριμένο ποσό οι οποίοι θα είναι υπεύθυνοι από κοινού και ξεχωριστά (jointly and severally). Τούτο συνεπάγεται ότι οι Αιτητές θα μπορούν να εκτελέσουν την απόφαση και να εισπράξουν ολόκληρο το ποσό από οποιοδήποτε Εναγόμενο. Επομένως, σε περίπτωση που ένας από τους Εναγόμενους δεν μπορεί να ικανοποιήσει την εναντίον του απόφαση, ο άλλος Εναγόμενος θα ευθύνεται για ολόκληρο το ποσό. Ως εκ τούτου, δεν είναι αρκετό για τους Αιτητές να ισχυρίζονται ότι η οικονομική κατάσταση των Καθ' οι η Αίτηση είναι τέτοια που να ενδέχεται να μην μπορούν να πληρώσουν το ενδεχόμενο χρέος τους στους Αιτητές σε περίπτωση που αποξενώσουν το Ακίνητο. Από την στιγμή που το σχετικό κριτήριο είναι κατά πόσο οι Αιτητές θα καταφέρουν να εισπράξουν το ενδεχόμενο εξ αποφάσεως χρέος τους, και όχι κατά πόσο κάθε ένας από τους Εναγόμενους θα μπορέσει να πληρώσει, οι Αιτητές οφείλουν να πείσουν το Δικαστήριο ότι ούτε οι Εναγόμενοι 1 ούτε βέβαια και οι εναγόμενοι 2 θα μπορέσουν να ικανοποιήσουν την ενδεχόμενη απόφαση. Δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε μαρτυρία για την αξία του ακινήτου αλλά ούτε και για τη οικονομική κατάσταση των Εναγομένων 1 και/ή των εναγομένων 2. Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση είναι εντελώς κενή όσον αφορά στο ζήτημα αυτό. Ως εκ τούτου οι Αιτητές απέτυχαν να αποδείξουν ότι σε περίπτωση αποξένωσης του Ακινήτου, υπάρχει σοβαρός κίνδυνος κανένας από τους Εναγόμενους να μην μπορέσουν να πληρώσουν το ενδεχόμενο εξ αποφάσεως χρέος τους, αφήνοντας έτσι την απόφαση ανικανοποίητη. Εν πάση περιπτώσει, οι Εναγόμενοι 1 ισχυρίζονται ότι είναι αξιόχρεη εταιρεία, φερέγγυα, με μεγάλο κύκλο εργασιών και μεγάλο αριθμό ακίνητης περιουσίας και ότι κανένα πρόβλημα δεν θα έχει να ικανοποιήσει μια απόφαση που τυχόν εκδοθεί εναντίον της (βλ. παράγραφο 60 της Ένορκης Δήλωση Α.Αγαθοκλέους). Όχι μόνο οι Αιτητές παρέλειψαν να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία για την αξία του Ακινήτου ούτως ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να εκτιμήσει κατά πόσο αυτή είναι ανάλογη με το ύψος της απαίτησης τους και να κρίνει πόσο μέρος αυτής θα πρέπει τελικά να δεσμευτεί αλλά επίσης ελλείπει παντελώς από την Ένορκη Δήλωση του κ.Φώτου Οικονομίδη οποιοδήποτε στοιχείο που να μπορεί να ληφθεί υπόψη για να υπολογιστεί η αξία του Ακινήτου, έστω και κατά προσέγγιση ή ενδεικτικά. Ένας επιπλέον λόγος που δεν ικανοποιείται η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 είναι ότι η οικονομική κατάσταση των Εναγομένων 2 - Καθ' ων η Αίτηση είναι τέτοια που δεν αφήνει σοβαρό ενδεχόμενο να εμποδισθούν οι Αιτητές/Ενάγοντες να ικανοποιηθούν με την απόφαση που δυνατό να εκδοθεί υπέρ τους. Όπως αναφέρεται στην παράγραφο 34 της Ένορκης Δήλωσης του κ.Αγαθοκλέους, οι Καθ' ων η Αίτηση κανένα πρόβλημα δεν θα έχουν να ικανοποιήσουν ενδεχόμενη απόφαση που τυχόν εκδοθεί εναντίον τους αφού είναι αξιόχρεη και φερέγγυα εταιρεία και διατηρούν τραπεζικούς λογαριασμούς με πιστωτικά υπόλοιπα τα οποία αντιπροσωπεύουν τόσο μέρος του κεφάλαιο της εταιρείας όσο και άλλες συνεισφορές των μετόχων της. Οι λογαριασμοί αυτοί χρησιμοποιούνται για να καλύπτουν τις ανάγκες της εταιρείας σε σχέση με την ανέγερση του έργου και χρηματοδοτούν τις οποιεσδήποτε σχετικές με τούτο ενέργειες. Οι παραλείψεις των Αιτητών για την οικονομική κατάσταση των εναγομένων 1 και 2 είναι καταλυτικές στην εξακολούθηση της ισχύς του διατάγματος. Παραμένει να εξετάσει το Δικαστήριο το ισοζύγιο της ευχέρειας. Όπως έχει αναλυθεί με σαφήνεια στην υπόθεση Odysseos (ανωτέρω), η ικανοποίηση των τριών κριτηρίων που τίθενται ως προϋποθέσεις αποτελεί το πρωταρχικό μέλημα του Δικαστηρίου πριν δυνηθεί να περάσει στην εξέταση του ισοζυγίου της ευχέρειας, με τη συνεκτίμηση όλων των σχετικών παραγόντων. Σε αυτό το στάδιο, το Δικαστήριο εξετάζει την επίδραση που ενδεχομένως θα είχε τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων στα συμφέροντα των δύο πλευρών. Καθοδηγητικό για την προαναφερθείσα αξιολόγηση είναι το πιο κάτω απόσπασμα από την Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1(B) Α.Α.Δ. 788: «Αναφορικά με το ισοζύγιο της ευχέρειας αυτό υποδηλώνει το ενδιαφέρον του δικαστηρίου να ισοζυγίσει τον κίνδυνο αδικίας η οποία θα προκύψει αν φανεί ότι η απόφαση του που δόθηκε στο ενδιάμεσο στάδιο ήταν εσφαλμένη. Όπως το έχει θέσει ο δικαστής Huffman στην Films Rover International Limited v. Cannon Film Sales Limited [198η 1 W.L.R. 670: "To κύριο δίλημμα σε σχέση με την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, είτε αυτά είναι απαγορευτικά ή επιτακτικά, είναι ότι υπάρχει εξ ορισμού ο κίνδυνος ότι το δικαστήριο μπορεί να πάρει εσφαλμένη απόφαση, με το νόημα ότι έχει χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο ο οποίος αποτυγχάνει ν' αποδείξει τα δικαιώματα του κατά τη δίκη (ή θα αποτύγχανε αν υπήρχε δίκη) ή διαζευκτικά με το να παραλείψει να χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο που επιτυγχάνει (ή θα πετύχει) στη δίκη. Αποτελεί επομένως θεμελιώδη αρχή ότι το δικαστήριο πρέπει να υιοθετήσει εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται ότι ενέχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας εάν ήθελε φανεί ότι η απόφαση του ήταν "εσφαλμένη" με το πιο πάνω νόημα. Οι κατευθυντήριες γραμμές για τη χορήγηση και των δυο ειδών προσωρινών διαταγμάτων πηγάζουν από αυτή την αρχή." Αν και η εξέταση του ζητήματος αυτού δεν είναι αναγκαία εν όψει του ότι δεν πληρούνται τα όσα απαιτεί η τρίτη προϋπόθεση, του άρθρου 32 του Ν.14/60 θα εξετάσω προς ποια πλευρά κλείνει το ισοζύγιο της ευχέρειας. Εν όψει των όσων αναφέρονται στην παράγραφο 40 της ένορκης δήλωσης του κ. Αγαθοκλέους είναι εμφανές ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας κλείνει προς όφελος των Καθ' ων η Αίτηση. Και τούτο γιατί η διατήρηση του Διατάγματος σε ισχύ θα έχει καταστρεπτικές επιπτώσεις για τους Καθ' ων η Αίτηση αφού στις περισσότερες αν όχι όλες τις αξιολογήσεις δέουσας επιμέλειας (due diligence) στις οποίες προβαίνουν ενδιαφερόμενοι επενδυτές ζητούν να αποκαλυφθούν οι οποιεσδήποτε επιβαρύνσεις υπάρχουν πάνω στο Ακίνητο. Η διαπίστωση ότι το Ακίνητο είναι δεσμευμένο μέχρι το τέλος μιας δικαστικής διαδικασίας, η οποία πολύ πιθανόν να διαρκέσει αρκετά χρόνια, θα λειτουργήσει αποτρεπτικά αν όχι απαγορευτικά στο ενδεχόμενο επενδυτικής ανάμιξης, ακριβώς επειδή μολύνει την ενδεχόμενη επένδυση τόσο με ανυπέρβλητους περιορισμούς όσο και με αβεβαιότητα. Από την άλλη, η ακύρωση του Διατάγματος θα έχει μόνο οικονομικές συνέπιες για τους Αιτητές, οι οποίες σε καμία περίπτωση δεν θα είναι καταστροφικές. Προκύπτει λοιπόν το συμπέρασμα ότι η ακύρωση του Διατάγματος είναι η πορεία που ενέχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας εάν ήθελε φανεί ότι η ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου είναι τελικά εσφαλμένη. Εν κατακλείδι θεωρώ ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του κατεπείγοντος αφού οι Αιτητές δεν κατάφεραν να αποδείξουν ούτε την ύπαρξη πρόθεσης εκ μέρους των Καθ' ων η Αίτηση για άμεσα επικείμενη αποξένωση του Ακινήτου αλλ' ούτε και ότι τα σχετικά γεγονότα περιήλθαν στην γνώση τους σε χρόνο που δεν τους παρείχετο η δυνατότητα κίνησης των νενομισμένων διαδικασιών προς γνωστοποίηση του αιτήματος τους στους Καθ' ων η Αίτηση. Επίσης οι Αιτητές δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και παραπλάνησαν συνειδητά το Δικαστήριο αφού δεν αποκάλυψαν γεγονότα, σε σχέση τόσο με τις ουσιαστικές προϋποθέσεις έκδοσης προσωρινού διατάγματος όσο και με το κατεπείγον του αιτήματος, τα οποία ήταν ουσιώδους σημασίας για τη λήψη της απόφασης του Δικαστηρίου. Τέλος δεν ικανοποιείται η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 καθότι οι αιτητές απέτυχαν να αποδείξουν ότι χωρίς το αιτούμενο διάταγμα υπάρχει κίνδυνος μη ικανοποίησης της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως να εκδοθεί υπέρ τους. Το ισοζύγιο της ευχέρειας κλείνει σαφώς υπέρ του Καθ΄ου η Αίτηση. Δεν είναι δίκαιο και εύλογο να διατηρηθεί σε ισχύ το Διάταγμα. Κατά συνέπεια το εκδοθέν διάταγμα παύει να ισχύει. Τα έξοδα είναι προς όφελος Εναγόμενης 2 - Καθ΄ης η αίτηση όπως θα υπολογιστούν από το Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ) ............... Μ.Παπαμιχαήλ, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητή /ΣΗ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο