ESCALADE PRIORITY DEVELOPMENTS LTD ν. FLECHA CONTRACTING LTD, Αρ. Αιτ.: 1660/2012, 25/9/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:A322 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Καουτζάνη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αιτ.: 1660/2012 Μεταξύ: ESCALADE PRIORITY DEVELOPMENTS LTD Αιτήτριας -και- FLECHA CONTRACTING LTD Καθ' ης η αίτηση .......... Αίτηση ημερομηνίας 7.12.2012 Ημερομηνία: 25 Σεπτεμβρίου 2013 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την αιτήτρια-καθ' ης η αίτηση στην κυρίως αίτηση: κ. Λ. Διομήδους για Καλλής & Καλλής Δ.Ε.Π.Ε. Για την καθ' ης η αίτηση-αιτήτρια στην κυρίως αίτηση: κ. Χρ. Χριστάκη ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό κρίση αίτηση η αιτήτρια-καθ' ης η αίτηση στην κυρίως αίτηση (στο εξής η «αιτήτρια») επιζητά διατάγματα του Δικαστηρίου ως ακολούθως: Α) να ανασταλεί η εκδίκαση της κυρίως αίτησης ημερομηνίας 14.9.2012 μέχρι την εκδίκαση της παρούσας αίτησης Β) να διατάσσεται η καθ' ης η αίτηση-αιτήτρια στην κυρίως αίτηση (στο εξής η «καθ' ης η αίτηση») να καταβάλει, εντός 15 ημερών από την έκδοση του διατάγματος, το ποσό των €8.487 ως ασφάλεια για τα έξοδα της αιτήτριας Γ) να αναστέλλεται η περαιτέρω διαδικασία της κυρίως αίτησης μέχρις ότου καταβληθεί η εν λόγω ασφάλεια και σε περίπτωση που δεν καταβληθεί η αιτούμενη ασφάλεια στον καθορισμένο χρόνο, η κυρίως αίτηση να θεωρείται ότι απορρίπτεται Δ) να διατάσσεται η καθ' ης η αίτηση να πληρώσει ή να καταθέσει στο Δικαστήριο ή να διασφαλίσει με άλλο τρόπο, εντός 15 ημερών από την έκδοση του διατάγματος, οποιαδήποτε χρήματα αποφασίστηκε να πληρώσει στη διαιτητική απόφαση ημερομηνίας 24.1.2012 μέχρι την έκδοση απόφασης επί της κυρίως αίτησης και Ε) να αναστέλλεται η περαιτέρω διαδικασία της κυρίως αίτησης μέχρι την κατάθεση στο Δικαστήριο ή τη διασφάλιση των εν λόγω χρημάτων, σε περίπτωση δε που δεν γίνει αυτό στον καθορισμένο χρόνο, η κυρίως αίτηση να θεωρείται ότι απορρίπτεται. Όπως προκύπτει από τον φάκελο της παρούσας υπόθεσης, με την κυρίως αίτηση, που καταχωρήθηκε στις 14.9.2012, η καθ' ης η αίτηση επιδιώκει τον παραμερισμό και/ή την ακύρωση της διαιτητικής απόφασης ημερομηνίας 24.1.2012, προβάλλοντας λόγους που αφορούν τόσο τη διεξαγωγή της διαιτησίας όσο και την έκδοση της διαιτητικής απόφασης σε βάρος της, συνεπεία κυρίως κακού χειρισμού, ανάρμοστης συμπεριφοράς και υπέρβασης εξουσίας των διαιτητών και η αιτήτρια κατεχώρησε την ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης της στις 7.12.2012. Εν όψει του ότι την ίδια ημέρα καταχωρήθηκε και η υπό κρίση αίτηση, η κυρίως αίτηση ανεβλήθη για οδηγίες μέχρι την ολοκλήρωση της εκδίκασης της παρούσας αίτησης. Νομική βάση της υπό κρίση αίτησης αποτελούν οι περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμοί Δ.48 θ.θ.1-4 και 9(
- t)και Δ.60 θ.θ. 1 και 5, τα άρθρα 30, 21, 23 και 26
(1)
(2)και
(3)και Δεύτερο Παράρτημα (άρθρα 1 και 6) του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ. 4, το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν. 14/60, το άρθρο 30.2 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας και οι συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η αίτηση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση ίδιας ημερομηνίας του Βάσου Ζαντή, ο οποίος όντας ένας εκ των διευθυντών της αιτήτριας, δεόντως εξουσιοδοτημένος να προβεί στην ένορκη του δήλωση, αναφέρεται στα γεγονότα που εμπίπτουν στην προσωπική του γνώση, εκτός όσων αναφέρεται άλλη πηγή γνώσης καθώς και από νομική συμβουλή που έχει λάβει. Με αναφορά στη διαφορά που προέκυψε μεταξύ των διαδίκων κατά την εκτέλεση έργου δυνάμει μεταξύ τους συμφωνίας ημερομηνίας 14.11.2006, που οδηγήθηκε σε διαιτησία δυνάμει των προνοιών του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ. 4, όπως ορίζετο στο άρθρο 36 του συμβολαίου εργολαβίας, καθώς και στη διεξαγωγή διαιτησίας δυνάμει συμφωνητικού εγγράφου ημερομηνίας 2.10.2008, ο ενόρκως δηλών αναφέρεται στην έκδοση απόφασης των διαιτητών περί τις 24.1.2012, οι οποίοι με επιστολή τους ημερομηνίας 25.1.2012 ειδοποίησαν τα δύο μέρη ότι η απόφαση τους διετίθετο για παραλαβή μετά τις 30.1.2012, αφού προηγουμένως τους κατεβάλλετο το ποσό της αμοιβής τους (αντίγραφο της επιστολής των διαιτητών επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 1). Στις 15.2.2012 η αιτήτρια κατέβαλε μέρος του ποσού της αμοιβής των διαιτητών, δηλαδή το ποσό €3.369,96, που της αναλογούσε (αντίγραφο της απόδειξης πληρωμής επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 2) και ανέμενε να παραλάβει την απόφαση όταν η καθ' ης η αίτηση κατέβαλλε το ποσό που της αναλογούσε. Επειδή η καθ' ης η αίτηση δεν προέβαινε στην πληρωμή της αμοιβής των διαιτητών που της αναλογούσε, η αιτήτρια στις 26.3.2012 προέβη στην πληρωμή του υπόλοιπου ποσού των €11.853,47 (αντίγραφα των αποδείξεων πληρωμής επισυνάπτονται ως Τεκμήριο 3) και παρέλαβε την διαιτητική απόφαση. Σύμφωνα με την διαιτητική απόφαση (αντίγραφο της οποίας επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 4), η καθ' ης η αίτηση έπρεπε να καταβάλει στην αιτήτρια το ποσό των €154.650,69 πλέον ΦΠΑ και για την αμοιβή των διαιτητών τα ποσά των €8.424,90 περιλαμβανομένου ΦΠΑ και €6.739,92 περιλαμβανομένου ΦΠΑ για τους διαιτητές Α. Σφήκα και Νίκο Κοννίδη αντίστοιχα, οποιαδήποτε δε καθυστέρηση στην πληρωμή των πιο πάνω ποσών θα επιβάρυνε την οφειλή με τόκο προς 6% ετησίως. Με επιστολή των δικηγόρων της ημερομηνίας 29.3.2012, που επιδόθηκε στην καθ' ης η αίτηση στις 30.3.2012 (βλ. Τεκμήριο 5), η αιτήτρια γνωστοποίησε στην καθ' ης η αίτηση την απόφαση των διαιτητών καλώντας την να καταβάλει το εναντίον της επιδικασθέν ποσό καθώς και τα έξοδα των διαιτητών. Με επιστολή τους ημερομηνίας 3.4.2012 (βλ. Τεκμήριο 6) οι διαιτητές πληροφόρησαν την αιτήτρια ότι ο διευθυντής της καθ' ης η αίτηση κατέβαλε το ήμισυ της αμοιβής τους που αναλογούσε στην καθ' ης η αίτηση και παρέλαβε αντίγραφο της απόφασης των διαιτητών, οι οποίοι θα επέστρεφαν στην αιτήτρια το ήμισυ του ποσού που τους είχε καταβάλει για την παραλαβή της απόφασης. Με επιστολή τους ημερομηνίας 5.4.2012 (βλ. Τεκμήριο 7) οι διαιτητές πληροφόρησαν την αιτήτρια ότι ο διευθυντής της καθ' ης η αίτηση προχώρησε σε ανάκληση πληρωμής της επιταγής που τους είχε εκδώσει για την παραλαβή της απόφασης με τη δικαιολογία ότι η αμοιβή τους έχει ήδη πληρωθεί από την αιτήτρια και η δική του πληρωμή θα αποτελούσε διπλή πληρωμή. Περί τις 27.4.2012 η αιτήτρια κατεχώρησε ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας την Αίτηση με αρ. 673/12 (βλ. Τεκμήριο 8) για την έκδοση διατάγματος καταχώρησης και εγγραφής προς εκτέλεση της επίδικης διαιτητικής απόφασης ημερομηνίας 24.1.2012. Η καθ' ης η αίτηση στις 14.9.2012 κατεχώρησε την κυρίως αίτηση της παρούσας υπόθεσης ζητώντας τον παραμερισμό και/ή την ακύρωση της επίδικης διαιτητικής απόφασης και στις 5.10.2012 κατεχώρησε ένσταση στην Αίτηση της αιτήτριας με αρ. 673/12 (αντίγραφο της ένστασης επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 9). Μετά την καταχώρηση της Αίτησης με αρ. 673/12, ο τότε δικηγόρος της καθ' ης η αίτηση ζήτησε αναβολή με σκοπό να εξευρεθεί λύση με εξώδικη διευθέτηση και παρά τις συναντήσεις μεταξύ των δικηγόρων των μερών δεν βρέθηκε τέτοια λύση λόγω της οικονομικής αδυναμίας της καθ' ης η αίτηση να εξοφλήσει το οφειλόμενο ποσό ή τουλάχιστον να υποβάλει ικανοποιητική συμβιβαστική πρόταση. Ακολούθησε η καταχώρηση της κυρίως αίτησης στην παρούσα υπόθεση από άλλο δικηγόρο, η οποία κατά τον ενόρκως δηλούντα κατεχωρήθη με αποκλειστικό σκοπό την καθυστέρηση της εκδίκασης της Αίτησης με αρ. 673/12, κατά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας σε βάρος των συμφερόντων της αιτήτριας και του χρόνου του Δικαστηρίου. Ο παραμερισμός της διαιτητικής απόφασης με την κυρίως αίτηση στην παρούσα υπόθεση, κατά τον ενόρκως δηλούντα ζητείται ουσιαστικά λόγω του ότι η αιτήτρια κατά πάντα ουσιώδη χρόνο δεν ήταν κάτοχος της απαιτούμενης από το Νόμο άδειας εργολήπτη για την εκτέλεση του επίδικου έργου, ισχυρισμό που ο ενόρκως δηλών αρνείται προβάλλοντας ότι η αιτήτρια προχώρησε στην εκτέλεση του έργου στα πλαίσια συνεταιρισμού με εταιρεία που κατείχε την απαιτούμενη από το Νόμο άδεια, γεγονός που ήταν γνωστό στον διευθυντή της καθ' ης η αίτηση (αντίγραφο του εγγράφου σύστασης συνεταιρισμού ημερομηνίας 9.11.2006 επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 10). Με τη θέση ότι σύμφωνα με τη σχετική νομοθεσία η αιτήτρια νομιμοποιείτο να αναλάβει και να εκτελέσει το συγκεκριμένο έργο υπό τις περιστάσεις που έχουν εκτεθεί πιο πάνω, ο ενόρκως δηλών ισχυρίζεται ότι η καθ' ης η αίτηση εμποδίζεται λόγω των αρχών του κωλύματος (estoppel by conduct, estoppel by record και estoppel by deed) να ισχυρίζεται ότι η αιτήτρια δεν νομιμοποιείτο να εκτελέσει το έργο εφόσον γνώριζε τη σύσταση του συνεταιρισμού και κατά τη διάρκεια εκτέλεσης του έργου προέβαινε αδιαμαρτύρητα σε πληρωμές, το έργο ολοκληρώθηκε προς πλήρη ικανοποίηση της, ουδέποτε ηγέρθηκε θέμα μη κατοχής άδειας κατά τη διαδικασία εκτέλεσης του έργου και της διαιτησίας, μετά την έκδοση της διαιτητικής απόφασης σε συναντήσεις των διαδίκων ουδέποτε έγινε αναφορά σε έλλειψη άδειας και ο εν λόγω ισχυρισμός προβάλλεται κακόπιστα και καταχρηστικά σε μια ύστατη προσπάθεια να καθυστερήσει, λόγω της οικονομικής αδυναμίας της καθ' ης η αίτηση να εξοφλήσει τα εναντίον της επιδικασθέντα ποσά, η διαδικασία εγγραφής και εκτέλεσης της διαιτητικής απόφασης, η οποία δημιουργεί δεδικασμένο στις μεταξύ των διαδίκων διαφορές. Έχοντας νομική συμβουλή και με αναφορά στις σχετικές πρόνοιες του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ. 4, ο ενόρκως δηλών υποστηρίζει ότι στα πλαίσια αίτησης για παραμερισμό της διαιτητικής απόφασης το Δικαστήριο έχει εξουσία να διατάξει όπως οποιαδήποτε χρήματα που αποφασίσθηκε στη διαιτητική απόφαση να πληρωθούν, κατατεθούν στο Δικαστήριο ή διασφαλισθούν με άλλο τρόπο, όπως και τα δικηγορικά έξοδα τόσο της κυρίως αίτησης στην παρούσα διαδικασία όσο και στην Αίτηση με αρ. 673/12, μέχρι την έκδοση απόφασης στην αίτηση για παραμερισμό και/ή ακύρωση της διαιτητικής απόφασης. Σύμφωνα με προϋπολογισμό των εξόδων (βλ. Τεκμήριο 11), τα έξοδα των δικηγόρων της αιτήτριας καθώς και τα ελάχιστα προβλεπόμενα μελλοντικά έξοδα τόσο της παρούσας υπόθεσης όσο και της Αίτησης με αρ. 673/12 ανέρχονται στο ποσό των €17.480,61 περίπου. Κατά τον ενόρκως δηλούντα, λόγω της τραγικής οικονομικής κατάστασης της καθ' ης η αίτηση, αυτή δεν είναι ικανή να πληρώσει τόσο το επιδικασθέν ποσό της διαιτητικής απόφασης όσο και οποιαδήποτε έξοδα προκύπτουν από τις δικαστικές διαδικασίες. Ειδικότερα, η καθ' ης η αίτηση οφείλει τεράστια ποσά σε τραπεζικούς οργανισμούς καθώς και σε διάφορους άλλους επαγγελματίες υπεργολάβους και προμηθευτές υλικών κατά την εκτέλεση του συγκεκριμένου έργου παρόλο που παρήλθαν πέντε χρόνια περίπου από την ολοκλήρωση του, ενόσω η κακοπιστία και ανικανότητα της να συμμορφώνεται με τις υποχρεώσεις της φαίνεται και από την ανάκληση της επιταγής που έδωσε ο διευθυντής της στους διαιτητές μετά την παραλαβή αντιγράφου της απόφασης καθώς και τη μηδαμινή πρόταση προς την αιτήτρια για αποπληρωμή των επιδικασθέντων ποσών δυνάμει της διαιτητικής απόφασης. Κατόπιν έρευνας ακίνητης ιδιοκτησίας στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λευκωσίας, σύμφωνα με το πιστοποιητικό έρευνας ακίνητης ιδιοκτησίας ημερομηνίας 10.4.2012 (βλ. Τεκμήριο 12) η καθ' ης η αίτηση είναι ιδιοκτήτρια τριών ακινήτων που επιβαρύνονται με υποθήκες ύψους €800.000 και €480.000 τα δύο εξ αυτών, και το τρίτο με υποθήκη ύψους €307.548,26 και πωλητήριο έγγραφο ύψους €392.980, γεγονός που επιβεβαιώνει ότι λόγω των οικονομικών δυσκολιών και τεράστιων οφειλών της σε τράπεζες, η καθ' ης η αίτηση δεν είναι ικανή να πληρώσει το επιδικασθέν ποσό ή τα έξοδα. Εν όψει των πιο πάνω θέσεων του και του κινδύνου μη συμμόρφωσης της καθ' ης η αίτηση στις υποχρεώσεις της αν δεν επιτύχει η κυρίως αίτηση καθώς και αν επιτύχει η Αίτηση με αρ. 673/12, ο ενόρκως δηλών ζητά την έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων της υπό κρίση αίτησης. Στην ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης εκ μέρους της καθ' ης η αίτηση που καταχωρήθηκε στις 9.4.2013 και έχει ως νομική βάση το άρθρο 30.2 του Συντάγματος, το άρθρο 6.1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Θεμελιωδών Ελευθεριών, τα άρθρα 20 και 26 του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ. 4, τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.60 θ.θ. 1 και 5 και Δ.48 θ.θ.1-3 και 4-9, τη νομολογία και τις γενικές εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου, προβάλλονται οι ακόλουθοι λόγοι ένστασης, ως συνοψίζονται: η καθ' ης η αίτηση είναι εταιρεία εγγεγραμμένη στην Κύπρο και δεν έχει καμιά σχέση με το εξωτερικό, οπότε υπάρχει δυνατότητα εκτέλεσης της τυχόν απόφασης που θα εκδοθεί εναντίον της, ενόσω η Δ.60 θ.θ. 1 και 5 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας δεν τυγχάνει εφαρμογής σε σχέση με την παρούσα αίτηση τα άρθρα 26 και 30 του Κεφ. 4 δεν τυγχάνουν εφαρμογής στην παρούσα αίτηση καθότι δεν αφορούν την έκδοση διατάγματος για ασφάλεια εξόδων είτε στη διαδικασία παραμερισμού της διαιτητικής απόφασης είτε στη διαδικασία εγγραφής αυτής, ενόσω δεν προβλέπεται εξουσία αναστολής της διαδικασίας παραμερισμού της διαιτητικής απόφασης ως ζητείται στο αιτητικό Ε της αίτησης δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου η υπό κρίση αίτηση είναι αβάσιμη, ενοχλητική, καταχρηστική και κακόπιστη εφόσον δεν πληροί τις προϋποθέσεις της ισχύουσας νομοθεσίας, οι λόγοι που την υποστηρίζουν είναι αδικαιολόγητοι, ανεπαρκείς και αναληθείς, υποβλήθηκε δε καθυστερημένα με αποτέλεσμα την αύξηση των εξόδων και την άσκηση πίεσης στην καθ' ης η αίτηση η καθ' ης η αίτηση μπορεί να εξασφαλίσει την πληρωμή οποιωνδήποτε εξόδων αν εκδοθεί απόφαση εναντίον της καθότι είναι ιδιοκτήτρια ακίνητης περιουσίας στην Κύπρο αλλά και έχει να εισπράξει υπέρογκα ποσά από τρίτους εναντίον των οποίων εκκρεμούν αγωγές το ποσό που ζητείται ως ασφάλεια εξόδων είναι υποθετικό και/ή αδικαιολόγητο και/ή υπέρογκο, τυχόν δε έγκριση της αίτησης θα ήταν άδικη και αντίθετη με την ορθή και αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης, εφόσον θα οδηγήσει και στην εγγραφή της επίδικης διαιτητικής απόφασης στην Αίτηση αρ. 673/12 με την υπό κρίση αίτηση επιδιώκεται η αποφυγή εκδίκασης της κυρίως αίτησης, που είναι γνήσια και ειλικρινής με πάρα πολύ καλές πιθανότητες επιτυχίας λόγω του ότι η διαιτησία διεξήχθη παράτυπα και/ή πάσχει από ακυρότητα, η διαιτητική απόφαση πάσχει ως παραβαίνουσα τον Νόμο και λόγω κακού χειρισμού της υπόθεσης από τους διαιτητές, οι οποίοι ενήργησαν καθ' υπέρβαση εξουσίας διαπράττοντας καταφανή σφάλματα, τα οποία εξειδικεύονται με αναφορά σε συγκεκριμένα σημεία της διαιτητικής απόφασης, επέδειξαν ανάρμοστη συμπεριφορά και/ή ενήργησαν πλημμελώς, καθορίζοντας προς όφελος τους αδικαιολόγητη αμοιβή, άδικα για την καθ' ης η αίτηση και ευνοϊκά για την αιτήτρια τυχόν έγκριση της αίτησης θα οδηγήσει σε στέρηση του δικαιώματος της καθ' ης η αίτηση να έχει πρόσβαση στο Δικαστήριο κατά παράβαση του άρθρου 30.2 του Συντάγματος, του άρθρου 6.1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Θεμελιωδών Ελευθεριών και του άρθρου 20
(2)του Κεφ.4 η παρούσα αίτηση στηρίζεται σε παρανόμως ληφθείσα μαρτυρία και συγκεκριμένα το Τεκμήριο 12 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση λήφθηκε παράνομα και τα χρηματικά ποσά που επεδίκασαν οι διαιτητές εναντίον της καθ' ης η αίτηση είναι παρανόμως υπέρογκα με αποτέλεσμα να δυσχεραίνουν την καθ' ης η αίτηση στην ικανοποίηση τους. Στην ένορκη δήλωση ίδιας ημερομηνίας που συνοδεύει την ένσταση, ο Ανδρέας Πέτσας, διευθυντής της καθ' ης η αίτηση και δεόντως εξουσιοδοτημένος να προβεί σ' αυτήν, αναφέρει αρχικά ότι λόγω της ιδιότητας του γνωρίζει προσωπικά και πλήρως τα γεγονότα της υπόθεσης, ενώ για τα νομικά θέματα έλαβε τη συμβουλή του δικηγόρου του. Έχοντας διαβάσει την αίτηση και την ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει και, εκτός όπου ρητά προβαίνει σε παραδοχή, αρνείται και απορρίπτει όλους τους ισχυρισμούς της ένορκης δήλωσης της αιτήτριας καθώς και τις αιτούμενες από αυτήν θεραπείες. Ο ενόρκως δηλών παραδέχεται όσα αφορούν το ιστορικό έκδοσης της επίδικης διαιτητικής απόφασης αλλά αρνείται ότι η αμοιβή των διαιτητών θα καταβάλλετο εξ ολοκλήρου από την καθ' ης η αίτηση, υποδεικνύοντας την αντιφατικότητα της κρίσης των διαιτητών επί του θέματος αυτού. Παραδέχεται, επίσης, την ανάκληση της πληρωμής της επιταγής που έδωσε για να παραλάβει τη διαιτητική απόφαση καθότι θεώρησε ότι η δική του πληρωμή θα συνιστούσε διπλή αμοιβή. Ακόμη παραδέχεται την καταχώρηση των δύο αιτήσεων, στις οποίες αναφέρεται ο ενόρκως δηλών της αιτήτριας καθώς και τις προσπάθειες που έγιναν, χωρίς η καθ' ης η αίτηση να αναγνωρίζει ευθύνη και/ή να εγκαταλείπει τα νόμιμα δικαιώματα της, για εξώδικη διευθέτηση της υπόθεσης, που δεν επιτεύχθηκε λόγω της εκβιαστικής επιμονής της αιτήτριας για καταβολή του αδικαιολόγητα υπέρογκου ποσού, που παράνομα και με κακούς χειρισμούς των διαιτητών επεδικάσθη εναντίον της καθ' ης η αίτηση. Αρνείται τους ισχυρισμούς του ενόρκως δηλούντος της αιτήτριας αναφορικά με τους λόγους καταχώρησης της κυρίως αίτησης καθώς και τους ισχυρισμούς που σχετίζονται με την εκτέλεση του επίδικου έργου από την αιτήτρια στα πλαίσια συνεταιρισμού, θέμα το οποίο η καθ' ης η αίτηση δεν γνώριζε. Αναφορικά με τους ισχυρισμούς του ενόρκως δηλούντος της αιτήτριας περί κακής οικονομικής κατάστασης της καθ' ης η αίτηση, τους οποίους αρνείται, ο ενόρκως δηλών υποστηρίζει ότι η καθ' ης η αίτηση έχει επαρκή περιουσία για να καταβάλει τόσο το επιδικασθέν ποσό με τη διαιτητική απόφαση όσο και όλα τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας αλλά και της Αίτησης αρ. 673/12, υποδεικνύοντας ότι πέραν της ακίνητης ιδιοκτησίας στην οποία αναφέρεται ο ενόρκως δηλών της αιτήτριας, η καθ' ης η αίτηση είναι ιδιοκτήτρια πολυκατοικίας με αξία πέραν των €2.000.000, την οποία ανήγειρε η αιτήτρια αλλά και με την αγωγή με αρ. 1198/07 διεκδικεί από τρίτο πρόσωπο το ποσό των €382.270,32 (αντίγραφο του κλητηρίου εντάλματος της εν λόγω αγωγής επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 1). Επαναλαμβάνοντας στη συνέχεια τους καταγραφέντες πιο πάνω λόγους ένστασης, ο ενόρκως δηλών ζητά την απόρριψη της αίτησης. Κατά την ακρόαση της αίτησης οι ενόρκως δηλώσαντες δεν αντεξετάστηκαν και οι συνήγοροι με αναφορά στα γεγονότα της υπόθεσης προβάλλοντας εισηγήσεις επί της νομικής πτυχής, υποστήριξαν τη θέση κάθε πλευράς αντίστοιχα. Παρόλο που στις σχετικές εισηγήσεις θα γίνει αναφορά στη συνέχεια όπου χρειάζεται, μπορεί να λεχθεί συνοπτικά ότι αποτελεί εισήγηση του κ. Διομήδους ότι το παρόν Δικαστήριο έχει εξουσία να εκδώσει το διάταγμα ασφάλειας εξόδων δυνάμει του άρθρου 26
(1)και του Δεύτερου Παραρτήματος του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ. 4 (στο εξής «ο Νόμος»), καθοδηγούμενο από Αγγλική νομολογία που αφορά την ασφάλεια εξόδων μετά την τροποποίηση του, αντίστοιχου με τον Κυπριακό, Αγγλικού Νόμου με το Arbitration Act του 1996, όπου περιέχεται η σχετική με την ασφάλεια εξόδων σε τέτοιες περιπτώσεις διάταξη 70
(6). Έχει, επίσης, εξουσία το Δικαστήριο, σύμφωνα με τον κ. Διομήδους, να εκδώσει διάταγμα πληρωμής ή διασφάλισης του επιδικασθέντος στη διαιτησία ποσού δυνάμει του άρθρου 26
(3)του Νόμου, αντίστοιχου του άρθρου 23
(3)του παλαιού Αγγλικού ομώνυμου νόμου, καθοδηγούμενο από την Αγγλική νομολογία τόσο για τον παλαιό όσο και για τον τροποποιηθέντα Αγγλικό νόμο, όπου περιέχεται η σχετική με το θέμα διάταξη 70
(7). Αντίθετα ο κ. Χριστάκη εισηγήθηκε ότι δεν υπάρχει νομοθετικό έρεισμα για την έκδοση διατάγματος ασφάλειας εξόδων σε περιπτώσεις όπως η παρούσα, πέραν του ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση του με βάση τις αρχές της νομολογίας, εφόσον τέτοιο διάταγμα θα απέληγε, υπό τις περιστάσεις, σε στέρηση πρόσβασης της καθ' ης η αίτηση στο Δικαστήριο κατά παράβαση του άρθρου 30.2 του Συντάγματος και του άρθρου 6.1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Θεμελιωδών Ελευθεριών. Ως προς το αιτούμενο διάταγμα πληρωμής ή διασφάλισης των επιδικασθέντων στη διαιτησία ποσών, η εισήγηση του κ. Χριστάκη είναι ότι η αιτήτρια δεν απέσεισε το βάρος να αποδείξει ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της, με βάση τα κριτήρια που σύμφωνα με τη νομολογία εφαρμόζονται σε τέτοιες περιπτώσεις, επισημαίνοντας ότι δεν προβλέπεται από την σχετική πρόνοια του Νόμου δυνατότητα αναστολής της διαδικασίας μέχρι την συμμόρφωση της καθ' ης η αίτηση σε τυχόν εκδοθέν τέτοιο διάταγμα ή και απόρριψης της κυρίως αίτησης αν η καθ' ης η αίτηση δεν συμμορφωθεί με αυτό. Προκύπτει από όλα όσα παρατέθηκαν πιο πάνω ότι, το ένα σκέλος του αιτητικού της υπό κρίση αίτησης αφορά την παροχή ασφάλειας εξόδων της κυρίως αίτησης εκ μέρους της καθ' ης η αίτηση και το δεύτερο την πληρωμή ή κατάθεση στο Δικαστήριο ή τη διασφάλιση με άλλο τρόπο οποιωνδήποτε χρημάτων αποφασίστηκε να πληρώσει η καθ' ης η αίτηση στη επίδικη διαιτητική απόφαση μέχρι την έκδοση απόφασης επί της κυρίως αίτησης. Ως προς τη νομική πτυχή που αφορά το σκέλος της αίτησης για παροχή ασφάλειας εξόδων σύμφωνα με την εισήγηση του κ. Διομήδους, παρατηρείται ότι στο εδάφιο
(1)του άρθρου 26 του Νόμου προνοείται ότι το Δικαστήριο «για τους σκοπούς παραπομπής και σε σχέση με αυτή» έχει την ίδια εξουσία να εκδίδει διατάγματα αναφορικά με οποιοδήποτε από τα θέματα που αναφέρονται στο Δεύτερο Παράρτημα του Νόμου (μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται «
- Ασφάλεια για έξοδα» και «
- Η ασφάλιση του ποσού της επίδικης διαφοράς στη διαιτησία»), όπως έχει και για τους σκοπούς αγωγής ή ζητήματος ενώπιον του Δικαστηρίου ή σε σχέση με αυτά, χωρίς να επηρεάζεται οποιαδήποτε εξουσία του διαιτητή ή επιδιαιτητή να εκδίδει διατάγματα για τα ίδια θέματα. Είναι η αντίληψη μου ότι από το λεκτικό του άρθρου 26
(1)είναι σαφές ότι η εξουσία που προσδίδεται στο Δικαστήριο για έκδοση διαταγμάτων δυνάμει του άρθρου αυτού αφορά και σχετίζεται με την υπό εξέλιξη διαιτητική διαδικασία όταν μια διαφορά παραπέμπεται σε διαιτησία, όπως άλλωστε προκύπτει και από την αντίστοιχη διάταξη
(6)του άρθρου 12 του καταργηθέντος Αγγλικού Arbitration Act του 1950, όπου προνοείτο ότι: "The High Court shall have, for the purpose of and in relation to a reference, the same power of making orders in respect of- (
- a)security for costs....(
- f)securing the amount in dispute in the reference ... as it has for the purpose of and in relation to an action or matter in the High Court". (βλ. και σύγγραμμα Russell on Arbitration, 16η έκδοση, σελ. 129). Η εισήγηση του κ Διομήδους ότι θα μπορούσε να εκδοθεί διάταγμα ασφάλειας εξόδων κατ' αναλογίαν των ισχυόντων στην Αγγλία μετά την τροποποίηση της αντίστοιχης νομοθεσίας δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στο άρθρο 1 του Arbitration Act του 1996, που αντικατέστησε το Arbitration Act του 1950 και όπου έχει συμπεριληφθεί η διάταξη 70
(6)προσδίδοντας στο Δικαστήριο την εξουσία να διατάξει ασφάλεια εξόδων σε περίπτωση αίτησης ακύρωσης ή έφεσης κατά της διαιτητικής απόφασης, το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να επεμβαίνει σε διαιτητική διαδικασία εκτός όπως ρητά προνοείται από το Νόμο, ακριβώς λόγω της φύσης της διαιτησίας (βλ. και σύγγραμμα εκδόσεων Oxford του 2011, A Practical Approach to Alternative Dispute Resolution, Blake, Brown & Sime, παραγρ. 28.01 επ., σελ. 462 επ.). Κατά την αντίληψη μου, υπό το φως της ισχύουσας Κυπριακής νομοθεσίας και ειδικότερα δυνάμει του άρθρου 26
(1)και του Δεύτερου Παραρτήματος του Νόμου, δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι παρέχεται εξουσία στο Δικαστήριο να προβεί στην έκδοση διατάγματος ασφάλειας εξόδων στην παρούσα διαδικασία. Πέραν τούτου, όπως ορθά εισηγήθηκε ο κ. Χριστάκη, δεν θα μπορούσε το αιτούμενο διάταγμα να εκδοθεί δυνάμει της Δ.60 θ.1 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, που δίδει διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να διατάξει την καταβολή ασφάλειας εξόδων από ενάγοντα που συνήθως διαμένει εκτός Κύπρου ή εκτός κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με τον αιτητή να φέρει το βάρος να αποδείξει ότι ο καθ' ου η αίτηση διαμένει σε χώρα εκτός της δικαιοδοσίας (βλ. Union des Cooperatives v. Apak Agro (Αρ. 2)
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 1170, Stejaru ν. Ιωάννου
(2002)1(Β) Α.Α.Δ. 906 και Κυριάκου ν. Μιχαήλ
(2007)1(Β) Α.Α.Δ. 933). Όπως λέχθηκε δε στην υπόθεση Alahmari v. Alia Airline
(1990)1 Α.Α.Δ. 434, για την ορθή άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου οι παράγοντες, οι οποίοι λαμβάνονται υπόψη, είναι κατ' εξοχήν δυο, η κατοχή εκ μέρους του ενάγοντα περιουσίας, και ιδίως ακίνητης (που δεν μετακινείται εύκολα), στην Κύπρο, και η ισχύς της υπόθεσης του (βλ. και Π.Τ. Ασούρ. Τόκιο Μαρίν Ιντον. ν. Σήσκοπ Ναβικ. Λτδ κ.α. (Αρ. 2)
(1999)1(Γ) Α.Α.Δ. 1741 και Studland Holdings Ltd κ.α. ν. Ευσταθίου κ.α.
(2003)1(Γ) Α.Α.Δ. 1809). Σύμφωνα επίσης με την υπόθεση Χαραλαμπίδης ν. Πέτρου κ.α.
(2003)1(Γ) Α.Α.Δ. 1698, αν ο ενάγοντας δεν διαθέτει τα οικονομικά μέσα για να παράσχει την αιτούμενη ασφάλεια το αίτημα απορρίπτεται καθότι η έκδοση τέτοιου διατάγματος θα απέληγε σε στέρηση του δικαιώματος πρόσβασης στο Δικαστήριο και η νομολογία καταδεικνύει ότι υπερισχύει το δικαίωμα πρόσβασης στη δικαιοσύνη, που διασφαλίζεται από τις σχετικές συνταγματικές και νομοθετικές διατάξεις (βλ. και Conway ν. Ηλία
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 1653). Στην παρούσα υπόθεση, πέραν του ότι είναι αναμφισβήτητο ότι η καθ' ης η αίτηση είναι εταιρεία εγγεγραμμένη στην Κύπρο, όπου έχει και την έδρα της, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της αιτήτριας, η καθ' ης η αίτηση κατέχει ακίνητη περιουσία στην Κύπρο έχοντας ωστόσο οικονομικά προβλήματα ενόσω τυχόν έκδοση του αιτουμένου διατάγματος, ενόψει της ενδεχόμενης αδυναμίας παροχής της αιτούμενης ασφάλειας εξόδων, θα απέληγε σε στέρηση του δικαιώματος της καθ' ης η αίτηση για πρόσβαση στο Δικαστήριο, που θα ήταν ανεπίτρεπτο. Η έκδοση άλλωστε του διατάγματος ασφάλειας εξόδων στην παρούσα υπόθεση δεν επιζητείται ούτε και, σύμφωνα με την εισήγηση του κ. Χριστάκη, θα μπορούσε να εξεταστεί δυνάμει του άρθρου 382 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, που δίδει στο Δικαστήριο διακριτική ευχέρεια, αν φαίνεται με αξιόπιστη μαρτυρία ότι εταιρεία, που είναι ενάγουσα, είναι ανίκανη να πληρώσει τα έξοδα του εναγόμενου αν αυτός επιτύχει στην υπεράσπιση του, να ζητήσει να δοθεί ικανοποιητική εγγύηση για τα έξοδα εκείνα, έχοντας τη δυνατότητα να αναστείλει όλες τις διαδικασίες μέχρι να δοθεί η εγγύηση (βλ. Iacovou Brothers (Constr.) Ltd v. Fashionwise Ltd
(2000)1(Β) Α.Α.Δ. 1377). Στην υπόθεση Επίσημος Παραλήπτης ν. Γεν. Ασφ. Κύπρου Λτδ (Αρ. 2)
(2005)1(Β) Α.Α.Δ. 1446, λέχθηκε ότι παρόλο που η οικονομική αδυναμία ενάγουσας εταιρείας προβλέπεται από το άρθρο 382 του περί Εταιρειών Νόμου, για έκδοση διαταγής εξασφάλισης εξόδων στα πλαίσια της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, πρέπει να ερμηνεύεται με τρόπο που να λαμβάνει υπόψη όχι μόνο την οικονομική αδυναμία ενάγουσας εταιρείας, όπως και την αντίστοιχη εύλογη ανησυχία αντιδίκου για τα έξοδα του, αλλά και το δικαίωμα πρόσβασης στο Δικαστήριο. Διαφορετικά δεν θα μπορούσε να δικαιολογηθεί η άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου υπέρ της έκδοσης του διατάγματος εφόσον χρειάζεται ισορροπία. Είναι η κατάληξη μου ότι, υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης όπως επεξηγήθηκε πιο πάνω, δεν παρέχεται εξουσία στο Δικαστήριο να διατάξει την καθ' ης η αίτηση να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό ως ασφάλεια για τα έξοδα της αιτήτριας στην κυρίως αίτηση, πόσο δε μάλλον στην Αίτηση με αρ. 673/12, αλλά ούτε και να αναστείλει την περαιτέρω διαδικασία της κυρίως αίτησης μέχρις ότου καταβληθεί η εν λόγω ασφάλεια, σε περίπτωση δε που δεν καταβληθεί η αιτούμενη ασφάλεια στον καθορισμένο χρόνο, η κυρίως αίτηση να θεωρείται ότι απορρίπτεται. Ενόψει αυτού θα αποτελούσε θεωρητικό εγχείρημα η εξέταση του ύψους τυχόν ασφάλειας θα έπρεπε να δοθεί από την καθ' ης η αίτηση, αν υπήρχε διαφορετική κατάληξη. Ως προς το δεύτερο σκέλος της αίτησης, στο εδάφιο 3 του άρθρου 26 του Νόμου προνοείται ότι όταν υποβάλλεται αίτηση για παραμερισμό διαιτητικής απόφασης, το Δικαστήριο δύναται να διατάξει όπως οποιαδήποτε χρήματα, τα οποία αποφασίστηκε στη διαιτητική απόφαση να πληρωθούν, κατατεθούν στο Δικαστήριο ή διασφαλιστούν με άλλο τρόπο μέχρις ότου εκδοθεί απόφαση στην αίτηση. Όπως υπέδειξε ο κ. Διομήδους, ως προς την αντίστοιχη παρόμοια διάταξη
(3)του άρθρου 23 του Αγγλικού Arbitration Act του 1950, στο σύγγραμμα Russell on Arbitration, 18η έκδοση, σελ. 414, αναφέρεται ότι είναι δυνατή η έκδοση τέτοιου διατάγματος, με παραπομπή στην απόφαση Alexandria Cotton & Trading Company (Sudan) Ltd. v. Cotton Company of Ethiopia Ltd. [1965] 2 Lloyd' s Rep. 447 (C.A.). Στην εν λόγω απόφαση, με την επισήμανση ότι επρόκειτο περί ασυνήθιστου διατάγματος, κρίθηκε ότι το εκδοθέν πρωτόδικα διάταγμα πληρωμής, ως ασφάλεια, για το ποσό των £15.000, που οφείλετο στον επιτυχόντα στη διαιτησία διάδικο από το συνολικά επιδικασθέν ποσό των £60.990,11, δεν προκαλούσε αδικία στον αποτυχόντα διάδικο που προσέβαλε την διαιτητική απόφαση, με αίτηση παραμερισμού και παραπομπής εκ νέου στον διαιτητή, εφόσον είχε τα χρήματα για να το καταβάλει ώστε να ακουσθεί η υπόθεση του και αν επιτύχει να του επιστραφεί. Με αναφορά, επίσης, στην πιο πρόσφατη απόφαση Moondance Maritime Enterprises SA v. Carbofer Maritime Trading APS [2012] EWHC 3618 (Comm), που αφορά την παρόμοια διάταξη 70
(7)του Arbitration Act του 1996, ο κ. Διομήδους εισηγήθηκε ότι είναι δυνατή η έκδοση του αιτουμένου διατάγματος εφόσον στην παρούσα υπόθεση τα ποσά της διαιτητικής απόφασης είναι καθορισμένα. Από την πλευρά του ο κ. Χριστάκη με αναφορά στην απόφαση A v. B [2010] EWHC 3302 (Comm) που αφορά την εφαρμογή της διάταξης 70
(7)του Arbitration Act του 1996, υπέδειξε ότι τα κριτήρια άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου σε τέτοιες περιπτώσεις συναρτώνται με τη δύναμη της υπόθεσης του αιτούντος τον παραμερισμό της διαιτητικής απόφασης και με τον κίνδυνο αποξένωσης της περιουσίας του αποτυχόντος στη διαιτησία, με αποτέλεσμα ο επιτυχών να μην μπορεί να εκτελέσει την διαιτητική απόφαση. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Russell on Arbitration, 33η έκδοση, σελ. 538, η εξουσία του Δικαστηρίου να διατάξει την πληρωμή ή διασφάλιση των πληρωτέων δυνάμει της διαιτητικής απόφασης χρημάτων σύμφωνα με το άρθρο 70
(7)του Arbitration Act του 1996, σε περίπτωση αίτησης ακύρωσης ή έφεσης κατά της διαιτητικής απόφασης, ασκείται μόνο όταν ο επιτυχών διάδικος, που ενίσταται στην ακύρωση της διαιτητικής απόφασης, δείξει ότι η υπόθεση του αντιδίκου του είναι αδύναμη ή στερείται ουσίας αλλά και ότι κατά τη διάρκεια της διαδικασίας αμφισβήτησης της διαιτητικής απόφασης θα επηρεασθεί δυσμενώς η δυνατότητα εκτέλεσης της. Αντλώντας καθοδήγηση από τις πιο πάνω αρχές, θεωρώ ότι, υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, θα προκαλείτο αδικία στην καθ' ης η αίτηση αν εκδίδετο το αιτούμενο διάταγμα. Κ' αυτό επειδή, η αιτήτρια βασίζει το αίτημα της στο ότι η καθ' ης η αίτηση αδυνατεί να εξοφλήσει τα επιδικασθέντα ποσά της διαιτητικής απόφασης λόγω της κακής οικονομικής της κατάστασης ενόσω η ακίνητη περιουσία της είναι βεβαρυμένη με υποθήκες. Δεν διαφεύγει της προσοχής ότι η καθ' ης η αίτηση διαφωνεί υποστηρίζοντας ότι δεν είναι αναγκαία η πληρωμή του επιδικασθέντος ποσού καθότι είναι αδικαιολόγητα υπέρογκο συνεπεία της καταφανώς λανθασμένης κρίσης των διαιτητών, πέραν του ότι είναι ιδιοκτήτρια και άλλου ακινήτου πολύ μεγάλης αξίας, εκτός αυτών που αναφέρει η αιτήτρια, αλλά και διεκδικεί και μεγάλο χρηματικό ποσό από τρίτο πρόσωπο με αγωγή. Υπό τα συγκεκριμένα δεδομένα της υπόθεσης, η αιτήτρια δεν ικανοποίησε το Δικαστήριο ότι σε περίπτωση αποτυχίας της κυρίως αίτησης δεν θα μπορεί να εκτελεστεί η διαιτητική απόφαση ούτε και ισχυρίστηκε ότι η καταχώρηση της κυρίως αίτησης αποτελεί παρελκυστική διαδικασία με σκοπό την αποξένωση περιουσιακών στοιχείων της καθ' ης η αίτηση που θα έχει ως αποτέλεσμα την αδυναμία εκτέλεσης της διαιτητικής απόφασης. Ως προς τη δύναμη της υπόθεσης της καθ' ης η αίτηση στην κυρίως αίτηση, θεωρώ ότι ο παράγοντας αυτός δεν θα μπορούσε να είναι καθοριστικός, υπό τις περιστάσεις, δεδομένου ότι οι εκατέρωθεν θέσεις, όπως αναφέρθηκαν πιο πάνω, θα κριθούν από το Δικαστήριο μετά την ακρόαση της ουσίας της κυρίως αίτησης και δεν θα ήταν ορθό σ' αυτό το στάδιο να λεχθεί οτιδήποτε περισσότερο. Κρίνεται όμως ότι, από όσα τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, η τυχόν αδυναμία της καθ' ης η αίτηση, λόγω έλλειψης ρευστότητας ως επικαλείται η αιτήτρια, να ανταποκριθεί στην απαίτηση της αιτήτριας για πληρωμή ή διασφάλιση των επιδικασθέντων εναντίον της ποσών βάσει της επίδικης διαιτητικής απόφασης μέχρι την εκδίκαση της κυρίως αίτησης, θα της αποστερούσε ενδεχομένως τη δυνατότητα πρόσβασης στο Δικαστήριο που διασφαλίζεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος και το άρθρο 6.1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Θεμελιωδών Ελευθεριών, χωρίς να εξετάζεται τι θα εξυπηρετούσε η έκδοση τέτοιου διατάγματος εφόσον δεν προβλέπονται στην ισχύουσα νομοθετική πρόνοια οι συνέπειες της μη συμμόρφωσης σ' αυτό, σε αντίθεση με τα όσα ρητά προνοούνται σχετικά στην διάταξη 70
(7)του Arbitration Act του 1996. Με βάση όλα τα πιο πάνω κρίνεται ότι είναι ορθό και δίκαιο να ασκηθεί η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου υπέρ της καθ' ης η αίτηση και να απορριφθεί το αίτημα της αιτήτριας για πληρωμή ή κατάθεση στο Δικαστήριο ή διασφάλιση με άλλο τρόπο οποιωνδήποτε χρημάτων αποφασίστηκε να πληρώσει στη διαιτητική απόφαση ημερομηνίας 24.1.2012 μέχρι την έκδοση απόφασης επί της κυρίως αίτησης. Κατά συνέπεια η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της αίτησης, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή, επιδικάζονται υπέρ της καθ' ης η αίτηση και εναντίον της αιτήτριας και θα πληρωθούν στο τέλος της υπόθεσης. (Υπ.)........... Λ. Καουτζάνη, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΦΚ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο