← Κύπρος

Μύριας Καρύδου ν. Λαϊκής Τράπεζας, πρώην Marfin Popular Bank Public Co Ltd, Αρ. Aγωγής: 155/2013, 18/9/2013

Μύριας Καρύδου ν. Λαϊκής Τράπεζας, πρώην Marfin Popular Bank Public Co Ltd, Αρ. Aγωγής: 155/2013, 18/9/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:A317 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Aγωγής: 155/2013 ΜΕΤΑΞΥ: Μύριας Καρύδου, εκ Λευκωσίας Ενάγουσας/αιτήτριας -και- Λαϊκής Τράπεζας, πρώην Marfin Popular Bank Public Co Ltd Εναγομένης/καθ΄ ης η αίτηση --------------------- Αίτηση ημερομηνίας 8.1.2013 για έκδοση προσωρινού διατάγματος 18.9.2013 Για την ενάγουσα/αιτήτρια: κος Λ. Λουκαΐδης Για την εναγόμενη/καθ΄ ης η αίτηση: κος Μακρίδης Α Π Ο Φ Α Σ Η Την 8.1.2013 η ενάγουσα καταχώρισε την υπό τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο αγωγή εναντίον της εναγομένης τράπεζας. Την ίδια ημέρα η ενάγουσα καταχώρισε και αίτηση για έκδοση προσωρινού διατάγματος. Αυτό εν προκειμένω είναι και το αντικείμενο της παρούσας. Το αιτούμενο από την ενάγουσα (στη συνέχεια η αιτήτρια) διάταγμα, έχει ως ακολούθως. «(Α) Διάταγμα του Δικαστηρίου που να αναστέλλει την εφαρμογή από μέρους της εναγόμενης/καθ΄ ης η αίτηση της Πρόνοιας 3.04 της συμφωνίας δανείου μεταξύ της ενάγουσας/αιτήτριας και της εναγόμενης/καθ΄ ης η αίτηση μέχρι την εκδίκαση της αγωγής». Παρ΄ ότι η αιτήτρια καταχώρισε την επίδικη αίτηση μαζί με την αγωγή, επέλεξε να μην προωθήσει τούτην ex-parte. Πρόκειται λοιπόν για αίτηση διά κλήσεως η οποία εδράζεται στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν 14/60, επί των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών Δ.48 κκ 1 έως 4, 7 και 9, στο άρθρο 1 του Πρωτοκόλλου 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, στη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, του κοινοδικαίου, της επιείκειας και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Η αίτηση συνοδεύεται και από ένορκη δήλωση της αιτήτριας. Το περιεχόμενο τούτης σχολιάζω πιο κάτω. Η εναγομένη τράπεζα (στη συνέχεια η καθ΄ ης η αίτηση) αντιτάχθηκε στο αίτημα της αιτήτριας και καταχώρισε ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης. Η ένσταση, η οποία είναι ημερομηνίας 13.6.2013, εδράζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς Δ.39, Δ.48, κκ 1 έως 4, , 8 και 9, στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6, άρθρα 4, 7 και 9, στον Περί Δικαστηρίων Νόμο, Ν14/1960, άρθρο 32, στη διακριτική ευχέρεια και νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στο κοινοδίκαιο, στο δίκαιο της επιείκειας, και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες και γενική πρακτική του Δικαστηρίου. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση που σε αυτή την περίπτωση υπογράφεται από τον Λοΐζο Κυπριανού, υπεύθυνο πωλήσεων στο υποκατάστημα που τηρείται ο λογαριασμός της αιτήτριας. Είναι πρόσφορο να λεχθεί εδώ ότι η αγωγή της αιτήτριας υποβλήθηκε σε κλητήριο ένταλμα γενικά οπισθογραφημένο (Δ.2 κ1). Ό,τι αξιώνεται με την αγωγή είναι δήλωση του Δικαστηρίου ότι ο όρος 3.04 της συμφωνίας δανείου που συνομολόγησαν τα μέρη την 8.8.2007 είναι νομικά ανίσχυρος και άκυρος ως ασυνείδητος/παράλογος/υπέρμετρος/αβέβαιος και ως προϊόν άδικης και/ή ασυνείδητης χρήσης εξουσίας της εναγομένης που κατείχε δεσπόζουσα θέση έναντι της ενάγουσας και ως δυσανάλογος, αδικαιολόγητος και ανεπίτρεπτος περιορισμός του δικαιώματος σεβασμού της ιδιοκτησίας της ενάγουσας. Περαιτέρω, αξιώνεται ποσό €45000 το οποίο, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στο κλητήριο ένταλμα, είναι προϊόν παρελθούσας εφαρμογής του όρου που η αγωγή ζητά να ακυρωθεί. Τέλος, αξιώνεται τόκος 8% επί συγκεκριμένων ποσών και δικηγορικά έξοδα. Ουδείς εκ των συνηγόρων ζήτησε αντεξέταση των ομνυόντων τις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν αίτηση και ένσταση αντίστοιχα και έτσι η ακροαματική διαδικασία εκτυλίχθηκε στη βάση των εκεί αναφερομένων. Είναι ορθό να λεχθεί εδώ πως σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας το Δικαστήριο αποφεύγει να καταλήξει σε συμπεράσματα επί της ουσίας της διαφοράς και το καθήκον του περιορίζεται σε διερεύνηση των προϋποθέσεων που θέτει ο νόμος. Ως εκ τούτου, δεν προβαίνει σε ενδελεχή αξιολόγηση της μαρτυρίας αλλά σε περιορισμένη και αναγκαία αξιολόγηση που σχετίζεται με αυτή καθ΄ εαυτή τη διερεύνηση των αναγκαίων προϋποθέσεων (βλ. Κυρίλλου ν. Λάμπρου

(2004)1 Α.Α.Δ. 1528, 1533, C.T. Tobacco Limited v. Αρκτίνος Λτδ
(2003)1Β Α.Α.Δ. 853, 869, και Μιχαηλίδης ν. Πουργουρίδης
(2001)1 Α.Α.Δ. 1263, 1271). Ποιες είναι οι σχετικές προϋποθέσεις και ποια η τάση της νομολογίας αποτελεί αντικείμενο αριθμού αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. μεταξύ άλλων Odysseos v. Pieris Estates Ltd
(1982)1 C.L.R. 557, Jonitexo Ltd v. Adidas
(1983)1 C.L.R. 263, Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 ΑΑΔ 248, Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 A.A.Δ. 788, Μιχαηλίδης ν. Παπακυριάκου
(2004)1 Α.Α.Δ. 209 και Κύριλλου ν. Λάμπρου
(2004)1 Α.Α.Δ. 1528). Οι τρεις βασικές προϋποθέσεις που εξετάζονται είναι: (α) σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, (β) ορατή πιθανότητα επιτυχίας, και (γ) να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρως δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εκτός αν δοθεί το διάταγμα Ακολούθως, το Δικαστήριο οφείλει να σταθμίσει κατά πόσον η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος είναι δίκαιη και εύλογη (βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Χ' Βασίλη
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 152, 154). Όπως επεξηγείται στην υπόθεση Odysseos, πιο πάνω, σελίδα 569, σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση δεν σημαίνει τίποτα περισσότερο από αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τα δικόγραφα. Δεν έχει σημασία αν το κλητήριο ένταλμα βασίζεται στη Δ.2 κ1. Η σοβαρότητα του ζητήματος μπορεί να αποκαλυφθεί και από την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση (βλ. Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1 Β Α.Α.Δ, 598, 603). Στην υπόθεση Odysseos υποδεικνύεται επίσης ότι η πιθανότητα επιτυχίας παραπέμπει στην αποδεικτική ισχύ της υπόθεσης και συνακόλουθα η σχετική διαπίστωση αποτελεί προϊόν κάποιας, έστω περιορισμένης, αξιολόγησης. Ο βαθμός απόδειξης που απαιτείται υπερβαίνει απλής πιθανότητας επιτυχίας αλλά υπολείπεται αρκετά του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Για την τελευταία προϋπόθεση σχετική είναι η υπόθεση Eurocypria Airlines Ltd ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Πολ. Έφ. 170/11, ημερ. 20.10.2011 στην οποία επεξηγήθηκε ότι 'εξετάζεται κυρίως υπό το φως του ερωτήματος κατά πόσο η απονομή αποζημιώσεων θα ήταν επαρκής θεραπεία κάτω από τα γεγονότα κάθε υπόθεσης'. Έχοντας κατά νου όλα τα πιο πάνω παρατηρώ ότι από αντιπαραβολή των ενόρκων δηλώσεων προκύπτει ότι δεν αμφισβητείται το σύνολο των ισχυρισμών. Κοινό τόπο αποτελούν τα ακόλουθα. Την 8.8.2007 οι διάδικοι συνομολόγησαν συμφωνία δανείου, δηλαδή η καθ΄ ης η αίτηση παρείχε στην αιτήτρια πιστωτικές διευκολύνσεις με σκοπό την αγορά κατοικίας στο Ηνωμένο Βασίλειο. Το ύψος τούτων των διευκολύνσεων ανέρχετο σε ελβετικά φράγκα 665.
  1. Τα μέρη συμφωνούν περαιτέρω ότι το επιτόκιο του δανείου αυξήθηκε μετά τη συνομολόγηση της σύμβασης και ότι σήμερα ανέρχεται σε 6,65%. Κοινό τόπο αποτελεί επίσης ότι η σύμβαση που υπέγραψαν τα μέρη περιείχε και τον όρο 3.04, δηλαδή τον όρο που η αιτήτρια αξιώνει την αναστολή του. Ο σχετικός όρος αναφέρει τα ακόλουθα. «The Bank has the right, at its discretion, to vary, at any time, within the framework of any monetary and credit regulations in force for the time being, of the market circumstances and of the value of money, the said rate of interest specified in Clause 3.03 above, the rate of interest on any overdue amount specified in Clause 3.05 herein below, the margins, any other charges or expenses=, the time of its payment, and generally any other variation and any such variation shall be binding on the Borrower who shall be binding on the Borrower who shall be notified of any such variation by written notice and any such variation shall take effect from the date specified in the written notice». Κατά τα λοιπά η αιτήτρια διατείνεται ότι σε τρεις περιπτώσεις η καθ΄ ης η αίτηση αύξησε μονομερώς το επιτόκιο, συγκεκριμένα την 7.4.2009 από 1,5% σε 3,8%, την 9.5.2012 σε 4,50% και τη 12.12.2012, με ισχύ από 31.12.2012, σε 6,65%. Αποτέλεσμα τούτων των ενεργειών, υποστηρίζει η αιτήτρια, ήταν να επιβαρυνθεί το συνολικό ποσό των €45.
  2. Τέλος, υποστηρίζει ότι δυνάμει πληροφόρησης που έλαβε υπάρχει μεγάλη πιθανότητα η καθ΄ ης η αίτηση να προβεί σε νέα αύξηση του επιτοκίου. Είναι η θέση της ότι αν δεν ανασταλεί η εφαρμογή της εν λόγω πρόνοιας το δάνειό της κινδυνεύει να φτάσει σε τέτοια ύψη που θα είναι πρακτικά αδύνατο να ανταποκριθεί στην υποχρέωση αποπληρωμής του κατά τρόπο ανεπανόρθωτο. Τα πιο πάνω απορρίπτονται από την καθ΄ ης η αίτηση η οποία υποστηρίζει ότι η αιτήτρια είναι με πλήρη συνείδηση, αντίληψη και γνώση που προχώρησε στη συνομολόγηση της σχετικής συμφωνίας. Προς επίρρωση τούτου η καθ΄ ης η αίτηση αναφέρει ότι ο λόγος που το δάνειο δόθηκε σε ελβετικά φράγκα είναι γιατί αυτό ήταν επιθυμία της αιτήτριας. Διατείνεται περαιτέρω ότι το εν λόγω νόμισμα ανέκαθεν θεωρούταν ως η ασφαλέστερη επιλογή λόγω των ελάχιστων διακυμάνσεών του έναντι του ευρώ. Η καθ΄ ης η αίτηση καταλήγει λοιπόν. «Προφανώς η αιτήτρια, κατόπιν συμβουλής δικών της ανεξάρτητων συμβούλων, επέλεξε το ελβετικό φράγκο ως το νόμισμα του δανείου της, για αυτόν ακριβώς τον λόγο, ήτοι ευελπιστούσε και έλπιζε, εξ ου και ανέλαβε το ρίσκο, να επωφεληθεί από τα πιο πάνω ούτως ώστε η αποπληρωμή του δανείου της να είναι όσο το δυνατόν χαμηλότερη σε ευρώ». Πέραν των πιο πάνω η καθ΄ ης η αίτηση υποστηρίζει ότι η ελευθερία της βούλησης που είχε η αιτήτρια κατά το χρόνο υπογραφής της επίδικης συμφωνίας διατυμπανίζεται από τον όρο 23 τούτης. Ο σχετικός όρος αναφέρει ότι. «The Borrower declares that he has carefully read and fully understand and accepts all the above. The Borrower understands his right to review all aspects of the present agreement with a lawyer of his choice and declares that he has had the opportunity to consult with a lawyer of his choice. The Borrower truly understands the nature of the transactions and the risk involved and freely, voluntarily and in full comprehension of the same enters into and signs the present Agreement». Με βάση όλα τα πιο πάνω η καθ΄ ης η αίτηση υποστηρίζει ότι είναι δικαίωμά της η αύξηση του επιτοκίου, ότι όταν στο παρελθόν αύξησε τούτο το επιτόκιο η αιτήτρια δεν διαμαρτυρήθηκε, ότι το δάνειο παρουσιάζει σημαντικές καθυστερήσεις και ότι η αιτήτρια απέκρυψε από το Δικαστήριο ουσιώδη γεγονότα. Δεν κρίνω χρήσιμο να επαναλάβω ότι ανέφεραν οι συνήγοροι με τις αγορεύσεις τους. Ούτως ή άλλως όπου παραστεί αναγκαίο θα προβώ σε σχετικές αναφορές. Είναι η θέση της καθ΄ ης η αίτηση ότι η αιτήτρια απέτυχε να αποδείξει συζητήσιμη υπόθεση και ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Υποστηρίζει εν προκειμένω ότι η αιτήτρια είναι εκείνη που είχε το βάρος απόδειξης αυτών των δύο προϋποθέσεων, ότι η μαρτυρία που παρουσίασε είναι λιτή, ότι το μεγαλύτερο μέρος τούτης έχει αμφισβητηθεί και ότι το εναπομείναν μέρος της μαρτυρίας που προσκομίστηκε δεν αποδεικνύει τις σχετικές αυτές προϋποθέσεις. Έχω επεξηγήσει ήδη το πώς τα Δικαστήρια ερμηνεύουν και εφαρμόζουν το σύνολο των προϋποθέσεων που θέτει το άρθρο 32 του Ν.14/
  3. Γι΄ αυτές τις δύο προϋποθέσεις είναι ικανοποιητικό να λεχθεί ότι τα μέρη συμφωνούν πως η συμφωνία δανειοδότησης συνομολογήθηκε την 8.8.2007, αφορούσε αγορά κατοικίας στο Ηνωμένο Βασίλειο και ότι το νόμισμα ήτο ελβετικά φράγκα. Δεν παραγνωρίζω τους όποιους ισχυρισμούς της καθ΄ ης η αίτηση, δηλαδή ότι το νόμισμα του δανείου επιλέχθηκε από την αιτήτρια γιατί αυτό ήταν κατά τον επίδικο χρόνο ευνοϊκό. Εντούτοις, για αυτές τις δύο προϋποθέσεις ζητούμενο δεν είναι μόνο τα γεγονότα που περιβάλλουν τη συνομολόγηση της συμφωνίας, αλλά τα όποια συμπεράσματα προκύπτουν από υπαγωγή των σχετικών γεγονότων στο δίκαιο και το νόμο. Επί τούτου ο κύριος Λουκαΐδης έκανε αναφορά στις αρχές της επιείκειας και παρέπεμψε στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση. Στον τόμο 16
(2)του πιο πάνω συγγράμματος αναφέρεται ότι. «429. Unconscionable bargains; taking advantage of weakness of necessity. A contract may be stigmatized in one of two ways:
(1)by reason of the unfair manner in which it was brought into existence ("procedural unfairness") as where it was induced by undue influence, or where it came into being through an unconscientious use of the power arising out of the circumstance and conditions of the contracting parties, in such cases equity may give a remedy.. A bargain cannot be unfair and unconscionable, however, unless one of the parties to it has imposed the objectionable terms in a morally reprehensible manner, that is to say in a way which affects his conscience, as by taking advantage of the weakness or necessity of the other. In order that relief may be given it must be possible for the parties to be restored to their former position, and hence a marriage settlement cannot be set aside». Περαιτέρω, στον τόμο 9
(1)αναφέρεται ότι. «
  1. Unconscionable bargains.even in the absence of duress of persons or undue infuence, there has long been jurisdiction to interfere with harsh and unconsionable transactions in serveral different areas of the las for instance, in respect to duress of goods or salvage agreemtns, or against contractual penalties, forfeiture of mortgages, extrortionate loans or expectant heirs.... In 1974, an English judge, also citing the doctrine of equitable of promissory estoppel, sought to gather together the above-mentioned English common law instances by suggesting that through all of them runs a single thread of "inequility of bargaining power" by virtue of it, English law gives relief to one who, without independed adive, enters into a contract on terms which are very unfair or transfers property for a consideration which is grossly inadequate, when his bargaining power is grievously impaired by reason of his own needs or desires, or by his own ignorance or infirmity, coupled with undue influences or pressures brought to bear on him by or for the benefit of the other». Γι΄ αυτό το στάδιο της διαδικασίας είναι αρκετό να υποδειχθεί ότι ο όρος 3.04 της συμφωνίας, δηλαδή ο όρος που τα μέρη συμφωνούν ότι συμπεριλαμβάνεται στη συμφωνία, μπορεί, δυνητικά και υπό προϋποθέσεις, να κριθεί επαχθής. Σε αυτό δεν παραγνωρίζεται η σημασία και σοβαρότητα του όρου όπως και το γεγονός ότι συμφωνήθηκε καθ΄ ον χρόνο η αιτήτρια διαπραγματεύετο την εξασφάλιση δανείου ώστε να αγοράσει κατοικία στο Ηνωμένο Βασίλειο. Είμαι λοιπόν της γνώμης ότι αυτά και μόνο τα γεγονότα υπαγόμενα κάτω από τις προαναφερόμενες αρχές αποκαλύπτουν σοβαρό ζήτημα και επιπλέον, ότι η μαρτυρία που προσκομίστηκε, δηλαδή το μέρος της μαρτυρίας που δεν έχει αμφισβητηθεί, ικανοποιεί πιθανότητα επιτυχίας, στο βαθμό που πιο πάνω έχει επεξηγηθεί. Ό,τι προβληματίζει είναι η τρίτη προϋπόθεση που θέτει το άρθρο 32 του Ν.14/
  2. Ο σχετικός προβληματισμός τέθηκε στον ευπαίδευτο συνήγορο της αιτήτριας. Υποδείχθηκε εν προκειμένω ότι με την αγωγή η αιτήτρια αξιώνει τόσο την ακύρωση του σχετικού όρου της συμφωνίας, όρος 3.04, όσο και αποζημιώσεις ύψους €45.000, ως ζημία που επέφερε στην αιτήτρια η εφαρμογή του επαχθούς, σύμφωνα με την ίδια, όρου 3.
  3. Θέση του κου Λουκαΐδη είναι ότι αποτελεί δικαστική γνώση πως η καθ΄ ης η αίτηση - τράπεζα υπόκειται στις διατάξεις του περί της Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου, Ν.17(Ι)/2013και συνεπώς αν ήθελε εκδοθεί απόφαση στην αγωγή υπέρ της αιτήτριας τούτη θα παραμείνει άνευ πρακτικού αποτελέσματος εφόσον η καθ΄ ης η αίτηση δεν θα είναι εις θέση να αποπληρώσει οιονδήποτε ποσό. Περαιτέρω, ισχυρίστηκε ότι το ανεπανόρθωτο της ζημίας που θα προκληθεί συνάγεται και από τα αναφερόμενα στην παράγραφο 8 της ενόρκου δηλώσεως, δηλαδή ότι το ποσό του δανείου θα σκαρφαλώσει σε τέτοιο ύψος που θα είναι πρακτικά αδύνατο για την αιτήτρια να ανταποκριθεί. Είναι βεβαίως δικαστική γνώση ότι η καθ΄ης η αίτηση - τράπεζα τέθηκε κάτω από το μικροσκόπιο των διατάξεων του Ν.17(Ι)/
  4. Ο νόμος και τα σχετικά με αυτόν διατάγματα αποτελούν δικαστική γνώση. Σε αυτό όμως το πλαίσιο η προσοχή του Δικαστηρίου εστιάζεται στην Κ.Δ.Π. 104/2013 με την οποία οι εργασίες και συνακόλουθα το αποθεματικό της καθ΄ ης η αίτηση μεταφέρθηκε σε άλλη τρίτη τράπεζα, εν προκειμένω την Τράπεζα Κύπρου, η οποία μάλιστα, τρίτη τράπεζα, δεν βρίσκεται σήμερα σε καθεστώς εξυγίανσης. Με αυτά τα δεδομένα αποκαλύπτεται ότι αν στην αγωγή το Δικαστήριο ήθελε αποφανθεί υπέρ της αιτήτριας, η τυχόν ζημία που δυνατόν να προκύψει από την εφαρμογή του σχετικού όρου, αν δεν εκδοθεί σήμερα το διάταγμα, είναι ανακτήσιμη υπό μορφή αποζημιώσεων, ως άλλωστε μέρος τούτων (€45.000) αξιώνεται ήδη από την αιτήτρια. Αυτή η διαπίστωση καθιστά σαφές ότι αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα δεν είναι μοιραίο για την αιτήτρια εφόσον τυχόν ζημία που δυνατόν να υποστεί είναι υπολογίσιμη και θεραπεύσιμη (βλ. αναφορικά με την αίτηση του Φιλελευθέρου κ.α.
(2003)1 Γ Α.Α.Δ. 1729, 1738, ΚYρισάββα v. Κύζη
(2001)1 Β Α.Α.Δ. 1245, 1253 και Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd, Πολ. Εφ. 304/08, ημερ. 21.10.2011). Επιπλέον, είμαι της γνώμης πως η απλή και μόνο αναφορά της αιτήτριας ότι σε τυχόν νέα αύξηση του επιτοκίου ενδέχεται να μην μπορεί να ανταποκριθεί στις συμβατικές, κατά τα άλλα, υποχρεώσεις της, δεν συνιστά ανεπανόρθωτη ζημία. Αξίζει να υποδειχθεί περαιτέρω ότι το αιτούμενο διάταγμα είναι ακριβώς το ίδιο με το διάταγμα που αξιώνεται με την αγωγή. Επί του προκειμένου σχετική είναι η απόφαση Avila Management Services Limited κ.α. ν. Frantisek Stepanek κ.α. Πολ. Εφ. 54/2012, ημερ. 27.6.2012. Ό,τι λέχθηκε εκεί είναι πως. «Τέθηκε επίσης ζήτημα ότι δεν ήταν ορθή η χορήγηση των αιτούμενων διαταγμάτων εφόσον μ΄ αυτά ουσιαστικά αποφασιζόταν και η ίδια η αγωγή. Δεν χορηγείται με άλλα λόγια η ουσιαστική θεραπεία από το ενδιάμεσο στάδιο με αίτηση για προσωρινό μέτρο (Michael v. Brevinos
(1969)1 C.L.R. 578). Το ανεπιθύμητο όμως δεν εξισούται με απαγόρευση. Δεν υπάρχει άκαμπτος κανόνας αποκλεισμού της θεραπείας ενδιαμέσως, αν αυτή ορθά και δικαίως ζητείται, επειδή και η αγωγή ουσιαστικά επιδιώκει το ίδιο πράγμα. Κατ΄ αρχάς η ενδιάμεση θεραπεία παραμένει ενδιάμεση, αναθεωρήσιμη ανά πάσα στιγμή θεωρηθεί ότι οι περιστάσεις έχουν διαφοροποιηθεί προς τροποποίηση ή ακόμη και ακύρωση του εκδοθέντος διατάγματος. Πρόσθετα, ενώ το εκδοθέν διάταγμα παραχωρείται ως λύση επείγουσας και παρεμπίπτουσας μορφής, οι ίδιες οι θεραπείες που ζητούνται με το κλητήριο, εάν επιτύχουν, χορηγούνται τελεσίδικα και στο διηνεκές, (δέστε και Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd - ανωτέρω -). Εξαρτάται από την κρίση του Δικαστηρίου, αναλόγως των περιστάσεων (Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co. Ltd
(2002)1 Α.Α.Δ. 2015).» Δεν διαλανθάνει την προσοχή μου ότι σε αντίθεση με το τελικό διάταγμα το επίδικο αξιώνει ενδιάμεση και προσωρινή θεραπεία. Εντούτοις, εάν το Δικαστήριο δεν αποδεχθεί την αξίωση της αιτήτριας στην αγωγή είναι αντιληπτό ότι στο μεσοδιάστημα, δηλαδή από την ημερομηνία έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος μέχρι την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης στην αγωγή, η συμφωνία θα διέπεται από διαφορετικό και δη χαμηλότερο επιτόκιο, δηλαδή θα καταργηθεί, εμμέσως, ο επίδικος όρος της συμφωνίας, κάτι το οποίο δυνατόν να αντιστραφεί στο τέλος της ημέρας, δηλαδή με την εκδίκαση της αγωγής. Αυτό και μόνο αποκαλύπτει πως στη δοσμένη περίπτωση η ομοιότητα του επίδικου διατάγματος με εκείνου που αξιώνεται στα πλαίσια της αγωγής ενδέχεται να οδηγήσει σε άνομο και αντινομικό αποτέλεσμα. Όλα τα πιο πάνω, με δεδομένο πάντα ότι η τυχόν ζημία που δυνατό να υποστεί η αιτήτρια είναι μετρήσιμη και θεραπεύσιμη. Ως εκ τούτου, στην δοσμένη περίπτωση η ομοιότητα των δύο διαταγμάτων, ενδιάμεσο και τελικό, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή και συνιστά πρόσθετο λόγο απόρριψης της αίτησης. Τα πιο πάνω, στην έκταση που αφορούν αντινομία και αδικία που ενδέχεται να προκληθεί από την έκδοση του διατάγματος, φέρουν στο μυαλό τη μεστότητα του λόγου της υπόθεσης Films Rover International Ltd, η οποία υιοθετήθηκε στην υπόθεση Bacardi & Co Ltd v. Vinco ltd
(1996)1 B Α.Α.Δ. 788,
  1. Λέχθηκε εκεί ότι. «Το κύριο δίλημμα σε σχέση με την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, είτε αυτά είναι απαγορευτικά ή επιτακτικά, είναι ότι υπάρχει εξ ορισμού ο κίνδυνος ότι το δικαστήριο μπορεί να πάρει εσφαλμένη απόφαση, με το νόημα ότι έχει χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο ο οποίος αποτυγχάνει ν΄ αποδείξει τα δικαιώματα του κατά τη δίκη (ή θα αποτύγχανε αν υπήρχε δίκη) ή διαζευκτικά με το να παραλείψει να χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο που επιτυγχάνει (ή θα πετύχει) στη δίκη. Αποτελεί επομένως θεμελιώδη αρχή ότι το δικαστήριο πρέπει να υιοθετήσει εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται ότι ενέχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας εάν ήθελε φανεί ότι η απόφαση του ήταν 'εσφαλμένη' με το πιο πάνω νόημα. Οι κατευθυντήριες γραμμές για τη χορήγηση και των δυο ειδών προσωρινών διαταγμάτων πηγάζουν από αυτή την αρχή». Για όλους του λόγους που πιο πάνω έχω αναφέρει, διαπιστώνω ότι αυτός ο κίνδυνος ενυπάρχει και στη δοσμένη περίπτωση. Καταλήγω λοιπόν ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει προς την πλευρά της καθ΄ ης η αίτηση. Προτού ολοκληρώσω κρίνω ορθό να αναφέρω δύο λόγια και για τον άλλο λόγο ένστασης που ήγειρε η καθ΄ ης η αίτηση, δηλαδή τη μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων. Επίκεντρο αυτού του λόγου είναι η αναντίλεκτη θέση της καθ΄ ης η αίτηση ότι η συμφωνία δανείου που υπέγραψαν τα μέρη συμπεριλαμβάνει και τον όρο 23 που δεν απεκάλυψε η αιτήτρια. Εξ΄ αρχής αναφέρω ότι ο όρος 23 κρίνεται ουσιώδης. Ο λόγος γι΄ αυτή τη διαπίστωση έγκειται στο ότι αντικειμενικά κρινόμενος ο σχετικός όρος φανερώνει, εκ πρώτης όψεως, συνειδητή συγκατάθεση της αιτήτριας στον όρο 3.
  2. Σχετική του τι εστί ουσιώδες γεγονός είναι η απόφαση Olga Vasilyeva ν. Φοβερού, Πολ. Εφ. 379/08 ημερ. 23.9.2011 και η Resola, πιο πάνω. Εντούτοις, στην προκείμενη περίπτωση η αίτηση της αιτήτριας αν και βασίζεται στο άρθρο 32 του Ν.14/60 δεν προωθήθηκε ex-parte αλλά διά κλήσεως. Η αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων είναι αδήριτη, σύμφωνα με τη νομολογία, όπου η αίτηση προωθείται μονομερώς και αυτό γιατί το Δικαστήριο βρίσκεται στη δύσκολη θέση να αποφανθεί για την τύχη του αιτήματος προτού ακούσει την άλλη πλευρά παρακάμπτοντας έτσι το βασικό δικαίωμα ακρόασης του άλλου μέρους. Σχετική εν προκειμένω είναι η από αρχαιοτάτων χρόνων ρήση «μηδενί δίκην δικάσης πριν αμφοίν μύθον ακούσεις». Είναι σε αυτό το πλαίσιο που ο αιτητής οφείλει να εφοδιάσει το Δικαστήριο με το σύνολο των γεγονότων, έστω και αν μέρος τούτων δεν εξυπηρετεί την υπόθεσή του. Στη δοσμένη όμως περίπτωση δεν ισχύει αυτός ο κανόνας. Η αίτηση επιδόθηκε στην άλλη πλευρά, ακολούθως υπεβλήθη ένσταση και εν τέλει το Δικαστήριο είχε την ευχέρεια να ακούσει όλες τις αντικρουόμενες θέσεις πριν αποφασίσει την έκβαση του αιτήματος. Εν πάση όμως περιπτώσει, για όλους τους λόγους που πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω καταλήγω ότι το αίτημα δεν πληροί το σύνολο των προϋποθέσεων που θέτει ο νόμος. Ως εκ τούτου, το αίτημα απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της καθ΄ ης η αίτηση και εναντίον της αιτήτριας, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Ως χρόνος καταβολής των εξόδων καθορίζεται η αποπεράτωση της αγωγής. (Υπ)...................................... Λ. Α. Παντελή, Ε. Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΧΡΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.