Δημήτρης Κτώρου κ.α. ν. Λουκάς Γ. Τσαγκάρη κ.α., Αρ. Αγωγής: 8488/07, 24/9/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:A320 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Καουτζάνη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 8488/07 Μεταξύ:
- Δημήτρης Κτώρου
- Μαρία Κτώρου Εναγόντων και
- Λουκάς Γ. Τσαγκάρη
- Αριστοτέλης Χριστοφή Μηνά Εναγομένων ----- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 24 Σεπτεμβρίου 2013 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους ενάγοντες: κα Φλουρέντζου για Ε. Φλουρέντζου & Σία ΔΕΠΕ Για τους εναγόμενους: κα Χρ. Ερωτοκρίτου για Ανδρέας Π. Ερωτοκρίτου & Σία Α Π Ο Φ Α Σ Η Η απαίτηση των εναγόντων εναντίον των εναγομένων πηγάζει από δυστύχημα που επεσυνέβη στις 25.10.2005 στον κύριο δρόμο Αστρομερίτη - Λευκωσίας. Έχουν καταστεί παραδεκτά γεγονότα κατά την ακροαματική διαδικασία ότι επί πλήρους ευθύνης: α) οι γενικές αποζημιώσεις για τον ενάγοντα 1 ανέρχονται στο ποσό των €100.000 με νόμιμο τόκο από τις 14.5.2013 β) οι ειδικές ζημιές του ενάγοντος 1 ανέρχονται σε ποσό £300 μηνιαίως για 24 μήνες, δηλαδή στο, αντίστοιχο σε ευρώ, ποσό £7.200, πλέον νόμιμο τόκο 5,5% επί του ημίσεως του ποσού αυτού από τις 3.12.2008 και γ) οι ειδικές ζημιές της ενάγουσας 2 ανέρχονται στο, αντίστοιχο σε ευρώ, ποσό των £1.671 (σύμφωνα με τις υποπαραγράφους (α) - (στ) των λεπτομερειών ειδικών ζημιών της ενάγουσας 2, ενόσω η απαίτηση της υποπαραγράφου (ζ) εγκαταλείφθηκε), πλέον νόμιμο τόκο 5,5% επί του ημίσεως του ποσού αυτού από τις 3.12.
- Απέμεινε συνεπώς προς εκδίκαση μόνο το θέμα της απόδοσης και καταμερισμού της ευθύνης. Σύμφωνα με την τροποποιημένη έκθεση απαίτησης, που καταχωρήθηκε στις 3.12.2008, κατά τις 25.10.2005 και περί ώρα 05:55 ενώ ο εναγόμενος 1 οδηγούσε το όχημα του με αρ. εγγραφής UM776 στον κύριο δρόμο Αστρομερίτη-Λευκωσίας με κατεύθυνση τη Λευκωσία και πίσω του ακολουθούσε προς την ίδια κατεύθυνση ο εναγόμενος 2, οδηγώντας το όχημα του με αρ. εγγραφής XB637 με συνοδηγό τον Γεώργιο Μιχαήλ, σε σημείο του δρόμου στο χωριό Ακάκι ο εναγόμενος 1 χτύπησε με το όχημα του τον ενάγοντα 1, που διασταύρωνε πεζός κάθετα το δρόμο από αριστερά προς τα δεξιά της πορείας του εναγόμενου 1 και μεταφέροντας τον πάνω στο καπό του αυτοκινήτου του, φρενάροντας σε απόσταση 20 μέτρων περίπου, τον εκτίναξε στο δρόμο στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας. Κατά την ίδια ώρα ο εναγόμενος 2 βλέποντας το προπορευόμενο αυτοκίνητο του εναγόμενου 1 να σταματά, το προσπέρασε περνώντας πάνω από τον ενάγοντα 1, ο οποίος ήταν ξαπλωμένος στην άσφαλτο και συνέχισε την πορεία του χωρίς να σταματήσει. Από το δυστύχημα προκλήθηκαν τραυματισμοί, ζημιές και απώλειες στον ενάγοντα 1, λόγω αμέλειας και/ή παράβασης των εκ του νόμου και/ή εκ των ισχυόντων κανονισμών απορρεόντων καθηκόντων των εναγομένων 1 και 2, οι λεπτομέρειες των οποίων εκτίθενται στην έκθεση απαίτησης. Παρατίθενται, επίσης, στην έκθεση απαίτησης οι λεπτομέρειες των σωματικών βλαβών και ειδικών ζημιών του ενάγοντος 1, για τις οποίες απαιτεί γενικές και ειδικές αποζημιώσεις, καθώς και λεπτομέρειες των ειδικών ζημιών της ενάγουσας 2- θυγατέρας του ενάγοντος 1, που κατεβλήθησαν εξ ολοκλήρου από αυτήν λόγω της κατάστασης της υγείας και της γενικότερης οικονομικής κατάστασης του ενάγοντος 1 και αξιώνονται εναντίον των εναγομένων 1 και 2, οι οποίοι τις αρνούντο στην υπεράσπιση τους αλλά, ως προαναφέρθηκε, το ύψος των γενικών και ειδικών αποζημιώσεων επί πλήρους ευθύνης κατέστη εν τέλει παραδεκτό γεγονός. Στην τροποποιημένη υπεράσπιση τους, που καταχωρήθηκε στις 8.12.2008, οι εναγόμενοι 1 και 2 αποδέχονται ότι ήταν οδηγοί των οχημάτων που προαναφέρθηκαν και ότι ενεπλάκησαν στο επίδικο δυστύχημα αλλά αρνούνται τις αξιώσεις των εναγόντων 1 και 2 και τους ισχυρισμούς αμέλειας και/ή παράβασης των εκ του νόμου και/ή των εκ των ισχυόντων κανονισμών απορρεόντων καθηκόντων που αυτοί τους αποδίδουν, προβάλλοντας ότι ο ενάγων 1 απότομα και ενόσω το όχημα του εναγόμενου 1 βρισκόταν σε μικρή απόσταση από αυτόν, όρμησε και/ή έτρεξε μέσα στο δρόμο με επακόλουθο την πρόκληση του ατυχήματος. Αγνοώντας ότι η ενάγουσα 2 είναι θυγατέρα του ενάγοντος 1 και υποστηρίζοντας ότι το δυστύχημα οφείλετο στην αποκλειστική και/ή σε μεγάλο βαθμό συντρέχουσα αμέλεια του ενάγοντος 1 με παράθεση σχετικών λεπτομερειών, οι εναγόμενοι 1 και 2 ισχυρίζονται ότι ο ενάγων 1 προ του ατυχήματος ήταν άτομο ανίκανο και/ή με ειδικές ανάγκες και/ή έπασχε διανοητικά και/ή ήταν άτομο μειωμένης αντίληψης και/ή δεν ήταν σε θέση να μιλήσει και/ή είχε μειωμένη συγκέντρωση και/ή εκτίμηση γεγονότων και/ή καταστάσεων και ζητούν την απόρριψη της αγωγής. Η προσφερθείσα μαρτυρία εκ μέρους των εναγόντων σχετικά με τις συνθήκες του ατυχήματος προέρχεται από τον Αστυφ. 3234 Ανδρέα Μηλιδόνη (ΜΕ3), προς υποστήριξη δε της θέσης τους κατέθεσε και η ενάγουσα 2 (ΜΕ2) καθώς και ο Σωτήρης Τσιγαρέττου (ΜΕ1). Στη γραπτή της αγόρευση η συνήγορος των εναγόντων ανέφερε ότι ο ενάγων 1 λόγω των σωματικών βλαβών που υπέστη συνεπεία του ατυχήματος δεν ήταν σε θέση να παρευρεθεί στο Δικαστήριο και να δώσει μαρτυρία. Εκ μέρους των εναγομένων δεν προσφέρθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία. Ο ΜΕ3 διερεύνησε το επίδικο δυστύχημα, αφού επισκέφθηκε τη σκηνή, καταγράφοντας στην κατάθεση του - Έγγραφο Α τις ενέργειες του καθώς και τα ευρήματα του, κατέθεσε δε στο Δικαστήριο το συμμετρικό σχέδιο που ετοίμασε ως Τεκμήριο 1, διευκρινίζοντας προφορικά κάποια σημεία αυτού αναφορικά με κάποιες από τις καταγραφείσες αποστάσεις. Όπως αναφέρεται στο Έγγραφο Α, ο ΜΕ3 μετέβη στο μέρος και βρήκε τον ενάγοντα 1 καθώς και το όχημα με αρ. εγγραφής UM776 στην τελική τους θέση. Κάλεσε ασθενοφόρο που μετέφερε τον σοβαρά τραυματισμένο πεζό - ενάγοντα 1 στο Νοσοκομείο. Ο εναγόμενος 1 και κάποιος Παναγής Κυριάκου που είδε το συμβάν, του ανέφεραν προφορικά ότι ο ενάγων 1 στην προσπάθεια του να διασταυρώσει το δρόμο χτυπήθηκε από το όχημα που οδηγούσε ο εναγόμενος 1 και στη συνέχεια δεύτερο όχημα που προσπέρασε το όχημα του εναγόμενου 1, πέρασε πάνω από τον τραυματία, που ήδη βρισκόταν στη δεξιά λωρίδα του δρόμου σύμφωνα με την πορεία των δύο οχημάτων και εγκατέλειψε το μέρος. Στην απουσία όλων των ενεχομένων ο ΜΕ3 ετοίμασε πρόχειρο σχέδιο της σκηνής σημειώνοντας με το γράμμα Χ το σημείο σύγκρουσης του οχήματος που οδηγούσε ο εναγόμενος 1 με τον πεζό, υπολογίζοντας τη θέση του σημείου Χ από την πορεία του ενάγοντος 1 από την οδό Λυκαβηττού για να διασχίσει τον κύριο δρόμο Αστρομερίτη-Λευκωσίας, από τα ίχνη τροχοπέδησης του αυτοκινήτου του εναγόμενου 1 και από το γεγονός ότι η ζημιά στο εν λόγω αυτοκίνητο ήταν στο δεξί μπροστινό μέρος. Με το γράμμα Χ1 σημείωσε το σημείο σύγκρουσης του άγνωστου τότε αυτοκινήτου όταν πέρασε πάνω από τον πεζό, τον οποίο και παρέσυρε περί το 1 μέτρο, υπολογίζοντας το από την τελική θέση του πεζού που ήταν παράλληλη με τη διαχωριστική λωρίδα κυκλοφορίας, ενόσω το άγνωστο αυτοκίνητο είχε περάσει μόνο πάνω από τα πόδια του. Μετά την επιστροφή του εναγόμενου 1 από το Νοσοκομείο, όπου είχε μεταφερθεί με ασθενοφόρο στο μεταξύ λόγω του ότι είχε υποστεί σοκ και παραπονιόταν για πόνους στη μέση, ο ΜΕ3 του επεξήγησε το σχέδιο και ως ορθό ο εναγόμενος 1 το υπέγραψε στην παρουσία του και στην παρουσία του Αστυφ.
- Κατόπιν συλλογής στοιχείων σχετικά με το δεύτερο όχημα που χτύπησε τον πεζό - ενάγοντα 1, εντοπίστηκε αργότερα την ίδια ημέρα ο εναγόμενος 2, ο οποίος συνελήφθη με δικαστικό ένταλμα σύλληψης και σε δεύτερη ανακριτική κατάθεση που του λήφθηκε την επομένη ημέρα, αυτός παραδέχθηκε ότι κατά τον χρόνο του δυστυχήματος προσπέρασε το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής UM776 και αντιλήφθηκε, όταν τραντάχτηκε το αυτοκίνητο του με αρ. εγγραφής XB637, ότι πέρασε πάνω από ένα συμπαγές αντικείμενο. Ο εναγόμενος 2 υπέδειξε στον ΜΕ3 στη σκηνή του δυστυχήματος ένα σημείο στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας ως τη θέση του πεζού την ώρα που πέρασε το αυτοκίνητο του από πάνω του, το οποίο ο ΜΕ3 σημείωσε με το γράμμα Χ2 στο σχέδιο, που υπεγράφη στην παρουσία του από τον εναγόμενο
- Στις 7.3.2006 ο ΜΕ3 μετέβη σε Ίδρυμα, όπου νοσηλεύετο ο ενάγων 1, ζητώντας του να του περιγράψει τα γεγονότα του δυστυχήματος αλλά ο τελευταίος δεν ήταν σε θέση να δώσει περιγραφή ούτε να αντιληφθεί το σχεδιάγραμμα της σκηνής ή τις φωτογραφίες που του υπεδείχθησαν, ενόσω ο θεράπων ιατρός του, του ανέφερε μεταξύ άλλων ότι ο ενάγων 1 έχει χαμηλό δείκτη νοημοσύνης. Σε γραπτή της κατάθεση η ενάγουσα 2 - κόρη του ενάγοντος 1, ανέφερε στον ΜΕ3 ότι ο πατέρας της είναι εκ γενετής διανοητικά καθυστερημένος. Κατηγορώντας γραπτώς τους εναγόμενους 1 και 2 για τα αδικήματα αυτοί απάντησαν «Έδωσεν απότομα μες τον δρόμον, εν τον επρόλαβα» και «Δεν παραδέχομαι, ότι έχω να πω, θα το πω στο Δικαστήριο» αντίστοιχα. Σύμφωνα με τον ΜΕ3, στο σημείο που έγινε το επίδικο δυστύχημα υπάρχει ικανοποιητικός οδικός φωτισμός με λαμπτήρες υψηλής τάσεως που ήταν σε λειτουργία κατά την ώρα του δυστυχήματος, ενόσω την ημέρα εκείνη κατόπιν εξετάσεων διεπίστωσε ότι ο ήλιος ανέτειλε στις 07:
- Ο καιρός ήταν αίθριος, το ασφάλτινο οδόστρωμα στεγνό και σε καλή κατάσταση, ο δρόμος ευθύς και επίπεδος και η ορατότητα περίπου 300 μέτρα. Στο συγκεκριμένο σημείο του δρόμου απαγορεύεται το προσπέρασμα και από τις δύο κατευθύνσεις αλλά υπάρχει άσπρη διακεκομμένη γραμμή λόγω της ύπαρξης παρόδων. Ο πεζός - τραυματίας φορούσε σκούρα ρούχα. Το ανώτατο όριο ταχύτητας είναι 65 χ.α.ω. Κατόπιν τεστ ταχύτητας που διενήργησε ο Αστυφ. 1144 προέκυψε ότι η ταχύτητα του οχήματος που οδηγούσε ο εναγόμενος 1 ήταν περί τα 55 χ.α.ω., δηλαδή εντός του καθορισμένου ορίου. Ο ΜΕ1 ήταν εργοδότης του ενάγοντος 1 για 18 χρόνια. Συγκεκριμένα ο ΜΕ1 ήταν οδηγός σκυβαλοφόρου και ο ενάγων 1 μάζευε σκουπίδια από τα σπίτια. Η εργασία τους διεξήγετο μεταξύ της 1:00-2:00 πρωινής ώρας μέχρι τις 8:00 πμ. Ο ενάγων 1 περπατούσε κανονικά και διασταύρωνε τους δρόμους κατά τη συλλογή σκουπιδιών από τους καλάθους σπιτιών, ακούγοντας κανονικά και ανταποκρινόμενος στις οδηγίες του ΜΕ
- Ο ενάγων 1 πληρωνόταν κανονικά κάθε μήνα από τον ΜΕ1, που του πλήρωνε και τις κοινωνικές ασφαλίσεις και δεν έπαιρνε οποιοδήποτε επίδομα. Η ΜΕ2 ανέφερε ότι ο ενάγων 1 - πατέρας της εργαζόταν στα σκύβαλα και στη συνέχεια ως εργάτης στις οικοδομές μέχρι το χρόνο του ατυχήματος. Πριν το ατύχημα είχε κανονική ζωή, βοηθώντας μάλιστα την καρκινοπαθή μητέρα της, αλλά είχε πρόβλημα ομιλίας καθότι τραύλιζε και δεν είχε πάει σχολείο. Μετά το ατύχημα δεν μπορεί να εξυπηρετήσει τον εαυτό του και έχει πολλά προβλήματα υγείας αλλά και δεν εργάζεται, λαμβάνοντας σύνταξη ανικανότητας. Οι συνήγοροι αγορεύοντας με αναφορά στα γεγονότα της υπόθεσης και τη νομολογία υποστήριξαν τις θέσεις κάθε πλευράς αντίστοιχα. Οι επί μέρους εισηγήσεις των συνηγόρων θα παρατεθούν στη συνέχεια, όπου χρειάζεται, όταν το Δικαστήριο θα επιληφθεί των επίδικων θεμάτων της υπόθεσης. Παρακολούθησα με πολλή προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενόρκως ενώπιον μου. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας τους μέσα από τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, έγινε με γνώμονα, μεταξύ άλλων, τις γνώσεις τους για τα επίδικα γεγονότα, τις αντιδράσεις και τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα σε συνδυασμό με το στάδιο που ανέκυψε η μαρτυρία τους, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος καθώς και τη μνήμη, ειλικρίνεια και τρόπο αφήγησης των γεγονότων (Bauer v. Hροδότου & Υιοι Λτδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 325, Λάρκου ν. Παναγή
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 80, Ζαβρού ν. Χαραλάμπους
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 447, Zαμπάς ν. Α & G Tsiarkezos Constructions Ltd κ.α.
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 820). Αξιολογώντας την προσφερθείσα μαρτυρία, είναι σκόπιμο αρχικά να επισημανθούν στοιχεία που είναι κοινώς παραδεκτά ή δεν αμφισβητήθηκαν. Δεν έχει τεθεί σε αμφισβήτηση αρχικά ότι οι εναγόμενοι 1 και 2 οδηγούσαν, κατά τον επίδικο χρόνο και τόπο, τα οχήματα με αρ. εγγραφής UM776 και XB637 αντίστοιχα, καθώς και ότι ο ενάγων 1 κτυπήθηκε από το όχημα του εναγόμενου 1 στην προσπάθεια του να διασταυρώσει το δρόμο και ότι εκτινάχθηκε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, αφού μεταφέρθηκε πάνω στο καπό του αυτοκινήτου του εναγόμενου 1 για κάποια απόσταση και στη συνέχεια ενόσω ο εναγόμενος 2 προσπερνούσε με το όχημα του τον εναγόμενο 1, ευρισκόμενος στη δεξιά πλευρά του δρόμου, συγκρούστηκε με τον ενάγοντα
- Ούτε η μαρτυρία του αστυνομικού εξεταστή (ΜΕ3) αμφισβητήθηκε αναφορικά με τις συνθήκες φωτισμού και του δρόμου κατά τον χρόνο του ατυχήματος, ως προς την ορατότητα, ως προς το ότι ο ενάγων 1 όταν τραυματίστηκε φορούσε σκούρα ρούχα καθώς και ότι το τεστ ταχύτητας που διενεργήθηκε κατέδειξε ότι η ταχύτητα του οχήματος που οδηγούσε ο εναγόμενος 1 ήταν εντός του καθορισμένου ορίου ταχύτητας της περιοχής. Περαιτέρω, ως προκύπτει από τη μαρτυρία του ΜΕ3 ο καθορισμός των σημείων σύγκρουσης Χ και Χ1 έγινε από τον ίδιο κατόπιν δικών του υπολογισμών. Ειδικότερα, το σημείο σύγκρουσης Χ καθορίστηκε από τον ΜΕ3 με βάση την υποτιθέμενη πορεία του ενάγοντος 1 από την οδό Λυκαβηττού με σκοπό να διασχίσει τον κύριο δρόμο Αστρομερίτη-Λευκωσίας καθώς και από τα ίχνη τροχοπέδησης του αυτοκινήτου του εναγόμενου 1, μήκους 19,60 μέτρων -που σημειωτέον ότι αρχίζουν σε κάποια απόσταση μετά το σημείο Χ σε σχέση με την πορεία του οχήματος του εναγόμενου 1- αλλά και λόγω του ότι η ζημιά στο εν λόγω αυτοκίνητο ήταν στο δεξί μπροστινό μέρος. Όσον αφορά το σημείο σύγκρουσης Χ1 καθορίστηκε από τον ΜΕ3 με βάση την τελική θέση του πεζού και λόγω του ότι το άγνωστο αυτοκίνητο είχε περάσει πάνω από τα πόδια του. Όπως, επίσης, ο ΜΕ3 ανέφερε, τα σημεία σύγκρουσης Χ και Χ1 τα τοποθέτησε στο πρόχειρο σχέδιο της σκηνής, το οποίο υπεγράφη στις 25.10.2005 στην παρουσία του από τον εναγόμενο
- Είναι αξιοσημείωτο ότι ο εναγόμενος 2 την επομένη ημέρα υπέδειξε στον ΜΕ3 ως σημείο προσπέλασης του οχήματος του πάνω από τον πεζό ένα άλλο σημείο, το Χ2, που ο ΜΕ3 σημείωσε στο πρόχειρο σχέδιο, το οποίο υπεγράφη τότε στην παρουσία του από τον εναγόμενο
- Από τα πιο πάνω εμφαίνεται ότι ο καθορισμός των σημείων σύγκρουσης Χ και Χ1, όπως αυτά σημειώνονται επί του Τεκμηρίου 1, έγινε από τον ΜΕ3 κατά τη δική του αντίληψη και χωρίς τη μαρτυρία του ενάγοντος 1 ως προς την πορεία του κατά το χρόνο του ατυχήματος, ενόσω ο εναγόμενος 2 δεν φαίνεται να συμφώνησε με το σημείο σύγκρουσης Χ
- Μάλιστα δε το πρόχειρο σχέδιο που υπεγράφη από τους εναγόμενους 1 και 2 δεν κατατέθηκε ως Τεκμήριο ενώπιον του Δικαστηρίου. Όπως ορθά υπέδειξε η κα Ερωτοκρίτου και θα αναλυθεί στη συνέχεια, ο καθορισμός των σημείων σύγκρουσης Χ και Χ1 από τον ΜΕ3, υπό τις πιο πάνω περιστάσεις, δεν θα πρέπει να κριθεί από το Δικαστήριο ως αποδεκτή πραγματική μαρτυρία. Σύμφωνα με τη νομολογία, η πραγματική μαρτυρία, που είναι η μαρτυρία που προβάλλει από τα ίδια τα πράγματα και μόνο αποτελεί αντικειμενικό εύρημα με αποδεικτική δυναμική, όταν κατά την αντιπαραβολή προς αυτό των αντικρουόμενων εκδοχών είναι εγγενώς αποκαλυπτικό της εξέλιξης των πραγμάτων (Κυριακίδου ν. Νικολάου
(1993)1 Α.Α.Δ. 45). Η πραγματική μαρτυρία αποτελεί γνώμονα τόσο για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων όσο και για τον έλεγχο των λεπτομερειών της μαρτυρίας, συνιστά δε σταθερό οδηγό για τον καθορισμό των γεγονότων που προκάλεσαν το δυστύχημα (Θεοφάνους ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 160, Κονναρή ν. Κυριάκου
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 267, Κυριάκου ν. Δημητρίου
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1362, Α/φοι Παπαλαζάρου Λτδ ν. Σοφοκλή Μιχαήλ
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1388, Ιωαννίδου κ.ά. ν. Singh κ.ά.
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 1805). Στην υπόθεση Ευθυμίου ν. Γεωργίου
(2002)1(Β) Α.Α.Δ. 1280, στην οποία επέσυρε την προσοχή του Δικαστηρίου η κα Ερωτοκρίτου, επισημάνθηκε ότι «δεν είναι αρμοδιότητα του ερευνώντος το δυστύχημα αστυνομικού να υποδείξει το σημείο σύγκρουσης ως να ήταν κριτής και δικαστής της υπόθεσης, παρά μόνο να παραθέσει τα πραγματικά στοιχεία που παρατήρησε ώστε το Δικαστήριο να τα αξιολογήσει ανάλογα.» Στην παρούσα υπόθεση, τα ανευρεθέντα ίχνη τροχοπέδησης, οι ζημιές των οχημάτων και οι τελικές θέσεις του οχήματος του εναγόμενου 1 και του πεζού καθώς και οι αποστάσεις που αναφέρθηκαν από τον ΜΕ3 με βάση το Τεκμήριο 1, δεν μπορούν να καθοδηγήσουν το Δικαστήριο ώστε να καθορίσει με ασφάλεια τη θέση που είχε ο ενάγων 1 όταν κτυπήθηκε από το όχημα που οδηγούσε ο εναγόμενος 1 και στη συνέχεια από το όχημα του εναγόμενου 2, στην απουσία οποιασδήποτε άλλης μαρτυρίας για την πορεία του ενάγοντος 1 και για τις συνθήκες του ατυχήματος πέραν αυτής του ΜΕ3, ο οποίος προφανώς δεν ήταν παρών κατά τον χρόνο του ατυχήματος αλλά ούτε και είναι ειδικός εμπειρογνώμων για ατυχήματα. Δεν αμφισβητήθηκε βέβαια ότι ο εναγόμενος 1, έχοντας υπογράψει το πρόχειρο σχέδιο, συμφώνησε με τα σημεία σύγκρουσης που καθόρισε ο ΜΕ
- Ούτε αμφισβητήθηκε όμως και η απάντηση του εναγόμενου 1 στην γραπτή κατηγορία που, όπως αναφέρθηκε από τον ΜΕ3, ήταν ότι ο ενάγων 1 εισήλθε απότομα στο δρόμο. Με βάση τα πιο πάνω και παρά τα παραδεκτά δεδομένα ως προς τις συνθήκες φωτισμού, την ορατότητα και τα αποτελέσματα του τεστ ταχύτητας, το Δικαστήριο δεν μπορεί να οδηγηθεί σε ασφαλές εύρημα ως προς τα σημεία που επήλθε η σύγκρουση των ενεχομένων οχημάτων με τον πεζό-ενάγοντα
- Από τα τεθέντα εκ μέρους των εναγόντων στοιχεία ενώπιον του Δικαστηρίου, χωρίς να υπάρχει άλλη αποδεκτή μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου ούτε εκ μέρους οποιουδήποτε εκ των ενεχομένων στο ατύχημα, επιβεβαιώνεται η αδυναμία εξαγωγής ασφαλούς ευρήματος τόσο ως προς την πορεία και τη θέση του ενάγοντος 1 πριν και κατά το ατύχημα όσο και ως προς τη δυνατότητα αρχικά του εναγόμενου 1 και στη συνέχεια του εναγόμενου 2 να αντιληφθούν την παρουσία του ενάγοντος 1 στο δρόμο. Υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, ακόμη και αν γινόταν αποδεκτό το σημείο σύγκρουσης Χ που κατά τους ενάγοντες δείχνει ότι ο πεζός είχε διανύσει περί τα 3 μέτρα στο δρόμο πριν τη σύγκρουση, η έλλειψη οποιασδήποτε άλλης μαρτυρίας για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες συνέβη το ατύχημα οδηγεί το Δικαστήριο σε αδυναμία να προβεί σε ευρήματα ως προς την οδική συμπεριφορά ή τις τυχόν αντιδράσεις οποιουδήποτε εκ των ενεχομένων σ' αυτό. Προστίθεται ότι από τη μαρτυρία των ΜΕ1 και ΜΕ2 δεν μπορεί να συναχθεί οποιοδήποτε συμπέρασμα ως προς την πορεία, θέση ή συμπεριφορά του ενάγοντος 1 κατά τον χρόνο του ατυχήματος, ακόμα και αν γινόταν εξ ολοκλήρου αποδεκτή η μαρτυρία τους ως προς τη νοητική κατάσταση του ενάγοντος
- Πέραν της διαπίστωσης ότι η μαρτυρία τόσο του ΜΕ1 όσο και της ΜΕ2, που δεν ήταν αυτόπτες μάρτυρες του δυστυχήματος, δεν μπορεί να οδηγήσει το Δικαστήριο στα προαναφερθέντα αναγκαία ευρήματα, είναι προφανής η αντίφαση της μαρτυρίας τους με τη μαρτυρία του ΜΕ3 ότι, όπως του ανεφέρθη από τον θεράποντα ιατρό του ενάγοντος 1 μετά το ατύχημα, ο τελευταίος υπολείπεται νοητικά, δηλαδή έχει χαμηλό δείκτη νοημοσύνης. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση, τα μόνα ευρήματα στα οποία το Δικαστήριο δύναται να προβεί, πέραν του ότι επεσυνέβη σύγκρουση μεταξύ των οχημάτων που οδηγούσαν οι εναγόμενοι 1 και 2 με τον πεζό-ενάγοντα 1 κατά τον συγκεκριμένο τόπο και χρόνο, είναι όσα κατεγράφησαν πιο πάνω και αφορούν τη μαρτυρία του ΜΕ3 που δεν αμφισβητήθηκε και ειδικότερα αναφορικά με τις συνθήκες φωτισμού και του δρόμου κατά τον χρόνο του ατυχήματος, ως προς την ορατότητα, ως προς το ότι ο ενάγων 1 όταν τραυματίστηκε φορούσε σκούρα ρούχα καθώς και ως προς τα ίχνη τροχοπέδησης του οχήματος που οδηγούσε ο εναγόμενος 1, τις τελικές θέσεις του οχήματος αυτού και του ενάγοντα 1 μετά το ατύχημα, τις ζημιές των οχημάτων και ότι το τεστ ταχύτητας που διενεργήθηκε κατέδειξε ότι η ταχύτητα του οχήματος που οδηγούσε ο εναγόμενος 1 ήταν εντός του καθορισμένου ορίου ταχύτητας της περιοχής. Όπως έχει νομολογηθεί η αμέλεια κρίνεται καθολικά, απρόσωπα και αντικειμενικά, με γνώμονα τις αντιδράσεις του συνετού οδηγού, ο οποίος χρησιμοποιεί λογικά το δρόμο, συναισθανόμενος την ευθύνη για την ασφάλεια των άλλων που χρησιμοποιούν το δρόμο, κάθε υπόθεση δε τροχαίου ατυχήματος εξετάζεται με βάση τα δικά της γεγονότα και περιστατικά. Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού και συγκεκριμενοποιείται στα πλαίσια των γεγονότων της κάθε υπόθεσης. Ως προς το θέμα της αναζήτησης συντρέχουσας αμέλειας το Δικαστήριο ερευνά για την ύπαρξη τέτοιων στοιχείων από τα οποία να καταφαίνεται κατά πόσο ο ενάγων παρέλειψε να ασκήσει εύλογη φροντίδα και επιμέλεια για τη δική του ασφάλεια και έτσι μπορεί να λεχθεί ότι συνέβαλε στην πρόκληση των δικών του βλαβών ή ζημιάς (βλ. Sofocleous and another v. Georghiou and another
(1978)1 A.A.Δ. 149, Antoniou v. Iordanous and another
(1976)1 Α.Α.Δ. 341, Αντωνιάδη Μαϊττα ν. Γεωργίου κ.α.
(1998)1(Α) Α.Α.Δ. 1). Η ευθύνη για τροχαίο ατύχημα επιμερίζεται υπό το πρίσμα της κοινής λογικής και της καθημερινής εμπειρίας. Οδηγό προς κρίση των παραλείψεων αμφοτέρων των πλευρών αποτελεί ο μέσος συνετός πολίτης και όχι η μικροσκοπική συνεκτίμηση των αντιδράσεων (βλ. Χριστοδούλου ν. Γρηγορίου
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 178, Βελάρης ν. Ηροδότου
(1991)1 Α.Α.Δ. 881, Γεωργίου ν. Παναγιωτίδη κ.α.
(1994)1 Α.Α.Δ. 80, Ιωάννου κ.α. ν. Μιχαήλ
(1998)1(Α) Α.Α.Δ. 141). Η ευθύνη, περαιτέρω, καταμερίζεται σε συνάρτηση με την υπαιτιότητα αφενός κρινόμενη υπό το πρίσμα του καθήκοντος επιμέλειας και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της αμέλειας που προξένησε το ατύχημα και της επελεύσεως της ζημιάς, που αποτελεί το αντικείμενο της δίκης αφετέρου (βλ. Αλεξάνδρου κ.α. ν. Λεβέντη κ.α.
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 420). Στην παρούσα υπόθεση εν όψει των πιο πάνω ευρημάτων μου και έχοντας υπόψη μου τις νομικές αρχές που εφαρμόζονται θεωρώ ότι δεν απεδείχθη εκ μέρους των εναγόντων ότι ο εναγόμενος 1 επέδειξε αμέλεια και ενήργησε με έλλειψη της δέουσας προσοχής, παρατηρητικότητας και πρόβλεψης ώστε να υπέχει ευθύνη για την επίδικη σύγκρουση. Η έλλειψη αποδεκτής μαρτυρίας ως προς την πορεία και τη θέση του ενάγοντος 1, ο οποίος φορούσε σκούρα ρούχα, αμέσως πριν το ατύχημα στερεί το Δικαστήριο από τη δυνατότητα να κρίνει κατά πόσο ο εναγόμενος 1 μπορούσε να αντιληφθεί την παρουσία του στο δρόμο και να αντιδράσει αποτελεσματικά για την αποτροπή της σύγκρουσης (βλ. Παύλου Ερωτοκρίτου κ.α. ν. Γεώργιου Μαυροβελή κ.α., Πολ. Έφ. Αρ. 319/2007, ημερομηνίας 18.7.2011). Ούτε και αμέλεια του εναγόμενου 2 μπορεί να θεωρηθεί ότι απεδείχθη εκ μέρους των εναγόντων εν όψει των πιο πάνω διαπιστωθέντων. Δεν είναι επιτρεπτό για το Δικαστήριο, υπό το φως της υπάρχουσας μαρτυρίας, να προβεί σε υποθέσεις και εικασίες σχετικά με τις πράξεις ή παραλείψεις των ενεχομένων πριν και κατά τη σύγκρουση καθώς και τη δυνατότητα τους να την αποφύγουν. Συνεπώς οι ενάγοντες, έχοντας το βάρος απόδειξης της αμέλειας των εναγομένων 1 και 2 απέτυχαν να αποδείξουν ότι η οδική συμπεριφορά τόσο του εναγόμενου 1 όσο και του εναγόμενου 2 αποτέλεσε την γενεσιουργό αιτία του δυστυχήματος (βλ. Σοφοκλέους ν. Καλογήρου
(1997)1(Α) Α.Α.Δ. 369 και Παππάς ν. Ναθαναήλ κ.α.
(2000)1(Α) Α.Α.Δ. 275). Οι αποφάσεις στις οποίες επέσυρε την προσοχή του Δικαστηρίου η κα Φλουρέντζου αφορούν υποθέσεις όπου τα δεδομένα ήταν διαφορετικά και διακρίνονται από την παρούσα υπόθεση εφόσον δεν προσφέρθηκε αποδεκτή μαρτυρία ως προς τις συνθήκες του ατυχήματος. Κρίνεται ότι οι ενάγοντες απέτυχαν να αποδείξουν την υπόθεση τους, στα πλαίσια του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, όπως απαιτείται στις πολιτικές υποθέσεις, με αποτέλεσμα η αγωγή να μην μπορεί να επιτύχει. Κατά συνέπεια η αγωγή απορρίπτεται. Τα έξοδα όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή, επιδικάζονται εναντίον των εναγόντων και υπέρ των εναγομένων. ............. (Υπ.) Λ. Καουτζάνη, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΦΚ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο