← Κύπρος

P Kourris Construction Co δια των ομορρύθμων εταίρων κ.α. ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Αρ. Αγωγής: 3730/05, 27/9/2013

P Kourris Construction Co δια των ομορρύθμων εταίρων κ.α. ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Αρ. Αγωγής: 3730/05, 27/9/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:A329 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Τ. Παρασκευαϊδου-Καρακάννα, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3730/05 Μεταξύ: P. Kourris Construction & Co Εναγόντων -και- Διευθυντή Τμήματος Δημοσίων Έργων, μέσω του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Εναγομένου ΔΥΝΑΜΕΙ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΟΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗΣ ΗΜΕΡ. 27.3.09 Μεταξύ: P. Kourris Construction & Co δια των ομορρύθμων εταίρων

  1. Παναγιώτη Κούρρη
  2. Μιχαλάκη Κούρρη
  3. Κώστα Τροκκούδη Εναγόντων -και- Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Εναγομένου Ημερομηνία: 27.9.2013 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες: κ. Κ. Λαμπριανίδης Για τον Εναγόμενο: κα Θ. Μαυρομουστάκη Α Π Ο Φ Α Σ Η Την 24.11.2000 υπεγράφη μεταξύ των εναγόντων και του Τμήματος Δημοσίων Έργων συμφωνία για εκτέλεση του έργου PS/C/
  4. Επρόκειτο για έργο της Εθνικής Φρουράς, για το οποίο είχε προκηρυχθεί προσφορά. Η προσφορά κατακυρώθηκε στους ενάγοντες έναντι του ποσού των Λ.Κ.327.073,
  5. Η ημερομηνία έναρξης του έργου ήταν η 21.12.2000 και συμπλήρωσης, η 20.12.
  6. Οι ενάγοντες εκτέλεσαν το πιο πάνω έργο και το παρέδωσαν τη 15.11.
  7. Κατά την εκτέλεση των συμφωνηθεισών εργασιών υπήρξαν, σύμφωνα με τις δικογραφημένες θέσεις των εναγόντων, «διάφοροι απρόβλεπτοι παράγοντες» οι οποίοι καθυστέρησαν την αποπεράτωση του έργου. Εζήτησαν παράταση του χρόνου αποπεράτωσης για περίοδο 100 ημερών, λόγω των εξαιρετικά δυσμενών καιρικών συνθηκών που επικρατούσαν στην περιοχή του εργοταξίου, κατά την περίοδο Οκτωβρίου του 2001 μέχρι Ιανουαρίου του
  8. Ακόμη και κατά την περίοδο που δεν υπήρχε βροχόπτωση η πρόσβαση ήταν αδύνατη λόγω των σπαρτών. Παρόμοια προβλήματα αντιμετώπισαν και αργότερα, την άνοιξη του 2002, λόγω της ασυνήθιστης ψηλής βροχόπτωσης. Ενημέρωσαν εκ νέου σχετικά το αρμόδιο τμήμα αυτό όμως όχι μόνο δεν ανταποκρίθηκε αλλά προχώρησε στην αποκοπή ποσού Λ.Κ.28.500 επικαλούμενο σχετική πρόνοια του συμβολαίου, αναφορικά με την καθυστέρηση παράδοσης του έργου. Οι ενάγοντες αξιώνουν το ποσό της αποκοπής, ήτοι Λ.Κ.28.500, ως επίσης και τα πιο κάτω ποσά: Ι. Λ.Κ.2.340 για ανανέωση της εγγυητικής. ΙΙ. Λ.Κ.2.340 για ανανέωση των ασφαλειών. ΙΙΙ. Λ.Κ.3.244 για την παροχή οχήματος τύπου Β και Λ.Κ.3.04 για την παροχή οχήματος τύπου Γ, για περίοδο 285 ημερών πέραν του συμβολαίου. IV. Λ.Κ.25.972 που αντιπροσωπεύουν τα έξοδα διεύθυνσης γραφείου στο εργοτάξιο και επίβλεψης του εργοταξίου, με τη συνεχή εργοδότηση ενός πολιτικού μηχανικού και ενός επιστάτη. Ο εναγόμενος παραδέχεται τη σύναψη της συμφωνίας, τα χρονοδιαγράμματα που είχαν συμφωνηθεί για εκτέλεση του έργου, την αποκοπή ποσού λόγω καθυστέρησης εκτέλεσης του έργου, αρνείται όμως τους ισχυρισμούς περί προβλημάτων και αντίξοων καιρικών συνθηκών. Προβάλλει τη θέση ότι οι ενάγοντες παρέλειψαν να ολοκληρώσουν το έργο εντός της συμφωνηθείσας περιόδου, μέχρι τη 20.12.01 και παρέλειψαν να τηρήσουν το πρόγραμμα εργασίας που οι ίδιοι ετοίμασαν. Καθυστέρησαν αδικαιολόγητα την αποπεράτωση του έργου, το παρέδωσαν τελικά 285 ημερολογιακές ημέρες αργότερα. Η καθυστέρηση οφειλόταν στην ανεπαρκή στελέχωση των συνεργείων τους και στον κακό προγραμματισμό του έργου. Ο εναγόμενος αρνείται τους ισχυρισμούς περί ζημιών και ισχυρίζεται διαζευκτικά ότι και αν ακόμη κατεβλήθησαν τα ποσά αυτά, τούτο δεν έγινε για λόγους που αφορούσαν τον εναγόμενο. Στην υπεράσπιση εγείρονται επίσης οι δύο πιο κάτω προδικαστικές εντάσεις: «1(α) Η παρούσα αγωγή δεν μπορεί να προχωρήσει ως έχει γιατί ο τίτλος της είναι λανθασμένος και/ή η αγωγή δεν ηγέρθη σύμφωνα με το άρθρο 57 του Περί Δικαστηρίων Νόμου Ν14/
  9. (β) Η παρούσα δεν μπορεί να προχωρήσει και/ή είναι πρόωρη, γιατί δεν έχει ακολουθηθεί η διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 61

(1)των όρων του Συμβολαίου, Τόμος Β που αφορά τη διαδικασία που συμφωνήθηκε για το διακανονισμό των διαφορών μεταξύ των συμβαλλομένων μερών, δηλαδή σε αυτή την περίπτωση μεταξύ των εναγόντων και του εναγομένου». Την 13.3.2009 εκδόθηκε διάταγμα τροποποίησης του τίτλου και ως εκ τούτου η πρώτη προδικαστική ένσταση κατέστη άνευ αντικειμένου. Η δεύτερη προδικαστική ένσταση προωθήθηκε μέχρι τέλους. Το άρθρο 61
(1)τόμος Β της συμφωνίας, που αποτελεί τη βάση της ένστασης προνοεί τα πιο κάτω: «Αν οποιαδήποτε διαφορά προκύψει μεταξύ του εργοδότη και του εργολάβου ή του μηχανικού και του εργολάβου σχετικά με το συμβόλαιο ή σχετικά με την εκτέλεση του έργου κατά τη διάρκεια εκτέλεσης ή μετά τη συμπλήρωση του, θα αναφέρεται αρχικά στο μηχανικό ο οποίος μέσα σε περίοδο 60 ημερών από την αναφορά ,θα δώσει γραπτώς την απόφαση του και στα δύο μέρη. Ο εργολάβος θα συνεχίζει με επιμέλεια την εκτέλεση της εργασίας, άσχετα αν ο εργοδότης ή ο εργολάβος θα προσφύγει στη δικαιοσύνη σύμφωνα με το άρθρο αυτό. Αν, μέσα σε περίοδο 60 ημερών από τη λήψη της γραπτής απόφασης του, ο μηχανικός δε λάβει γραπτή ειδοποίηση από τον εργολάβο ή τον εργοδότη που αξιώνουν παραπομπή του στη δικαιοσύνη, η απόφαση του μηχανικού που αναφέρεται πιο πάνω θα είναι τελική και δεσμευτική για τον εργολάβο και τον εργοδότη». Ήταν η θέση της υπεράσπισης ότι η συγκεκριμένη πρόνοια που αφορά επίλυση διαφορών μέσω διαιτησίας, δημιουργεί υποχρέωση για την επίλυση της διαφοράς μέσω της μεθόδου αυτής και αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση πριν την προσφυγή στο Δικαστήριο. Ρήτρα διαιτησίας όπως αυτή της παρούσας υπόθεσης που είναι γνωστή ως ρήτρα «Scott v Avery», από την ομώνυμη απόφαση[1], δεν καταργεί τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου, αλλά παρέχει δυνατότητα αναστολής της διαδικασίας[2]. Το θέμα διέπεται από τον περί Διαιτησίας Νόμο Κεφ. 4, άρθρο 8 το οποίο προνοεί τα πιο κάτω: «Αv oπoιoσδήπoτε συμβαλλόμενος σε συvυπoσχετικό ή oπoιoδήπoτε πρόσωπo πoυ πρoβάλλει αξίωση μέσω του ή βάσει oδηγιώv τoυ, αρχίζει oπoιαδήπoτε διαδικασία εvώπιov Δικαστηρίoυ κατά oπoιoυδήπoτε άλλoυ πρoσώπoυ πoυ είvαι συμβαλλόμεvoς στo συvυπoσχετικό ή κατά oπoιoυδήπoτε πρoσώπoυ πoυ πρoβάλλει αξίωση μέσω ή βάσει oδηγιώv τoυ, αvαφoρικά με oπoιoδήπoτε από τα θέματα πoυ συμφωvήθηκε vα παραπεμφθoύv σε διαιτησία, τότε oπoιoσδήπoτε από τoυς διαδίκoυς στηv εv λόγω διαδικασία δύvαται oπoτεδήπoτε μετά τηv εμφάvιση, και πριv παραδώσει oπoιεσδήπoτε γραπτές προτάσεις ή πρoβεί σε oπoιoδήπoτε άλλo στάδιo της διαδικασίας, vα απoταθεί στo Δικαστήριo για αvαστoλή της διαδικασίας και τo Δικαστήριo δύvαται vα εκδώσει διάταγμα για αvαστoλή της διαδικασίας αv ικανοποιηθεί ότι δεv υπάρχει λόγoς πoυ vα δικαιoλoγεί τη μη παραπoμπή τoυ θέματoς σε διαιτησία σύμφωvα με τo συvυπoσχετικό και ότι o αιτητής ήταv, όταv άρχισε η διαδικασία, και εξακoλoυθεί vα είvαι έτoιμoς και πρόθυμoς vα πράξει οτιδήποτε τo αvαγκαίo για τηv καvovική διεξαγωγή της διαιτησίας». Στην υπό κρίση υπόθεση, ο εναγόμενος αντί να ζητήσει αναστολή της διαδικασίας κατεχώρησε σημείωμα εμφάνισης, εμφανίσθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου σε διάφορες ημερομηνίες, κατεχώρησε υπεράσπιση και συμμετείχε στην ακροαματική διαδικασία. Ενόψει των πιο πάνω το επιχείρημα του εναγομένου δεν μπορεί να πετύχει. Καθοδηγητική επί του θέματος είναι η απόφαση Προοδευτική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ και Στέλιου Κουρουκλίδη[3] όπου ηγέρθη παρόμοιο θέμα και το Δικαστήριο κατέληξε ότι ένα τέτοιο επιχείρημα δεν μπορούσε να εγερθεί αφού η διαδικασία αφέθηκε να προχωρήσει. Η προδικαστική ένσταση απορρίπτεται και προχωρώ να εξετάσω την ουσία της υπόθεσης. Εκ μέρους των εναγόντων κατέθεσαν ο διευθυντής αυτής, Μιχαλάκης Κούρρης και ο πολιτικός μηχανικός, Δημήτριος Παπαδόπουλος και εκ μέρους της υπεράσπισης η Ελένη Φράγκου, ανώτερη εκτελεστικός μηχανικός στο Υπουργείο Συγκοινωνιών και Έργων. Συνοψίζω τη μαρτυρία τους. Ο Μιχαλάκης Κούρρης αναφέρθηκε στα προβλήματα που δημιουργήθηκαν κατά την εκτέλεση του έργου που είχαν ως αποτέλεσμα την πρόκληση καθυστέρησης. Ενώ οι κατασκευαστικές εργασίες προχωρούσαν κανονικά και το έργο είχε προχωρήσει «πέραν του αναμενομένου», την περίοδο Οκτωβρίου 2001 μέχρι Ιανουαρίου του 2002 επικρατούσαν εξαιρετικές δυσμενείς καιρικές συνθήκες οι οποίες δεν επέτρεπαν την εκτέλεση οποιωνδήποτε εργασιών. Ακόμη και όταν «οι βροχές και τα χιόνια σταματούσαν», ήταν αδύνατη η πρόσβαση στους χώρους των εργασιών λόγω των σπαρτών. Τα χωράφια για να είναι προσπελάσιμα, θα έπρεπε πρώτα να στεγνώσουν και για να γίνει αυτό απαιτείτο μεγάλο χρονικό διάστημα. Οι ιδιοκτήτες των κτημάτων που γειτνίαζαν με τα εργοτάξια δεν επέτρεπαν στους υπαλλήλους των εναγόντων τη διέλευση τους μέσα από αυτά καθότι τα χωράφια ήταν καλλιεργημένα και τυχόν είσοδος τους σ΄ αυτά θα τους δημιουργούσε ζημιές. Η ίδια κατάσταση συνεχίστηκε και την άνοιξη του
  1. Ο μάρτυρας παρουσίασε την επιστολή που είχε αποστείλει στο Τμήμα Δημοσίων Έργων στην οποία περιγράφει τα προβλήματα πρόσβασης στο εργοτάξιο που αντιμετώπιζαν οι ενάγοντες, πρόκειται για την επιστολή ημερομηνίας 5.2.2002, τεκμήριο
  2. Παρουσίασε επίσης τις επιστολές που είχε αποστείλει στο πιο πάνω Τμήμα με την οποία εζητούσε παράταση του χρόνου αποπεράτωσης του έργου ημερομηνίας 28.1.2002 και 4.12.2002, τεκμήρια 5 και 6 αντίστοιχα. Το Τμήμα δεν απάντησε στις πιο πάνω επιστολές και ως εκ τούτου οι ενάγοντες αναγκάσθηκαν να αποστείλουν και τρίτη επιστολή, ημερομηνίας 15.1.2003, με την οποίαν εζητούσαν εξέταση του θέματος, τεκμήριο
  3. Το έργο αποπερατώθηκε, «ουσιαστικά», τον Αύγουστο του 2002, παρέμειναν κάποιες εργασίες προς εκτέλεση οι οποίες όμως δεν ξεπερνούσαν το 2% του συνόλου των εργασιών. Παραλήφθηκε τελικά την 15.11.2002 και εκδόθηκε πιστοποιητικό προσωρινής παραλαβής. Ο εναγόμενος, σύμφωνα πάντα με το μάρτυρα, αδικαιολόγητα και αυθαίρετα προέβηκε σε αποκοπές ποσών από τα πιστοποιητικά πληρωμής. Μόλις διαπιστώθηκε η πρώτη αποκοπή με το πιστοποιητικό αρ. 9, ημερομηνίας 5.3.2002, ο μάρτυρας απέστειλε επιστολή, την 28.3.2002, για να εκφράσει τη διαφωνία του για την ενέργεια αυτή. Τη 19.3.2003 απέστειλε και άλλη επιστολή ζητώντας τους να αναθεωρήσουν τη στάση τους και να προβούν στην καταβολή όλων των οφειλομένων ποσών τα οποία είχαν αποκόψει. Πέραν των αποκοπών που ανέρχονταν σε Λ.Κ.28.500, οι ενάγοντες έχουν υποστεί και τις ζημιές που περιγράφονται στην Έκθεση Απαίτησης, οι οποίες παρατίθονται ανωτέρω. Ο μάρτυρας ανεξετάσθηκε σε σχέση με τις εργασίες που εκκρεμούσαν να γίνουν μετά την έκδοση του πιστοποιητικού προσωρινής παραλαβής, τεκμήριο
  4. Αρχικά ισχυρίσθηκε ότι δεν εκκρεμούσε η εκτέλεση οποιωνδήποτε εργασιών, αργότερα όμως και μετά από επίμονη αντεξέταση παραδέχθηκε ότι εκκρεμούσαν διάφορες εργασίες οι οποίες καταγράφονται στο πιστοποιητικό αρ.
  5. Πρόκειται για κατασκευή ορυγμάτων, θηκών πυρομαχικών, εσωτερικές διορθώσεις εξόδων κινδύνων (κόψιμο σιδέρων και μπογιατίσματα) και επιχωματώσεις ύψους 50 εκ. Αντεξετάσθηκε και για το χρόνο που υπέβαλε το πρώτο παράπονο. Ισχυρίσθηκε ότι τα προβλήματα προσπέλασης άρχισαν από τον Φεβρουάριο του 2001, οι ενάγοντες όμως δεν απέστειλαν οποιαδήποτε επιστολή στο αρμόδιο Τμήμα. Ισχυρίσθηκε, ότι «το γνωστοποιούσαν στους ιδίους». Η πρώτη επιστολή αποστάληκε ένα χρόνο αργότερα τον Ιανουάριο του 2002 και η δεύτερη δέκα περίπου μήνες μετέπειτα, τη 4.12.2002, πρόκειται για το τεκμήριο
  6. Στο μεσοδιάστημα, σύμφωνα πάντα με τον ίδιο υπέβαλαν παράπονα προσωπικά η άλλη πλευρά όμως τους καθησύχαζε λέγοντας τους, «εντάξει θα τα βρούμε». Σε σχέση δε με τη βροχόπτωση υποβλήθηκε στο μάρτυρα ότι αυτή ήταν πολύ χαμηλή, χαμηλότερη του μέσου όρου, με βάση τα στοιχεία που είχαν προσκομίσει οι ίδιοι οι ενάγοντες και ότι ο λόγος που καθυστέρησε η διεκπεραίωση του έργου ήταν ο αργός ρυθμός που εκτελούνταν οι εργασίες. Ο μάρτυρας επέμενε στην αρχική εκδοχή του. Ο Δημήτρης Παπαδόπουλος ήταν πολιτικός μηχανικός, κάτοχος πτυχίου του Εθνικού Μετσοβίου Πολυτεχνείου και μεταπτυχιακού διπλώματος από το Imperial College of London, στο τομέα της εδαφομηχανικής. Εργάσθηκε από το 1962 μέχρι το 1999 στο Υπουργείο Συγκοινωνιών και Έργων -Τμήμα Δημοσίων Έργων και από το 1999 που αφυπηρέτησε ιδιωτεύει ως σύμβουλος μελετητής. Οι ενάγοντες του εζήτησαν όπως μελετήσει τα έγγραφα που σχετίζονται με την παρούσα υπόθεση και με βάση την εμπειρογνωμοσύνη του να διαπιστώσει κατά πόσο ευσταθούσαν οι απαιτήσεις τους. Για το σκοπό αυτό μελέτησε τα έγραφα των προσφορών, τους όρους του συμβολαίου, τις επιστολές που αντηλλάγησαν μεταξύ των δύο μερών, καθώς και την Έκθεση Απαίτησης των εναγόντων και την Υπεράσπιση του εναγομένου. Οι διαπιστώσεις του βασίζονταν, σύμφωνα με τις δηλώσεις του, στα προαναφερθέντα έγγραφα, στις γνώσεις που διέθετε στον τομέα της Πολιτικής Μηχανικής και στην πολύχρονη του θητεία στο Τμήμα Δημοσίων Έργων και στον ιδιωτικό τομέα. Το έργο αποτελείτο από 42 επί μέρους έργα, σταθμό διοίκησης τάγματος στο Δάλι, τέσσερεις σταθμούς διοίκησης λόχου στην Ποταμιά και Αγ. Σωζόμενο, δέκα σκέπαστρα διμοιρίας στην Αγ. Βαρβάρα, Ποταμιά και Αγ. Σωζόμενο και εικοσιεπτά πολυβολεία πολλαπλής χρήσης στα χωριά Αγ. Βαρβάρα, Γέρι, Ποταμιά και Αγ. Σωζόμενο. Ο μάρτυρας είπε μεταξύ άλλων ότι επειδή το έργο ήταν στρατιωτικής φύσεως, οι θέσεις και οι τοποθεσίες που θα έπρεπε να κατασκευαστεί, κοινοποιήθηκαν στους προσφοροδότες «κατά προσέγγιση», σε απόσπασμα γεωγραφικού χάρτη το οποίο επιστράφηκε στο Τμήμα Δημοσίων Έργων καθώς ήταν απόρρητο έγγραφο. Δειγματοληπτικά υποδείχθηκαν 2 ή 3 θέσεις έργων σε επί τόπου επισκέψεις. Ως ανέφερε χαρακτηριστικά ήταν «.αδύνατο να εκτιμηθούν στο στάδιο προετοιμασίας της προσφοράς οι ακριβείς θέσεις κατασκευής του έργου, οποιεσδήποτε δυσκολίες πρόσβασης στις θέσεις κατασκευής των έργων, τα μήκη των προσβάσεων που έπρεπε να διανοιχθούν μέχρι τις θέσεις των έργων διαμέσου ιδιωτικών τεμαχίων καλλιεργημένων ή μη». Τα πιο πάνω αύξησαν το «επίπεδο αβεβαιότητας ως προς τον χρόνο ολοκλήρωσης του έργου». Κάτω από αυτές τις συνθήκες, σύμφωνα πάντα με το μάρτυρα, το Τμήμα Δημοσίων Έργων θα έπρεπε να διευκολύνει την επίλυση οποιωνδήποτε θεμάτων που αφορούσαν τις προσβάσεις και να λάβει υπόψη τις ενστάσεις των επηρεαζομένων. Ο μάρτυρας υπολόγισε με βάση τα στοιχεία της μετεωρολογικής υπηρεσίας, τις μέρες κατά τις οποίες η βροχόπτωση ήταν πέραν του 1 χιλιοστού, σε 64 ημέρες και τις ημέρες κατά τις οποίες θα ήταν αδύνατο να διεξαχθεί οποιαδήποτε εργασία λόγω λάσπης, σε
  7. Κατά την ημερομηνία προσωρινής παραλαβής του έργου την 21.8.02, το ποσοστό συμπλήρωσης του έργου ανερχόταν σε 96.3%. Επεξηγώντας τον τρόπο που κατέληξε στο πιο πάνω ποσοστό είπε τα πιο κάτω τα οποία θεωρώ σκόπιμο όπως παραθέσω αυτούσια: «Στις 17.6.02 πληρώθηκε στον εργολάβο το 10ο πιστοποιητικό πληρωμής. Η δαπάνη εκτελεσθεισών εργασιών ήταν Λ.Κ.250.
  8. Η αντίστοιχη δαπάνη στις 15.11.02 που έγινε η προσωρινή παραλαβή ήταν Λ.Κ.270.
  9. Στις 21.8.02 μπορεί να γίνει αποδεκτό ότι η δαπάνη ανήρχετο στις Λ.Κ.260.000, δηλαδή το ποσοστό συμπλήρωσης ήταν 260000/270040=96.3% και των υπολειπομένων εργασιών 3.7%». Το ποσοστό συμπλήρωσης ήταν κατά τη συγκεκριμένη ημερομηνία τόσο ψηλό, που κατά την άποψη του θα ήταν ορθό και δίκαιο να γίνει προσωρινή παραλαβή, καθώς το έργο ήταν πρακτικά ολοκληρωμένο. Οι εκκρεμούσες εργασίες δεν επηρέαζαν σε καμία περίπτωση τη χρήση του έργου. Το ποσό της ρήτρας Λ.Κ.100 που προβλεπόταν από τον όρο 44 της συμφωνίας ήταν κατά την άποψη του «ψηλό και αδικαιολόγητο καθότι δεν ανταποκρινόταν στις πραγματικές ζημιές του εργοδότη που πιθανόν να προέκυπταν από την καθυστέρηση». Το Τμήμα Δημοσίων Έργων θα μπορούσε δε να είχε προβεί σε κατάσχεση του εργοταξίου με βάση τον όρο 58
(1)της συμφωνίας. Κατά την αντεξέταση αμφισβητήθηκε η θέση του μάρτυρα ότι δεν είχαν υποδειχθεί στους προσφοριοδότες όλες οι θέσεις και υποβλήθηκε σ΄ αυτόν ότι το Τμήμα Δημοσίων Έργων ήταν στη διάθεση τους για οποιαδήποτε πληροφορία χρειαζόντουσαν και επιπρόσθετα ότι τα πλείστα σημεία όπου θα κατασκευάζονταν τα έργα είχαν δική τους πρόσβαση. Ο μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να τοποθετηθεί σε σχέση με τις υποβολές αυτές, επρόκειτο για θέματα τα οποία δεν εγνώριζε. Παραδέχθηκε επίσης ότι δεν εγνώριζε κατά πόσο είχαν δοθεί στον εργολάβο όλα τα αναγκαία στοιχεία για να μπορέσει αυτός να εκτιμήσει την προσφορά. Σε σχέση με τα δύο σημεία που του υπέδειξε ο εργολάβος, ο μάρτυρας αναγνώρισε ότι τα δύο από τα σαρανταδύο σημεία δεν ήταν αντιπροσωπευτικά, ο εργολάβος όμως δεν ήταν σε θέση να του υποδείξει τα υπόλοιπα, γιατί δεν τα θυμόταν ο ίδιος. Αντεξεταζόμενος για το θέμα της βροχόπτωσης, με βάση τα στοιχεία της μετεωρολογικής υπηρεσίας, είπε ότι οι βροχερές μέρες εντός του 2001 ήταν 34, οι μέρες δε όπου η βροχόπτωση ήταν πέραν των 5 χιλιοστών ήταν μόνο
  1. Τις ημέρες όπου η βροχόπτωση ήταν πέραν των 5 χιλιοστών η λάσπη δεν μπορούσε να στεγνώσει αυθημερόν και ως εκ τούτου επηρεάζονταν και οι εργασίες την επομένη μέρα της βροχόπτωσης. Υποβλήθηκε στο μάρτυρα ότι τα πλείστα έργα έγιναν σε πετρώδες έδαφος, σε «καφκάλα», ο μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να τοποθετηθεί γιατί δεν τα είχε επισκεφθεί, παραδέχθηκε όμως ότι αν τα έργα ήταν όντως σε πετρώδεις περιοχές τότε η πρόσβαση δεν θα επηρεαζόταν. Παραδέχθηκε επίσης ότι μόνο σε μια περίπτωση είχε υποβληθεί παράπονο από ιδιοκτήτη κάποιου κτήματος και όχι σε δύο που ανέφερε κατά την κυρίως εξέταση του και ότι στη μοναδική περίπτωση που είχε υποβληθεί το παράπονο, το παράπονο υποβλήθηκε εκτός του χρόνου του συμβολαίου. Σε σχέση με τις εργασίες που υπολείπονταν να γίνουν τη 21.8.2002, υποβλήθηκε στο μάρτυρα ότι υπολείπονταν να γίνουν επιχωματώσεις, μονώσεις, μπογιατίσματα και μεταλλικές κατασκευές. Σχετικό είναι το τεκμήριο 23 εις το οποίο καταγράφονται λεπτομερώς οι εργασίες που εκκρεμούσαν να γίνουν. Ο μάρτυρας αναγνώρισε ότι τόσο οι επιχωματώσεις όσο και οι μονώσεις ήταν ουσιαστικής σημασίας για να χρησιμοποιηθεί το έργο. Σημαντικά ήταν και τα μπογιατίσματα των πολυβολείων, λιγότερο σημαντικά τα μπογιατίσματα των σταθμών. Τέλος αντεξεταζόμενος για την εισήγηση του περί κατάσχεσης του εργοταξίου ανέφερε ότι εγνώριζε μόνο μια περίπτωση όπου το Τμήμα Δημοσίων Έργων προέβη σε κατάσχεση, ήταν το έργο κατασκευής του δρόμου Λευκωσίας-Λεμεσού. Εκ μέρους της υπεράσπισης κατέθεσε, ως αναφέρω και ανωτέρω, η Ελένη Φράγκου. Η μάρτυρας ήταν πολιτικός μηχανικός και κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου Masters in Business Administration. Εργάσθηκε τον περισσότερο καιρό στο Τμήμα Δημοσίων Έργων, πλην ενός έτους που είχε αποσπασθεί στο Υπουργείο Άμυνας. Η μάρτυρας ήταν αυτή που είχε επιβλέψει το επίδικο έργο με «αντεπιστασία». Για να εκτελεσθεί το έργο που αποτελείτο από σαρανταδύο επιμέρους έργα, ανεξάρτητα μεταξύ τους, ήταν απαραίτητη πρώτα η χάραξη του χώρου και η εκσκαφή. Στη συνέχεια θα αναλάμβαναν οι καλουψιήδες, οι σιδεράδες και θα τοποθετείτο το σκυρόδεμα. Με τη συμπλήρωση του σκυροδέματος θα γινόταν η ασφαλτική μόνωση και η επιχωμάτωση. Για να ήταν δυνατή η αποπεράτωση του έργου εντός της συμφωνηθείσας περιόδου του ενός έτους, ο εργολάβος θα έπρεπε να είχε 2-3 συνεργεία της κάθε ειδικότητας να εργάζονται παράλληλα, ήτοι 2-3 συνεργεία καλουψιήδων, 2-3 συνεργεία σιδεράδων και ούτω καθ΄ εξής. Οι εργασίες στη συγκεκριμένη περίπτωση διεξάγονταν με πολύ αργό ρυθμό, οι ενάγοντες εργάζονταν με μειωμένο προσωπικό και αντί να έχουν 2-3 συνεργεία είχαν μόνο ένα για κάθε ειδικότητα. Η καθυστέρηση στην πρόοδο εκτέλεσης των εργασιών επισημάνθηκε στον εργολάβο και γραπτώς, με ιδιαίτερη μνεία στο μειωμένο εργατικό προσωπικό, σχετικές είναι οι επιστολές τεκμήρια 16, 17, 19 και
  2. Σε απάντηση των πιο πάνω επιστολών οι ενάγοντες απέστειλαν την επιστολή, ημερομηνίας 28.1.2002 τεκμήριο 5, στην οποία επισύναψαν αναθεωρημένο πρόγραμμα εργασίας. Η μάρτυρας αναφερομένη στην καθυστέρηση παρατήρησε ότι οι εργασίες σκυροδέματος τον Οκτώβρη του 2001 παρουσίαζαν μεγάλη καθυστέρηση, ποσοστό 77%, ενώ μια μόνο μέρα πριν τη συμβατική ημερομηνία παράδοσης του έργου, παρουσίαζε καθυστέρηση σε ποσοστό 57%. Η μάρτυρας παρέπεμψε στο τεκμήριο 23, ημερομηνίας 23.9.2002, όπου καταγράφονται με λεπτομέρεια όλες οι εργασίες που εκκρεμούσαν να γίνουν. Πρόκειται για μεγάλο αριθμό εργασιών που υπολείπονταν να γίνουν σε δεκατρία διαφορετικά σημεία και περιλάμβαναν, κατασκευή δωματίου γεννήτριας, μπογιατίσματα, κόψιμο σιδέρων, μεταλλικές κατασκευές, ασφαλτικές μονώσεις και επιχωματώσεις. Η μάρτυρας απέρριψε τον ισχυρισμό ότι τον Οκτώβρη μέχρι το Δεκέμβριο του 2001 επικρατούσαν εξαιρετικά δυσμενείς καιρικές συνθήκες τέτοιες που να τον εμπόδιζαν το εργολάβο να εκτελεί τις εργασίες του. Σύμφωνα με τα στατιστικά στοιχεία της Μετεωρολογικής Υπηρεσίας και τις σχετικές σημειώσεις στο ημερολόγιο του έργου «.οι ημέρες κατά τις οποίες ο καιρός ήταν βροχερός, ήταν 5 εργάσιμες για ολόκληρο το 2001, 3 από τις οποίες ήταν τον Δεκέμβριο
  3. Από το τεκμήριο 15α, προέκυψε ότι υπήρξαν και άλλες ημερομηνίες βροχόπτωσης, αυτή ήταν κάτω των 5μμ. Η μέτρηση που καταγράφεται για σκοπούς του Τμήματος Δημοσίων Έργων όσον αφορά τον καθορισμό της βροχόπτωσης πέραν της κανονικής, είναι τα 5mm αφού κάτω της μέτρησης αυτής, η βροχόπτωση δεν θεωρείται ότι είναι τέτοια που να εμποδίζει τις εργασίες. Ελέγχοντας τις ημερομηνίες αυτές στο τεκμήριο 15α, διαπίστωσε ότι οι επόμενες μέρες είτε ήταν αργίες, είτε είχαν ίχνη ή καθόλου βροχόπτωση, ότι δεν επρόκειτο για βροχόπτωση με συνεχή επηρεασμό του έργου». Η μάρτυρας είπε επίσης ότι ακόμη και τις ημέρες που καταγραφόταν βροχόπτωση στο σταθμό Πέρα Χωρίου, επί τόπου ο καιρός ήταν καλός και ο εργολάβος εργαζόταν, αφού είχε γίνει καταγραφή, στο ημερολόγιο του έργου, των εργασιών που είχαν γίνει τις συγκεκριμένες ημέρες. Με βάση δε το ίδιο αρχείο, ήτοι το ημερολόγιο του έργου, προκύπτει ότι «ουδεμία μέρα που να έπεται βροχερής μέρας φαίνεται .να μην εργάστηκε ο εργολάβος. Το έδαφος στα πλείστα σημεία ήταν σκληρό, ήταν «καφκάλλα», που δεν επηρεαζόταν από τη βροχή». Από το ίδιο έγγραφο προκύπτει ότι ολόκληρο το 2001 ο εργολάβος δεν εργάσθηκε λόγω βροχών για δύο μόνο μέρες και διέκοψε τις εργασίες λόγω βροχών μια μόνο μέρα. Σε σχέση με το 2002, περίοδος που είναι βέβαια εκτός του συμβατικού χρόνου δεν εργάσθηκε για εικοσιπέντε συνολικά μέρες, οι πέντε μέρες ήταν λόγω βροχών ενώ οι υπόλοιπες είκοσι μέρες για αδιευκρίνιστους λόγους. Σε σχέση με τον ισχυρισμό του εργολάβου ότι υπήρξαν προβλήματα με ιδιοκτήτες κτημάτων που γειτνίαζαν με εργοτάξια, η μάρτυρας είπε ότι σε μια μόνο περίπτωση προέκυψε πρόβλημα. Είχε συμφωνηθεί εκ των προτέρων με τον ιδιοκτήτη του κτήματος ότι θα το έσπερνε το Νοέμβριο του 2001, σε ημερομηνία που ήταν προγραμματισμένο να τελειώσουν οι εκεί εργασίες. Ο ιδιοκτήτης του κτήματος ετήρησε τη πιο πάνω συμφωνία, οι εργασίες όμως δεν ολοκληρώθηκαν εγκαίρως από τον εργολάβο με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί πρόβλημα. Οι εργασίες στο συγκεκριμένο εργοτάξιο δεν ήταν οι μόνες που εκκρεμούσαν να γίνουν, εκκρεμούσαν πολλές εργασίες σε άλλα εργοτάξια όπου δεν παρουσιαζόταν πρόβλημα πρόσβασης και ως εκ τούτου ο εργολάβος θα μπορούσε να ασχοληθεί με τη διεκπεραίωση των πιο πάνω έργων. Εν πάση περιπτώσει, από το ημερολόγιο του έργου δεν φαινόταν ότι την συγκεκριμένη περίοδο δεν εργαζόταν, αντίθετα από τις σχετικές καταχωρήσεις στο έργο φαινόταν ότι τόσο τον Ιανουάριο όσο και το Φεβρουάριο του 2002 οι εργασίες διεκπεραιώνονταν χωρίς να υπάρξει οποιαδήποτε στάση ή διαφοροποίηση στο ρυθμό εργασιών. Η μάρτυρας κατά την αντεξέταση περιέγραψε τον τρόπο καταρτισμού του ημερολογίου του έργου και επίβλεψης των εργασιών εκ μέρους του Τμήματος Δημοσίων Έργων. Ένας τεχνικός βρισκόταν συνεχώς στο εργοτάξιο και ήταν αυτός που διατηρούσε και το ημερολόγιο. Όταν ο τεχνικός αυτός απουσίαζε τον αντικαθιστούσε ο τεχνικός προϊστάμενος ο οποίος αναλάμβανε και την τήρηση του ημερολογίου. Η μάρτυρας απέρριψε τη θέση των εναγόντων ότι το Τμήμα δεν εξέτασε το αίτημα του εργολάβου για παράταση του χρόνου κατά εκατόν μέρες. Το εξέτασε, παρά το γεγονός ότι το αίτημα ήταν εκπρόθεσμο. Σχετική είναι η επιστολή που απέστειλε το Τμήμα προς τους ενάγοντες ημερομηνίας 29.4.2002, τεκμήριο
  4. Σε σχέση με την επιστολή που παρουσίασε η πλευρά των εναγόντων, η οποία δεν φέρει το λογότυπο του εργολάβου, όπως οι υπόλοιπες επιστολές και είναι ανυπόγραφη η μάρτυρας παρατήρησε ότι παρά τις έρευνες της στους φακέλους του τμήματος δεν έχει εντοπίσει τέτοια επιστολή. Στην πιο πάνω επιστολή γινόταν καταγραφή των λόγων της καθυστέρησης. Σε σχέση με τις αξιώσεις των εναγόντων για ανανέωση της εγγυητικής επιστολής και την καταβολή της μισθοδοσίας του επιστάτη και του πολιτικού μηχανικού, η μάρτυρας ανέφερε ότι αυτά αποτελούσαν συμβατικές υποχρεώσεις των εναγόντων. Όσο αφορά δε τα δύο αυτοκίνητα τύπου Β και Γ αυτά, ως ανέφερε χαρακτηριστικά, κανονικά «είχαν ήδη πληρωθεί για περίοδο 64 και 41 εβδομάδων αντίστοιχα πέραν της συμβατικής περιόδου του συμβολαίου». Η μάρτυρας κατέθεσε το σχετικό πιστοποιητικό ως τεκμήριο στο Δικαστήριο. Αυτή ήταν συνοπτικά η μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω τους μάρτυρες ενώ κατέθεταν και να εξετάσω τη μαρτυρία τους. Ο Μιχάλης Κούρρης, ένας εκ των εταίρων, προσπάθησε να πείσει το Δικαστήριο ότι η καθυστέρηση που δημιουργήθηκε κατά την εκτέλεση του έργου οφειλόταν σε κακές καιρικές συνθήκες, προβλήματα πρόσβασης και επιπρόσθετες εργασίες που είχαν ανατεθεί εκ των υστέρων στους ενάγοντες. Αρχίζοντας από το τελευταίο θέμα παρατηρώ ότι τέτοιος ισχυρισμός δεν δικογραφείται και ως εκ τούτου δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη. Σε σχέση δε με τα προβλήματα πρόσβασης διαφάνηκε τελικά από τη μαρτυρία ότι επρόκειτο για μια μόνο περίπτωση, ενός ιδιοκτήτη χωραφιού που γειτνίαζε με ένα από τα σαρανταδύο εργοτάξια. Ο ιδιοκτήτης είχε σπείρει το χωράφι του και αυτός ήταν ο λόγος που απαγόρευσε στους υπαλλήλους της ενάγουσας τη διέλευση μέσω αυτού. Το πρόβλημα δε δεν δημιουργήθηκε εντός της συμβατικής περιόδου αλλά αρχές του
  5. Υπενθυμίζω ότι το έργο θα έπρεπε να είχε ολοκληρωθεί με βάση τη προσαχθείσα μαρτυρία τέλος του
  6. Ο μάρτυρας αναφέρθηκε γενικά και αόριστα σε μεγάλη βροχόπτωση η οποία καθυστέρησε την εκτέλεση του έργου, παραλείποντας όμως να παρουσιάσει οποιαδήποτε στοιχεία προς στοιχειοθέτηση της θέσης του. Εκείνο δε που μου έκανε εντύπωση είναι το γεγονός ότι ενώ το ισχυριζόμενο πρόβλημα παρουσιάσθηκε από την αρχή, ήτοι το Φεβρουάριο του 2001, η ενάγουσα παραπονέθηκε για το βροχερό καιρό γραπτώς ένα ολόκληρο χρόνο αργότερα, τέλος Ιανουαρίου του 2002 και αφού εν των μεταξύ το Τμήμα Δημοσίων Έργων απέστειλε μεγάλο αριθμό επιστολών επισημαίνοντας σε όλες τη καθυστέρηση που παρατηρείτο στην εκτέλεση των έργων. Ένας λογικά θα ανέμενε ότι αν ο καιρός εδημιουργούσε τόσο μεγάλα προβλήματα η ενάγουσα δεν θα περιοριζόταν σε προφορικά παράπονα, αλλά θα γνωστοποιούσε το πρόβλημα γραπτώς στο Τμήμα Δημοσίων Έργων και θα απαντούσε τις επιστολές του τελευταίου, δεδομένου ότι η συμφωνία περιείχε ποινική ρήτρα σε περίπτωση καθυστέρησης. Ο μάρτυρας ισχυρίσθηκε επίσης ότι το έργο ήταν συμπληρωμένο από τον Αύγουστο του 2002 παρά ταύτα όμως ο εναγόμενος αρνήθηκε να το παραλάβει. Τέτοιος ισχυρισμός δεν δικογραφείται, εκείνο που δικογραφείται είναι ότι η ενάγουσα προχώρησε «.εις την υλοποίηση και αποπεράτωση του σχετικού έργου, η παραλαβή του οποίου έγινε στις 15.11.2002». Ο ΜΕ2, Δημήτριος Παπαδόπουλος, ήταν έμπειρος και προσοντούχος μηχανικός, δεν ήταν γνώστης όμως των γεγονότων της συγκεκριμένης υπόθεσης. Ήταν πρόδηλο ότι ήλθε στο Δικαστήριο για να υποστηρίξει την υπόθεση της ενάγουσας και να καλύψει τα κενά που άφησε η μαρτυρία του ΜΕ
  7. Προσπάθησε να παρουσιάσει στο Δικαστήριο ότι το Τμήμα Δημοσίων Έργων δεν έδωσε επαρκή στοιχεία σε σχέση με τους χώρους του εργοταξίου, κατά την αντεξέταση διαφάνηκε όμως ότι δεν είχε ιδίαν γνώση του θέματος. Διαφάνηκε επίσης ότι ο ίδιος είχε επισκεφθεί μόνο δύο από τα σαρανταδύο επί μέρους έργα, δέκα περίπου χρόνια μετά την ολοκλήρωση τους και ως εκ τούτου δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει κατά πόσο η πρόσβαση σε αυτά σε περίπτωση βροχερού καιρού ήταν προβληματική. Κατά την αντεξέταση του παραδέχθηκε ότι ο υπολογισμός του για τις 98 ημέρες δικαιολογημένης καθυστέρησης, που ανέφερε κατά την κυρίως εξέταση του, πιθανόν να μην ήταν ορθός καθ΄ ότι δεν έλαβε υπόψη τις αργίες και την επίδραση που είχε η βροχή στα συγκεκριμένα εργοτάξια. Αγνοούσε τον τύπο του εδάφους όπου ανεγέρθηκαν τα έργα αυτά και ως εκ τούτου δεν ήταν σε θέση να πει κατά πόσο η βροχή καθιστούσε τα εργοτάξια μη προσβάσιμα λόγω λάσπης. Παραδέχθηκε, αντεξεταζόμενος, ότι αν το έδαφος ήταν πετρώδης η πρόσβαση δεν επηρεαζόταν από τη βροχή. Παραδέχθηκε επίσης ότι μόνο σε περίπτωση που η βροχή ήταν πέραν των 5 χιλιοστών, η λάσπη, σε περίπτωση βέβαια που το έδαφος δεν ήταν πετρώδες, δεν θα μπορούσε να στεγνώσει και θα δημιουργούσε πρόβλημα πρόσβασης στο εργοτάξιο την επομένη μέρα. Κατά την αντεξέταση του καταρρίφθηκε και ο ισχυρισμός του ότι το έργο θα έπρεπε να είχε παραληφθεί από το Τμήμα Δημοσίων Έργων από τον Αύγουστο του
  8. Αναγνώρισε ότι πολλές εργασίες που εκκρεμούσαν να γίνουν όπως για παράδειγμα οι μονώσεις και οι επιχωματώσεις ήταν ουσιαστικές για να είναι το έργο προς χρήσιν. Ως ανέφερα και πιο πάνω τέτοιος ισχυρισμός δεν δικογραφείται και ως εκ τούτου δεν λαμβάνεται υπόψη, θεώρησα όμως σκόπιμο να αναφερθώ και στο συγκεκριμένο θέμα γιατί καταδεικνύει, σε συνδυασμό με την υπόλοιπη μαρτυρία, ότι ο μάρτυρας αυτός κάθε άλλο παρά ανεξάρτητος και αμερόληπτος ήταν. Η μάρτυρας υπεράσπισης Ελένη Φράγκου μου έκανε πολύ καλή εντύπωση. Η μαρτυρία της ήταν θετική και εμπεριστατωμένη. Ήταν καλή γνώστης των γεγονότων, απαντούσε τις ερωτήσεις ευθέως και χωρίς περιστροφές και η αξιοπιστία της δεν κλονίσθηκε σε οποιοδήποτε στάδιο κατά την αντεξέταση. Εντύπωση μου έκανε ο μεθοδικός τρόπος με τον οποίον εκτελούσε τα καθήκοντα της, η συνεχής επίβλεψη του έργου από το Τμήμα Δημοσίων Έργων και ιδιαίτερα το γεγονός ότι διατηρείτο ημερολόγιο ανελλιπώς σε σχέση με την πρόοδο των εργασιών. Το μοναδικό θέμα που καλείται το Δικαστήριο να αποφασίσει είναι κατά πόσο υπήρξαν απρόβλεπτοι παράγοντες που καθυστέρησαν την αποπεράτωση του έργου. Με βάση τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον μου προκύπτει ότι η βροχόπτωση το φθινόπωρο του 2001 όχι μόνο δεν ήταν μεγάλη αλλά ήταν χαμηλότερη του μέσου όρου των τελευταίων 10 ημερών. Οι βροχερές μέρες ήταν πολύ λίγες ενώ οι ημέρες όπου η βροχόπτωση ξεπέρασε τα 5 χιλιοστά ημερησίως ήταν ελάχιστες. Λίγες ήταν οι βροχερές μέρες και το χειμώνα και την άνοιξη του
  9. Ανεξαρτήτως τούτου όμως θα ήθελα να παρατηρήσω ότι μια βροχερή μέρα δεν αποτελεί από μόνη της λόγο για να μην διεξαχθούν εργασίες, ιδιαίτερα σε σχέση με το συγκεκριμένο έργο όπου τα εργοτάξια ήταν διασκορπισμένα σε διάφορες περιοχές και οι εργασίες που εκκρεμούσαν να γίνουν ποικίλες. Για παράδειγμα η βροχή μπορεί να δυσχέραινε την εκτέλεση εξωτερικών εργασιών, όχι όμως εσωτερικών ή να υπήρχε βροχόπτωση στην Ποταμιά όχι όμως στο Γέρι. Το ίδιο ισχύει και σε σχέση με την πρόσβαση στα εργοτάξια. Το γεγονός ότι σε μια περιοχή επηρεάσθηκε από βροχόπτωση δεν εξυπακούει αυτόματα ότι η πρόσβαση στο συγκεκριμένο εργοτάξιο επηρεάσθηκε. Σε σχέση δε με τα ισχυριζόμενα προβλήματα με ιδιοκτήτες γειτονικών κτημάτων, με βάση την αποδεκτή μαρτυρία προκύπτει ότι υπήρξε μια μόνο περίπτωση και αυτή ήταν εκτός της συμβατικής περιόδου. Εν πάση περιπτώσει δεν έχει αποδειχθεί με θετικό τρόπο ότι το συγκεκριμένο συμβάν επηρέασε την πρόοδο των εργασιών. Καταλήγω ότι οι ενάγοντες απέτυχαν να αποδείξουν ότι υπήρξαν απρόβλεπτοι παράγοντες που καθυστέρησαν την διεκπεραίωση του έργου. Ο εκπρόσωπος της ενάγουσας αγορεύοντας ενώπιον του Δικαστηρίου έθιξε και το θέμα του ύψους του ποσού που κατασχέθηκε. Ήταν η θέση του ότι το ποσό ήταν υπερβολικό και σε τέτοιες περιπτώσεις όπου δεν αποδεικνύεται ζημιά, το ποσό της κατάσχεσης θα έπρεπε να ήταν μικρό, ως η περίπτωση των ονομαστικών αποζημιώσεων. Τέτοια θέση δεν περιλαμβάνεται στο δικόγραφο της ενάγουσας και ως εκ τούτου δεν μπορεί να εξεταστεί από το Δικαστήριο. Το μόνο που περιορίζομαι να παρατηρήσω είναι ότι ως ορθά επισημαίνει η ευπαίδευτη συνήγορος υπεράσπισης, σε σύμβαση δημοσίου, τυχόν προβλεπομένη ποινή ρήτρα είναι νομικά ισχυρή και πλήρως εξαναγκαστή, χωρίς να εφαρμόζεται ο περιορισμός του εδαφίου 1 του άρθρου 74 του περί Συμβάσεων Νόμου, ως προς το μέγιστο του ποσού της καταβλητέας αποζημίωσης. Σχετικό είναι το άρθρο 32 του περί Προσφορών του Δημοσίου Νόμου, Ν102
(1)/
  1. Ενόψει όλων των πιο πάνω καταλήγω ότι η αξίωση της ενάγουσας για επιστροφή του ποσού που έχει κατασχεθεί δεν μπορεί να πετύχει. Ανεξαρτήτως της κατάληξης μου ότι η καθυστέρηση που παρατηρήθηκε δεν οφείλεται σε απρόβλεπτους παράγοντες κρίνω σκόπιμο όπως εξετάσω και το θέμα αποζημιώσεων, σε περίπτωση που η πιο πάνω κατάληξη μου απορριφθεί κατ΄ έφεση. Οι ειδικές ζημιές πρέπει να αποδεικνύονται με σαφήνεια και με συγκεκριμένα στοιχεία και δεν είναι αρκετό να αναφέρονται στις έγγραφες προτάσεις. Οι ενάγοντες με την Έκθεση Απαίτησης ζητούν το ποσό των Λ.Κ.2.340 για ανανέωση της εγγυητικής. Ο ΜΕ1 στη γραπτή δήλωση αξίωσε το διπλάσιο ποσό, Λ.Κ.4.680, ισχυρίσθηκε ότι η εγγυητική ανανεώθηκε 2 φορές, Λ.Κ.2.340 για κάθε χρέωση. Η αξίωση του για το ποσό των Λ.Κ.4.680 δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή καθότι δεν δικογραφείται θα δεχθώ όμως την αξίωση για ποσό των Λ.Κ.2.340, που δεν έχει αμφισβητηθεί. Η αξίωση για Λ.Κ.2.340 για ανανέωση των ασφαλειών παρέμεινε ατεκμηρίωτη και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Ατεκμηρίωτες παρέμειναν και οι αξιώσεις του για τη χρήση των δύο οχημάτων και τους μισθούς του πολιτικού μηχανικού και του επιστάτη. Ο ΜΕ1 δεν παρουσίασε οποιαδήποτε στοιχεία σε σχέση με τις αξιώσεις αυτές, επισημαίνω δε ότι δεν ήταν καν σε θέση να αναφέρει τα ονόματα του πολιτικού μηχανικού και του επιστάτη. Ενόψει τούτου οι πιο πάνω αξιώσεις, πλην της αξίωσης για ανανέωση της εγγυητικής δεν θα μπορούσαν να γίνουν αποδεκτές. Η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της εναγομένης και εναντίον των εναγόντων αλληλέγγυα και ή κεχωρισμένα ως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) Τ. Παρασκευαϊδου-Καρακάννα, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΝ [1] Scott v Avery [1856]H.L.S.
  2. [2] Halsbury's Law of England 4th edition, Vol. 2 par. 645-
  3. [3]
(2002)1 Β Α.Α.Δ. 1374. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.