Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Ανδρέας Π. Λεωνίδου, Αρ. Αγωγής: 8213/07, 25/9/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:A325 Αρ. Αγωγής: 8213/07 Μεταξύ: Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ Ενάγουσας και Ανδρέας Π. Λεωνίδου, εκ Λευκωσίας Εναγομένου Ημερομηνία: 25 Σεπτεμβρίου 2013 Για Ενάγουσα: κα Μαρίνα Ιεροκηπιώτου Για Εναγόμενο: κος Γιώργος Κολοκασίδης Α Π Ο Φ Α Σ Η Η απαίτηση της ενάγουσας εναντίον του εναγομένου ανέρχεται σε Λ.Κ127.772,22 (το ισόποσο σήμερα σε Ευρώ) πλέον τόκους προς 11,5% ετησίως από 1.1.07 κεφαλαιοποιούμενου την 30ην Ιουνίου και 31ην Δεκεμβρίου κάθε χρόνου μέχρι πλήρους εξοφλήσεως. Η πιο πάνω απαίτηση εδράζεται σε κατ' ισχυρισμό γραπτή σύμβαση πιστωτικών και/ή τραπεζικών διευκολύνσεων ημερομηνίας 5.6.
- Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης, η ενάγουσα τράπεζα κατόπιν αιτήσεως του εναγομένου για συμμετοχή στο επενδυτικό σχέδιο «Εθνοεπενδυτής», του παρεχώρησε μέσω ειδικού λογαριασμού πιστωτικό όριο μέχρι του ποσού των Λ.Κ100.000,
- Αποκλειστικός σκοπός του πιστωτικού ορίου ήταν η αγορά χρηματιστηριακών αξιών, ο δε εναγόμενος κατά ή περί την 28.8.01 υπέγραψε επιστολή αποδοχής των όρων της αίτησης ημερομηνίας 5.6.
- Δυνάμει των όρων της πιο πάνω συμφωνίας, ο εναγόμενος ενεχυρίασε προς όφελος της ενάγουσας πέραν των αγοραζομένων αξιών και αριθμό επιπρόσθετων μετοχών προς περαιτέρω και καλύτερη εξασφάλιση της ενάγουσας έναντι των υποχρεώσεων του σε αυτήν. Επιπλέον δυνάμει της πιο πάνω συμφωνίας, η ενάγουσα είχε το δικαίωμα να προβαίνει σε πώληση των αξιών και σε κλείσιμο του λογαριασμού, στην περίπτωση που η αγοραία αξία των ενεχυριασμένων μετοχών καταστεί μικρότερη του 150% του υπολοίπου των πιστωτικών διευκολύνσεων. Στα πλαίσια της πιο πάνω συμφωνίας, ο εναγόμενος στις 28.8.2001 διόρισε το χρηματιστηριακό γραφείο National Securities Ltd ως πληρεξούσιο αντιπρόσωπο του για να διενεργεί χρηματιστηριακές πράξεις εκ μέρους του, υπογράφοντας προς τούτο σχετικό πληρεξούσιο έγγραφο. Στην συνέχεια μετά την αποϋλοποίηση των αξιών και την σύσταση του κεντρικού μητρώου αποθετηρίου στο ΧΑΚ, ο εναγόμενος διόρισε στις 29.6.2003 ως πληρεξούσιο αντιπρόσωπο του την ίδια την ενάγουσα. Δυνάμει της πιο πάνω συμφωνίας δανείου, η ενάγουσα άνοιξε επ' ονόματι του εναγομένου λογαριασμό, ο οποίος κατά ή περί την 27.6.2006 παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο εκ Λ.Κ136.294,
- Την ίδια ημερομηνία, η ενάγουσα με επιστολή της προς τον εναγόμενο τερμάτισε την πιο πάνω πιστωτική διευκόλυνση και την λειτουργία του αντίστοιχου λογαριασμού ζητώντας του, την πληρωμή ολόκληρου του οφειλόμενου ποσού με τόκο προς 11,5% ετησίως κεφαλοποιούμενο την 30ην Ιουνίου και 31ην Δεκεμβρίου εκάστου έτους. Ο εναγόμενος με την υπεράσπιση και ανταπαίτηση του, παραδέχεται ότι υπέγραψε το έντυπο συμμετοχής του στην πιο πάνω σύμβαση παροχής τραπεζικών διευκολύνσεων ύψους Λ.Κ.100.
- Δέχεται επίσης ότι διόρισε ως πληρεξούσιο αντιπρόσωπο του για τις συναλλαγές μετοχών το χρηματιστηριακό γραφείο «National Securities Ltd» με πληρεξούσιο έγγραφο ημ. 28.8.2001 και ότι στην συνέχεια με δεύτερο πληρεξούσιο έγγραφο ημ. 29.6.2003 διόρισε την ενάγουσα ως πληρεξούσιο αντιπρόσωπο του. Είναι επίσης παραδεκτό από τον εναγόμενο ότι στις 28.8.2001 υπέγραψε για τους σκοπούς της πιο πάνω σύμβασης χορήγησης πιστωτικών διευκολύνσεων, έγγραφο ενεχυρίασης τίτλων αξιών προς εξασφάλιση των υποχρεώσεων του έναντι της ενάγουσας. Τέλος ο εναγόμενος παραδέχεται στις παραγράφους 8 και 10 της υπεράσπισης του ότι έλαβε από την ενάγουσα την προειδοποιητική επιστολή για υπέρβαση του ορίου του καθώς και επιστολή τερματισμού της επίδικης σύμβασης που του στάλθηκε από την ενάγουσα στις 27.6.
- Όμως, ο εναγόμενος αρνείται ότι ο λογαριασμός του παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο κατά την 27.6.2006 ύψους Λ.Κ 136.294,59 κατά την 27.6.
- Και ενώ παραδέχεται ότι πήρε επιστολή από την ενάγουσα ότι ο λογαριασμός του παρουσίαζε το πιο πάνω χρεωστικό υπόλοιπο και ότι ο ίδιος δεν κατέβαλε οιονδήποτε ποσόν στην ενάγουσα, ισχυρίζεται επιπρόσθετα ότι η ενάγουσα ουδέν αγώγιμο δικαίωμα αποκαλύπτει στην έκθεση απαίτησης της και δεν νομιμοποιείται στην έγερση αυτής της αγωγής. Αναφέρει συγκεκριμένα ότι η ενάγουσα δεν είχε νομικό δικαίωμα να συνάψει τις επίδικες πιστωτικές διευκολύνσεις και ότι υπήρξε αμελής στην άσκηση των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων της όσον αφορά την υλοποίηση των εξασφαλίσεων της με την πώληση των ενεχυριασμένων μετοχών. Υπήρξε σύμφωνα με την υπεράσπιση και ανταπαίτηση, ολιγωρία εκ μέρους της ενάγουσας, η οποία δεν ενήργησε σύμφωνα με τις κείμενες πρακτικές και τους δεοντολογικούς κανόνες της συγκεκριμένης αγοράς. Είναι η θέση του εναγομένου ότι ως αποτέλεσμα των πιο πάνω, έχει υποστεί ζημιές ύψους Λ.Κ127.772,22, ισόποσες δηλαδή της απαίτησης, τις οποίες ανταπαιτεί από την ενάγουσα ως επίσης ανταπαιτεί και γενικές αποζημιώσεις, τόκους και έξοδα. Η ενάγουσα κατεχώρησε απάντηση στην υπεράσπιση και υπεράσπιση στην ανταπαίτηση. Με αυτήν ενώνει επίδικα θέματα και ισχυρίζεται ότι καθ' όλους τους επίδικους χρόνους, η σχέση της ενάγουσας με τον εναγόμενο ήταν σχέση δανειστού με χρεώστη που δημιουργήθηκε με την παροχή πιστώσεων μετά από αίτηση του εναγομένου. Τέλος, η ενάγουσα αρνείται ότι επέδειξε οιανδήποτε αμέλεια και ισχυρίζεται ότι καθ' όλους τους ουσιώδεις χρόνους ενήργησε με επιμέλεια και καλή πίστη και σύμφωνα με τα νομικά και συμβατικά της καθήκοντα. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι δυνάμει της επίδικης σύμβασης είχε δικαίωμα και όχι υποχρέωση να πωλήσει τις ενεχυριασμένες προς όφελος της μετοχές, οι οποίες εν πάση περιπτώσει κατά πάντα ουσιώδη χρόνο παρέμεναν επ' ονόματι του εναγομένου. Μαρτυρία Για την ενάγουσα κατέθεσε η Τούλια Θεμιστοκλέους (Μ.Ε.1). Είναι στην υπηρεσία της ενάγουσας και ισχυρίστηκε ότι κατά τους επίδικους χρόνους χειριζόταν τον υπό κρίση λογαριασμό. Για την υπεράσπιση εκτός από τον εναγόμενο (Μ.Υ.1) κατέθεσε και ο Στέφανος Χαϊλής (Μ.Υ.2), ο οποίος ισχυρίστηκε ότι είναι ειδικός αναφορικά με τα χαρακτηριστικά των επενδυτικών δανείων (margin accounts). Θα παραθέσω στην συνέχεια, σύνοψη της δοθείσας μαρτυρίας αφού σκοπός δεν είναι η αναπαραγωγή του συνόλου της μαρτυρίας που δόθηκε στο Δικαστήριο. Εκτενέστερη ανάλυση θα γίνει όπου χρειάζεται στο στάδιο αξιολόγησης της μαρτυρίας. Η Μ.Ε. 1 Τούλια Θεμιστοκλέους κατέθεσε γραπτή δήλωση ως μέρος της κυρίως εξέτασης της. Με αυτή επαναλαμβάνει τους ισχυρισμούς της έκθεσης απαίτησης αναφορικά με την σύμβαση επενδυτικού δανείου που η ενάγουσα παραχώρησε στον εναγόμενο. Η μάρτυρας κατέθεσε επιπλέον λεπτομέρειες σε σχέση με την επίδικη συμφωνία. Κατατέθηκε αίτηση του εναγομένου ημερομηνίας 5.6.01 (τεκμ. 1) για παραχώρηση επενδυτικού δανείου. Ως τεκμήριο 2 κατατέθηκε η έγκριση από τους ενάγοντες της πιο πάνω αίτησης. Την έγκριση συνοδεύουν συγκεκριμένοι όροι ως προς το ποσόν της χρηματοδότησης, τις παρεχόμενες εξασφαλίσεις καθώς και τους τόκους, τις προμήθειες και τα λοιπά τραπεζικά δικαιώματα της ενάγουσας. Τους όρους της πιο πάνω έγκρισης (τεκμ 2) υπογράφει και ο ίδιος ο εναγόμενος. Στην συνέχεια η μάρτυρας αναφέρθηκε στο πληρεξούσιο έγγραφο με το οποίο ο εναγόμενος διόρισε το χρηματιστηριακό γραφείο National Securities Ltd ως πληρεξούσιο αντιπρόσωπο του (τεκμ. 3) καθώς και στα έγγραφα που υπέγραψε για ενεχυρίαση τίτλων αξιών προς εξασφάλιση της ενάγουσας (τεκμ. 4, 5, 6 & 7). Στα πλαίσια της πιο πάνω σύμβασης ανοίχθηκε κατά την μάρτυρα τρεχούμενος λογαριασμός επ' ονόματι του εναγομένου, ο οποίος είχε στην διάθεση του το ποσό του ορίου δηλαδή Λ.Κ.100.000,
- Με το άνοιγμα αυτού του λογαριασμού, ο εναγόμενος μπορούσε να προβαίνει σε συναλλαγές στο ΧΑΚ για την αγοραπωλησία μετοχών. Ο εναγόμενος έδινε εντολές στο χρηματιστηριακό γραφείο National Securities Ltd που ήταν οι πληρεξούσιοι αντιπρόσωποι του για αγοραπωλησίες μετοχών. Όλες οι αγορασθείσες μετοχές ενεχυριάζονταν προς όφελος της ενάγουσας δυνάμει της πιο πάνω συμφωνίας επενδυτικού δανείου. Σε περίπτωση πώλησης μετοχών, η ενάγουσα αποδέσμευε τους σχετικούς τίτλους και πίστωνε τον λογαριασμό του εναγομένου αφού αφαιρούσε την προμήθεια του χρηματιστή και τα τέλη του ΧΑΚ. Επιπλέον δυνάμει των όρων της επίδικης συμφωνίας, όλες οι παρεχόμενες διευκολύνσεις προς τον εναγόμενο θα βαρύνονταν με τόκο 8,5% ετησίως πάνω στα ημερήσια χρεωστικά υπόλοιπα. Σύμφωνα δε με το άρθρο 4 της σύμβασης και τον Περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου Νόμο, οι πελάτες της ενάγουσας πληροφορούνταν με γνωστοποίηση στον ημερήσιο τύπο για τις μεταβολές του χρεωστικού επιτοκίου. Πέραν των πιο πάνω δημοσιεύσεων, ο εναγόμενος ενημερώθηκε ότι σε περίπτωση υπέρβασης του ορίου του, ο λογαριασμός θα επιβαρυνόταν με επιπλέον επιτόκιο υπερημερίας. Επίσης σύμφωνα με τον όρο 5 της επίδικης σύμβασης, η ενάγουσα εδικαιούτο κατά την απόλυτη κρίση της και χωρίς ειδοποίηση προς τον εναγόμενο να τερματίσει σε οιονδήποτε στάδιο την συμφωνία, να προβεί σε εκποίηση ενεχυριασμένων μετοχών και να ζητήσει την άμεση πληρωμή όλων των οφειλομένων ποσών. Επιπλέον σύμφωνα με το άρθρο 13 της σύμβασης, η ενάγουσα είχε δικαίωμα να χρεώσει τον εναγόμενο με οποιαδήποτε έξοδα, δικαιώματα ή δαπάνες θα δημιουργούνταν άμεσα ή έμμεσα ως συνέπεια του επίδικου σχεδίου διευκολύνσεων. Ήταν η θέση της μάρτυρος ότι η ενάγουσα τράπεζα δεν είχε καμία ανάμειξη στην αγοραπωλησία μετοχών. Η λήψη αποφάσεων για τα θέματα αυτά αφορούσε αποκλειστικά τον εναγόμενο, ο οποίος ήταν ελεύθερος δυνάμει της σύμβασης να προβεί σε οποιαδήποτε αγοραπωλησία ήθελε μέσω του χρηματιστηριακού γραφείου που τον εκπροσωπούσε και στο οποίο παραχώρησε πληρεξούσιο έγγραφο το οποίο κατατέθηκε ως τεκμήριο
- Ακολούθως, η μάρτυρας κατέθεσε ως τεκμήριο 8 δέσμη εξουσιοδοτήσεων που έλαβε η ενάγουσα από το χρηματιστηριακό γραφείο National Securities Ltd και οι οποίες αφορούν τις αγοραπωλησίες μετοχών στις οποίες προέβη ο εναγόμενος. Μετά την αποϋλοποίηση των αξιών και την σύσταση του κεντρικού μητρώου του ΧΑΚ, ο εναγόμενος υπέγραψε νέο πληρεξούσιο έγγραφο προς την ενάγουσα. Το εν λόγω έγγραφο ήταν κατά την μάρτυρα απαίτηση των αρχών του ΧΑΚ. Η ενάγουσα απέστελλε στον εναγόμενο μηνιαίως, κατάσταση λογαριασμού ως προέβλεπε η μεταξύ των διαδίκων συμφωνία. Ο εναγόμενος ουδέποτε επικοινώνησε κατά την μάρτυρα με την ενάγουσα για να παραπονεθεί ή διαφωνήσει σε σχέση με τις συναλλαγές που αναφέρονταν στις καταστάσεις λογαριασμού που ελάμβανε. Στο στάδιο αυτό η μάρτυρας κατέθεσε δέσμη πιστών αντιγράφων των μηνιαίων καταστάσεων λογαριασμού του εναγομένου από 28.9.2001 μέχρι 30.6.2009 (τεκμ. 20). Σύμφωνα με τις πιο πάνω καταστάσεις, το υπόλοιπο του λογαριασμού του εναγομένου προς την ενάγουσα, ανερχόταν στις 30.6.2007 σε Λ.Κ.127.772,22 και στις 30.6.2009 σε €293.246,
- Κατατέθηκαν επίσης συγκεντρωτικές καταστάσεις λογαριασμού για τις περιόδους από την ημερομηνία έναρξης του λογαριασμού μέχρι 31.12.2007 και από 1.1.2008 μέχρι 16.7.2009 (τεκμ 21α και 21β). Σύμφωνα με την μάρτυρα, ο λογαριασμός του εναγομένου άρχισε να παρουσιάζει προβλήματα από τον Οκτώβριο του 2001 γι' αυτό και η ενάγουσα του έστειλε σχετικές επιστολές με τις οποίες τον καλούσε να καταθέσει πρόσθετη εξασφάλιση λόγω της πτώσης της αξίας των μετοχών του (τεκμ. 22 - 28). Επιπλέον ενημερωνόταν ότι ο λογαριασμός του βρίσκεται σε υπέρβαση του συμβατικού ορίου και θα έπρεπε να τον επαναφέρει στο εγκεκριμένο πλαίσιο. Οι πιο πάνω επιστολές ημερομηνίας από 8.10.2001 μέχρι 10.4.2001 συνοδεύονταν από κατάσταση λογαριασμού του εναγομένου και του χαρτοφυλακίου του. Παρόλα αυτά σύμφωνα με την μάρτυρα, ο εναγόμενος παρέλειψε να συμμορφωθεί. Τότε οι δικηγόροι της ενάγουσας κατόπιν οδηγιών της, απέστειλαν επιστολή στον εναγόμενο ημερομηνίας 27.4.2006 με την οποία του ζητούσαν να τακτοποιήσει τις εκκρεμότητες του λογαριασμού του μέχρι 27.4.2006 (τεκμ. 29). Επειδή ο εναγόμενος δεν ανταποκρίθηκε ούτε και σε αυτή την επιστολή, η ενάγουσα τερμάτισε την λειτουργία του λογαριασμού του εναγομένου με επιστολή ημερομηνίας 27.6.2006 (τεκμ. 17). Το υπόλοιπο του εναγομένου που ανερχόταν τότε στις Λ.Κ.136.294,59 μεταφέρθηκε στις καθυστερήσεις. Με την ίδια επιστολή ο εναγόμενος ενημερώθηκε ότι δυνάμει της επίδικης συμφωνίας, ο λογαριασμός θα έφερε έκτοτε επιτόκιο προς 11,5% ετησίως, κεφαλαιοποιούμενο δύο φορές τον χρόνο, τη 30.6 και 31.12 εκάστου έτους. Επιπλέον, η ενάγουσα από 10.5.2006 μέχρι 1.9.2006 άσκησε το δικαίωμα που της έδινε η επίδικη σύμβαση και προέβη στην πώληση των ενεχυριασμένων μετοχών του εναγομένου. Οι μετοχές πωλήθηκαν στην τρέχουσα τιμή που διαπραγματεύονταν στο ΧΑΚ και το προϊόν κατατέθηκε στον λογαριασμό του εναγομένου (τεκμ. 30). Ακολούθως η μάρτυρας απαντώντας στους ισχυρισμούς του εναγομένου όπως εμφαίνονται στην υπεράσπιση του, ανέφερε ότι οι σχέσεις των διαδίκων ήταν αποκλειστικά σχέσεις δανειστή και χρεώστη κατόπιν αιτήσεως του ιδίου του εναγομένου. Αρνήθηκε ότι υπήρχε σχέση καταπιστευματοδόχου ή διαχειριστή χαρτοφυλακίου και ισχυρίστηκε ότι η ενάγουσα παραχώρησε δάνειο στον εναγόμενο ως πιστωτής και όχι ως συνεπενδυτής του. Με τον τρόπο αυτό δεν μπορεί να χρεώνεται η τράπεζα τις οποιεσδήποτε μειώσεις στην αξία των μετοχών που αγόραζε και ενεχυρίαζε ο εναγόμενος. Τέλος, η μάρτυρας ζήτησε την έκδοση απόφασης εναντίον του εναγομένου για το σημερινό υπόλοιπο του λογαριασμού του που ανέρχεται σε €293.246,42 πλέον τόκο προς 11,5% από 1/7/2009, κεφαλαιοποιουμένου την 30ην Ιουνίου και την 31ην Δεκεμβρίου κάθε χρόνου, μέχρι πλήρους εξόφλησης. Στην αντεξέταση, η μάρτυρας επανέλαβε ότι κατά τους επίδικους χρόνους ήταν υπάλληλος στην υπηρεσία Εθνοεπενδυτή της τράπεζας. Πρόσβαση στα έγγραφα της παρούσας είχαν και οι υπόλοιποι υπάλληλοι της Τράπεζας. Στα πρωτότυπα έγγραφα είχε πρόσβαση η προϊσταμένη της υπηρεσίας Λίζα Παντελίδου. Όταν ο εναγόμενος ξεκίνησε την συνεργασία του με την Τράπεζα, ήταν σε συνεννόηση με την προϊσταμένη Λίζα Παντελίδου. Όμως καθ' όλη την διάρκεια λειτουργίας του λογαριασμού του, μιλούσε με αρκετούς υπαλλήλους της υπηρεσίας. Η ίδια είχε δε συχνή επικοινωνία μαζί του αναφορικά με την κίνηση και τα υπόλοιπα του λογαριασμού του. Το χρηματιστηριακό γραφείο National Securities Ltd, είναι εταιρεία θυγατρική της ενάγουσας. Όμως η μάρτυρας επέμενε ότι η τράπεζα δεν είχε εμπλοκή στην επιλογή του χρηματιστηριακού γραφείου από τον εναγόμενο. Στην προκειμένη περίπτωση, ο εναγόμενος θα μπορούσε να επιλέξει οποιοδήποτε χρηματιστηριακό γραφείο επιθυμούσε. Το ότι επέλεξε την National Securities δεν έχει σχέση με την τράπεζα. Η μάρτυρας αρνήθηκε υποβολή του συνηγόρου υπεράσπισης ότι ήταν όρος για την παραχώρηση του δανείου η επιλογή της National Securities. Ισχυρίστηκε δε ότι κατά τους επίδικους χρόνους, πολλοί πελάτες της ενάγουσας με παρόμοια επενδυτικά δάνεια, χρησιμοποιούσαν άλλο χρηματιστή και όχι την National Securities . Η μάρτυρας επανέλαβε στην συνέχεια ότι ο εναγόμενος ενημερωνόταν για την κίνηση του λογαριασμού του από τις καταστάσεις λογαριασμού που του αποστέλλονταν (τεκμ. 20). Στις πιο πάνω καταστάσεις αναγραφόταν και ο τόκος υπερημερίας με τον οποίο χρεωνόταν ο λογαριασμός του εναγομένου. Τόσο το βασικό επιτόκιο όσο και ο τόκος υπερημερίας δημοσιεύονταν στον ημερήσιο τύπο. Μέχρι τον Οκτώβριο του 2006 που η τράπεζα αναγκάστηκε να πωλήσει τις ενεχυριασθείσες μετοχές, οι εξασφαλίσεις του εναγομένου μειώθηκαν σημαντικά λόγω δραστικής πτώσης της αξίας των μετοχών. Η ενάγουσα κάλεσε επανειλημμένως τον εναγόμενο να επαναφέρει τον λογαριασμό στις συμφωνηθείσες αξίες χωρίς όμως αποτέλεσμα. Πέραν των επιστολών, υπήρξαν και αρκετές τηλεφωνικές επαφές με τον εναγόμενο, ο οποίος υποσχόταν πάντοτε να εξοφλήσει το χρέος του. Πολλές φορές επισκέφθηκε και το γραφείο της μάρτυρος υποσχόμενος τα ίδια χωρίς όμως να τηρήσει τις υποσχέσεις του. Ως εκ τούτου, η τράπεζα έστειλε την επιστολή (τεκμ. 17) με την οποία τερμάτισε την λειτουργία του επίδικου λογαριασμού και ζήτησε την εξόφληση του υπολείπου της οφειλής του εναγομένου. Έγινε εισήγηση στην μάρτυρα από τον συνήγορο υπεράσπισης ότι η τράπεζα θα μπορούσε να πωλήσει τις ενεχυριασθείσες μετοχές όταν η αξία τους έπεσε κάτω από το 150% του δανείου ώστε να πάρει το λαβείν της. Η μάρτυρας απάντησε ότι αυτό δεν έγινε σε πρώτο στάδιο γιατί η τράπεζα επιθυμούσε να εξαντλήσει όλα τα περιθώρια προτού προβεί σε πώληση των μετοχών. Αρνήθηκε δε ότι ήταν υποχρέωση της τράπεζας να προβεί σε πώληση σε εκείνο το στάδιο. Ισχυρίστηκε ότι δυνάμει της επίδικης σύμβασης, η τράπεζα είχε δικαίωμα και όχι υποχρέωση να προβεί σε πώληση του χαρτοφυλακίου. Εξ' άλλου θα μπορούσε ο εναγόμενος να πωλήσει ανά πάσα στιγμή τις μετοχές του, πράγμα που ο ίδιος δεν έπραξε. Η ισχυριζόμενη παγοποίηση του λογαριασμού του με την επιστολή (τεκμ. 24) ήταν για να μην αγοράζει νέες μετοχές ή να κάνει αναλήψεις από τον λογαριασμό του. Μπορούσε όμως να πωλήσει όποτε ήθελε το χαρτοφυλάκιο του. Η μάρτυρας αρνήθηκε κατηγορηματικά ότι στο στάδιο αυτό η τράπεζα απαγόρευσε στον εναγόμενο να πωλήσει τις μετοχές του. Επέμενε ότι ο εναγόμενος σε συνεννόηση με τον χρηματιστή του θα μπορούσε να πωλήσει τις μετοχές του αν το επιθυμούσε. Τέλος η μάρτυρας αρνήθηκε υποβολή ότι ο εναγόμενος διαμαρτυρήθηκε προς την τράπεζα για την παράλειψη πώλησης των μετοχών όταν ακόμα η αξία τους ήταν ψηλή. Ισχυρίστηκε δε ότι όταν στο τέλος το χαρτοφυλάκιο πωλήθηκε, ο εναγόμενος έστειλε επιστολή στην ενάγουσα (τεκμ. 19) διαμαρτυρόμενος για την πώληση των μετοχών που του ανήκαν. Στην συνέχεια κατέθεσε ως Μ.Υ.1 ο ίδιος ο εναγόμενος. Ισχυρίστηκε ότι κατά τους επίδικους χρόνους ασκούσε το επάγγελμα του χρηματιστή. Τότε αποφάσισε να δημιουργήσει ένα επενδυτικό λογαριασμό (margin account). Επέλεξε προς τον σκοπό αυτό την Εθνική Χρηματιστηριακή, η οποία παρείχε συγκεκριμένο σχέδιο. Ήρθε σε επαφή με την κα Λίζα Παντελίδου που ήταν υπεύθυνη της Εθνικής Χρηματιστηριακής και την οποία γνώριζε από πριν. Υπέρβαλε αίτηση (τεκμ. 1). Υπέγραψε επίσης την σύμβαση (τεκμ. 2) μετά που εγκρίθηκε η αίτηση του. Ζήτησε όμως να συνεργάζεται με το δικό του χρηματιστηριακό γραφείο αλλά η κα Παντελίδου του ανέφερε ότι η τράπεζα προτιμούσε την Εθνική Χρηματιστηριακή για την λειτουργία των επενδυτικών δανείων. Στα αρχικά στάδια, ο επενδυτικός του λογαριασμός λειτουργούσε ικανοποιητικά παρότι η Εθνική Χρηματιστηριακή ήταν κατά την άποψη του υποστελεχωμένη. Υπέγραψε επίσης τα τεκμήρια 3,4,5,6,7 &
- Γνώριζε όπως είπε τι ήταν τα έγγραφα αυτά και γι' αυτό τα υπέγραψε. Όσον αφορά την επιστολή τερματισμού (τεκμ. 17) ανέφερε ότι ίσως να είδε αυτό το έγγραφο παρότι στάλθηκε στην οδό Ιφιγενείας από την οποία το γραφείο του μετακόμισε κατά την κρίσιμη περίοδο. Να σημειώσω εδώ ότι σύμφωνα με το δικόγραφο της υπεράσπισης, ο κατηγορούμενος παραδέχεται την παραλαβή της επιστολής τερματισμού της επίδικης σύμβασης (τεκμ. 17). Ο εναγόμενος παραδέχθηκε στην συνέχεια ότι υπέγραψε και τα δύο πληρεξούσια έγγραφα (τεκμ. 3 & 18). Ακολούθως ανέφερε ότι υπήρξαν προβλήματα στην κίνηση του λογαριασμού λόγω πτώσης των αξιών. Το 2002 η αξία των μετοχών έπεσε κάτω από το 150% του χρέους που είχε καθοριστεί ως ασφαλιστική δικλίδα για την τράπεζα. Αρχές του 2003 η αξία των μετοχών έπεσε κάτω από το 100%. Απωλέσθησαν έτσι όλες οι δικές του εξασφαλίσεις και άρχισε η τράπεζα να έχει απώλειες. Μετά από αρκετές συζητήσεις με την τράπεζα, ειδοποιήθηκε ότι ο λογαριασμός του έχει παγοποιηθεί. Ο ίδιος αντέδρασε έντονα. Τότε ήταν που του ζητήθηκε να υπογράψει το δεύτερο πληρεξούσιο προς την ενάγουσα (τεκμ. 18) ούτως ώστε ο χειρισμός του λογαριασμού να γίνεται απευθείας από την τράπεζα. Υπέγραψε μετά από ρητή διαβεβαίωση ότι θα μπορούσε να ρευστοποιήσει όποτε ήθελε τις μετοχές του. Ήταν η θέση του εναγομένου ότι στις αρχές του 2003 ζήτησε να ρευστοποιήσει μεγάλο μέρος του χαρτοφυλακίου ούτως ώστε να μείνει ένα μικρό υπόλοιπο στην τράπεζα της τάξης των Λ.Κ10.000,
- Η κα Λίζα Παντελίδου όμως εκ μέρους της ενάγουσας, του ανέφερε ότι ο λογαριασμός έχει παγοποιηθεί και δεν μπορεί να πωλήσει. Ανέφερε δε στην συνέχεια ότι αν ρευστοποιούσε τότε, θα έμενε υπόλοιπο £20.000,00 τις οποίες θα εξοφλούσε. Η τράπεζα όμως δεν δέχθηκε γιατί αυτές οι Λ.Κ.20.000,00 θα έμεναν χωρίς εξασφάλιση. Μέχρι το 2006 που έγινε η ρευστοποίηση των μετοχών η κάλυψη του λογαριασμού ήταν 11,5%. Ανέφερε χαρακτηριστικά ότι από τις £200.000,00 που ήταν η αρχική αξία των μετοχών, εισπράχθηκαν από την πώληση τους το 2006 μόλις Λ.Κ23.000,
- Ήταν η θέση του εναγομένου ότι επενδυτικοί λογαριασμοί (margin accounts) όπως o επίδικος, είναι υψηλού ρίσκου γι' αυτό και οι τράπεζες βάζουν ασφαλιστικές δικλίδες. Θεωρεί δε ότι στην περίπτωση μείωσης της αξίας των εξασφαλίσεων, η τράπεζα οφείλει να προβεί σε ρευστοποιήσεις προκειμένου να επανέλθουν οι εξασφαλίσεις στα συμφωνηθέντα επίπεδα. Αυτή είναι κατά την γνώμη του η διεθνής πρακτική στους επενδυτικούς λογαριασμούς. Στην προκειμένη περίπτωση, οι ενάγοντες πέραν των προειδοποιητικών επιστολών για ελλείμματα στον λογαριασμό δεν προέβησαν σε ρευστοποίηση μετοχών προκειμένου να επανέλθει ο λογαριασμός στα συμφωνημένα επίπεδα. Ζητούσαν μόνο την κατάθεση μετρητών ή επιπλέον εξασφαλίσεων από τον εναγόμενο. Ο ίδιος ανέφερε το 2002 στην Λίζα Παντελίδου ότι δεν μπορούσε να καταθέσει χρήματα και της ζήτησε να ρευστοποιήσουν μετοχές ως δικαιούνταν δυνάμει της σύμβασης πράγμα που δεν έπραξαν. Τότε ισχυρίστηκε ότι μπορούσε να εξαργυρώσει και ο ίδιος αλλά μετά την παγοποίηση όπως είπε του λογαριασμού το 2003 δεν είχε την δυνατότητα να πράξει κάτι τέτοιο. Ανέφερε ότι έπαθε ζημιά από την πιο πάνω συμπεριφορά της ενάγουσας . Η ανταπαίτηση του είναι όπως είπε πέραν των €400.000,
- Οι €150.000,00 είναι από την ζημιά του χαρτοφυλακίου του ενώ άλλες €300.000,00 από τόκους και άλλα penalties όπως είπε. Ο εναγόμενος ανέφερε τέλος ότι όλες οι χρεώσεις της τράπεζας έγιναν χωρίς να ενημερωθεί ενώ το 2008 ζήτησε συμβιβασμό της υπόθεσης μέσω του δικηγόρου του αλλά η τράπεζα αρνήθηκε. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι στην τράπεζα του είπαν ότι συνεργάζονται κυρίως με το δικό τους χρηματιστηριακό γραφείο. Αυτός ήταν ο λόγος που επέλεξε την National Securities παρότι υπήρχε λίστα στα γραφεία των εναγόντων με άλλα χρηματιστηριακά γραφεία μεταξύ των οποίων και το δικό του. Αρνήθηκε όμως στην συνέχεια ότι το δικό του χρηματιστηριακό γραφείο είχε οιανδήποτε συνεργασία με την τράπεζα μετά το
- Ακολούθως, ο μάρτυρας ανέφερε ότι ίσως και να πήρε την επιστολή τερματισμού (τεκμ. 17) για να αναφέρει στην συνέχεια ότι ήταν ενήμερος στο τέλος της ημέρας για τον τερματισμό της σύμβασης. Αρνήθηκε στην συνέχεια ότι μπορούσε να ρευστοποιήσει από μόνος του τις μετοχές. Αυτό μπορούσε να γίνει όπως είπε μέχρι το 2002 και όχι μετά αφού του λέχθηκε από την ενάγουσα ότι ο λογαριασμός του παγοποιήθηκε από το
- Ήταν η θέση του εναγομένου ότι είναι διατεθειμένος να χάσει τις €100.000,00 που έβαλε σε μετοχές αλλά όχι να πληρώσει €400.000,00 στην τράπεζα. Όταν η τράπεζα άρχισε να χάνει όπως είπε δικά της λεφτά αντί να πωλήσει, άρχισε να τον χρεώνει με επιβαρύνσεις και ανατοκισμούς. Ισχυρίστηκε ότι οι ενάγοντες με το πάτημα ενός κουμπιού θα μπορούσαν να πάρουν πίσω τα λεφτά τους. Δεν το έπραξαν γιατί απλά θεώρησαν ότι θα κέρδιζαν περισσότερα με τους ανατοκισμούς. Του υποβλήθηκε ότι μετά την πώληση των μετοχών, ο ίδιος διαμαρτυρήθηκε με επιστολή του στην τράπεζα (τεκμ. 19). Απάντησε ότι διαμαρτυρήθηκε για την μετά από 4 χρόνια πώληση σε εξευτελιστικές τιμές με αποτέλεσμα να ζημιώσει. Ρωτήθηκε γιατί για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα δεν διαμαρτυρήθηκε γραπτώς στην ενάγουσα για την μη πώληση των μετοχών του. Απάντησε ότι έστειλε πολλές επιστολές αλλά κατά την μετακόμιση του γραφείου του από την Λευκωσία στην Λάρνακα, φαίνεται ότι χάθηκαν αυτά τα έγγραφα. Στην συνέχεια κατέθεσε ως Μ.Υ.2 ο Στέφανος Χαϊλής. Ισχυρίστηκε ότι είναι χρηματιστής και εργάστηκε ως σύμβουλος επενδύσεων στην Κύπρο, στην Αθήνα και το Λονδίνο. Με τον εναγόμενο γνωρίστηκαν από το 1994 όταν ίδρυσαν από κοινού μια εταιρεία. Σήμερα εξακολουθούν να είναι συνεργάτες. Έχουν όπως είπε μια καλή και μακροχρόνια επαγγελματική σχέση. Ο μάρτυρας ανέφερε στην συνέχεια ότι έχει ασχοληθεί εκτεταμένα με επενδυτικά δάνεια τύπου margin accounts και γνωρίζει πολύ καλά τα χαρακτηριστικά τους, τα οποία είναι όπως είπε κοινά σε όλες τις χώρες. Η τράπεζα προστατεύεται με την αρχική κατάθεση είτε σε μετρητά είτε σε μετοχές. Το περιθώριο ασφαλείας καθορίζεται στο 200% της αξίας του δανείου οπόταν υπάρχει πλήρης εξασφάλιση. Κάτω από το 150% η τράπεζα θα ζητήσει επιπλέον εξασφαλίσεις από τον πελάτη. Αν δεν δοθούν οι εξασφαλίσεις τότε η τράπεζα είναι υποχρεωμένη διεθνώς όπως είπε να πωλήσει μετοχές για να αυξηθεί το περιθώριο εξασφάλισης. Αυτήν την πρακτική ο μάρτυρας την έχει δει να συμβαίνει πολλές φορές στους λογαριασμούς που είναι γνωστοί ως margin accounts. Βλέποντας ο μάρτυρας την αίτηση (τεκμ. 1), ισχυρίστηκε ότι πρόκειται για λογαριασμό margin account. Είναι οι ίδιοι όροι λειτουργίας των margin accounts διεθνώς. Στην προκειμένη περίπτωση αν οι εξασφαλίσεις έπεσαν κάτω από 150% τότε η μη ρευστοποίηση κατά τον μάρτυρα συνιστά πράξη εντελώς απαράδεκτη και απίστευτα αμελή που είναι αδύνατο να συμβεί σε οιανδήποτε χώρα του εξωτερικού. Στην αντεξέταση ανέφερε ότι μέχρι το 2004 ήταν εκτελεστικός αντιπρόεδρος της χρηματιστηριακής εταιρείας του εναγομένου. Αρνήθηκε όμως ότι στα πλαίσια αυτά είχε οποιαδήποτε συνεργασία με την Εθνική Τράπεζα για παροχή πιστωτικών διευκολύνσεων σε πελάτες του, παρόμοιων με αυτό της παρούσας υπόθεσης. Στο στάδιο όμως αυτό του υπεδείχθη επιστολή (τεκμ. 31) σύμφωνα με την οποία είχε επαφή με την ενάγουσα αναφορικά με επενδυτικούς λογαριασμούς πελατών του. Του υποβλήθηκε στην συνέχεια ότι η επίδικη σύμβαση δεν είναι πιστή αντιγραφή margin account αλλά πρόκειται για τρεχούμενο επενδυτικό λογαριασμό. Απάντησε ότι δεν μπορεί να σχολιάσει το νομοτυπικό μέρος γιατί δεν είναι δικηγόρος αλλά η θέση του είναι ότι τα χαρακτηριστικά της σύμβασης μοιάζουν με margin account. Τέλος, ο μάρτυρας δέχθηκε ότι στην επίδικη σύμβαση δεν υπάρχει όρος αυτοματοποιημένης διαδικασίας ρευστοποίησης αλλά επέμενε ότι η διεθνής πρακτική είναι τέτοια. Όσον αφορά το γεγονός ότι η σύμβαση αναφέρει ότι η τράπεζα έχει δικαίωμα και όχι υποχρέωση ρευστοποίησης, ο μάρτυρας ανέφερε ότι τα συμβόλαια αυτά ετοιμάζονται από την τράπεζα όπως την βολεύουν χωρίς δικαίωμα του επενδυτή να τροποποιήσει οιονδήποτε όρο. Αγορεύσεις Ο συνήγορος για τον εναγόμενο στην αγόρευση του, αναφέρθηκε στα τεκμήρια 1 & 2 τα οποία ρυθμίζουν την συμβατική σχέση των διαδίκων. Ήταν η θέση του ότι οι διεκδικούμενοι τόκοι υπερημερίας δεν αναφέρονται στα πιο πάνω τεκμήρια ούτε και στις δημοσιεύσεις στον τύπο, παρά μόνο σε μερικούς τραπεζικούς λογαριασμούς που περιλαμβάνονται στο τεκμήριο
- Στην συνέχεια αφού ο συνήγορος αναφέρθηκε στην δοθείσα μαρτυρία, ισχυρίστηκε ότι είναι κοινά αποδεκτό ότι ο εναγόμενος δεν κατόρθωσε να ικανοποιήσει την τράπεζα και να αποκαταστήσει την ισορροπία στις εξασφαλίσεις του δανείου του. Η διεθνής πρακτική σύμφωνα με τον Μ.Υ.2 Χαϊλή, προβλέπει ότι άμεσα έπρεπε να ρευστοποιηθούν ενεχυριασμένοι τίτλοι ούτως ώστε η κάλυψη να υπερβεί τον πήχη του 150%. Από το 2001 που στάλθηκε η πρώτη επιστολή, η τράπεζα ρευστοποίησε 5 χρόνια μετά παρότι σύμφωνα με την μαρτυρία του εναγομένου, αυτός κάλεσε την ενάγουσα το 2002 να προβεί σε ρευστοποιήσεις. Ο λόγος ήταν σύμφωνα με τον συνήγορο ότι η τράπεζα είχε μια απόδοση 15% με ασφαλή οφειλέτη τον εναγόμενο. Εκτός από το βασικό επιτόκιο, το πρόσθετο επιτόκιο και το επιτόκιο υπερημερίας, η ενάγουσα έπαιρνε και ποσοστό επί των συναλλαγών όπως και τέτοιο ποσοστό έπαιρνε και το χρηματιστηριακό της γραφείο. Μετά από παραλείψεις της ίδιας της τράπεζας, η κάλυψη που είχε των Λ.Κ.100.000,00 (€171.000,00) εξανεμίστηκε με αποτέλεσμα να διεκδικεί σήμερα ένα υπέρογκο ποσό από τον εναγόμενο. Η ενάγουσα έφτασε στην κατάσταση όμως αυτή, μετά που κακοδιαχειρίστηκε τον επίδικο λογαριασμό και εγκλώβισε τον εναγόμενο παγοποιώντας τον και απαγορεύοντας του την ρευστοποίηση των μετοχών του. Ταυτόχρονα άφησε να συσσωρεύονται απαράδεκτες και αδικαιολόγητες χρεώσεις σε βάρος του εναγομένου. Ήταν τέλος η θέση του συνηγόρου ότι το μέγιστο που θα μπορούσε να ζητήσει η τράπεζα, είναι το ποσόν των €20.000,00 που είναι το υπόλοιπο που θα παρέμενε αν η τράπεζα επέτρεπε στον εναγόμενο να ρευστοποιήσει τις μετοχές του. Η συνήγορος για την ενάγουσα στην δική της αγόρευση, αφού σημείωσε τις θέσεις των διαδίκων όπως προκύπτουν από τα δικόγραφα και τα παραδεκτά γεγονότα, προέβη σε μια εκτενή αναφορά στην ενώπιον του Δικαστηρίου δοθείσα μαρτυρία. Ήταν η θέση της ότι η μαρτυρία της ενάγουσας έμεινε σε μεγάλο βαθμό αναντίλεκτη. Δεν αμφισβητήθηκε ο νόμιμος τερματισμός της συμφωνίας ούτε και οι οποιεσδήποτε χρεοπιστώσεις στον λογαριασμό του εναγομένου. Η αντεξέταση της Μ.Ε.1 περιορίστηκε κυρίως σε ισχυρισμούς για μη έγκαιρη πώληση μετοχών και για εξαναγκασμό σε συνεργασία με τον χρηματιστηριακό γραφείο της ενάγουσας. Η επιβάρυνση υπέρβασης, προκύπτει κατά την συνήγορο τόσο από το τεκμήριο 2 που ο εναγόμενος αποδέχθηκε και υπέγραψε αλλά και από τις καταστάσεις λογαριασμού (τεκμ. 20). Στις καταστάσεις αυτές αναφέρονται και οι κατά καιρούς αλλαγές του τόκου υπερημερίας. Η συνήγορος εισηγήθηκε στην συνέχεια ότι από πλευράς εναγομένου δεν παρουσιάστηκε κανένα έγγραφο ή άλλου είδους μαρτυρία αναφορικά με την κατ' ισχυρισμό ζημιά που ανταπαιτεί. Επιπλέον καμία δικογραφημένη εξειδίκευση της κατ' ισχυρισμό ζημιάς του δεν υπάρχει στο δικόγραφο της υπεράσπισης και ανταπαίτησης. Όσον αφορά την μαρτυρία του εναγομένου, ζήτησε να απορριφθεί ως αναξιόπιστη παραπέμποντας σε συγκεκριμένες πτυχές της ενώ για την μαρτυρία του Μ.Υ.2 Χαϊλή, εισηγήθηκε ότι δεν κατέθεσε ως εμπειρογνώμονας αλλά ως συνέταιρος του εναγομένου. Περαιτέρω η μαρτυρία του Μ.Υ.2 θα πρέπει να αγνοηθεί καθ' ότι αναφέρθηκε σε εικασίες και σε θέματα άσχετα με την παρούσα υπόθεση. Στην συνέχεια η συνήγορος με εκτενή αναφορά σε νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ισχυρίστηκε ότι η ενάγουσα δεν είχε υποχρέωση να πωλήσει τις μετοχές που είχαν ενεχυριαστεί όταν η αξία τους έφτασε σε σημείο ανατροπής του συμφωνημένου περιθωρίου ασφαλείας. Είναι ξεκάθαρο κατά την συνήγορο ότι οι πιο πάνω ισχυρισμοί του εναγομένου αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις ιδιαίτερα εφόσον γνώριζε πολύ καλά ότι μπορούσε κατά πάντα ουσιώδη χρόνο να εκποιήσει ο ίδιος τις μετοχές του και να καταθέσει το προϊόν πώλησης στον λογαριασμό του. Ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι η τράπεζα δεν του επέτρεπε να πωλήσει τις μετοχές του, παρέμεινε ατεκμηρίωτος και θα πρέπει κατά την συνήγορο να απορριφθεί. Ήταν τέλος η εισήγηση της συνηγόρου ότι η ενάγουσα έχει αποδείξει πλήρως την υπόθεση της και το σε αυτήν οφειλόμενο ποσόν ενώ ο εναγόμενος απέτυχε να αποδείξει την ανταπαίτηση του. Αξιολόγηση μαρτυρίας Είχα την ευκαιρία στην ζωντανή ατμόσφαιρα της Δίκης να παρακολουθήσω όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους. Η Μ.Ε 1 μου έκανε εξαιρετική εντύπωση από το εδώλιο του μάρτυρα. Αναφέρθηκε με πλήρη λεπτομέρεια στην συμβατική σχέση των διαδίκων και στην πορεία του επίδικου λογαριασμού από την αρχή της λειτουργίας του μέχρι και την καταγγελία της σύμβασης από πλευράς ενάγουσας. Έδωσε επίσης επαρκείς λεπτομέρειες αναφορικά με τις επιβαρύνσεις και τους τόκους υπερημερίας του επίδικου λογαριασμού και ήταν αρκούντος κατατοπιστική αναφορικά με το πώς προέκυψε το σημερινό υπόλοιπο στον επίδικο λογαριασμό αλλά και τις οχλήσεις της τράπεζας προς τον εναγόμενο για εξόφληση του χρέους του. Να σημειωθεί ότι μεγάλο μέρος της πιο πάνω μαρτυρίας δεν αμφισβητείται ουσιαστικά από την υπεράσπιση που εστίασε τις υποβολές της ως προς την δυνατότητα της τράπεζας να εκποιήσει τις επίδικες μετοχές σε προγενέστερο στάδιο πριν η αξία τους πέσει σε πολύ χαμηλά επίπεδα. Η Μ.Ε.1 ήταν επίσης πειστική ως προς την θέση της ότι δεν υπήρξε καμία απαγόρευση εκ μέρους της τράπεζας προς τον εναγόμενο για να εκποιήσει τις ενεχυριασθείσες μετοχές του και ότι αυτός θα μπορούσε όποτε ήθελε να προβεί σε πωλήσεις προκειμένου οι εξασφαλίσεις του να επανέλθουν στα συμφωνημένα επίπεδα. Επιπλέον η Μ.Ε.1 καθ' όλη την διάρκεια της μαρτυρίας της, υπήρξε σταθερή στις απαντήσεις της χωρίς να κλονιστεί σε κανένα σημείο κατά το στάδιο της αντεξέτασης της. Δεν διαφεύγει της προσοχής ότι η Μ.Ε.1 πέραν της αναφοράς της σε γεγονότα που αφορούν τα επίδικα θέματα της παρούσας, δεν απέφυγε τον πειρασμό στην γραπτή της δήλωση να προβεί και σε νομική ανάλυση της επίδικης σύμβασης. Αυτό προφανώς σε μια προσπάθεια της να απαντήσει σε συγκεκριμένους ισχυρισμούς της υπεράσπισης, αναφορικά με τις εκατέρωθεν υποχρεώσεις των διαδίκων που πηγάζουν από την σύμβαση. Η μάρτυρας όμως ως μάρτυρας γεγονότων δεν ήταν σε θέση να καταθέσει αναφορικά με τα νομικά χαρακτηριστικά της σύμβασης κατά πόσον δηλαδή επρόκειτο για σύμβαση δανείου ή επενδυτικού σχεδίου κτλ. Αυτό ήταν θέμα που θα μπορούσαν να το προβάλουν οι συνήγοροι μέσα από τις αγορεύσεις τους και στο τέλος της διαδικασίας επαφίεται βέβαια στο Δικαστήριο να αποφανθεί περί της νομικής πτυχής της υπόθεσης. Εν πάση όμως περιπτώσει, το γεγονός αυτό σε καμία περίπτωση δεν αλλοίωσε την εξαιρετική εντύπωση που μου έκανε η Μ.Ε.1 από το εδώλιο του μάρτυρα. Γι' όλους τους πιο πάνω λόγους, η μαρτυρία της αναφορικά με τα γεγονότα της παρούσας γίνεται αποδεκτή στο σύνολο της ως αξιόπιστη. Δεν μπορώ να πω το ίδιο και για τον εναγόμενο. Η εντύπωση που μου έδωσε ήταν ότι η μαρτυρία του αποσκοπούσε ουσιαστικά στο να ενισχύσει την δική του εκδοχή για τα γεγονότα παρά στο να πει την αλήθεια στο Δικαστήριο. Στην προσπάθεια του δε αυτή υπέπεσε σε αντιφάσεις, καθοριστικές στην κρίση της αξιοπιστίας του. Ενδεικτικά αναφέρω ότι ενώ αρχικά επέμενε ότι η τράπεζα τον εξανάγκασε να επιλέξει την Εθνική Χρηματιστηριακή ως χρηματιστή του για τους σκοπούς του δανείου, στην συνέχεια δέχθηκε ότι στα γραφεία της τράπεζας υπήρχε κατάλογος με πολλά χρηματιστηριακά γραφεία συμπεριλαμβανομένου και του δικού του, το οποίο συνεργαζόταν με την ενάγουσα για σκοπούς παροχής παρόμοιων δανείων σε πελάτες του. Για να αναφέρει στην συνέχεια ότι του λέχθηκε από την τράπεζα ότι συνεργάζονται κυρίως με το δικό τους χρηματιστηριακό γραφείο που βρισκόταν στο ίδιο κτήριο γι' αυτό και το επέλεξε ο ίδιος. Επίσης σημειώνω ότι σε σχέση με την επιστολή τερματισμού της συμφωνίας (τεκμ. 17) αρχικά δήλωσε απροθυμία να αποδεχθεί ότι την παρέλαβε αναφέροντας όμως ότι ίσως και να την πήρε. Στην συνέχεια μετά που του υπεβλήθη ότι είναι παραδεκτό στο δικόγραφο της υπεράσπισης του ότι παρέλαβε την πιο πάνω επιστολή, παραδέχθηκε ότι ήταν ενήμερος στο τέλος της ημέρας ότι η σύμβαση καταγγέλθηκε από την ενάγουσα. Ο εναγόμενος καθ' όλη την διάρκεια της μαρτυρίας του προσπάθησε να πείσει ότι η επίδικη σύμβαση δεν είναι δάνειο αλλά επενδυτικός λογαριασμός. Γι' αυτό και επέρριψε ευθύνες στην τράπεζα γιατί δεν πώλησε σε προγενέστερο στάδιο τις μετοχές του. Ισχυρίστηκε δε ότι ο ίδιος κάλεσε την τράπεζα από το 2002 να πωλήσει μετοχές για να επανέλθουν οι εξασφαλίσεις του στα συμβατικά επίπεδα. Η θέση του όμως αυτή δεν συνάδει με την επιστολή του (τεκμ. 19) με την οποία διαμαρτύρεται έντονα στην ενάγουσα όταν η τελευταία πώλησε τις μετοχές του χαρτοφυλακίου του. Να σημειωθεί εδώ ότι η διαμαρτυρία του εναγομένου δεν περιορίστηκε στο γεγονός ότι οι μετοχές πωλήθηκαν σε εξευτελιστικές τιμές όπως ισχυρίστηκε στο Δικαστήριο αλλά και στο γεγονός ότι πωλήθηκαν μετοχές σε εταιρεία στην οποία είναι Εκτελεστικός Πρόεδρος. Ισχυρίστηκε δε ότι με τον τρόπο αυτό θα προκληθεί αναστάτωση στην αγορά. Δεν υπάρχει στην πιο πάνω επιστολή (τεκμ. 19) οιονδήποτε παράπονο του εναγομένου για παράλειψη της τράπεζας να πωλήσει τις μετοχές σε προγενέστερο στάδιο όταν η αξία τους ήταν μεγαλύτερη. Ούτε και κατατέθηκε οποιαδήποτε επιστολή του εναγομένου προς την τράπεζα με την οποία να την καλεί να πωλήσει τις μετοχές του χαρτοφυλακίου του από το
- Ο ίδιος ισχυρίστηκε ότι έστειλε τέτοιες επιστολές προς την τράπεζα. Η δικαιολογία όμως που έδωσε ότι οι επιστολές αυτές πιθανόν να χάθηκαν κατά την μετακόμιση του γραφείου του δεν κρίνεται βέβαια καθόλου πειστική. Καθόλου πειστικός δεν ήταν ο εναγόμενος και ως προς την θέση του ότι η τράπεζα παγοποίησε τον λογαριασμό του από το 2003 και έτσι δεν μπορούσε από μόνος του να πωλήσει μετοχές. Τέτοιο δικαίωμα δεν παραχωρείται στην τράπεζα από την μεταξύ των διαδίκων συμφωνία ούτε και κατατέθηκε οιονδήποτε έγγραφο από πλευράς υπεράσπισης που να αποδεικνύει ότι όντως η τράπεζα προέβη σε τέτοιου είδους ενέργεια. Ο εναγόμενος μπορούσε σε οιονδήποτε στάδιο να πωλήσει από μόνος του μετοχές του χαρτοφυλακίου του, πράγμα το οποίο παρέλειψε να πράξει. Ούτε δόθηκε από τον εναγόμενο οποιαδήποτε δικαιολογία γιατί δεν πώλησε ο ίδιος μετοχές το 2002 αφού όπως κατέθεσε, η κατά τους ισχυρισμούς του παγοποίηση του λογαριασμού του έγινε το 2003 ενώ οι παρακλήσεις του για πώληση μετοχών του χαρτοφυλακίου του ξεκίνησαν κατά τον ίδιο την προηγούμενη χρονιά ήτοι το
- Να σημειώσω τέλος ότι ο εναγόμενος δεν έδωσε με την μαρτυρία του οποιοδήποτε στοιχείο ή λεπτομέρεια αναφορικά με το ποσόν των Λ.Κ127.772,22 που ανταπαιτεί ως ζημιές που υπέστη από την κατ' ισχυρισμό αμέλεια της ενάγουσας. Έγινε μόνο μια αόριστη αναφορά για ζημιές ύψους €400.000,00, τις οποίες διαχώρισε σε €150.000,00 από την ζημιά του χαρτοφυλακίου του ενώ άλλες €300.000,00 από τόκους και άλλα penalties όπως είπε. Τα ποσά αυτά όμως είναι πολύ μεγαλύτερα από το ποσόν που ζητά με την ανταπαίτηση του. Πέραν τούτου δεν εξειδίκευσε με λεπτομέρεια πως προέκυψαν αυτές οι ζημιές. Πέραν των πιο πάνω, η γενικότερη εντύπωση που μου έδωσε ο εναγόμενος είναι ότι δεν είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο. Ως εκ τούτου η μαρτυρία του απορρίπτεται στο σύνολο της ως αναξιόπιστη. Πολύ πτωχή εντύπωση μου έκανε και ο Μ.Υ.2 Χαϊλής. Ο μάρτυρας αυτός προσπάθησε να πείσει ότι είναι εμπειρογνώμονας σε σχέση με επενδυτικούς λογαριασμούς (margin accounts) και ότι η ενάγουσα θα έπρεπε να ακολουθήσει την πρακτική που ακολουθείται διεθνώς για τους λογαριασμούς αυτούς. Παραβλέπει όμως η θέση αυτή, το αναντίλεκτο γεγονός ότι οι σχέσεις των διαδίκων στην παρούσα υπόθεση ρυθμίζονται αποκλειστικά από την μεταξύ τους συμφωνία (τεκμ. 1 & 2) και όχι από την κατ' ισχυρισμό διεθνή πρακτική που επικαλέστηκε ο μάρτυρας. Από την στιγμή που στην επίδικη συμφωνία δεν καθορίζεται καμία υποχρέωση της τράπεζας να πωλήσει το χαρτοφυλάκιο σε περίπτωση μείωσης των αξίας των μετοχών δεν μπορεί καμία κατ' ισχυρισμό διεθνής πρακτική να την υποχρεώσει να πράξει κάτι τέτοιο και να δημιουργήσει έτσι νομικό δικαίωμα που δεν καθορίζεται συμβατικά. Κρίνω ως εκ τούτου την μαρτυρία του Μ.Υ.2 παντελώς άσχετη με τα επίδικα θέματα αφού καλεί το Δικαστήριο να εφαρμόσει κατ' ισχυρισμό πρακτικές που δεν αναφέρονται στην επίδικη σύμβαση που είναι η μόνη που καθορίζει τις νομικές υποχρεώσεις και δικαιώματα των διαδίκων. Πέραν τούτου, κρίνω ότι ο Μ.Υ.2 δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ως ανεξάρτητος εμπειρογνώμονας αφού είναι στενός συνεργάτης του εναγομένου για πολλά χρόνια με τον οποίο ίδρυσαν από κοινού μια εταιρεία από το 1994 και εξακολουθούν μέχρι σήμερα να είναι συνεργάτες. Υπενθυμίζω ότι όπως ο ίδιος ο Μ.Υ.2 κατέθεσε, έχει με τον εναγόμενο μια καλή και μακροχρόνια επαγγελματική σχέση. Υπό τας περιστάσεις ο Μ.Υ. 2 δεν μπορεί να κριθεί ως ανεξάρτητος μάρτυρας. Ανεξαρτήτως τούτου, η γενικότερη εντύπωση που μου έδωσε ο Μ.Υ.2, είναι ότι η κατάθεση του δεν αποσκοπούσε ως ενδείκνυται σε μαρτυρία εμπειρογνώμονα, στο να εφοδιάσει το Δικαστήριο με τις γνώσεις του, προκειμένου να σχηματίσει την δική του ανεξάρτητη κρίση (βλ. μεταξύ άλλων Νικολάου ν. Σταύρου
(1992)1 (Β) ΑΑΔ 746 και R v. Turner
(1975)1 All.E.R. 70). Αντιθέτως, η αίσθηση που μου έδωσε ήταν ότι η μαρτυρία του αποσκοπούσε αποκλειστικά στο να βοηθήσει την εκδοχή της υπεράσπισης. Μέσα στα πλαίσια αυτά θα πρέπει να ενταχθούν και οι πιο πάνω αυθαίρετες θέσεις του ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν θα πρέπει να ακολουθηθούν οι όροι της επίδικης σύμβασης αλλά η πρακτική που ο ίδιος επικαλέστηκε ότι επικρατεί διεθνώς στα margins accounts όπως τα απεκάλεσε. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η μαρτυρία του απορρίπτεται στο σύνολο της ως αναξιόπιστη. Ευρήματα Ενόψει της πιο πάνω αξιολόγησης αλλά και των παραδεκτών γεγονότων, τα ευρήματα μου σε σχέση με τα γεγονότα της υπόθεσης είναι ανάλογα της μαρτυρίας που έγινε αποδεκτή. Ειδικότερα σημειώνω τα πιο κάτω: Η ενάγουσα είναι τραπεζικός οργανισμός με έδρα την Λευκωσία και διεξάγει τραπεζικές εργασίες σε όλη την Κύπρο. Ο εναγόμενος με αίτηση του ημερομηνίας 5.6.01 (τεκμ. 1), αιτήθηκε την παραχώρηση από την ενάγουσα επενδυτικού δανείου. Η ενάγουσα με επιστολή της 28.8.2001 (τεκμ. 2) ενέκρινε την παροχή επενδυτικού δανείου στον εναγόμενο ύψους Λ.Κ.100.000,
- Την έγκριση συνοδεύουν συγκεκριμένοι όροι ως προς το ποσόν της χρηματοδότησης, τις παρεχόμενες εξασφαλίσεις καθώς και τους τόκους, τις προμήθειες και τα λοιπά τραπεζικά δικαιώματα της ενάγουσας. Τους όρους της πιο πάνω έγκρισης (τεκμ 2) υπογράφει και ο ίδιος ο εναγόμενος. Με τον τρόπο αυτό ολοκληρώθηκε η σύμβαση δανείου μεταξύ των διαδίκων. Σύμφωνα με τους πιο πάνω όρους, μεταξύ άλλων καθορίστηκε το βασικό επιτόκιο σε 6,5% πλέον 2% πρόσθετο επιτόκιο ανατοκιζόμενο δύο φορές ετησίως και με δικαίωμα στην ενάγουσα να αναπροσαρμόζει τα πιο πάνω επιτόκια με ανακοίνωση στον ημερήσιο τύπο. Επίσης σύμφωνα με τον όρο 5 της επίδικης σύμβασης, η ενάγουσα εδικαιούτο κατά την απόλυτη κρίση της και χωρίς ειδοποίηση προς τον εναγόμενο να τερματίσει σε οιονδήποτε στάδιο την συμφωνία, να προβεί σε εκποίηση ενεχυριασμένων μετοχών και να ζητήσει την άμεση πληρωμή όλων των οφειλομένων ποσών. Επιπλέον σύμφωνα με τον όρο 13 της σύμβασης, η ενάγουσα είχε δικαίωμα να χρεώσει τον εναγόμενο με οποιαδήποτε έξοδα, ή δαπάνες θα δημιουργούνταν άμεσα ή έμμεσα ως συνέπεια του επίδικου σχεδίου διευκολύνσεων. Σε αντάλλαγμα και προς εξασφάλιση των τραπεζικών διευκολύνσεων που η ενάγουσα θα παραχωρούσε στον εναγόμενο, αυτός ανέλαβε να ενεχυριάζει προς όφελος της τράπεζας όλες τις μετοχές που θα αγόραζε μέσω του επίδικου λογαριασμού. Σύμφωνα δε με το άρθρο 6 της σύμβασης ως πρόσθετη εξασφάλιση ο εναγόμενος υποχρεούτο να ενεχυριάσει προς όφελος της τράπεζας, επιπλέον αριθμό μετοχών ίσης αξίας με το συμφωνηθέν. Έτσι οι συνολικές εξασφαλίσεις της τράπεζας συμφωνήθηκε να ανέρχονται σε ποσοστό 200% του συμφωνηθέντος ορίου δανειοδότησης. Στα πλαίσια της πιο πάνω σύμβασης, ανοίχθηκε από την ενάγουσα τρεχούμενος λογαριασμός επ' ονόματι του εναγομένου, ο οποίος είχε στην διάθεση του το ποσό του ορίου δηλαδή Λ.Κ.100.000,
- Με το άνοιγμα αυτού του λογαριασμού, ο εναγόμενος μπορούσε να προβαίνει σε συναλλαγές στο ΧΑΚ για την αγοραπωλησία μετοχών, τις οποίες υποχρεούτο να ενεχυριάζει στην τράπεζα για σκοπούς εξασφάλισης του ορίου του. Πέραν τούτου, ο εναγόμενος ενεχυρίασε προς όφελος της τράπεζας επιπλέον μετοχές, αξίας Λ.Κ.100.000,00 προς περαιτέρω εξασφάλιση του ορίου του (τεκμ. 4, 5, 6 & 7). Επίσης στα πλαίσια της πιο πάνω συμφωνίας, ο εναγόμενος υπέγραψε πληρεξούσιο έγγραφο με το οποίο διόρισε το χρηματιστηριακό γραφείο National Securities Ltd ως πληρεξούσιο αντιπρόσωπο του για την αγορά μετοχών (τεκμ. 3). Μετά την αποϋλοποίηση των αξιών και την σύσταση του κεντρικού μητρώου του ΧΑΚ, ο εναγόμενος υπέγραψε νέο πληρεξούσιο έγγραφο για τους σκοπούς της παρούσας, αυτή την φορά προς την ενάγουσα (τεκμ. 18). Με το άνοιγμα του επίδικου λογαριασμού, ο εναγόμενος προέβηκε σε συναλλαγές στο ΧΑΚ για την αγοραπωλησία μετοχών. Συγκεκριμένα, έδινε εντολές στο χρηματιστηριακό γραφείο National Securities Ltd που ήταν οι πληρεξούσιοι αντιπρόσωποι του για αγοραπωλησίες μετοχών. Όλες οι αγορασθείσες μετοχές ενεχυριάζονταν προς όφελος της ενάγουσας δυνάμει της πιο πάνω συμφωνίας επενδυτικού δανείου. Σε περίπτωση πώλησης μετοχών, η ενάγουσα αποδέσμευε τους σχετικούς τίτλους και πίστωνε τον λογαριασμό του εναγομένου αφού αφαιρούσε την προμήθεια του χρηματιστή και τα τέλη του ΧΑΚ (τεκμ. 8). Η ενάγουσα απέστελλε στον εναγόμενο μηνιαίως, κατάσταση λογαριασμού ως προέβλεπε η μεταξύ των διαδίκων συμφωνία (τεκμ. 20). Σύμφωνα με τις πιο πάνω καταστάσεις, το υπόλοιπο του λογαριασμού του εναγομένου προς την ενάγουσα, ανερχόταν στις 30.6.2009, σε Λ.Κ.127.772,22 και στις 30.6.2009 σε €293.246,
- Τα βασικά και πρόσθετα επιτόκια τροποποιούνταν από καιρού εις καιρόν από την Κεντρική Τράπεζα, η δε ενάγουσα ανακοίνωνε σύμφωνα με τους όρους του τεκμηρίου 2 τις αλλαγές αυτές, με δημοσιεύσεις προς τον ημερήσιο τύπο (τεκμ. 9,10,11,12,13,14,15 & 16). Ο λογαριασμός του εναγομένου άρχισε να παρουσιάζει προβλήματα από τον Οκτώβριο του 2001 λόγω της πτώσης της αξίας των μετοχών του γι' αυτό και η ενάγουσα του έστειλε επιστολές με τις οποίες τον καλούσε να καταθέσει πρόσθετη εξασφάλιση (τεκμ. 22 - 28). Επιπλέον ενημερωνόταν ότι ο λογαριασμός του βρίσκεται σε υπέρβαση του συμβατικού ορίου και θα έπρεπε να τον επαναφέρει στο εγκεκριμένο πλαίσιο. Ο εναγόμενος παρέλειψε να συμμορφωθεί με τις πιο πάνω επιστολές. Τότε οι δικηγόροι της ενάγουσας κατόπιν οδηγιών της, απέστειλαν επιστολή στον εναγόμενο ημερομηνίας 27.4.2006 με την οποία του ζητούσαν να τακτοποιήσει τις εκκρεμότητες του λογαριασμού του μέχρι 27.4.2006 (τεκμ. 29). Επειδή ο εναγόμενος δεν ανταποκρίθηκε ούτε και σε αυτή την επιστολή, η ενάγουσα τερμάτισε την λειτουργία του λογαριασμού του με επιστολή ημερομηνίας 27.6.2006 (τεκμ. 17). Το υπόλοιπο του εναγομένου που ανερχόταν στις 27.6.06 σε Λ.Κ.136.294,59 μεταφέρθηκε στις καθυστερήσεις. Με την ίδια επιστολή ο εναγόμενος ενημερώθηκε ότι δυνάμει της επίδικης συμφωνίας, ο λογαριασμός θα έφερε έκτοτε επιτόκιο προς 11,5% ετησίως, κεφαλαιοποιούμενο δύο φορές τον χρόνο, τη 30.6 και 31.12 εκάστου έτους. Επιπλέον, η ενάγουσα από 10.5.2006 μέχρι 1.9.2006 άσκησε το δικαίωμα που της έδινε η επίδικη σύμβαση και προέβη στην πώληση των ενεχυριασμένων μετοχών του εναγομένου. Οι μετοχές πωλήθηκαν στην τρέχουσα τιμή που διαπραγματεύονταν στο ΧΑΚ και το προϊόν κατατέθηκε στον λογαριασμό του εναγομένου (τεκμ. 30). Ό εναγόμενος δεν πλήρωσε κανένα άλλο ποσόν έναντι του πιο πάνω χρέος του. Το υπόλοιπο λογαριασμού του εναγομένου ανερχόταν στις 30.6.2007 σε Λ.Κ. 127.772,
- Το σημερινό υπόλοιπο ανέρχεται σε €293.246,42 πλέον τόκο προς 11,5% από 1/7/2009 κεφαλαιοποιουμένου την 30ην Ιουνίου και την 31ην Δεκεμβρίου κάθε χρόνου, μέχρι πλήρους εξοφλήσεως. Νομική Πτυχή - Συμπεράσματα. Προκύπτει από τα ευρήματα του Δικαστηρίου ότι η απαίτηση της ενάγουσας εναντίον του εναγομένου, έχει στον απαιτούμενο βαθμό αποδειχθεί. Έγινε αποδεκτή η μαρτυρία της ενάγουσας τόσον όσον αφορά τις λεπτομέρειες της επίδικης σύμβασης όσον και σε σχέση με τις καταστάσεις λογαριασμού, τις επιμέρους χρεώσεις αλλά και το σημερινό υπόλοιπο που ο εναγόμενος οφείλει στην ενάγουσα. Να σημειωθεί εδώ ότι σημαντικό μέρος της απαίτησης δεν έχει αμφισβητηθεί επί της ουσίας από την υπεράσπιση. Αυτό που κυρίως επικαλείται ο εναγόμενος, είναι αμέλεια από την ενάγουσα στην διαχείριση του λογαριασμού του, η οποία παρέλειψε κατά τον ίδιο να πωλήσει τις ενεχυριασθείσες μετοχές όταν η τιμή τους ήταν τέτοια που θα καλυπτόταν πλήρως οποιοδήποτε υπόλοιπο. Ως εκ τούτου, αυτό που απομένει να εξεταστεί είναι οι πιο πάνω ισχυρισμοί του εναγομένου όπως προκύπτουν από την ανταπαίτηση του. Κατ' αρχάς αυτό που διαπιστώνεται είναι σημαντική δικογραφική παρατυπία στην ανταπαίτηση του εναγομένου. Στην παράγραφο 13 της υπεράσπισης και ανταπαίτησης του, ο εναγόμενος επικαλείται αμέλεια της ενάγουσας στην διαχείριση του λογαριασμού του που του προξένησε ζημιά την οποία καθορίζει σε Λ.Κ.127.772,22 στο αιτητικό μέρος της ανταπαίτησης όσο δηλαδή είναι και το ποσόν που ανταπαιτεί ο ενάγων από τον ίδιο. Όμως, πέραν των γενικών αναφορών για αμέλεια στην άσκηση των δικαιωμάτων και καθηκόντων της ενάγουσας, ο εναγόμενος δεν παραθέτει στην υπεράσπιση και ανταπαίτηση του λεπτομέρειες ως όφειλε, της κατ' ισχυρισμό αμελείας της ενάγουσας. Επιπλέον δεν παραθέτει λεπτομέρειες πως προέκυψε το ποσόν των Λ.Κ.127.772,22 που ανταπαιτεί ως ζημιά που υπέστη λόγω των κατ' ισχυρισμό παραλείψεων και αμέλειας της ενάγουσας. Είναι νομολογημένο ότι όπου ένας διάδικος απαιτεί ειδική ζημιά, αυτή θα πρέπει να δικογραφείται με όλες τις αναγκαίες λεπτομέρειες διαφορετικά δεν μπορεί να ανακτηθεί. Ο ισχυρισμός από μόνος του ότι ο διάδικος έχει υποστεί ζημιά δεν είναι αρκετός για να τον νομιμοποιήσει να διεκδικήσει ειδικές αποζημιώσεις. Εκεί δε που ένας διάδικος είναι σε θέση να βασίσει την απαίτηση του για αποζημιώσεις επί τη βάσει συγκεκριμένου υπολογισμού, θα πρέπει να δικογραφεί λεπτομέρειες των γεγονότων που καθιστούν τέτοιο υπολογισμό εφικτό (βλ. Bullen & Leake and Jacobs Precedents of Pleadings 12η έκδοση σελ .60 & 61). Σχετική είναι η υπόθεση G.I.P. Constructions Ltd v. Neophytou and Another
(1983)1 C.L.R. 669, στην οποία λέχθηκε ότι τα δικόγραφα προτάσεις δεν αποβλέπουν μόνο στο να προετοιμάσουν τη διεξαγωγή της Δίκης με τάξη. Αποσκοπούν στο να παρεμποδίσουν την έκπληξη και να παράσχουν στους αντιδίκους κατάλληλη ευκαιρία να προετοιμάσουν την υπόθεση τους για τη δίκη. Εκτός αν τα επίδικα θέματα είναι κατάλληλα προσδιορισμένα, ο δρόμος της δίκης παραμένει αχάρακτος και οι σκοποί της δικαιοσύνης είναι δυνατό να καταστρατηγηθούν από αβεβαιότητα (Βλ. επίσης Μουζέ ν Λαμπρή
(1994)1 Α.Α.Δ. 216 όπου παρατίθεται σχετικό απόσπασμα από την πιο πάνω υπόθεση G.I.P. Constructions). Στην παρούσα περίπτωση όπως προαναφέρθηκε ούτε λεπτομέρειες αμελείας παρατέθηκαν στην ανταπαίτηση αλλά ούτε και εξειδικεύθηκε λεπτομερώς πως προέκυψε η ζημιά των Λ.Κ.127.772,22 που ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι υπέστη εξ' αιτίας παραλείψεων της ενάγουσας. Η σύγχυση ως προς το θέμα αυτό, επιτείνεται και από την μαρτυρία του ιδίου του εναγομένου, ο οποίος αναφέρθηκε σε ζημιά που υπέστη πέραν των €400.000,00. Αλλά και σε αυτή την περίπτωση δεν δόθηκαν επαρκείς λεπτομέρειες παρά μόνον πολύ αόριστα ο εναγόμενος αναφέρθηκε σε €150.000,00 ζημιά του χαρτοφυλακίου του και άλλες €300.000,00 από τόκους και άλλα penalties. Να υπενθυμίσω τέλος ότι ο συνήγορος υπεράσπισης στην τελική του αγόρευση, όχι μόνο δεν έκαμε αναφορά στην κατ' ισχυρισμό ζημιά του πελάτη του αλλά εισηγήθηκε ότι η ενάγουσα θα μπορούσε να διεκδικήσει μόνο το ποσόν των Λ.Κ.20.000,00 που ήταν το υπόλοιπο που θα παρέμενε αν η τράπεζα επέτρεπε στον εναγόμενο να ρευστοποιήσει τις μετοχές του. Υπό τας περιστάσεις δεν θα μπορούσε να αποδοθεί κανένα ποσόν στον εναγόμενο αφού δεν έχουν δικογραφηθεί λεπτομέρειες της κατ' ισχυρισμό αμέλειας και της ζημιάς του. Σημειώνεται ότι όχι μόνον δεν υπάρχει αξιόπιστη μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου αλλά απουσιάζει ολοκληρωτικά οποιαδήποτε μαρτυρία αναφορικά με το πώς προέκυψε η κατ' ισχυρισμό ζημιά του εναγομένου. Αλλά ακόμα και σε αντίθετη περίπτωση, το Δικαστήριο επί της ουσίας δεν θα μπορούσε να αποδώσει αμέλεια στην ενάγουσα λόγω παράλειψης πώλησης του χαρτοφυλακίου σε προγενέστερο στάδιο. Υπάρχει σωρεία νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου σε υποθέσεις όπου τέθηκε ακριβώς ο ίδιος ισχυρισμός σε παρόμοια επενδυτικά δάνεια, στην οποία λέχθηκε ότι η Τράπεζα είχε μεν δικαίωμα αλλά όχι υποχρέωση να πωλήσει το χαρτοφυλάκιο ούτε και μπορεί να της αποδοθεί ευθύνη αν παραλείψει να πράξει κάτι τέτοιο. Ενδεικτικά παραπέμπω στην υπόθεση Συρίμη ν. Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Παγκυπριακή Λτδ
(2010)1Β Α.Α.Δ. 1131, όπου, στη σελίδα 1149 λέχθηκαν τα πιο κάτω: «Δεν συμμεριζόμαστε τις θέσεις και επιχειρήματα του δικηγόρου της Εφεσείουσας. Το λεκτικό του όρου 7 είναι σαφές. Το ίδιο ισχύει και για το δικαίωμα και όχι υποχρέωση που διατηρούσαν οι Εφεσίβλητοι ως ενεχυροδανειστές, δυνάμει του άρθρου 134 του Κεφ. 149. Το πρωτόδικο δικαστήριο ορθά κατά την άποψή μας παραλλήλισε την περίπτωση με το δικαίωμα ενυπόθηκου δανειστή να πωλήσει την περιουσία, το οποίο όμως δεν ισοδυναμεί με υποχρέωση (βλ. Cuckmere Brick Co. Ltd. v. Mutual Finance Ltd. [1971] 2 All E.R. 633, AIB Finance Ltd. v. Debtors [1997] 4 All E.R. 677 και Silven Properties Ltd and Another v. Royal Bank of Scotland plc and others [2004] 4 All E.R. 484). Ούτε ο όρος 11 του σχεδίου θα μπορούσε να μετατρέψει το δικαίωμα σε υποχρέωση. Όπως ορθά υποδεικνύεται στην πρωτόδικη απόφαση με αναφορά στην China and South Sea Bank v. Tan
(1989)3 All ER 839, οι Εφεσίβλητοι ως δανειστές δεν μπορούσαν να καταστούν εμπιστευματοδόχοι των μετοχών που είχαν ενεχυριαστεί και ούτε μπορούσαν να θεωρηθούν υπεύθυνοι έναντι της Εφεσίβλητης ως οφειλέτριας, σε περίπτωση που ασκούσαν το δικαίωμα πώλησης και ακολούθως η αξία των μετοχών μειωνόταν ή εκμηδενιζόταν. Η μόνη υποχρέωση του ενεχυροδανειστή, όπως ήταν οι Εφεσίβλητοι, σε περίπτωση που αποφασίσει να ασκήσει το δικαίωμα πώλησης, είναι να το πράξει επιδεικνύοντας εύλογη επιμέλεια ώστε να εξασφαλίσει την τιμή της αγοράς, τη δεδομένη στιγμή. ............................... Κατά τα άλλα, το δικαίωμα πώλησης του δανειστή όπως και του ενυπόθηκου δανειστή, δεν μπορεί σύμφωνα με το γενικό δίκαιο να περιοριστεί, εκτός και αν τα δύο μέρη συμφώνησαν διαφορετικά (βλ. άρθρο 110, Κεφ. 149). Το πιο σημαντικό όμως είναι ότι η ίδια η Εφεσείουσα είχε δικαίωμα να πωλήσει τις μετοχές και θα μπορούσε η ίδια να το πράξει όποτε ήθελε, σύμφωνα με τον όρο 3 του σχεδίου, για να εξοφλήσει το χρέος της ή για να μειώσει τη ζημιά της, αλλά δεν το έπραξε.» Σχετικές είναι επίσης και οι αποφάσεις Ανδρέου ν Τραπέζης Κύπρου ΛΤΔ
(2005)1 Α.Α.Δ 740, Καλλικάς ν Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(2010)1Β Α.Α.Δ 1238, Σοφία Μάτση ν Ellinas Finance Ltd Πολ. Έφεση 98/2009 ημ. 31/3/2012, Καραγιάννης κα ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ Πολ. Έφεση 275/08 ημ. 26.10.2012 και Ζερβού ν. Euroinvesment Finance Public Ltd Πολ. Έφεση 239/09 ημ. 20.3.13, στις οποίες επαναλήφθηκε η ίδια αρχή. Στην υπόθεση Σοφία Μάτση ν Ellinas Finance Ltd (ανωτέρω) λέχθηκαν μεταξύ άλλων και τα εξής: Ο ρόλος των εναγόντων κατά συνέπεια ήταν σαφώς περιορισμένος. Είχαν υποχρέωση να παραχωρήσουν το δάνειο και η εναγόμενη διά του συγκεκριμένου χρηματιστή τον οποίο η ίδια επέλεξε να κάνει αγοραπωλησίες στο χρηματιστήριο. Ο όρος 5 που υπάρχει στην αίτηση της εναγομένης (τεκμήριο 2) δεν διαλαμβάνεται στη συμφωνία των μερών (τεκμήριο 5) (δεν δικογραφείται τέτοια υπεράσπιση) αλλά ούτε και δημιουργεί υποχρέωση στους ενάγοντες κατά την ανατροπή του περιθωρίου ασφαλείας να πωλήσουν τις μετοχές της εναγόμενης για να μην υποστεί αυτή ζημιά. Έχω ήδη αναφέρει ότι συνιστά δικαίωμα και οι ενάγοντες είχαν την επιλογή άσκησης του ή όχι. Παρομοίως στην υπό κρίση περίπτωση, η επίδικη συμφωνία καθόριζε δικαίωμα και όχι υποχρέωση στην ενάγουσα για πώληση των ενεχυριασμένων μετοχών. Σύμφωνα με το άρθρο 7 του τεκμηρίου 1, η τράπεζα διατηρούσε δικαίωμα πώλησης μετοχών στην περίπτωση που η αξία του συνόλου των ενεχυριασμένων μετοχών είναι κατώτερη του ορίου των πιστωτικών διευκολύνσεων. Δεν υπάρχει τίποτε όμως στην υπό κρίση σύμβαση που να καθορίζει υποχρέωση της ενάγουσας να προβεί σε πώληση μετοχών σε παρόμοια περίπτωση. Το γεγονός ότι η ενάγουσα δεν πώλησε τις μετοχές δεν την καθιστά υπόλογο στον εναγόμενο, ο οποίος θα μπορούσε δυνάμει της επίδικης σύμβασης να προβεί ο ίδιος σε πώληση των μετοχών πράγμα που δεν έπραξε. Σημειώνω ότι το άρθρο 3 του τεκμηρίου 1 καθορίζει ρητά ότι η ενεχυρίαση των μετοχών δεν θα εμποδίζει την ρευστοποίηση τους όταν και εφόσον το αποφασίσει ο εναγόμενος. Παραθέτω αυτούσιο το άρθρο 3 του τεκμηρίου 1 που καθορίζει το πιο πάνω δικαίωμα του εναγομένου: 3. Όλοι οι τίτλοι των χρηματιστηριακών ΑΞΙΩΝ που θα αγοράζονται από τον ΕΠΕΝΔΥΤΗ θα ενεχυριάζονται υπέρ της ΤΡΑΠΕΖΑΣ και τα σχετικά δικαιώματα παρόντα και μέλλοντα θα εκχωρούνται σε όφελος της ως εξασφάλιση των υποχρεώσεων του χωρίς αυτό να εμποδίζει την ρευστοποίηση των ΑΞΙΩΝ όταν και εφόσον το αποφασίσει ο ΕΠΕΝΔΥΤΗΣ. Ως εκ τούτου, ο εναγόμενος δεν δικαιούται να παραπονείται γιατί η ενάγουσα δεν έπραξε κάτι που ο ίδιος είχε δικαίωμα με βάση την σύμβαση αλλά παρέλειψε να το ασκήσει. Προσεκτική μελέτη των όρων της επίδικης συμφωνίας, αποκαλύπτει ότι το δικαίωμα της τράπεζας επί των μετοχών εξυπηρετούσε ένα μόνο σκοπό. Αυτός ήταν η εξασφάλιση των πιστωτικών διευκολύνσεων που χορηγούσε στον εναγόμενο. Καμία πρόνοια της επίδικης συμφωνίας δεν αφήνει να νοηθεί ότι η τράπεζα είχε υποχρέωση να πωλήσει τις ενεχυριασθείσες μετοχές μόλις το περιθώριο ασφαλείας έπεφτε κάτω από το συμφωνημένο. Υπό τας περιστάσεις, η ανταπαίτηση του εναγομένου δεν μπορεί παρά να αποτύχει. Συνοψίζοντας όλα τα πιο πάνω, εκδίδω απόφαση υπέρ της ενάγουσας και εναντίον του εναγομένου για το ποσόν των €293.246,42 πλέον τόκο προς 11,5% από 1/7/2009, κεφαλαιοποιουμένου την 30ην Ιουνίου και την 31ην Δεκεμβρίου κάθε χρόνου, μέχρι πλήρους εξόφλησης. Ο εναγόμενος να επιβαρυνθεί επίσης με τα έξοδα της παρούσας αγωγής ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η ανταπαίτηση του εναγομένου απορρίπτεται για τους λόγους που έχω προαναφέρει. Δεν εκδίδεται καμία διαταγή για τα έξοδα της ανταπαίτησης αφού αυτή έχει συνεκδικαστεί με την αγωγή. ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Ανώτερος Επαρχιακός Δικαστής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο