← Κύπρος

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΑ ΤΣΕΝΤΙΔΗ κ.α. ν. ΝΕΑ ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΑΚΑΤΑΜΙΑΣ, Αρ. Αίτησης: 2391/12, 12/9/2013

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΑ ΤΣΕΝΤΙΔΗ κ.α. ν. ΝΕΑ ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΑΚΑΤΑΜΙΑΣ, Αρ. Αίτησης: 2391/12, 12/9/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:A309 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Τ. Παρασκευαϊδου-Καρακάννα, Α.Ε.Δ. Αρ. Αίτησης: 2391/12 Μεταξύ:

  1. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΑ ΤΣΕΝΤΙΔΗ
  2. TH. TSENTIDES & SON ESTATES LTD Αιτητών-Εφεσειόντων -και- ΝΕΑ ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΑΚΑΤΑΜΙΑΣ Καθ΄ ων η Αίτηση-Εφεσιβλήτων Ημερομηνία: 12.9.2013 Εμφανίσεις: Για Αιτητές-Εφεσείοντες: κ. Κ. Παναγίδης & Χρυσάνθου Δ.Ε.Π.Ε. Για Καθ΄ων η αίτηση-Εφεσίβλητοι: κ. Β. Φιλίππου για κ. Π Π. Χριστοδουλίδης ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι εφεσείοντες ζητούν την ακύρωση και τον παραμερισμό της απόφασης του διαιτητή Μιχαήλ Σεραφείδη που εκδόθηκε εναντίον τους τη 10.12.
  3. Η απόφαση αφορούσε το ποσό των €287.323,61 με τόκο 9% ετησίως από 10.12.2012 με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης των τόκων δύο φορές το χρόνο, €200 έξοδα και εκποίηση της υποθήκης Υ11085/
  4. Παράλληλα, ζητούσαν την αναστολή εγγραφής της πιο πάνω απόφασης. Η έφεση στηρίζεται σε τέσσερις λόγους τους οποίους συνοψίζω κατωτέρω: Ι. Οι εφεσίβλητοι δεν έχουν τερματίσει τη συμφωνία δανείου 7224570-
  5. ΙΙ. Το οφειλόμενο ποσό δεν ανήρχετο σε €267.998,46 κατά την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης, τη 10.12.
  6. ΙΙΙ. Η επιβολή επιτοκίου 9% επί όλου του οφειλομένου υπολοίπου είναι αυθαίρετη, παράνομη και αντισυμβατική. Το συμβατικό επιτόκιο ήταν 7.25% και ο τόκος υπερημερίας 0.5%. IV. Η διαιτησία διεξήχθη παράτυπα κατά παράβαση του άρθρου 4 του περί Διαιτησίας Νόμου Κεφ. 4 αλλά ενήργησε αυθαίρετα. Ο διαιτητής παρέλειψε να αξιολογήσει τα έγγραφα που είχαν κατατεθεί ενώπιον του και δεν προέβη στις αναγκαίες ενέργειες για να αντιληφθούν τη διαδικασία και να προβάλουν τους λόγους Υπεράσπισης τους. Η απόφαση είναι αναιτιολόγητη και «.δεν διαφαίνεται με ποιο τρόπο εκδόθηκε έτσι ώστε η όλη διαδικασία είναι αυθαίρετη και παράτυπη». Η αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της εφεσείουσας
  7. Η εφεσείουσα αναφέρει ότι όταν ο σύζυγος της, που είναι διευθυντής της εφεσείουσας 2 και η ίδια έλαβαν την κλήση του διαιτητή για να παραστούν στη διαιτησία, ο σύζυγος της έκρινε σκόπιμο να επικοινωνήσει με τους εφεσίβλητους. Οι τελευταίοι τον διαβεβαίωσαν ότι επρόκειτο για μια τυπική διαδικασία και τους παρότρυναν να συνεχίσουν να καταβάλλουν τις δόσεις τους. Τη 10.12.2012 πήγαν στα γραφεία των εφεσιβλήτων και εκεί οι λειτουργοί των εφεσιβλήτων και ο διαιτητής τους εκάλεσαν να συνεχίσουν να πληρώνουν τις δόσεις τους και τους επληροφόρησαν ότι σε 2-3 μήνες θα τους ειδοποιούσαν για να ανανεώσουν το δάνειο. Τους παρέδωσαν δε αντίγραφο της απόφασης του διαιτητή. Έκτοτε οι εφεσίβλητοι τους απέστειλαν διάφορες επιστολές με τις οποίες τους κοινοποιούσαν το ύψος των ποσών που καθυστερούσαν και τους εζητούσαν να το καταβάλουν. Οι πιο πάνω επιστολές αποδεικνύουν, σύμφωνα πάντα με την ομνύουσα, ότι η συμφωνία δανείου βρίσκεται ακόμη σε ισχύ και ουδέποτε έχει τερματισθεί. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι ο συμβατικός τόκος ήταν 7.25% και ο τόκος υπερημερίας 0.5%. Οι εφεσίβλητοι κατεχώρησαν ένσταση με την οποίαν απορρίπτουν τους πιο πάνω ισχυρισμούς. Είναι η θέση τους ότι οι αιτητές εμφανίστηκαν στη διαιτησία, αναγνώρισαν το χρέος τους, δέχθηκαν εκ συμφώνου να εκδοθεί απόφαση εναντίον τους και ολοκληρώθηκε η διαδικασία χωρίς εκδίκαση θεμάτων και χωρίς ενστάσεις. Επέλεξαν να μην ασκήσουν το δικαίωμα τους να εκπροσωπηθούν από δικηγόρο και να μην αμφισβητήσουν τη διαδικασία και τα έγγραφα που κατατέθηκαν. Ενόψει τούτου, δεν νομιμοποιούνται να αμφισβητούν τον τρόπο διεξαγωγής της διαδικασίας και αξιολόγησης των εγγράφων και το ύψος του οφειλομένου ποσού. Η επίδικη συμφωνία τερματίσθηκε, σύμφωνα πάντα με τους εφεσίβλητους με επιστολή, ημερομηνίας 7.9.12, η οποία αποστάληκε στους εφεσείοντες ταχυδρομικώς. Μετά τον τερματισμό, η συμφωνία προνοούσε για επιβολή τόκου 9% ετησίως. Η ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του Άδωνη Δαμιανού, υπαλλήλου των εφεσιβλήτων, υπευθύνου του τμήματος καθυστερημένων δανείων. Ο ομνύοντας αναφέρει μεταξύ άλλων ότι ο ίδιος επληροφόρησε και τους δύο εφεσιβλήτους ότι η διαδικασία της διαιτησίας δεν ήταν τυπική, επρόκειτο για «σοβαρό θέμα» και τους παρότρυνε να εμφανισθούν. Τους ενημέρωσε επίσης ότι αν επλήρωναν οποιοδήποτε ποσό αυτό θα λαμβανόταν υπόψη κατά τη διαιτησία και θα μειωνόταν το οφειλόμενο υπόλοιπο. Και οι δύο εφεσίβλητοι ήταν παρόντες κατά τη διαιτησία, δεν έφεραν οποιανδήποτε ένσταση σε σχέση με τη διαιτησία ή με τα έγγραφα που προσκομίστηκαν προς απόδειξη της ύπαρξης του χρέους και δεν αμφισβήτησαν το ύψος του υπολοίπου του χρέους. Αντιθέτως μετά από σχετική ερώτηση του διαιτητή αναγνώρισαν το χρέος τους, εξέφρασαν όμως την ανικανότητα τους να το εξοφλήσουν. Επρότειναν στη συνέχεια στον ομνύοντα όπως οι εφεσίβλητοι κατάσχουν το ακίνητο σε αντάλλαγμα για την εξόφληση του χρέους. Ο ομνύοντας, ο οποίος εκπροσωπούσε τους εφεσίβλητους κατά τη διαιτησία, απέρριψε την πρόταση των εφεσειόντων για κατάσχεση του ακινήτου με ανταλλαγή του χρέους, τους ανέφερε όμως ότι αν κατέβαλλαν κάποιο ποσό έναντι της διαιτητικής απόφασης τότε οι εφεσίβλητοι πιθανόν να εξέταζαν ευνοϊκά τυχόν αίτημα των εφεσειόντων για παραχώρηση νέου δανείου προς εξόφληση της διαιτητικής απόφασης. Στην ένορκη δήλωση επισυνάπτεται λεπτομερής κατάσταση όπου καταγράφονται όλες οι χρεώσεις και οι πιστώσεις που έγιναν κατά τη διάρκεια λειτουργίας του επιδίκου λογαριασμού, τεκμήριο 1 και αντίγραφα των επιστολών της επίδικης συμφωνίας, τεκμήριο
  8. Οι εφεσείοντες δεν εζήτησαν την αντεξέταση του Άδωνη Δαμιανού, ούτε εζήτησαν άδεια για καταχώρηση απαντητικής ένορκης δήλωσης και ως εκ τούτου η μαρτυρία του πιο πάνω προσώπου παρέμεινε αναντίλεκτη. Το άρθρο 20

(2)του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ. 4, δίδει τη διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να ακυρώσει μια διαιτητική απόφαση αν κρίνει ότι: «20
(2).ο διαιτητής ή ο επιδιαιτητής επέδειξε κακή συμπεριφορά ή χειρίστηκε κακώς την υπόθεση ή όταν η διαιτησία διεξάχθηκε παράτυπα ή η διαιτητική απόφαση εκδόθηκε παράτυπα». Καθοδηγητική επί του θέματος είναι η απόφαση Stafo Furniture Ltd κ.α v Στυλιανού κ.α[1] όπου διαβάζουμε τα πιο κάτω σε σχέση με τις εξουσίες του Δικαστηρίου για ακύρωση μιας διαιτητικής απόφασης: «Όταν οι διάδικοι συμφωνούν στην επίλυση εκκρεμούσας διαφοράς τους με την ανάθεση σε τρίτο πρόσωπο μελέτης και υποβολής πορίσματος γι΄ αυτή, δεσμεύονται από το πόρισμα (Καζαντιάν κ.ά. v Ελληνίδη κ.ά.
(1996)1 Α.Α.Δ. 591, 595). Το δικαστήριο τότε μόνο δεν θα εφαρμόσει τη συμφωνία αν ο διορισθείς ειδικός, αποδεδειγμένα ενήργησε μεροληπτικά ή με δόλο. Η συμφωνία δεν εφαρμόζεται ακόμα αν η έκθεση ήταν τόσο εσφαλμένη που θα ήταν άδικο να εφαρμοστεί, γιατί τούτο θα ισοδυναμούσε με παράβαση των όρων εντολής του. Και βέβαια, περαίνει η απόφαση Καζαντιάν, η συμφωνία δεν θα εφαρμοστεί αν διαπιστωθεί παρέκκλιση από τους όρους εντολής, σε βαθμό που παραβιάζονται ουσιαστικά οι πρόνοιές της». Στην υπόθεση A.N. Stasis Estates Co Ltd v G.M.P. Katsambas Ltd[2] τονίσθηκε ότι η πλημμελής εκτέλεση των καθηκόντων του διαιτητή, συνιστά λόγο ακύρωσης του τελικού του πορίσματος. Σε περίπτωση πλημμελούς εκτέλεσης των καθηκόντων του διαιτητή, η κατάλληλη θεραπεία εξαρτάται από τη φύση της πλημμέλειας και τις περιστάσεις της υπόθεσης. Οι διάδικοι μπορούν να παραιτηθούν από οποιαδήποτε ένσταση ως προς το παράτυπο της διαδικασίας. Η συνέχιση συμμετοχής στη διαδικασία εν γνώσει της παρατυπίας, δυνατόν να συνιστά απάλειψη της ή εξυπακουόμενη συναίνεση στην αντικανονική διαδικασία. Στην υπό κρίση υπόθεση οι εφεσείοντες ισχυρίζονται ότι η επίδικη συμφωνία ουδέποτε τερματίσθηκε, ο ισχυρισμός αυτός όμως καταρρίπτεται από τη μαρτυρία του Άδωνη Δαμιανού και το τεκμήριο
  1. Το γεγονός ότι οι εφεσίβλητοι συνέχισαν να αποστέλλουν επιστολές στις οποίες αναγράφονταν το σύνολο των καθυστερημένων δόσεων δεν αποδεικνύει ότι η επίδικη συμφωνία συνέχισε να βρίσκεται σε ισχύ. Απορρίπτω επίσης την εισήγηση ότι η διαδικασία θα πρέπει να ακυρωθεί, καθότι ο διαιτητής παρέλειψε να προβεί στις αναγκαίες ενέργειες έτσι ώστε να δοθεί στους εφεσείοντες «το δικαίωμα να αντιληφθούν τη διαδικασία και να προβάλουν τους λόγους υπεράσπισης». Με βάση τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον μου προκύπτει ότι οι εφεσείοντες έλαβαν ειδοποίηση με την οποία εκαλούνταν να παρουσιαστούν στη διαδικασία επίλυσης της διαφοράς που προέκυψε μεταξύ των ιδίων και της Συνεργατικής σε σχέση με το δάνειο τους. Το πιο πάνω έγγραφο περιελάμβανε και προειδοποίηση ότι σε περίπτωση που οι εφεσείοντες παρέλειπαν να εμφανισθούν, θα εκδιδόταν απόφαση στην απουσία τους. Με βάση δε τη μαρτυρία του Άδωνη Δαμιανού, η οποία παρέμεινε αναντίλεκτη, ο ίδιος είχε τονίσει στους δύο εφεσείοντες τη σοβαρότητα του θέματος και τους παρότρυνε να εμφανισθούν στη διαδικασία. Σύμφωνα με τη μαρτυρία των εφεσιβλήτων, οι εφεσείοντες κατά τη διαιτησία αναγνώρισαν το χρέος τους. Ο πιο πάνω ισχυρισμός παρέμεινε αναντίλεκτος, παρατηρώ όμως ότι γίνεται αναφορά σε παραδοχή και αναγνώριση χρέους χωρίς να διευκρινίζεται το ύψος του χρέους που αναγνωρίσθηκε. Με βάση τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον μου προκύπτει ότι το χρέος που είχαν υπόψιν τους οι εφεσείοντες και κατ΄ επέκταση αναγνώρισαν ήταν αυτό που αναγράφεται στην ειδοποίηση που τους αποστάληκε, ήτοι €267.998,46, €20.000 περίπου μικρότερο από το ποσό που τελικά επιδικάσθηκε από το διαιτητή. Η ειδοποίηση στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι καθοριστικής σημασίας καθότι είναι το μόνο έγγραφο που περιγράφει το αντικείμενο της διαιτησίας και κατ΄ επέκταση τους όρους εντολής του διαιτητή. Σύμφωνα με την ειδοποίηση, το αντικείμενο της διαιτησίας ήταν το ληξιπρόθεσμο δάνειο το οποίο παρέμεινε απλήρωτο και το οποίο ανήρχετο σε €267.998,
  2. Οι όροι εντολής του διαιτητή ήταν να εξετάσει κατά πόσο οι οφειλέτες, εφεσείοντες στην παρούσα διαδικασία όφειλαν στους εφεσίβλητους το συγκεκριμένο ποσό, ήτοι €267.998,
  3. Τόσο στην αίτηση όσο και στην ένσταση επισυνάπτονται καταστάσεις λογαριασμού όπου, σύμφωνα με τον Άδωνη Δαμιανού φαίνεται η συνολική εικόνα των πληρωμών. Σύμφωνα με την κατάσταση αυτή την 21.9.2010 ο λογαριασμός παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο €270.996 και την 21.12.1010, μια μέρα μετά την έκδοση της επίδικης απόφασης €270.837,
  4. Καμία επεξήγηση δίνεται πως ο διαιτητής κατέληξε ότι την ημέρα έκδοσης της απόφασης, ήτοι την 20.12.10 το χρεωστικό υπόλοιπο ήταν €287.323,
  5. Αποφάσισε επίσης χωρίς να δώσει οποιαδήποτε εξήγηση ότι το επιτόκιο επί του πιο πάνω ποσού ήταν 9% ετησίως. Επισημαίνω ότι στην ειδοποίηση που είχε σταλεί δεν γίνεται αναφορά σε οποιοδήποτε επιτόκιο και ως εκ τούτου είναι ασαφές κατά πόσο το επιτόκιο ήταν εντός των όρων εντολής του εφόσον δεν περιλαμβάνεται στην ειδοποίηση. Πέραν των πιο πάνω παρατηρώ ότι η συμφωνία προέβλεπε για συνολικό επιτόκιο 7.25%, ήτοι 4.25% βασικό επιτόκιο συν περιθώριο 3% και σε περίπτωση που η καταβολή της δόσης καθυστερούσε ο χρεώστης υποχρεούτο να πληρώσει τόκο υπερημερίας 0.5%, σύνολο 7.75%. Πουθενά στη συμφωνία γίνεται αναφορά για επιτόκιο ύψους 9%. Εκείνο που αναφέρεται είναι ότι η Συνεργατική είχε δικαίωμα να μεταβάλει το επιτόκιο, νοουμένου όμως ότι κοινοποιούσε την απόφαση της αυτή στον χρεώστη. Ενόψει όλων των πιο πάνω καταλήγω ότι ο διαιτητής στη συγκεκριμένη περίπτωση παρέκκλινε από τους όρους εντολής του, σε βαθμό που παραβιάζονται οι πρόνοιες της συμφωνίας. Η διαιτητική απόφαση ακυρώνεται. Τα έξοδα της αίτησης, ως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ των αιτητών-εφεσειόντων και εναντίον των καθ΄ ων η αίτηση-εφεσιβλήτων. (Υπ.) Τ. Παρασκευαϊδου-Καρακάννα, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΝ [1]
(2003)1 (Β) Α.Α.Δ. 1265. [2]
(2001)1 (Γ) Α.Α.Δ. 2006. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.