← Κύπρος

Παύλου Ιακωβίδη κ.α. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ κ.α., Αρ. Αγωγής: 2408/13, 17/9/2013

Παύλου Ιακωβίδη κ.α. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ κ.α., Αρ. Αγωγής: 2408/13, 17/9/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:A314 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Καουτζάνη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2408/13 Μεταξύ:

  1. Παύλου Ιακωβίδη
  2. Σοφούλλας Ιακωβίδου
  3. Στέλιου Ιακωβίδη
  4. Ανδρέα Ιακωβίδη Εναγόντων και
  5. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
  6. Ντίνος Χριστοφίδης, ως Ειδικός Διαχειριστής της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ
  7. Κεντρική Τράπεζα ως Αρχή Εξυγίανσης Εναγομένων Αίτηση για προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 15.4.2013 Ημερομηνία: 17 Σεπτεμβρίου 2013 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους αιτητές-ενάγοντες: κ. Κ. Χατζηιωάννου για Α.Κ. Χατζηιωάννου & Σία Για τους καθ' ων η αίτηση 1-εναγόμενους 1: κα Κλ. Πολυβίου για Χρυσαφίνης και Πολυβίου ΔΕΠΕ Για τους καθ' ων η αίτηση 2 και 3-εναγόμενους 2 και 3: κα Ε. Στυλιανού για Αλέκος Ευαγγέλου & Σία ΔΕΠΕ Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την αγωγή τους οι ενάγοντες αξιώνουν εναντίον των εναγομένων δήλωση του Δικαστηρίου ότι ο λογαριασμός - εμπρόθεσμη κατάθεση, που προσδιορίζεται στην αξίωση, τον οποίο τηρούν οι ενάγοντες με τους εναγόμενους είναι ή έπρεπε να είναι επ' ονόματι όλων των εναγόντων και όχι μόνο επ' ονόματι των εναγόντων 1 και 2 και διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει την εγγραφή των εναγόντων 3 και 4 ως συνδικαιούχων του εν λόγω λογαριασμού. Επιπρόσθετα και/ή διαζευκτικά αξιώνουν το ποσό των €440.000 πλέον τόκους ως χρέος και/ή ως αποζημιώσεις για αμέλεια και/ή παράβαση συμφωνίας και/ή εντολής και/ή άλλως πως, πλέον νόμιμο τόκο και έξοδα. Το ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα καταχωρήθηκε στις 15.4.
  8. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της αξίωσης, οι ενάγοντες 1 και 2 που είναι σύζυγοι, διατηρούσαν από κοινού την υπό αναφορά εμπρόθεσμη κατάθεση - γραμμάτιο που έληγε στις 12.3.2013, οπότε έδωσαν γραπτή εντολή τους εναγόμενους 1 όπως οι ενάγοντες 3 και 4 που είναι τα παιδιά τους, προστεθούν ως δικαιούχοι και όπως το γραμμάτιο ανανεωθεί για περίοδο 6 μηνών. Οι εναγόμενοι 2 και 3 ενάγονται ως Ειδικός Διαχειριστής των εναγομένων 1 και ως Αρχή Εξυγίανσης αντίστοιχα, δυνάμει του Νόμου περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων του 2013, Ν. 17(Ι)/2013(στο εξής «ο Νόμος»). Παρόλο που οι εναγόμενοι 1 επικοινώνησαν τηλεφωνικά με τους ενάγοντες 3 και 4 στις 13.3.2013, αναφέροντας τους ότι γίνονται συνδικαιούχοι του γραμματίου και θα τους καλέσουν να υπογράψουν τα σχετικά έγγραφα, δεν τους κάλεσαν προς τούτο μέχρι την καταχώρηση της αγωγής. Μετά το κλείσιμο των τραπεζών από τις 16 μέχρι τις 28 Μαρτίου 2013 και τη δημοσίευση στις 29.3.2013 του περί Διάσωσης με Ίδια Μέσα της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ Διατάγματος του 2013, ΚΔΠ 103/2013 (στο εξής «το Διάταγμα»), οι ενάγοντες στις 2.4.2013 επισκέφθηκαν το αρμόδιο υποκατάστημα των εναγομένων 1 για να επιβεβαιώσουν ότι το γραμμάτιο ήταν επ' ονόματι και των τεσσάρων εναγόντων αλλά διεπίστωσαν ότι οι εναγόμενοι 1 ανανέωσαν το γραμμάτιο για 6 μήνες μέχρι τις 12.9.2013 επ' ονόματι μόνο των εναγόντων 1 και 2, όπως αυτό βεβαίωσαν και γραπτώς στις 3.4.
  9. Συνεπεία της πιο πάνω παράλειψης των εναγομένων 1 που συνιστά παράβαση συμφωνίας με τους ενάγοντες και/ή αμέλειας που προκαλεί ζημιά στους ενάγοντες, λεπτομέρειες των οποίων παρατίθενται στην έκθεση απαίτησης, οι ενάγοντες υπέστησαν και/ή δυνατόν να υποστούν ζημιές, δηλαδή απώλεια ποσοστού μέχρι 90% του ποσού των €220.000, δηλαδή μέρους του γραμματίου, που είναι πληρωτέο στις 12.9.2013 και θα μετατραπεί με βάση το προαναφερθέν Διάταγμα σε μετοχές τάξεως Α με άγνωστη ημερομηνία πληρωμής τους. Παρόλο που οι ενάγοντες κάλεσαν τους εναγόμενους 1 στις 3.4.2013 να εκτελέσουν τις εντολές τους, οι τελευταίοι αρνήθηκαν αναφέροντας ότι εμποδίζονται από τους εναγόμενους 2 και 3 να το πράξουν. Η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε στις 15.4.2013 και με αυτή οι αιτητές-ενάγοντες αξιώνουν διάταγμα του Δικαστηρίου που να εμποδίζει τους εναγόμενους από του να μετατρέψουν οποιοδήποτε μέρος της εμπρόθεσμης κατάθεσης, που προσδιορίζεται στο αιτητικό, και τηρούν οι ενάγοντες στο υποκατάστημα Δευτεράς σε μετοχές μέχρι την εκδίκαση και τελική αποπεράτωση της παρούσας αγωγής και/ή μέχρι νεώτερης διαταγής του Δικαστηρίου. Το αιτούμενο διάταγμα δεν δόθηκε μονομερώς και διατάχθηκε η επίδοση της αίτησης στους εναγόμενους 1-
  10. Νομική βάση της υπό κρίση αίτησης αποτελούν οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 θ.θ. 2, 3, 8 και 9, τα άρθρα 4, 5, 6 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60, καθώς και οι γενικές και οι συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Στην ένορκη δήλωση ίδιας ημερομηνίας που συνοδεύει την αίτηση, ο ενάγων 1, όντας δεόντως εξουσιοδοτημένος να προβεί στην ένορκη του δήλωση από τους λοιπούς ενάγοντες, που είναι η σύζυγος του και τα τέκνα του, αναφέρεται στα γεγονότα που συνθέτουν την αξίωση των εναγόντων εναντίον των εναγομένων, όπως κατεγράφησαν πιο πάνω. Κατά την επίσκεψη του ίδιου με τη σύζυγο του στο υποκατάστημα των εναγομένων 1 στη Δευτερά στις 12.3.2013, αφού ζήτησαν όπως το γραμμάτιο ανανεωθεί για το ποσό των €440.000 για περίοδο 6 μηνών και όπως τα τέκνα τους - ενάγοντες 3 και 4 - καταστούν συνδικαιούχοι, υπέγραψαν σχετικές εντολές, φωτοαντίγραφα των οποίων επισυνάπτονται ως Τεκμήρια 1 και
  11. Παρόλο ότι στις 13.3.2013 οι εναγόμενοι 1 τηλεφώνησαν στους ενάγοντες 3 και 4 ρωτώντας τους σε ποιο κατάστημα των εναγομένων 1 θα ήταν βολικό να υπογράψουν, ουδέποτε τους ειδοποίησαν για το σκοπό αυτό. Έχοντας οι τράπεζες παραμείνει κλειστές μετά τις 15.3.2013, άνοιξαν στις 28.3.2013 με περιορισμούς ως προς τις αναλήψεις, ενόσω στις 29.3.2013 δημοσιεύθηκε το Διάταγμα, δυνάμει του οποίου τα ποσά των καταθέσεων στους εναγομένους 1 που υπερβαίνουν το ποσό των €100.000 ανά άτομο θα μετατρέποντο σε μετοχές ή τουλάχιστον ένα μεγάλο μέρος του ποσού αυτού που μπορούσε να φθάσει και στο 90%. Κατά την αμέσως επόμενη εργάσιμη ημέρα, 2.4.2013, οι ενάγοντες πληροφορήθηκαν από τους αρμόδιους στο υπό αναφορά υποκατάστημα των εναγομένων 1 ότι οι ενάγοντες 3 και 4 δεν είχαν συνενωθεί ως συνδικαιούχοι στο γραμμάτιο, το οποίο ανανεώθηκε για 6 μήνες επ' ονόματι των εναγόντων 1 και
  12. Αντίγραφο σχετικής βεβαίωσης επισυνάπτεται ως Τεκμήριο
  13. Παρά την επιμονή των εναγόντων 1 και 2 για την εγγραφή ως συνδικαιούχων στο εν λόγω γραμμάτιο των εναγόντων 3 και 4 ως η συμφωνία τους με τους εναγόμενους 1, οι τελευταίοι αρνούντο λέγοντας ότι εμποδίζονται προς τούτο από τους εναγόμενους 2 και 3 και προσθέτοντας ότι δεν προχώρησαν στην εκτέλεση των εντολών των εναγόντων 1 και 2 καθόσον οι ενάγοντες 3 και 4 δεν υπέγραψαν τα αναγκαία έγγραφα. Ως Τεκμήριο 4 επισυνάπτεται αντίγραφο βεβαίωσης των εναγομένων 1 ημερομηνίας 11.4.2013 με την οποία βεβαιώνεται ότι οι υπογραφές των εναγόντων 1 και 2 στα Τεκμήρια 1 και 2, που δεν έφεραν ημερομηνία, είχαν τεθεί στις 12.3.
  14. Σύμφωνα με τον ενόρκως δηλούντα, η εντύπωση που είχε δημιουργηθεί στους ενάγοντες 1 και 2 ήταν ότι οι εντολές που έδωσαν στις 12.3.2013 θα εκτελούντο αμέσως και ότι οι υπογραφές των εναγόντων 3 και 4 ήταν τυπικές, ενόσω δεν τους αναφέρθηκε από τους εναγόμενους 1 ότι οι εντολές τους δεν θα εκτελούντο αν δεν υπέγραφαν τα παιδιά τους. Αν οι ενάγοντες 1 και 2 γνώριζαν ότι τα παιδιά τους δεν θα εγίνοντο συνδικαιούχοι την ίδια ημέρα δεν θα ανανέωναν το γραμμάτιο και θα απέσυραν τα χρήματα τους. Υιοθετώντας το περιεχόμενο της παρούσας αγωγής (Τεκμήριο 5), ο ενόρκως δηλών πιστεύει και έχει νομική συμβουλή ότι οι ενάγοντες έχουν καλή υπόθεση και πιθανότητα επιτυχίας της απαίτησης τους. Εφόσον οι εναγόμενοι ευρίσκονται στη διαδικασία μετατροπής ποσοστού των καταθέσεων, στην περίπτωση των εναγόντων ύψους €200.000, σε μετοχές τάξεως Α των εναγομένων 1 ως προβλέπει το Διάταγμα, αν δεν εμποδιστούν, οι ενάγοντες θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά καθόσον για να ακυρωθεί η παραχώρηση μετοχών στους ενάγοντες 1 και 2 θα χρειαστεί μείωση του κεφαλαίου των εναγομένων 1 που δεν θα είναι εφικτή ενόσω κάθε διαζευκτική χρηματική απαίτηση ενδέχεται να αποτύχει λόγω του ότι δόθηκε αντάλλαγμα. Το συμφέρον της δικαιοσύνης απαιτεί όπως διατηρηθεί το status quo ώστε να αποδοθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Με τις θέσεις ότι η παραχώρηση μετοχών τάξεως Α στους ενάγοντες 1 και 2 δεν ικανοποιούν όλους τους ενάγοντες καθόσον οι εν λόγω μετοχές δεν θα είναι μετατρέψιμες σε χρήμα αμέσως, αλλά θα μετατραπούν όταν οι εναγόμενοι 1 εξυγιανθούν και καταστούν κερδοφόρα τράπεζα στο απώτερο μέλλον, ενόσω οι προσωπικές ανάγκες των εναγόντων υπαγορεύουν όπως το ποσό των €440.000 είναι διαθέσιμο στις 13.9.2013 καθώς και ότι παραβιάζονται τα δικαιώματα των εναγόντων που προστατεύονται από τα άρθρα 16, 23, 25, 28 και 30 του Συντάγματος, ο ενόρκως δηλών ζητά την έγκριση της αίτησης. Οι καθ' ων η αίτηση-εναγόμενοι κατεχώρησαν αρχικά τις ειδοποιήσεις περί πρόθεσης ένστασης τους στις 13.5.2013 και μετά την έκδοση της απόφασης της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις 7.6.2013, για την οποία αναφορά θα γίνει στη συνέχεια, με την άδεια του Δικαστηρίου και με τη συγκατάθεση του συνηγόρου των αιτητών-εναγόντων τις επανακατεχώρησαν τροποποιημένες. Πρέπει να λεχθεί ότι μετά την καταχώρηση των αρχικών ειδοποιήσεων περί πρόθεσης ένστασης των καθ' ων η αίτηση, κατεχωρήθη στις 17.5.2013 αίτηση εκ μέρους των αιτητών-εναγόντων για αντεξέταση όλων των ενόρκως δηλούντων, η οποία εν όψει της καταχώρησης των τροποποιημένων ειδοποιήσεων περί πρόθεσης ένστασης αποσύρθηκε. Στην τροποποιημένη ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης των καθ' ων η αίτηση-εναγομένων 1, που καταχωρήθηκε στις 20.6.2013, όπου παρατίθεται η νομική της βάση, προβάλλονται οι ακόλουθοι λόγοι ένστασης, ως συνοψίζονται: · το Διάταγμα που εκδόθηκε δυνάμει του Νόμου από την αρμόδια αρχή της Δημοκρατίας δεν έχει ακυρωθεί από το Δικαστήριο ούτε έχει ανακληθεί από την αρμόδια αρχή και είναι άμεσα δεσμευτικό και εκτελέσιμο · η υπό κρίση αίτηση είναι αντίθετη και/ή έρχεται σε άμεση σύγκρουση με όσα αποφασίστηκαν στην πρόσφατη και τελεσίδικη απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερομηνίας 7.6.2013 · η υπό κρίση αίτηση αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας, είναι παράτυπη, αντικανονική, έκδηλα αβάσιμη και ανυπόστατη και είναι εύλογο και δίκαιο και προς το δημόσιο συμφέρον όπως απορριφθεί · δεν υπάρχει καλή βάση αγωγής, ούτε σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, ούτε ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής αλλά ούτε και ένδειξη ανεπανόρθωτης ζημιάς, δεν θα είναι δε αδύνατο ή δύσκολο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο · η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση είναι ανεπαρκής, ασαφής και αόριστη και δεν εκτίθενται σε αυτήν επαρκή γεγονότα για να στηρίξουν την έκδοση του αιτουμένου διατάγματος και · η υπό κρίση αίτηση είναι άνευ αντικειμένου εφόσον στις 28.4.2013 με βάση το Διάταγμα οι εναγόμενοι 1 έχουν προβεί σε ανακεφαλαίωση με συνεισφορά καταθετών προς υλοποίηση του Διατάγματος. Στην ένορκη του δήλωση ίδιας ημερομηνίας που συνοδεύει την ένσταση, ο Χρίστος Διάκος, διευθυντής στο υποκατάστημα Δευτεράς των εναγομένων 1, όντας δεόντως εξουσιοδοτημένος και έχοντας προσωπική γνώση των γεγονότων που αναφέρει από έγγραφα που έχει στην κατοχή του και πληροφορίες που έλαβε από αρμόδιους λειτουργούς των εναγομένων 1 καθώς και κατόπιν νομικής συμβουλής από τους δικηγόρους που εκπροσωπούν τους εναγόμενους 1, απορρίπτει και αρνείται το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση. Με αναφορά στα αποφασισθέντα στην απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις Υποθέσεις με αρ. 551/2013 κ.α., ημερομηνίας 7.6.2013 καθώς και σε πρόνοιες του Νόμου, ο ενόρκως δηλών υποστηρίζει ότι η βάση της αγωγής των εναγόντων έχει καταρρεύσει, ενόσω οι εναγόμενοι 1 δεν είχαν άλλη επιλογή από του να εφαρμόσουν το Διάταγμα στην ολότητα του και να συμμορφωθούν με τις πρόνοιες του Νόμου και η οποιαδήποτε ιδιωτική σύμβαση προβλέπει το αντίθετο έχει ματαιωθεί. Ο ενόρκως δηλών, αν και αποδέχεται ότι οι ενάγοντες 1 και 2 ζήτησαν όπως οι ενάγοντες 3 και 4 καταστούν συνδικαιούχοι στο προαναφερθέν γραμμάτιο, δεν προσέφεραν σε οποιοδήποτε στάδιο είτε πριν τις 15.3.2013 είτε αργότερα τις απαιτούμενες υπογραφές για να υλοποιηθεί το αίτημα τους, επαναλαμβάνοντας δε τους λόγους ένστασης, όπως πιο πάνω έχουν συνοψισθεί, ζητά την απόρριψη της αίτησης. Στην τροποποιημένη ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης των καθ' ων η αίτηση-εναγομένων 2 και 3, που καταχωρήθηκε στις 18.7.2013, όπου παρατίθεται η νομική της βάση, προβάλλονται οι ίδιοι λόγοι ένστασης με αυτούς που προέβαλαν οι εναγόμενοι 1 και έχουν συνοψισθεί πιο πάνω και προστίθενται ως λόγοι ένστασης οι ακόλουθοι, ως συνοψίζονται: · το Επαρχιακό Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία και καθ' ύλην αρμοδιότητα να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα ως και να εκδίδει διατάγματα που να απαγορεύουν πράξεις που ανάγονται στη σφαίρα του δημοσίου δικαίου · οι αιτητές δεν έχουν καταδείξει το κατεπείγον ή καλό λόγο για την έκδοση του αιτουμένου διατάγματος · η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση περιλαμβάνει εξ ακοής μαρτυρία χωρίς να αποκαλύπτεται η πηγή αυτής και δεν περιλαμβάνει μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι οι αιτητές θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, ούτε και μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι οι αιτητές υπέστησαν μεγαλύτερη ζημιά από αυτήν που θα υφίσταντο αν το Διάταγμα δεν είχε εκδοθεί και η τράπεζα είχε αφεθεί στην πορεία της · οι αιτητές δεν απεκάλυψαν όλα τα ουσιώδη γεγονότα της υπόθεσης και/ή έχουν παραπλανήσει το Δικαστήριο και δεν προσήλθαν με καθαρά χέρια · το Διάταγμα εκδόθηκε λόγω έκτακτης ανάγκης και/ή δημοσίου συμφέροντος και/ή δημόσιας ωφελείας · το ισοζύγιο της ευχέρειας είναι με το μέρος των καθ' ων η αίτηση · δεν στοιχειοθετείται ούτε δικαιολογείται νομικά και ουσιαστικά η έκδοση του αιτουμένου διατάγματος ειδικότερα εναντίον του καθ' ου η αίτηση 2 και της καθ' ης η αίτηση 3, οι οποίοι δεν υπέχουν οποιαδήποτε ευθύνη κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων και ευθυνών τους και · η αίτηση είναι μάταιη και άνευ αντικειμένου ενόσω ο διορισμός του καθ' ου η αίτηση 2 ως Ειδικού Διαχειριστή των εναγομένων 1 έχει τερματιστεί στις 21.6.
  15. Την ένσταση συνοδεύει ένορκη δήλωση ίδιας ημερομηνίας του Μιχάλη Στυλιανού, ο οποίος εργάζεται στη Μονάδα Εξυγίανσης στην καθ' ης η αίτηση 3, και είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος να προβεί σ' αυτήν, γνωρίζει δε όλα τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης προσωπικά και από έγγραφα που έχει στην κατοχή του, αναφέροντας την πηγή των πληροφοριών του για τα γεγονότα που δεν γνωρίζει προσωπικά και έχοντας τη νομική συμβουλή των δικηγόρων της καθ' ης η αίτηση
  16. Παραθέτοντας με λεπτομέρεια τα ουσιώδη γεγονότα που σχετίζονται με την πιστοληπτική ικανότητα της Κυπριακής Δημοκρατίας και τις υποβαθμίσεις της από το Μάιο του 2011 μέχρι την επίτευξη πολιτικής συμφωνίας στις 16.3.2013 στο Eurogroup για την εγκαθίδρυση προγράμματος οικονομικής προσαρμογής της Κυπριακής Δημοκρατίας και τη δέσμευση της να ληφθούν πρόσθετα μέτρα για περιορισμό της οικονομικής βοήθειας, καθώς και τα γεγονότα που οδήγησαν στην έκδοση του Νόμου και του Διατάγματος, μεταξύ άλλων σχετικών Διαταγμάτων, ο ενόρκως δηλών επισημαίνει ότι με βάση το Νόμο και τα Διατάγματα για την εξυγίανση της Τράπεζας Κύπρου και της Λαϊκής Τράπεζας, η λήψη μέτρων εξυγίανσης προς το σκοπό διασφάλισης της χρηματοοικονομικής σταθερότητας του Κυπριακού τραπεζικού συστήματος στην ολότητα του, δεν θέτει τους πιστωτές και τους μετόχους τους σε δυσμενέστερη οικονομική θέση συγκριτικά με τη θέση που θα ευρίσκοντο εάν οι εν λόγω τράπεζες τίθεντο εναλλακτικά σε εκκαθάριση. Έχοντας μελετήσει την αίτηση και την ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει, ο ενόρκως δηλών αρνείται και απορρίπτει τους ισχυρισμούς των αιτητών και επαναλαμβάνοντας ουσιαστικά τους λόγους ένστασης, αναφέρει ότι ο διορισμός του εναγομένου 2 ως Ειδικού Διαχειριστή των εναγομένων 1 έχει τερματιστεί στις 21.6.2013 και ισχυρίζεται ότι το αιτούμενο προσωρινό διάταγμα αφορά πράξεις που έχουν ήδη συντελεστεί δυνάμει του Διατάγματος. Αναφορικά με τον ισχυρισμό των αιτητών περί ανεπανόρθωτης ζημιάς σε περίπτωση μη έκδοσης του αιτουμένου διατάγματος, τον οποίο απορρίπτει ο ενόρκως δηλών, ισχυρίζεται ότι αν δεν λαμβάνοντο τα μέτρα εξυγίανσης οι καθ' ων η αίτηση 1 θα κατέρρεαν με δυσμενέστερες επιπτώσεις για τους αιτητές σε σύγκριση με τις επιπτώσεις που είχαν από τα μέτρα εξυγίανσης που λήφθηκαν, δεδομένου ότι οι αιτητές είναι τελικά δανειστές και πιστωτές της τράπεζας και οι μετοχές τάξης Α αποτελούν εύλογη αποζημίωση. Άλλωστε η καθ' ης η αίτηση 3, που είναι αυτόνομη και θεσμικά ανεξάρτητη Αρχή κατέχοντας δική της περιουσία κατά πολύ μεγαλύτερη από την αξία των ισχυριζόμενων καταθέσεων των αιτητών, είναι σε θέση να αποζημιώσει πλήρως τους αιτητές σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής εναντίον της. Κατά τον ενόρκως δηλούντα, το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει καταφανώς υπέρ των καθ' ων η αίτηση καθότι τα μέτρα που υιοθετήθηκαν είχαν σκοπό τη δημόσια ωφέλεια και την αποτροπή δυσμενέστερων συνεπειών τόσο για τους αιτητές όσο και τους καταθέτες των καθ' ων η αίτηση 1 αλλά και το σύνολο του πληθυσμού της Κύπρου, ενόσω επιλέγηκε η οδός για προστασία μέρους της περιουσίας των καταθετών των καθ' ων η αίτηση 1 δεδομένου ότι η εναλλακτική οδός ήταν η οικονομική κατάρρευση τους χωρίς προστασία των καταθετών τους. Τυχόν έκδοση του αιτουμένου διατάγματος θα επιφέρει ουσιώδες πρόσκομμα στην εύρυθμη λειτουργία της διοίκησης με ανυπολόγιστα δυσάρεστες επιπτώσεις στους καθ' ων η αίτηση, στους αιτητές και στο ευρύτερο κοινωνικό σύνολο, δεδομένου ότι τα μέτρα εξυγίανσης των τραπεζών έχουν στόχο την σταθεροποίηση του χρηματοπιστωτικού τομέα. Επισημαίνοντας ότι δεν στοιχειοθετούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτουμένου διατάγματος εναντίον των καθ' ων η αίτηση 2 και 3, ο ενόρκως δηλών ζητά την απόρριψη της υπό κρίση αίτησης. Κατά την ακρόαση της αίτησης δεν αντεξετάστηκαν οι ενόρκως δηλούντες. Με τις αγορεύσεις τους οι συνήγοροι των διαδίκων υποστήριξαν τη θέση κάθε πλευράς αντίστοιχα, με αναφορά στα γεγονότα της υπόθεσης και σε νομολογία. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Jonitexo v. Adidas

(1984)1 AAΔ 263, η έκδοση ενδιάμεσου προσωρινού διατάγματος είναι θέμα που εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του εκδικάζοντος Δικαστηρίου. Σύμφωνα δε με την απόφαση Inter Depol Limited v. Kyriakos Papavassiliou Ltd
(1984)1 ΑΑΔ 769, ακόμη και αν προκύπτει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση καθώς και ορατό ενδεχόμενο να δικαιούται θεραπείας ο ενάγων, πρέπει να ικανοποιηθεί και η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, ότι δηλαδή αν δεν εκδοθεί το διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο (βλ. Κarydas Taxi Co. Ltd v. Komodikis
(1975)1 AAΔ 321, Acropol Shipping Company Ltd v. Rossis
(1976)1 ΑΑΔ 38, Constantinides v. Makriyiorghou
(1978)1 AAΔ 585, Papastratis v. Petrides
(1979)1 AAΔ 231, G. Hadjikyriacos Co. Ltd v. United Biscuits Ltd
(1979)1 AAΔ 689, Μ. & M. Transport Co. Ltd v. Eteria Astikon Leoforion Lemessou Ltd
(1981)1 AAΔ 605, Odysseos v. Pieris Estates Ltd κ.α.
(1982)1 ΑΑΔ 557, National Bank v. Motovia Ltd
(1987)1 AAΔ 303, Metro Shipping v. Global Cruises
(1989)1 ΑΑΔ 182, Ζεμενίδης ν. Ζεμενίδου
(1992)1 ΑΑΔ 54, Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 ΑΑΔ 248). Στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd κ.α. (πιο πάνω) έχει αναλυθεί με σαφήνεια το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου και έχει λεχθεί ότι προτού το Δικαστήριο εξετάσει το ισοζύγιο της ευχέρειας, συνεκτιμώντας τις περιστάσεις της υπόθεσης που έχει ενώπιον του, θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι συντρέχουν οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο αυτό. Ως προς την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση κατά την κυρίως δίκη, αναφορά γίνεται κατά κανόνα στη δικογραφία, κυρίως στην έκθεση απαιτήσεως, σε συσχετισμό με τη νομική βάση της απαίτησης. Σε σχέση με το κριτήριο της πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγων σε θεραπεία αρκεί βάσει της αποδεικτικής δύναμης της υπόθεσης υπό το φως της προσφερόμενης μαρτυρίας να καταδειχθεί μια ορατή πιθανότητα επιτυχίας, κάτι περισσότερο από απλή πιθανολόγηση αλλά πολύ λιγότερο από το «ισοζύγιο των πιθανοτήτων». Αναφορικά δε με το τρίτο κριτήριο μόνο τότε ικανοποιείται όταν δεν μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα η θεραπεία που επιζητείται. Εάν τυχόν χρηματική αποζημίωση μπορεί να αποτελέσει ικανοποιητική θεραπεία για τον ενάγοντα στο τέλος της δίκης η έκδοση ή η διατήρηση σε ισχύ του παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος αποκλείεται. Όπως λέχθηκε ωστόσο στην υπόθεση Papastratis v. Petrides (πιο πάνω) δεν λαμβάνεται υπόψη μόνο ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης αλλά και άλλα δεδομένα που μπορεί να εμποδίσουν την πλήρη απονομή της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο (βλ. και Papapetrou Bros Ltd v. Παπαπέτρου
(2003)1 ΑΑΔ 741). Είναι νομολογημένο ότι κατά την εκδίκαση αιτήσεων για παρεμπίπτοντα διατάγματα πρέπει να αποφεύγεται να λέγεται από το Δικαστήριο οτιδήποτε καθώς και να ασκείται ιδιαίτερη προσοχή ώστε να αποφευχθεί η αναφορά δηλώσεων που πιθανόν να θεωρηθεί ότι προδικάζει τα επίδικα θέματα που θα πρέπει να αποφασιστούν κατά την εκδίκαση της αγωγής (βλ. μεταξύ άλλων Jonitexo v. Adidas (πιο πάνω)). Προς εξέταση των προϋποθέσεων που πρέπει να ικανοποιούνται προς έκδοση του αιτουμένου διατάγματος στην παρούσα υπόθεση με βάση την υπάρχουσα μαρτυρία και όσα δεδομένα υπάρχουν και τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, επισημαίνεται αρχικά ότι η απαίτηση των αιτητών-εναγόντων προήλθε από τις ισχυριζόμενες παραλείψεις των καθ' ων η αίτηση 1 για την εκτέλεση εντολών των εναγόντων 1 και 2 προς αυτούς, που δόθηκαν στις 12.3.2013, σε συνάρτηση με ενέργειες των καθ' ων η αίτηση 1 που ακολούθησαν μετά την θέσπιση του Νόμου στις 22.3.2013 και του Διατάγματος στις 29.3.2013, με την εμπλοκή των καθ' ων η αίτηση 2 και 3. Παρέμειναν αναμφισβήτητα -και δόθηκαν μάλιστα γι' αυτά περισσότερες λεπτομέρειες από τους καθ' ων η αίτηση 2 και 3- τα γεγονότα αναφορικά με την τραγική κατάσταση της Κυπριακής οικονομίας, που οδήγησαν στη θέσπιση του Νόμου και των δυνάμει αυτού εκδοθέντων Διαταγμάτων που αφορούν την Τράπεζα Κύπρου καθώς και την Λαϊκή Τράπεζα. Η υπό κρίση αίτηση έχει καταχωρηθεί πριν από την έκδοση της απόφασης της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις υποθέσεις Χριστοδούλου και άλλων ν. Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου και άλλων, Υποθέσεις Αρ. 551/2013 και άλλες, ημερομηνίας 7.6.2013, που είχαν καταχωρηθεί από πρόσωπα-καταθέτες που επηρεάζοντο από τις ενέργειες των Αρχών, οι οποίες είχαν έρεισμα τον Νόμο και τα βάσει αυτού εκδοθέντα Διατάγματα, τα οποία αφορούν τόσο τη Λαϊκή Τράπεζα όσο και την Τράπεζα Κύπρου. Παρατίθεται στη συνέχεια απόσπασμα από την Ανακοίνωση του Ανωτάτου Δικαστηρίου που εκδόθηκε στις 7.6.2013, μετά την έκδοση της απόφασης της Ολομέλειας, στο οποίο αποτυπώνεται με σαφήνεια η ουσία των αποφασισθέντων: «Με την απόφαση της πλειοψηφίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου (7 εκ των 9 Δικαστών) κρίθηκε ότι οι προσφυγές δεν ανάγονται στα πλαίσια της αναθεωρητικής δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου καθ΄όσον τα δικαιώματα των καταθετών, εάν αυτοί επηρεάζονται δυσμενώς ως αποτέλεσμα των Διαταγμάτων, δεν εμπίπτουν στη σφαίρα του Δημοσίου Δικαίου, ώστε να επιτρέπουν την άσκηση αναθεωρητικού ελέγχου από το Ανώτατο Δικαστήριο. Εμπίπτουν στη σφαίρα του Ιδιωτικού Δικαίου, στο πλαίσιο ενεργοποίησης αστικής φύσεως διαδικασιών ενώπιον Επαρχιακών Δικαστηρίων εναντίον των εμπλεκομένων Τραπεζών και/ή οργάνων ή αρχών της Δημοκρατίας ή και άλλων. Σε αυτές τις διαδικασίες θα μπορούν να εξετασθούν όλες οι διαστάσεις των δικαιωμάτων που έχουν επισημανθεί στην απόφαση, με ιδιαίτερη αναφορά και στα οριζόμενα στο άρθρο 3
(2)(δ) του Νόμου ότι οι καταθέτες δεν θα ευρεθούν σε δυσμενέστερη θέση από αυτή που θα ευρίσκοντο αν οι τράπεζες είχαν τεθεί σε εκκαθάριση, αλλά και δικαιωμάτων αφορώντων σε προηγηθείσες των Διαταγμάτων ενδεχόμενες ευθύνες.» Ειδικότερα, όσον αφορά τον Νόμο και το Διάταγμα (ΚΔΠ 103/2013) που αφορά την Τράπεζα Κύπρου στην απόφαση της Ολομέλειας αναφέρθηκαν τα εξής σημαντικά (οι υπογραμμίσεις γίνονται για σκοπούς της παρούσας απόφασης): «Το Διάταγμα 103 το οποίο αφορά την Τράπεζα Κύπρου διαφέρει από το Διάταγμα 104 το οποίο αφορά τη Λαϊκή και το οποίο εφαρμόζει το μέτρο της πώλησης εργασιών δυνάμει των άρθρων 7
(1)(β) και 9 του Νόμου, κατά το ότι εφαρμόζει άλλο μέτρο εξυγίανσης, εκείνο της διάσωσης με ίδια μέσα δυνάμει των άρθρων 7
(1)(ε) και 12 του Νόμου προς το σκοπό αποκατάστασης της κεφαλαιακής επάρκειας της τράπεζας. Γίνονται προς τούτο πρόνοιες για μετατροπή ποσοστού 37.5% των καταθέσεων πέραν των €100.000 σε μετοχές τάξης Α, δέσμευση ποσοστού 22.5% των καταθέσεων πέραν των €100.000 για σκοπούς ενδεχόμενης μετατροπής του σε μετοχές τάξης Α εντός 90 ημερών, και δέσμευση του υπολοίπου ποσοστού 40% των καταθέσεων πέραν των €100.000 με όρους ως προς επιτόκια, αποπληρωμή σε περίπτωση εκκαθάρισης, προτεραιότητα ως προς άλλες υποχρεώσεις της τράπεζας και μετατροπή σε κατάθεση. Η εφαρμογή του άλλου αυτού μέτρου εξυγίανσης όμως, δεν διαφοροποιεί την κατάσταση ως προς το θέμα του εννόμου συμφέροντος των καταθετών και την εκτελεστότητα της πράξης ως προς αυτούς. Η φύση της σχέσης των καταθετών της Τράπεζας Κύπρου με την Τράπεζα Κύπρου είναι ακριβώς η ίδια με εκείνη που έχει εξηγηθεί ως προς τη σχέση των καταθετών της Λαϊκής με τη Λαϊκή. Ισχύουν λοιπόν και ως προς τους καταθέτες της Τράπεζας Κύπρου όσα ελέχθησαν ως προς τους καταθέτες της Λαϊκής, με τη διαπίστωση ότι ούτε αυτοί έχουν έννομο συμφέρον για σκοπούς προσφυγής και ότι και ως προς αυτούς το θέμα είναι ιδιωτικού και όχι δημοσίου δικαίου. Ο «επηρεασμός» των καταθέσεών τους από τις πρόνοιες του Διατάγματος ανάγεται στα μέτρα εξυγίανσης, και προς όφελος, της ίδιας της τράπεζας προς την οποία και απευθύνεται το Διάταγμα και διέρχεται επίσης μέσα από τις ενέργειες της τράπεζας και την αποτυχία της να ανταποκριθεί στις συμβατικές υποχρεώσεις της ως εκ των μέτρων εξυγίανσής της. Καθ΄όσον η συμβατική οφειλή της τράπεζας προς τον καταθέτη επηρεάζεται, ο καταθέτης είναι πρωτίστως προς την τράπεζα που θα πρέπει να στραφεί σε αστική διαδικασία, ως παραβαίνουσα τις συμβατικές υποχρεώσεις της για αποπληρωμή της κατάθεσης, με ενδεχόμενη περαιτέρω επέκταση της αστικής διαδικασίας στη Δημοκρατία, ως προκαλέσασα τον επηρεασμό της συμβατικής οφειλής δια του Διατάγματος. Στα πλαίσια εκείνα τότε είναι που θα κριθεί η νομιμότητα της όποιας παράβασης των συμβατικών υποχρεώσεων της τράπεζας, διερχόμενης μέσα από την παρέμβαση δια των ενεργειών της Πολιτείας αλλά και ενδεχομένως ευρύτερα των εμπλεκομένων Ευρωπαϊκών οργάνων και άλλων, με αναφορά και σε συνταγματικές διαστάσεις αλλά και σε διαστάσεις Ευρωπαϊκού δικαίου. Και ο έλεγχος θα περιλαμβάνει όλα όσα έχουν ήδη λεχθεί αναφορικά με τους καταθέτες της Λαϊκής, αλλά και όλα όσα έχουν ιδιαίτερη σημασία (ως εκ της διαφοράς του μέτρου εξυγίανσης) αναφορικά με τους καταθέτες της Τράπεζας Κύπρου, και δη το υποχρεωτικό της μετατροπής καταθέσεων σε μετοχές, το αιτιολογημένο της έκτασης του και την επάρκεια του ανταλλάγματος, το κατά πόσο ήταν συμφέρουσα η αποξένωση των εργασιών της Ελλάδος (Διάταγμα 96), τις προτεραιότητες και εξασφαλίσεις, το άνισο ως εκ της εξαίρεσης καταθέσεων (με ιδιαίτερη αναφορά στο Παράρτημα Δ), και την πιστότητα της αποτίμησης των περιουσιακών στοιχείων της Τράπεζας Κύπρου. Και, ευρύτερα, την όποια προηγηθείσα ευθύνη για την κατάληξη των τραπεζών στην κατάσταση που ευρέθησαν και την όποια αποτυχία κάλυψης των ασφαλισμένων καταθέσεων δυνάμει των σχετικών Σχεδίων Προστασίας Καταθέσεων, που ενδεχομένως να αντανακλούν στην έκταση των μέτρων εξυγίανσης. Ουδόλως λοιπόν επηρεάζονται τα ουσιαστικά δικαιώματα των καταθετών της Λαϊκής και της Τράπεζας Κύπρου από τη θεώρηση ότι, ως προς αυτούς εν πάση περιπτώσει, δεν υφίσταται έννομο συμφέρον για σκοπούς αναθεωρητικού ελέγχου και ότι οι αιτιάσεις τους εμπίπτουν όχι στο δημόσιο αλλά στο ιδιωτικό δίκαιο. Απεναντίας, ενώ ο αναθεωρητικός έλεγχος, ως έλεγχος νομιμότητας, έχει αναλόγως περιορισμένη εμβέλεια, οι αστικές διαδικασίες προσφέρονται ιδιαιτέρως προς διάγνωση κάθε θέματος που μπορεί να είναι σχετικό και απευθύνονται στην ουσία του πράγματος. Και σαφώς δεν πρέπει να συγχίζεται ο καθορισμός της ορθής δικαιοδοσίας με την ουσία των δικαιωμάτων. Βεβαίως, δεν πρέπει να λησμονείται ότι το αντικείμενο των αστικών διαδικασιών δεν μπορεί να είναι άλλο παρά η όποια χρηματική ζημία στους καταθέτες κατέστη προκύπτουσα από ενέργειες των τραπεζών, της Πολιτείας ή των εμπλεκομένων οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και άλλων. Και το ζητούμενο θα είναι, σε τελευταία ανάλυση, αυτό που το ίδιο το άρθρο 3
(2)(δ) του Νόμου προνοεί, εκφράζοντας, όπως είπαμε, πάγιες νομικές αρχές - το κατά πόσο η ζημία στους καταθέτες είναι μεγαλύτερη από αυτή που θα υφίσταντο αν τα διατάγματα δεν είχαν εκδοθεί και οι τράπεζες είχαν αφεθεί στην πορεία τους. Δεν θα μπορούσαν δηλαδή οι καταθέτες να ευρίσκονται σε δυσμενέστερη εκείνης θέση, όπως όμως δεν θα μπορούσαν να ευρίσκοντο ποτέ και σε ευνοϊκότερη - και τούτο πρέπει να είναι συνεχώς υπ΄όψη, διότι είναι τα δεδομένα που αφορούν την κατάσταση των τραπεζών κατά το χρόνο των Διαταγμάτων που καθορίζουν και την πραγματική αξία των καταθέσεων κατά το χρόνο εκείνο, με κυρίαρχο στοιχείο ότι οι καταθέτες δεν είναι παρά πιστωτές της τράπεζας.» Από τα πιο πάνω αποφασισθέντα από την Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου και είναι δεσμευτικά για το παρόν Δικαστήριο, αναγνωρίζεται το δικαίωμα των αιτητών-εναγόντων στην παρούσα υπόθεση να καταχωρήσουν αγωγή διεκδικώντας, ως καταθέτες στην Τράπεζα Κύπρου, χρηματική ζημιά που προέκυψε από ενέργειες της Τράπεζας «όπου θα κριθεί η νομιμότητα της όποιας παράβασης των συμβατικών υποχρεώσεων της τράπεζας (στην προκείμενη περίπτωση της Τράπεζας Κύπρου) διερχόμενης μέσα από την παρέμβαση δια των ενεργειών της Πολιτείας... με αναφορά και σε συνταγματικές διαστάσεις αλλά και σε διαστάσεις Ευρωπαϊκού δικαίου.» (βλ. σχετικά και την απόφαση μου στην Αγωγή Αρ. 3005/2013 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, μεταξύ Κώστα Σάντη και Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ κ.α., ημερομηνίας 17.7.2013). Χωρίς να προβαίνω σε αξιολόγηση της μαρτυρίας στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας, από τη μαρτυρία προβάλλει ότι οι αιτητές επικαλούνται ότι οι καθ' ων η αίτηση 1 παρέλειψαν να εκτελέσουν εντολές που τους είχαν δοθεί από τους αιτητές 1 και 2 στις 12.3.2013 για την προσθήκη των αιτητών 3 και 4 ως συνδικαιούχων στο επίδικο γραμμάτιο, με αποτέλεσμα να έχει μπλοκαριστεί -λόγω της μεταγενέστερα θεσπισθείσας προαναφερθείσας νομοθεσίας- στον επίδικο λογαριασμό το ποσό του γραμματίου, το οποίο παρέμεινε στο λογαριασμό αυτό συνεπεία της αντισυμβατικής και αμελούς συμπεριφοράς των καθ' ων η αίτηση-εναγομένων
  1. Οι καθ' ων η αίτηση 1 αντιτάσσουν στον ισχυρισμό αυτό των αιτητών ότι τα γεγονότα που αυτοί επικαλούνται είναι αόριστα, ασαφή και ανεπαρκή καθότι δεν προσφέρθηκαν σε οποιοδήποτε στάδιο, μετά τις εντολές των αιτητών 1 και 2, οι υπογραφές των αιτητών 3 και 4 ώστε να υλοποιηθεί το αίτημα τους. Εκ μέρους των καθ' ων η αίτηση 2 και 3 κύρια εισήγηση είναι ότι δεν τους αφορά η έκδοση του ζητουμένου διατάγματος εφόσον δεν στοιχειοθετείται οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα εναντίον τους, ενώ ως προς τον καθ' ου η αίτηση 2 η αίτηση είναι παντελώς ανυπόστατη εφόσον ο διορισμός του ως Ειδικού Διαχειριστή των εναγομένων 1 έχει τερματιστεί στις 21.6.
  2. Προέβαλαν, επίσης, οι καθ' ων η αίτηση τη θέση ότι η αίτηση είναι άνευ αντικειμένου εφόσον όσα προβλέπονται στο Νόμο και το Διάταγμα έχουν ήδη συντελεστεί. Κατά την αντίληψη μου, από τα αποφασισθέντα στην απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου προκύπτει ότι, η απαίτηση των αιτητών στην παρούσα αγωγή για την όποια παράβαση των συμβατικών ή άλλων υποχρεώσεων των καθ' ων η αίτηση 1 θα πρέπει να κριθεί μέσα στο πλέγμα των ενεργειών των ευρύτερα εμπλεκομένων αρχών και οργάνων της Πολιτείας καθότι ο έλεγχος του επηρεασμού της συμβατικής οφειλής θα περιλαμβάνει και «ευρύτερα, την όποια προηγηθείσα ευθύνη για την κατάληξη των τραπεζών στην κατάσταση που ευρέθησαν και την όποια αποτυχία κάλυψης των ασφαλισμένων καταθέσεων δυνάμει των σχετικών Σχεδίων Προστασίας Καταθέσεων, που ενδεχομένως να αντανακλούν στην έκταση των μέτρων εξυγίανσης». Δεν διαφεύγουν της προσοχής βέβαια πρόνοιες των άρθρων του Νόμου, όπως τα εδάφια 4, 15 και 16 του άρθρου 12 που αποστερούν το θιγόμενο από τα μέτρα εξυγίανσης μέρος της δυνατότητας να απαιτήσει χρηματική αποζημίωση από τους καθ' ων η αίτηση 1 και 3, καθώς και τα άρθρα 19, 29 και 30 που περιορίζουν την ευθύνη των καθ' ων η αίτηση 2 και 3 (λαμβανομένου υπόψη ότι κατά τον ουσιώδη για την παρούσα αίτηση χρόνο και πριν την τροποποίηση του Νόμου με τον τροποποιητικό Νόμο 97(Ι)/2013, η καθ' ης η αίτηση 3 ορίζετο ως η Αρχή Εξυγίανσης). Οι αξιώσεις των αιτητών-εναγόντων που πηγάζουν από την, κατά τον ισχυρισμό τους, αντισυμβατική και αμελή συμπεριφορά των καθ' ων η αίτηση 1 με βάση τις νομικές αρχές που επικαλούνται ότι διέπουν την εκχώρηση της επίδικης εμπρόθεσμης κατάθεσης, χωρίς δηλαδή να απαιτείται η συγκατάθεση του οφειλέτη καθώς και οι ισχυρισμοί τους περί αντισυνταγματικότητας του Νόμου και του Διατάγματος σε σχέση με τις ενέργειες των καθ' ων η αίτηση που ακολούθησαν, λαμβανομένων υπόψη και των θέσεων των καθ' ων η αίτηση, οδηγούν στην αντίληψη ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση που αφορά όλους τους καθ' ων η αίτηση, ανεξάρτητα του ότι ο διορισμός του καθ' ου η αίτηση 2 έχει πλέον τερματιστεί με δεδομένο ότι κατά τον χρόνο καταχώρησης της αίτησης αυτός υφίστατο. Τα στοιχεία άλλωστε που παραθέτουν οι καθ' ων η αίτηση σε συνάρτηση με το σύνολο της παρατεθείσας ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρίας, δεν μπορούν να αποκλείσουν την ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας της αγωγής κατά το στάδιο της δίκης, οπότε ικανοποιείται τόσο το πρώτο όσο και το δεύτερο κριτήριο που θέτει η νομολογία προς έκδοση του αιτουμένου διατάγματος. Αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση παρόλο που οι αιτητές-ενάγοντες ισχυρίζονται ότι θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά, από τα ενώπιον του Δικαστηρίου τεθέντα στοιχεία προκύπτει ότι η οποιαδήποτε ζημιά έχουν ή τυχόν θα υποστούν συνεπεία των ενεργειών των καθ' ων η αίτηση-εναγομένων μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα. Όπως επαναλήφθηκε βέβαια στην πρόσφατη απόφαση Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd, Πολ. Έφ. Αρ. 304/2008, ημερομηνίας 21.10.2011, σύμφωνα με τη νομολογία «η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, περιλαμβάνει και διάφορα άλλα μεταβλητά κριτήρια εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά, όπως έχει υποδείξει και η υπόθεση Παπαστράτης ν. Πετρίδης
(1979)1 ΑΑΔ 240.». Έχω την άποψη ότι στην παρούσα υπόθεση οι ισχυρισμοί των αιτητών-εναγόντων δεν καταδεικνύουν ότι οι οποιεσδήποτε ενέργειες των καθ' ων η αίτηση-εναγομένων είναι τέτοιας μορφής ώστε δεν θα μπορέσουν οι αιτητές-ενάγοντες να αποζημιωθούν πλήρως με χρήματα κατά το πέρας της αγωγής. Οι οποιεσδήποτε ζημιές τους είναι αποτιμητές σε χρήμα, ως και οι ίδιοι οι αιτητές αναφέρουν, νοουμένου ότι αποδειχθούν από αυτούς κατά τη δίκη. Εναπόκειται άλλωστε στους καθ' ων η αίτηση 1 και 3 να προβούν στα ανάλογα διορθωτικά μέτρα -που αφορούν ειδικότερα τη μετατροπή της επίδικης κατάθεσης σε μετοχές δυνάμει του Διατάγματος- ώστε να αποζημιωθούν οι αιτητές αν επιτύχουν στις αξιώσεις τους στο τέλος της αγωγής. Ούτε και έχουν τεθεί εκ μέρους των αιτητών τέτοια στοιχεία για την οικονομική κατάσταση των καθ' ων η αίτηση-εναγομένων που να υποστηρίζουν τη θέση ότι θα εμποδισθούν από του να ικανοποιήσουν την υπέρ αυτών τυχόν εκδοθησόμενη απόφαση, νοουμένου φυσικά ότι συνεχίσουν οι δραστηριότητες των καθ' ων η αίτηση 1 και 3 στο μέλλον ως επιδιώκεται με τα υπό συζήτηση μέτρα (βλ. και άρθρο 3 του Νόμου) και λαμβανομένου υπόψη ότι η διαδικασία εξυγίανσης των καθ' ων η αίτηση 1 δεν αποτελεί διαδικασία αφερεγγυότητας (βλ. και το άρθρο 34 του Νόμου). Διαπιστώνεται κατά συνέπεια ότι δεν έχει ικανοποιηθεί η προϋπόθεση ότι οι αιτητές-ενάγοντες εάν επιτύχουν στην αγωγή τους δεν θα μπορούσαν να αποζημιωθούν πλήρως στο μεταγενέστερο εκείνο στάδιο αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι δεν συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις προς έκδοση του αιτουμένου διατάγματος οδηγεί και στην κρίση ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι κλίνει υπέρ των αιτητών στην παρούσα υπόθεση. Ωστόσο, ακόμα και αν εθεωρείτο ότι πληρούντο και τα τρία κριτήρια, το ισοζύγιο της ευχέρειας δεν θα μπορούσε και πάλι να θεωρηθεί ότι κλίνει υπέρ των αιτητών. Αφενός δεν απεδείχθη ότι η οποιαδήποτε ζημιά των αιτητών δεν είναι θεραπεύσιμη με την καταβολή αποζημιώσεων και αφετέρου η έκδοση του αιτουμένου διατάγματος θα επηρέαζε αρνητικά την πορεία ανακεφαλαιοποίησης των καθ' ων η αίτηση 1 και κατ' επέκταση της σταθεροποίησης του χρηματοπιστωτικού τομέα. Όπως υπέδειξαν οι καθ' ων η αίτηση, τα υπό συζήτηση μέτρα, που λήφθηκαν από την Πολιτεία και οδήγησαν και στην επίδικη απαίτηση, σκοπό έχουν την προαγωγή της δημόσιας ωφέλειας και την εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος καθώς και την αποτροπή δυσμενέστερων συνεπειών τόσο για τους αιτητές όσο και όλους τους καταθέτες των καθ' ων η αίτηση 1 αλλά και το σύνολο του πληθυσμού, εν όψει του ενδεχομένου, αν δεν λαμβάνοντο τα μέτρα εξυγίανσης, να οδηγηθούν οι καθ' ων η αίτηση 1 σε οικονομική κατάρρευση που, σε συνδυασμό με την παρόμοια θέση της Λαϊκής Τράπεζας, θα οδηγούσαν την Κυπριακή Δημοκρατία σε ανυπέρβλητα δεινή οικονομική κατάσταση και πιθανώς σε χρεωκοπία, με καταστροφικές συνέπειες όχι μόνο για τους καταθέτες και πιστωτές των τραπεζών και την χρηματοπιστωτική σταθερότητα αλλά γενικότερα για το κοινωνικό σύνολο. Στην υπό κρίση αίτηση, η έκδοση του αιτουμένου διατάγματος επιδιώχθηκε όχι μόνο δυνάμει του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν. 14/60)αλλά και δυνάμει του άρθρου 4 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, που, επίσης, περιλαμβάνεται στη νομική της βάση. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Γρηγορίου κ.α. v. Χριστοφόρου κ.α. (πιο πάνω) με αναφορά στην απόφαση ABP Holdings Ltd κ.α. v. Α. Κιταλίδη κ.α. (Αρ. 2)
(1994)1 ΑΑΔ 694, το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου που θεσπίστηκε μετά την ίδρυση της Κυπριακής Δημοκρατίας, δίδει ευρύτατη εξουσία στο Δικαστήριο να εκδίδει οποιοδήποτε παρεμπίπτον, απαγορευτικό ή προστακτικό διάταγμα, όταν κριθεί δίκαιο ή πρόσφορο χωρίς να τίθεται κανένας περιορισμός. Το άρθρο 4 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, όπως και το άρθρο 5, που παρόλο ότι το επικαλούνται οι αιτητές δεν έχει σχέση με την παρούσα υπόθεση, κάνουν ειδική ρύθμιση των καταστάσεων στις οποίες αναφέρονται, χωρίς να αφαιρούν τίποτε από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Νόμου 14/60, που προσδιορίζει το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Στην υπόθεση Papastratis v. Petrides (πιο πάνω) κρίθηκε ότι μόνο όπου το αντικείμενο της αγωγής είναι το επίδικο, τυγχάνει εφαρμογής το άρθρο 4 του Κεφ. 6 και σε αντίθετη περίπτωση δεν μπορεί να εξεταστεί το άρθρο αυτό ανεξάρτητα από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Νόμου 14/
  1. Αποτελεί εισήγηση του κ. Χατζηιωάννου ότι στην παρούσα υπόθεση πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 4 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, καθώς και ότι η διατήρηση του status quo θα πρέπει να οδηγήσει το Δικαστήριο στην έκδοση του αιτουμένου διατάγματος. Έχοντας ήδη εξετάσει το θέμα στη βάση των προϋποθέσεων που απαιτούνται από το προαναφερθέν άρθρο 32 και καθοδηγούμενη από τις γενικές αρχές σχετικά με την έκδοση διαταγμάτων που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, θεωρώ ότι ούτε δυνάμει του άρθρου 4 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.6, θα ήταν δυνατόν να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, για τους λόγους που έχουν ήδη αναλυθεί πιο πάνω και ειδικότερα επειδή δεν κρίνεται αναγκαία η έκδοση του αιτουμένου διατάγματος για την παρεμπόδιση απώλειας ή ζημιάς ή δυσμενούς επηρεασμού των αιτητών. Επισημαίνεται περαιτέρω ότι, τα μέτρα, που κατά τον ισχυρισμό των αιτητών τους επηρεάζουν, τέθηκαν σε ισχύ στις 29.3.2013 ενόσω η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε στις 15.4.
  2. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Κοσμά ν. Χατζηκυπρή κ.α.
(2000)1 Α.Α.Δ. 169, υπό συνήθεις συνθήκες η έννοια του ενδιάμεσου διατάγματος είναι να διατηρηθεί το status quo ante μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης και όχι να προκαταληφθεί η έκβαση της υπόθεσης επί της ουσίας. Όπως ορθά υπέδειξαν οι καθ' ων η αίτηση η μετατροπή των καταθέσεων σε μετοχές έχει ήδη συντελεστεί ανεξάρτητα του ότι δεν ολοκληρώθηκε η διαδικασία έκδοσης των μετοχών, ενόψει των προνοιών του Νόμου και του Διατάγματος σχετικά με τον τελικό καθορισμό των ποσοστών αποκοπής των καταθέσεων. Δεν με βρίσκει σύμφωνη, άλλωστε, η εισήγηση του κ. Χατζηιωάννου ότι το Διάταγμα αποτελεί ανίσχυρη κανονιστική πράξη καθότι εκδόθηκε χωρίς εξουσία ή καθ' υπέρβαση εξουσίας ή σε αντίθεση με τον Νόμο από την καθ' ης η αίτηση 3 με αποτέλεσμα οποιαδήποτε εφαρμογή του Διατάγματος να αποτελεί παρανομία που δεν θα έπρεπε να συνεχιστεί. Όπως προκύπτει από το ίδιο το Διάταγμα, αυτό έχει εκδοθεί με βάση τις εξουσίες που παρείχοντο στην καθ' ης η αίτηση 3 δυνάμει των άρθρων 5
(1), 5
(7), 5
(12)(α), 7
(1)και 12 του Νόμου (ως ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο) κατόπιν κοινής απόφασης του Υπουργού Οικονομικών, έχοντας λάβει υπόψη τη γνώμη του τελευταίου και σχετικούς παράγοντες καθώς και έχοντας διαπιστώσει ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 6
(1)του Νόμου με γνώμονα το άρθρο 3 αυτού. Αναμφίβολα το Διάταγμα εκδόθηκε από την καθ' ης η αίτηση 3 μέσα στα πλαίσια των εξουσιών προς έκδοση οδηγιών ή διαταγμάτων που της χορηγήθηκαν από το Νόμο και δεν πρόκειται περί ανίσχυρης κανονιστικής πράξης, ως ήταν η εισήγηση του κ. Χατζηιωάννου. Υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, οι αιτητές που έχουν το βάρος απόδειξης της συνδρομής των προϋποθέσεων προς έκδοση του αιτουμένου διατάγματος, δεν το έχουν αποσείσει στο παρόν στάδιο και συνεπώς δεν δικαιολογείται η έκδοση του. Ενόψει όλων των πιο πάνω, η αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει και απορρίπτεται. Τα έξοδα, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή, επιδικάζονται εναντίον των αιτητών-εναγόντων και υπέρ των καθ' ων η αίτηση-εναγομένων 1, 2 και 3 και θα πληρωθούν στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) ........... Λ. Καουτζάνη, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΦΚ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.