MULTIPRO LTD ν. IKON DEVELOPMENTS LTD, Αρ. Αγωγής: 7461/11, 16/9/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:A310 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Τ. Παρασκευαϊδου-Καρακάννα, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 7461/11 Μεταξύ: MULTIPRO LTD Ενάγουσας -και- IKON DEVELOPMENTS LTD Εναγομένης Ημερομηνία: 16.9.2013 Αίτηση ημερομηνίας 22.6.2012 Εμφανίσεις: Για την Αιτήτρια-Εναγομένη: κ. Κ. Μιχαήλ για Δρ. Κ. Χρυσοστομίδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για την Καθ΄ ης η αίτηση-Ενάγουσα: κ. Α. Αθανασιάδου για Γεωργιάδης και Πελίδης Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η ενάγουσα, που είναι εργοληπτική εταιρεία, ανέλαβε, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της Έκθεσης Απαίτησης που κατεχώρησε, την ανέγερση επτά πολυκατοικιών προς όφελος της εναγομένης, έναντι του ποσού των Λ.Κ.2.470.000 (€4.220.256). Οι σχέσεις των δύο μερών διέπονταν από τους όρους της συμφωνίας, ημερομηνίας 8.3.
- Την 16.6.2010 ο αρχιτέκτονας του έργου εξέδωσε ενδιάμεσο πιστοποιητικό πληρωμής, αριθμός 27, για το ποσό των €311.642, πλέον Φ.Π.Α. Η εναγομένη επλήρωσε έναντι του πιο πάνω πιστοποιητικού το ποσό των €185.000 παραλείπει όμως να πληρώσει το υπόλοιπο, ήτοι €126.642 πλέον Φ.Π.Α. επί του πιο πάνω ποσού. Ενόψει της πιο πάνω παράλειψης, η ενάγουσα τερμάτισε τη μεταξύ τους συμφωνία. Η εναγομένη, κατά διάφορα διαστήματα προέβηκε σε κρατήσεις σε σχέση με τα ενδιάμεσα πιστοποιητικά τα οποία εκδίδονταν από τον αρχιτέκτονα, επί της συνολικής αξίας των εργασιών, υλικών, εμπορευμάτων και κέρδους. Τα πιο πάνω ποσά, το σύνολο των οποίων ανέρχεται σε €183.922 πλέον Φ.Π.Α. κατακρατούνται, σύμφωνα πάντα με τη θέση της ενάγουσας, παράνομα και κατά παράβαση των όρων του συμβολαίου. Η ενάγουσα αξιώνει τα πιο πάνω ποσά ως επίσης το ποσό των €28.520 πλέον Φ.Π.Α., το οποίο αντιπροσωπεύει εργασίες και/ή υλικά που έχει προσφέρει η ίδια και ή διορισθέντες υπεργολάβοι και ή προμηθευτές. Με την υπό κρίση αίτηση η εναγομένη ζητά διάταγμα για παραμερισμό και ή αναστολή της διαδικασίας λόγω ύπαρξης ρήτρας διαιτησίας. Η αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της Ελένης Κλείτου, διευθύντριας της εναγομένης εταιρείας. Η ομνύουσα αναφέρει ότι τα θέματα που έχουν ανακύψει θα έπρεπε να είχαν παραπεμφθεί σε διαιτησία, σύμφωνα με το άρθρο 36 της συμφωνίας. Στην ένορκη δήλωση επισυνάπτεται αντίγραφο της συμφωνίας. Η ενάγουσα κατεχώρησε ένσταση στην υπό κρίση αίτηση. Ισχυρίζεται ότι η απαίτηση της ενάγουσας δεν έχει το χαρακτήρα «διαφοράς» που εμπίπτει στις πρόνοιες της παραγράφου 36 της συμφωνίας. Η πληρωμή διατακτικού του αρχιτέκτονα δεν αποτελεί «διαφορά», που θα μπορούσε να παραπεμφθεί αναφορικά με το θέμα πληρωμής του σε διαιτησία με βάση τον πιο πάνω όρο. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι αποτελεί κανόνα δικαίου ότι δεν χωρεί συμψηφισμός και ή αμφισβήτηση για οποιοδήποτε λόγο, του πιστοποιητικού του αρχιτέκτονα. Η ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του Χάρη Λοϊζίδη, διευθυντή της ενάγουσας στην οποία επαναλαμβάνεται το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης και καταγράφονται οι συνθήκες κάτω από τις οποίες προέκυψαν οι αξιώσεις. Ο ομνύοντας υποστηρίζει ότι από την ένορκη δήλωση της αιτήτριας δεν προκύπτει καν ότι υπάρχει οποιαδήποτε διαφορά και «.δεν δίνεται κανένα στοιχείο και καμία λεπτομέρεια ως προς την ύπαρξη οποιασδήποτε διαφοράς». Οι δύο εκ των τριών αξιώσεων αφορούν πιστοποιητικά τα οποία έχει εκδώσει ο αρχιτέκτονας και η αιτήτρια δεν μπορεί να αμφισβητήσει τις πιστοποιήσεις του συγκεκριμένου προσώπου που είναι ο εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος της. «Σε σχέση δε με την τρίτη αξίωση για το ποσό των €28.520 πλέον Φ.Π.Α εισηγείται ότι αφ΄ ης στιγμής στην ένορκη δήλωση της αιτήτριας δεν αμφισβητείται ο ισχυρισμός ότι προσφέρθηκαν εργασίες ύψους €28.520 πλέον Φ.Π.Α, τότε η αξίωση αυτή δεν μπορεί να θεωρηθεί διαφορά». Σε περίπτωση δε που το Δικαστήριο κρίνει ότι πρόκειται περί διαφοράς εν τη εννοία του άρθρου 36 της συμφωνίας, το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια και να αναστείλει τη διαδικασία αναφορικά με την αξίωση αυτή, καθότι ο κατακερματισμός της υπόθεσης είναι ανεπιθύμητος. Στην ένορκη δήλωση επισυνάπτεται το ενδιάμεσο πιστοποιητικό 27, ως επίσης τα ενδιάμεσα πιστοποιητικά 1 μέχρι 6, 8 μέχρι 14, 17, 18, 20, 22, 23, 24 και
- Η αιτήτρια κατεχώρησε, μετά από σχετική άδεια του Δικαστηρίου, συμπληρωματική ένορκη δήλωση η οποία υπογράφεται και αυτή από την Ελένη Κλείτου. Η ομνύουσα αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι τα ενδιάμεσα πιστοποιητικά, πλην του πιστοποιητικού αρ. 27, έχουν εκδοθεί από τον επιμετρητή ποσοτήτων, δεν έχουν εγκριθεί όμως από τον αρχιτέκτονα του έργου. Η ομνύουσα επισημαίνει ότι στην Έκθεση Απαίτησης και στην ένορκη δήλωση του Χάρη Λοϊζίδη δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά για την παρουσίαση των πιστοποιητικών έμπρακτης συμπλήρωσης στην εναγομένη. Αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση με βάση το άρθρο 31
(4)(β) της συμφωνίας όπως κατά την έκδοση του πιστοποιητικού έμπρακτης συμπλήρωσης, ο αρχιτέκτονας εκδώσει πιστοποιητικό για το ήμισυ του συνόλου των ποσών τα οποία είχαν κρατηθεί. Ο εργολάβος, κατά την παρουσίαση οποιουδήποτε τέτοιου πιστοποιητικού στον εργοδότη, θα δικαιούται να πληρωθεί το ποσό αυτό. Στην υπό κρίση υπόθεση ο αρχιτέκτονας δεν έχει εκδώσει τέτοιο πιστοποιητικό και σε κάθε περίπτωση δεν έχει παρουσιασθεί από την ενάγουσα στην εναγομένη για πληρωμή. Η ενάγουσα, μετά τον τερματισμό της συμφωνίας και «.μέχρι πολύ πρόσφατα συνέχιζαν» τις εργασίες ολοκλήρωσης της ανάπτυξης και ή τις εργασίες επιδιόρθωσης κακοτεχνιών και ή λαθών. Για τις εν λόγω κακοτεχνίες η ενάγουσα ευθύνεται εξ ολοκλήρου και ή σε μεγάλο βαθμό. Στην ένορκη δήλωση παρατίθονται κάποιες λεπτομέρειες σε σχέση με τις ισχυριζόμενες κακοτεχνίες της ενάγουσας οι οποίες προκάλεσαν μεγάλη ζημιά στην εναγομένη,. Η ομνύουσα αναφέρει επίσης ότι ενώ βάσει της συμφωνίας οι εργασίες θα έπρεπε να είχαν αρχίσει την 26.3.2007 και να ολοκληρώνονταν μέχρι την 25.6.2008, το έργο δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί. Για την καθυστέρηση αυτή ευθύνεται κυρίως η ενάγουσα, η οποία υποχρεούται να καταβάλει στην εναγομένη το ποσό των €683 για κάθε ημέρα καθυστέρησης. Η ενάγουσα-καθ΄ ης η αίτηση κατεχώρησε συμπληρωματική ένορκη δήλωση προς απάντηση των πιο πάνω, η οποία υπογράφεται και αυτή από τον Χάρη Λοϊζίδη. Ο ομνύοντας παραδέχεται ότι τα πιστοποιητικά που επισυνάπτονται στην ένσταση δεν έχουν τη σφραγίδα του αρχιτέκτονα, δηλώνει όμως ότι αυτά έχουν λάβει την έγκριση του τελευταίου και βάσει αυτών έγιναν ήδη οι πληρωμές. Εν πάση όμως περιπτώσει, η απαίτηση στηρίζεται στο πιστοποιητικό αρ. 27 και στις κρατήσεις που έγιναν συνολικά και οι οποίες φαίνονται στο εν λόγω πιστοποιητικό. Αν προστεθεί το καθαρό ποσό πιστοποίησης και το ποσό των προηγουμένων πληρωμών θα έχουμε το καθαρό ποσό εργασίας. Αν το καθαρό ποσό εργασίας αφαιρεθεί από το συνολικό ποσό εργασίας και προκαταβολών, τότε θα έχουμε το ποσό των κρατήσεων συμβολαίου και προκαταβολής που ανέρχεται σε €739.595. Επισημαίνω ότι το ποσό με βάση τις πιο πάνω απλές μαθηματικές πράξεις ανέρχεται σε €749.595 και όχι €739.595, προφανώς πρόκειται για τυπογραφικό λάθος. Ο ομνύοντας ισχυρίζεται ότι εφόσον το επίδικο συμβόλαιο έχει λυθεί η ενάγουσα δικαιούται με βάση το άρθρο 27
(2)(β) της συμφωνίας να αξιώσει τη συνολική αξία της εργασίας η οποία είχε συμπληρωθεί μέχρι την ημερομηνία λύσης, συνεπώς δικαιούται και τα ποσά των κρατήσεων εφόσον και αυτά αποτελούν εκτελεσθείσες εργασίες οι οποίες έχουν πιστοποιηθεί από τον αρχιτέκτονα. Αναφέρει επίσης ότι το σύνολο των εργασιών που έπρεπε με βάση το συμβόλαιο να εκτελεσθούν, έχουν εκτελεσθεί. Σχετικά είναι τα πιστοποιητικά έμπρακτης συμπλήρωσης του συνόλου των συμφωνηθέντων εργασιών τα οποία εκδόθηκαν από τον αρχιτέκτονα. Τα πιο πάνω έγγραφα επισυνάπτονται στην ένορκη δήλωση ως τεκμήρια. Τα έγγραφα αυτά τα οποία τιτλοφορούνται «certificates of practical completion», αφορούν και τα επτά κτίρια (blocks) και τους εξωτερικούς χώρους. Σε σχέση με τους εξωτερικούς χώρους επισυνάπτεται και πιστοποιητικό συμπλήρωσης, certificate of completion. Απορρίπτει τους ισχυρισμούς της ομνύουσας Ελένης Κλείτου περί παραλείψεων και κακοτεχνιών, πρόκειται για εκ των υστέρων σκέψεις της εναγομένης για αποφυγή των υποχρεώσεων της και ισχυρίζεται ότι έγιναν κάποιες «αναβαθμίσεις» στο έργο τόσο από την ενάγουσα όσο και από τρίτα πρόσωπα. Κατά τη συμπλήρωση των αναβαθμίσεων προέκυψαν εργασίες επιδιόρθωσης και συντήρησης τις οποίες ο αρχιτέκτονας τους εζήτησε να εκτελέσουν. Οι εργασίες αυτές συνεχίστηκαν και μετά τη λύση της εργασίας. Ο τρόπος έκδοσης των πιστοποιητικών περιγράφεται στον όρον της επίδικης συμφωνίας. Ο εργολάβος υποβάλλει προς τον αρχιτέκτονα, με αντίγραφο προς τον Επιμετρητή Ποσοτήτων, λεπτομερή αίτηση η οποία αναφέρει τον υπολογισμό του ποσού το οποίο οφείλεται εις αυτόν από τον εργοδότη. Ο αρχιτέκτονας, κατόπιν τούτου, λαμβάνοντας υπόψη τη σχετική υπόδειξη του επιμετρητή ποσοτήτων εκδίδει κάποιο ενδιάμεσο πιστοποιητικό στο οποίο καταγράφεται το ποσό το οποίο οφείλεται προς τον εργολάβο από τον εργοδότη. Ο εργολάβος δικαιούται να πληρωθεί το ποσό αυτό εντός του χρονικού ορίου που καθορίζεται στη συμφωνία. Στην παρούσα περίπτωση η πιο πάνω διαδικασία ακολουθήθηκε και ο αρχιτέκτονας εξέδωσε το πιστοποιητικό αρ. 27 επί του οποίου βασίζονται οι δύο εκ των τριών αξιώσεων της ενάγουσας. Επισημαίνω, με βάση το περιεχόμενο του πιστοποιητικού αυτού, ότι το ποσό που εγκρίθηκε ήταν €311.642, ο αρχιτέκτονας είχε αποκόψει €10.000 από το ποσό που αρχικά υποβλήθηκε. Ο αρχιτέκτονας δεν ενέκρινε το ποσό που αφορούσε την αφαίρεση των κρατήσεων του συμβολαίου και προκαταβολής το ποσό όμως αυτό εύκολα υπολογίζεται ως αναφέρει ο ομνύοντας Χάρης Λοϊζίδης με βάση τα στοιχεία που ήδη περιλαμβάνονται στο πιστοποιητικό και παραθέτω ανωτέρω. Η παρούσα αίτηση βασίζεται στον όρο 36 της συμφωνίας ο οποίος τιτλοφορείται «Επίλυση διαφορών». Ο όρος αυτός τυγχάνει εφαρμογής σε περίπτωση που αναφύεται «.οποιαδήποτε αμφισβήτηση ή διαφορά μεταξύ του εργοδότη ή του αρχιτέκτονα εκ μέρους του αφ΄ ενός και του εργολάβου αφετέρου», εις ότι αφορά: «(α) την δομή του παρόντος Συμβολαίου, ή (β) οποιοδήποτε θέμα ή πράγμα οποιασδήποτε φύσης το οποίο αναφύεται με βάση ή σε σχέση με τον παρόν Συμβόλαιον και/ή σε σχέση με την εκτέλεση των Εργασιών συμπεριλαμβανομένων οποιουδήποτε θέματος ή πράγματος το οποίο επαφίεται βάσει του παρόντος Συμβολαίου εις την κρίση του Αρχιτέκτονα ή της κατακράτησης από τον Αρχιτέκτονα οποιουδήποτε Πιστοποιητικού το οποίο ο εργολάβος δύναται να ισχυρισθεί ότι το δικαιούται ή της ρύθμισης του ποσού συμβολαίου βάσει του άρθρου 31
(6)(γ) των παρόντων όρων ή των δικαιωμάτων και των ευθυνών των μερών εις το παρών Συμβόλαιον βάσει των άρθρων 26, 27, 33, 34 των παρόντων όρων ή της παράλογης είτε προβολής ένστασης είτε άρνησης παροχής συγκατάθεσης ή συμφωνίας από τον εργοδότη ή τον αρχιτέκτονα εκ μέρους του ή από τον εργολάβο, τότε το θέμα τέτοιας αμφισβήτησης ή διαφοράς θα υποβάλλεται εγγράφως από οποιοδήποτε μέρος ή και από τα δύο μέρη, ανάλογα με την περίπτωση, εις τον αρχιτέκτονα (με ρητή αναφορά εις το ότι η υποβολή αυτή γίνεται συμφώνως προς τις πρόνοιες της παρούσας παραγράφου του παρόντος άρθρου και, ανάλογα με την περίπτωση, με αντίγραφο προς το άλλο μέρος) προς επίλυση και έκδοση από τον ίδιο γραπτής σχετικής απόφασης (εις το εξής καλουμένη «η Απόφαση του Αρχιτέκτονα»)». Η επίλυση της διαφοράς γίνεται σε δύο στάδια. Αρχικά το θέμα της διαφοράς παραπέμπεται στον αρχιτέκτονα του έργου προς επίλυση και έκδοση γραπτής σχετικής απόφασης. Η απόφαση του αρχιτέκτονα είναι τελεσίδικη και δεσμευτική για τα δύο μέρη εκτός αν είτε ο εργολάβος είτε ο εργοδότης, εντός 28 ημερών από τη λήψιν της απόφασης, «προβάλει ένσταση είτε ως προς το σύνολο είτε ως προς κάποιο μέρος της απόφασης εις την οποίαν περίπτωση ή εις περίπτωση όπου ο αρχιτέκτονας για οποιονδήποτε λόγο παραλείψει να συμπληρώσει και κοινοποιήσει την απόφαση του προς τα μέρη όπως προαναφέρεται». Σε τέτοια περίπτωση το ενδιαφερόμενο μέρος θα δικαιούται με γραπτή ειδοποίηση προς το άλλο μέρος να αξιώσει την άμεση παραπομπή της αμφισβήτησης ή διαφοράς εις διαιτησία. Με βάση τα πιο πάνω προκύπτει ότι πρώτος κριτής της διαφοράς είναι ο ίδιος ο αρχιτέκτονας και μόνο σε περίπτωση που η απόφαση του δεν ικανοποιήσει ένα εκ των δύο μερών ή δεν κοινοποιηθεί σε αυτούς, η διαφορά παραπέμπεται για επίλυση από άλλο τρίτο πρόσωπο. Το άρθρο 8 του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ. 4 διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «Αv oπoιoσδήπoτε συμβαλλόμενος σε συvυπoσχετικό ή oπoιoδήπoτε πρόσωπo πoυ πρoβάλλει αξίωση μέσω του ή βάσει oδηγιώv τoυ, αρχίζει oπoιαδήπoτε διαδικασία εvώπιov Δικαστηρίoυ κατά oπoιoυδήπoτε άλλoυ πρoσώπoυ πoυ είvαι συμβαλλόμεvoς στo συvυπoσχετικό ή κατά oπoιoυδήπoτε πρoσώπoυ πoυ πρoβάλλει αξίωση μέσω ή βάσει oδηγιώv τoυ, αvαφoρικά με oπoιoδήπoτε από τα θέματα πoυ συμφωvήθηκε vα παραπεμφθoύv σε διαιτησία, τότε oπoιoσδήπoτε από τoυς διαδίκoυς στηv εv λόγω διαδικασία δύvαται oπoτεδήπoτε μετά τηv εμφάvιση, και πριv παραδώσει oπoιεσδήπoτε γραπτές προτάσεις ή πρoβεί σε oπoιoδήπoτε άλλo στάδιo της διαδικασίας, vα απoταθεί στo Δικαστήριo για αvαστoλή της διαδικασίας και τo Δικαστήριo δύvαται vα εκδώσει διάταγμα για αvαστoλή της διαδικασίας αv ικανοποιηθεί ότι δεv υπάρχει λόγoς πoυ vα δικαιoλoγεί τη μη παραπoμπή τoυ θέματoς σε διαιτησία σύμφωvα με τo συvυπoσχετικό και ότι o αιτητής ήταv, όταv άρχισε η διαδικασία, και εξακoλoυθεί vα είvαι έτoιμoς και πρόθυμoς vα πράξει οτιδήποτε τo αvαγκαίo για τηv καvovική διεξαγωγή της διαιτησίας. Η ύπαρξη ρήτρας διαιτησίας από μόνη της δεν αρκεί για να υπάρξει αναστολή της δικαστικής διαδικασίας. Ως αναφέρθηκε χαρακτηριστικά στην απόφαση Steamer Shipping Co Ltd v Sibyl Trading & Shipping Ltd κ.α[1]: «.Η ρήτρα διαιτησίας, εκφράζοντας τη συμφωνία των μερών, έχει μόνο τέτοια και τόση έκταση όση της δίνουν οι όροι της και όχι άλλη ή περισσότερη. Στην προκειμένη περίπτωση η ρήτρα διαιτησίας καλύπτει «any dispute», δηλαδή «οποιαδήποτε διαφορά», και δεν είναι ακόλουθο ότι οποιαδήποτε απαίτηση συνιστά αναγκαστικά και dispute ή διαφορά ούτε, .ότι οποιαδήποτε απαίτηση έχει ως γενεσιουργό αιτία τη μη τήρηση των όρων της συμφωνίας συνιστά «dispute»». Και στην υπόθεση Skaliotou v Pelekanos[2]: «.With respect to counsel's argument, a mere reference to arbitration is not sufficient, and it was up to the affiant to point out clearly what was actually the dispute in more specific language, because once the plaintiff instituted proceedings, and the defendant was relying on paragraph 14
(1)c) containing the arbitration clause, it was up to him to pinpoint to the trial judge the precise nature of dispute which was arisen between the parties in order to obtain a stay of proceedings[3]». Για να υπάρχει διαφορά «αυτή πρέπει να αφορά είτε τα γεγονότα που στοιχειοθετούν την ευθύνη ή την υποχρέωση, είτε στις νομικές επιπτώσεις των εν λόγω γεγονότων[4]». Καθοδηγητική επί του θέματος είναι η απόφαση Tradax v Gueensea Marine Co[5]: «A dispute presupposes disagreement about facts relevant to liability of the parties or the implications of such facts in law .The object of arbitration is not to provide a substitute for the coercive powers of the Court to order the discharge of contractual or other obligations. Arbitration is merely an alternative forum for the elucidation of the parties. In this case, no question ever arose between the parties about the liabilities of the defendants nor is presently a dispute pending between them. In the absence of a dispute the arbitration clause was inapplicable and the right of the plaintiffs to have recourse to the Court cannot be suspended defeated or by reference thereto». Το θέμα εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου το οποίο πρέπει να αποφασίσει ποια είναι η υπό τις περιστάσεις η ορθή διαδικασία. Ως αναφέρθηκε χαρακτηριστικά στη Heynan and Another v Darwins Ltd[6] από τον Lord Wright: «The Arbitration Act 1889, s 4 makes the power of the court to stay an action under the arbitration clause a matter of discretion and not ex debito justitiae. Though the dispute is clearly within the arbitration clause, the court "may" still refuse to stay if, on the whole, that appears to be the better course. The court must, however, be satisfied on good grounds that it ought not to stay. The onus of thus satisfying the court in on the person opposing the stay, because in a sense he is seeking to get out of his contract to refer, though, in truth, an arbitration clause is not of strict obligation, because it is, under sect. 4 always subject to the discretion of the Court[7]». Και στην υπόθεση Freeman & Sons v Chester Rural District Council[8]: «.It remains that s.4 of the Arbitration Act, 1889, gives a discretion, and that in two ways, namely,
(1)the words are permissive, not imperative, for the verb is "may make", not "shall make", and
(2)the jurisdiction to stay the proceedings arises if the Court is satisfied that there is no sufficient reason why the matter should not be referred in accordance with the submission". Over and above the contractual rights, therefore, there exists this discretion in the Court». Στρεφόμενη τώρα στα γεγονότα της υπό κρίση υπόθεσης επισημαίνω ότι στην αίτηση που καταχωρήθηκε καμία αναφορά γίνεται σε «διαφορά» μεταξύ των μερών. Από την ένορκη δήλωση που καταχωρήθηκε προς υποστήριξη της αίτησης διαφαίνεται ότι η ομνύουσα θεωρούσε ότι οποιαδήποτε αξίωση θα έπρεπε να παραπεμφθεί σε διαιτησία. Στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση που κατεχώρησε, αφού πρώτα είχε προηγηθεί η ένσταση της ενάγουσας όπου επισημαίνεται το γεγονός αυτό, ήτοι ότι η απαίτηση της δεν έχει τον «χαρακτήρα διαφοράς» που θα δικαιολογούσε την παραπομπή του ζητήματος σε διαιτησία, εγείρεται για πρώτη φορά θέμα κακοτεχνιών, λαθών και καθυστερήσεων εκ μέρους της ενάγουσας. Οι ισχυρισμοί αυτοί παρατίθονται με γενικό και αόριστο τρόπο και προβάλλονται με διαζευκτικό τρόπο. Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα από την παράγραφο 7.4 της ένορκης δήλωσης της κας Κλείτου: «.Για τις εν λόγω κακοτεχνίες και ή λάθη η ενάγουσα ευθύνεται εξ ολοκλήρου και ή σε μεγάλο βαθμό και η εναγομένη επιφυλάσσει τα δικαιώματα της τόσο έναντι της ενάγουσας όσο και έναντι οποιωνδήποτε τρίτων προσώπων». Τα κατ΄ ισχυρισμό λάθη και κακοτεχνίες δεν έχουν συνδεθεί με οποιονδήποτε τρόπο με τις δύο αξιώσεις της ενάγουσας που εδράζονται επί πιστοποιητικού που εκδόθηκε από τον αρχιτέκτονα του έργου και της τρίτης αξίωσης της για καταβολή του ποσού των €28.
- Η αναφορά δε της κας Κλείτου σε προβλήματα που δημιουργήθηκαν μετά την καταχώρηση της αγωγής, στο εξωτερικό μέρος της πολυκατοικίας 3 και σε κάποιες άλλες πολυκατοικίες δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη και να συνδεθούν με τις επίδικες αξιώσεις της ενάγουσας. Επισημαίνω ότι τα κατ΄ ισχυρισμό προβλήματα δημιουργήθηκαν πολλούς μήνες μετά την έκδοση του πιστοποιητικού αρ.
- Υπενθυμίζω δε, ότι σύμφωνα με τις ρητές πρόνοιες της συμφωνίας τα πιστοποιητικά, συμπεριλαμβανομένου και του πιστοποιητικού αρ. 27 θα έπρεπε να είχαν εξοφληθεί εντός 14 ημερών από την ημέρα παρουσίασης τους. Σε σχέση δε με το θέμα της καθυστέρησης θα ήθελα να παρατηρήσω ότι ενώ το έργο δεν έχει μέχρι σήμερα ολοκληρωθεί ενώ θα έπρεπε να είχε ολοκληρωθεί μέχρι τη 25.6.08, σύμφωνα πατά με την ομνύουσα Έλενα Κλείτου, κανένα στοιχείο έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου ότι η εναγομένη είχε υποβάλει κάποιο παράπονο για το θέμα αυτό στον εργολάβο ή στον αρχιτέκτονα, πριν την καταχώρηση της παρούσας αγωγής. Οποιαδήποτε τυχόν απαίτηση για καταβολή αποζημιώσεων λόγω λαθών, κακοτεχνιών και καθυστέρησης δεν θα μπορούσε να συνδεθεί και συμψηφισθεί με τη διαταγή για τη πληρωμή βάσει του πιστοποιητικού που εξέδωσε ο αρχιτέκτονας[9]. Τέλος θα ήθελα να παρατηρήσω, σε σχέση με το πιστοποιητικό αρ. 27 ότι ενώ είχε εκδοθεί από τον αρχιτέκτονα του έργου την 11.6.2010, η εναγομένη ουδέποτε το αμφισβήτησε και ουδέποτε παρέπεμψε το θέμα για επίλυση με βάση τον όρον 36 της συμφωνίας. Αντιθέτως κατέβαλε το μεγαλύτερο μέρος αυτού, ήτοι €185.
- Με βάση όλα τα πιο πάνω καταλήγω ότι οι πρώτες δύο αξιώσεις ήτοι για καταβολή του ποσού των €126.642 πλέον Φ.Π.Α και €183.922 πλέον Φ.Π.Α. δεν αποτελούν «διαφορές» οι οποίες θα έπρεπε να επιλυθούν με βάση τον όρον 36 της συμφωνίας. Σε σχέση με την τρίτη αξίωση για το ποσό των €28.520 πλέον Φ.Π.Α καταλήγω ότι αυτή θα μπορούσε να θεωρηθεί «διαφορά» εν τη εννοία του άρθρου 36 της συμφωνίας λαμβάνοντας όμως υπόψη ότι αφορά το ίδιο έργο, την ίδια συμφωνία πιστεύω ότι δεν θα ήταν ορθός ο κατακερματισμός της υπόθεσης καθότι αυτό θα προκαλούσε στα δύο μέρη περιττή δαπάνη και ταλαιπωρία[10]. Ασκώντας τη διακριτική μου ευχέρεια κρίνω ότι και αυτή η αξίωση θα πρέπει να επιλυθεί στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας. Η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα ως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ της ενάγουσας-καθ΄ ης η αίτηση και εναντίον της αιτήτριας-εναγομένης. (Υπ.) Τ. Παρασκευαϊδου-Καρακάννα, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΝ [1]
(1999)1 Β Α.Α.Δ. 1069. [2]
(1976)1 CLR 251, 262-263. [3]
(1976)1 CLR 251, 262-263. [4] Oterom Ltd v Κυριάκου Ζ. Χριστοδουλίδη
(2002)1 Β Α.Α.Δ. 1081. [5]
(1986)1 CLR
- [6] [1942] 1 All E.R. 337,
- [7] Βλέπετε επίσης σχετικά Union of India v Aaby's Rederi A/S [1974] 2 All E.R. 874 H.L. [8] [1911] 1 KB
- [9] Henriksens Rederi A/S v T.H.Z. Rolimpex (The "Brede") [1973] 2 Lloyd's Rep. 333 και Bulfracht v Third World Steel Company
(1993)1 AAΔ 148. [10] Oterom Ltd v Κυριάκου Ζ. Χριστοδουλίδη
(2002)1 Β Α.Α.Δ. 1081. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο