← Κύπρος

Σωτήρη Προδρόμου Κοντού ν. Συμβούλιο Κεντρικού Σφαγείου κ.α., Αρ. Αγωγής: 7922/07, 30/9/2013

Σωτήρη Προδρόμου Κοντού ν. Συμβούλιο Κεντρικού Σφαγείου κ.α., Αρ. Αγωγής: 7922/07, 30/9/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:A336 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. Παπαμιχαήλ, A.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 7922/07 Μεταξύ:- Σωτήρη Προδρόμου Κοντού Ενάγοντα Και Συμβούλιο Κεντρικού Σφαγείου Εναγομένου Και ως ετροποποιήθη δυνάμει διατάγματος ημερομηνίας 26.11.2009 Σωτήρη Προδρόμου Κοντού Ενάγοντα Και

  1. Συμβούλιο Κεντρικού Σφαγείου
  2. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Εναγομένων ---------------------------------- Αίτηση ημερομηνίας 11.6.2013 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 30.09.2013 Εμφανίσεις: Για Αιτητή: κος Ρ. Βραχίμης (για να ακούσει απόφαση κος Γ. Κυριάκου) Για Καθ΄ ου η Αίτηση 1: κος Ν. Οικονομίδης για κο Κ. Μιχαηλίδη Για Καθ΄ ου η Αίτηση 2: κα Δ. Νικολάτου με κα Παπακυριακού ---------------------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε στις 4.7.
  3. Ορίστηκε για ακρόαση διαδοχικά στις 13.1.11, αφού συμπληρώθηκαν τα δικόγραφα, και στη συνέχεια στις 25.5.11, στις 9.11.11, στις 6.3.12, στις 25.6.12, στις 12.12.12, στις 11.3.13, στις 23.5.13 και στις 10.6.13 οπότε κατά την τελευταία ημερομηνία που η υπόθεση ήταν ορισμένη για ακρόαση ο κ. Βραχίμης αιτήθηκε αναβολής με σκοπό να καταχωρήσει την παρούσα επίδικη αίτηση αφού προηγουμένως παρέλειψε να συμμορφωθεί με διάταγμα αποκάλυψης και ήταν φανερό ότι κατά την ακροαματική διαδικασία θα αντιμετώπιζε πρόβλημα καταχώρησης των εγγράφων που είχε στην κατοχή του ο ενάγοντας. Το Δικαστήριο, με πολύ δισταγμό, όρισε την αγωγή για οδηγίες στις 17.6.13 για να δοθεί χρόνος στον κ. Βραχίμη να καταχωρήσει αίτηση παράτασης του χρόνου αποκάλυψης εγγράφων, πράγμα το οποίο ο κ. Βραχίμης έπραξε με την καταχώρηση της παρούσας αίτησης στις 11.6.
  4. Με την αίτησή του ο ενάγων-αιτητής εξαιτείται: «Α Απόφαση και/ή Διάταγμα με το οποίο να παρατείνεται ο χρόνος ισχύος των Διαταγμάτων αποκάλυψης και/ή επιθεώρησης εγγράφων ημερομηνιών 03/03/08 εν σχέσει με τον Εναγόμενο 1 και 04/03/10 εν σχέσει με τον Εναγόμενο 2 από των Αιτούντα, για οποιαδήποτε περίοδο το Σεβαστό Δικαστήριο ήθελε θεωρήσει πρέπων και/ή δίκαιο υπό τις περιστάσεις. Β Απόφαση και/ή Διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται όπως η ένορκος δήλωση αποκάλυψης εγγράφων γίνει εκ μέρους του Ενάγοντα - Αιτούντα εντός 3 ημερών από την έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος παράτασης χρόνου και/ή εντός χρονικού διαστήματος που το Σεβαστό Δικαστήριο θα θεωρήσει ως εύλογο και δίκαιο υπό τις περιστάσεις. Γ Απόφαση και/ή Διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται όπως η επιθεώρηση εγγράφων γίνει με παράδοση φωτοτυπιών των προς επιθεώρηση εγγράφων οι οποίες φωτοτυπίες θα επιδοθούν στους ενάγοντες μαζί με την ένορκο δήλωση αποκάλυψης εγγράφων. Δ Οποιαδήποτε άλλη και/ή περαιτέρω διαταγή που το Σεβαστό Δικαστήριο ήθελε θεωρήσει ως ορθή, λογική και δίκαια υπό τις περιστάσεις. Ε Έξοδα της παρούσας αίτησης πλέον ΦΠΑ». Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του ενάγοντα-αιτητή κ. Σωτήρη Προδρόμου. Σχετικές με την αιτιολογία που δίδεται ως προς την παράλειψη συμμόρφωσης με την καταχώρηση ενόρκων δηλώσεων αποκάλυψης είναι οι παράγραφοι 4 - 13 της ένορκης δήλωσης του κ. Σωτήρη Προδρόμου τις οποίες παραθέτω αυτούσιες: «
  5. Όπως με πληροφορεί ο κ. Ρ. Βραχίμης, ο Δικηγόρος που χειρίζεται τώρα την υπόθεση μου, αλλά και όπως φαίνεται από τον φάκελο της υπόθεσης του Δικαστηρίου, το Δικαστήριο εξέδωσε διατάγματα αποκάλυψης και επιθεώρησης εγγράφων, τόσον αναφορικά με τον εναγόμενο 1 (στις 03/03/08) όσον και αναφορικά με τον Εναγόμενο 2 (στις 04/03/10).
  6. Όπως με πληροφορεί ο κ. Ρ. Βραχίμης, τις διαδικασίες πριν την ακρόαση των υποθέσεων του γραφείου μου τις χειρίζονταν άλλοι δικηγόροι που διεκπεραιώνουν πρώτες εμφανίσεις εκ μέρους του.
  7. Όπως με πληροφορεί ο κ. Ρ. Βραχίμης, κατά την έκδοση των διαταγμάτων για αποκάλυψη και επιθεώρηση εγγράφων οι Δικηγόροι που εμφανίζονταν εκ μέρους του γραφείου του κ. Βραχίμη, εκ παραδρομής ή παρανόησης ή απειρίας, αλλά και επειδή ουδέποτε επιδόθηκαν τα εν λόγω διατάγματα στο γραφείο του κ. Βραχίμη, αντί να με καλέσουν να προβώ σε ένορκο αποκάλυψη όλων των εγγράφων που είχα στην κατοχή μου, προχώρησαν σε απλή παράδοση στους αντίδικους δικηγόρους, της δέσμης των σχετικών εγγράφων που ήδη βρίσκονταν στον φάκελο του γραφείου.
  8. Κατά την προετοιμασία της υπόθεσης μου με τον κ. Βραχίμη, για σκοπούς διαφάνειας και διευκόλυνσης προς όλους τους παράγοντες της δίκης, προετοιμάσαμε γραπτή δήλωση την οποία και αποστείλαμε στους αντίδικους δικηγόρους.
  9. Κατά την διάρκεια αυτής της προετοιμασίας ο κ. Βραχίμης μου ζήτησε να του προσκομίσω οτιδήποτε θεωρούσα σχετικό με την υπόθεσή μου. Εγώ είπα στον κ. Βραχίμη ότι, εκτός των ιατρικών εκθέσεων, αποκομμάτων εφημερίδων, και βιβλίων και καταστάσεων των ψηφισμένων ζώων μου, αναλύσεων και επισήμων εγγράφων που είχα παραδώσει προ πολλού στους δικηγόρους του γραφείου του και βρίσκονταν στον φάκελο του γραφείου του, είχα στην κατοχή μου και κάποια παγούρια, κάποιες φωτογραφίες του κοπαδιού μου και του ρυακιού κατά τον χρόνο του θανατικού, και κάποια πρακτικά της Βουλής τα οποία και μου απέστειλαν από το Κίνημα Οικολόγων Περιβαλλοντιστών με το ταχυδρομείο περί το τέλος του
  10. Ο κ. Βραχίμης θεώρησε ότι θα έπρεπε να τα χρσιμοποιήσουμε και τα τρία αυτά νέα πράγματα που του ανέφερα για την προώθηση της υπόθεσής μου και παρά το γεγονός ότι θα μπορούσε να καλέσει ανεξάρτητους μάρτυρες για να καταθέσουν τα τεκμήρια αυτά (εργάτες του σφαγείου, φωτογράφο και λειτουργό της Βουλής), θεωρούσε ότι είχε δεοντολογική και νομική υποχρέωση και καθήκον να τα αποκαλύψει στους αντιδίκους δικηγόρους πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας.
  11. Ο κ. Βραχίμης με πληροφόρησε ότι επειδή τα παγούρια έχουν ετικέτες, αυτά είναι έγγραφα οπότε χρήζουν αποκάλυψης, ότι οι φωτογραφίες του κοπαδιού μου θα βοηθούσαν το Δικαστήριο να έχει παραστάσεις της τότε υφιστάμενης κατάστασης και πως τα ερωτήματα που τέθηκαν από την Βουλή των Αντιπροσώπων και οι απαντήσεις του αρμοδίου Υπουργού είναι σχετικές με την θέση του Εναγόμενου 2 στην δίκη.
  12. Αυτά τα τεκμήρια δεν τα είχε υπ΄ όψιν του ο κ. Βραχίμης, ούτε βρίσκονταν στον φάκελο της υπόθεσης του γραφείου και έλαβε γνώση τους για πρώτη φορά επειδή αναφέρθηκαν και προέκυψαν κατά την λεπτομερή συζήτηση την υπόθεσης μαζί μου στη συνάντηση που είχαμε για την προετοιμασία της γραπτής μου δήλωσης.
  13. Επειδή ο κ. Βραχίμης δεσμεύτηκε στους αντίδικους δικηγόρους ότι θα είμαι ο πρώτος μάρτυρας, για σκοπούς πλήρους αποκάλυψης των εγγράφων που προτίθεμαι να χρησιμοποιήσω στην δίκη, έστω και αν δεν έχω εγώ τον έλεγχο όλων τους, και παρ΄ όλον που θα μπορούσαν τα έγγραφα αυτά να κατατεθούν από άλλα πρόσωπα που επίσης τα έχουν στην κατοχή τους, είναι ορθότερο και δικαιότερο να δοθεί παράταση χρόνου από το δικαστήριο για ένορκο αποκάλυψή τους, ούτως ώστε να μπορέσω να τα καταθέσω εγώ στο Δικαστήριο από την αρχή, και να μπορώ να τα σχολιάσω.
  14. Είναι φανερό πώς καμία ζημιά δεν θα προκληθεί στην υπεράσπιση με την καταχώριση ενόρκου δηλώσεως για αποκάλυψη των εγγράφων που έχω στην κατοχή μου ή των οποίων την κατοχή θα μπορέσω να αποκτήσω σε αυτό το στάδιο και πριν την έναρξη της δίκης, αλλά αντίθετα θα τους βοηθήσει να γνωρίζουν όλο το μαρτυρικό υλικό και να προετοιμαστούν καλύτερα για την αντεξέταση». Στο αίτημα έχουν ενστεί αμφότεροι οι εναγόμενοι με σωρεία λόγων ένστασης. Ενδεικτικά αναφέρω ότι ενίστανται στο ότι η αίτηση είναι νομικά αβάσιμη, το αίτημα δεν δικαιολογείται, η αίτηση είναι καταχρηστική και υποβάλλεται με υπέρμετρη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση. Συνιστά δε η συμπεριφορά του ενάγοντα-αιτητή πλήρη αδιαφορία για τη δικαστική διαδικασία. Όσον αφορά τα έγγραφα που επιχειρείται να αποκαλυφθούν, αυτά είτε δεν αποτελούν ιδιοκτησία του ενάγοντα και είναι άγνωστο πώς βρέθηκαν στην κατοχή του (παγούρια), είτε ήταν στην κατοχή του εδώ και τουλάχιστον 3 χρόνια (φωτογραφίες και πρακτικά της Βουλής). Η επίκληση απλά της αμέλειας ή της απειρίας των δικηγόρων που χειρίζονταν την υπόθεση δεν μπορεί να θεωρηθεί καλός λόγος για να παραχωρηθεί η αιτούμενη θεραπεία η οποία επηρεάζει τη δίκαιη δίκη με την καθυστέρηση με την οποία υποβάλλεται και η οποία είναι αντίθετη με τη συνταγματική επιταγή (άρ. 30

(2)) της διεκπεραίωσης της δικαστικής διαδικασίας σε σύντομο χρόνο. Το θέμα της παράτασης των προθεσμιών διέπεται από τη Δ.57 θ.2 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Στην καθοδηγητική επί του θέματος απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Αντρέα Λυσιώτη ν. Κυπριακής Δημοκρατίας,
(2001)1 ΑΑΔ 364, έγινε επισκόπηση της σχετικής νομολογίας και τέθηκαν οι αρχές κάτω από τις οποίες ασκείται η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου για παράταση των προθεσμιών. Το ακόλουθο απόσπασμα είναι σχετικό: «1. Η προεξάρχουσα αρχή είναι ότι η σχετική εξουσία του δικαστηρίου αποτελεί ζήτημα διακριτικής ευχέρειας (Loizou v. Konteatis
(1968)1 C.L.R. 291, 293 και Schafer v. Blyth
(1920)3 K.B. 143). Η εξουσία αυτή πρέπει να ασκείται δικαστικά και να λαμβάνονται υπόψη όλα τα ουσιώδη περιστατικά της υπόθεσης. Ανάμεσα στα περιστατικά πρωτεύουσα θέση κατέχει η ύπαρξη ή όχι ικανοποιητικής δικαιολογίας για την παράλειψη του αιτητή να κάμει μέσα στις καθορισμένες προθεσμίες αυτό που τώρα επιζητεί να κάμει (Λυρατζής ν. Χαραλάμπους κ.α.
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ., 193, Loizou (πιο πάνω), Cyprian Seaway Agencies v. Republic
(1981)3 C.L.R. 271). 2. Οι τασσόμενες προθεσμίες αποτελούν βασικό υποστήριγμα του νομικού μας συστήματος για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης (Μιχαηλίδης Χρίστου, Πολιτική Έφεση 9626/25.11.96, Κληρίδη ν. Σταυρίδη, Πολιτικές Εφέσεις 8919 και 9064/21.10.97, και Βαρδιάνου ν. Richards, Πολιτική Έφεση 9112/14.4.98). Όπου ο νομοθέτης θέτει προθεσμίες για τη λήψη διαδικαστικών μέτρων οι πρόνοιες αναφορικά με τις προθεσμίες πρέπει να εφαρμόζονται αυστηρά. Η τήρηση τους εξυπηρετεί άμεσα τα συμφέρονται της δικαιοσύνης. Πρόκειται για ζήτημα που συνδέεται με το δημόσιο συμφέρο για την τελεσιδικία και επηρεάζει άμεσα τα συμφέροντα των διαδίκων. Από τη συμμόρφωση προς τα χρονοδιαγράμματα που τάσσονται από τους θεσμούς εξαρτάται η απρόσκοπτη απονομή της δικαιοσύνης. Διαφορετική αντιμετώπιση θα δημιουργούσε επικίνδυνα ρήγματα στην απονομή της δικαιοσύνης (Χόππης ν. Παναγή
(1993)Α.Α.Δ. 140, Βαρδιάνου (πιο πάνω) και Cyprus Import Corporation Ltd v. Κώστας, Πολιτική Έφεση 9359/22.5.98). 3. Ειδικές περιστάσεις όπως υπερβολική αργοπορία δυνατόν να πείσουν το δικαστήριο να αρνηθεί την παράταση της προθεσμίας (Eaton v. Storer 22 Ch. D. 92, C.A. και Phylactou v. Michael
(1982)1 C.L.R. 904).
  1. Το συμφέρον της δικαιοσύνης αποτελεί αποκλειστικό οδηγό για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου για την παράταση της προθεσμίας (Χόππης (πιο πάνω), σε.
  2. Βλ. και Ιωάννου ν. Θεοδούλου κ.α., Πολιτική Έφεση 10232/11.1.2000 στην οποία έχουν επισημανθεί τα εξής: «ο προσδιορισμός των συμφερόντων της δικαιοσύνης σε κάθε περίπτωση, είναι έργο σύνθετο. Αντισταθμίζονται, αφενός, οι συνέπειες της παρεκτροπής από τα θέσμια, τα επακόλουθα τους στα δικαιώματα του αντιδίκου και, αφετέρου, οι συνέπειες άρνησης του αιτήματος στα συμφέρονται του αιτητή. Όπως εξηγείται στη Χόππης, σελ. 143: «Το συμφέρον της δικαιοσύνης είναι έννοια σύνθετη και πολυδιάστατη, συνυφασμένη με το σύνολό των αρχών του δικαίου και τα ιδιαίτερα γεγονότα της κάθε υπόθεσης» (Βλ. επίσης Δημοκρατίας ν. Χριστοδούλου, Α.Ε. 2207-2208/20.6.97 και Πισσούριου ν. Golden Hand Co Ltd, Πολιτική Έφεση 19272/26.2.99). Την έγκριση της παρούσας αίτησης θα ακολουθήσει αίτημα για παραμερισμό της απόφασης που εκδόθηκε στην απουσία του εφεσείοντα. Θεωρούμε, επομένως, πως τυγχάνουν εφαρμογής τα νομολογηθέντα σε παρόμοιες διαδικασίες αναφορικά με την αργοπορία. Η θεμελιακή απόφαση είναι η Phylactou v. Michael
(1982)1 C.L.R. 204. Το θέμα τέθηκε ως εξής στη σελ. 210: «Κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, το Δικαστήριο πρέπει να επιδιώκει την εξισορρόπιση δύο παραγόντων, θεμελιακών για την απονομή της δικαιοσύνης: Την ανάγκη να διασφαλίσει, αφενός, αποτελεσματικά το δικαίωμα του διαδίκου να ακουστεί στην υπόθεση του και, αφετέρου, την ταχεία διεκπεραίωση των δικαστικών υποθέσεων. Η ταχεία απονομή της δικαιοσύνης δεν παοτελεί απλώς ζήτημα ευκολίας, αλλά υψίστης σημασίας παράγοντα για την αποτελεσματική διεκδίκηση των δικαιωμάτων του πολίτη. Η αρχή αυτή είναι στενά συνυφασμένη και με ένα άλλο λόγο, επίσης σημαντικό για την απονομή της δικαιοσύνης, την ανάγκη διασφάλισης της τελεσιδικίας. ......................... Το απαύγασμα της νομολογίας κατατείνει στο ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να επιδεικνύει υπέρμετρο ζήλο στην αποστέρηση του δικαιώματος του διαδίκου να ακουστεί στην υπόθεσή του, νοουμένου ότι αποκαλύπτει υπεράσπιση. Εντούτοις, το Δικαστήριο μπορεί, παρά ταύτα, να αρνηθεί να επανανοίξει την υπλθεση, εάν η διαγωγή του είναι τέτοια, ώστε να πλήττει το θεμέλιο της απονομής της δικαιοσύνης. Όπου η διαγωγή του διαδίκου, ο οποίος εξαιτείται τον παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης, είναι ασυγχώρηση, περιφρονητική μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή τω δικαιωμάτων του αντιδίκου, το Δικαστήριο δύναται, ενασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια, να αρνηθεί να παραμερίσει την απόφαση». Παρόμοια προσέγγιση υιοθετήθηκε και στην Mine & Quarry Services Ltd v. Γεωργίου
(1993)1 Α.Α.Δ. 26. Έχει επισημανθεί ότι η ανεξήγητη αργοπορία είναι παράγων που ασκεί έντονα αρνητική επίδραση κατά του διαδίκου που παρέλειψε να κινηθεί με την πρώτη δυνατή ευκαιρία για να διεκδικήσει το δικαίωμα να ξανανοίξει την υπόθεσή του. Το γεγονός πως ένας αιτητής δίνει απλώς κάποια εξήγηση, δεν συνιστά δικαιολογία. Ο αιτητής έχει το βάρος να αποδείξει ότι δικαιολογημένα καθυστέρησε να αποταθεί (Βλ. και Milouca Motor Trading Ltd v. Κούρτης, Πολιτική Έφεση 9686/8.8.97). Στη Μουγής ν. Σπανούδη, Πολιτική Έφεση 8942/25.9.96 ο εφεσείων είχε αποταθεί για παραμερισμό της απόφασης 38 μήνες μετά την έκδοση της. Το σχετικό αίτημα είχε εξεταστεί και από τη σκοπιά του άρθρου 30.2 του Συντάγματος. Μετά την παράθεση του πιο πάνω αποσπάσματος από τη Phylactou (πιο πάνω) το Δικαστήριο συνέχισε ως εξής: «Ο παράγοντας της ταχείας απονομής της δικαιοσύνης που μνημονεύεται στη Phylactou (πιο πάνω) πηγάζει από ρητή συνταγματική επιταγή. Το άρθρο 30.2 του Συντάγματος το οποίο ορίζει ότι 'έκαστος, κατά την διάγνωσιν των αστικών αυτού δικαιωμάτων και υποχρεώσεων ... δικαιούται ανεπηρεάστου δημοσίας ακροαματικής διαδικασίας εντός ευλόγου χρόνου ...'. Έχει δε νομολογηθεί ότι το καθήκον για την εξασφάλιση του δικαιώματος που κατοχυρώνεται από το άρθρο 30.2 βαρύνει τις δικαστικές αρχές (Καυκαρής ν. Δημοκρατίας
(1990)1 Α.Α.Δ. 203, 222, Αγαπίου ν. Παναγιώτου
(1988)1 Α.Α.Δ. 257, Re Μαγκάκης, Αίτηση 161/90, 6.12.90, Re Παπανικολάου
(1991)1 Α.Α.Δ. 152). Το δικαίωμα του εφεσείοντα να ακουσθεί - το οποίο επικαλείται - διασφαλίζεται από το άρθρο 30.3 (β) και (γ) του Συντάγματος. Ωστόσο αυτό το δικαίωμα πρέπει να συμβαδίζει με το δικαίωμα της ακρόασης μέσα σε εύλογο χρόνο. Έχει δε νομολογηθεί ότι η απονομή της δικαιοσύνης μέσα σε εύλογο χρόνο, η οποία διασφαλίζεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος, συνιστά θεμελιώδες δικαίωμα του ανθρώπου και συγχρόνως εχέγγυο για τη διασφάλιση της λειτουργικότητας της δικαστικής εξουσίας (Αρέστη ν. Ηλία
(1991)1 Α.Α.Δ. 984, 988). Στον τομέα αυτό η νομολογία μας είναι ταυτόσιμη με εκείνη του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων η οποία έχει διαμορφωθεί κατά την ερμηνεία του άρθρου 6
(1)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων το οποίο αντιστοιχεί με το άρθρο 30.2 του Συντάγματος. Σύμφωνα λοιπόν με την νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ο σκοπός της σχετικής διασφάλισης είναι να προστατεύσει τους διαδίκους από υπερβολικές διαδικαστικές καθυστερήσεις (Stogmuller v. Austria, Series A, Publications of the European Court of Human Rights, 1969, σελ. 40). Η διασφάλιση υπογραμμίζει την σπουδαιότητα απονομής της δικαιοσύνης χωρίς καθυστερήσεις οι οποίες θέτουν σε κίνδυνο την αποτελεσματικότητα και αξιοπιστία της (H. v. France, Series A, 162-A, Publications of the European Court of Human Rights, παραγ. 58
(1989)). Παρόλο ότι μπορεί να λεχθεί ότι υπεύθυνοι για την πρόοδο της πολιτικής διαδικασίας είναι οι διάδικοι αυτό δεν απαλλάσσει τα δικαστήρια από την ευθύνη να διασφαλίσουν συμμόρφωση με το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Union Alimentaria Sanders SA v. Spain, Series A, 157, Publications of the European Court of Human Rights, παραγ. 35
(1989))». Θα υιοθετήσω, εν προκειμένω, τις θέσεις της κας Νικολάτου και του κ. Οικονομίδη ότι η καθυστέρηση που παρατηρείται, η αναιτιολόγητη αίτηση και η μη ικανοποιητική αιτιολογία που δίδεται για την παράλειψη, είναι σε τέτοιο βαθμό που τείνουν να θεωρηθούν ως πλήρης αδιαφορία του ενάγοντα η οποία καταλήγει σε πλήρη περιφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας με αποτέλεσμα το Δικαστήριο να μην μπορεί να ασκήσει τη διακριτική του εξουσία προς όφελος του ενάγοντα-αιτητή. Ο μοναδικός λόγος που δίδεται για την παράλειψη είναι το λάθος, η αμέλεια και η παράλειψη του δικηγόρου που χειριζόταν την υπόθεση για να επιτευχθεί η παράταση προθεσμιών ή η αναγέννηση δικαστικών διαδικασιών. Κάτι τέτοιο, όμως, είναι ανεπίτρεπτο σύμφωνα με την αυθεντία Κυριάκου Α. Πέτρου ν. Δημοκρατίας,
(2001)1 ΑΑΔ 184, όπου αποφασίστηκε ότι αν αυτή η αιτιολογία ήταν επιτρεπτή θα αποτελούσε ένα εύσχημο τρόπο υπερφαλάγγισης των δικονομικών διατάξεων και θα δημιουργούσε επικίνδυνα ρήγματα στην απονομή της δικαιοσύνης. Στην Καλλής ν. Alpha Bank Ltd,
(2002)1 ΑΑΔ 793, υιοθετήθηκε η πιο πάνω προσέγγιση στην Κυριάκος Α. Πέτρου (ανωτέρω), και επιπλέον στη σελίδα 797 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Στην περίπτωση που τώρα εξετάζουμε όχι μόνο δεν τηρήθηκαν οι προθεσμίες που τάσσουν οι Κανόνες Πολιτικής Δικονομίας αλλά ούτε και η προθεσμία που έταξε το δικαστήριο. Νομίζουμε πως πρέπει να θεωρείται αυτονόητο ότι η τήρηση των προθεσμιών καθ΄ όσον αφορά τη λήψη διαδικαστικών μέτρων, συνδέεται με το δημόσιο συμφέρον εφόσον η τελεσιδικία των δικαστικών διαδικασιών άπτεται άμεσα των συμφερόντων των διαδίκων. Βλ. Ανδρέας Λυσιώτης ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2000)1 Α.Α.Δ. 364. Από την άλλη, το κατ΄ ισχυρισμό λάθος των δικηγόρων του εφεσείοντα ορθά δεν έγινε αποδεκτό ως βάσιμη αιτία παραμερισμού της απόφασης. Οι περιστάσεις της υπόθεσης δεν άφηναν περιθώρια αποδοχής τέτοιου ισχυρισμού γιατί αν συνέβαινε το αντίθετο θα δημιουργούσε «επικίνδυνο ρήγμα στην απονομή της δικαιοσύνης». Στην υπόθεση Βαρδιάνου ν. E. Richards
(1998)1 Α.Α.Δ. 698, η οποία υιοθετήθηκε στην Κυριάκου Α. Πέτρου ν. Δημοκρατίας
(2001)1 Α.Α.Δ. 184 ειπώθηκαν τα εξής: «Ο διάδικος δεν μπορεί κατά κανόνα, να προβάλλει το λάθος, αμέλεια ή παράλειψη του δικηγόρου του για να πετυχαίνει την παράταση προθεσμιών ή την αναγέννηση δικαστικών διαδικασιών. Θα αποτελούσε ένα εύσχημο τρόπο υπερφαλάγγισης των δικονομικών διατάξεων. Από τη συμμόρφωση προς τα χρονοδιαγράμματα αυτά εξαρτάται η απρόσκοπτη απονομή της δικαιοσύνης και συνακόλουθα το κύρος της. Μας ενισχύουν, σε αυτή τη θέση, τα λεχθέντα στην υπόθεση Grand Metropolitan Nominee (No 2) Ltd v. Evans, The Times Law Reports, May 15, 1992: "The court should not be astute to find excuses for such failure since obedience to orders of the court is the foundation on which its authority is founded." Βλέπε επίσης Μιχαηλίδης ν. Χρίστου
(1996)1 Α.Α.Δ. 1190 και Κληρίδης ν. Σταυρίδη
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1348. Διαφορετική αντιμετώπιση θα δημιουργούσε επικίνδυνα ρήγματα στην απονομή της δικαιοσύνης».» Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα εις βάρος του αιτητή και υπέρ των καθ΄ ων η αίτηση, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η αγωγή ορίζεται για ακρόαση στις 02.12.2013 και ώρα 10:30 πμ. (Υπ.) ............ Μ. Παπαμιχαήλ, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ΜΠ΄μ/ΜΗ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.