← Κύπρος

ΔΗΜΟΣ ΣΤΡΟΒΟΛΟΥ ν. Λητώς Πηλείδη κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 20171/2009, 11/9/2013

ΔΗΜΟΣ ΣΤΡΟΒΟΛΟΥ ν. Λητώς Πηλείδη κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 20171/2009, 11/9/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:A308 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Σ. Κλεόπα Χατζηκυριάκου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 20171/2009 ΔΗΜΟΣ ΣΤΡΟΒΟΛΟΥ Κατηγορούσα Αρχή v.

  1. Λητώς Πηλείδη
  2. Ρέας Πηλείδου
  3. GOLDEN STAR SUPERMARKET LIMITED
  4. F.T. GOLDEN STAR SUPERMARKET LIMITED
  5. Χρυστάλλας (Σούλλας) Πηλαβά Κατηγορούμενοι ----------------- Ημερομηνία: 11 Σεπτεμβρίου, 2013 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή : κα Ε. Δρυμιώτου Για τις Κατηγορούμενες 1 και 2 : κ. Κ. Κυριακόπουλος Για τις Κατηγορούμενες 3, 4 και 5 : κ. Κ. Βελάρης (για να ακούσει απόφαση ο κ. Γ. Παρμακλής) Κατηγορούμενες 1, 2 και 5 παρούσες ΑΠΟΦΑΣΗ Οι Κατηγορούμενες, μετά από τη μεταβολή του αρχικού κατηγορητηρίου στις 24.11.2011 χωρίς ένσταση, αντιμετωπίζουν συνολικά 30 κατηγορίες για παραβάσεις των άρθρων 2, 3, 9, 10 και 20 του περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμου Κεφ. 96, σχετικά με μια πολυκατοικία στο τεμάχιο 1943, Φ.Σχ.ΧΧΙ/54.Ε2, Τμήμα Ν, στην οδό Ιφιγενείας στον Στρόβολο. Οι Κατηγορούμενες 1 και 2 είναι οι ιδιοκτήτριες του τεμαχίου και της πολυκατοικίας που υπάρχει σε αυτό, η Κατηγορούμενη 3 είναι η εταιρεία που ενοικιάζει το κατάστημα στο ισόγειο, το οποίο λειτουργεί ως υπεραγορά με την ονομασία Golden Star, και μέρος του υπογείου, το οποίο χρησιμοποιεί ως αποθήκη για την υπεραγορά. Η Κατηγορούμενη 5 είναι η εξουσιοδοτημένη αντιπρόσωπος και εκπρόσωπος της Κατηγορούμενης
  6. Για την Κατηγορούμενη 4 γίνεται ιδιαίτερη αναφορά στη σελίδα 39 πιο κάτω. Οι κατηγορίες που αντιμετωπίζουν οι Κατηγορούμενες μπορούν να διαχωριστούν σε ομάδες. Με τις κατηγορίες 1-3, 4-6, 19-21, 22-24, 25-27 κατηγορούνται ότι άλλαξαν, ανέχθηκαν και επέτρεψαν την αλλαγή της εγκεκριμένης χρήσης της οικοδομής χωρίς άδεια από την αρμόδια αρχή (άρθρο 3

(1)(ε) του Κεφ. 96). Ειδικότερα, ότι χρησιμοποιούν το υπόγειο της οικοδομής αυθαίρετα ως αποθήκη του ισογείου καταστήματος αντί ως χώρο στάθμευσης (κατηγορίες 1-3), ότι χρησιμοποιούν το υπόστεγο της οικοδομής στο νότιο τμήμα του τεμαχίου αυθαίρετα ως μέρος του ισογείου καταστήματος αντί ως χώρο στάθμευσης (κατηγορίες 4-6), ότι χρησιμοποιείται η ανεξάρτητη αποθήκη στο βορειοανατολικό τμήμα του υπογείου που εφάπτεται της εγκεκριμένης ράμπας που οδηγεί στον εγκεκριμένο χώρο στάθμευσης, ως κατοικήσιμο δωμάτιο (κατηγορίες 19-21), ότι χρησιμοποιείται το μεσοπάτωμα της οικοδομής αυθαίρετα ως κουζίνα για παρασκευή έτοιμων φαγητών και ως γραφεία του ισογείου καταστήματος (κατηγορίες 22-24), καθώς και ότι το ανατολικό τμήμα του β' ορόφου εμβαδού 335τ.μ. χρησιμοποιείται αυθαίρετα ως διαφημιστικό γραφείο αντί ως ενιαίος χώρος ιατρείου (κατηγορίες 25-27). Με τις κατηγορίες 7-9, 10-12, 13-15 και 16-18 οι Κατηγορούμενες κατηγορούνται ότι ανήγειραν, ανέχθηκαν την ανέγερση και επέτρεψαν την ανέγερση οικοδομής χωρίς άδεια από την αρμόδια αρχή (άρθρο 3
(1)(β) του Κεφ. 96). Ειδικότερα, ότι ανήγειραν, επέτρεψαν την ανέγερση και ανέχθηκαν την ανέγερση μίας προσθήκης διαστάσεων 26 x 4.5 μ. από πασαμάνα, μεταλλικά κεραμίδια και ρολά, η οποία χρησιμοποιείται ως μέρος του ισογείου καταστήματος για έκθεση και πώληση φθαρτών, κατά μήκος της πρόσοψης της οικοδομής και εντός της απόστασης των 3 μέτρων από το οδικό σύνορο (κατηγορίες 7-9), μίας προσθήκης διαστάσεων 13μ. x. 1.5μ. από πασαμάνα, θύρες από αλουμίνιο και οροφή από τσίγκους, η οποία χρησιμοποιείται ως μέρος του ισογείου καταστήματος (κατηγορίες 10-12), μίας βεράντας που εκτείνεται μέχρι το οδικό σύνορο και ράμπα για τοποθέτηση καλαθιών με αποτέλεσμα να μην καθίσταται δυνατή η λειτουργία του εγκεκριμένου χώρου στάθμευσης αρ. 20 (κατηγορίες 13-15), καθώς και βαθμίδων αντί ράμπας για σκοπούς πρόσβασης προς το υπόγειο, με αποτέλεσμα να μην μπορούν να λειτουργήσουν 11 εγκεκριμένοι χώροι στάθμευσης (κατηγορίες 16-18). Τέλος, με τις κατηγορίες 28, 29 και 30 οι Κατηγορούμενες κατηγορούνται ότι κατέχουν, επιτρέπουν και ανέχονται την κατοχή υποστατικών στο επίδικο τεμάχιο χωρίς Πιστοποιητικό Έγκρισης της αρμόδιας Αρχής (άρθρο 10
(1)του Κεφ. 96). Σημειώνω ότι στις Λεπτομέρειες των Αδικημάτων των κατηγοριών 1-3, 16-18 και 25-27 αναφέρεται ότι οι εν λόγω αλλαγές της εγκεκριμένης χρήσης της οικοδομής έγιναν κατά παράβαση των εγκεκριμένων σχεδίων και των όρων της άδειας οικοδομής με αρ. 3604 ημερ. 21.9.1995 (εφεξής «η άδεια του 1995») και στις Λεπτομέρειες των Αδικημάτων των κατηγοριών 4-6, 7-9, 10-12, 13-15, 19-21 και 22-24, ότι οι εν λόγω αλλαγές εγκεκριμένης χρήσης της οικοδομής ή η ανέγερση των εν λόγω παράνομων οικοδομών έγινε κατά παράβαση των εγκεκριμένων σχεδίων και των όρων της άδειας οικοδομής με αρ. 1900 ημερ. 13.7.1987 (εφεξής «η άδεια του 1987»), του Πιστοποιητικού Έγκρισης του 1987 και της άδειας οικοδομής του
  1. Ο χρόνος διάπραξης που προσδιορίζεται στις Λεπτομέρειες όλων των Αδικημάτων είναι «κατά ή περί τις 21.9.1995 μέχρι σήμερα». Προς απόδειξη της υπόθεσής της, η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε ως μοναδικό μάρτυρα την κα Ευρυδίκη Πέτρου (Μ.Κ. 1), η οποία εργάζεται στον Κλάδο Αδειών Οικοδομής και Διαίρεσης Γης στην Τεχνική Υπηρεσία του Δήμου Στροβόλου από το
  2. Από τα στοιχεία στον Διοικητικό Φάκελο που διατηρεί ο Δήμος για την επίδικη οικοδομή, η οποία σήμερα αποτελείται από υπόγειο, ισόγειο με μεσοπάτωμα, και τρεις ορόφους, η Μ.Κ. 1 κατέθεσε ότι οι Κατηγορούμενες 1 και 2 είναι οι ιδιοκτήτριες του ακινήτου από το 1997, ενώ ενοικιάστριες αυτού είναι οι Κατηγορούμενες εταιρείες 3 και 4, με διευθύντρια και εκπρόσωπο την Κατηγορούμενη
  3. Για την οικοδομή εκδόθηκαν διαδοχικά τρεις άδειες οικοδομής, το 1981, το 1987 και το
  4. Με την άδεια του 1981 εγκρίθηκε η ανέγερση διώροφης οικοδομής που θα περιλάμβανε υπόγειο όπου θα λειτουργούσε οικογενειακό κέντρο, ένα ισόγειο κατάστημα με μεσοπάτωμα και υπόστεγο χώρο στάθμευσης, και δύο διαμερίσματα στον πρώτο όροφο. Η άδεια του 1987 αφορούσε μετατροπές στην οικοδομή, ήτοι την αλλαγή χρήσης του υπογείου από κέντρο σε αποθήκη για το κατάστημα του ισογείου και σε μία ανεξάρτητη αποθήκη 16τ.μ. Σε σχέση με τις πρώτες δύο άδειες, εκδόθηκε Πιστοποιητικό Έγκρισης με αρ. 797 ημερ. 4.12.
  5. Με την τελευταία άδεια οικοδομής, του 1995, εγκρίθηκε η ανέγερση δύο νέων ορόφων στην τότε υφιστάμενη διώροφη οικοδομή, με εγκεκριμένη χρήση του δεύτερου ορόφου ως ένας ενιαίος χώρος Ιατρείων και του τρίτου ορόφου ως δύο διαμερίσματα. Παράλληλα, εγκρίθηκε αλλαγή χρήσης τμήματος του υπογείου της οικοδομής από αποθήκη του ισογείου καταστήματος, σε χώρο στάθμευσης οχημάτων. Δεν έχει μέχρι σήμερα εκδοθεί Πιστοποιητικό Έγκρισης για την οικοδομή σε σχέση με το περιεχόμενο της άδειας του
  6. Η Μ.Κ. 1 κατέθεσε ως Τεκμήρια 3 - 7 όλες τις σχετικές άδειες και αρχιτεκτονικά σχέδια. Η Μ.Κ. 1 κατέθεσε περαιτέρω σε σχέση με τον επιτόπιο έλεγχο που διεξήγαγε στις 27.10.2006 στην επίδικη οικοδομή, όπου διαπίστωσε «παραβάσεις σε σχέση με την τελευταία άδεια οικοδομής του 1995 και τα εγκριμένα αυτής σχέδια», ήτοι τις παραβάσεις που περιγράφονται στις Λεπτομέρειες των Αδικημάτων των κατηγοριών 1-27 όπως συνοψίζονται στη σελίδα 3 πιο πάνω. Εν όψει αυτών, η Μ.Κ. 1 ανέφερε ότι η οικοδομή παρουσιάζει παραβάσεις τόσο σε σχέση με τα σχέδια και τους όρους της άδειας οικοδομής του 1995 όσο και σε σχέση με τα σχέδια και τους όρους της άδειας του 1987 και το Πιστοποιητικό Έγκρισης του
  7. Πρόσθεσε ότι για τις εν λόγω παραβάσεις έγιναν υποδείξεις και συναντήσεις κατά καιρούς στα γραφεία του Δήμου με τις Κατηγορούμενες και τους δικηγόρους τους, χωρίς ωστόσο να υπάρξει μέχρι σήμερα συμμόρφωση. Σε νέα επιθεώρηση στις 26.3.2012, η Μ.Κ. 1 διαπίστωσε ότι το τμήμα του δεύτερου ορόφου που στις 27.10.2006 χρησιμοποιείτο ως διαφημιστικό γραφείο αντί ιατρείο, έπαυσε να λειτουργεί ως γραφείο και ο χώρος ήταν άδειος. Κατά την αντεξέτασή της από τον ευπαίδευτο συνήγορο των Κατηγορουμένων 1 και 2, η Μ.Κ. 1 ανέφερε μεταξύ άλλων ότι όλες οι αιτήσεις για άδειες οικοδομής είχαν υποβληθεί στον Δήμο από τους προηγούμενους ιδιοκτήτες, τους γονείς των Κατηγορουμένων 1 και
  8. Η Μ.Κ. 1 πρόσθεσε ότι η άδεια οικοδομής του 1995 ίσχυε για όσο διάστημα ίσχυε η πολεοδομική άδεια, δηλαδή μέχρι 6.4.1998, ενώ φαίνεται να είχε ξεκινήσει η υλοποίηση των μετατροπών που αφορούσε η εν λόγω άδεια από το 1995 ή
  9. Στις 24.10.1996 ο Δήμος απέστειλε επιστολή (Τεκμήριο 8) στους τότε ιδιοκτήτες με την οποία τους καλεί να επαναφέρουν τον ισόγειο υπόστεγο χώρο στην εγκεκριμένη του χρήση, καθότι είχε παρατηρηθεί ότι τόσο ο ισόγειος υπόστεγος χώρος όσο και το υπόγειο είχαν περικλειστεί και χρησιμοποιούνταν ως μέρος του ισογείου καταστήματος, ήτοι της υπεραγοράς της Κατηγορούμενης 3, αντί ως χώροι στάθμευσης. Παρόμοια επιστολή αποστάληκε στις νέες ιδιοκτήτριες, Κατηγορούμενες 1 και 2, στις 21.5.1997 (Τεκμήριο 9) και στις 2.9.
  10. Στις 12.2.1999, κατόπιν ανώνυμου παραπόνου για την υπεραγορά, αποστάληκε παρόμοια επιστολή και στην Κατηγορούμενη 5 (Τεκμήριο 10), στην οποία γίνεται αναφορά και στις παραβάσεις που υπήρχαν στην πρόσοψη του ισογείου. Η Κατηγορούμενη 5 απάντησε στον Δήμο με επιστολή ημερ. 5.3.1999 (Τεκμήριο 11), με την οποία αναφέρει ότι η οικοδομή χρησιμοποιείται ως κατάστημα αποικιακών από 15ετίας, ότι τυχόν εμμονή του Δήμου στην άμεση κατεδάφιση των όσων αναφέρονται στο Τεκμήριο 10 θα προκαλέσει στην ίδια οικονομικά και λειτουργικά προβλήματα και ζητά χρόνο για να προσπαθήσει να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις του Δήμου. Η Μ.Κ. 1 κατέθεσε επιπλέον ότι το 2000 ο Δήμαρχος κάλεσε τις Κατηγορούμενες 1, 2 και 5 σε συνάντηση, σε μία προσπάθεια να εξευρεθεί συμβιβαστική λύση για να μην προχωρήσει ο Δήμος σε δικαστικά μέτρα σε σχέση με την παράνομη χρήση του υπογείου της οικοδομής. Ακολούθησαν διάφορες συναντήσεις, αλλά και επιστολές του δικηγόρου των ιδιοκτητριών Κατηγορουμένων 1 και 2 προς τον Δήμο, με τις οποίες οι ιδιοκτήτριες τονίζουν την αντίρρησή τους στις παράνομες μετατροπές των ενοικιαστών στην οικοδομή, οι οποίες έγιναν χωρίς την έγκρισή τους, πληροφορούν τον Δήμο ότι καταχώρισαν αίτηση στο Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων ζητώντας μεταξύ άλλων διάταγμα που να εμποδίζει τους ενοικιαστές από του να χρησιμοποιούν παράνομα το υπόγειο ως αποθήκη και επαναλαμβάνουν την προθυμία τους για συνεργασία με τον Δήμο για λήψη μέτρων για τήρηση των νομικών διατάξεων που αφορούν τη νόμιμη χρήση της οικοδομής και την επαναφορά της στη νόμιμη κατάσταση. Στην εν λόγω αλληλογραφία, οι ιδιοκτήτριες αναφέρουν ότι το εμπόδιο είναι η απροθυμία των ενοικιαστών να αποκαταστήσουν τη νομιμότητα και καλούν τον Δήμο να λάβει ποινικά μέτρα εναντίον των ενοικιαστών για άρση των παρανομιών, εφόσον οι ιδιοκτήτριες είχαν εξαντλήσει πλέον όλα τα μέτρα που μπορούσαν οι ίδιες να λάβουν (επιστολές ημερ. 18.2.2002 και 24.7.2003, Τεκμήρια 12 και 13, και δέσμη επιστολών ημερ. 18.2.2002, 24.7.2003 και 29.9.2004, Τεκμήριο 14). Η Μ.Κ. 1 ανέφερε επίσης ότι στις 18.4.2005 ο Δήμος καταχώρισε την ποινική υπόθεση με αρ. 7365/2005 εναντίον των ιδιοκτητριών και των ενοικιαστών (Τεκμήριο 15, αντίγραφο του κατηγορητηρίου) η οποία αποσύρθηκε στις 18.10.2006 με οδηγίες του Δημάρχου, με σκοπό να καταχωριστεί νέο, τροποποιημένο κατηγορητήριο το οποίο θα ήταν πιο 'ισορροπημένο' και αντιπροσωπευτικό των γεγονότων. Η Μ.Κ. 1 κατέθεσε περαιτέρω ότι οι χώροι που αφορούν οι κατηγορίες 1-3, 4-6, 7-9, 10-12, 13-15, και 22-24 χρησιμοποιούνται από τους ενοικιαστές του καταστήματος του ισογείου ως μέρος της υπεραγοράς που διατηρούν, αλλά θεωρεί ότι έχουν ποινική ευθύνη και οι ιδιοκτήτριες ως κάτοχοι. Αναφορικά με το δωμάτιο στο υπόγειο που αφορούν οι κατηγορίες 19 - 21, η Μ.Κ. 1 ανέφερε ότι είχε παρατηρήσει ένα κρεβάτι και μπάνιο, πιθανόν για χρήση από την οικιακή βοηθό των Κατηγορουμένων 1 και
  11. Για τις βαθμίδες προς το υπόγειο που αφορούν οι κατηγορίες 16 - 18, η Μ.Κ. 1 ανέφερε ότι δεν μπορεί να γνωρίζει ο Δήμος πότε κατασκευάστηκαν και από ποιους, αλλά χρησιμοποιούνται από όλους τους Κατηγορούμενους ως πρόσβαση στο υπόγειο. Σε σχέση με τις κατηγορίες 25 - 27, η Μ.Κ. 1 ανέφερε ότι το 2005 οι Κατηγορούμενες 1 και 2 είχαν υποβάλει αίτηση για αλλαγή χρήσης του ορόφου από ιατρείο σε γραφεία, η οποία απορρίφθηκε λόγω των παρανομιών στο υπόστεγο και ισόγειο, ένεκα των οποίων δεν μπορούσαν να λειτουργήσουν οι αναγκαίοι χώροι στάθμευσης. Η Μ.Κ. 1 δεν γνώριζε κατά πόσο ο Δήμος παραχωρεί από το 1995 μέχρι σήμερα στην Κατηγορούμενη 3 άδεια λειτουργίας επαγγελματικού υποστατικού για την υπεραγορά, καθότι είναι θέμα που αφορά άλλο τμήμα του Δήμου. Δέχθηκε δε ότι η Κατηγορούμενη 3 είναι θέσμια ενοικιάστρια της οικοδομής πριν ακόμη καταστούν ιδιοκτήτριες οι Κατηγορούμενες 1 και
  12. Στις υποβολές του συνηγόρου ότι δεν υπήρχε ο,τιδήποτε άλλο που να μπορούσαν να πράξουν οι Κατηγορούμενες 1 και 2 για να συμμορφωθούν με τις υποδείξεις του Δήμου, η Μ.Κ. 1 επέμεινε ότι όφειλαν να συμμορφωθούν με τους όρους της άδειας του
  13. Κατά την αντεξέτασή της από τον ευπαίδευτο συνήγορο των Κατηγορουμένων 3, 4 και 5, η Μ.Κ. 1 ανέφερε μεταξύ άλλων ότι δεν θυμόταν κατά πόσο στις διάφορες συναντήσεις των διαδίκων με τον Δήμαρχο, ο τελευταίος είχε εισηγηθεί να εξεταστεί το ενδεχόμενο εξαγοράς των χώρων στάθμευσης, ως τρόπος νομιμοποίησης των παραβάσεων στην οικοδομή. Θυμόταν μόνο ότι σε όλες τις συναντήσεις εγειρόταν το ζήτημα των υπόγειων χώρων στάθμευσης. Μετά από κάποια από τις συναντήσεις, είχε λάβει οδηγίες από τον Δήμαρχο να επικοινωνήσει για το θέμα με την αρμόδια αρχή, ήτοι την πολεοδομία, για να εξεταστεί κατά πόσο θα μπορούσε να υπάρξει έγκριση για μια τέτοια εξαγορά. Εν τούτοις, η πολεοδομική αρχή δεν μπορούσε να εκφέρει άποψη, χωρίς να υπάρχει σχετική αίτηση των ιδιοκτητών και σχέδια. Ως Τεκμήριο 16 κατατέθηκε επιστολή ημερ. 21.3.2007 του συνηγόρου των ενοικιαστών της υπεραγοράς προς τον Δήμαρχο, με την οποία παραθέτει τις θέσεις των ενοικιαστών επί των παράνομων μετατροπών, και τον πληροφορεί ότι οι ενοικιαστές κάλεσαν τις ιδιοκτήτριες να επαναφέρουν τα υποστατικά στην κατάσταση που βρίσκονταν προηγουμένως, ώστε να συνάδουν με το Πιστοποιητικό Έγκρισης του 1987 και ότι οι ενοικιαστές είναι πρόθυμοι να άρουν τις παρανομίες υπό την προϋπόθεση ότι θα τους δοθεί άδεια από τους ιδιοκτήτες. Ως Τεκμήριο 17 κατατέθηκε επιστολή του συνηγόρου των ενοικιαστών προς τον Δήμαρχο ημερ. 6.8.2010 με την οποία τον πληροφορεί ότι εκδόθηκε διάταγμα του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων με το οποίο διατάσσονται να επαναφέρουν το υποστατικό ώστε να συνάδει με το Πιστοποιητικό Έγκρισης του 1987, πλην όμως δεν μπορούν να συμμορφωθούν λόγω άρνησης των ιδιοκτητριών και ζητούν όπως προμηθευτούν με τα αρχιτεκτονικά σχέδια που συνοδεύουν την άδεια του 1987 για να δύνανται να συμμορφωθούν. Σχετικά με τη θέση του συνηγόρου των Κατηγορουμένων 3, 4 και 5 ότι ο λόγος που δεν βρέθηκε εξώδικη λύση ήταν η άρνηση των ιδιοκτητριών να υποβάλουν αίτηση για εξαγορά χώρων στάθμευσης, η Μ.Κ. 1 ανέφερε ότι δεν γνώριζε κάτι τέτοιο. Η Μ.Κ. 1 ερωτήθηκε εκτενώς σε σχέση με την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Πολιτική Έφεση 308/2007 με την οποία αποφασίστηκε ότι η κατοχή και χρήση του υπογείου από την Κατηγορούμενη 3 ήταν καθόλα νόμιμη. Η θέση της Μ.Κ. 1 ήταν ότι το παρόν κατηγορητήριο ετοιμάστηκε στη βάση των παραβάσεων που παρουσιάζει η οικοδομή, κυρίως σε σχέση με τους όρους της άδειας οικοδομής του 1995, δεδομένου ότι η υλοποίηση της άδειας είχε αρχίσει εφόσον οι επιπλέον όροφοι που αφορούσε η εν λόγω άδεια έχουν ήδη κτιστεί. Μετά την έκδοση της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ο Δήμος προχώρησε με την τροποποίηση του κατηγορητηρίου, έτσι ώστε να συμπεριληφθεί και η άδεια του 1987 στις Λεπτομέρειες των Αδικημάτων. Σε υποβολή ότι η ποινική δίωξη άρχισε μετά από υποκίνηση των Κατηγορουμένων 1 και 2 με σκοπό να δύνανται αυτές να εξασφαλίσουν λόγο έξωσης των Κατηγορουμένων 3, 4 και 5 στα πλαίσια αίτησης στο αρμόδιο Δικαστήριο, η Μ.Κ. 1 ανέφερε ότι οι αρχικές καταγγελίες προήλθαν από την Πολεοδομική Αρχή με ειδοποίηση επιβολής το 1995 μετά από ανώνυμο παράπονο. Όσον αφορά την υποβολή ότι η παρούσα δίωξη εφευρέθηκε από τον Δήμο σαν μοχλός πίεσης στα μέρη για να τα υποχρεώσει να συμβιβαστούν σε μια αστική διαφορά, εφόσον δεν κατέληγαν σε μεταξύ τους διευθέτηση, η Μ.Κ. 1 ανέφερε ότι δεν γνωρίζει κάτι τέτοιο. Πρόσθεσε δε ότι το 2003 η ίδια είχε κληθεί από τον συνήγορο των ιδιοκτητριών ως μάρτυρας στην αίτηση έξωσης Ε14/2003 που είχαν καταχωρίσει εναντίον των ενοικιαστών και είχε καταθέσει τα στοιχεία στον διοικητικό φάκελο του Δήμου αναφορικά με τις άδειες της επίδικης οικοδομής. Αναφορικά με το δωμάτιο που αφορούν οι κατηγορίες (κατηγορίες 19 - 21), η Μ.Κ. 1 ανέφερε ότι πρόκειται για μικρό κατοικήσιμο δωμάτιο, εφόσον είχε κρεβάτι, ψυγείο και αποχωρητήριο και παράθυρο, παρά το ότι η ίδια δεν θα μπορούσε να ζήσει σε τέτοιο δωμάτιο. Κατά την επανεξέταση, η Μ.Κ. 1 διευκρίνισε ότι η ισχύς της άδειας οικοδομής δεν έχει σημασία για σκοπούς τελικής έγκρισης της οικοδομής. Εάν η οικοδομή ανεγέρθηκε σύμφωνα με τα εγκριθέντα σχέδια και τους όρους της άδειας οικοδομής, τότε ο Δήμος προχωρεί στην έκδοση Πιστοποιητικού τελικής έγκρισης, ανεξάρτητα από το κατά πόσο η άδεια οικοδομής έχει λήξει. Στην προκειμένη περίπτωση, ο Δήμος δεν εξέδωσε πιστοποιητικό τελικής έγκρισης σε σχέση με την άδεια οικοδομής του 1995 που προνοούσε για την ανέγερση δύο επιπλέον ορόφων, παρά το ότι οι εν λόγω όροφοι έχουν δεόντως ανεγερθεί, λόγω των επίδικων παραβάσεων/μη τήρησης των όρων της εν λόγω άδειας. Οι Κατηγορούμενες κλήθηκαν σε απολογία με βάση τις διατάξεις του άρθρου 74
(1)(β) της Ποινικής Δικονομίας Κεφ. 155 και εξηγήθηκαν στις Κατηγορούμενες 1, 2 και 5 τα δικαιώματά τους. Οι Κατηγορούμενες 1 και 5 επέλεξαν να δώσουν ένορκη μαρτυρία. Η Κατηγορούμενη 2 επέλεξε όπως μη αναφέρει ο,τιδήποτε, εφόσον ο συνήγορός της δήλωσε ότι η υπεράσπισή της βασίζεται στα όσα κατέθεσε η αδελφή της, Κατηγορούμενη
  1. Η Κατηγορούμενη 1 κατέθεσε ότι η Κατηγορούμενη 3 είναι θέσμια ενοικιάστρια του υπογείου και ισογείου χώρου των επίδικων υποστατικών από το 1992 . Η οικοδομή κτίστηκε σε δύο φάσεις και μέχρι το 1996 είχε συμπληρωθεί, ενώ το 1997 απέκτησαν την ιδιοκτησία της οι Κατηγορούμενες 1 και
  2. Έκτοτε ο Δήμος καλεί τις Κατηγορούμενες 1, 2 και 3 να συμμορφωθούν με τους όρους των αδειών οικοδομής που κατέθεσε η Μ.Κ. 1, πλην όμως η Κατηγορούμενη 3, η οποία έχει την κατοχή των πλείστων χώρων όπου διαπιστώθηκαν παραβάσεις, αρνείτο να συμμορφωθεί. Συνεπώς, σύμφωνα πάντοτε με την Κατηγορούμενη 1, οι συνιδιοκτήτριες καταχώρισαν στο Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων την Αίτηση αρ. Ε14/03 ζητώντας, μεταξύ άλλων, την ανάκτηση κατοχής των επίδικων χώρων, για να προβούν οι ίδιες σε συμμόρφωση με τους όρους των αδειών, ή την έκδοση διαταγμάτων για να υποχρεωθεί η Κατηγορούμενη 3 να συμμορφωθεί. Στις 26.10.2007 εκδόθηκε απόφαση στην εν λόγω Αίτηση, καταχωρίστηκε Έφεση και στις 21.10.2010 εκδόθηκε η απόφαση του Εφετείου (σχετικά είναι τα Τεκμήρια 18 - 22). Στις 20.4.2011 οι Κατηγορούμενες 1 και 2 καταχώρισαν Αίτηση η οποία εκκρεμεί στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων εναντίον της Δημοκρατίας για παράβαση των δικαιωμάτων της περιουσίας και δίκαιης δίκης. Η Κατηγορούμενη 1 πρόσθεσε ότι στις 1.8.2005 είχαν υποβάλει ως ιδιοκτήτριες νέα αίτηση για πολεοδομική άδεια για μετατροπές στην επίδικη οικοδομή και αλλαγή χρήσης των ιατρείων σε γραφεία, αλλά η αίτηση απορρίφθηκε στις 10.1.2006 λόγω των παρανομιών στους χώρους που κατέχει η ενοικιάστρια Κατηγορούμενη 3 (Τεκμήριο 24, η απάντηση της Πολεοδομίας). Θεωρεί δε ότι οι παραβάσεις που αφορούσαν τη χρήση μέρους του δεύτερου ορόφου ως γραφείου (κατηγορίες 25-27), δεν υφίστανται πλέον. Η Κατηγορούμενη 1 κατέθεσε περαιτέρω ότι η Κατηγορούμενη 3 είχε επιχειρήσει, χωρίς επιτυχία, να δικαιολογήσει την παράλειψή της να συμμορφωθεί με τα διατάγματα που είχαν ήδη εκδοθεί από το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων, με αίτηση ημερ. 25.10.2010, η οποία απορρίφθηκε στις 10.6.2011 και δεν εφεσιβλήθηκε (Τεκμήριο 25). Η Κατηγορούμενη 1 θεωρεί ότι ως ιδιοκτήτριες έχουν καταβάλει κάθε νόμιμη προσπάθεια, με τεράστιο οικονομικό κόστος, να συμμορφωθούν με τους όρους των εκάστοτε αδειών, αλλά εφόσον δεν εκδόθηκαν όλα τα διατάγματα που αιτήθηκαν και δεν τους δόθηκε κατοχή των χώρων της οικοδομής που κατέχει η Κατηγορούμενη 3, η οποία αρνείται να συμμορφωθεί, είναι πρακτικά αδύνατον να συμμορφωθούν οι ίδιες. Δήλωσε δε ότι ουδέποτε τέθηκε ως λύση, για την έκδοση πιστοποιητικού έγκρισης, θέμα εξαγοράς χώρων στάθμευσης, είτε από τον Δήμο, είτε από την Πολεοδομία, το οποίο θα αποτελούσε συμμόρφωση με τους όρους των αδειών, και ουδέποτε υπήρχε περίπτωση να γίνει μια τέτοια εισήγηση αποδεκτή από την Πολεοδομία. Θεωρεί δε παράδοξο το γεγονός ότι, ενώ οι ιδιοκτήτριες έχουν συμμορφωθεί με όλα όσα είχαν τη δυνατότητα να το πράξουν, ενώ η Κατηγορούμενη 3 αρνείται, ο Δήμος εξακολουθεί κάθε χρόνο από το 1996 να εκδίδει προς την Κατηγορούμενη 3 άδεια λειτουργίας της υπεραγοράς χωρίς να θέτει σε αυτήν όρο να συμμορφωθεί πρώτα με τους όρους των αδειών οικοδομής που εκδόθηκαν. Κατά την αντεξέτασή της από την ευπαίδευτη συνήγορο της Κ.Α., η Κατηγορούμενη 1 τόνισε ότι δεν έχει ανεχθεί ή επιτρέψει τις επίδικες παρανομίες, οι οποίες έχουν ανεγερθεί και χρησιμοποιούνται από τους ενοικιαστές, και ότι από το 1997 που η οικοδομή περιήλθε στην ιδιοκτησία τους, οι Κατηγορούμενες 1 και 2 κατέβαλλαν προσπάθειες να υποχρεώσουν τους ενοικιαστές να επαναφέρουν την οικοδομή στη νόμιμή της κατάσταση και χρήση, χωρίς θετικό αποτέλεσμα, εξαντλώντας όλα τα νόμιμα μέσα στη διάθεσή τους. Διευκρίνισε ότι οι βαθμίδες προς το υπόγειο προϋπήρχαν της ανάληψης της ιδιοκτησίας της οικοδομής και οι ίδιες δεν έχουν τη δυνατότητα να τις μετατρέψουν σε ράμπα, λόγω του ότι την κατοχή έχουν οι ενοικιαστές οι οποίοι αρνούνται να το πράξουν. Αναφορικά με τις κατηγορίες 19 - 21, η Κατηγορούμενη 1 ανέφερε ότι το εν λόγω δωμάτιο και το μπάνιο προϋπήρχαν της ιδιοκτησίας των Κατηγορουμένων 1 και 2 και ότι ο συγκεκριμένος χώρος χρησιμοποιείται από την οικιακή βοηθό ως χώρος αποθήκευσης, ο οποίος εξελίχθηκε σε καθιστικό το οποίο χρησιμοποιεί για τις ώρες ξεκούρασής της, ενώ υπάρχει άλλος χώρος όπου κατοικεί. Όσον αφορά τις κατηγορίες 25 - 27 επανέλαβε ότι οι ιδιοκτήτριες επιχείρησαν να νομιμοποιήσουν μέσω της πολεοδομίας την αλλαγή χρήσης από ενιαίο χώρο ιατρείου σε χωριστά γραφεία χωρίς επιτυχία, λόγω των παραβάσεων στους χώρους που κατέχει η ενοικιάστρια. Όσον αφορά τις κατηγορίες 28 - 30 για κατοχή οικοδομής χωρίς πιστοποιητικό έγκρισης, δέχθηκε ότι αυτές ευσταθούν. Η Κατηγορούμενη 2 διαμένει σε διαμέρισμα στον πρώτο όροφο της οικοδομής, ο οποίος καλύπτεται από την άδεια και το Πιστοποιητικό Έγκρισης του 1987, ενώ η Κατηγορούμενη 1 διατηρεί οδοντιατρείο εντός της οικοδομής. Αρνήθηκε ότι είναι οι Κατηγορούμενες 1 και 2 που προέβηκαν στην ανάπτυξη της οικοδομής με βάση τους όρους της άδειας οικοδομής του 1995, εφόσον δεν ήταν ιδιοκτήτριες τότε (η ίδια εργαζόταν στο εξωτερικό) και η ανάπτυξη έγινε από τους γονείς τους. Ισχυρίστηκε ότι ο πατέρας της είχε εξασφαλίσει προφορική συγκατάθεση των ενοικιαστών πριν προχωρήσει στην αίτηση για την άδεια οικοδομής του 1995 για την ανάπτυξη της οικοδομής με την ανέγερση επιπλέον ορόφων, ενώ το Δημαρχείο ήταν ενήμερο για τη λειτουργία της υπεραγοράς στον χώρο από τους ενοικιαστές, εφόσον γίνεται ιδιαίτερη αναφορά στην υπεραγορά στους όρους της εν λόγω άδειας. Κατά την αντεξέτασή της από τον ευπαίδευτο συνήγορο των Κατηγορουμένων 3, 4 και 5, η Κατηγορούμενη 1 ανέφερε ότι μετά την πρώτη ενοικίαση του υποστατικού το 1982, με μετέπειτα συμφωνίες οι γονείς της ως ιδιοκτήτες είχαν παραχωρήσει στους ενοικιαστές, έναντι επιπλέον ενοικίων, άδεια χρήσης των καλυμμένων χώρων στάθμευσης στο πίσω μέρος του ισογείου του κτιρίου, καθώς και άδεια χρήσης της βεράντας στο μπροστινό μέρος για την έκθεση φθαρτών για την υπεραγορά, με πτυσσόμενες τέντες που θα άνοιγαν μόνο κατά τις ώρες λειτουργίας της υπεραγοράς. Τόνισε δε ότι σε καμία περίπτωση δεν δόθηκε άδεια για ενσωμάτωση των εν λόγω χώρων στο κτίριο με τον τρόπο που έπραξαν οι ενοικιαστές, και ότι οι ενοικιαστές είχαν ειδοποιηθεί από τους τότε ιδιοκτήτες για την επέκταση του κτιρίου με την ανέγερση επιπλέον ορόφων, εξού και όταν αρχικά οχλήθηκαν από τον Δήμο σε σχέση με τις παρανομίες είχαν ενημερώσει γραπτώς τον Δήμο ότι είχαν πρόθεση να συμμορφωθούν. Η Κατηγορούμενη 1 πρόσθεσε ότι είναι η πολεοδομία που είχε υποδείξει στους γονείς της την αλλαγή χρήσης του υπογείου σε χώρους στάθμευσης και δεν θεωρεί την εν λόγω αλλαγή χρήσης στην άδεια του 1995 παραβίαση των δικαιωμάτων των ενοικιαστών. Αρνήθηκε ότι είναι οι ιδιοκτήτριες που μερίμνησαν ώστε να κινηθεί ο Δήμος ποινικά εναντίον των ενοικιαστών. Ανέφερε ότι είχαν γίνει συναντήσεις με τον Δήμαρχο για εξεύρεση λύσης, χωρίς, όμως, αποτέλεσμα λόγω της άρνησης των ενοικιαστών να συμμορφωθούν με τη νόμιμη χρήση τόσο του ισογείου όσο και του υπογείου του κτιρίου. Αρνήθηκε ότι είχε προταθεί στις ιδιοκτήτριες, είτε από τους ενοικιαστές είτε από τον Δήμαρχο, η εξαγορά χώρων στάθμευσης ως τρόπος 'νομιμοποίησης' της οικοδομής και επίλυσης της διαφοράς, και επεσήμανε ότι η πολεοδομική αρχή ήταν κάθετη ότι δεν υπάρχει δυνατότητα εξαγοράς για τη συγκεκριμένη πολυκατοικία, ενώ ο Δήμος απαιτούσε την άρση όλων των παράνομων μετατροπών, ήτοι στο ισόγειο και όχι μόνο στο υπόγειο. Αρνήθηκε επιπλέον ότι το κύριο παράπονο των ιδιοκτητριών έναντι των ενοικιαστών, και ο μοναδικός λόγος που καταχωρίστηκε η Αίτηση Ε14/03 στο Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων, ήταν η χρήση του υπογείου. Αρνήθηκε περαιτέρω ότι οι ιδιοκτήτριες επιδιώκουν την ποινική καταδίκη των ενοικιαστών, σε συνέργεια με τον Δήμο, για να στοιχειοθετηθεί λόγος έξωσης, που δεν πέτυχε με την Αίτηση Ε14/
  3. Η Κατηγορούμενη 1 επεξήγησε ότι δεν έχει λόγο να επιζητεί την έξωση των ενοικιαστών, νοουμένου ότι θα συμμορφωθούν με τις παρανομίες, εφόσον οι ενοικιαστές είχαν αρχικά συγκατατεθεί στην ανάπτυξη του 1995, είναι σε θέση να συμμορφωθούν, και σε σχέση με το υπόγειο υπάρχει όρος στην άδεια του 1995 για διατήρηση χώρου αποθήκευσης για σκοπούς της υπεραγοράς, ενώ ο υπόλοιπος χώρος θα πρέπει να είναι χώροι στάθμευσης. Όσον αφορά τη χρήση από τους ενοικιαστές των ισογείων χώρων στάθμευσης και βεράντας, η Κατηγορούμενη 1 αρνήθηκε ότι συμφωνήθηκε επιπλέον ενοίκιο για ενσωμάτωση των χώρων αυτών στην υπεραγορά, επεξηγώντας ότι η συμφωνία των ενοικιαστών με τους γονείς της, οι οποίοι ήταν τότε ιδιοκτήτες, ήταν για τη χρήση των χώρων αυτών από τους ενοικιαστές ως είχαν, δηλαδή ως ανοικτοί στεγασμένοι χώροι για χρήση από την υπεραγορά, ενώ οι ενοικιαστές αυθαίρετα και παράνομα προχώρησαν σε οικοδομικές εργασίες και ενσωμάτωσαν τους εν λόγω χώρους στο ισόγειο εντός του καταστήματος όπου λειτουργεί η υπεραγορά. Αρνήθηκε κατηγορηματικά τη θέση ότι οι ενοικιαστές κατέβαλαν προσπάθειες να επαναφέρουν τα υποστατικά στην κατάσταση που προβλεπόταν από την άδεια του 1987, καθώς και ότι είναι η ίδια που αρνήθηκε να συνεργαστεί (σχετική είναι η απόφαση ημερ. 10.6.2011 του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων, Τεκμήριο 25, με την οποία απορρίφθηκε αίτηση των ενοικιαστών για την έκδοση διαφόρων διαταγμάτων εναντίον των ιδιοκτητριών). Η Κατηγορούμενη 5 κατέθεσε ότι εκπροσωπεί τις Κατηγορούμενες 3 και 4 εταιρείες και ότι θεωρεί ότι δεν παρουσιάστηκε μαρτυρία που να τις συνδέει με οποιαδήποτε παράβαση των αδειών οικοδομής του επίδικου κτιρίου. Προέβαλε τη θέση ότι ο Δήμος εμφορείται από αλλότρια ελατήρια, εφόσον χρησιμοποιεί την ποινική διαδικασία για να βοηθήσει τις ιδιοκτήτριες σε μια καθαρά αστική διαφορά. Πρόσθεσε ότι τα υποστατικά στα οποία στεγάζεται η υπεραγορά ανεγέρθηκαν από τον πατέρα των Κατηγορουμένων 1 και 2 με τον οποίο είχε εξαιρετικές σχέσεις. Το 1982 η Κατηγορούμενη 3 ενοικίασε για πρώτη φορά το υπόγειο και ισόγειο της επίδικης οικοδομής για χρήση ως υπεραγορά και/ή αποθηκευτικό χώρο για την υπεραγορά, δυνάμει συμβολαίου ημερ. 15.2.1982 (Τεκμήριο 26) στο οποίο υπήρχε όρος για την καταβολή πρόσθετου ποσού για τη χρήση χώρων στάθμευσης στο πίσω μέρος του ισογείου. Τροποποιήθηκε η άδεια οικοδομής ώστε η αρχική χρήση του υπογείου να μετατραπεί από οικογενειακό κέντρο σε αποθήκη για σκοπούς της υπεραγοράς. Η Κατηγορούμενη 5 κατέθεσε ότι η ενοικίαση ανανεώθηκε τα επόμενα χρόνια, με συμπληρωματικές συμφωνίες (Τεκμήριο 27) βάσει των οποίων οι ιδιοκτήτες, έναντι πρόσθετων ενοικίων, παραχώρησαν στην υπεραγορά την μπροστινή βεράντα και τους στεγασμένους χώρους στάθμευσης στο πίσω μέρος, για να τους ενσωματώσουν στην υπεραγορά και να τους χρησιμοποιούν για τις ανάγκες της. Όταν όμως απεβίωσε ο πατέρας των Κατηγορουμένων 1 και 2 και ανέλαβαν οι κόρες του, αυτές αποτάθηκαν στον Δήμο για την εξασφάλιση άδειας για την ανέγερση δύο επί πλέον ορόφων. Για να ικανοποιηθούν οι σχετικοί κανονισμοί, οι νέες ιδιοκτήτριες υπέδειξαν στον Δήμο το υπόγειο ως χώρο στάθμευσης, ενώ το υπόγειο κατεχόταν από την Κατηγορούμενη 3 ως θέσμια ενοικιάστρια. Ως αποτέλεσμα των ενεργειών αυτών, σύμφωνα πάντοτε με την Κατηγορούμενη 5, εκδόθηκε η άδεια του 1995, ενώ οι ιδιοκτήτριες συμπλήρωσαν την επέκταση της οικοδομής με τους νέους ορόφους, και για να τη νομιμοποιήσουν άρχισαν, σε συνεννόηση με τον Δήμο, να οχλούν τις Κατηγορούμενες 3, 4 και 5 για να αναλάβουν κατοχή του μισθίου. Η Κατηγορούμενη 5 τόνισε ότι ο όρος 14 που τέθηκε στην άδεια του 1995 για χρήση του υπογείου ως χώρου στάθμευσης «χωρίς να επηρεάζεται η λειτουργία της υπεραγοράς» είναι αδύνατο να υλοποιηθεί. Αναφορικά με την Αίτηση για έξωση που κατέθεσαν εναντίον των ενοικιαστών οι ιδιοκτήτριες το 2003, η Κατηγορούμενη 5 ανέφερε ότι διαφάνηκε ότι οι ιδιοκτήτριες δεν θα μπορούσαν να επιτύχουν την έξωση των ενοικιαστών με την αιτιολογία της παράνομης χρήσης του υποστατικού, εκτός εάν προηγείτο καταδίκη από ποινικό δικαστήριο κατόπιν δίωξης από την αρμόδια αρχή. Συνεπώς, η Κατηγορούμενη 5 θεωρεί ότι οι ιδιοκτήτριες, σε συνεννόηση με την αρμόδια αρχή και τη Μ.Κ. 1, μερίμνησαν να καταχωριστεί η ποινική υπόθεση 7363/2005 (Τεκμήριο 15), η οποία αποσύρθηκε το 2006, και ακολούθως η παρούσα δίωξη. Κατέθεσε αλληλογραφία με τον Δήμο, αλλά και αντίγραφο των Διαταγμάτων που εξέδωσε το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων στις 26.10.2007, με το οποίο η ενοικιάστρια διατάσσεται να συμμορφωθεί με τους όρους του Πιστοποιητικού Τελικής έγκρισης του 1987 και όχι με την άδεια του
  4. Η Κατηγορούμενη 5 αναφέρθηκε επίσης στην έφεση που καταχώρισαν οι ιδιοκτήτριες κατά της απόφασης του Ενοικιοστασίου και τόνισε την προθυμία των ενοικιαστών να συμμορφωθούν με τους όρους της άδειας που ίσχυε όταν ενοικίασαν τα υποστατικά, για τις παραβάσεις της οποίας θεωρεί ότι ευθυνόταν ο τότε ιδιοκτήτης, ο οποίος όφειλε να είχε εξασφαλίσει τις σχετικές άδειες, εφόσον είναι αυτός που είχε ωθήσει τους ενοικιαστές να προβούν σε αυτές τις αποκλίσεις, έναντι αυξημένων ποσών ενοικίου. Κατά την αντεξέτασή της από την ευπαίδευτη συνήγορο της Κ.Α., η Κατηγορούμενη 5 κατέθεσε ότι είναι διευθύντρια και εκπρόσωπος των Κατηγορουμένων 3 και 4 και ότι νομίμως κατέχουν το υπόγειο και ισόγειο της επίδικης οικοδομής και χρησιμοποιούν το υπόστεγο της οικοδομής στο νότιο τμήμα του τεμαχίου ως μέρος του ισογείου καταστήματος αντί ως χώρο στάθμευσης. Ισχυρίστηκε ότι οι προσθήκες που αφορούν οι κατηγορίες 7 - 9 (προσθήκη στην πρόσοψη της οικοδομής για έκθεση φθαρτών) και 13 - 15 (προσθήκη βεράντας στο πίσω μέρος του ισογείου) ανεγέρθηκαν από τους ιδιοκτήτες και χρησιμοποιούνται από τους ενοικιαστές κατόπιν σχετικής μεταξύ τους συμφωνίας και καταβολής επιπλέον ενοικίων. Όσον αφορά τη ράμπα/σωλήνα για την τοποθέτηση καλαθιών της υπεραγοράς (που εφάπτεται της βεράντας), η Κατηγορούμενη 5 κατέθεσε ότι τη δημιούργησε η ίδια. Όσον αφορά τις βαθμίδες για σκοπούς πρόσβασης προς το υπόγειο (κατηγορίες 16 - 18) η Κατηγορούμενη ανέφερε ότι αυτές προϋπήρχαν της ενοικίασης του χώρου το
  5. Δέχθηκε ότι υφίστανται οι παραβάσεις που αφορούν τις μετατροπές στο μεσοπάτωμα της οικοδομής και ότι χρησιμοποιεί τους χώρους στο μεσοπάτωμα ως κουζίνα για παρασκευή φαγητών και ως γραφεία της υπεραγοράς, αλλά θεωρεί ότι όφειλαν οι ιδιοκτήτριες να λάβουν μέτρα για νομιμοποίηση των διαφόρων μετατροπών και παραβάσεων. Ανέφερε ότι οι Κατηγορούμενες 3, 4 και 5 είναι πρόθυμες να συμμορφωθούν με τις παραβάσεις στο ισόγειο της οικοδομής, ως διέταξε και το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων, αλλά οι ιδιοκτήτριες τους εμποδίζουν εφόσον δεν τους δίδουν πρόσβαση/κλειδιά για τις παροχές του νερού και του ηλεκτρισμού, επειδή στην πραγματικότητα είναι το υπόγειο και όχι το ισόγειο που τις ενδιαφέρει. Η Κατηγορούμενη 5 κατά την αντεξέταση διαμαρτυρήθηκε έντονα για την ενέργεια του Δήμου να δώσει άδεια στις ιδιοκτήτριες να κτίσουν δύο νέους ορόφους, ενώ γνώριζε ότι δεν υπήρχαν οι αναγκαίοι χώροι στάθμευσης στο υπόγειο, εφόσον αυτό χρησιμοποιείτο από την υπεραγορά ως αποθήκη από το 1982 σύμφωνα με τους όρους της τελικής έγκρισης του
  6. Τόνισε δε ότι σκοπός των ιδιοκτητριών, με τη συνέργεια του Δήμου, είναι να υποχρεώσουν την ενοικιάστρια να παραδώσει κατοχή της αποθήκης της υπεραγοράς στο υπόγειο για να γίνουν χώροι στάθμευσης, και ότι κάτι τέτοιο θα έχει ως αποτέλεσμα να καταστραφεί η επιχείρηση των ενοικιαστών, καθότι θα είναι αδύνατη η λειτουργία της υπεραγοράς χωρίς αποθήκη στο υπόγειο. Κατά την αντεξέτασή της από τον ευπαίδευτο συνήγορο των Κατηγορουμένων 1 και 2, η Κατηγορούμενη 5 ανέφερε ότι δεν γνωρίζει κατά πόσο η αίτηση για την έκδοση άδειας για την ανέγερση των δύο επιπλέον ορόφων, όπως και η υλοποίηση της εν λόγω επέκτασης, έγινε από τον προηγούμενο ιδιοκτήτη, με τον οποίο είχε άριστες σχέσεις, και όχι από τις Κατηγορούμενες 1 και
  7. Πρόσθεσε ότι είχε τον λόγο του προηγούμενου ιδιοκτήτη ότι θα νομιμοποιούσε τις όποιες μετατροπές στο κατάστημα της υπεραγοράς, και η ενοικιάστρια θα κατέβαλλε αυξημένο ενοίκιο. Η Κατηγορούμενη 5 δήλωσε ότι η υπογραφή επί της επιστολής, Τεκμήριο 11, δεν της ανήκει και είναι πλαστογραφημένη, εφόσον ουδέποτε έστειλε τέτοια επιστολή στον Δήμο ζητώντας χρόνο να κατεδαφίσει τις ισχυριζόμενες παραβάσεις, λόγω του οικονομικού κόστους που συνεπάγετο. Θεωρεί ότι τα προβλήματα άρχισαν μετά το 2001 λόγω των καθημερινών παραπόνων και καταγγελιών των Κατηγορουμένων 1 και 2 προς τον Δήμο, με απώτερο σκοπό την έξωση των ενοικιαστών της υπεραγοράς. Αναφορικά με την απόφαση του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων ημερ. 10.6.2011, Τεκμήριο 25, με την οποία το Δικαστήριο είχε απορρίψει την αίτηση της Κατηγορούμενης 3 για την έκδοση διαταγμάτων εναντίον των ιδιοκτητριών και τους ισχυρισμούς της Κατηγορούμενης 3 ότι οι ιδιοκτήτριες την εμπόδιζαν να συμμορφωθεί με τα διατάγματα ημερ. 26.10.2007, η Κατηγορούμενη 5 ανέφερε ότι αυτή η απόφαση εκδόθηκε στην απουσία της χωρίς να της δοθεί ευκαιρία να παρουσιάσει οποιαδήποτε μαρτυρία. Επέμεινε δε ότι δεν έχει συμμορφωθεί με τα διατάγματα ημερ. 26.10.2007 λόγω της άρνησης των ιδιοκτητριών να της παραχωρήσουν πρόσβαση στους ηλεκτρικούς μετρητές του κτιρίου. Αξιολογώντας την ενώπιόν μου μαρτυρία, σημειώνω ότι η μαρτυρία της Μ.Κ. 1 στην ουσία περιοριζόταν στα γεγονότα που προκύπτουν από τον διοικητικό φάκελο που διατηρεί ο Δήμος και από τις επιτόπιες επιθεωρήσεις του επίδικου ακινήτου στις οποίες προέβη η ίδια, για τα οποία κατέθεσε με ευθύτητα και εντιμότητα. Εξάλλου, το μεγαλύτερο μέρος της μαρτυρίας της όσον αφορά το περιεχόμενο του εν λόγω φακέλου και των εκάστοτε αδειών, αλλά και την επί τόπου κατάσταση, στην ουσία δεν αμφισβητήθηκε. Σημειώνω περαιτέρω ότι σε καμία περίπτωση δεν διέκρινα οποιαδήποτε πρόθεση προώθησης αλλότριων σκοπών της φύσης που ισχυρίστηκε η Υπεράσπιση των Κατηγορουμένων 3, 4 και 5 και ειδικότερα οποιαδήποτε συνέργεια με τις Κατηγορούμενες 1 και 2 για να τις υποβοηθήσει να επιτύχουν την έξωση των ενοικιαστών τους. Άλλωστε, δεν έχω αντιληφθεί για ποιο λόγο ο Δήμος να έχει τέτοια πρόθεση. Ο Δήμος φαίνεται να καταχώρισε την παρούσα δίωξη - και παρόμοια δίωξη στο παρελθόν την οποία φαίνεται να απέσυρε κατόπιν οδηγιών του Δημάρχου - αφού είχε καταβάλει επανειλημμένες προσπάθειες για να εξασφαλίσει τη νομιμότητα (κατά την κρίση του Δήμου) της οικοδομής, μέσω αποστολής σωρείας επιστολών προς τους ιδιοκτήτες και τους ενοικιαστές αλλά και συναφών συναντήσεων, για να αποφευχθεί η ποινική τους δίωξη. Το γεγονός ότι η Μ.Κ. 1 δεν ήταν σε θέση να θυμάται συγκεκριμένες λεπτομέρειες των εν λόγω συναντήσεων είναι λογικό, ενόψει του μεγάλου χρονικού διαστήματος που έχει παρέλθει. Ούτε και μπορεί να αποδοθεί στη συγκεκριμένη μάρτυρα ο σκληρός χαρακτηρισμός της αναίσθητης και απάνθρωπης δημοτικής υπαλλήλου η οποία αδιαφορεί για την ευημερία αλλοδαπών που διαμένουν στον Δήμο Στροβόλου και ενδιαφέρεται μόνο για το τυπικό κομμάτι της εργασίας της, όπως υπονόησε ο ευπαίδευτος συνήγορος των Κατηγορουμένων 3, 4 και 5, ένεκα των όσων κατέθεσε η Μ.Κ. 1 σε σχέση με το δωμάτιο που αφορούν οι κατηγορίες 19 -
  8. Το μόνο που ανέφερε η μάρτυρας για το συγκεκριμένο δωμάτιο στο υπόγειο, ήταν ότι πρόκειται για μικρό κατοικήσιμο δωμάτιο, εφόσον έχει κρεβάτι, ψυγείο, αποχωρητήριο και παράθυρο, παρά το ότι η ίδια δεν θα μπορούσε να ζήσει σε τέτοιο δωμάτιο, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι τυχόν διαμονή προσώπου στο εν λόγω δωμάτιο θα αποτελούσε διαβίωση κάτω από απάνθρωπες συνθήκες. Δεν ισχυρίστηκε ότι όντως κατοικείται το δωμάτιο, ήτοι ότι διαμένει οποιοδήποτε άτομο εντός αυτού, παρά μόνο ότι είναι κατοικήσιμο, δηλαδή σε κατάσταση στην οποία δύναται πρόσωπο να διαμένει εντός αυτού, λόγω της διαρρύθμισής του, ενώ η εγκεκριμένη του χρήση ήταν ως ανεξάρτητη αποθήκη. Έχοντας αναφέρει τα πιο πάνω σε σχέση με τη μαρτυρία της Μ.Κ. 1 για τις εκάστοτε άδειες οικοδομής, τις διαπιστώσεις της κατά τις επιτόπιες επιθεωρήσεις του επίδικου τεμαχίου και τις εκάστοτε ενέργειες του Δήμου όπως προκύπτουν από τον διοικητικό φάκελο, σημειώνω ότι κάποια άλλα σημεία της μαρτυρίας της φαίνεται να αποτελούν δικά της αυθαίρετα συμπεράσματα για τα οποία δεν ήταν σε θέση να δώσει ικανοποιητική εξήγηση. Για παράδειγμα, ανέφερε ότι ενοικιάστριες του ακινήτου είναι οι Κατηγορούμενες εταιρείες 3 και 4, με διευθύντρια την Κατηγορούμενη 5, ενώ όπως προέκυψε σαφώς από το σύνολο της μαρτυρίας θέσμια ενοικιάστρια είναι η Κατηγορούμενη 3, ενώ παραμένει παντελώς άγνωστη τόσο η εμπλοκή της Κατηγορούμενης 4 εταιρείας στην όλη υπόθεση όσο και ο λόγος συμπερίληψής της στο κατηγορητήριο. Επιπλέον, παρά το ότι η Μ.Κ. 1 κατέθεσε αρχικά ότι μια άδεια οικοδομής ισχύει για όσο χρονικό διάστημα ισχύει η σχετική πολεοδομική άδεια, και για αυτόν τον λόγο η επίδικη άδεια του 1995 ίσχυε μόνο μέχρι 6.4.2008, επέμεινε, εντελώς αβάσιμα, ότι η μερική υλοποίηση από πλευράς των ιδιοκτητών των όσων αφορούσε η άδεια οικοδομής του 1995, συνεπάγεται ότι η εν λόγω άδεια εξακολουθεί να ισχύει μέχρι και σήμερα, παρά τη μη υλοποίηση των όρων της, τη λήξη της ισχύος της πολεοδομικής άδειας και τη μη ανανέωση είτε της πολεοδομικής είτε της άδειας οικοδομής. Περισσότερα για το ζήτημα της άδειας του 1995 αναλύονται στις σελίδες 26-28 πιο κάτω. Η Κατηγορούμενη 1 κατέθεσε με σαφήνεια και λογική, με λόγο ήρεμο και σταθερό και δεν κλονίστηκε ουσιωδώς από την αντεξέταση. Για παράδειγμα, τα όσα κατέθεσε σε σχέση με τις συμφωνίες των γονέων της με τους ενοικιαστές αναφορικά με τους εξωτερικούς χώρους στο ισόγειο που έχουν ενσωματωθεί στο ισόγειο κατάστημα, συνάδουν πλήρως με το περιεχόμενο των σχετικών εγγράφων (βλ. Τεκμήριο 27- παραχωρήθηκαν οι εν λόγω εξωτερικοί χώροι στους ενοικιαστές για χρήση για σκοπούς της υπεραγοράς έναντι επιπλέον ποσών) σε αντίθεση με τα όσα υποβλήθηκαν στην Κατηγορούμενη 1 από την πλευρά των ενοικιαστών (ότι παραχωρήθηκε άδεια για ενσωμάτωση των εν λόγω χώρων εντός του εσωτερικού του καταστήματος της υπεραγοράς στο ισόγειο). Ήταν, βεβαίως, ξεκάθαρο από τη μαρτυρία της Κατηγορούμενης 1, και δεν είναι καθόλου παράλογο, ότι, ως συνιδιοκτήτρια της οικοδομής στο επίδικο τεμάχιο, ενδιαφέρεται πρωτίστως για τη νομιμοποίηση της προσθήκης-ανάπτυξης της οικοδομής στην οποία είχαν προβεί οι γονείς της το 1995-1996 με βάση την άδεια οικοδομής του 1995 (ανέγερση δύο επιπλέον ορόφων), κάτι που είναι αδύνατο να επιτευχθεί ενόσω κατέχεται το υπόγειο και κάποιοι χώροι στο ισόγειο από τους ενοικιαστές, εν όψει συγκεκριμένων όρων που τέθηκαν στην εν λόγω άδεια από τον Δήμο Στροβόλου (βλ. Παράρτημα 1-Γενικοί Όροι Άδειας Οικοδομής, Τεκμήριο 6). Άλλωστε, δεν είναι τυχαίο που οι Κατηγορούμενες 1 και 2 αποτάθηκαν στο Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων το
  9. Αυτό που προέκυψε σαφώς από τη μαρτυρία της Κατηγορούμενης 1 είναι ότι η ίδια και η αδελφή της, από το 1997 που κατέστησαν συνιδιοκτήτριες μέχρι και σήμερα, έχουν λάβει όλα τα μέτρα στη διάθεσή τους για να εφαρμοστούν οι όροι που τέθηκαν στην άδεια οικοδομής του 1995, Τεκμήριο 6, με σκοπό να καταστούν νόμιμες οι προσθήκες - μετατροπές του 1995-1996 (οικοδόμηση δύο επιπλέον ορόφων). Οι εν λόγω προσπάθειες δεν είχαν αποτέλεσμα, ενόψει της άρνησης των ενοικιαστών να παραδώσουν κατοχή των επίμαχων χώρων, εφόσον κάτι τέτοιο θα είχε αρνητική επίπτωση στη λειτουργία της υπεραγοράς τους. Η Κατηγορούμενη 1 επεξήγησε λογικά και με σύνεση τους λόγους για τους οποίους η εξαγορά χώρων στάθμευσης από τις ιδιοκτήτριες ουδέποτε αποτελούσε τρόπο 'νομιμοποίησης' της υφιστάμενης οικοδομής, ως η θέση της πλευράς των Κατηγορουμένων 3, 4 και
  10. Όσον αφορά τη θέση της Κατηγορούμενης 1, ότι ο πατέρας της την είχε ενημερώσει ότι είχε εξασφαλίσει την προφορική συγκατάθεση των ενοικιαστών πριν προχωρήσει στην ανάπτυξη της οικοδομής το 1995 με την οικοδόμηση δύο νέων ορόφων, σημειώνω ότι με αυτό σε καμία περίπτωση δεν εξυπακούεται ότι οι ενοικιαστές ήταν ενήμεροι και είχαν δώσει συγκατάθεση για τους όρους που θα ετίθεντο στις σχετικές άδειες της πολεοδομίας και του Δήμου, όσον αφορά την αλλαγή χρήσης του υπογείου που ενοικίαζαν, οι οποίοι θα επηρέαζαν άμεσα τη λειτουργία της υπεραγοράς. Άλλωστε, η Κατηγορούμενη 1 δεν έχει προσωπική γνώση του τι ακριβώς διημείφθη μεταξύ του πατέρα της και των ενοικιαστών, και μετέφερε ενώπιον του Δικαστηρίου, με κάθε ειλικρίνεια, τα όσα της είχαν λεχθεί από τον (τώρα αποβιώσαντα) πατέρα της. Πρόκειται, δηλαδή, για εξ ακοής μαρτυρία που δεν μπορεί να επιβεβαιωθεί. Δεν υπάρχει ενώπιόν μου θετική μαρτυρία ότι οι ενοικιαστές είχαν συγκατατεθεί στην αλλαγή χρήσης του υπογείου από αποθήκη της υπεραγοράς τους σε χώρους στάθμευσης για ολόκληρη την πολυκατοικία όπως θα αναπτυσσόταν. Εάν οι ενοικιαστές είχαν συγκατατεθεί στην παραχώρηση του υπογείου, που μέχρι τότε ενοικίαζαν και χρησιμοποιούσαν δεόντως ως αποθήκη, για χρήση ως χώρου στάθμευσης, δηλαδή στον περιορισμό των χώρων που ενοικίαζαν με την αφαίρεση μεγάλου μέρους του υπογείου από το μίσθιο, τότε θα υπήρχε και η ανάλογη μείωση του ενοικίου. Υπενθυμίζω ότι οι ενοικιαστές ενοικίασαν ολόκληρο το ισόγειο και το υπόγειο δυνάμει γραπτής συμφωνίας από το 1982 και εξακολουθούν να το κατέχουν ως θέσμιοι ενοικιαστές από το
  11. Αναφορικά με τη μαρτυρία της Κατηγορούμενης 5, σημειώνω ότι από τον τρόπο που κατέθεσε ήταν εμφανέστατη η αγανάκτηση που αισθάνεται για τις ενέργειες των ιδιοκτητριών του επίδικου ακινήτου για να την υποχρεώσουν να επαναφέρει τους χώρους που κατέχει η εταιρεία της ως θέσμια ενοικιάστρια σε τέτοια κατάσταση έτσι ώστε να θεωρηθεί ότι έχει υπάρξει συμμόρφωση με τους όρους της άδειας οικοδομής του
  12. Αυτό όμως σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να οδηγήσει στο συμπέρασμα, στο οποίο φαίνεται να κατέληξε αυθαίρετα η Κατηγορούμενη 5, περί αλλότριων ελατηρίων του Δήμου σε σχέση με την καταχώριση της παρούσας δίωξης. Περαιτέρω, η ερμηνεία που απέδωσε η Κατηγορούμενη 5 στο περιεχόμενο των συμπληρωματικών συμφωνιών ενοικίασης του 1988 και 1990 (Τεκμήριο 27) είναι παντελώς αβάσιμη και αυθαίρετη, εφόσον με αυτές τις συμφωνίες οι ιδιοκτήτες δεν παραχώρησαν στην υπεραγορά την μπροστινή βεράντα και τους στεγασμένους χώρους στάθμευσης στο πίσω μέρος του ισογείου για να τους ενσωματώσουν οι ενοικιαστές στο κατάστημα της υπεραγοράς με την ανέγερση παράνομων οικοδομών. Όπως φαίνεται ξεκάθαρα από το Τεκμήριο 27, σε σχέση με τη βεράντα, το ενοίκιο αυξήθηκε λόγω της παραχώρησης του εν λόγω εξωτερικού χώρου στους ενοικιαστές για την έκθεση και πώληση φθαρτών, με δικαίωμα επίστρωσης της βεράντας με χαλί και τοποθέτησης καλλωπιστικών φυτών, 'στάντς' που θα μετακινούνται και τέντες οι οποίες θα είναι ανοικτές μόνο κατά τη διάρκεια λειτουργίας της υπεραγοράς. Ακολούθως, με περαιτέρω, και πολύ μεγαλύτερη, αύξηση ενοικίου, παραχωρήθηκε στους ενοικιαστές η χρήση όλων των στεγασμένων χώρων στάθμευσης στο πίσω μέρος του ισογείου, χωρίς καμία αναφορά σε μετατροπή της υφιστάμενης χρήσης τους, καθώς και «το δικαίωμα μετατροπής των μπροστινών βιτρίνων». Κατέστη προφανές ότι η Κατηγορούμενη 5 προέβη στην παρερμηνεία των προαναφερόμενων εγγράφων, με τρόπο ώστε να συνάδει με τις μετατροπές και προσθήκες που διενήργησαν οι ενοικιαστές και τον ισχυρισμό της ότι είναι ο τότε ιδιοκτήτης που όφειλε να εξασφαλίσει τις αναγκαίες άδειες για τις εν λόγω προσθήκες και μετατροπές, επειδή είναι αυτός που ώθησε τους ενοικιαστές να τις διενεργήσουν, για να λάβει αυξημένο ενοίκιο. Θεωρώ ότι αυτοί οι ισχυρισμοί προβλήθηκαν από την Κατηγορούμενη 5 σε μία ατυχή προσπάθεια να αποπροσανατολίσει το Δικαστήριο και να αποποιηθεί την ευθύνη των ενοικιαστών για τις μετατροπές-προσθήκες που διενήργησαν στους εν λόγω χώρους. Ενδεικτικό αυτής της προσπάθειας είναι το γεγονός ότι η Κατηγορούμενη 5, κατά την αντεξέταση, άλλαξε κάπως την εκδοχή της και επιχείρησε να προωθήσει τη θέση ότι είναι ο ίδιος ο τότε ιδιοκτήτης που είχε προβεί στις εν λόγω προσθήκες για τους ενοικιαστές του με την υπόσχεση της νομιμοποίησής τους. Αβάσιμος ήταν και ο ισχυρισμός της Κατηγορούμενης 5 ότι είναι οι Κατηγορούμενες 1 και 2, μετά τον θάνατο του πατέρα τους, που αποτάθηκαν στον Δήμο και εξασφάλισαν άδεια για ανέγερση δύο νέων ορόφων, υπέδειξαν στον Δήμο το υπόγειο ως χώρο στάθμευσης ενώ κατεχόταν από τους ενοικιαστές και δημιούργησαν όλα τα προβλήματα με τους ενοικιαστές και τη χρήση του υπογείου. Όπως φαίνεται σαφώς από τα Τεκμήρια 6 και 7, και στην ουσία δεν αμφισβητείται, η άδεια του 1995 εκδόθηκε στο όνομα των τότε ιδιοκτητών, γονέων των Κατηγορουμένων 1 και 2, κατόπιν δικής τους αίτησης, ενώ οι Κατηγορούμενες 1 και 2 κατέστησαν ιδιοκτήτριες το 1997 όταν οι δύο νέοι όροφοι είχαν ήδη ανεγερθεί και η πολεοδομία και ο Δήμος είχαν ήδη θέσει όρους στις σχετικές άδειες οικοδομής που επηρέαζαν τη χρήση του υπογείου. Όσον αφορά τους ισχυρισμούς της Κατηγορούμενης 5 για προθυμία της να συμμορφωθεί 'με τις παραβάσεις στο ισόγειο της οικοδομής', ως διέταξε και το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων, και ότι εμποδίζεται από τις ιδιοκτήτριες, επισημαίνω το περιεχόμενο της απόφασης του εν λόγω Δικαστηρίου ημερ. 10.6.2011 (Τεκμήριο 25) σε αίτηση της Κατηγορούμενης 3 μετά την απόφαση στην κυρίως αίτηση των Κατηγορουμένων 1 και 2 Αρ. Ε14/03 και το γεγονός ότι η Κατηγορούμενη 3 δεν φαίνεται μέχρι και σήμερα να έχει συμμορφωθεί με τα Διατάγματα του εν λόγω Δικαστηρίου ημερ. 26.10.2007, για κατεδάφιση της πρόσθιας βεράντας και επαναφορά των στεγασμένων χώρων στάθμευσης στο πίσω μέρος του ισογείου της οικοδομής (τα οποία δεν ακυρώθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο κατ' έφεση). Ιδιαίτερα αποκαλυπτική του τρόπου με τον οποίο η Κατηγορούμενη 5 απαρνείται χωρίς βάσιμη αιτιολογία ο,τιδήποτε αισθάνεται ότι λειτουργεί εναντίον των συμφερόντων της, ήταν η απαξίωση της προαναφερόμενης απόφασης ημερ. 10.6.2011 που επέδειξε ενώπιόν μου, προφασιζόμενη ότι η εν λόγω απόφαση εκδόθηκε στην απουσία της και χωρίς να της δοθεί ευκαιρία να παρουσιάσει μαρτυρία. Θεωρώ δεδομένο ότι ο ευπαίδευτος συνήγορός της την έχει ενημερώσει δεόντως για την εκδίκαση της συγκεκριμένης αίτησης (από το Τεκμήριο 25 φαίνεται ότι η Κατηγορούμενη 3 εταιρεία είχε εκπροσωπηθεί δεόντως στην ακρόαση της συγκεκριμένης αίτησης από τον κ. Χαρ. Βελάρη). Εξίσου άτοπος ήταν και ο ισχυρισμός της Κατηγορούμενης 5 περί πλαστογράφησης της υπογραφής επί της επιστολής προς τον Δήμο ημερ. 5.3.1999, Τεκμήριο
  13. Η εν λόγω επιστολή κατατέθηκε από τη Μ.Κ. 1 ως τεκμήριο χωρίς καμία ένσταση, και δεν τέθηκε στη Μ.Κ. 1 κατά την αντεξέτασή της από την Υπεράσπιση των Κατηγορουμένων 3, 4 και 5 αυτός ο ισχυρισμός. Έχοντας κατά νουν το σύνολο της μαρτυρίας και την πιο πάνω αξιολόγησή της, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα. Οι Κατηγορούμενες 1 και 2 είναι συνιδιοκτήτριες από το 1997 της οικοδομής (πολυκατοικίας) που βρίσκεται στο τεμάχιο 1943 Φ/Σχ. ΧΧΙ/54.Ε2, Τμήμα Ν, στην οδό Ιφιγενείας εντός των δημοτικών ορίων Στροβόλου, η οποία σήμερα αποτελείται από υπόγειο, ισόγειο με μεσοπάτωμα, και τρεις ορόφους. Το 1981 ο Δήμος Στροβόλου είχε εκδώσει την πρώτη άδεια που αφορούσε την εν λόγω οικοδομή, με την οποία είχε εγκριθεί η ανέγερση διώροφης οικοδομής που θα περιλάμβανε υπόγειο όπου θα λειτουργούσε οικογενειακό κέντρο, ένα ισόγειο κατάστημα με μεσοπάτωμα και υπόστεγο χώρο στάθμευσης οχημάτων, και δύο διαμερίσματα στον πρώτο όροφο. Το 1987 εκδόθηκε νέα άδεια από τον Δήμο, με την οποία εγκρίθηκαν μετατροπές στην τότε υφιστάμενη οικοδομή, και συγκεκριμένα το υπόγειο θα αποτελείτο από αποθήκη για το κατάστημα του ισογείου και μία πιο μικρή, ανεξάρτητη αποθήκη εμβαδού 16τ.μ. Στις 4.12.1987 εκδόθηκε Πιστοποιητικό Έγκρισης με αρ. 797, Τεκμήριο 5, για την οικοδομή. Το 1995, κατόπιν αίτησης των τότε ιδιοκτητών, εκδόθηκε νέα άδεια οικοδομής, για την ανέγερση δύο νέων ορόφων στην τότε υφιστάμενη διώροφη οικοδομή. Η χρήση του νέου, δεύτερου ορόφου με βάση τα σχέδια που εγκρίθηκαν ήταν ως ένας ενιαίος χώρος Ιατρείων και του νέου, τρίτου ορόφου ως δύο διαμερίσματα. Με την εν λόγω άδεια και σχέδια, άλλαξε και η χρήση της μεγάλης αποθήκης στο υπόγειο σε χώρο στάθμευσης οχημάτων, ενώ παράλληλα τέθηκαν διάφοροι Όροι στην άδεια (βλ. Τεκμήριο 6). Η εν λόγω άδεια είχε ισχύ, όπως αναγράφεται σε αυτή, μέχρι 6.4.
  14. Η Κατηγορούμενη 3, η οποία κατά πάντα ουσιώδη χρόνο εκπροσωπείτο από την Κατηγορούμενη 5, λειτουργεί υπεραγορά στο ισόγειο κατάστημα με την ονομασία Golden Star, και χρησιμοποιεί το υπόγειο (πλην ενός δωματίου 16τ.μ.) ως αποθήκη του ισογείου καταστήματος. Το ισόγειο κατάστημα και το υπόγειο ενοικιάστηκαν το 1982, ενώ από το 1992 η Κατηγορούμενη 3 κατέστη θέσμια ενοικιάστρια του ισογείου και του υπογείου. Το νότιο τμήμα της οικοδομής, όπου, με βάση τα αρχιτεκτονικά σχέδια της άδειας οικοδομής του 1987, έπρεπε να υπάρχει υπόστεγος χώρος στάθμευσης για 8 οχήματα, έχει ενσωματωθεί στο ισόγειο κατάστημα και χρησιμοποιείται από την Κατηγορούμενη 3 ως μέρος της υπεραγοράς. Κατά μήκος της πρόσοψης της οικοδομής και εντός της απόστασης των 3 μέτρων από το οδικό σύνορο, έχει ανεγερθεί μία προσθήκη διαστάσεων 26μ x 4,5μ. περίπου από πασαμάνα, μεταλλικά κεραμίδια και ρολά, η οποία χρησιμοποιείται από την Κατηγορούμενη 3 ως μέρος του ισογείου καταστήματος. Στην πρόσοψη του ισογείου καταστήματος, στο βορειοανατολικό τμήμα της οικοδομής, έχει ανεγερθεί μία προσθήκη διαστάσεων 13μ. x 1,5μ. περίπου από πασαμάνα, θύρες από αλουμίνιο και οροφή από τσίγγους, η οποία χρησιμοποιείται κατά τον ίδιο τρόπο, ενώ στη βορειοδυτική γωνία του τεμαχίου έχει ανεγερθεί μία βεράντα που εκτείνεται μέχρι το οδικό σύνορο και μία ράμπα για τοποθέτηση καλαθιών. Για σκοπούς πρόσβασης από το οδικό σύνορο προς το υπόγειο της οικοδομής, υπάρχουν βαθμίδες. Στο βορειοανατολικό τμήμα του υπογείου υπάρχει ένα μικρό δωμάτιο διαστάσεων περίπου 16τ.μ. που χρησιμοποιείται από οικιακή βοηθό κατόπιν οδηγιών/άδειας των Κατηγορουμένων 1 και
  15. Το μεσοπάτωμα του ισογείου της οικοδομής έχει διαμορφωθεί από τους ενοικιαστές έτσι ώστε να υπάρχει κουζίνα και γραφεία της υπεραγοράς. Το ανατολικό τμήμα του δεύτερου ορόφου, το οποίο με βάση τα αρχιτεκτονικά σχέδια της άδειας οικοδομής του 1995 θα χρησιμοποιείτο ως ιατρείο, στο παρελθόν χρησιμοποιείτο ως διαφημιστικό γραφείο, ενώ σήμερα το συγκεκριμένο τμήμα του ορόφου είναι κενό (ανοίκιαστο). Με βάση τα πιο πάνω ευρήματα και την ενώπιόν μου μαρτυρία, όπως έχει αξιολογηθεί, προχωρώ στην εξέταση του κατά πόσο έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που αντιμετωπίζουν οι Κατηγορούμενες. Με τις κατηγορίες 1-3, 4-6, 19-21, 22-24, 25-27 κατηγορούνται ότι άλλαξαν, ανέχθηκαν και επέτρεψαν την αλλαγή της εγκεκριμένης χρήσης της οικοδομής χωρίς άδεια από την αρμόδια αρχή. Το άρθρο 3
(1)(ε) του Κεφ. 96 στο οποίο βασίζονται οι εν λόγω κατηγορίες προνοεί ότι κανένα πρόσωπο δεν δύναται να μετατρέψει ή επιτρέψει ή ανεχθεί τη μετατροπή της εγκεκριμένης χρήσης μιας οικοδομής, χωρίς άδεια για αυτό η οποία λαμβάνεται προηγουμένως από την αρμόδια αρχή όπως καθορίζεται στο εδάφιο
(2)του άρθρου 3, ήτοι το Δημοτικό Συμβούλιο οποιασδήποτε περιοχής Δήμου. Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που αντιμετωπίζουν οι Κατηγορούμενες με τις κατηγορίες 1-3, 4-6, 19-21, 22-24, 25-27 είναι τα εξής:
(1)Η μετατροπή (κατηγορίες 1, 4, 19, 22, 25) ή επέτρεψαν την μετατροπή (κατηγορίες 2, 5, 20, 23, 26) ή ανέχθηκαν την μετατροπή (κατηγορίες 3, 6, 21, 24, 27)
(2)«εγκεκριμένης χρήσης» εντός της έννοιας του Νόμου
(3)«οικοδομής» εντός της έννοιας του Νόμου
(4)χωρίς την προηγούμενη εξασφάλιση άδειας από την «αρμόδια αρχή» εντός της έννοιας του Νόμου Ο όρος «οικοδομή» ερμηνεύεται στο άρθρο 2 του Κεφ. 96 ως οποιαδήποτε κατασκευή, είτε από λίθους, σκυρόδεμα, πηλό, σίδερο, ξύλο ή άλλη ύλη, και περιλαμβάνει οποιονδήποτε λάκκο και θεμέλιο, τοίχο, στέγη, καπνοδόχο, βεράντα, εξώστη, κορωνίδα ή προεξοχή ή τμήμα οικοδομής, ή οποιοδήποτε πράγμα που είναι προσαρτημένο σε αυτή, ή οποιονδήποτε τοίχο, ανάχωμα, φράκτη, περίφραγμα ή άλλη κατασκευή που περικλείει ή οριοθετεί ή έχει σκοπό να περικλείει ή να οριοθετεί οποιαδήποτε γη ή χώρο. Ο όρος «αρμόδια αρχή» ερμηνεύεται στο άρθρο 2 ως η αρμόδια αρχή που καθιδρύεται ή διορίζεται δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 3, και στο άρθρο 3
(2)προνοείται ότι η αρμόδια αρχή εντός οποιασδήποτε περιοχής Δήμου είναι το Δημοτικό Συμβούλιο του Δήμου αυτού. Στην προκειμένη περίπτωση, δεν υπάρχει αμφισβήτηση ή αμφιβολία ότι η επίδικη οικοδομή, όπως και τα επίμαχα σημεία της, αποτελούν οικοδομή εντός της έννοιας του Νόμου, καθώς και ότι αρμόδια αρχή για την έκδοση των απαιτούμενων αδειών είναι το Δημοτικό Συμβούλιο Στροβόλου, εφόσον η επίδικη οικοδομή βρίσκεται εντός των δημοτικών ορίων του εν λόγω Δήμου. Όσον αφορά την «εγκεκριμένη χρήση», το άρθρο 2 του Κεφ. 96 προνοεί ότι ο όρος αυτός σημαίνει τη χρήση μιας οικοδομής όπως αυτή εγκρίθηκε με άδεια και όπως φαίνεται στα εγκεκριμένα σχέδια. Υπάρχει και επιφύλαξη ότι η χρήση μιας οικοδομής κατά την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του Νόμου θα θεωρείται ως η εγκεκριμένη χρήση αν αυτή δεν συγκρούεται με την άδεια οικοδομής που εκδόθηκε και τα εγκεκριμένα σχέδια. Ειδικότερα όσον αφορά τις κατηγορίες 1 - 3, οι οποίες αφορούν αλλαγή της εγκεκριμένης χρήσης του υπογείου της οικοδομής από χώρους στάθμευσης σε αποθήκη του ισογείου καταστήματος, η Κ.Α. οφείλει κατ' αρχάς να αποδείξει την «εγκεκριμένη χρήση» του υπογείου και συγκεκριμένα ότι αυτή είναι ως χώροι στάθμευσης και όχι ως αποθήκη για το ισόγειο κατάστημα. Στις Λεπτομέρειες των Αδικημάτων, γίνεται αναφορά στην άδεια οικοδομής του 1995 και τα σχετικά σχέδια. Στον όρο 6 της άδειας του 1995, Τεκμήριο 6, προνοείται μεταξύ άλλων ότι το υπόγειο (μεταξύ άλλων χώρων που αναφέρονται) θα χρησιμοποιείται για τη στάθμευση αυτοκινήτων και δεν θα τεθεί σε οποιαδήποτε άλλη χρήση, ενώ στον όρο 14 προνοείται ότι η χρήση του υπογείου δεν θα επηρεάσει αρνητικά τη λειτουργία της υφιστάμενης υπεραγοράς Golden Star σε σχέση με την αποθήκευση των ειδών που πωλεί. Εν τούτοις, δεν έχει σε καμία περίπτωση καταδειχθεί ότι η εν λόγω άδεια βρίσκεται σε ισχύ. Το άρθρο 5 του Νόμου προνοεί ότι η άδεια ισχύει για περίοδο τριών ετών από την έκδοσή της, αλλά στην περίπτωση που για τις ίδιες εργασίες έχει χορηγηθεί πολεοδομική άδεια, ο Δήμος δύναται, σε κατάλληλες περιπτώσεις, να ορίζει την περίοδο ισχύος της άδειας που εκδίδει, ώστε αυτή να ισχύει μόνο για όσο χρόνο ισχύει η αντίστοιχη πολεοδομική άδεια. Στην προκειμένη περίπτωση, ο Δήμος όρισε ρητά επί της ίδιας της άδειας ότι ισχύει μέχρι 6.4.1998 (βλ. Τεκμήριο 6), όπως, δηλαδή και η πολεοδομική άδεια, και δεν φαίνεται, με βάση την ενώπιόν μου μαρτυρία, να έχουν ανανεωθεί οι εν λόγω άδειες. Ναι μεν οι δύο νέοι όροφοι που αφορούσε η εν λόγω άδεια ανεγέρθηκαν πριν το 1998, εν τούτοις, κάποιοι από τους όρους που τέθηκαν δεν έχουν, μέχρι σήμερα, τηρηθεί ή υλοποιηθεί. Για παράδειγμα, δεν έχουν επαναφερθεί όλοι οι χώροι στο ισόγειο που χρησιμοποιούνται αυθαίρετα ως μέρος του ισογείου καταστήματος της υπεραγοράς και δεν έχει ανεγερθεί ο τοίχος που θα χώριζε τον χώρο αυτόν από το κατάστημα (όρος 5) και δεν έχουν κατεδαφιστεί όλα τα αυθαίρετα υποστατικά στην πρόσοψη του ισογείου της οικοδομής (όρος 10). Εξού και δεν έχει εκδοθεί νέο Πιστοποιητικό Έγκρισης στη βάση των προνοιών της άδειας οικοδομής του
  1. Όπως προνοείται από το άρθρο 10 του Κεφ. 96, απαγορεύεται η κατοχή οικοδομής ή τμήματος οικοδομής μέχρις ότου εκδοθεί πιστοποιητικό έγκρισης σε σχέση με την εν λόγω οικοδομή ή τμήμα οικοδομής, και το πιστοποιητικό έγκρισης εκδίδεται αφότου όλες οι εργασίες που αφορά η σχετική άδεια οικοδομής έχουν συμπληρωθεί. Συνεπώς, το υπόγειο, ισόγειο και ο πρώτος όροφος εξακολουθούν να καλύπτονται δεόντως από το Πιστοποιητικό Έγκρισης του 1987 και η θέση της Μ.Κ. 1 ότι η μερική συμπλήρωση των εργασιών που αφορούσε η άδεια του 1995 σημαίνει ότι η άδεια εξακολουθεί να ισχύει, παρά το ότι ρητά αναγράφεται σε αυτήν ότι ίσχυε μέχρι 6.4.1998, δεν ανανεώθηκε, και δεν εκδόθηκε νέο Πιστοποιητικό Έγκρισης στη βάση των όρων της άδειας του 1995, είναι παντελώς αυθαίρετη και αβάσιμη. Παρενθετικά, σημειώνω ότι το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων, με την απόφασή του ημερ. 26.10.2007 στην Αίτηση Ε14/03, Τεκμήριο 19, είχε καταλήξει σε παρόμοια θέση. Είναι δε άξιον απορίας, με ποιο τρόπο θα ήταν δυνατή η παράλληλη υλοποίηση των όρων 6 και 14 της άδειας του 1995, οι οποίοι, όπως έχω προαναφέρει, ορίζουν από τη μία ότι το υπόγειο δεν θα τεθεί σε οποιαδήποτε άλλη χρήση εκτός από τη στάθμευση αυτοκινήτων, και από την άλλη ότι η εν λόγω χρήση του υπογείου δεν θα επηρεάσει αρνητικά τη λειτουργία της υπεραγοράς σε σχέση με την αποθήκευση των ειδών που πωλεί. Συναφώς, δεν μπορώ παρά να υιοθετήσω τα όσα υπογραμμίστηκαν από το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων στη σελίδα 19 της απόφασής του ημερ. 26.10.2007 Τεκμήριο 19: «Αδυνατούμε να αντιληφθούμε πώς μπορεί να χρησιμοποιείται ένας υπόγειος χώρος ως χώρος στάθμευσης και ταυτόχρονα να μην επηρεαστεί αρνητικά η λειτουργία της υπεραγοράς που τον χρησιμοποιεί ως αποθηκευτικό χώρο». Η δε υπεραγορά νομίμως κατέχει το υπόγειο ως θέσμια ενοικιάστρια και το χρησιμοποιεί ως αποθήκη, ως η εγκεκριμένη του χρήση με βάση την άδεια και το Πιστοποιητικό Έγκρισης του
  2. Όπως αναφέρθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφασή του στην έφεση των ιδιοκτητριών κατά της προαναφερόμενης απόφασης του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων : «Η κατοχή και χρήση του υπογείου ως αποθήκης από την Εφεσίβλητη [Κατηγορούμενη 3], τόσο κατά την αρχική ενοικίαση όσο και όταν αυτή κατέστη θέσμια ενοικιάστρια, ήταν καθόλα νόμιμη. Μάλιστα, ήταν ακριβώς προς το σκοπό όπως η χρήση του υπογείου ως αποθήκης συνάδει με τέτοια χρήση του, που το 1987 οι ίδιες οι Εφεσείουσες εξασφάλισαν άδεια αλλαγής χρήσης του υπογείου από οικογενειακό κέντρο, όπως προνοούσε η άδεια οικοδομής του 1981, σε αποθήκη. Η έκδοση πιστοποιητικού τελικής έγκρισης το 1987 επισφράγισε οριστικώς τη νομιμότητα της χρήσης αυτής. Η χρήση του υπογείου ως αποθήκης λοιπόν ουδέποτε συνιστούσε παρανόμως ανεγερθείσα οικοδομή. Και ήταν αυτή την ίδια νόμιμη χρήση που η Εφεσίβλητη [Κατηγορούμενη 3] συνέχισε να δικαιούται ως θέσμια ενοικιάστρια από το
  3. . . Η έκδοση λοιπόν των αδειών του 1995 δεν εδέσμευε αυτομάτως και δεν επηρέαζε την Εφεσίβλητη [Κατηγορούμενη 3] ως προς τη νομιμότητα της υφιστάμενης χρήσης του υπογείου, ιδιαιτέρως αφού.δεν εξεδόθη ποτέ πιστοποιητικό τελικής έγκρισης για τις εργασίες των αδειών του 1995, που εσήμαινε ότι οποιαδήποτε χρήση άλλη από εκείνη για την οποία είχε εκδοθεί το πιστοποιητικό τελικής έγκρισης του 1987, θα ήταν η ίδια παράνομη» (η έμφαση δική μου, Τεκμήριο 22, Λητώ Πηλείδου-Καλλή κ.α. ν. Golden Star Supermarket Ltd
(2010)1Γ Α.Α.Δ. 1624, στις σελίδες 1631 και 1632). Το πρόβλημα δημιουργήθηκε από το γεγονός ότι οι ιδιοκτήτες εξασφάλισαν άδεια για την ανάπτυξη της πολυκατοικίας τους με την ανέγερση δύο επιπλέον ορόφων, στην οποία τέθηκαν όροι σε σχέση με τους αναγκαίους για τη συγκεκριμένη ανάπτυξη χώρους στάθμευσης, μετατρέποντας τη χρήση του υπογείου από αποθήκη της υπεραγοράς σε χώρους στάθμευσης. Όροι οι οποίοι στην ουσία είναι αδύνατον να υλοποιηθούν χωρίς την παραχώρηση του υπογείου από τους ενοικιαστές. Η εξαγορά χώρων στάθμευσης δεν καταδείχθηκε ενώπιόν μου να είναι εν δυνάμει λύση, αλλά εν πάση περιπτώσει είναι θέμα που αφορά τις ιδιοκτήτριες, οι οποίες εάν επιθυμούν μπορούν να το επιχειρήσουν μέσω της Πολεοδομίας. Υπενθυμίζω και επαναλαμβάνω ότι η υπεραγορά είχε ενοικιάσει, σύμφωνα με το Τεκμήριο 26, ολόκληρο το ισόγειο και υπόγειο της επίδικης οικοδομής, και δεν έχει καταδειχθεί ότι επιτεύχθηκε καθ' οιονδήποτε χρόνο ρητή συμφωνία μεταξύ ιδιοκτητών και ενοικιαστών για την τροποποίηση/μεταβολή της ενοικίασης με την αφαίρεση του υπογείου (και αντίστοιχη μείωση ενοικίου). Άλλωστε, ακόμη και εάν εθεωρείτο ότι ίσχυε η άδεια του 1995 και είχε εκδοθεί πιστοποιητικό έγκρισης στη βάση των όρων αυτής, η χρήση του υπογείου ως αποθηκευτικού χώρου ενδεχομένως να μην μπορούσε εν πάση περιπτώσει να θεωρηθεί ως μετατροπή εγκεκριμένης χρήσης, ενόψει του όρου 14 ο οποίος προνοεί ότι η χρήση του υπογείου δεν θα επηρεάσει αρνητικά τη λειτουργία της υπεραγοράς σε σχέση με την αποθήκευση των ειδών που πωλεί. Δεδομένων των ανωτέρω, οι κατηγορίες 1 - 3 δεν έχουν στοιχειοθετηθεί στον απαιτούμενο βαθμό, ήτοι πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, και θα πρέπει να απορριφθούν. Όσον αφορά τις κατηγορίες 4 - 6, οι οποίες επίσης βασίζονται στο άρθρο 3
(1)(ε) του Κεφ. 96 για μετατροπή, επέτρεψε την μετατροπή και ανοχή μετατροπής εγκεκριμένης χρήσης οικοδομής χωρίς άδεια, για το υπόστεγο στο νότιο τμήμα του τεμαχίου από χώρο στάθμευσης σε μέρος του ισογείου καταστήματος, οι Λεπτομέρειες των Αδικημάτων κάνουν αναφορά στην άδεια και στο Πιστοποιητικό Τελικής Έγκρισης του 1987 και όχι μόνο στην άδεια του 1995. Πράγματι, η εγκεκριμένη χρήση του εν λόγω χώρου, όπως φαίνεται από τα σχέδια της άδειας του 1987, Τεκμήριο 4Β, είναι ως υπόστεγο για τη στάθμευση 8 οχημάτων, ενώ η ενοικιάστρια το έχει περικλείσει και ενσωματώσει στο ισόγειο κατάστημα. Έχει δε εκδοθεί διάταγμα από το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων στις 26.10.2007 εναντίον της Κατηγορούμενης 3 για επαναφορά των εν λόγω στεγασμένων χώρων στάθμευσης στο πίσω μέρος της οικοδομής, με το οποίο δεν έχει μέχρι σήμερα συμμορφωθεί. Με αυτά τα δεδομένα, είναι ξεκάθαρο ότι το αδίκημα της 4ης κατηγορίας στοιχειοθετείται εναντίον της Κατηγορούμενης 3 στον απαιτούμενο βαθμό, με αναφορά στην άδεια και το Πιστοποιητικό Έγκρισης του 1987 και άγνωστη ημερομηνία μεταξύ 1987 και 1997 περίπου (βλ. Τεκμήριο 27Β του 1990 με το οποίο οι τότε ιδιοκτήτες παραχώρησαν τη χρήση του υπόστεγων χώρων στάθμευσης στο ισόγειο στους ενοικιαστές, και τα Τεκμήρια 8, 10, 11) και όχι την ημερομηνία διάπραξης που αναγράφεται στο κατηγορητήριο. Παρενθετικά, σημειώνω ότι θεωρώ ότι δεν υπάρχει αναγκαιότητα τροποποίησης των Λεπτομερειών στο κατηγορητήριο, είτε αναφορικά με την ημερομηνία είτε με τη διαγραφή της αναφοράς στην άδεια του 1995 έτσι ώστε να παραμείνει μόνο η αναφορά στην άδεια του 1987, εφόσον δεν πρόκειται για συστατικά στοιχεία του αδικήματος (βλ. Fatma Mehmet v. Police
(1970)2 C.L.R. 62, Μιχαήλ Θωμά ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 255 και άρθρο 85
(1)της Ποινικής Δικονομίας Κεφ. 155). Νοείται, βεβαίως, ότι οι κατηγορίες 5 και 6 δεν στοιχειοθετούνται εναντίον της Κατηγορούμενης 3, εφόσον το πρόσωπο που έχει διαπράξει την μετατροπή χρήσης δεν μπορεί να θεωρηθεί παράλληλα ότι ανέχθηκε ή επέτρεψε την μετατροπή (βλ. Πάμπος Ηροδότου ν. Δήμος Λευκωσίας
(2003)2 Α.Α.Δ 244 όπου τονίστηκε ότι η μετατροπή και η ανοχή της μετατροπής είναι εναλλακτικές κατηγορίες και δεν θα ήταν δυνατό το ίδιο πρόσωπο να είναι ταυτόχρονα ένοχος και της μετατροπής και της ανοχής για τη μετατροπή). Όσον αφορά τις Κατηγορούμενες 1 και 2, είναι εξίσου σαφές ότι σε καμία περίπτωση δεν στοιχειοθετούνται οι κατηγορίες 4 - 6, εφόσον η συγκεκριμένη μετατροπή δεν πραγματοποιήθηκε από τις ίδιες, οι οποίες όχι μόνο δεν επέτρεψαν ή ανέχθηκαν την εν λόγω μετατροπή χρήσης από την ενοικιάστρια, εφόσον κατέστησαν ιδιοκτήτριες αφότου είχε ήδη πραγματοποιηθεί η μετατροπή (βλ. σελίδα 248 της Πάμπος Ηροδότου ν. Δήμος Λευκωσίας, πιο πάνω, όπου αναφέρεται ότι ένας κατηγορούμενος που δεν είχε σχέση με το υποστατικό όταν μετετράπη η χρήση του από τρίτο πρόσωπο, δεν μπορεί να θεωρηθεί υπεύθυνος για ανοχή της μετατροπής της χρήσης), αλλά και στη συνέχεια έλαβαν δικαστικά μέτρα εναντίον της στο Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων και εκδόθηκε σχετικό διάταγμα εναντίον της Κατηγορούμενης 3 (βλ. Τεκμήριο 31). Σχετική αναφορικά με τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για στοιχειοθέτηση ανοχής είναι η απόφαση στην υπόθεση Μάριος Ανδρέα Σωφρονίου Λτδ ν. Δήμου Στροβόλου
(1991)2 Α.Α.Δ. 369 όπου αναφέρθηκε μεταξύ άλλων πως η ύπαρξη δυνατότητας, φυσικής ή νομικής, για την παρεμπόδιση μιας απαγορευμένης ενέργειας είναι εγγενές στοιχείο του συγκεκριμένου όρου. Αναφορικά με τις κατηγορίες 19 - 21, οι οποίες επίσης βασίζονται στο άρθρο 3
(1)(ε) του Κεφ. 96 για μετατροπή, επέτρεψε μετατροπή και ανοχή μετατροπής εγκεκριμένης χρήσης οικοδομής χωρίς άδεια, για το μικρό δωμάτιο στο υπόγειο, οι Λεπτομέρειες των Αδικημάτων κάνουν αναφορά στην άδεια και στο Πιστοποιητικό Τελικής Έγκρισης του 1987 και όχι μόνο στην άδεια του 1995, η οποία, όπως έχω προαναφέρει, δεν ισχύει. Η εγκεκριμένη χρήση του εν λόγω χώρου, όπως φαίνεται από τα σχέδια της άδειας του 1987, Τεκμήριο 4Α, είναι ως αποθήκη (χωριστή από τη μεγάλη αποθήκη για χρήση από τον κάτοχο του ισογείου καταστήματος) ενώ ο εν λόγω χώρος έχει μετατραπεί σε δωμάτιο, το οποίο χρησιμοποιεί οικιακή βοηθός με την άδεια των Κατηγορουμένων 1 και 2 (ανεξάρτητα από το κατά πόσο κοιμάται εντός αυτού ή το χρησιμοποιεί ως καθιστικό ως περιέγραψε η Κατηγορούμενη 1). Δεν έχει όμως προσκομιστεί ενώπιόν μου μαρτυρία ότι η εν λόγω μετατροπή διενεργήθηκε από τις Κατηγορούμενες. Η Μ.Κ. 1 επιθεώρησε τον χώρο για πρώτη φορά το 2006 και δεν γνώριζε ποιος είχε διαμορφώσει τον χώρο ως κατοικήσιμο δωμάτιο με μπάνιο, παρά μόνο ότι ανήκε στις Κατηγορούμενες 1 και 2 ιδιοκτήτριες και ενδεχομένως να χρησιμοποιείτο από οικιακή βοηθό τους. Η δε Κατηγορούμενη 1 κατέθεσε ότι ο συγκεκριμένος χώρος, το 1997 όταν κατέστη συνιδιοκτήτρια, ήδη ήταν διαμορφωμένος ως δωμάτιο με μπάνιο. Το αδίκημα του άρθρου 3
(1)(ε) που αντιμετωπίζουν οι Κατηγορούμενες, όπως προκύπτει από το λεκτικό του όπως έχει καταγραφεί πιο πάνω, δεν αφορά τη χρήση οικοδομής κατά παράβαση της εγκεκριμένης από την αρμόδια αρχή χρήσης, αλλά τη διενέργεια, αυτή καθ' εαυτή, της μετατροπής της εγκεκριμένης χρήσης ή την ανοχή ή να επέτρεψε τέτοια μετατροπή από άλλο πρόσωπο (το αδίκημα του άρθρου 10, για παράδειγμα, αφορά τη χρήση οικοδομής χωρίς πιστοποιητικό έγκρισης, το οποίο εκδίδεται αφότου οι εργασίες που αφορούν μια άδεια οικοδομής έχουν συμπληρωθεί). Συναφώς, αποτελεί συστατικό στοιχείο του αδικήματος του άρθρου 3
(1)(ε) η μετατροπή, από τις Κατηγορούμενες, της εγκεκριμένης χρήσης του υποστατικού, κάτι που απέτυχε να αποδείξει η Κ.Α., εφόσον δεν προσφέρθηκε μαρτυρία σε σχέση με το ποιος μετέτρεψε τον συγκεκριμένο χώρο από ανεξάρτητη αποθήκη σε κατοικήσιμο δωμάτιο. Επαναλαμβάνω ότι η μοναδική μαρτυρία που τέθηκε ενώπιόν μου για το συγκεκριμένο ζήτημα, είναι αυτή της Κατηγορούμενης 1, σύμφωνα με την οποία η χρήση του εν λόγω χώρου ως δωματίου προϋπήρχε της ανάληψης ιδιοκτησίας από τις Κατηγορούμενες 1 και 2. Ίσως εκ του περισσού, εφόσον η άδεια του 1995 ουδέποτε ανανεώθηκε και δεν εκδόθηκε ανάλογο πιστοποιητικό τελικής έγκρισης, σημειώνω ότι στα σχέδια που είχε εγκρίνει ο Δήμος το 1995, Τεκμήριο 7Α, κατά την έκδοση της άδειας του 1995 ο συγκεκριμένος χώρος είχε σημειωθεί ως δωμάτιο οικιακής βοηθού, καταδεικνύοντας, πέραν του ότι ο Δήμος θεωρεί επιτρεπτή τη συγκεκριμένη χρήση, και τη γενικότερη σύγχυση που φαίνεται να επικρατεί στον Δήμο σε σχέση με τις εγκεκριμένες χρήσεις των διαφόρων χώρων της επίδικης οικοδομής. Όσον αφορά τις Κατηγορούμενες 3, 4 και 5, οι κατηγορίες αυτές δεν φαίνεται να τις αφορούν. Συνεπώς, καταλήγω ότι δεν έχουν στοιχειοθετηθεί οι κατηγορίες 19 - 21 εναντίον οποιωνδήποτε εκ των Κατηγορουμένων. Σχετικά με τις κατηγορίες 22 - 24, οι οποίες επίσης βασίζονται στο άρθρο 3
(1)(ε) του Κεφ. 96 για μετατροπή, επέτρεψε μετατροπή και ανοχή μετατροπής εγκεκριμένης χρήσης οικοδομής χωρίς άδεια, αναφορικά με το μεσοπάτωμα, όπου η Κατηγορούμενη 3 διατηρεί κουζίνα και γραφεία για την υπεραγορά της, οι Λεπτομέρειες των Αδικημάτων κάνουν αναφορά στην άδεια και στο Πιστοποιητικό Τελικής Έγκρισης του 1987 και όχι μόνο στην άδεια του 1995. Η εγκεκριμένη χρήση του εν λόγω χώρου, όπως φαίνεται από τα σχέδια της άδειας του 1987, Τεκμήριο 4Γ, είναι ως αποθήκες του ισογείου καταστήματος και όχι οι χρήσεις στις οποίες έχει μετατρέψει τον χώρο η Κατηγορούμενη 3 για σκοπούς της υπεραγοράς της. Οι δε Κατηγορούμενες 1 και 2 δεν φαίνεται να έχουν οποιαδήποτε ανάμειξη στις εν λόγω μετατροπές, αλλά ούτε και να τις έχουν επιτρέψει ή ανεχθεί, για τους λόγους που προαναφέρθηκαν. Συνεπώς, από τις κατηγορίες 22 - 24 στοιχειοθετείται στον απαιτούμενο βαθμό, ήτοι πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, η κατηγορία 22 εναντίον της Κατηγορούμενης 3, με αναφορά στην άδεια και το Πιστοποιητικό Έγκρισης του 1987 και άγνωστη ημερομηνία μεταξύ 1987 και 1997 περίπου (βλ. σελ. 29 πιο πάνω). Όσον αφορά τις κατηγορίες 25 - 27, οι οποίες επίσης βασίζονται στο άρθρο 3
(1)(ε) του Κεφ. 96 για μετατροπή, επέτρεψε μετατροπή και ανοχή μετατροπής εγκεκριμένης χρήσης οικοδομής χωρίς άδεια, σε σχέση με τμήμα του δεύτερου ορόφου, σημειώνω ότι οι Λεπτομέρειες των Αδικημάτων κάνουν αναφορά στην άδεια του 1995 και σε αλλαγή χρήσης κατά ή περί τις 21.9.1995 μέχρι σήμερα. Όπως έχει προαναφερθεί, η άδεια του 1995 είχε ισχύ μόνο μέχρι 6.4.1998, και δεν έχει μέχρι σήμερα εκδοθεί πιστοποιητικό τελικής έγκρισης της οικοδομής στη βάση των όρων της άδειας του
  1. Ούτε και έχει προσκομιστεί ενώπιόν μου σαφής και θετική μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι οι Κατηγορούμενες είχαν προβεί σε αλλαγή της χρήσης που είχε εγκριθεί με την εν λόγω άδεια, ήτοι ενιαίος χώρος ιατρείου, σε διαφημιστικό γραφείο, κατά τη διάρκεια της ισχύος της. Υπενθυμίζω ότι η Μ.Κ. 1 προέβη σε επιθεώρηση της επίδικης πολυκατοικίας το 2006 και το
  2. Η κατοχή τμήματος της οικοδομής χωρίς πιστοποιητικό έγκρισης είναι χωριστό αδίκημα, με βάση το άρθρο 10, με διαφορετικά συστατικά στοιχεία από το αδίκημα του άρθρου 3
(1)(ε) (περισσότερα για το αδίκημα του άρθρου 10 καταγράφονται στις σελίδες 36-37 πιο κάτω). Προχωρώ στην επόμενη ομάδα κατηγοριών, που αφορούν την ανέγερση, ανοχή ανέγερσης ή επέτρεψαν την ανέγερση οικοδομής χωρίς άδεια από την αρμόδια αρχή, ήτοι τις κατηγορίες 7-9, 10-12, 13-15 και 16-18. Το άρθρο 3
(1)(β) του Κεφ. 96, στο οποίο βασίζονται οι εν λόγω κατηγορίες, προνοεί ότι κανένα πρόσωπο δεν δύναται να ανεγείρει ή να ανέχεται ή να επιτρέπει να ανεγείρεται οικοδομή ή να κατεδαφίζει ή να ανοικοδομεί ή να προβαίνει σε μετατροπή, προσθήκη ή επισκευή σε οποιαδήποτε υφιστάμενη οικοδομή ή να ανέχεται ή να επιτρέπει να γίνει οποιαδήποτε τέτοια κατεδάφιση ή ανοικοδόμηση ή μετατροπή, προσθήκη ή επισκευή, χωρίς άδεια για αυτήν, η οποία λαμβάνεται προηγουμένως από την αρμόδια αρχή ως καθορίζεται στο εδάφιο
(2). Από το λεκτικό αυτό προκύπτει ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος των κατηγοριών αυτών, λαμβάνοντας υπόψη της Λεπτομέρειες των Αδικημάτων, είναι τα εξής : (α) Η ανέγερση οικοδομής ή μετατροπή ή προσθήκη υφιστάμενης οικοδομής (κατηγορίες 7, 10, 13, 16) ή επέτρεψαν την ανέγερση οικοδομής ή την μετατροπή ή προσθήκη υφιστάμενης οικοδομής (κατηγορίες 8, 11, 14, 17) ή ανέχθηκαν την ανέγερση οικοδομής ή μετατροπή ή προσθήκη οικοδομής (κατηγορίες 9, 12, 15, 18) (β) Η οικοδομή να αποτελεί «οικοδομή» εντός της έννοιας του Νόμου (γ) Η ανέγερση (ή επέτρεψαν ή η ανοχή της ανέγερσης) ή η μετατροπή/προσθήκη (ή επέτρεψαν ή η ανοχή της μετατροπής/προσθήκης) να γίνεται χωρίς την προηγούμενη εξασφάλιση άδειας από την «αρμόδια αρχή» εντός της έννοιας του Νόμου. Για τους όρους «οικοδομή» και «αρμόδια αρχή», για τους οποίους δεν έχει υπάρξει οποιαδήποτε αμφισβήτηση, έχει ήδη γίνει αναφορά στη σελίδα 25 πιο πάνω. Παρομοίως, είναι αδιαμφισβήτητο ότι όλα τα επίμαχα σημεία αποτελούν προσθήκες και μετατροπές σε υφιστάμενη οικοδομή. Ειδικότερα όσον αφορά τις κατηγορίες 7 - 9, που αφορούν προσθήκη κατά μήκος της πρόσοψης της οικοδομής και εντός της απόστασης των 3 μέτρων από το οδικό σύνορο, η οποία χρησιμοποιείται από την Κατηγορούμενη 3 ως μέρος του ισογείου καταστήματος για την πώληση φθαρτών, τις κατηγορίες 10 - 12 που αφορούν προσθήκη 13μ. x 1.5μ. στο ισόγειο κατάστημα και τις κατηγορίες 13 - 15 που αφορούν βεράντα στη βορειοδυτική γωνία και ράμπα για τοποθέτηση καλαθιών, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η αρμόδια αρχή, ήτοι ο Δήμος Στροβόλου, δεν έχει εκδώσει άδεια για τις συγκεκριμένες προσθήκες, στις οποίες προέβη η ενοικιάστρια για σκοπούς της υπεραγοράς της. Στα εγκεκριμένα σχέδια της άδειας του 1987 δεν υφίστανται οι συγκεκριμένες μετατροπές. Συνεπώς, με βάση και τα ευρήματα στα οποία έχω καταλήξει πιο πάνω, διαφαίνεται ότι έχουν στοιχειοθετηθεί στον απαιτούμενο βαθμό οι κατηγορίες 7, 10 και 13 εναντίον της Κατηγορούμενης 3, με αναφορά πάντοτε στην άδεια και το Πιστοποιητικό Έγκρισης του 1987 και άγνωστη ημερομηνία μετά το 1990 (βλ. Τεκμήρια 27Α και Β όπου γίνεται αναφορά στην παραχώρηση από τους τότε ιδιοκτήτες στους ενοικιαστές των χώρων όπου στη συνέχεια έγιναν οι προσθήκες). Νοείται, βεβαίως, ότι οι ανάλογες κατηγορίες ότι ανέχθηκε και επέτρεψε τις εν λόγω προσθήκες (κατηγορίες 8, 9, 11, 12, 14, 15) δεν στοιχειοθετούνται εναντίον της Κατηγορούμενης 3, εφόσον όπως έχει προαναφερθεί με αναφορά στην Πάμπος Ηροδότου ν. Δήμος Λευκωσίας, πιο πάνω, το πρόσωπο που έχει προβεί σε μια παράνομη προσθήκη δεν μπορεί παράλληλα να κριθεί ένοχος σε κατηγορία ότι ανέχθηκε ή επέτρεψε σε άλλο πρόσωπο να τη διενεργήσει. Εναντίον των Κατηγορουμένων 1 και 2, οι ομάδες κατηγοριών 7 - 9, 10 - 12 και 13 - 15 δεν στοιχειοθετούνται, εφόσον σε καμία περίπτωση δεν καταδείχθηκε από την Κ.Α. είτε ότι αυτές προέβησαν στις συγκεκριμένες μετατροπές, αλλά ούτε και ότι τις επέτρεψαν ή ανέχθηκαν. Το γεγονός ότι οι πρώην ιδιοκτήτες της οικοδομής, γονείς τους, φαίνεται από τα Τεκμήρια 27A και Β να έδωσαν άδεια στους ενοικιαστές να προβούν σε κάποιες από αυτές τις μετατροπές ή παραχώρησαν στους ενοικιαστές τους χώρους εντός των οποίων στη συνέχεια οι ενοικιαστές προέβησαν στις προσθήκες, σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να μεταφέρει την ποινική ευθύνη για ανοχή ή ότι επέτρεψαν τις μετατροπές στις μεταγενέστερες ιδιοκτήτριες, εφόσον αυτές εξέφρασαν κατ' επανάληψη, όπως φαίνεται από το σύνολο της αλληλογραφίας που κατατέθηκε ενώπιόν μου, την αντίρρησή τους στις ενέργειες των θέσμιων ενοικιαστών, κινήθηκαν δικαστικά εναντίον τους με αίτηση έξωσης/ανάκτησης κατοχής στο αρμόδιο Δικαστήριο και συνεχίζουν τον δικαστικό τους αγώνα στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Σχετικά με τις κατηγορίες 16 - 18, που αφορούν παράνομη ανέγερση βαθμίδων αντί ράμπας για σκοπούς πρόσβασης από το οδικό σύνορο του τεμαχίου προς το υπόγειο της επίδικης οικοδομής, σημειώνω ότι δεν έχει προσκομιστεί ενώπιόν μου μαρτυρία ότι οι εν λόγω βαθμίδες ανεγέρθηκαν από τις Κατηγορούμενες. Η Μ.Κ. 1 δήλωσε ότι δεν μπορεί να γνωρίζει από ποιον ανεγέρθηκαν, παρά μόνο ότι χρησιμοποιούνται από όλες τις Κατηγορούμενες, ενώ τόσο η Κατηγορούμενη 1 όσο και η Κατηγορούμενη 5 κατέθεσαν σαφώς ότι οι βαθμίδες προϋπήρχαν της ανάληψης ιδιοκτησίας από τις Κατηγορούμενες 1 και 2 το 1997, αλλά και της ενοικίασης του ισογείου και υπογείου από την Κατηγορούμενη 3 το 1982. Δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο του συγκεκριμένου αδικήματος του άρθρου 3
(1)(β) του Κεφ. 96 η χρήση οικοδομής χωρίς άδεια, αλλά η ανέγερσή της ή το να επιτρέπει ή να ανέχεται ένα πρόσωπο την ανέγερση από άλλο πρόσωπο. Σημειώνω επιπλέον ότι στις Λεπτομέρειες των Αδικημάτων αυτών, γίνεται αναφορά μόνο στην άδεια του 1995, και στο γεγονός ότι η ανέγερση των βαθμίδων έχει ως αποτέλεσμα «να μην μπορούν να λειτουργήσουν οι 11 εγκεκριμένοι χώροι στάθμευσης του υπογείου». Συναφώς, ισχύουν τα όσα έχω αναφέρει στις σελίδες 26-28 πιο πάνω σε σχέση με την ισχύ της εν λόγω άδειας και των όρων που περιέχονται σε αυτήν, εν όψει του ότι δεν έχει εκδοθεί πιστοποιητικό τελικής έγκρισης στη βάση των όρων της συγκεκριμένης άδειας του 1995. Η τελευταία ομάδα κατηγοριών (28 - 30) αφορά την κατοχή, ανοχή κατοχής και ότι επιτρέπουν την κατοχή οικοδομής χωρίς Πιστοποιητικό Έγκρισης της αρμόδιας Αρχής. Το άρθρο 10
(1)του Κεφ. 96 προνοεί ότι ουδέν πρόσωπο κατέχει ή χρησιμοποιεί ή ενεργεί ώστε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο να κατέχει ή να χρησιμοποιεί οποιαδήποτε οικοδομή ή τμήμα οικοδομής, μέχρις ότου εκδοθεί πιστοποιητικό έγκρισης από την αρμόδια αρχή σε σχέση με την εν λόγω οικοδομή ή τμήμα αυτής, ανεξάρτητα αν χορηγήθηκε άδεια για την οικοδομή ή τμήμα της. Συνεπώς, τα συστατικά στοιχεία που οφείλει να αποδείξει η Κ.Α. είναι, πέραν του ότι η οικοδομή ή τα επίμαχα τμήματά της αποτελούν «οικοδομή» εντός της έννοιας του Νόμου (που δεν αμφισβητείται), και ότι η οικοδομή ή τμήμα της κατέχεται από τις Κατηγορούμενες ενώ δεν έχει εκδοθεί πιστοποιητικό έγκρισης για την εν λόγω οικοδομή ή τμήμα της από την «αρμόδια αρχή» εντός της έννοιας του Νόμου. Όπως έχει προαναφερθεί, στην παρούσα περίπτωση η αρμόδια αρχή για την έκδοση πιστοποιητικών έγκρισης αναφορικά με την επίδικη οικοδομή είναι ο Δήμος Στροβόλου. Στην προκειμένη περίπτωση, ο Δήμος Στροβόλου, ως αρμόδια προς τούτο αρχή, έχει εκδώσει Πιστοποιητικό Έγκρισης το 1987 σε σχέση με το υπόγειο, το ισόγειο και τον πρώτο όροφο της επίδικης οικοδομής. Συνεπώς, η κατοχή των εν λόγω τμημάτων της οικοδομής είτε από τις Κατηγορούμενες 1 και 2 είτε από τις Κατηγορούμενες 3 και 5, δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί καθόλα νόμιμη και επιτρεπτή. Η έκδοση της άδειας του 1995, που αφορούσε την ανέγερση δύο επιπλέον ορόφων υπό διάφορους όρους, σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αναιρεί ή ακυρώνει το Πιστοποιητικό Έγκρισης του 1987 που αφορούσε το υπόλοιπο κτίριο, εφόσον η εν λόγω άδεια έχει λήξει, δεν έχει ανανεωθεί και δεν έχει εκδοθεί νέο Πιστοποιητικό Έγκρισης της οικοδομής όπως έχει διαμορφωθεί, ήτοι με την ανέγερση δύο επιπλέον ορόφων. Σχετικά είναι τα όσα αναφέρθηκαν στην παράγραφο Β
(1)στις σελίδες 31 και 32 της πρωτόδικης απόφασης του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων, Τεκμήριο 19, και προπαντός τα όσα αναφέρθηκαν στην επακόλουθη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, σχετικό απόσπασμα της οποίας παρατίθεται στις σελίδες 27 και 28 πιο πάνω. Αντίθετα, όμως, ο δεύτερος και ο τρίτος όροφος, που ανεγέρθηκαν στη βάση των σχεδίων άδειας οικοδομής του 1995, Τεκμήριο 7, κατέχονται από τις Κατηγορούμενες 1 και 2 ως συνιδιοκτήτριες, ενώ δεν έχει εκδοθεί Πιστοποιητικό Έγκρισης σε σχέση με αυτό το τμήμα της οικοδομής από τον Δήμο Στροβόλου. Το εδάφιο
(2)του άρθρου 10 του Κεφ. 96 προνοεί ότι ο κάτοχος άδειας, εντός 21 ημερών από τη συμπλήρωση της εργασίας σε σχέση με την οποία εκδόθηκε η άδεια, οφείλει να γνωστοποιεί στην αρμόδια αρχή τη συμπλήρωση και να υποβάλλει αίτηση για έκδοση πιστοποιητικού έγκρισης. Στην προκειμένη περίπτωση, οι ιδιοκτήτριες δεν έχουν υποβάλει τέτοια αίτηση (προφανώς εφόσον οι όροι της άδειας του 1995 δεν έχουν μέχρι σήμερα υλοποιηθεί για τους λόγους που προαναφέρθηκαν και συνεπώς δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι οι εργασίες έχουν συμπληρωθεί), δεν έχει εκδοθεί πιστοποιητικό έγκρισης για το συγκεκριμένο τμήμα της οικοδομής, ήτοι ο δεύτερος και ο τρίτος όροφος, και συνεπώς η κατοχή αυτού του τμήματος από τις Κατηγορούμενες 1 και 2 παραβαίνει τις σχετικές πρόνοιες του Νόμου. Είναι δεδομένο ότι η πρωταρχική έγνοια των ιδιοκτητριών, όπως διαφάνηκε σαφώς από τη μαρτυρία της Κατηγορούμενης 1, ήταν και παραμένει η νομιμοποίηση της ανάπτυξης της οικοδομής, την οποία δεν ήταν σε θέση μέχρι σήμερα να επιτύχουν, για τους λόγους που προαναφέρθηκαν και σχετίζονται με την ενοικίαση και κατοχή του υπογείου στην Κατηγορούμενη 3, εν όψει του ότι η συγκεκριμένη ανάπτυξη προϋποθέτει την ύπαρξη συγκεκριμένου αριθμού χώρων στάθμευσης. Η εν λόγω έγνοια των ιδιοκτητριών είναι απόλυτα κατανοητή και σεβαστή, πλην όμως δεν αναιρεί το γεγονός ότι στο παρόν στάδιο κατέχουν τα εν λόγω τμήματα της οικοδομής χωρίς πιστοποιητικό έγκρισης, κατά παράβαση του άρθρου 10 του Κεφ. 96. Συνεπώς, από τις κατηγορίες 28, 29 και 30, έχει στοιχειοθετηθεί στον απαιτούμενο βαθμό η κατηγορία 28 εναντίον των Κατηγορουμένων 1 και 2. Ειδικότερα όσον αφορά την Κατηγορούμενη 5, σημειώνω ότι αυτή αντιμετωπίζει τις κατηγορίες με βάση το άρθρο 20 του Κεφ. 96 που αφορά συνεργούς. Σύμφωνα με το εδάφιο
(2)του άρθρου 20 του Κεφ. 96, όταν διαπράττεται αδίκημα δυνάμει του εδαφίου
(1), όπως είναι οι παραβάσεις των άρθρων 3, 9 και 10 του Νόμου, «θεωρείται ότι συμμετείχε στη διάπραξη και ότι είναι ένοχος αυτού και δύναται να διωχθεί και να δικαστεί ότι πράγματι διέπραξε αυτό και δύναται να τιμωρηθεί ανάλογα» κάθε πρόσωπο το οποίο διενεργεί ή παραλείπει να πράξει κάτι με σκοπό να κάνει δυνατή τη διάπραξη του ποινικού αδικήματος από άλλο, και κάθε πρόσωπο που προάγει, παρέχει συνδρομή σε άλλο στη διάπραξη του ποινικού αδικήματος και κάθε πρόσωπο που διενεργεί οποιαδήποτε πράξη προπαρασκευαστική στη διάπραξη του ποινικού αδικήματος. Σε σχέση με τον συνεργό, πρέπει πάντοτε να αποδεικνύεται τόσο η ένοχη πράξη (actus reus), η οποία εμπεριέχει δύο έννοιες, ήτοι την παροχή βοήθειας ή την παρακίνηση σε αδίκημα, όσο και η ένοχη διάνοια (mens rea), η οποία αναμένεται να σχετίζεται με τις δύο αυτές έννοιες. Όπως έχει νομολογηθεί, το νοητικό στοιχείο - η υποκειμενική υπόσταση (mens rea) που πρέπει να αποδεικνύεται για συνεργό είναι γενικά στενότερο και πιο απαιτητικό απ' ό,τι χρειάζεται για τον αυτουργό και απαιτεί πρόθεση ή γνώση εκ μέρους του συνεργού. Στην προκειμένη περίπτωση, η Κατηγορούμενη 5, όπως διαφάνηκε σαφώς από τη μαρτυρία όπως αξιολογήθηκε πιο πάνω, όχι μόνο εκπροσωπεί και αντιπροσωπεύει την Κατηγορούμενη 3 εταιρεία, αλλά ήταν παρούσα με ενεργό προσωπική εμπλοκή, γνώση, συνέργεια και συμμετοχή σε όλα τα ζητήματα που αφορούσαν την ενοικίαση της επίδικης οικοδομής, τις μετατροπές που διενεργήθηκαν, τις συμφωνίες με τους αρχικούς ιδιοκτήτες και τις διαφωνίες με τις νυν ιδιοκτήτριες και τον Δήμο Στροβόλου, τη λειτουργία της υπεραγοράς που διατηρεί η Κατηγορούμενη 3 στην επίδικη οικοδομή και γενικά όλα τα επίδικα θέματα, από το 1982 μέχρι και σήμερα. Η Κατηγορούμενη 5 σαφώς ήταν το πρόσωπο δια μέσου του οποίου η Κατηγορούμενη 3 ενεργούσε κατά τους ουσιώδεις χρόνους και με πλήρη γνώση των πράξεών της. Κατά λογική συνέπεια, όλα τα αδικήματα που έχουν αποδειχθεί εναντίον της Κατηγορούμενης 3 (κατηγορίες 4, 7, 10, 13 και 22) έχουν παρομοίως στοιχειοθετηθεί στον απαιτούμενο βαθμό, ήτοι πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, και εναντίον της Κατηγορούμενης 5, με βάση το άρθρο 20 του Κεφ.
  1. Σχετικά με την Κατηγορούμενη 4, σημειώνω ότι δεν έχει γίνει αντιληπτό πού βασίζει η Κ.Α. την υπόθεσή της εναντίον της εν λόγω εταιρείας. Η Μ.Κ. 1 αρχικά κατέθεσε ότι οι Κατηγορούμενες 3 και 4 είναι οι ενοικιάστριες του ισογείου και υπογείου, ενώ, όπως διαφάνηκε σαφώς από το σύνολο της μαρτυρίας, θέσμια ενοικιάστρια είναι η κατηγορούμενη
  2. Το δε Πιστοποιητικό Διευθυντών της εν λόγω εταιρείας, που κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1Β, καταδεικνύει μόνο ότι η Κατηγορούμενη 5 είναι μία εκ των διευθυντών της Κατηγορούμενης 4 και τίποτε περισσότερο. Ενδεχομένως η Κ.Α. να είχε προβεί σε έρευνα στον Έφορο Εταιρειών και να είχε εντοπίσει να υπάρχουν δύο εγγεγραμμένες εταιρείες με τις λέξεις Golden Star Supermarket στην ονομασία τους, και να θεώρησε φρόνιμο να συμπεριλάβει και τις δύο στο κατηγορητήριο, αγνοώντας ποια από τις δύο ήταν η πραγματική ενοικιάστρια. Εν πάση περιπτώσει, όμως, επαναλαμβάνω ότι ενοικιάστρια είναι η Κατηγορούμενη 3, και δεν έχει καταδειχθεί οποιαδήποτε εμπλοκή ή ανάμειξη της Κατηγορούμενης 4 στην υπόθεση. Έχοντας καταλήξει ως ανωτέρω, θεωρώ ορθό να επισημάνω το γεγονός ότι ο Δήμος Στροβόλου, ως αρμόδια αρχή, διαφάνηκε να είχε γνώση της ύπαρξης παραβάσεων της νομοθεσίας στην επίδικη οικοδομή εδώ και πολλά χρόνια, και επέλεξε όπως προωθήσει ποινική δίωξη αρχικά το 2005, την οποία απέσυρε, και ακολούθως το 2009, τροποποιώντας το κατηγορητήριο το 2011 (μετά την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Τεκμήριο 22). Η εν λόγω ολιγωρία και απροθυμία της δημοτικής αρχής είναι, κατά την κρίση μου, απαράδεκτη και κατακριτέα, χωρίς, βεβαίως, να καταδεικνύει κακοπιστία, διαφθορά και διαπλοκή όπως εισηγήθηκε ο ευπαίδευτος συνήγορος των Κατηγορουμένων 3, 4 και 5 κατά την τελική του αγόρευση. Ούτε και μπορεί να έχει επίδραση στην κρίση του Δικαστηρίου σε σχέση με τη διάπραξη ποινικών αδικημάτων, εφόσον όπως έχει σαφώς νομολογηθεί, το γεγονός ότι η αρμόδια δημοτική αρχή ανέχθηκε την παρανομία για μεγάλο χρονικό διάστημα, δεν δίδει οποιαδήποτε δικαιώματα στον παρανομούντα, αλλά αντίθετα αναμένεται, λόγω της επίδειξης ανοχής ή επιείκειας εκ μέρους της αρμόδιας αρχής, ο παραβάτης να άρει την παρανομία (βλ. Ηλίας Χρίστου Ηλιάδης ν. Δήμου Λάρνακος
(1998)2 Α.Α.Δ. 75). Όσον αφορά την εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου των Κατηγορουμένων 3, 4 και 5 κατά την τελική του αγόρευση περί κατάχρησης της διαδικασίας λόγω αλλότριων σκοπών του Δήμου σε συνεννόηση με τις Κατηγορούμενες 1 και 2, σημειώνω ότι, πέραν του ότι δεν καταδείχθηκε ενώπιόν μου κάτι τέτοιο (βλ. σελίδα 17 πιο πάνω), εν πάση περιπτώσει το εσωτερικό ελατήριο ή ο απώτερος σκοπός του κατηγόρου δεν είναι λόγος για τον οποίο, αφ' εαυτού, θα δικαιολογείτο να θεωρηθεί καταχρηστική η ποινική δίωξη (βλ. Marinakis Developers Ltd ν. Επάρχου Λάρνακας
(2010)2 Α.Α.Δ 606 και τη νομολογία αναφερόμενη σε αυτή). Συμπερασματικά όλων των πιο πάνω: Η Κατηγορούμενη 4 αθωώνεται και απαλλάσσεται από όλες τις κατηγορίες. Οι Κατηγορούμενες 1, 2, 3 και 5 αθωώνονται και απαλλάσσονται από τις κατηγορίες 1, 2, 3, 5, 6, 8, 9, 11, 12, 14 έως και 21, 23 έως και
  1. Oι Κατηγορούμενες 1 και 2 αθωώνονται και απαλλάσσονται και από τις κατηγορίες 4, 7, 10, 13 και 22, 29 και
  2. Οι Κατηγορούμενες 3 και 5 αθωώνονται και απαλλάσσονται και από τις κατηγορίες 28, 29 και
  3. Oι Κατηγορούμενες 1 και 2 κρίνονται ένοχες στην κατηγορία 28 σε σχέση με τον δεύτερο και τον τρίτο όροφο της επίδικης οικοδομής. Oι Κατηγορούμενες 3 και 5 κρίνονται ένοχες στις κατηγορίες 4, 7, 10, 13 και
  4. (Υπ.) ...................................... Σ. Κλεόπα Χατζηκυριάκου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.