← Κύπρος

Alpha Τράπεζα Λίμιτεδ ν. Κυριάκος Γεωργίου κ.α., Αρ. Aγωγής 1217/2002, 27/9/2013

Alpha Τράπεζα Λίμιτεδ ν. Κυριάκος Γεωργίου κ.α., Αρ. Aγωγής 1217/2002, 27/9/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:A330 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Aγωγής 1217/2002 ΜΕΤΑΞΥ: Alpha Τράπεζα Λίμιτεδ Εναγόντων -και-

  1. Κυριάκος Γεωργίου
  2. Γεωργίου Ευστρατίου Χρήστος
  3. Ευστρατίου Νίκη
  4. Ευστρατίου Μάριος Εναγομένων --------------------- 27.9.2013 Για τους ενάγοντες: κος Ορφανίδης Για τον εναγόμενο 4: κος Ματθαίου Α Π Ο Φ Α Σ Η Η αξίωση των εναγόντων (στη συνέχεια η τράπεζα) εδράζεται σε συμφωνία δανείου που συναρτάται με συμφωνία εγγυήσεως. Το αξιούμενο ποσό ανέρχεται σε ΛΚ2.671,40 (€4.564,36) πλέον τόκο 11% από 1.7.
  5. Αντικείμενο της παρούσας είναι η αξίωση της τράπεζας στην έκταση που αφορά τον εναγόμενο 4, εφόσον για τους λοιπούς εναγομένους εκδόθηκε απόφαση. Συγκεκριμένα την 20.5.2003 εκδόθηκε εκ συμφώνου απόφαση για τον εναγόμενο 2 και την 28.11.2003 εκδόθηκε απόφαση, μετά από απόδειξη, για τους εναγομένους 1, 3 και
  6. Ακολούθως, την 5.11.2012 διατάχθηκε ο παραμερισμός της απόφασης ημερομηνίας 28.11.2003, στην έκταση που τούτη αφορούσε τον εναγόμενο 4, δηλαδή τον εναγόμενο που αφορά η παρούσα. Ως εκ τούτου, η υπόθεση προχώρησε σε ακρόαση αναφορικά με τον εναγόμενο 4 (στη συνέχεια ο εναγόμενος). Η δικογραφημένη εκδοχή της τράπεζας είναι ότι δυνάμει εγγράφου συμφωνίας, ημερομηνίας 16.2.1998, παραχώρησαν στον εναγόμενο 1 το δάνειο υπ' αριθμό 3050133442016, το οποίο αφορούσε ποσό ΛΚ5.
  7. Το δάνειο δόθηκε στη βάση εγγυήσεων των εναγομένων 2, 3 και 4, που παραχώρησαν την 30.4.1997 και 13.2.
  8. Σύμφωνα με την εκδοχή της τράπεζας, την 1.7.2001 ο εναγόμενος 1 εξακολουθούσε να οφείλει το ποσό των ΛΚ2.671,
  9. Ως εκ τούτου, την 13.12.2001 κάλεσαν το σύνολο των εναγομένων να εξοφλήσει το εν λόγω ποσό. Όπως η τράπεζα διατείνεται οι εναγόμενοι κλήθηκαν μέσω επιστολής ημερομηνίας 13.12.
  10. Εν τούτοις, οι εναγόμενοι αμέλησαν και/ή αρνήθηκαν και/ή παρέλειψαν να εξοφλήσουν το οφειλόμενο ποσό. Στον αντίποδα η υπεράσπιση αρνείται τη συμφωνία ημερομηνίας 16.2.
  11. Περαιτέρω, διατείνεται ότι ο εναγόμενος ουδέποτε υπέγραψε τις αναφερόμενες συμφωνίες εγγυήσεως. Επιπλέον, υποστηρίζει ότι ουδέποτε στάληκε στον εναγόμενο η επιστολή ημερομηνίας 13.12.2001 και/ή ότι στάληκε σε λανθασμένη διεύθυνση και ως εκ τούτου δεν έχει εκπληρωθεί η αναγκαιότητα προειδοποίησης του εναγομένου για προσδιορισμό, σύμφωνα με την υπεράσπιση, της εκτελεστότητας τυχόν υποχρέωσης του τελευταίου. Κατ' επέκταση, η υπεράσπιση διατείνεται ότι η ισχυριζόμενη συμφωνία ημερομηνίας 16.2.1998 είναι σε ισχύ και ουδέποτε τερματίστηκε για τον εγγυητή. Τέλος, είναι η θέση της ότι τυχόν οφειλόμενο ποσό είναι πολύ μικρότερο καθ' ότι η τράπεζα προέβη σε υπερχρεώσεις, αδικαιολόγητες χρεώσεις, αδικαιολόγητα έξοδα και τόκους, ανατοκισμό και επιβολή τόκου πέραν του συμφωνηθέντος 8%. Προς υποστήριξη της αξίωσης η τράπεζα κάλεσε στο δικαστήριο δύο μάρτυρες. Τούτοι είναι ο Σάββας Άδωνη (ΜΕ1) και ο Χάρης Γεωργίου (ΜΕ2). Η υπεράσπιση δεν κάλεσε κανένα μάρτυρα. Ο ΜΕ1 προσκόμισε στο δικαστήριο αριθμό εγγράφων τα οποία κατατέθηκαν ως τεκμήρια. Τούτα τα έγγραφα είναι. αντίγραφο συμφωνίας δανείου ημερομηνίας 13.2.1998 που τέθηκε σε ισχύ από την 16.2.1998 (τεκμήριο 1), αντίγραφο συμφωνίας εγγυήσεως ημερομηνίας 3.4.1997 (τεκμήριο 2), αντίγραφο ειδοποίησης τερματισμού ημερομηνίας 13.12.2001 (τεκμήριο 3) και κατάσταση λογαριασμού (τεκμήριο 4). Όπως επεξηγήθηκε ο λόγος προσκόμισης των αντιγράφων είναι γιατί τα πρωτότυπα χρησιμοποιήθηκαν σε προηγούμενη διαδικασία και βρίσκονται στο φάκελο του δικαστηρίου. Ο ΜΕ1 ανέφερε ότι εργάζεται στην υπηρεσία ανάκτησης οφειλών και ότι υπό αυτή την ιδιότητα έχει στη φύλαξη και έλεγχο του τα στοιχεία της παρούσας υπόθεσης. Δέχθηκε εν προκειμένω ότι ο ίδιος δεν ήταν παρών κατά την υπογραφή οιασδήποτε εκ των συμφωνιών, δηλαδή της συμφωνίας δανείου (τεκμήριο 1) και της συμφωνίας εγγυήσεως (τεκμήριο 2). Η εμπλοκή του τμήματος στο οποίο εργάζεται άρχεται, ανέφερε ο μάρτυρας, από τη στιγμή τερματισμού της συμφωνίας, πράξη η οποία διενεργείται από το κατάστημα που ελέγχει το λογαριασμό. Κατ' επέκταση, δέχθηκε ότι δεν είναι ο ίδιος που απέστειλε το τεκμήριο 3, δηλαδή την επιστολή τερματισμού ημερομηνίας 13.12.
  12. Αναφορικά με την επιστολή τερματισμού ήταν η θέση του ότι τούτη στάληκε σε όλους τους εναγομένους. Η υπεράσπιση υπέδειξε στο μάρτυρα ότι το τεκμήριο 3 απεστάλη σε διεύθυνση άλλη από εκείνη που αναφέρεται στη συμφωνία εγγυήσεως (τεκμήριο 2). Θέση του ΜΕ1 ήταν ότι προτού αποσταλεί η σχετική επιστολή η τράπεζα προχώρησε σε έρευνα για εντοπισμό όλων των εναγομένων και αποτέλεσμα τούτης ήταν ότι ο εναγόμενος, δηλαδή ο εναγόμενος 4, εντοπίστηκε στη διεύθυνση Μουρούζη 14, Διαμ. 102, Λυκαβητός Λευκωσία. Εξ' ου, ανέφερε ο μάρτυρας, και το τεκμήριο 3 απεστάλη στην εν λόγω διεύθυνση. Περαιτέρω, ήταν η θέση του ότι η τράπεζα έχει ειδικό σύστημα αποστολής των εν λόγω επιστολών και όταν επιστολή δεν παραλαμβάνεται επιστρέφεται στην τράπεζα ως μη παραληφθείσα. Εφόσον στη δοσμένη περίπτωση δεν επιστράφηκε συνάγεται, ανέφερε ο μάρτυρας, ότι η επιστολή παρελήφθη. Αναφορικά με το υπόλοιπο λογαριασμού (τεκμήριο 4) ο μάρτυρας ανέφερε ότι ο ίδιος είναι που προέβη στην εκτύπωση τούτου και περαιτέρω επεξήγησε μέρος των χρεώσεων για τις οποίες ερωτήθηκε. Ο δεύτερος και τελευταίος μάρτυρας της τράπεζας αναγνώρισε την υπογραφή του στο τεκμήριο 2, δηλαδή τη συμφωνία εγγυήσεως, και περαιτέρω ανέφερε ότι ήταν παρών, δηλαδή ως μάρτυρας των υπογραφών, και στις δύο συμφωνίες ήτοι συμφωνία δανείου (τεκμήριο 1) και συμφωνία εγγυήσεως (τεκμήριο 2). Δέχθηκε ο μάρτυρας ότι δεν θυμάται το συμβάν της υπογραφής αυτό καθ' εαυτό όπως ούτε τον εναγόμενο, δηλαδή τυχόν ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τούτου, ήταν όμως η θέση του ότι εφόσον έθεσε την υπογραφή του στο έγγραφο, συγκεκριμένα τη συμφωνία εγγυήσεως, σημαίνει ότι ο εναγόμενος υπέγραψε στην παρουσία του. Τέλος, υποστήριξε ότι η πολιτική της τράπεζας είναι να λαμβάνονται αποδεικτικά στοιχεία της ταυτότητας του προσώπου που υπογράφει. Ως εκ των πιο πάνω, ο μάρτυρας απέρριψε τις θέσεις τις υπεράσπισης ότι ο εναγόμενος ουδέποτε υπέγραψε τη συμφωνία εγγυήσεως και δη στην παρουσία του. Όπως προανέφερα η υπεράσπιση δεν προσκόμισε οιανδήποτε μαρτυρία. Περιορίστηκε εν προκειμένω στην αμφισβήτηση των μαρτύρων της τράπεζας διερευνώντας έτσι το αξιόπιστο της μαρτυρίας τους. Με την ολοκλήρωση της διαδικασίας οι δύο πλευρές προσκόμισαν γραπτή αγόρευση το περιεχόμενο της οποίας και υιοθέτησαν. Επικαλούμενη συγκεκριμένο απόσπασμα από το σύγγραμμα Phipson on Evidence η υπεράσπιση υποστήριξε ότι η τράπεζα φέρει το βάρος απόδειξης της ύπαρξης της συμφωνίας και της υπογραφής τούτης από τον εναγόμενο. Επί του προκειμένου ήταν η θέση της ότι η τράπεζα απέτυχε να αποδείξει ότι ο εναγόμενος υπέγραψε τη συμφωνία εγγυήσεως. Περαιτέρω, υποστήριξε ότι η τράπεζα απέτυχε να αποδείξει τερματισμό της συμφωνίας δανείου και ότι απέστειλε ειδοποίηση στον εναγόμενο 4 να καταβάλει το οφειλόμενο ποσό. Γι' αυτόν τον τελευταίο ισχυρισμό ήταν η θέση της ότι η υποχρέωση για ειδοποίηση του εναγομένου προκύπτει από τα συμφωνηθέντα στο τεκμήριο
  13. Στον αντίποδα η τράπεζα υποστήριξε ότι η μαρτυρία που προσκόμισε και συγκεκριμένα η μαρτυρία του ΜΕ2, αποδεικνύει τη συνομολόγηση της συμφωνίας δανείου και της συμφωνίας εγγυήσεως, ως επίσης ότι ο εναγόμενος είναι εκείνος που υπέγραψε την τελευταία συμφωνία (τεκμήριο 2). Περαιτέρω, έκανε αναφορά στο λόγο της απόφασης Lombard Natwest v. Λαζαρίδη

(1999)1Β Α.Α.Δ. 1465 και υποστήριξε ότι εφόσον κριθεί ότι η συμφωνία δανείου τερματίστηκε δεόντως, τότε ο εναγόμενος έχει επάλληλη υποχρέωση εξόφλησης του οφειλόμενου ποσού. Απ' όλα τα πιο πάνω θεωρώ ότι τα ακόλουθα είναι όσα αναδεικνύονται σε επίδικα και χρήζουν απάντησης. το πρώτο που πρέπει να απαντηθεί είναι κατά πόσο συνομολογήθηκε συμφωνία δανείου και συμφωνία εγγυήσεως. Νοουμένου ότι αυτό απαντάται καταφατικά ό,τι πρέπει να αποφασιστεί στη συνέχεια είναι κατά πόσο ο εναγόμενος είναι εκείνος που υπέγραψε τη συμφωνία εγγυήσεως (τεκμήριο 2). Ζητούμενο περαιτέρω είναι και το κατά πόσο τερματίστηκε η συμφωνία δανείου και αν ειδοποιήθηκε ο εγγυητής να καταβάλει το οφειλόμενο ποσό, νοουμένου ότι η συμφωνία εγγυήσεως επιβάλλει τέτοια ειδοποίηση. Τέλος, διαπίστωσης χρήζει και το ύψος του τυχόν οφειλόμενου ποσού. Περιττό να αναφερθεί ότι αν το πρώτο ερώτημα απαντηθεί αρνητικά η διερεύνηση τελματώνεται και η αγωγή απορρίπτεται. Με γνώμονα όλα τα πιο πάνω στρέφομαι σε αξιολόγηση του μαρτυρικού υλικού. Παρακολούθησα τους μάρτυρες κατά τη διάρκεια της ζωντανής ατμόσφαιρας της διαδικασίας και αποτίμησα τη συνολική τους παρουσία κατά την εξιστόρηση των γεγονότων με κριτήριο τα εγγενή της μαρτυρίας τους χαρακτηριστικά (πηγή γνώσεων, ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, ακεραιτότητα και προκατάληψη, ανιδιοτέλεια, αληθοφάνεια βλ. Phipson on Evidence, 16th edition, σελ. 333). Σημειώνω περαιτέρω ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός εκάστου των μαρτύρων δεν περιορίζεται σε ατομική κρίση του καθενός ξεχωριστά αλλά επεκτείνεται και στα συμπεράσματα που προκύπτουν από συσχετισμό, αντιπαραβολή και διερεύνηση της αντικειμενικής υπόστασης των εκατέρωθεν θέσεων (βλ. Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056), καθώς ότι η αποτίμηση της αξιοπιστίας μάρτυρα είναι έργο διακριτό και εντελώς αποσυναρτημένο από οποιοδήποτε βάρος απόδειξης (βλ. Αγαθοκλέους κ.α. ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 316 και Αθανασίου κ.α. ν. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614). Και οι δύο μάρτυρες της τράπεζας άφησαν θετικότατες εντυπώσεις. Ενίοτε είναι δύσκολο να αποδοθεί η εντύπωση που έκανε ένα ένας μάρτυρας ενόσω κατέθετε από το εδώλιο. Το άψυχο πρακτικό της διαδικασίας δεν αποδίδει, πάντα, τα θετικά ή αρνητικά στοιχεία, όπως ούτε την ένταση τούτων, στοιχεία που αποκομίζει ο δικαστής από τη ζώσα διαδικασία. Στην προκείμενη όμως περίπτωση είμαι της γνώμης ότι οι απαντήσεις των δύο μαρτύρων αποκαλύπτουν του λόγου το ασφαλές. Τόσο ο ΜΕ1 όσο και ο ΜΕ2 ουδόλως προσπάθησαν να αποκρύψουν την περιορισμένη συμμετοχή τους ή την εξασθένιση της μνήμης τους. Από την άλλη, απάντησαν κάθε ερώτηση που τους τέθηκε με αυθορμητισμό και χωρίς περιστροφές και προπαντός χωρίς καμία επιτήδευση, δηλαδή χωρίς καμία προσπάθεια να αποκρύψουν οτιδήποτε, έστω και αν αυτό δεν υποστήριζε τη θέση τους. Ενδεικτικό των πιο πάνω είναι ότι ο ΜΕ2 χωρίς κανένα ενδοιασμό δήλωσε ότι δεν έχει καμία ανάμνηση του συμβάντος, δηλαδή της υπογραφής της συμφωνίας εγγυήσεως από τον εναγόμενο, ενώ ο ΜΕ1 ανέφερε ότι η γνώση του για τις συμφωνίες και τις ενέργειες που έγιναν πηγάζει από τα έγγραφα που έχει στην κατοχή του και από τις διαδικασίες της τράπεζας, τις οποίες γνωρίζει και επεξήγησε. Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι και οι δύο μάρτυρες είπαν την αλήθεια, δεν παραποίησαν τα γεγονότα και ότι ακριβοδίκαια και με ειλικρίνεια απάντησαν κάθε τι σχετικό. Το υπαρκτό ή μη των συμφωνιών δανείου και εγγυήσεως (τεκμήρια 1 και 2) συνάγεται τόσο από τα ίδια τα τεκμήρια όσο και από τη μαρτυρία του ΜΕ
  1. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Phipson on Evidence, 16th edition, σελ. 1159 κάτω από τον τίτλο Classification of Documents, απλή και μόνο προσκόμιση του πρωτοτύπου της συμφωνίας είναι ικανοποιητική απόδειξη τούτης (their usual method of proof being by production of the original document ). Στην προκείμενη περίπτωση έχει επεξηγηθεί ο λόγος προσκόμισης του αντιγράφου, δηλαδή ότι το πρωτότυπο χρησιμοποιήθηκε στα πλαίσια της ίδιας υπόθεσης για την απόδειξη της αγωγής εναντίον των εναγομένων 1, 2 και 4, απόφαση που παραμερίστηκε για τον εναγόμενο
  2. Εν πάση περιπτώσει, ουδεμία ένσταση ηγέρθη κατά την προσκόμιση του αντιγράφου. Περαιτέρω, η μαρτυρία του ΜΕ2 υποστηρίζει, εμμέσως, την ύπαρξη της συμφωνίας. Αναφέρω εμμέσως εφόσον ο μάρτυρας δεν ενθυμάται το συμβάν αυτό καθ' εαυτό, αναγνώρισε όμως την υπογραφή του και επεξήγησε ότι έθεσε τούτην στα πλαίσια της εργασίας του, δηλαδή ως μάρτυρας των επίδικων συμφωνιών. Υπενθυμίζω ότι ο μάρτυρας κρίθηκε αξιόπιστος και συνεπώς δέχομαι ότι όντως έτσι έχουν τα πράγματα, δηλαδή ότι η υπογραφή στα τεκμήρια 1 και 2 δίπλα από το όνομα Χάρης Γεωργίου είναι η υπογραφή του και ότι έθεσε τούτην στα πλαίσια της εργασίας του, δηλαδή ως μάρτυρας της συνομολόγησης της συμφωνίας μεταξύ της τράπεζας και των προσώπων που αναφέρονται στα εν λόγω τεκμήρια. Είμαι της γνώμης ότι αυτή η πτυχή του μαρτυρικού υλικού αποδεικνύει την ύπαρξη της συμφωνίας δανείου (τεκμήριο 1) και της συμφωνίας εγγυήσεως (τεκμήριο 2). Ως προς το κατά πόσο ο εναγόμενος είναι εκείνος που υπέγραψε το τεκμήριο 2 ως εγγυητής, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι η θέση της υπεράσπισης, δηλαδή ότι είναι υποχρέωση της τράπεζας να αποδείξει το εν λόγω στοιχείο, είναι απολύτως ορθή. Η απόφαση Ελληνική Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν. E.T. Autospares Enterprises Ltd
(1998)1B A.A.Δ 843, στην έκταση όμως που άπτεται σφραγίδας νομικού προσώπου, και τα αναφερόμενα στο σύγγραμμα Phipson on Evidence (βλ. 16η έκδοση, παρ. 40-03 κάτω από τον τίτλο Handwriting and signature), επιμαρτυρούν την ορθότητα της σχετικής θέσης της υπεράσπισης. Εν τούτοις, δεν ασπάζομαι τα συμπεράσματα της υπεράσπισης, δηλαδή ότι στη δοσμένη περίπτωση η τράπεζα δεν κατόρθωσε να αποσείσει το βάρος απόδειξης της υπογραφής της συμφωνίας εγγυήσεως από τον εναγόμενο. Κατ' αρχάς, υποδεικνύω ότι ο ΜΕ2 ανέφερε, και επί του προκειμένου έγινε πιστευτός, ότι η πολιτική της τράπεζας είναι να ελέγχονται τα στοιχεία της ταυτότητας του προσώπου που προτίθεται να υπογράψει την όποια συμφωνία. Είναι γεγονός ότι ο μάρτυρας δεν είχε καμία ανάμνηση της υπογραφής οιασδήποτε των δύο συμφωνιών (τεκμήρια 1 και 2). Έχω όμως την άποψη ότι αυτό δεν έχει οιανδήποτε επίπτωση στο αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι ο ΜΕ2 υπέγραψε τις σχετικές συμφωνίες, συμπέρασμα που συνάγεται από την αναγνώριση της υπογραφής του. Επί του προκειμένου καθοδήγηση αντλώ από τα αναφερόμενα στο σύγγραμμα Phipson on Evidence, πιο πάνω, στην παράγραφο 40-17 και κάτω από τον τίτλο Where attesting witness forgets, denies, refuses to prove, or is hostile, όπου σχολιάζεται παραπλήσιο ζήτημα, δηλαδή η υπογραφή πιστοποιούντος υπαλλήλου. Αναφέρεται εκεί ότι. where the witness has no recollection of the execution, but from seeing his signature has no doubt that it took place, this is sufficient proof. Έτσι και στη δοσμένη περίπτωση. ο ΜΕ2 αναγνώρισε την υπογραφή του στις σχετικές συμφωνίες και επεξήγησε τη διαδικασία της τράπεζας δηλαδή ότι ελέγχεται η ταυτότητα του προσώπου που υπογράφει. Υπαγωγή τούτων των γεγονότων στη σχετική νομική αρχή οδηγεί στο αδιαμφισβήτητο συμπέρασμα ότι η ελλιπής μνήμη του μάρτυρα δεν έχει νομικές επιπτώσεις. Περαιτέρω, μοναδικό συμπέρασμα που προκύπτει από την αξιόπιστη μαρτυρία του ΜΕ2 είναι ότι προτού ο μάρτυρας θέσει την υπογραφή του στη συμφωνία δανείου (τεκμήριο 1) και στη συμφωνία εγγυήσεως (τεκμήριο 2), επιβεβαίωσε την ταυτότητα των προσώπων που θα υπέγραφαν. Όπως ανέφερε αυτή είναι η πολιτική της τράπεζας, και επί τούτου δεν αμφισβητήθηκε. Αυτό οδηγεί, επαγωγικά, και χωρίς να παραγνωρίζεται ο βαθμός απόδειξης (on the balance of probabilities) σε απόδειξη του έτερου επίδικου ζητήματος, δηλαδή ότι ο εναγόμενος είναι εκείνος που υπέγραψε τη συμφωνία εγγυήσεως (τεκμήριο 2) εφόσον ο ΜΕ2 πρέπει να ήλεγξε τα στοιχεία των προσώπων που υπέγραψαν. Πέραν των πιο πάνω και παρ' ότι το ζήτημα έχει ήδη αποφασιστεί, κρίνω σκόπιμο να εκφράσω τη θέση μου και από άλλη θεώρηση του πράγματος. Η υπεράσπιση επέλεξε να μην προσφέρει οιανδήποτε μαρτυρία. Περιορίστηκε εν προκειμένω σε αμφισβήτηση των μαρτύρων της τράπεζας. Μπορεί να λεχθεί εδώ ότι η απλή και μόνο προσκόμιση των συμφωνιών, στη δοσμένη περίπτωση της συμφωνίας εγγυήσεως, συνιστά εξ ακοής μαρτυρία που προσφέρεται εις απόδειξη της αλήθειας του περιεχομένου της. Μέρος τούτου του περιεχομένου είναι και το όνομα του υπογράφοντος τη συμφωνία, ως επίσης η υπογραφή τούτου. Υπό αυτή την έννοια μπορεί να υποστηριχθεί ότι απλή και μόνο προσκόμιση της συμφωνίας μεταθέτει το αποδεικτικό βάρος (evidential burden) στην άλλη πλευρά. Η επιλογή της υπεράσπισης να μην προσκομίσει οποιανδήποτε αντικρουστική μαρτυρία δεν ισούται με απόσειση του βάρους που επωμίσθηκε. Επιπλέον, δοθέντος ότι η εξ ακοής μαρτυρία που προσκομίστηκε αξιολογείται θετικά, οδηγούμεθα στο συμπέρασμα ότι η μαρτυρία, έστω εξ ακοής, μετουσιώνεται σε διαπίστωση. Για δε την αξιολόγηση εξ ακοής μαρτυρίας εφαρμογής τυγχάνουν οι διατάξεις του άρθρου 27 του Κεφ. 9, και αποκαλύπτεται ότι η εν λόγω εξ ακοής μαρτυρία έχει γραπτή μορφή, δηλαδή οι δύο συμφωνίες (τεκμήρια 1 και 2), έλαβε τούτην τη μορφή (γραπτή) κατά τη συνομολόγηση των συμφωνηθέντων και τέλος, ότι ένας τουλάχιστον μάρτυρας (ο ΜΕ2) αναγνωρίζει την υπογραφή που έθεσε επί του εγγράφου. Με δεδομένα όλα τα πιο πάνω και δοθέντος ότι ο ΜΕ2 μόνο αφηρημένα αμφισβητήθηκε για την υπογραφή του, καταλήγω ότι τα τεκμήρια 1 και 2 αντανακλούν τα πραγματικά γεγονότα και παρ΄ ότι εξ ακοής μαρτυρία, αποδέχομαι πλήρως όσα εκεί αναφέρονται. Εν κατακλείδι, ας μην λησμονείται ότι οι λόγοι εν σχέσει με τη μορφή που προσλαμβάνει μια συμφωνία, εν προκειμένω γραπτή, παραπέμπουν στο αξίωμα verba volant, scripta manent (τα λόγια πετούν, τα γραπτά μένουν). Η φράση, τόσο εδραιωμένη όσο και αρχαία, δεν χρειάζεται περαιτέρω επεξήγηση. Κατά τρόπο αποφθεγματικό επεξηγεί γιατί οι άνθρωποι ενσωμάτωσαν το γραπτό λόγο στις συναλλαγές τους και η επίδικη υπόθεση συνιστά καλό παράδειγμα. Μετά από 15, περίπου, έτη από τη συνομολόγηση της συμφωνίας, δεν αναμένεται ο μάρτυρας να θυμάται ακριβώς τι διημείφθη μεταξύ των υπογραφόντων και υπό ποιες περιστάσεις. Για όλους τους πιο πάνω λόγους δέχομαι ότι ο εναγόμενος είναι το πρόσωπο που υπέγραψε τη συμφωνία εγγυήσεως ως εγγυητής του δανειολήπτη που αναφέρεται στο ίδιο το έγγραφο, δηλαδή τη συμφωνία εγγυήσεως (τεκμήριο 2). Άλλη πτυχή της υπόθεσης είναι το κατά πόσο η τράπεζα τερμάτισε τη συμφωνία δανείου (τεκμήριο 1) και απαίτησε το οφειλόμενο ποσό από τα εμπλεκόμενα μέρη. Επί του προκειμένου σχετική είναι η υπόθεση Lombard Natwest Limited v. Παναγιώτη Λαζαρίδη
(1999)1 Β Α.Α.Δ. 1465. Στη σελίδα 1472 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Κατά την εκτίμηση του πρωτόδικου Δικαστηρίου η υποβολή αξίωσης για την καταβολή του χρέους προς τον πρωτοφειλέτη αποτελούσε προϋπόθεση προς στοιχειοθέτηση δικαιώματος για την ανάκτησή του. Η θέση αυτή δε φαίνεται να υποστηρίζεται από τη νομολογία στην οποία παραπέμπει. Στην Bradford Old Bank v. Sutciffe γίνεται επιδοκιμαστικά παραπομπή στην In re Brown's Estate
(1893)2 Ch. 300 ότι συμβατική πρόνοια για την αποπληρωμή χρέους άμα ζητηθεί (upon demand) δεν καθιστά την αξίωση προϋπόθεση για τη γένεση δικαιώματος για την ανάκτησή του. Οπως αναφέρει ο Scrutton L.J. στην απόφασή του στην Bradford Old Bank v. Sutcliffe: "Even if the word "demand" is used in the case of a present debt, it is meaningless, and express demand is not necessary, as in the case of a promissory note payable on demand: Norton v. Ellam.
(5)" Ανάλογη θέση υιοθετείται από τον Goff J. στην Thomas v. Notts Inc Football Club
(1972)1 All E.R.
  1. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα: ".... and it is well settled that in the case of a direct creditor-debtor relationship, as distinct from a surety, the provision that the money shall be payable on demand does not import the necessity of giving a demand before action."». Από τα πιο πάνω διαπιστώνεται ότι δεν επιβάλλεται αξίωση του οφειλόμενου ποσού και εκεί μάλιστα που η συμφωνία χρησιμοποιεί τη φράση «άμα ζητηθεί», δεν ερμηνεύεται ως προϋπόθεση για τη γένεση του αγώγιμου δικαιώματος. Συνακόλουθα η αναφορά στον όρο 5 της συμφωνίας, τεκμήριο 1, «Ευθύς ως το ρηθέν δάνειο ή οιονδήποτε μέρος αυτού ήθελε ζητηθή παρά της τραπέζης θα καθίσταται απαιτητόν και θα εξοφλείται, του χρεώστου οφείλοντος να πληρώση ..», δεν σημαίνει τίποτε άλλο από υποχρέωση της τράπεζας να τερματίσει τη συμφωνία. Ουδεμία όμως υποχρέωση είχε η τράπεζα να αξιώσει το οφειλόμενο ποσό. Στην έκσταση τώρα που απασχολεί, δηλαδή κατά πόσο η τράπεζα τερμάτισε τη συμφωνία του πρωτοφειλέτη, το τεκμήριο 3, η επιστολή τερματισμού, ομιλεί εφ΄ εαυτής και αποκαλύπτει ότι τέτοιος τερματισμός έλαβε χώραν την 13.12.
  2. Επιπλέον, σχετική είναι και η μαρτυρία του ΜΕ1 ότι τερματίστηκε ο λογαριασμός, εφόσον μόνο τότε το τμήμα τους, υπηρεσία ανάκτησης οφειλών, λαμβάνει γνώση της οφειλής. Όλα τα πιο πάνω καθιστούν σαφές ότι η συμφωνία δανείου, τεκμήριο 1, τερματίστηκε την 13.12.
  3. Ζητούμενο παραμένει κατά πόσο ο εγγυητής έλαβε γνώση τούτου του τερματισμού και αυτό υπό την αίρεση ότι η συμφωνία καθιστούσε τέτοια γνώση δεσμευτική προϋπόθεση. Σχετική, και πάλιν, είναι η υπόθεση Lombard, πιο πάνω, όπου στη σελίδα 1473 αναφέρεται ότι. «Στην Savvides v. Christofides
(1978)1 CLR 303 διαπιστώνεται ότι εφόσον το χρέος καταστεί πληρωτέο από τον πρωτοφειλέτη ο εγγυητής καθίσταται παράλληλα υπόλογος για την αποπληρωμή του χωρίς να παρίσταται ανάγκη εκτός αν γίνεται πρόνοια περί του αντιθέτου υποβολής αξίωσης από τον δανειστή προς τον εγγυητή να το αποπληρώσει.» Στην προκείμενη περίπτωση η διερεύνηση με οδηγά στη συμφωνία εγγυήσεως (τεκμήριο 2) όπου στον όρο 2 αναφέρεται ότι. «
  1. Εγώ, ο πιο κάτω υπογεγραμμένος, με την παρούσα εγγυούμαι όλες τις υποχρεώσεις του πρωτοφειλέτη προς την τράπεζα, είτε οι υποχρεώσεις αυτές είναι παρούσες ή μελλοντικές, είτε κατέστησαν ή που πιθανό να καταστούν απαιτητές, είτε αυτές είναι προσωπικές ή κοινές με οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο ή πρόσωπα και είτε είναι άμεσοι ή έμμεσοι, αναλαμβάνω να σας πληρώσω μόλις μου το ζητήσετε οποιοδήποτε ποσό χρημάτων ήθελε καταστεί πληρωτέο σε σας σε σχέση με τις ρηθείσες υποχρεώσεις του πρωτοφειλέτη ή οποιοδήποτε από αυτές, συμπεριλαμβανομένων τόκων, τραπεζικών δικαιωμάτων, δικηγορικών και άλλων εξόδων». (η υπογράμμιση δική μου). Από το λεκτικό του όρου 2 καθίσταται πρόδηλο ότι τα μέρη συμφώνησαν πως η υποχρέωση του εγγυητή, εν προκειμένω του εναγομένου, να καταβάλει το ποσό, δημιουργείται ευθύς μόλις λάβει σχετική ειδοποίηση από την τράπεζα. Καταλήγω συνεπώς ότι στη δοσμένη περίπτωση η ειδοποίηση του εγγυητή για εκπλήρωση της υποχρέωσης που ανέλαβε, συμφωνήθηκε από τα μέρη και έτσι κατέστη αναγκαία προϋπόθεση. Ποιος ο τρόπος ενημέρωσης του εγγυητή, επίσης αναφέρεται στη συμφωνία εγγυήσεως, τεκμήριο
  2. Ο όρος 10 της εν λόγω συμφωνίας αναφέρει ότι. «
  3. Γραπτή ζήτηση βάσει της παρούσας θα θεωρείται ότι έγινε με τον κατάλληλο τρόπο από μένα ή τους διαχειριστές της περιουσίας μου αν δοθεί με επιστολή που θα έχει σταλεί με συνηθισμένο ταχυδρομείο στη διεύθυνση που αναφέρεται πιο κάτω και θα έχει πλήρη ισχύ παρά την τυχόν αλλαγή στην διεύθυνση μου και κοινοποίηση της αλλαγής αυτής προς την τράπεζα, και τέτοια ζήτηση θα θεωρείται ότι λήφθηκε από μένα ή τους διαχειριστές της περιουσίας μου 24 ώρες μετά την ταχυδρόμησή της, και θα είναι ισχυρή αν υπογραφεί από οποιοδήποτε υπάλληλο της τράπεζας, και για απόδειξη της ταχυδρόμησης θα είναι αρκετό να αποδειχθεί ότι ρίφθηκε ο φάκελλος που περιέχει τη ζήτηση στο ταχυδρομείο, νοουμένου ότι ο φάκελλος έφερε την σωστή διεύθυνση». Είναι η θέση της υπεράσπισης ότι η επιστολή τερματισμού, ημερομηνίας 13.12.2001 (τεκμήριο 3), ουδέποτε παραλήφθηκε από τον εναγόμενο και ότι στάληκε σε διεύθυνση άλλη από εκείνη που αναφέρεται στο τεκμήριο 2 και έτσι η προαναφερόμενη υποχρέωση της τράπεζας δεν εκπληρώθηκε, με αποτέλεσμα η αξίωση της τράπεζας έναντι του εναγομένου να είναι πρόωρη. Πριν οτιδήποτε άλλο κρίνω αναγκαίο να επαναλάβω εκείνο που έχει νομολογηθεί, δηλαδή ότι όπου επιστολή αποστέλλεται δεόντως μέσω ταχυδρομείου και δεν επιστρέφεται ως μη παραληφθείσα, δύναται να συναχθεί συμπέρασμα ότι παρελήφθη από το πρόσωπο στο οποίο απευθυνόταν (βλ. Theodorou v. The Abbot of Kykko Monastery
(1965)1 C.L.R. 9, 17, Πιττάκα ν. Γ & Β Χατζηδημοσθένους Λτδ
(2004)1Γ Α.Α.Δ. 1895, 1907 και Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Λάμπρου Χαριλάου Λτδ
(2009)1Α Α.Α.Δ. 479, 491). Επί του προκειμένου η μόνη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του δικαστηρίου προέρχεται από την τράπεζα. Ο εναγόμενος επέλεξε να μην προσκομίσει οιανδήποτε μαρτυρία και η υπεράσπισή του εξαντλήθηκε στον έλεγχο της αλήθειας των λεγομένων των μαρτύρων της τράπεζας. Από την αξιόπιστη μαρτυρία του ΜΕ1 συνάγεται ότι η επιστολή τερματισμού (τεκμήριο 3), ταχυδρομήθηκε προς όλους του εμπλεκόμενους, πρωτοφειλέτη και εγγυητές, την 13.12.
  1. Μάλιστα η επιστολή απεστάλη με συστημένο ταχυδρομείο. Ουδεμία επιστολή, σύμφωνα με το ΜΕ1, επιστράφηκε ως μη παραληφθείσα. Δεν παραγνωρίζω ότι ο ΜΕ1 ανέφερε πως δεν είναι ο ίδιος που ταχυδρόμησε την επίδικη επιστολή (τεκμήριο 3). Σημειώνω εν τούτοις ότι ο μάρτυρας επεξήγησε πως η τράπεζα έχει σύστημα, νοείται μεθοδολογία, αποστολής των επιστολών και αν η επιστολή δεν παραληφθεί από τον παραλήπτη επιστέφεται πίσω στην τράπεζα. Ο ΜΕ1 αμφισβητήθηκε έντονα επί του σημείου ότι η διεύθυνση που αναφέρεται στο τεκμήριο 3, στην έκταση που αφορά τον εναγόμενο, είναι άλλη από εκείνη που αναφέρεται στο τεκμήριο 2, δηλαδή τη συμφωνία εγγυήσεως. Παρεμβάλλω εδώ ότι η σχετική θέση της υπεράσπισης διαπιστώνεται και από το δικαστήριο. Στη συμφωνία εγγυήσεως, τεκμήριο 2, ως διεύθυνση του εναγομένου αναφέρεται η Κωστή Παλαμά, Αθηαίνου. Εν τούτοις, στην επιστολή τερματισμού, τεκμήριο 3, ως διεύθυνση αναφέρεται η Μουρούζη 14, Διαμ. 102, Λυκαβηττός, 1055 Λευκωσία. Όπως επεξήγησε ο ΜΕ1, προτού η τράπεζα αποστείλει την επιστολή τερματισμού προέβη σε έρευνα ώστε να εντοπίσει τον πρωτοφειλέτη και τους εγγυητές. Σε αυτό το πλαίσιο διαπιστώθηκε ότι κατά τον επίδικο χρόνο, 13.12.2001, ο εναγόμενος διέμενε στη Μουρούζη 14 και όχι στην Αθηαίνου. Έχω αναφέρει ήδη ότι ο ΜΕ1 κρίθηκε αξιόπιστος και μάρτυρας της αλήθειας. Έχοντας κατά νου το επίπεδο απόδειξης, δηλαδή ισοζύγιο πιθανοτήτων, δεν έχω καμία αμφιβολία ότι η αξιόπιστη μαρτυρία του ΜΕ1, η οποία αντανακλά τα πραγματικά γεγονότα, οδηγεί σε συμπέρασμα ότι η επιστολή τερματισμού παραλήφθηκε από τον εναγόμενο. Υποδεικνύω εν προκειμένω ότι η επιστολή τεκμήριο 3 στάληκε συστημένη και δεν επιστράφηκε. Αυτό οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ο παραλήπτης, εδώ ο εναγόμενος, παρέλαβε την εν λόγω επιστολή που σε διαφορετική περίπτωση θα επιστρέφετο στην τράπεζα. Αναφορικά με τη διεύθυνση στην οποία στάληκε αξίζει να υπομνησθεί ότι σύμφωνα με τους όρους της συμφωνίας η τράπεζα είχε κάθε δικαίωμα να την αποστείλει στη διεύθυνση που αναφέρετο στη συμφωνία εγγυήσεως, δηλαδή στην Αθηαίνου, αδιαφορώντας αν κατά τον επίδικο χρόνο ο εναγόμενος κατοικούσε εκεί. Το γεγονός ότι η τράπεζα αναζήτησε και εν τέλει εντόπισε τον εναγόμενο σε άλλη διεύθυνση, ούτως ώστε να του αποστείλει την επιστολή στην πραγματική του διεύθυνση, δεν μπορεί να στραφεί εναντίον της. Άλλωστε, ζητούμενο δεν είναι άλλο από το κατά πόσο ο εναγόμενος ενημερώθηκε για την αξίωση της τράπεζας. Εδώ η αποστολή και μη επιστροφή συστημένης επιστολής στο όνομα του εναγομένου, αποδεικνύει ότι ο τελευταίος παρέλαβε τούτην. Αυτή εν προκειμένω είναι και η διαπίστωση του δικαστηρίου. Ένα άλλο ζήτημα που απασχολεί, έστω και αν δεν κατετάγη στα επίδικα, είναι το είδος της εγγύησης που παραχώρησε ο εναγόμενος. Κατά το στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας ο συνήγορος του εναγομένου υπέβαλε αριθμό ερωτήσεων που αφορούν αυτό το ζήτημα. Μάλιστα ο ΜΕ1 απάντησε ότι την 16.2.1998, ημερομηνία που συνομολογήθηκε η συμφωνία δανείου με τον πρωτοφειλέτη, η τράπεζα χορήγησε στον τελευταίο το ποσό των Λ.Κ.5.000 το οποίο κατατέθηκε σε υφιστάμενο, κατά τον επίδικο χρόνο, χρεωστικό λογαριασμό, ημερομηνίας 30.4.
  2. Παραπέμποντας στο τεκμήριο 4, στην πρώτη γραμμή, ο μάρτυρας υπέδειξε τη μεταφορά του εν λόγω ποσού. Με βάση αυτή τη μαρτυρία η υπεράσπιση υπέβαλε ότι η εγγύηση του εναγομένου δεν είναι συνεχής αλλά εδική και ότι συναρτήθηκε με το λογαριασμό που εξοφλήθηκε. Το πρώτο που παρατηρώ είναι ότι η σχετική αντεξέταση όπως και τα όποια συμπεράσματα τούτης δεν καλύπτονται από τις έγγραφες προτάσεις. Πουθενά στην υπεράσπιση εντοπίζεται οτιδήποτε που θίγει τον τύπο της εγγύησης. Ως εκ τούτου, οι σχετικές αιτιάσεις δεν μπορούν να τύχουν εξέτασης (βλ. Παπαγεωργίου ν. Κλάππα
(1991)1 Α.Α.Δ. 24, 28). Εν πάση περιπτώσει, ακόμη και αν η σχετική θέση ήταν δικογραφημένη, λαμβανομένου υπόψη του μαρτυρικού υλικού, δεν θα είχε επιτυχή κατάληξη. Επί του προκειμένου σχετική είναι η υπόθεση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. T.G.R Sons Importing Ltd κ.α.
(2004)1 Α Α.Α.Δ. 180. Στη σελίδα 189 αναφέρεται ότι . «Το κατά πόσο σε μια συγκεκριμένη υπόθεση μια εγγύηση είναι συνεχής ή όχι είναι ζήτημα που σχετίζεται με την πρόθεση των μερών όπως εκφράζεται μέσα από το λεκτικό που χρησιμοποίησαν όπως αυτό γίνεται δίκαια αντιληπτό με την έννοια που έχει χρησιμοποιηθεί και η πρόθεση αυτή διακριβώνεται με τον καλύτερο τρόπο με το να εξετάζεται η σχετική κατάσταση των μερών κατά το χρόνο συγγραφήυς του εγγράφου (βλ. Pollock and Mulla Indian Contract and Specific Relief Acts, 9η έκ., 1972, σελ. 619). Έχει περαιτέρω νομολογηθεί ότι το θέμα δεν μπορεί να αποφασισθεί με βάση μόνο την απλή ερμηνεία του εγγράφου χωρίς να εξεταστούν οι συνθήκες που το περιβάλλουν για να ανευρεθεί ποιο ήταν το αντικείμενο το οποίο τα μέρη είχαν κατά νουν όταν δόθηκε η εγγύηση. (Heffield v. Meadows
(1869)L.R. 4 C.P. 595, 599). Στο σύγγραμμα «Law of Guarantees» 3rd ed. των Geraldine Mary Andrews Και Richard Millett σελ. 90 υποδεικνύεται ότι «μια ειδική (specific) εγγύηση είναι εκείνη που καλύπτει μια συγκεκριμένη υποχρέωση, ή μια συγκεκριμένη πράξη ή σειρά πράξεων πχ. Τα ποσά που οφείλονται δυνάμει αναγνωρισθείσης σειράς τιμολογίων. Συνεχής εγγύηση είναι εκείνη που καλύπτει υποχρεώσεις ή πράξεις αποπληρωμής δόσεων οι οποίες συνεχίζουν να λαμβάνουν χώραν μεταξύ του πρωτοφειλέτη και του πιστωτή, όπως τα δάνεια τα οποία είναι πληρωτέα από καιρού εις καιρόν επί τρεχούμενου λογαριασμού μεταξύ προμηθευτή αγαθών και συνήθους αγοραστού ή μεταξύ τραπεζίτη και πελάτη. Υποδεικνύεται, επίσης στη σελ. 91 - ότι γενικώς όπου υπάρχει ασάφεια το Δικαστήριο κλίνει υπέρ της ερμηνείας της εγγύησης ως εδικής παρά ως συνεχούς κατ΄ επίκληση του κανόνα contra proferentem. Αναφορικά με την ευχέρεια λήψης υπόψη των συνθηκών που περιβάλλουν την πράξη οι ευπαίδευτοι συγγραφείς παραπέμπουν (βλ. σελ. 91) στην Ιρλανδική υπόθεση Governon of the Bank of Ireland v. McCabe
(1995)4 J.I. B.L. 9 - 71 στην οποία κρίθηκε ότι η εγγύηση, σε σχέση με δάνειο, η οποία ανέφερε ότι ήταν δεσμευτική ως συνεχής ασφάλεια (continuing security) ήταν ειδική εγγύηση η οποία έπαυσε να ισχύει όταν το δάνειο αποπληρώθηκε στην τράπεζα. Τέλος υποδεικνύουν (βλ. σελ. 91) ότι η πρόθεση για δημιουργία συνεχούς εγγύησης μπορεί να συναχθεί απλώς από την αναφορά σε «οποιδήποτε χρέος « («any debt») ή «οποιαδήποτε ποσά χρημάτων» («any sums of money») τα οποία παρέχονται στον πρωτοφειλέτη»». Οι περιστάσεις που περιβάλλουν τη δημιουργία της επίδικης εγγύησης είναι ως πιο κάτω αναφέρεται και υποδεικνύεται ότι η μόνη μαρτυρία που συνθέτει το πλαίσιο πραγματικών γεγονότων προέρχεται από την τράπεζα. Αφενός ο ΜΕ1 ήταν κάθετος ότι η εγγύηση του εναγομένου δεν περιορίστηκε σε μια μόνο δοσοληψία. Αφετέρου, το λεκτικό της εγγύησης, ειδικότερα του πρώτου όρου της συμφωνίας, ενισχύει τη θέση του ΜΕ1 ότι η εγγύηση είναι συνεχής εφόσον δόθηκε ώστε η τράπεζα να «παρέχει και/ή συνεχίσει να παρέχει δάνεια σε τρεχούμενο ή οποιοδήποτε λογαριασμό . και/ή παρέχει οποιεσδήποτε πιστωτικές διευκολύνσεις για τέτοια περίοδο και κάτω από όρους που ήθελε αποφασίσει». Η μεστότητα του λεκτικού της συμφωνίας εγγυήσεως δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση, φερειπείν δια προσκομίσεως αντίθετης μαρτυρίας ή μαρτυρίας που αποκαλύπτει αντίθετη πρόθεση, είτε από τον εναγόμενο είτε άλλο τρίτο πρόσωπο. Εν πάση περιπτώσει, το λεκτικό τούτης δεν χωρεί άλλης ερμηνείας πλην του ότι η εγγύηση που δόθηκε ήτο συνεχής. Ως εκ τούτου, ούτε αυτή η υπεράσπιση θα είχε, δυνητικά, πιθανότητα επιτυχίας. Ως προς το αξιούμενο ποσό η μοναδική αμφισβήτηση αφορά το ύψος του επιτοκίου. Αναφέρω μόνο το επιτόκιο εφόσον οι όποιες χρεώσεις σχολιάστηκαν δεν αποκάλυψαν οτιδήποτε το μεμπτό. Ως προς το επίδικο η συμφωνία δανείου, τεκμήριο 1, ρητά αναφέρει ότι η «τράπεζα θα έχει το δικαίωμα καθ΄ οιανδήποτε στιγμήν ήθελε αποφασίσει, δι΄ εγγράφου προς τον χρεώστην ειδοποιήσεως να αυξομειώνει το ρηθέν ποσοστό επιτοκίου (βλ. όρο 4 τεκμηρίου 1). Στην προκείμενη περίπτωση το αρχικό επιτόκιο ήτο 8% ενώ με την ειδοποίηση τερματισμού (τεκμήριο 3) ο πρωτοφειλέτης και οι εγγυητές ενημερώθηκαν ότι το ποσό αυξήθηκε σε 11%. Η εν λόγω ενέργεια καλύπτεται από τα συμφωνηθέντα και ως εκ τούτου δεν κρίνεται ανεπίτρεπτη. Με βάση και τα αναφερόμενα στο τεκμήριο 4, καταλήγω ότι την 27.6.2001 το οφειλόμενο ποσό ανέρχετο σε Λ.Κ.2.671,40. Για όλους τους λόγους που πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω, υπέρ των εναγόντων και εναντίον του εναγομένου 4 εκδίδω απόφαση για το ποσό των Λ.Κ.2.671,40 (το αντίστοιχο σε ευρώ, €4.564,36) πλέον τόκο 11% από 01.07.2001 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον δικηγορικά έξοδα ως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το δικαστήριο. (Υπ)...................................... Λ. Α. Παντελή, Ε. Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΧΡΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.