← Κύπρος

Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Παναγιώτη Ζερβού κ.α., Αρ. Αγωγής: 2173/05, 24/9/2013

Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Παναγιώτη Ζερβού κ.α., Αρ. Αγωγής: 2173/05, 24/9/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:A321 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Τ. Παρασκευαϊδου-Καρακάννα, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2173/05 Μεταξύ: Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Ενάγουσας -και-

  1. Παναγιώτη Ζερβού
  2. Θεοδώρας Π. Ζερβού Εναγομένων Ημερομηνία: 24.9.2013 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα: κα Κλ. Πολυβίου για Χρυσαφίνη και Πολύβιου Δ.Ε.Π.Ε. Για τους Εναγομένους 1 και 2: Α. Σ. Παπαντωνίου Α Π Ο Φ Α Σ Η Η αξίωση της ενάγουσας στηρίζεται σε συμφωνία που έγινε την 11.2.1999 με την οποίαν παραχωρήθηκαν στον εναγόμενο 1, πιστωτικές διευκολύνσεις ύψους Λ.Κ.50.000 για να συμμετάσχει στο επενδυτικό σχέδιο της Τράπεζας Κύπρου και της CISCO, κατόπιν υποβολής σχετικής αιτήσεως. Αντικείμενο του πιο πάνω σχεδίου ήταν η αγοραπωλησία κινητών αξιών στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου. Οι αγοραπωλησίες, σύμφωνα πάντα με το σχέδιο θα εγίνονταν από τη CISCO, πληρεξούσιο αντιπρόσωπο του εναγομένου
  3. Η εναγομένη 2 ενάγεται ως εγγυήτρια. Η ενάγουσα απαιτεί από τον εναγόμενο τα πιο κάτω: (α) £77.466,71 πλέον τόκους προς 12,75% από 3.2.2005 επί του ποσού των £76.544,99 μέχρι εξοφλήσεως, με κυμαινόμενο επιτόκιο σύμφωνα με τις αυξομειώσεις του βασικού επιτοκίου, με κεφαλαιοποίηση των τόκων 2 φορές το χρόνο στις 30.
  4. και 31.
  5. (β) Πώληση ενυπόθηκου κτήματος. (γ) Διάταγμα του Δικαστηρίου για την πώληση των ενεχυριασθέντων μετοχών και ότι ο ενάγων ή ο ενεχυροδανειστής δύναται να εκτελέσει όλα τα αναγκαία έγγραφα και πράξεις με βάση οποιονδήποτε ισχύοντα Νόμο για σκοπούς πώλησης ή μεταβίβασης των μετοχών/αξιών. Οι εναγόμενοι κατεχώρησαν πολυσέλιδη υπεράσπιση και ανταπαίτηση, στην οποία εγείρουν πληθώρα ισχυρισμών, πολλοί εκ των οποίων δεν έχουν προωθηθεί κατά την ακροαματική διαδικασία. Το έργο του Δικαστηρίου ήταν ιδιαίτερα δύσκολο στη συγκεκριμένη περίπτωση καθότι οι θέσεις της υπεράσπισης έχουν καταγραφεί με περίπλοκο, δυσνόητο και ανορθόδοξο τρόπο. Συνοψίζω το περιεχόμενο της. Η ενάγουσα παράνομα παρουσιάστηκε στον εναγόμενο 1 ως χρηματίστρια και παράνομα εισέπραττε προμήθεια από τις χρηματιστηριακές συναλλαγές. Το άνοιγμα του λογαριασμού αντίκειτο στους όρους του καταστατικού της. Ο εναγόμενος 1 δεν συμμετείχε στη διαδικασία ανοίγματος του λογαριασμού και ουδέποτε συμφώνησε στην επιβολή επιτοκίου. Στη συνέχεια αναφέρεται διαζευκτικά ότι δεν συμφωνήθηκε αύξηση του επιτοκίου και σε κάποιο άλλο στάδιο ότι το επιτόκιο που είχε συμφωνηθεί ήταν 8% ετησίως. Η συμφωνία διαχείρισης και το πληρεξούσιο έγγραφο ήταν το αποτέλεσμα απάτης και ή δόλου και ή ψευδών παραστάσεων εκ μέρους της ενάγουσας. Πρόθεση της ενάγουσας ήταν η χειραγώγηση των τιμών του χρηματιστηρίου. Εξώθησε τον εναγόμενο 1 να συμμετάσχει και ή να συνεχίσει να συμμετάσχει στο επενδυτικό σχέδιο ενώ η ίδια και οι συγγενικές της εταιρείες επωλούσαν τις μετοχές τους με σημαντικό κέρδος. Η ενάγουσα απέκρυψε από τον εναγόμενο 1 ότι οι αξίες των μετοχών ήταν «παραφουσκωμένες» και «πλασματικές». Απέκρυψε επίσης ότι με βάση την ισχύουσα νομοθεσία και τις οδηγίες της Κεντρικής Τράπεζας, μετά τον Ιούλιο του 1999, τέτοιας φύσης λογαριασμοί δεν θα έπρεπε να ανοίγονται και όσοι υπήρχαν θα έπρεπε να κλείσουν. Ο εναγόμενος 1 ισχυρίζεται επίσης ότι η ενάγουσα τον είχε διαβεβαιώσει ότι στην «χειρότερη περίπτωση» αυτή θα εκποιούσε τις ενεχυριασμένες μετοχές και η ζημιά του δεν θα υπερέβαινε την αξία των εκποιημένων μετοχών. Τα έγγραφα ενεχυρίασης των μετοχών υπογράφησαν τη 17.2.99, χωρίς προηγουμένως να εξηγηθεί η σημασία του περιεχόμενου τους και χωρίς να παρευρίσκονται μάρτυρες κατά την υπογραφή τους. Οι όροι δε των πιο πάνω εγγράφων συγκρούονται με τους όρους των εγγράφων ενεχυρίασης, με αποτέλεσμα να δημιουργείται πλάνη και ασάφεια και η συμφωνία να καθίσταται άκυρη. Ο εναγόμενος 1 ουδέποτε παραβίασε την επίδικη συμφωνία, η ενάγουσα ήταν αυτή που την παραβίασε. Παραβίασε επίσης τις νόμιμες υποχρεώσεις της που επήγαζαν από τη συμφωνία παρακαταθήκης/ενεχύρου. Συγκεκριμένα, δεν άσκησε την αναμενόμενη υπό τις περιστάσεις επιμέλεια, προσοχή και δεξιότητα. Επέδειξε επαγγελματική αμέλεια και ενήργησε κακόπιστα και ανέντιμα με μοναδικό γνώμονα τα δικά της συμφέροντα. Παρέλειψε να καθορίσει χρονική περίοδο για την πώληση των μετοχών και παρέλειψε να πωλήσει τις μετοχές κατά το χρόνο που η ίδια και οι συγγενικές της εταιρείας επωλούσαν τις μετοχές τους, κάνοντας κέρδος. Η παράλειψη της αυτή είχε ως αποτέλεσμα ο εναγόμενος 1 να υποστεί σημαντική ζημιά. Η ενάγουσα είχε υποχρέωση να πωλήσει τις ενεχυριασμένες μετοχές όταν η εξασφάλιση ήταν εκτός του συμφωνηθέντος ορίου έτσι ώστε να καλυφθεί το χρέος. Τη 10.6.2000 όταν ο λογαριασμός δεν είχε την απαιτουμένη εξασφάλιση η ενάγουσα παρέλειψε και ή αμέλησε και ή αρνήθηκε να προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια για αποτροπή της ζημιάς και να λάβει διορθωτικά μέτρα. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι τη 10.1.2000 η ενάγουσα δεν του επέτρεψε να ρευστοποιήσει τις μετοχές του με αποτέλεσμα αυτός να υποστεί ζημιά ύψους Λ.Κ.59.
  6. Η ενάγουσα, σύμφωνα πάντα με τις δικογραφημένες θέσεις του εναγομένου 1, κρατούσε την περιουσία του ως εμπιστευματοδόχος. Ως εκ της θέσης της παρέλειψε να εκτελέσει τα νόμιμα καθήκοντα που απορρέουν από τον περί Συμβάσεων Νόμο και τον περί Επιτρόπων Εμπιστευμάτων Νόμο και τέλεσε πράξεις ασυμβίβαστες με την ιδιότητα της αυτή. Σε σχέση με την υποθήκευση των δύο ακινήτων ο εναγόμενος 1 ισχυρίζεται ότι οι υποθήκες αυτές ήταν άσχετες με τον επίδικο λογαριασμό και δεν έγιναν για εξασφάλιση αυτού. Η εναγομένη 2 όχι μόνο δεν εγγυήθηκε τις υποχρεώσεις του εναγομένου 1 που αφορούσαν το συγκεκριμένο λογαριασμό, αλλά αγνοούσε ακόμη και την ύπαρξη του. Τέλος ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι η ακύρωση της συμφωνίας ήταν παράνομη. Εκ μέρους της ενάγουσας κατέθεσαν οι Κλεοπάτρα Χαραλάμπους και ο Σταύρος Αγρότης και εκ μέρους της υπεράσπισης ο εναγόμενος
  7. Συνοψίζω τη μαρτυρία τους. Η ΜΕ1, Κλεοπάτρα Χαραλάμπους, από το Νοέμβριο του 1999 μέχρι το Σεπτέμβρη του 2003, ήταν υπάλληλος στο τμήμα Back Office της CISCO και από τον Οκτώβριο του 2003 και έκτοτε ήταν στην υπηρεσία των εναγόντων, υπεύθυνη για την εποπτεία και τον έλεγχο κίνησης λογαριασμών των πελατών, στους οποίους περιλαμβάνεται και ο λογαριασμός του εναγομένου
  8. Ταυτόχρονα, από το Δεκέμβριο του 2001 μέχρι και τον Οκτώβριο του 2003, ήταν λειτουργός εξυπηρέτησης των margin accounts. Οι γνώσεις της σε σχέση με την παρούσα υπόθεση πηγάζει από το είδος της εργασίας που εκτελούσε στο τμήμα Back Office της CISCO, από τη μελέτη του αρχείου που διατηρούσε η ενάγουσα σε σχέση με τον εναγόμενο 1, καθώς και τη θέση που κατέχει σήμερα. Η μάρτυρας κατέθεσε ότι το margin account ήταν επενδυτικό σχέδιο, με το οποίο η ενάγουσα παρείχε πιστωτική διευκόλυνση στους πελάτες της με σκοπό την διενέργεια χρηματιστηριακών συναλλαγών. Απαραίτητη προϋπόθεση ήταν όπως οι συναλλαγές διεκπεραιώνονταν μέσω της CISCO, στη βάση συγκεκριμένης αίτησης για συμμετοχή στο επενδυτικό σχέδιο, με όρους τους οποίους έθετε η ενάγουσα. Την 11.2.99, κατόπιν αίτησης του εναγομένου 1 για συμμετοχή στο επίδικο επενδυτικό σχέδιο, παραχωρήθηκε στον εναγόμενο 1, όριο στο επενδυτικό σχέδιο ύψους Λ.Κ.50.000 το οποίο θα εχρησιμοποιείτο για αγοραπωλησίες κινητών αξιών εγγεγραμμένες στο ΧΑΚ, οι οποίες θα διενεργούνταν μέσω της CISCO. Η μάρτυρας κατέθεσε, μεταξύ άλλων, την αίτηση για συμμετοχή στο επενδυτικό σχέδιο της Τράπεζας Κύπρου/CISCO, τεκμήριο
  9. Η αίτηση φέρει ημερομηνία 11.2.99 και αφορά το όριο των Λ.Κ.50.
  10. Η προτεινομένη εξασφάλιση, σύμφωνα με την πιο πάνω αίτηση, ήταν 2.752 μετοχές της Τράπεζας Κύπρου Λτδ. Οι όροι συμμετοχής καταγράφονταν στο πίσω μέρος της αίτησης και αυτοί, ως ρητά αναφέρεται στην παράγραφο 7 της αίτησης, ρυθμίζουν το επίδικο σχέδιο. Η αίτηση εγκρίθηκε τη 16.2.99 με ποσοστό εξασφάλισης 25%. Σύμφωνα με την παράγραφο 11 των όρων συμμετοχής, ο επενδυτής αναλάμβανε και υποχρεούτο να διορίσει τη CISCO ως πληρεξούσιο αντιπρόσωπο του, με εξουσία να προβαίνει σε όλες τις αναγκαίες ενέργειες για τη συμμετοχή του επενδυτή στο επενδυτικό σχέδιο και να υπογράψει προς το σκοπό αυτό πληρεξούσιο και συμφωνία με τη CISCO που θα ήταν ανέκκλητη εφόσον εκκρεμούσε οποιοδήποτε υπόλοιπο σε λογαριασμό του επενδυτή με την τράπεζα. Η ενάγουσα άνοιξε προς όφελος του εναγομένου 1, τον τρεχούμενο λογαριασμό margin account και συγχρόνως η CISCO λογαριασμό για να διενεργεί χρηματιστηριακές πράξεις στο όνομα του εναγομένου 1, στη βάση του επενδυτικού σχεδίου. Με βάση τους όρους συμμετοχής στο επενδυτικό σχέδιο, ο εναγόμενος 1 υπέγραψε στις 17.2.99, συμφωνία διαχείρισης με τη CISCO και πληρεξούσιο έγγραφο προς όφελος της CISCO. Η CISCO δυνάμει του πληρεξουσίου αυτού εγγράφου, τεκμήριο 3 εξουσιοδοτήθηκε από τον εναγόμενο να αγοράζει, πωλεί, μεταβιβάζει και να αποδέχεται μεταβιβάσεις στο όνομα του οποιεσδήποτε κινητές αξίες ιδιοκτησίας του που ήταν εγγεγραμμένες στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου. Η συμφωνία διαχείρισης κινητών αξιών, ημερομηνίας 17.2.99, τεκμήριο 2 περιείχε τους όρους, υπό τους οποίους εξασφαλίστηκε η παραχώρηση του ποσού των £50.000.- για τη συμμετοχή του εναγομένου 1 στο επενδυτικό σχέδιο της Τράπεζας Κύπρου/ CISCO. Με βάση τον όρο 3 του επενδυτικού σχεδίου, όλες οι κινητές αξίες που θα αγοράζονταν, θα ενεχυριάζονταν σε όφελος της ενάγουσας, για εξασφάλιση του λογαριασμού του εναγομένου
  11. Προς τούτο, ο εναγόμενος 1 υπέγραψε τη 17.2.99 συμφωνία ενεχυρίασης κινητών αξιών προς όφελος της ενάγουσας. Ο εναγόμενος 1, δυνάμει της ως άνω συμφωνίας ενεχυριάσεως, τεκμήριο 4, ενεχυρίασε και διατηρεί σήμερα προς όφελος των εναγόντων μεγάλο αριθμό μετοχών για εξασφάλιση όλων των υποχρεώσεων του. Προς περαιτέρω εξασφάλιση και εγγύηση όλων των υποχρεώσεων του εναγομένου 1 προς την ενάγουσα, οι εναγόμενοι 1 και 2 υποθήκευσαν δύο κτήματα. Αντίγραφα των υποθηκών κατετέθησαν στο Δικαστήριο ως τεκμήρια. Το ποσό κάλυψης που απαιτήθηκε αρχικά από τον εναγόμενο 1 ήταν 25% επί του ορίου που είχε παραχωρηθεί, στη συνέχεια όμως, το Δεκέμβριο του 2001, το ποσοστό αυτό αυξήθηκε σε 50%. Το ποσοστό 50% ίσχυε μόνο για υφισταμένους πελάτες. Στην περίπτωση νέων πελατών το ποσοστό κάλυψης που απαιτείτο ήταν 100%. Σε κάποιες καταστάσεις που στάληκαν στον εναγόμενο 1 και σε άλλους υφιστάμενους πελάτες, εκ παραδρομής, καταγραφόταν ότι το ποσοστό κάλυψης που απαιτείτο ήταν 100%. Επρόκειτο, σύμφωνα πάντα με τη μάρτυρα για τεχνικό λάθος καθότι το ηλεκτρονικό σύστημα δεν μπορούσε να διαχωρίσει μεταξύ νέων και υφισταμένων πελατών. Η μάρτυρας παρουσίασε μηνιαίες καταστάσεις του margin account που αποστέλλοντο στον εναγόμενο
  12. Μαζί με τις μηνιαίες καταστάσεις αποστέλλοντο επίσης οι μηνιαίες καταστάσεις του χαρτοφυλακίου και οι μηνιαίες κινήσεις αγοραπωλησίας των μετοχών. Κατέθεσε επίσης, μεταξύ άλλων, τα πινακίδια συναλλαγών (contract notes), και προέβη σε αναλυτική επεξήγηση των χρεώσεων και των πιστώσεων που φαίνονται στην κατάσταση λογαριασμού. Το back office της CISCO, παραλάμβανε σε ηλεκτρονική μορφή, από το σύστημα του Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου, κατάσταση διενεργηθεισών πράξεων, βάσει των οποίων εκδίδονταν από το back office τα πινακίδια συναλλαγών (contract notes). Οι εν λόγω πράξεις εκτελούνταν με την κάθε δυνατή προσοχή και επιμέλεια αφού προηγούμενα στο λογισμικό καταχωρούνταν η ταυτότητα, η διεύθυνση και το τηλέφωνο του πελάτη. Οι συναλλαγές εκτελούνταν στον αριθμό ταυτότητας του πελάτη. Στο ίδιο το ΧΑΚ όπως και στη CISCO διατηρούνταν ξεχωριστές μερίδες/λογαριασμοί για τα margin accounts. Οι καταστάσεις λογαριασμού του εναγομένου 1, σύμφωνα με τη μάρτυρα, αποστέλλονταν στη CISCO καθότι αυτή η διεύθυνση είχε δηλωθεί από τον ίδιον. Η CISCO, στη συνέχεια, τα απέστελλε στον εναγόμενο 1, δήλωση που αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση. Σε δύο περιπτώσεις ο εναγόμενος 1 απέσυρε από το λογαριασμό του, Λ.Κ.40.000 και Λ.Κ.50.000, καθότι το υπόλοιπο του λογαριασμού του, το δεδομένο χρόνο, ήταν τέτοιο που του διδόταν αυτή η δυνατότητα. Ο εναγόμενος 1, σύμφωνα πάντα με τη μάρτυρα, ουδέποτε αρνήθηκε και ή αμφισβήτησε οποιεσδήποτε χρεοπιστώσεις. Ο εναγόμενος 1 παρέβη τους όρους της συμφωνίας και ως εκ τούτου η ενάγουσα με επιστολή της, ημερομηνίας 20.2.2003, ετερμάτισε τη συμφωνία λειτουργίας του επιδίκου λογαριασμού και τον εκάλεσε να εξοφλήσει ολόκληρο το χρεωστικό υπόλοιπο. Δύο περίπου χρόνια αργότερα και συγκεκριμένα τη 3.2.2005, η ενάγουσα απέστειλε επιστολή και στην εναγομένη 2, με την οποία της εζήτησε να εξοφλήσει το υπόλοιπο για το οποίο ευθύνετο η ίδια δυνάμει της εγγύησης της. Οι εναγόμενοι δεν ανταποκρίθηκαν στις πιο πάνω εκκλήσεις της ενάγουσας. Ήταν η θέση της μάρτυρας ότι το οφειλόμενο ποσό μέχρι την έγερση της παρούσας αγωγής, μετά των δεδουλευμένων τόκων, ανερχόταν σε £77.466,1 με τόκο 12,75% από 3.2.2005 επί ποσού £76.544,99 μέχρι εξοφλήσεως, το οποίο για σκοπούς της ακροαματικής διαδικασίας μειώθηκε σε £72.197,29 (€123.356,39) με τόκο 12,75% από 03.02.2005 επί του ποσού των £71.338,26 (€121.888,65). Η μάρτυρας παρουσίασε, μεταξύ άλλων, την επιστολή ημερομηνίας 23.4.2001, τεκμήριο 17, ως επίσης και την επιστολή τερματισμού, ημερομηνίας 20.2.2003, τεκμήριο
  13. Με την πρώτη επιστολή, τεκμήριο 17, η CISCO επληροφορούσε τον εναγόμενο 1 ότι από τον Ιανουάριο του 2001 το επιτόκιο του λογαριασμού καθορίσθηκε σε 10.75%. Αναφορά σε επιτόκιο γίνεται και στην επιστολή τερματισμού, τεκμήριο
  14. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της πιο πάνω επιστολής, ο λογαριασμός από την ημερομηνία τερματισμού θα επιβαρυνόταν με επιτόκιο προς 10.5% ετησίως και θα κυμαινόταν «.σύμφωνα με τις αυξομειώσεις του βασικού επιτοκίου της τράπεζας που ίσχυε από καιρού εις καιρό». Αντεξεταζόμενη η μάρτυρας είπε ότι σε περίπτωση που το όριο κάλυψης ανατρεπόταν η ενάγουσα είχε δικαίωμα όπως πωλήσει τις ενεχυριασμένες μετοχές. Τέτοιο δικαίωμα είχε και ο ίδιος ο εναγόμενος
  15. Υποβλήθηκε στη μάρτυρα ότι τον Ιανουάριο του 2000 ο εναγόμενος 1 είχε δώσει ρητές οδηγίες στην τράπεζα για πώληση των μετοχών του. Η θέση αυτή δεν έγινε αποδεκτή, η μάρτυρας, δεν είχε εντοπίσει τέτοια εντολή. Η μάρτυρας αντεξετάσθηκε και σε σχέση με τις δύο υποθήκες οι οποίες έγιναν αρκετό χρόνο πριν το άνοιγμα του επιδίκου λογαριασμού, η πρώτη το 1987 και η δεύτερη το
  16. Ήταν η θέση της ότι οι υποθήκες αυτές εκάλυπταν και μελλοντικές υποχρεώσεις του εναγομένου
  17. Ερωτηθείσα δε κατά πόσο η εναγομένη 2 είχε ενημερωθεί από την ενάγουσα ότι οι υποθήκες εκάλυπταν τον επενδυτικό λογαριασμό, η μάρτυρας παρέπεμψε στην επιστολή, ημερομηνίας 3.2.2005, τεκμήριο
  18. Εκ μέρους της ενάγουσας κατέθεσε και ο Σταύρος Αγρότης, διευθυντής του χρηματιστηριακού τμήματος της CISCO, κατά τον επίδικο χρόνο. Αποχώρησε από την πιο πάνω θέση το
  19. Ο μάρτυρας περιγράφοντας τη διαδικασία είπε ότι το τμήμα ελάμβανε εντολές από τους πελάτες, οι εντολές καταχωρούνταν στο τερματικό του χρηματιστηρίου. Στη συνέχεια εκδίδονταν πινακίδια για ενημέρωση των πελατών. Οι εντολές αυτές, ανάλογα με τη χρονική περίοδο που εδίδονταν, καταγράφονταν σε λογισμικό πρόγραμμα της CISCO ή σε φόρμες εντολών. Στην περίπτωση του εναγομένου 1 οι περισσότερες εντολές ήταν καταχωρημένες στο λογισμικό σύστημα. Ο εναγόμενος 1, καταθέτοντας ενώπιον του Δικαστηρίου, ισχυρίσθηκε μεταξύ άλλων ότι σύμφωνα με τους όρους συμμετοχής στο επίδικο σχέδιο, είχε υποχρέωση να διατηρεί εξασφαλίσεις ύψους 25%, που αργότερα αυξήθηκε σε 100%. Όταν η εξασφάλιση δεν διατηρείτο στη συμφωνηθείσα αναλογία, αυτός δεν είχε δικαίωμα να πραγματοποιήσει οποιεσδήποτε συναλλαγές, μόνο η ενάγουσα διατηρούσε τέτοιο δικαίωμα. Αυτός ήταν και ο λόγος που δεν έδωσε οποιαδήποτε εντολή, μετά την ανατροπή της αναλογίας εξασφάλισης, πλην δύο εντολών που δόθησαν τον Ιούλιο του
  20. Η ενάγουσα ήταν η διαχειρίστρια του επιδίκου λογαριασμού καθότι έλεγχε πλήρως τη CISCO, τα ίδια άτομα ήταν ταυτόχρονα υπαλλήλοι της ενάγουσας και της CISCO. Ο εναγόμενος 1 ισχυρίσθηκε περαιτέρω ότι κατά την υπογραφή του εγγράφου ενεχυρίασης κινητών αξιών, τεκμήριο 4, κανένας από τους μάρτυρες που υπέγραψαν το έγγραφο ενεχυρίασης ήταν παρόντες όταν αυτός υπέγραψε το συγκεκριμένο έγγραφο. Ισχυρίσθηκε περαιτέρω ότι η μόνη εξασφάλιση του επιδίκου επενδυτικού λογαριασμού ήταν οι υπό ενέχυρο μετοχές, ενώ οι υποθήκες τεκμήρια 5 και 6 καμία σχέση είχαν με τον επίδικο λογαριασμό. Η σύζυγος του, εναγομένη 2, δεν είχε οποιαδήποτε σχέση ή εμπλοκή με την επίδικη υπόθεση και ουδέποτε εγγυήθηκε αυτόν τον λογαριασμό. Η ενάγουσα, κατά παράβαση των καθηκόντων της, του απέκρυψε το περιεχόμενο των εγκυκλίων που εκδόθησαν από την Κεντρική Τράπεζα από τη 12.10.99 και μετέπειτα και παρέλειψαν να τον ενημερώσουν για τη δημόσια πολιτική, ως αυτή εκφραζόταν στις εγκυκλίους ημερομηνίας 12.7.99, 12.10.99, 24.11.99, 29.11.99 και 5.1.
  21. Σύμφωνα με τις πιο πάνω εγκυκλίους, η ενάγουσα είχε υποχρέωση να κλείσει το συγκεκριμένο λογαριασμό, «.τουλάχιστον στις 30.11.99». Μετά τη ψήφιση του νόμου για ρύθμιση της φορολογίας των κερδών του χρηματιστηρίου, την 30.12.1999, ο εναγόμενος 1, σύμφωνα πάντα με την κατάθεση του, επισκέφθηκε το κεντρικό κατάστημα της Τράπεζας Κύπρου «με οδηγίες ρευστοποίησης του χαρτοφυλακίου», ως ανέφερε χαριστικά, εκεί όμως, ο πρώην υφιστάμενος του και τότε υπεύθυνος εχεγγύων, Ανδρέας Πασχάλης, πιεστικά τον έπεισε να μην προχωρήσει στην ρευστοποίηση του και του ενέκρινε, παράνομα, πρόσθετο προσωρινό όριο £30.000 για αγορά μετοχών, παρά τις προειδοποιήσεις των εγκυκλίων της Κεντρικής Τράπεζας. Αυτή ήταν συνοπτικά η μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω τους μάρτυρες ενώ κατέθεταν και να εξετάσω τη μαρτυρία τους. Η μαρτυρία της ΜΕ1, Κλεοπάτρας Χαραλάμπους, ήταν θετική και τεκμηριωμένη και βασιζόταν στα στοιχεία που είχε στην κατοχή της. Για γεγονότα τα οποία δεν εγνώριζε, για παράδειγμα τις υποθήκες και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες είχε υπογραφεί το έγγραφο ενεχυρίασης μετοχών δεν είχε κανένα ενδοιασμό να δηλώσει αμέσως την άγνοια της. Καλή εντύπωση μου έκανε και ο Σταύρος Αγρότης, η μαρτυρία του είχε συνοχή και δεν περιέπεσε σε οποιεσδήποτε αντιφάσεις. Ο εναγόμενος 1, ως αναφέρω και ανωτέρω, προέβαλε στην υπεράσπιση του σωρεία ισχυρισμών πολλούς εκ των οποίων δεν προώθησε κατά την ακροαματική διαδικασία. Ο εναγόμενος 1 ήταν με βάση τη μαρτυρία που έχει κατατεθεί ενώπιον μου, ένα από τα διευθυντικά στελέχη της ενάγουσας εταιρείας. Παρά ταύτα προσπάθησε να δώσει την εικόνα του ανθρώπου που αγνοούσε τις τραπεζικές διαδικασίες και πρακτικές. Προσπάθησε να πείσει το Δικαστήριο ότι η ενάγουσα τον εκμεταλλεύθηκε, τον ξεγέλασε και άσκησε σε βάρος του ψυχική πίεση. Αμφισβήτησε τα πάντα στην προσπάθεια του να απαλλαγεί από την καταβολή οποιουδήποτε ποσού. Αμφισβήτησε ακόμη και την εμπλοκή του στο άνοιγμα του επιδίκου λογαριασμού, αποκρύπτοντας εντέχνως ότι από το συγκεκριμένο λογαριασμό είχε αποσύρει στο παρελθόν το ποσό των Λ.Κ.90.
  22. Αρνήθηκε ότι ενημερωνόταν για την πορεία του επιδίκου λογαριασμού, αρνήθηκε την εμπλοκή του στη διαχείριση του συγκεκριμένου λογαριασμού και ισχυρίσθηκε ότι του ασκήθηκαν πιέσεις να μην ρευστοποιήσει το χαρτοφυλάκιο του. Η μαρτυρία του δεν με έπεισε. Η εντύπωση που σχημάτισα είναι εντελώς διαφορετική. Πρόκειται για άτομο έμπειρο σε τραπεζικά θέματα, εγνώριζε πολύ καλά τα δικαιώματα του και πώς να τα διεκδικήσει και σίγουρα δεν ήταν άτομο που θα υπόκυπτε σε πιέσεις υφισταμένου του ή οποιουδήποτε άλλου προσώπου. Στην υπεράσπιση και ανταπαίτηση προβάλλεται, μεταξύ άλλων, ο ισχυρισμός ότι η ενάγουσα παράνομα παρουσιάστηκε ως χρηματίστρια και εισέπραττε προμήθεια από τις χρηματιστηριακές συναλλαγές και ότι το άνοιγμα του επιδίκου λογαριασμού αντίκειτο στους όρους του καταστατικού της. Καμία μαρτυρία έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου προς υποστήριξη των πιο πάνω θέσεων. Καμία μαρτυρία έχει προσκομισθεί και σε σχέση με τη θέση του ότι η συμφωνία διαχείρισης και το πληρεξούσιο έγγραφο ήταν το αποτέλεσμα απάτης και ή δόλου και ή ψευδών παραστάσεων εκ μέρους της ενάγουσας, με σκοπό όπως η τελευταία «χειραγωγήσει» τις τιμές του χρηματιστηρίου και ότι ήταν η ενάγουσα που τον «εξώθησε» να συμμετάσχει και να συνεχίσει να συμμετάσχει στο επενδυτικό σχέδιο, διαβεβαιώνοντας τον ότι η ζημιά του σε καμία περίπτωση δεν θα υπερέβαινε την αξία των ενεχυριασμένων μετοχών. Ατεκμηρίωτοι παρέμειναν και οι ισχυρισμοί του ότι η ενάγουσα ενεργούσε ως εμπιστευματοδόχος του, ότι παραβίασε πρόνοιες του νόμου υπό την ιδιότητα της αυτή, ότι επέδειξε επαγγελματική αμέλεια και ενήργησε ανέντιμα και κακόπιστα. Παρόμοιο θέμα απασχόλησε το Εφετείο στην υπόθεση Σοφία Μάτση και Ellinas Finance Ltd[1] από την οποία παραθέτω το πιο κάτω σχετικό απόσπασμα: «.Ούτε ο όρος 11 του σχεδίου θα μπορούσε να μετατρέψει το δικαίωμα σε υποχρέωση. Όπως ορθά υποδεικνύεται στην πρωτόδικη απόφαση με αναφορά στην China and South Sea Bank v Tan [1989] 3 All E.R. 839, οι εφεσίβλητοι ως δανειστές δεν μπορούσαν να καταστούν εμπιστευματοδόχοι των μετοχών που είχαν ενεχυριαστεί και ούτε μπορούσαν να θεωρηθούν υπεύθυνοι έναντι της εφεσίβλητης ως οφειλέτριας, σε περίπτωση που ασκούσαν το δικαίωμα πώλησης και ακολούθως η αξία των μετοχών μειωνόταν ή εκμηδενιζόταν. Η μόνη υποχρέωση του ενεχυροδανειστή, όπως ήταν οι εφεσίβλητοι, σε περίπτωση που αποφασίσει να ασκήσει το δικαίωμα πώλησης, είναι να τα πράξει επιδεικνύοντας εύλογη επιμέλεια ώστε να εξασφαλίσει την τιμή της αγοράς, τη δεδομένη στιγμή». Ήταν η θέση της υπεράσπισης ότι ο εναγόμενος 1 δεν συμμετείχε στο άνοιγμα του επιδίκου λογαριασμού. Η θέση αυτή αντικρούεται από τη μαρτυρία του ιδίου του εναγομένου 1 ο οποίος στη γραπτή δήλωση του ρητά αναφέρει ότι ο λογαριασμός ανοίχθηκε κατόπιν δικής του αίτησης, πρόκειται για το τεκμήριο
  23. Ο εναγόμενος 1, δε στα πλαίσια συμμετοχής του στο επίδικο επενδυτικό σχέδιο, διόρισε τη CISCO ως πληρεξούσιο αντιπρόσωπο του και την εξουσιοδότησε, μεταξύ άλλων, να ανοίξει τραπεζικό λογαριασμό στην Τράπεζα Κύπρου. Το γεγονός δε ότι ο αριθμός του λογαριασμού, σε κάποια χρονική περίοδο άλλαξε, ουδόλως επηρέασε τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του εναγομένου 1, ως ήταν η θέση του τελευταίου. Οι όροι της αίτησης, τεκμήριο 1, οι οποίοι ρυθμίζουν και τις σχέσεις των δύο μερών, καμία πρόνοια κάνουν για υποχρέωση της ενάγουσας να καθορίσει χρονική περίοδο για την πώληση των μετοχών και να πωλήσει τις ενεχυριασμένες μετοχές όταν η αναλογία εξασφάλισης ήταν κάτω από το συμφωνηθέν όριο. Αντίθετα υπάρχει ρητή πρόνοια, όρος 10, ότι η τράπεζα, «.δεν αναλαμβάνει οποιαδήποτε υποχρέωση για άσκηση οποιωνδήποτε δικαιωμάτων του Επενδυτή σε σχέση με οποιεσδήποτε κινητές αξίες που ενεχυριάζονται βάσει του παρόντος σχεδίου». Το τεκμήριο 4 δε, που είναι το έγγραφο ενεχυρίασης κινητών αξιών, αναφέρεται σε δικαίωμα και όχι υποχρέωση της τράπεζας να πωλήσει τις ενεχυριασμένες μετοχές, κατά την απόλυτη κρίση αυτής και την απαλλάσσει από οποιανδήποτε ευθύνη. Απορρίπτω επίσης τη θέση του ότι αυτός είχε δώσει ρητές οδηγίες για ρευστοποίηση του χαρτοφυλακίου του. Πρόκειται για ένα γενικό και αόριστο ισχυρισμό ο οποίος παρέμεινε ατεκμηρίωτος. Ο εναγόμενος 1 αμφισβήτησε και τις συνθήκες υπογραφής του τεκμηρίου 4, που αφορούσε την ενεχυρίαση των μετοχών και ισχυρίσθηκε ότι οι δύο μάρτυρες, οι υπογραφές των οποίων φαίνονται στο έγγραφο, δεν ήταν παρόντες κατά την υπογραφή του συγκεκριμένου εγγράφου και ως εκ τούτου αυτό είναι άκυρο. Το άρθρο 138 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149 θέτει τρεις τυπικές προϋποθέσεις για την εγκυρότητα ενός ενεχύρου. Η σύμβαση ενεχύρου πρέπει να είναι γραπτή, να υπογράφεται στο τέλος αυτής από τον ενεχυριαστή και να καταρτίζεται στην παρουσία δύο τουλάχιστον μαρτύρων, οι οποίοι θα προσυπογράφουν αυτήν ως μάρτυρες. Με βάση το λεκτικό του συγκεκριμένου άρθρου δεν είναι αναγκαίο να αναγράφεται ή να πιστοποιείται στο έγγραφο ότι αυτό υπογράφτηκε στην παρουσία των δύο μαρτύρων[2]. Στη συγκεκριμένη περίπτωση ισχύει το τεκμήριο ότι αυτά που φαίνονται στο έγγραφο είναι ορθά, omnia praesumuntur rite esse acta. Καθοδηγητική επί του θέματος είναι η απόφαση Re Denning (deceased) Haznett v Ellia H and others[3] η οποία αφορούσε διαθήκη, υπογεγραμμένη από δύο άγνωστα πρόσωπα τα οποία ουδέποτε εντοπίστηκαν. Το Δικαστήριο αφού εφάρμοσε την πιο πάνω αρχή κατέληξε ότι η διαθήκη ήταν έγκυρη. Σχετική επί του θέματος είναι η απόφαση του Κ. Κληρίδη, Π.Ε.Δ. Universal Bank Ltd v A. Κόμπος[4], η οποία αφορούσε το ίδιο ακριβώς θέμα, ήτοι σύμβαση ενεχύρου και στην οποία αμφισβητήθηκαν οι υπογραφές των μαρτύρων. Το Δικαστήριο υιοθετώντας την πιο πάνω αρχή έκρινε ότι η σύμβαση ενεχύρου ήταν έγκυρη. Η μόνη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον μου σε σχέση με το θέμα αυτό ήταν η μαρτυρία του εναγομένου
  24. Ο εναγόμενος 1 όμως δεν ήταν μάρτυρας της αλήθειας. Ως αναφέρω και πιο πάνω, το πρόσωπο αυτό αμφισβήτησε τα πάντα στην προσπάθεια του να απαλλαγεί από την καταβολή οποιουδήποτε ποσού. Ο συγκεκριμένος ισχυρισμός του εντάσσεται κατά την άποψη μου, στα πλαίσια αυτής της προσπάθειας και δεν μπορεί να γίνει δεκτός. Τεκμαίρεται με βάση το περιεχόμενο του συγκεκριμένου εγγράφου ότι αυτά που φαίνονται είναι ορθά. Ο εναγόμενος προσπάθησε επίσης να πείσει το Δικαστήριο ότι η ενάγουσα και η CISCO ήταν το ίδιο νομικό πρόσωπο. Η θέση αυτή δεν με βρίσκει σύμφωνη. Οι υποχρεώσεις της ενάγουσας ήταν διαφορετικές από αυτές της CISCO. Το γεγονός ότι η τελευταία ήταν θυγατρική της πρώτης δεν εξυπακούει ότι ενεργούσαν από κοινού και ότι είχαν τις ίδιες υποχρεώσεις, ως ήταν η εισήγηση της υπεράσπισης. Σχετικό είναι το πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση Μιχάλης Χ¨Γαβριήλ και Ellinas Finance Public Co Ltd[5]: «Πέραν του γεγονότος ότι η αγωγή και συνακόλουθα η διαφορά μεταξύ των διαδίκων κατά αυστηρό νομικό τρόπο αφορούσε τον εφεσείοντα ως επενδυτή, με τους εφεσίβλητους ως δανειστές-χρηματοδότες, η ευρύτερη ύπαρξη ενός ομίλου εταιρειών δεν δίνει κατά ανάγκη το δικαίωμα άρσης εταιρικού πέπλου ώστε να θωρείται ότι οι ενέργειες μιας των εταιρειών δεσμεύουν ολόκληρο τον όμιλο ή την μητρική εταιρεία. Όπως εξηγείται και στο σύγγραμμα της Brenda Hannigan: Company Law, 2003, στις σελ. 74-82, είναι με μεγάλη δυσκολία που τα Αγγλικά Δικαστήρια δέχονται την άρση του εταιρικού πέπλου στη βάση της θεωρίας της ενιαίας μονάδας ενός ομίλου εταιρειών. Πέραν της αυτοτέλειας της εταιρικής οντότητας με βάση τη γνωστή υπόθεση Salomon & Co Ltd

(1897)A.C. 22, και μεταγενέστερα, αναφορά με την ύπαρξη θυγατρικών εταιρειών, η υπόθεση Adams v Cape Industries plc
(1990)BCLC 479, έχει αναγνωρίσει ότι παρά το γεγονός ότι οι θυγατρικές εταιρείες είναι δημιουργήματα των μητρικών τους εταιρειών, εξακολουθούν να θεωρούνται στο γενικό εταιρικό δίκαιο ως ανεξάρτητες νομικές οντότητες. Η αρχή στη Salomon δεν ατονεί διότι οι εταιρείες οργανώνουν τις επιχειρήσεις τους «in group structures», (δέστε Ord v Belhaven Pubs Ltd
(1998)2 BCLC 447). Στην υπόθεση Re: Southard Ltd
(1979)3 All E.R. 556, υποδείχθηκε ότι ο κύριος νόμιμος σκοπός για τη χρήση ομίλου εταιρειών είναι ο περαιτέρω περιορισμός των υποχρεώσεων του ομίλου, όπως δε ορθά υπέδειξε και το πρωτόδικο Δικαστήριο με παραπομπή στο σύγγραμμα του Pennington: The Principles of Company Law σελ. 27 και 32, ο Νόμος και το δίκαιο δεν ασχολούνται με την οικονομική οργάνωση ενός ομίλου εταιρειών, στα μάτια δε του Νόμου, η μητρική ή ιθύνουσα εταιρεία είναι απλώς ένας μεγάλος μέτοχος της θυγατρικής της». Ήταν επίσης η θέση της υπεράσπισης ότι οι δύο υποθήκες δεν εξασφάλιζαν τον επίδικο λογαριασμό και ότι η εναγομένη 2 ουδέποτε εγγυήθηκε τις επίδικες υποχρεώσεις του εναγομένου
  1. Στην αίτηση, τεκμήριο 1, παράγραφο 6, γίνεται αναφορά σε «προτεινομένη εξασφάλιση». Στη συγκεκριμένη περίπτωση η προτεινομένη εξασφάλιση, ως προκύπτει από το περιεχόμενο του συγκεκριμένου εγγράφου, ήταν 2.752 μετοχές της Τράπεζας Κύπρου. Αποτελούσε δε ουσιώδη όρο του σχεδίου, όρος 7, ότι ο επενδυτής υποχρεούτο να: «.συνεισφέρει και να διατηρεί εξασφαλίσεις και ή ενεχυριάσεις υπό μορφή μετρητών ή άλλων ισάξιων κινητών αξίων του Χρηματιστηρίου Κύπρου σε ποσοστό 25% πέραν του εγκεκριμένου ορίου του Λογαριασμού Επενδυτή. Αν η συνεισφορά του Επενδυτή συνίσταται σε άλλη εξασφάλιση τότε αυτή θα ενεχυριάζεται και/ή επιβαρύνεται και/ή δεσμεύεται προς όφελος της Τράπεζας. Για το σκοπό υπολογισμού της εξασφάλισης τα δικαιώματα αγοράς μετοχών (warrants) θα λαμβάνονται υπόψη στο 50% της αγοραίας τους αξίας». Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι επρόκειτο για ένα ειδικό λογαριασμό και στη συμφωνία υπήρχαν πρόνοιες ρητές για το είδος των εξασφαλίσεων που θα μπορούσαν να δοθούν. Η εξασφάλιση που είχε προτείνει ο εναγόμενος 1 και η οποία εγκρίθηκε από την ενάγουσα ήταν 2.752 μετοχές της Τράπεζας Κύπρου. Πέραν τούτου από τον όρο 7 προκύπτει ότι η υποχρέωση του εναγομένου 1 ήταν να διατηρεί εξασφαλίσεις υπό μορφή μετρητών ή άλλων ισάξιων κινητών αξιών του Χρηματιστηρίου Κύπρου. Καμία πρόνοια γίνεται για παροχή εξασφάλισης υπό μορφή υποθήκης ακινήτων. Με βάση δε τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, διαφαίνεται ότι η ίδια η ενάγουσα ουδέποτε θεώρησε τις δύο αυτές υποθήκες ως εξασφάλιση για τον επίδικο επενδυτικό λογαριασμό. Αυτός είναι και ο λόγος που καμία μνεία γίνεται στην αλληλογραφία που ανταλλάχθηκε μεταξύ των μερών στις δύο αυτές υποθήκες. Αν οι υποθήκες αυτές εθεωρούνταν ως εξασφάλιση λογικά θα αναμένετο να ελαμβάνονταν υπόψη στο ποσοστό κάλυψης του επιδίκου λογαριασμού, κάτι που δεν ισχύει στη συγκεκριμένη περίπτωση. Πέραν τούτου, είναι άγνωστες οι συνθήκες κάτω από τις οποίες είχαν γίνει οι πιο κάτω υποθήκες. Υπενθυμίζω ότι η ΜΕ1 δεν ήταν σε θέση να διαφωτίσει το Δικαστήριο και εδήλωσε πλήριν άγνοια για το θέμα των υποθηκών. Όπως αναφέρθηκε χαρακτηριστικά στην υπόθεση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ v T.G. & Sons Importing Ltd κ.α[6]: «Το κατά πόσο σε μια συγκεκριμένη υπόθεση μια εγγύηση είναι συνεχής ή όχι είναι ζήτημα που σχετίζεται με την πρόθεση των μερών όπως εκφράζεται μέσα από το λεκτικό που χρησιμοποίησαν, όπως αυτό γίνεται δίκαια αντιληπτό με την έννοια που έχει χρησιμοποιηθεί και η πρόθεση αυτή διακριβώνεται με τον καλύτερο τρόπο με το να εξετάζεται η σχετική κατάσταση των μερών κατά το χρόνο συγγραφής του εγγράφου (βλ. Pollock and Mulla Indian Contract and Specific Relief Acts, 9η εκ., 1972, σελ. 619). Έχει περαιτέρω νομολογηθεί ότι το θέμα δεν μπορεί να αποφασισθεί με βάση μόνο την απλή ερμηνεία του εγγράφου χωρίς νε εξεταστούν οι συνθήκες που το περιβάλλουν για να ανευρεθεί ποιο ήταν το αντικείμενο το οποίο τα μέρη είχαν κατά νουν όταν δόθηκε η εγγύηση (Hefffield v Meadows [1869] L.R. 4 C.P. 595, 599)». Παραμένει επίσης άγνωστο στο Δικαστήριο κατά πόσο αυτές συνέχισαν ή έπαυσαν να ισχύουν με την αποπληρωμή των υποχρεώσεων για τις οποίες είχαν δοθεί[7]. Όπως χαρακτηριστικά έχει αναφερθεί στην υπόθεση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ v T.G. & Sons Importing Ltd κ.α (ανωτέρω), «.έστω όμως και αν ήθελε υποτεθεί η εγγύηση ήταν συνεχής αυτή έπαυσε να ισχύει με την αποπληρωμή του τρεχουμένου λογαριασμού για τον οποίο είχε δοθεί». Από τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου προκύπτει ότι ενυπόθηκοι δανειστές στις υποθήκες Υ1672/87 και Υ1027/99 ήταν τόσο ο εναγόμενος 1 όσο και η εναγομένη
  2. Η εναγομένη 2 καμία εμπλοκή είχε στο άνοιγμα του επιδίκου λογαριασμού, καμία ενημέρωση έλαβε από την ενάγουσα σε σχέση με το λογαριασμό αυτό και τυχόν υποχρεώσεις της. Η πρώτη επιστολή που στάληκε ήταν το 2005, έξι περίπου χρόνια μετά το άνοιγμα του λογαριασμού και δύο περίπου χρόνια μετά τον τερματισμό του. Καταλήγω ότι οι επίδικες υποθήκες δεν εκάλυπταν τις επίδικες υποχρεώσεις. Στην υπεράσπιση του ο εναγόμενος 1 προβάλλει τον ισχυρισμό ότι με βάση τις οδηγίες της Κεντρικής Τράπεζας, που εκδόθησαν μετά τον Ιούλιο του 1999, οι εμπορικές τράπεζες δεν θα έπρεπε να άνοιγαν επενδυτικούς λογαριασμούς και οι υφιστάμενοι λογαριασμοί θα έπρεπε να κλείσουν. Ενώπιον του Δικαστηρίου κατατέθηκε δέσμη με τις εγκυκλίους της Κεντρικής Τράπεζας οι οποίες απευθύνονταν σε όλες τις τράπεζες. Σε καμία από τις εγκυκλίους αυτές δεν γίνεται αναφορά σε κλείσιμο των υφισταμένων επενδυτικών λογαριασμών. Η Κεντρική Τράπεζα επισήμανε στις τράπεζες τους κινδύνους οι οποίοι συνεπάγονταν από την αλόγιστη επένδυση με δανειακά κεφάλαια και τους προέτρεπαν να περιορίσουν τα δάνεια να μειώσουν σταδιακά τους λογαριασμούς αυτούς, ιδιαίτερα όπου το υπόλοιπο ήταν πιστωτικό ή μηδενικό και να αυξήσουν το ποσοστό περιθωρίου ασφάλειας. Με την εγκύκλιο, ημερομηνίας 12.10.1999, υποδεικνύεται στις τράπεζες ότι δεν θα έπρεπε να προσφέρουν σε νέους πελάτες ειδικούς λογαριασμούς για σκοπούς επενδύσεων. Η προσέγγιση της Κεντρικής Τράπεζας διαφοροποιήθηκε λίγους μήνες αργότερα, σχετική είναι η εγκύκλιος ημερομηνίας 28.7.
  3. Η ενάγουσα δεν είχε υποχρέωση να κλείσει τον επίδικο λογαριασμό, εκείνο που είχε υποχρέωση να κάνει ήταν να αυξήσει το ποσοστό του περιθωρίου ασφαλείας, το οποίο και έπραξε. Υπενθυμίζω ότι το ποσοστό εξασφάλισης αυξήθηκε από 25% σε 50%. Το συγκεκριμένο θέμα απασχόλησε το Εφετείο στην υπόθεση Μαρία Συρίμη v Παγκυπριακή Χρηματοδοτήσεις Δημόσια Εταιρεία Λτδ[8]: «.Όπως επισημαίνεται από το δικηγόρο του εφεσίβλητου, οι εγκύκλιοι της Κεντρικής Τράπεζας αποσκοπούσαν στο να παράσχουν υποδείξεις προς τις τράπεζες και άλλους οργανισμούς που υπόκεινται στον έλεγχο της, για τον καλύτερο τρόπο χειρισμού διαφόρων θεμάτων ώστε οι ενέργειες τους να συνάδουν με την ευρύτερη δημοσιοοικονομική πολιτική της Κεντρικής Τράπεζας και του κράτους. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι τυχόν παραβίαση της θα οδηγούσε αυτόματα σε ακύρωση οποιασδήποτε συμβατικής πράξης που προκύπτει ως αποτέλεσμα τυχόν παραβάσεως της εγκυκλίου. Τέτοιου είδους παραβάσεις, αποτελούν εσωτερικό θέμα μεταξύ της Κεντρικής Τράπεζας και των εμπορικών τραπεζών και συχνά επιβάλλονται διοικητικές κυρώσεις στις τράπεζες από την Κεντρική Τράπεζα, για παραβιάσεις όρων των εγκυκλίων. Αν το περιεχόμενο της εγκυκλίου σκοπούσε να θέσει ρητή απαγόρευση, αυτό θα μπορούσε να συμβεί με νομική ρύθμιση». Και στην υπόθεση Καλλικάς v Ελληνικής Τράπεζας Λτδ[9]: «Εγείρονται, επί του προκειμένου, δύο ερωτήματα. Το πρώτο, κατά πόσο οι εν λόγω εγκύκλιοι δημοσιοποιούν διαμορφωθείσα δημόσια πολιτική, χωρίς την κατάδειξη της οποίας δεν μπορεί να ευσταθήσει η υποστηριχθείσα θέση, και αν ναι, κατά πόσο η τράπεζα τις παραβίασε. Η απάντηση στο πρώτο ερώτημα είναι καταφανώς αρνητική, στοιχείο που εκθεμελιώνει και το δεύτερο. Με την εγκύκλιο τεκμήριο 26
(1)η Κεντρική Τράπεζα δεν απαγόρευσε τη χορήγηση δανείων για επενδυτικούς σκοπούς, αλλά σύστηνε στις τράπεζες να τα περιορίσουν και να΄ ναι πιο προσεκτικές. Με την δεύτερη εγκύκλιο, το τεκμ. 26
(2)δηλαδή - που φαίνεται να στάληκε μετά την αύξηση του πιστωτικού ορίου στις £250.000 - εκφραζόταν η προσδοκία (αναμενόταν, είναι η λέξη που χρησιμοποιείται) ότι στο μέλλον οι εμπορικές τράπεζες δεν θα πρόσφεραν σε νέους επενδυτές ειδικούς λογαριασμούς για σκοπούς επενδύσεων, κάτι που δεν αφορούσε τον εναγόμενο ο οποίος ήταν παλιός επενδυτής. Εν πάση περιπτώσει, όπως και να εξετασθούν όλες οι εγκύκλιοι, δεν απαγορεύεται η παροχή πιστώσεων για επενδύσεις και, επομένως, δεν έχει καταδειχθεί η ύπαρξη δημόσιας πολιτικής που να τις απαγορεύει». Η υπεράσπιση αμφισβητεί και τη νομιμότητα του τερματισμού της λειτουργίας του επιδίκου λογαριασμού. Υπενθυμίζω ότι ο τερματισμός είχε επιτευχθεί με την επιστολή ημερομηνίας 20.2.2003, τεκμήριο
  1. Στην επιστολή γίνεται επίκληση του άρθρου 5 των όρων συμμετοχής στο επενδυτικό σχέδιο, τεκμήριο
  2. Σύμφωνα με τον πιο πάνω όρο η τράπεζα δικαιούται οποτεδήποτε θελήσει και χωρίς οποιαδήποτε προειδοποίηση προς τον επενδυτή να τερματίσει τη λειτουργία οποιουδήποτε λογαριασμού και να του ζητήσει την πληρωμή όλων των οφειλομένων ποσών. Ενόψει των πιο πάνω καταλήγω ότι ο τερματισμός της λειτουργίας του λογαριασμού ήταν καθ΄ όλα νόμιμος. Στρέφομαι τώρα στο τελευταίο θέμα, ήτοι το οφειλόμενο ποσό. Σύμφωνα με την ανακατασκευασμένη κατάσταση λογαριασμού που παρουσίασε η ΜΕ1, τεκμήριο 7, το οφειλόμενο ποσό ανερχόταν την 26.10.2011, σε Ευρώ 251.714,
  3. Ενώπιον του Δικαστηρίου κατατέθηκε λεπτομερής μαρτυρία εκ μέρους της ενάγουσας σε σχέση με τον τρόπο που εγίνονταν οι χρεώσεις και οι πιστώσεις στο λογαριασμό η οποία υποστηρίζεται και από σχετικά έγγραφα. Η μαρτυρία αυτή γίνεται αποδεκτή. Το θέμα που με προβλημάτισε σε μεγάλο βαθμό ήταν το θέμα του τόκου. Στους όρους συμμετοχής του εναγομένου 1 στο επενδυτικό σχέδιο, τεκμήριο 1, περιλαμβάνεται και ο τόκος με τον οποίο θα χρεωνόταν ο λογαριασμός αυτός. Τον παραθέτω αυτούσιο: «Όλες οι πιο πάνω διευκολύνσεις θα επιβαρύνονται με τόκο προς 8% το χρόνο πάνω στα ημερήσια χρεωστικά υπόλοιπα ή προς το ανώτατο ποσοστό επιτοκίου που θα επιτρέπεται με βάση τις ισχύουσες νομοθεσίες». Ο περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμος του 1999, Ν160
(1)/99, ο οποίος τέθηκε σε εφαρμογή τη 1.1.2001 επιτρέπει την αλλαγή του επιτοκίου ή του τρόπου υπολογισμού του ή του χρόνου καταβολής του νοουμένου όμως ότι ενημερώνεται σχετικά ο οφειλέτης είτε με ανακοίνωση στον ημερήσιο τύπο είτε με γραπτή ειδοποίηση[10]. Με βάση τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον μου προκύπτει ότι ο εναγόμενος 1 ειδοποιήθηκε γραπτώς για αλλαγή του επιτοκίου σε δύο μόνο περιπτώσεις. Η πρώτη επιστολή είχε αποσταλεί την 23.4.2001 από τη CISCO, τεκμήριο 17 και η δεύτερη από την ενάγουσα, πρόκειται για την επιστολή τερματισμού, τεκμήριο 9. Σύμφωνα με το περιεχόμενο του τεκμηρίου 17 το επιτόκιο αυξήθηκε αναδρομικά σε 9% μέχρι το όριο του λογαριασμού του και σε 10,75% για υπερβάσεις πέραν του ορίου. Με την επιστολή, τεκμήριο 9, το επιτόκιο καθορίσθηκε σε 10.50% ετησίως. Το πρώτο σημείο που θα ήθελα να θίξω είναι ότι ο Νόμος 160
(1)/99 δεν περιέχει πρόνοια για αλλαγή του επιτοκίου αναδρομικά. Αντιθέτως, με τον τρόπο που είναι διατυπωμένο το σχετικό άρθρο με τη χρήση μελλοντικού χρόνου, «θα χρεώνεται, θα υπολογίζεται», αποκλείει το ενδεχόμενο η οποιαδήποτε αλλαγή στο επιτόκιο να έχει αναδρομική ισχύ. Πέραν τούτου όμως παρατηρώ, με βάση το περιεχόμενο της κατάστασης λογαριασμού, τεκμήριο 7, ότι μετά τη 1.1.2001 που τέθηκε σε εφαρμογή ο πιο πάνω νόμος, παρά το γεγονός ότι το επιτόκιο άλλαξε αρκετές φορές, σε κάποιες φορές μειώθηκε και σε άλλες αυξήθηκε καμία μαρτυρία έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου ότι ο ενάγοντας ειδοποιήθηκε δεόντως σε σχέση με τις αλλαγές αυτές, τουλάχιστο για τις αυξήσεις του επιτοκίου. Διαπιστώνω, μεταξύ άλλων, ότι την 3.5.2004 το επιτόκιο αυξήθηκε σε 11% και λίγους μήνες αργότερα, την 30.11.2004 σε 12.750% χωρίς να προηγηθεί σχετική ενημέρωση του. Ενόψει των πιο πάνω, παρά το γεγονός ότι αποδέχομαι τις υπόλοιπες χρεώσεις, καταλήγω ότι το υπόλοιπο που αναγράφεται στην κατάσταση λογαριασμού δεν είναι ορθό καθ΄ ότι σε αυτό περιλαμβάνονται υπερχρεώσεις των τόκων. Οι υπερχρεώσεις άρχισαν την 1.1.
  1. Μέχρι την 31.12.00, πριν δηλαδή τεθεί σε ισχύ ο νόμος, η κατάσταση λογαριασμού ως έχει είναι αποδεκτή. Την 31.12.2000 το υπόλοιπο του λογαριασμού ήταν Λ.Κ.50.827,
  2. Το Δικαστήριο δεν έχει τις αναγκαίες λογιστικές γνώσεις για να προβεί από μόνο του σε ανακατασκευή της κατάστασης λογαριασμού, παράλληλα όμως θεωρώ ότι θα ήταν άδικο να απορρίψω ολόκληρη την αξίωση της ενάγουσας λόγω των υπερχρεώσεων αυτών. Κατέληξα ότι το πιο ορθό και δίκαιο υπό τις περιστάσεις θα ήταν να υπολογίσω από μόνη μου ποιος θα ήταν ο καταβλητέος τόκος ανά έτος για την περίοδο 2001-
  3. Από το τεκμήριο 7 προκύπτει ότι το επιτόκιο άλλαζε συνεχώς, υπήρχαν συνεχείς αυξομειώσεις και ως εκ τούτου έκρινα ορθό, για κάθε έτος, να λάβω υπόψιν μου το μικρότερο επιτόκιο της συγκεκριμένης περιόδου. Διευκρινίζω ότι οι αυξήσεις του επιτοκίου που έγιναν με τις επιστολές τεκμήρια 9 και 17 ήταν νόμιμες, δεν είχαν όμως αναδρομική ισχύ. Θεωρώ ότι η ισχύς τους αρχίζει την ημέρα της επιστολής και όχι προηγουμένως. Αυτός είναι και ο λόγος που για κάποια έτη υιοθετείται επιτόκιο πέραν του συμβατικού. Αναγνωρίζω ότι με τον τρόπο αυτό το τελικό υπόλοιπο είναι μικρότερο του υπολοίπου που πραγματικά οφείλεται στην ενάγουσα, θα ήταν όμως πρακτικά αδύνατο για το Δικαστήριο να προβεί σε ακριβή υπολογισμό των τόκων. Για να καταλήξω στο τελικό υπόλοιπο υπολόγισα το ποσό των τόκων που θα έπρεπε να καταβληθεί ανά έτος, το επρόσθεσα στο χρεωστικό υπόλοιπο και στη συνέχεια αφαίρεσα από το πιο πάνω ποσό το άθροισμα των πιστώσεων που είχαν γίνει το συγκεκριμένο έτος. Επισημαίνω ότι για κάποια έτη δεν υπήρξαν οποιεσδήποτε πιστώσεις. Ως αναφέρω και ανωτέρω η κατάσταση λογαριασμού είναι αποδεκτή μέχρι το τέλος του 2000 και ως εκ τούτου υπολόγισα το τελικό υπόλοιπο παίρνοντας ως βάση ότι τη 1.1.2001 το χρεωστικό υπόλοιπο τη 1.1.2001 ήταν Λ.Κ.50.827,
  4. 2001 Λ.Κ. 50.827,88 + 4.066,23 (τόκοι @ 8% επί ποσού ΛΚ50.827,88) - (1071,32) πιστώσεις ________ Λ.Κ. 53.822,79 υπόλοιπο 2002 + 3.767,59 (τόκοι @ 7% επί ποσού Λ.Κ.53.822,79) ________ Λ.Κ. 57.590,38 2003 + 5.759,04 (τόκοι @ 10% επί ποσού Λ.Κ.57.590,38) ________ Λ.Κ. 63.349,42 2004 + 6.651,68 (τόκοι @ 10.5% επί ποσού Λ.Κ.63.349,42) _______ Λ.Κ. 70.001,10 υπόλοιπο 2005 + 7.350,12 (τόκοι @ 10.5% επί ποσού Λ.Κ.70.001,10) - (1553,71) πιστώσεις ________ Λ.Κ. 75.797,51 υπόλοιπο 2006 + 7.958,74 (τόκοι @ 10.5% επί ποσού Λ.Κ.75.797,51) - (1092,39) πιστώσεις ________ 82.663,86 υπόλοιπο 2007 + 8.679,70 (τόκοι @ 10.5% επί ποσού Λ.Κ.82.663,86) - (259,08) πιστώσεις ________ £ 91.084,48 υπόλοιπο ________ μετατροπή του ποσού σε Ευρώ ________ € 155.627,00 2008 + 16.340,84 (+ τόκοι @ 10.5% επί ποσού €155.627) - (5.866,27) πιστώσεις ________ € 166.101,57 υπόλοιπο 2009 + 17.440,66 (+ τόκοι @ 10.5% επί ποσού €166.101,57) - (2.599,55) πιστώσεις ________ € 180.942,68 υπόλοιπο 2010 + 18.998,98 (τόκοι @ 10.5% επί ποσού €180.942,68) - (5.007,98) πιστώσεις ________ € 194.933,68 υπόλοιπο 2011 + 20.468,04 (τόκοι @ 10.5% επί ποσού €194.933,68) - (219,96) πιστώσεις ________ €215.181,76 υπόλοιπο _________ _________ Καταλήγω ότι το χρεωστικό υπόλοιπο τη 31.12.2011 ήταν €215.181,
  5. Παρενθετικά αναφέρω ότι η αγόρευση του συνηγόρου υπεράσπισης επεκτάθηκε και σε διάφορα άλλα θέματα τα οποία όμως δεν καλύπτονται από τα δικόγραφα και ως εκ τούτου δεν χρήζουν εξέτασης. Εκδίδεται απόφαση υπέρ της ενάγουσας και εναντίον του εναγομένου 1 για το ποσό των €215.181,76 πλέον τόκο προς 10.5% ετησίως επί του πιο πάνω ποσού από 1.1.2012 μέχρι εξοφλήσεως. Εκδίδεται επίσης διάταγμα πώλησης των ενεχυριασθέντων μετοχών. Η ενάγουσα δύναται να εκτελέσει όλα τα αναγκαία έγγραφα και πράξεις με βάση οποιονδήποτε ισχύοντα Νόμο για σκοπούς πώλησης ή μεταβίβασης των αξιών/μετοχών. Τα έξοδα ως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ της ενάγουσας και εναντίον του εναγομένου
  6. Η αγωγή εναντίον της εναγομένης 2 απορρίπτεται. Σε σχέση με τα έξοδα, αφού έλαβα υπόψη ότι ο δικηγόρος που την εκπροσώπησε ήταν ο ίδιος με το δικηγόρο του εναγομένου 1, κρίνω ορθό και δίκαιο όπως επιδικασθούν υπέρ της μόνο τα μισά έξοδα, ως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η ανταπαίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της ενάγουσας και εναντίον του εναγομένου 1 ως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Παρενθετικά αναφέρω ότι στην ανταπαίτηση συμπεριλαμβάνεται και το θέμα των υποθηκών/εγγυήσεων, το θέμα αυτό όμως καλυπτόταν από την αγωγή και αποφασίσθηκε στα πλαίσια της αγωγής. Εξέταση του θέματος για δεύτερη φορά στα πλαίσια της ανταπαίτησης θα ήταν εκ του περισσού. (Υπ.) Τ. Παρασκευαϊδου-Καρακάννα, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΝ [1] Π.Ε. 98/2009, 31.10.
  7. [2] Βλέπετε σχετικά Α. Παρισινός v Χαραλαμπίδη
(1998)1 ΑΑΔ 781. [3]
(1958)2 All ER
  1. [4] Αγ. 239/03 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, ημερομηνίας 25.9.
  2. [5] Π.Ε. 209/2009, ημερομηνίας 20.3.
  3. [6]
(2004)1 Α.Α.Δ. 180 189. [7] Βλέπετε σχετικά Governor of the Bank of Ireland v Mc Cabe [1995] 4 J.I.B.L. [8]
(2010)1 ΑΑΔ 1131. [9]
(2010)1 ΑΑΔ
  1. [10] Άρθρο
  2. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.