← Κύπρος

Λεωνίδα Στασίνου κ.α. ν. Πέτρου Λάμνισου, εκτελεστή της Διαθήκης του αποβιώσαντος Ανδρέα Σολομωνίδη, Αρ. Αγωγής: 3702/06, 23/9/2013

Λεωνίδα Στασίνου κ.α. ν. Πέτρου Λάμνισου, εκτελεστή της Διαθήκης του αποβιώσαντος Ανδρέα Σολομωνίδη, Αρ. Αγωγής: 3702/06, 23/9/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:A319 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Σολομωνίδη, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3702/06 Μεταξύ: Λεωνίδα Στασίνου κ.ά. Εναγόντων και

  1. Πέτρου Λάμνισου, εκτελεστή της Διαθήκης του αποβιώσαντος Ανδρέα Σολομωνίδη
  2. Πάνου Σοφοκλέους Εναγομένων ------------------- Αίτηση ημερ. 1ης Μαρτίου 2013 (για Τροποποίηση του Τίτλου της Αγωγής) 23 Σεπτεμβρίου
  3. Για τους Αιτητές-ενάγοντες: κ. Α. Πέτσας για Κιτρομηλίδης, Πέτσας Δ.Ε.Π.Ε. Για τον Καθ΄ ου η Αίτηση-εναγόμενο 1: κ. Μ. Σπαστρής για Φοίβος, Χρίστος Κληρίδης & Συνεργάτες Για τον Καθ΄ ου η Αίτηση-εναγόμενο 2: κα Α. Σάββα για Παπαδόπουλο και Λυκούργο ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα Αίτηση («η Αίτηση») οι Αιτητές αιτούνται την τροποποίηση του τίτλου της αγωγής διά της διαγραφής ορισμένων εκ των Εναγόντων λόγω θανάτου των και αντικατάστασής τους από τους κληρονόμους τους, διά της διαγραφής ορισμένων Εναγόντων, οι οποίοι λανθασμένα συμπεριελήφθησαν στην αγωγή ως Ενάγοντες, και προσθήκης νέων Εναγόντων, ως λεπτομερώς αναφέρεται στην Αίτηση. Η Αίτηση στηρίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.9, θ.3, Δ.25, Δ.48 θθ1 και 2 και Δ.
  4. Γίνεται επίσης επίκληση των Αρχών της Δικαιοσύνης, της νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου και των συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου. Η Αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Μιχάλη Κιτρομηλίδη, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων των Εναγόντων, στην οποία εκτίθενται τα γεγονότα και οι λόγοι προς υποστήριξη του αιτήματος. Αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι στην παρούσα υπόθεση υπάρχει μεγάλος αριθμός νόμιμων κληρονόμων-Εναγόντων, ορισμένοι από τους οποίους έχουν αποβιώσει, άλλοι αφήνοντας κληρονόμους, ενώ άλλοι ήσαν άτεκνοι και, ως εκ τούτου, θα πρέπει να γίνουν οι ανάλογες αλλαγές στα ονόματα των Εναγόντων. Περαιτέρω, αναφέρεται ότι έχουν περιληφθεί ως Ενάγοντες κάποιοι οι οποίοι δεν είναι νόμιμοι κληρονόμοι και θα πρέπει να αφαιρεθούν, ενώ παράλληλα να προστεθούν ως Ενάγοντες άλλοι κληρονόμοι οι οποίοι ως εκ λάθους ή παραδρομής δεν είχαν συμπεριληφθεί στους Ενάγοντες όταν καταχωρίστηκε η παρούσα αγωγή. Επίσης αναφέρεται ότι η αιτούμενη τροποποίηση είναι αναγκαία έτσι ώστε όλοι οι «σωστοί» Ενάγοντες να είναι μέρη στην αγωγή για να διεκδικήσουν το τι δικαιούνται. Τέλος, αναφέρεται ότι με την αιτούμενη τροποποίηση δεν επηρεάζονται με οποιοδήποτε τρόπο τα δικαιώματα των Εναγομένων καθώς και η ουσία της αγωγής και τα κείμενα των δικογράφων. Οι ημερομηνίες θανάτου των Εναγόντων, των οποίων ζητείται η αντικατάσταση με νέους Ενάγοντες, λεπτομερώς αναγράφονται στο σώμα της Αίτησης. Ορισμένοι Ενάγοντες απεβίωσαν το 2007, άλλοι το 2008, άλλοι το 2009, άλλοι το 2011 και άλλοι το
  5. Η Αίτηση αντιμετώπισε την ένσταση του Εναγόμενου 1/Καθ΄ ου η Αίτηση. Ο Εναγόμενος 2 δεν έφερε ένσταση. Οι λόγοι ένστασης μπορούν να συνοψισθούν ως ακολούθως:
  6. Η Αίτηση υποβάλλεται με μεγάλη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση.
  7. Η Αίτηση είναι κακόπιστη και καταχρηστική και έχει ως σκοπό να επιφέρει βλάβη στα δικαιώματα του Εναγόμενου 1, κατά τρόπο που δεν μπορεί να αποζημιωθεί με έξοδα και προκαλεί αδικία σε αυτόν κατά παράβαση των δικαιωμάτων του, που προστατεύονται από το άρθρο 30 του Συντάγματος και το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ.
  8. Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση είναι ανεπαρκής, παράτυπη και/ή αόριστη, με αποτέλεσμα να μην μπορεί το Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια.
  9. Με την αιτούμενη τροποποίηση οι Ενάγοντες δεν αποδεικνύουν βάση αγωγής και έννομο συμφέρον στην περιουσία του αποβιώσαντος.
  10. Η παρούσα αγωγή και οποιαδήποτε αστική αγωγή δεν είναι το κατάλληλο ένδικο μέσο βάσει του νόμου και/ή του κοινοδικαίου ώστε να γίνει διερεύνηση των κληρονόμων και διαδόχων ενός αποθανόντα, με αποτέλεσμα να θέτει την αιτούμενη τροποποίηση εκτός νομίμου διαδικασίας με βάση τους θεσμούς και/ή το κοινοδίκαιο. Η αιτούμενη τροποποίηση δεν είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης και δεν βοηθά στην αποκρυστάλλωση τόσο των επίδικων θεμάτων όσο και της ευθύνης και δικαιωμάτων των διαδίκων. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η ένσταση εμφαίνονται στη συνημμένη ένσταση ένορκη δήλωση του Πέτρου Λάμνησου (Εναγόμενου 1), στην οποία επαναλαμβάνονται και αναλύονται οι λόγοι ένστασης, και στο φάκελο του Δικαστηρίου. Σύμφωνα με τον Περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικό) (Αρ. 3) Διαδικαστικό Κανονισμό του 1999, ο οποίος κατήργησε και αντικατέστησε τον Κανονισμό 4 της Διαταγής 48, η ακρόαση της αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Διαταγή
  11. Κατά την ακροαματική διαδικασία δεν υπήρξε αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Στις γραπτές αγορεύσεις τους, οι οποίες καταχωρίστηκαν με τη συναίνεση των μερών και κατόπιν σχετικών οδηγιών του Δικαστηρίου, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι ουσιαστικά ανέπτυξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους, όπως αυτές προβάλλονται στην αίτηση, την ένσταση και τις ένορκες δηλώσεις που τις συνοδεύουν, υποστηρίζοντας αυτές με σχετική επί του θέματος νομολογία. Σύμφωνα με τη νομολογία η Δ.25 και/ή η Δ.9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας παρέχουν την εξουσία στο Δικαστήριο να προβαίνει στις αναγκαίες τροποποιήσεις και/ή προσθήκη και/ή αντικατάσταση οποιουδήποτε προσώπου ως διαδίκου ώστε να βρίσκονται όλοι οι αναγκαίοι διάδικοι ενώπιον του Δικαστηρίου προς επίλυση των επίδικων θεμάτων όπως αυτά προσδιορίζονται στα δικόγραφα (βλ. Οδυσσέως ν. Λαϊκής Κυπρ. Τράπ. Λτδ

(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1372). Είναι νομολογημένο ότι η τροποποίηση του τίτλου της αγωγής διέπεται από την Δ.9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η οποία καθορίζει και τις συνέπειες τέτοιας τροποποίησης (βλ. Ferro Fashions Limited v. Fashion Box S.R.L.,
(1999)1(Γ) Α.Α.Δ. 1805, Έλληνας κ.ά. ν. Χριστοδούλου
(1993)1 Α.Α.Δ. 485 και Δημοτικό Συμβ. Αγλαντζιάς ν. Χαρικλείδη κ.ά.
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 1608, 1624). Η εξουσία του Δικαστηρίου να προβαίνει σε διόρθωση λανθασμένου ονόματος διαδίκου στην αγωγή (misnomer) ακόμα και μετά την έκδοση της απόφασης δυνάμει της Δ.25 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας έχει τονισθεί στην υπόθεση E.G. Falekkos Ltd v. Reana Manuf. Ltd.
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 443. Στην υπόθεση Mepa Manag. Ltd. κ.ά. ν. Αγροτικής Ετ. Γεν. Ασφαλ.
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 772 στη σελ. 778 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Το ζήτημα της προσθήκης διαδίκου εμπίπτει εντός της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου. Όπως έχει νομολογηθεί το δικαστήριο διαθέτει ευρεία διακριτική ευχέρεια να κάμει οποιεσδήποτε αναγκαίες τροποποιήσεις σε σχέση με τους διαδίκους με το να τους προσθέσει, να τους διαγράψει ή να τους αντικαταστήσει και να επιφέρει τέτοιες αλλαγές όσες είναι αναγκαίες για να καταστήσει δυνατή την αποτελεσματική εκδίκαση όλων των μεταξύ των διαδίκων επίδικων θεμάτων (βλ. Van Gelder, Apsimon & Co v. Sowerby Bridge United District Flour Society
(1890)44 Ch.D. 374, C.A., Montgomery v. Foy, Morgan & Co
(1895)2 Q.B. 321, C.A., Bennetts & Co v. McIlwraith & Co
(1896)2 Q.B. 464, C.A., Ideal Films Ltd v. Richards
(1927)1 K.B. 374, C.A., Wilson v. Balcarres
(1893)1 Q.B. 422, Robinson v. Geisel
(1894)2 Q.B. 688).» Στην υπόθεση Ferro Fashions Ltd v. Fashion Box S.R.L. (ανωτέρω), σελ. 1810 λέχθηκαν τα ακόλουθα από τον Νικολαϊδη, Δ.: «Η διόρθωση λανθασμένου ονόματος είναι θέμα που ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου το οποίο δεν πρέπει να επιτρέπει σε άτομα να αποκτούν πλεονέκτημα από μια λανθασμένη περιγραφή ονόματος, όταν όλοι γνωρίζουν την πραγματικότητα (Williams and Glyn´s Bank Ltd v. The Ship «Maria»
(1983)1 C.L.R. 106). Στην υπόθεση Spyropoullos v. Transavia Holland N. V. Amsterdam
(1979)1 C.L.R. 421, όπου το προηγούμενο όνομα της ενάγουσας εταιρείας τροποποιήθηκε πριν την έγερση της αγωγής, αλλά στο κλητήριο ένταλμα είχε αναγραφεί το προηγούμενο όνομα της εταιρείας, αποφασίστηκε ότι η αλλαγή του ονόματος της εταιρείας δεν επιδρά επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών της. Επισημάνθηκε ότι επρόκειτο μόνο για αγωγή που ηγέρθηκε με λανθασμένο όνομα και συνεπώς θα έπρεπε να δοθεί άδεια τροποποίησης. Το θέμα είναι απλό. Εκεί όπου εμφανίζεται μια απλή λανθασμένη περιγραφή ονόματος μπορεί να παρασχεθεί άδεια για τροποποίηση (Alexander Mountain & Co v. Rumere Ltd
(1948)2 All E.R. 482). Η λανθασμένη περιγραφή ονόματος δεν είναι παρά ανακριβής αναφορά του ονόματος του διάδικου. Δεν αναφέρεται στην ουσία της υπόθεσης. Έχει λεχθεί ότι η λανθασμένη περιγραφή ονόματος σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να αφεθεί να επηρεάσει την απόφαση επί της ουσίας που το δικαστήριο καλείται να εκδώσει (Etablissement Bandelot v. R.S. Graham and Co Ltd
(1953)1 All E.R. 149 .)» Διεξήλθα προσεκτικά τόσο την αίτηση όσο και την ένσταση καθώς επίσης και τις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν τα εν λόγω έγγραφα. Παράλληλα, κατά την εξέταση της αίτησης, είχα συνέχεια κατά νου τις θέσεις και τα επιχειρήματα των ευπαιδεύτων συνηγόρων όπως αυτά προωθήθηκαν και αναπτύχθηκαν στο πλαίσιο των αγορεύσεων τους. Το Δικαστήριο έχει εξουσία, δυνάμει της Δ.9, θ.10 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, να διατάξει, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, είτε κατόπιν αιτήσεως, είτε χωρίς αίτηση, την προσθήκη οποιουδήποτε προσώπου ως διαδίκου, την παρουσία του οποίου θεωρεί αναγκαία για την πλήρη και αποτελεσματική επίλυση όλων των θεμάτων που εγείρονται στην αγωγή. Είναι αυτόδηλο ότι το ζήτημα εμπίπτει στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου και καθώς έχει λεχθεί στην Παπαχριστοφόρου v. Χαραλάμπους
(1991)1 ΑΑΔ 906, η απόφανση ως προς το αν βρίσκονται όλοι οι διάδικοι ενώπιον του Δικαστηρίου είναι συναρτημένη προς τα επίδικα θέματα, όπως αυτά προσδιορίζονται στις έγγραφες προτάσεις. Προκειμένου να διαπιστωθεί κατά πόσο η προσθήκη, διαγραφή και αντικατάσταση Εναγόντων είναι αναγκαία ή καθ΄ οιονδήποτε τρόπο υποβοηθητική για την επίλυση των επίδικων θεμάτων, θα πρέπει να εξεταστούν τα γεγονότα της υπόθεσης. Αντικείμενο της αγωγής είναι διαθήκη ημερομηνίας 22.5.1997 που επεκυρώθη δυνάμει της Αίτησης 134/2002 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ως η τελευταία διαθήκη του αποβιώσαντος Ανδρέα Σολομωνίδη. Οι ενάγοντες, οι οποίοι διατείνονται ότι είναι οι νόμιμοι κληρονόμοι του ως άνω αποβιώσαντος, με την παρούσα αγωγή αιτούνται εναντίον του εκτελεστή και του κληροδόχου της πιο πάνω διαθήκης, τις ακόλουθες θεραπείες: (α) Δήλωση και/ή απόφαση του Δικαστηρίου ότι η ισχυριζόμενη διαθήκη είναι άκυρη και/ή παράνομη και ως εξασφαλισθείσα διά δόλου και/ή απάτης και/ή ψευδών παραστάσεων και άνευ οποιουδήποτε έννομου αποτελέσματος. (β) Διάταγμα του Δικαστηρίου απαγορεύον στον εκτελεστή της διαθήκης Εναγόμενο 1 από του να προβεί σε οποιαδήποτε διανομή και/ή διάθεση της περιουσίας του αποβιώσαντος. (γ) Διάταγμα του Δικαστηρίου διατάττον την ακύρωση του διορισμού του Εναγομένου 1 ως εκτελεστή της ισχυριζόμενης διαθήκης. (δ) Δήλωση και/ή απόφαση του Δικαστηρίου ότι ο αποβιώσας δεν άφησε διαθήκη και ότι η οποιαδήποτε περιουσία του θα περιέλθει στους Ενάγοντες ως τους νόμιμους κληρονόμους του. Καθώς έχει προαναφερθεί, η προσθήκη διαδίκου είναι ζήτημα το οποίο εμπίπτει εντός της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Προκειμένου να καταστεί δυνατή η αποτελεσματική εκδίκαση όλων των επίδικων θεμάτων μεταξύ των διαδίκων, το Δικαστήριο διαθέτει ευρεία διακριτική ευχέρεια, η οποία του παρέχει τη δυνατότητα διαγραφής, προσθήκης ή αντικατάστασης διαδίκου σε μια εκκρεμούσα διαδικασία. Στην προκείμενη περίπτωση, προκύπτει από την Έκθεση Απαιτήσεως ότι οι θεραπείες τις οποίες εξαιτούνται οι Ενάγοντες είναι δηλωτικές αποφάσεις και διατάγματα: δήλωση του Δικαστηρίου ότι η ισχυριζόμενη διαθήκη είναι άκυρη και άνευ έννομου αποτελέσματος, δήλωση ότι η οποιαδήποτε περιουσία του αποβιώσαντος θα περιέλθει στους Ενάγοντες ως τους νόμιμους κληρονόμους του, διάταγμα απαγορεύον στον εκτελεστή της ισχυριζόμενης διαθήκης εναγόμενο 1 να προβεί σε οποιαδήποτε διανομή ή διάθεση της περιουσίας του αποβιώσαντος και διάταγμα ακυρώνον το διορισμό του Εναγόμενου 1 ως εκτελεστή της ισχυριζόμενης διαθήκης. Στο σύγραμμα Halsbury's Laws of England, 3rd Ed., Vol. 22, para. 1610 διαβάζουμε τα ακόλουθα σε σχέση με "declatory judgments" (δηλωτικές αποφάσεις): "Judgments and orders are usually determinations of rights in the actual circumstances of which the court has cognisance, and give some particular relief capable of being enforced. It is, however, sometimes convenient to obtain a judicial decision upon a state of facts which has not yet arisen, or a declaration of the rights of a party without any reference to their enforcement. Such merely declaratory judgments may now be given, and the court is authorized to make binding declarations of right whether any consequential relief is or could be claimed or not. There is a general power to make a declaration whether there be a cause of action or not and at the instance of any party who is interested in the subject matter of the declaration, and although a claim to consequential relief has not been made, or has been abandoned, or refused; but it is essential that some relief should be sought, or a right to some substantive relief should be established .............................. The declaration claimed must relate to some legal right, and must confer some tangible benefit on the plaintiff .........." Προκύπτει από το πιο πάνω απόσπασμα ότι το Δικαστήριο έχει ευρεία εξουσία να εκδίδει δηλωτικές αποφάσεις, είτε υφίσταται αιτία αγωγής είτε όχι, τη αιτήσει οποιουδήποτε προσώπου το οποίο έχει συμφέρον στο επίδικο θέμα της δηλωτικής απόφασης, μολονότι δεν έχει υποβληθεί απαίτηση για σοβαροφανή θεραπεία. Είναι όμως αναγκαίο να επιζητείται κάποια θεραπεία ή να επιβεβαιώνεται κάποιο δικαίωμα σε κάποια ουσιαστική θεραπεία. Η εξαιτούμενη δηλωτική απόφαση πρέπει να συσχετίζεται με κάποιο νομικό δικαίωμα και πρέπει να παρέχει κάποιο απτό (tangible) όφελος στον Ενάγοντα. Παρατηρούμε λοιπόν ότι στην Έκθεση Απαίτησης δεν προσδιορίζεται το συμφέρον ενός εκάστου των υφιστάμενων και/ή προτεινόμενων Εναγόντων στην περιουσία του αποβιώσαντος, το οποίο συνιστά ουσιώδες στοιχείο σε κληρονομικές αγωγές. Παρατηρούμε επίσης ότι στην παρούσα αγωγή δεν αποκρυσταλλώνεται τυχόν νόμιμο δικαίωμα των υφιστάμενων και/ή προτεινόμενων Εναγόντων στην κληρονομιά του αποβιώσαντος, το οποίο ίσως να αποκρυσταλλώνετο σε διαφορετική δικαστική διαδικασία, γι΄ αυτό και οι υφιστάμενοι Ενάγοντες αιτούνται απλώς δήλωση του Δικαστηρίου ότι η οποιαδήποτε περιουσία του θα περιέλθει σε αυτούς, χωρίς να παρέχονται οποιεσδήποτε λεπτομέρειες. Εφόσον λοιπόν διεκδικούνται μόνο δηλωτικές αποφάσεις και διατάγματα, η παρούσα αγωγή μπορεί να συνεχίσει ως έχει με τους υφιστάμενους Ενάγοντες, χωρίς να παρίσταται ανάγκη να προστεθούν και άλλοι Ενάγοντες. Από την άλλη, τα στοιχεία που παρέθεσαν οι υφιστάμενοι Ενάγοντες προς υποστήριξη του αιτήματος για προσθήκη, διαγραφή και αντικατάσταση διαδίκων δεν παρέχουν το απαραίτητο νομιμοποιητικό έρεισμα ότι η προσθήκη, διαγραφή ή αντικατάσταση θα συμβάλει στην αποτελεσματική επίλυση των υφιστάμενων μεταξύ των διαδίκων επίδικων θεμάτων. Οι αιτούμενες θεραπείες ως εκ της φύσης τους είναι ζήτημα που μπορεί να επιλυθεί μεταξύ των διαδίκων στο υφιστάμενο πλαίσιο της αγωγής χωρίς να παρίσταται ανάγκη προσθήκης νέων Εναγόντων. Με βάση τα πιο πάνω, κρίνω ότι οι προτεινόμενοι Ενάγοντες δεν είναι αναγκαίοι διάδικοι και η προσθήκη τους δεν είναι απαραίτητη για την αποτελεσματική επίλυση των μεταξύ των διαδίκων επίδικων θεμάτων. Στην ένσταση τίθεται και ζήτημα καθυστέρησης στην υποβολή της Αίτησης. Όπως προκύπτει από το φάκελο της υπόθεσης, η αγωγή καταχωρίστηκε στις 31.5.2006, η δε Έκθεση Απαιτήσεως καταχωρίστηκε στις 18.10.2006. Τα δικόγραφα συμπληρώθηκαν στις 25.4.2007. Η Αίτηση για τροποποίηση του τίτλου της αγωγής καταχωρίστηκε την 1.3.2013, σχεδόν έξη χρόνια μετά τη συμπλήρωση των δικογράφων. Ο Εναγόμενος 1 ισχυρίζεται ότι η παρατηρηθείσα καθυστέρηση έχει σκοπό την καθυστέρηση της εκδίκασης της αγωγής. Πρόκειται για εύλογη υπόνοια. Η καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος για τους Ενάγοντες που απεβίωσαν τα έτη 2007, 2008, 2009 και 2011, υπήρξε όντως αδικαιολόγητα μεγάλη. Ο παράγοντας της καθυστέρησης στην υποβολή του αιτήματος και η καθυστέρηση που θα προκύψει στην εκδίκαση της υπόθεσης, συνηγορούν υπέρ της απόρριψης του αιτήματος. Πέραν των πιο πάνω θα απέρριπτα την Αίτηση και για το λόγο ότι αυτή υποβλήθηκε χωρίς να υπάρχει η έγγραφη συγκατάθεση (consent in writing) των προτεινομένων Εναγόντων, όπως απαιτείται από τη Δ.9, θ.10 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Η Αίτηση απορρίπτεται στην ολότητά της με έξοδα υπέρ του Εναγόμενου 1 και εναντίον των Εναγόντων, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. [Υπ.] Χ. Σολομωνίδης, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Χ.Θ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.