← Κύπρος

FBME CARD SERVICES LTD ν. EPS ELECTRONIC PAYMENT SERVICES LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 495/13, 17/9/2013

FBME CARD SERVICES LTD ν. EPS ELECTRONIC PAYMENT SERVICES LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 495/13, 17/9/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:A315 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. Παπαμιχαήλ, A.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 495/13 Μεταξύ:- FBME CARD SERVICES LTD Ενάγουσας - και -

  1. EPS ELECTRONIC PAYMENT SERVICES LTD
  2. APRONOR LIMITED
  3. AGYMELO LIMITED
  4. KROTHON LIMITED
  5. MEROTUS LIMITED
  6. VIPROLA LIMITED
  7. CORORUS LIMITED
  8. ΑΝΤΩΝΗ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ Εναγομένων ---------------------------------- Αίτηση ημερομηνίας 23.8.2013 και Διάταγμα ημερομηνίας 27.8.2013 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 17.9.2013 Εμφανίσεις: Για Αιτητές: κος Φρακάλας για Ιωαννίδης, Δημητρίου ΔΕΠΕ (για να ακούσει απόφαση κ. Α. Χρίστου) Για Καθ΄ ων η Αίτηση: κος Γ. Γεωργίου (για να ακούσει απόφαση κα Ν. Τρυφωνίδου) Για Εναγόμενους 2, 3, 4: κ. Χρ. Γαλανός ---------------------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η διατήρηση ή μη της ισχύος ενός διατάγματος που εκδόθηκε μονομερώς αποτέλεσε το αντικείμενο (κατόπιν ένστασης των καθ΄ ων η αίτηση) της ακροαματικής διαδικασίας που ακολούθησε. Το Δικαστήριο εξέδωσε διάταγμα κατόπιν μονομερούς αιτήσεως των εναγομένων 1 έως 7 εναντίον των εναγόντων όπως μη αποξενώσουν και/ή διαθέσουν χρήματα ανήκοντα στους καθ΄ ων η αίτηση για τα οποία ήγειραν αγωγή οι ενάγοντες και με την οποία επιδιώκουν (αφού τα κατακρατήσουν) να καθοριστούν οι ζημιές τις οποίες έχουν υποστεί από πράξεις ή παραλείψεις των εναγομένων. Επίσης το Δικαστήριο εξέδωσε μονομερώς διάταγμα με το οποίο καλεί τους ενάγοντες-καθ΄ ων η αίτηση να αποκαλύψουν τους λογαριασμούς στους οποίους είναι κατατεθειμένα τα χρήματα των εναγομένων τα οποία κατακρατούνται. Για καλύτερη πληροφόρηση παραθέτω το αιτητικό Α του γενικά οπισθογραφημένου κλητηρίου της αγωγής των εναγόντων. «Α. Απόφαση και/ή Διάταγμα του Δικαστηρίου που να επιτρέπει στην Ενάγουσα να κατακρατήσει και/ή να συμψηφίσει το ποσό κατακράτησης (Holdback amount) των Εναγομένων 1-7 ως μέρος της συμφωνηθείσας και/ή ως μέρος της δίκαιης αποζημίωσης για τις ζημιές και/ή τις απώλειες που υπέστη η Ενάγουσα λόγω της παραβίασης των Συμφωνιών της Ενάγουσας και των Εναγομένων 1-7 από τις Εναγόμενες 1-7 ως εκτίθεται κατωτέρω» (οι υπογραμμίσεις δικές μου). Για να γίνει κατανοητό το ιστορικό της υπόθεσης θα πρέπει να λεχθεί ότι οι εναγόμενοι 1, παροχείς ηλεκτρονικών υπηρεσιών πληρωμής, (payment service providers), οι οποίοι είχαν πλατφόρμα τεχνολογίας για επεξεργασία πιστωτικών καρτών, υπέγραψαν το 2009 συμφωνία με τους ενάγοντες (Referral Acquiring Agreement), οι οποίοι είχαν άδεια από την Visa Europe και τη διεθνή Master Card για την παροχή υπηρεσιών σε πελάτες οι οποίοι συστάθηκαν και είναι εγκατεστημένοι στην Κύπρο. Ο ρόλος ουσιαστικά των εναγομένων 1 ήταν να προτείνουν πελάτες στους ενάγοντες δυνάμει της υπογραφείσης συμφωνίας για την παροχή προς αυτούς υπηρεσιών σε σχέση με συναλλαγές με πιστωτικές κάρτες. Μεταξύ των πελατών, που οι εναγόμενοι 1 προώθησαν προς τους ενάγοντες και υπεγράφησαν συμφωνίες, ήταν και οι εναγόμενες εταιρείες 2 έως
  9. Απαραίτητη προϋπόθεση για τους προτεινόμενους προς τους ενάγοντες πελάτες ήταν το άνοιγμα τραπεζικού λογαριασμού σε τράπεζα που ανήκε στον ίδιο όμιλο με τους ενάγοντες ήτοι την FBME Bank Ltd. Στις 14.6.2012 οι ενάγοντες με επιστολή τους τερμάτισαν τη συμφωνία τους με τους εναγόμενους 1 αποδίδοντας στους πελάτες των εναγομένων 1, δηλαδή τους εναγόμενους 2 έως 7, και/ή τους ίδιους τους εναγόμενους 1, παραποίηση των δεδομένων και ή των πληροφοριών προς τους ενάγοντες και κατά συνέπεια παράβαση ουσιωδών όρων των μεταξύ τους συναφθέντων συμφωνιών και καταλογίζοντας δόλο στον εναγόμενο 8 (πράξεις που οδήγησαν στην ανάκληση της άδειάς τους από τη Visa Europe). Παράλληλα οι ενάγοντες ενημέρωσαν ότι σύμφωνα με τροποποιημένη συμφωνία ημερομηνίας 18.1.2012 μπορούσαν να κατακρατήσουν χρήματα που ανήκαν στους εναγόμενους για περίοδο 12 μηνών ή για οποιοδήποτε χρονικό διάστημα ήθελε θεωρηθεί αναγκαίο σύμφωνα με την κρίση των εναγόντων για την προστασία των συμφερόντων τους. Ένα χρόνο αργότερα από τη νέα τροποποιημένη συμφωνία των εναγόντων μετά των εναγομένων δηλαδή στις 18.1.2013 οι ενάγοντες ήγειραν την παρούσα αγωγή με την οποία εκλαμβάνουν οι ίδιοι ότι έχουν δικαιωματικά κατακρατήσει χρήματα των εναγομένων (Holdback Amounts) και ζητούν ουσιαστικά όπως αυτά παραμείνουν στην κατοχή τους και συμψηφιστούν με απαιτήσεις τους για ζημιές τις οποίες έχουν υποστεί από την ανάκληση της άδειάς τους από το σύστημα πληρωμών Visa Europe λόγω πράξεων και/ή παραλείψεων των εναγομένων 1 έως 7, για να καλύψουν ζημιές και/ή απώλειες τις οποίες έχουν υποστεί λόγω ακριβώς αυτής της παραβίασης των συμφωνιών μεταξύ εναγόντων και εναγομένων από μέρους των εναγομένων συνέπεια των οποίων ήταν η ανάκληση της άδειας Visa Europe των εναγόντων. Στην αγωγή οι εναγόμενοι 1, 7 και 8 καταχώρησαν εμφάνιση δια των δικηγόρων Ιωαννίδης, Δημητρίου ΔΕΠΕ. Οι εναγόμενοι 2, 3 και 4 καταχώρησαν εμφάνιση δια των δικηγόρων Μιχαλάκης Κυπριανού & Σία ΔΕΠΕ και οι εναγόμενοι 5 και 6 δια των δικηγόρων Τορναρίτης & Σία ΔΕΠΕ (οι οποίοι απεχώρησαν μερικούς μήνες μετά). Οι δικηγόροι των εναγομένων 1, 7, 8 και 2, 3 και 4 καταχώρησαν αιτήσεις για απόρριψη της αγωγής λόγω παράλειψης των εναγόντων να καταχωρήσουν έκθεση απαίτησης στις 23.5.2013 και 4.3.2013, αντίστοιχα, των οποίων επελήφθη το Δικαστήριο σε διάφορες ημερομηνίες. Στις 23.8.2013 καταχωρήθηκε η παρούσα μονομερής αίτηση δυνάμει της οποίας οι εναγόμενοι-αιτητές 1 έως 7 επεδίωξαν και πέτυχαν την έκδοση μέσω των δικηγόρων Ιωαννίδης, Δημητρίου ΔΕΠΕ των δύο διαταγμάτων που αναφέρονται ανωτέρω και στα οποία ενίστανται σφοδρά οι ενάγοντες-καθ΄ ων η αίτηση. Η αίτηση συνοδεύεται από τρεις συνολικά ένορκες δηλώσεις του εναγομένου 8 (διευθυντού των εναγομένων 1), στις οποίες επεξηγούνται τα γεγονότα και οι λόγοι για τους οποίους θα έπρεπε το Δικαστήριο να εκδώσει μονομερώς τα αιτηθέντα διατάγματα. Εκ μέρους του κ. Γ. Γεωργίου καταχωρίστηκε ένσταση με αρκετούς λόγους ένστασης στους οποίους θα αναφερθώ πιο κάτω, η οποία συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κ. Χριστόφορου Κονιάλη, υπαλλήλου των εναγόντων, προϊσταμένου του Τμήματος Διαχείρισης και Διεύθυνσης Κινδύνου. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Είναι γνωστές οι αρχές με βάση τις οποίες το Δικαστήριο εκδίδει ή διατηρεί σε ισχύ διατάγματα εκδοθέντα κατόπιν μονομερούς αιτήσεως. Θα πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά οι τρεις προϋποθέσεις του άρ. 32 του Ν.14/60 αφού βεβαίως το Δικαστήριο εξετάσει το δικαιοδοτικό πλαίσιο του κατεπείγοντος της έκδοσης ενός διατάγματος με μονομερή αίτηση δυνάμει του άρ. 9 του Κεφ.
  10. Εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρ. 32 του Ν.14/60 το Δικαστήριο προχωρεί να εξετάσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να διατηρήσει σε ισχύ ένα διάταγμα εξετάζοντας τη ζημιά που θα προκαλέσει σε συνδυασμό με το όφελος που θα προσποριστεί ο διάδικος ο οποίος επιτυγχάνει την έκδοση του (Balance of Convenience). Περιττό να αναφέρω τις τρεις προϋποθέσεις του άρ. 32 του Ν.14/60 που είναι το σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση η πιθανότητα να δικαιούται ο ενάγοντας σε θεραπεία και το κατά πόσο θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο οι οποίες έχουν ερμηνευθεί στην καθοδηγητική επί του θέματος απόφαση Odysseos v. Pieris Estates and Others,

(1982)1 CLR 557. Η ιδιαιτερότητα της παρούσας υποθέσεως έγκειται στο γεγονός ότι την έκδοση του διατάγματος επεδίωξαν οι εναγόμενοι και όχι οι ενάγοντες. Τέτοια δυνατότητα παρέχεται στους εναγόμενους με το Ν.17(Ι)/2004ο οποίος τροποποίησε το άρ. 32
(1)του Ν.14/
  1. Ωστόσο το δικαίωμα του εναγομένου να αιτηθεί παρεμπίπτον διάταγμα δεν είναι απόλυτο. Με την αυθεντία Αναφορικά με την Αίτηση των
  2. Igor Zhigachov, κ.α. Πολιτική Αίτηση αρ. 115/2002, ημερομηνίας 18.01.2013, στην οποία με παρέπεμψαν αμφότεροι οι δικηγόροι, έχουν τεθεί περιορισμοί. Το πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση του κ. Νικολάτου, Δ., είναι σχετικό: «Πριν την τροποποίηση που έγινε με το Ν.17(Ι)2004, δικαίωμα να ζητήσει παρεμπίπτον διάταγμα είχε μόνον ο ενάγων. Με την τροποποίηση δόθηκε αυτό το δικαίωμα και στους δύο διαδίκους. Επομένως και ο εναγόμενος έχει δικαίωμα να ζητήσεις τέτοιο διάταγμα. Όμως, είναι θεμελιωμένο ότι, αν η θεραπεία που ζητείται από τον εναγόμενο δεν πηγάζει από την αγωγή του ενάγοντα ή δεν συνδέεται με το αγώγιμο δικαίωμα του ενάγοντα (be incident to the plaintiff's cause of action), τότε ο εναγόμενος δεν δικαιούται να ζητήσει παρεμπίπτον διάταγμα, μέχρι να καταχωρήσει ανταπαίτηση, αλλιώτικα για να ζητήσει τέτοιο παρεμπίπτον διάταγμα θα πρέπει να καταχωρήσει ανταγωγή (cross action) (Δέστε την παλιά Αγγλική Διαταγή Δ.50 θ.6, όπως εξηγείται στο The Annual Practice του 1958, Τόμος 1, σελ. 1204, και τις παλιές υποθέσεις Sargant v. Read
(1876)1 Ch.D. 600, Carter v. Frey
(1894)2 Ch. 541 και Collison v. Warren
(1901)1 Ch. 812). Τα όσα αναφέρθηκαν για την παλιά Αγγλική Δ.5 θ.6 συνάδουν, κατά την εκτίμησή μου, με την προαναφερόμενη επιφύλαξη του άρθρου 32
(1)του Ν.14/60. Δεν μπορώ να αντιληφθώ πώς αλλιώτικα θα μπορούσε να εξεταστεί η ύπαρξη «σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση κατά την επ΄ ακροατηρίου διαδικασία» και η ύπαρξη πιθανότητας ο αιτών διάδικος «να δικαιούται σε θεραπεία» αν αυτό δεν διαγνωστεί στα πλαίσια είτε ανταπαίτησης του εναγομένου είτε δικής του ανταγωγής. Είναι θεμελιωμένο ότι αίτηση για παρεμπίπτον διάταγμα υποβάλλεται στα πλαίσια ύπαρξης αγώγιμου δικαιώματος το οποίο δίνει δικαίωμα στον αιτητή, σε ουσιαστική θεραπεία. Ένα παρεμπίπτον διάταγμα δεν παρέχει, από μόνο του, αγώγιμο δικαίωμα. Είναι απλά επικουρικό σε ουσιαστική αξίωση που προβάλλεται στα πλαίσια αγωγής (Δέστε: την απόφαση της Δικαστικής Επιτροπής της Βουλής των Λόρδων στην υπόθεση Fourie v. Le Roux
(2007)1 W.L.R. 320). Στην υπόθεση εκείνη έγινε ευρεία αναφορά σε προηγούμενη αγγλική νομολογία και ειδικά στην απόφαση The Siskina
(1979)AC 210 (της οποίας το αποτέλεσμα ανατράπηκε με αγγλική νομοθετική παρέμβαση, αλλά δεν διαφοροποιεί το σκεπτικό της για σκοπούς της παρούσας απόφασης), στην οποίαν τονίστηκε ότι το δικαίωμα σε παρεμπίπτον διάταγμα δεν συνιστά (από μόνο του) αγώγιμο δικαίωμα, δεν υφίσταται από μόνο του, εξαρτάται από την ύπαρξη, ήδη υπάρχοντας, αγώγιμου δικαιώματος και είναι επικουρικό και παρεμφερές προς το, ήδη υπάρχον, αγώγιμο δικαίωμα» (οι υπογραμμίσεις δικές μου). Η διαφωνία των δικηγόρων, επί του προκειμένου, συνίσταται στο ότι ο μεν κ. Φρακάλας θεωρεί ότι οι εναγόμενοι έχουν ανταπαίτηση «την οποία θα καταχωρήσουν σύντομα», την οποία αποκαλύπτουν στην πρώτη ένορκη δήλωση του κ. A. Αποστόλου, η οποία πηγάζει και/ή προκύπτει από την αγωγή των εναγόντων ενώ, αντίθετα, ο κ. Γ. Γεωργίου εισηγείται στο Δικαστήριο ότι στην ένορκη δήλωση του κ. A. Αποστόλου δεν αποκαλύπτεται οποιαδήποτε ανταπαίτηση των εναγομένων-αιτητών 2 έως 7, η οποία να προκύπτει ή καλύτερα να πηγάζει από τη βάση αγωγής των εναγόντων ή να συνδέεται με το αγώγιμο δικαίωμα των εναγόντων και κατά συνέπεια αυτοί θα έπρεπε να καταχωρήσουν την ανταπαίτησή τους ή ανταγωγή (Cross Action), για να έχουν δικαίωμα να αιτηθούν την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος. Το μόνο που αποκαλύπτεται, σύμφωνα με τον κ. Γ. Γεωργίου, στην ένορκη δήλωση του κ. Α. Αποστόλου και συγκεκριμένα στις παραγράφους 25 και 26, σε συνδυασμό με τα συνημμένα στην ένορκη δήλωσή του Τεκμήρια με αριθμούς 8 και 11 είναι η απαίτηση των εναγομένων 1 και 7 η οποία όμως, όπως φαίνεται στο Τεκμήριο 11, όχι μόνο διαφοροποιείται από αυτήν που εμφαίνεται στο Τεκμήριο 8 αλλά είναι προφανές (κατά τον κ. Γ. Γεωργίου), ότι δεν πηγάζει ή/και δεν συνδέεται με το αγώγιμο δικαίωμα των εναγόντων αφού, όπως καταγράφεται στο Τεκμήριο 11, η προτιθέμενη να καταχωρηθεί ανταπαίτηση αποτελεί απώλεια κέρδους (κάτι που ουσιαστικά συνιστά νέα βάση αγωγής). Το θέμα θα πρέπει να εξεταστεί σε συνδυασμό με ένα άλλο θεμελιακό θέμα, που έθεσε ο κ. Γ. Γεωργίου, κατά πόσο οι εναγόμενοι 1 (δια μέσου του διευθυντού τους, εναγόμενου 8, Αντώνη Αποστόλου), και/ή οι δικηγόροι τους είναι εξουσιοδοτημένοι να προωθήσουν την έκδοση ενός διατάγματος και τη διατήρηση της ισχύος του για εναγόμενους που αντιπροσωπεύονται από άλλους δικηγόρους στη διαδικασία (στην αγωγή) και χωρίς να καταθέσουν εξουσιοδότηση από αυτούς αλλά και χωρίς να επικαλούνται στην αίτησή τους και την ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει, την όποια ισχυριζόμενη ανταπαίτηση τους και τη βάση επί της οποίας στηρίζεται για να επιτύχουν την έκδοση και τη διατήρηση της ισχύος ενός διατάγματος. Η αυθεντία In Re Igor Zhigachov (ανωτέρω), ερμηνεύεται διαφορετικά από τους δύο συνηγόρους. Τα γεγονότα της παρούσης υποθέσεως δεν είναι όμοια με αυτά της υπόθεσης Zhigachov (ανωτέρω). Η καλή βάση της αγωγής και η πιθανότητα οι εναγόμενοι να δικαιούνται σε θεραπεία που είναι οι δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρ. 32 του Ν.14/60 μπορεί να ελεγχθούν μόνο μέσα από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση στην οποία αποκαλύπτεται η προτιθέμενη να καταχωρηθεί ανταπαίτηση. Στην ένορκη δήλωση του κ. Α. Αποστόλου και συγκεκριμένα στις παραγράφους 25 και 26, τις οποίες παραθέτω αυτούσιες, αυτός επιχειρεί να προβάλει την ανταπαίτηση των εναγομένων 1-
  1. «
  2. Εξ ΄ όσων με πληροφορούν οι νομικοί μου σύμβουλοι, δεν υφίσταται νομοθετική διάταξη που να δίδει στην Ενάγουσα το δικαίωμα να κατακρατεί μέχρι σήμερα οποιαδήποτε ποσά στους λογαριασμούς που διατηρούσε προς όφελος των Εναγομένων αρ. 1-7 από τα οποία εξαρτάται άμεσα η επιβίωση και η καθημερινή λειτουργία τους. Η προαναφερόμενη πράξη της Ενάγουσας πέραν του ότι είναι αντινομική και καταχρηστική καθιστά τους Εναγόμενους 1-7 ανίκανους να αποπληρώσει τα καθημερινά λειτουργικά τους έξοδα και την πληρωμή μισθολογίων και έχουν υποστεί ανεπανόρθωτες ζημιές καθώς επίσης και στα κέρδη που είχαν. Επιθυμώ να αναφέρω σε αυτό το στάδιο ότι η Εναγομένη αρ. 1 έχει ανταπαίτηση εναντίον της Ενάγουσας για τις ζημιές που έχει υποστεί την οποία προτίθεται να καταχωρήσει σύντομα. Επισυνάπτω στην παρούσα πίνακα που δεικνύει τα ποσά της ανταπαίτησης της Εναγομένης αρ. 1 ως Τεκμήριο
  3. Περαιτέρω, αναφέρω ότι είναι επίσης ορατός ο κίνδυνος ότι οι Εναγόμενοι αρ. 1-7 να μην λάβουν ποτέ τα χρήματα τους από την Ενάγουσα αφού από το ίδιο το γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα που καταχωρήθηκε εκ μέρους της Ενάγουσας προκύπτει από τους ισχυρισμούς της τελευταίας ότι είναι μεγάλες και ανεπανόρθωτες οι ζημιές που έχει υποστεί μετά την ανάκληση της άδειας της από την VISA Europe» (οι υπογραμμίσεις δικές μου). Από το περιεχόμενο των παραγράφων 25 και 26 της ένορκης δήλωσης του κ. Α. Αποστόλου προκύπτει σαφώς ανταπαίτηση η οποία πηγάζει από τη βάση αγωγής των εναγόντων, δηλαδή ζημιές ως συνέπεια της πιθανής αυθαίρετης και/ή παράνομης κατακράτησης των χρημάτων των εναγομένων 1-
  4. Οι ενάγοντες θεωρούν ότι δικαιωματικά και δυνάμει των μεταξύ τους συμφωνιών κατακρατούν τα χρήματα των εναγομένων. Αυτό όμως είναι και η βάση της αγωγής τους εκ του οποίου πηγάζει η ανταπαίτηση των εναγομένων την οποία προτίθενται όπως αποκαλύπτουν στην ένορκη δήλωση του κ. Α. Αποστόλου να εγείρουν. Ότι δηλαδή η κατακράτηση των χρημάτων πέραν κάποιου χρονικού περιθωρίου είναι παράνομη, αντινομική και καταχρηστική και/ή εν πάση περιπτώσει μη δικαιολογημένη ή επαρκώς δικαιολογημένη ή νόμιμη. Επιπλέον, ως εκ της φύσεώς της, προκαλεί ζημιές στους εναγόμενους. Διερωτάται κάποιος γιατί η σπουδή των εναγόντων να καταχωρήσουν αγωγή για τις ισχυριζόμενες ζημιές τους και χωρίς να εξασφαλίσουν παράλληλα ένα διάταγμα του Δικαστηρίου που να τους δίδει το δικαίωμα της κατακράτησης αυτών των χρημάτων (πράγμα το οποίο οι εναγόμενοι φαίνεται ότι αποδέχονται μέχρι τον καθορισμό των εκατέρωθεν ζημιών από το Δικαστήριο κατά την εκδίκαση της ουσίας της διαφοράς, δηλαδή του ποιός εκ των διαδίκων ευθύνεται γι΄ αυτές). Οι ενάγοντες κατακράτησαν τα χρήματα των εναγομένων και επληροφόρησαν αυτούς ότι το έπραξαν. Γιατί όμως καταχώρησαν αγωγή χωρίς να αιτηθούν παράλληλα και διάταγμα κατακράτησης; Η αγωγή από μόνη της τους δίδει μήπως δικαίωμα κατακράτησης μετά τη λήξη του χρονικού περιθωρίου που αναφέρεται στους όρους της συμφωνίας ή προβλέπονται στη νομοθεσία; Οι ίδιοι οι ενάγοντες και οι συμφωνίες λένε ότι θα τα κατακρατήσουν για 12 μήνες ή για όσο καιρό χρειαστεί. Ο καιρός όμως που θα χρειαστεί μπορεί να παραταθεί και μετά το πέρας της αγωγής; Το Δικαστήριο δεν εξετάζει στο στάδιο αυτό την ισχυριζόμενη υπαιτιότητα των αιτητών-εναγομένων 1-7 ως προς την ανάκληση της άδειας της Visa Europe που είχαν οι ενάγοντες. Αυτό θα είναι το αντικείμενο της δίκης. Οι εναγόμενοι 1-7 ισχυρίζονται ότι δεν έχουν καμιά υπαιτιότητα σ΄ αυτό και κατά συνέπεια η κατακράτηση των χρημάτων τους, η οποία κατά τους ίδιους είναι αδικαιολόγητη, προκαλεί στους ίδιους ζημιές τις οποίες επιθυμούν να αξιώσουν ανταπαιτητικά. Οι λεπτομέρειες που δίδονται στην ένορκη δήλωση του κ. Α. Αποστόλου, στην παράγραφο 25, ότι δηλαδή από την κατακράτηση των χρημάτων υφίστανται ζημία, είναι επαρκείς για να δώσουν το δικαίωμα στους αιτητές-εναγόμενους 1-7 να ζητήσουν παρεμπίπτον διάταγμα, αν ορθά ερμηνεύω την Zhigachov (ανωτέρω). Επειδή το έρεισμα για την ανταπαίτηση των εναγομένων εδράζεται στην απαίτηση των εναγόντων το Δικαστήριο δεν θα εξετάσει περαιτέρω αντικρουόμενη μαρτυρία για γεγονότα τα οποία άπτονται της ουσίας της διαφοράς των διαδίκων ή να προχωρήσει στην αξιολόγηση και ερμηνεία όρων των διαφόρων εγγράφων που έχουν καταχωρηθεί. Όλα αυτά συνηγορούν στο ότι υπάρχει βάση αγωγής των εναγομένων (οι οποίοι πιθανόν να δικαιούνται σε θεραπεία) η οποία πηγάζει και/ή συνδέεται με την απαίτηση των εναγόντων και περαιτέρω όπως αποφασίστηκε Τ.Α. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 (Γ) ΑΑΔ 1802, «σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξής του. Αυτό είναι το πραγματικό νόημα των επί του θέματος αποφάσεών μας. Βλέπε ενδεικτικά Constantinides v. Makriyiorghou
(1978)1 C.L.R. 585, Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 C.L.R. 557 κ.ά. και Κυτάλα ν. Χρυσάνθου κ.ά.
(1996)1 Α.Α.Δ.
  1. Αυτό παραγνωρίζεται στα Επαρχιακά Δικαστήρια τόσο από δικηγόρους όσο και από δικαστές με αποτέλεσμα η διαδικασία να γίνεται απαραδέκτως πολύπλοκη και μακρά». Διαφωνώ παράλληλα με τον κ. Γ. Γεωργίου ότι οι εναγόμενοι 2 έως 6 δεν έχουν εξουσιοδοτήσει, όπως ρητά προβλέπει το άρ. 30 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, τους εναγόμενους 1 να ενεργούν για λογαριασμό τους. Απλή ανάγνωση της ένορκης δήλωσης του κ. Α. Αποστόλου στην οποία επαναλαμβάνει τρεις φορές ότι είναι εξουσιοδοτημένος και το γεγονός ότι έχει καταχωρήσει γραπτή εξουσιοδότηση από αντιπρόσωπο των εναγομένων 2, 3 και 4 αρκεί, και το Δικαστήριο δεν θα προχωρήσει σε περαιτέρω έλεγχο της εξουσιοδότησης αυτής στο στάδιο αυτό. Περαιτέρω οι εναγόμενοι 5 και 6 έχουν καταχωρήσει εμφάνιση στο Δικαστήριο (στις 12.9.2013) και αντιπροσωπεύονται πλέον από τους δικηγόρους Ιωαννίδης, Δημητρίου ΔΕΠΕ, δηλαδή τους δικηγόρους που τους συμπεριέλαβαν σαν αιτητές, στην παρούσα αίτηση. Όσον αφορά τους εναγόμενους 2, 3 και 4 θα αντιστρέψω το επιχείρημα του κ. Γ. Γεωργίου ότι εφόσον είναι κυπριακές εταιρείες εύκολα θα μπορούσαν να εξουσιοδοτήσουν κάποιοι αξιωματούχοι τους γραπτώς τον εναγόμενο 8 και τους δικηγόρους του να τους αντιπροσωπεύσουν στην παρούσα διαδικασία. Το ίδιο εύκολο ήταν και για τον κ. Μ. Κυπριανού που τους αντιπροσωπεύει να συνοδεύσει την αίτησή του, με την οποία ζητά ακύρωση των διαταγμάτων, με ένορκη δήλωση των αξιωματούχων των εταιρειών αυτών και επιπλέον να ζητά την άμεση εκδίκαση της και όχι να περιμένει την έκβαση της παρούσας διαδικασίας. Η αίτηση του κ. Μ. Κυπριανού που ευρίσκεται στο φάκελο για ακύρωση των διαταγμάτων όσον αφορά τους εναγομένους 2, 3 και 4 συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κ. Γαλανού, δικηγόρου στο γραφείο του κ. Μ. Κυπριανού, αντί από αξιωματούχους των εταιρειών αυτών. Δεν αμφισβητείται ότι το δικηγορικό γραφείο του κ. Μ. Κυπριανού αντιπροσωπεύει τους εναγόμενους 2, 3,
  2. Αυτό που το δικηγορικό γραφείο του κ. Μ. Κυπριανού αμφισβητεί είναι την εξουσιοδότηση που εδόθη από την Easypay Solutions στον εναγόμενο 8 αφού οι δικοί του πελάτες όχι μόνο δεν τον ενημέρωσαν γι΄ αυτό αλλά και του εζήτησαν να αιτηθεί την ακύρωση του διατάγματος όσον αφορά αυτούς. Ο δικηγόρος κ. Γαλανός όμως θα έπρεπε να αποστασιοποιηθεί αφήνοντας τους πελάτες τους να συνοδεύσουν την αίτηση τους για ακύρωση των διαταγμάτων με ένορκη δήλωσή των ιδίων. Οι δικηγόροι, όπως έχει νομολογιακά καθιερωθεί πρέπει να αποστασιοποιούνται από γεγονότα που σχετίζονται με τα επίδικα θέματα. Παραθέτω το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του κ. Κληρίδη, Δ. στις Π.Ε. 130/09 και 131/09, ημερ. 20.1.20101, Dmitry Rybolovlev v. Elena Rybolovleva: «Οι δικηγόροι όμως θα πρέπει να αποστασιοποιούνται από τα γεγονότα που σχετίζονται με τα επίδικα θέματα και τυγχάνει γενικά ανεπιθύμητο να εμφανίζονται ως μάρτυρες ή ενόρκως δηλούντες σε δικαστική διαδικασία στην οποία εκπροσωπούν διάδικο, εκτός εάν αυτό είναι αναγκαίο. Αφ΄ ης όμως στιγμής δικηγόρος έχει με τον ένα ή άλλο τρόπο καταστεί μάρτυρας γεγονότων, τότε κωλύεται, λόγω ασυμβιβάστου, να συνεχίζει να εμφανίζεται χειριζόμενος την υπόθεση του πελάτη του ως δικηγόρος. (Ahapittas v. Roc Chic Ltd
(1968)1 CLR 1, In re Efthymiou
(1987)1 CLR 319, Thanos Hotels Ltd v. Ιωάννου
(1991)1 ΑΑΔ 1036)». Η απόφαση του εφετείου στην Evand Promotions Ltd κ.α. ν. Frank Rutman
(1997)1 ΑΑΔ 1787, την οποία επίσης επικαλείται ο κ. Γ. Γεωργίου προς ενίσχυση του ισχυρισμού του δεν καταπιάνεται ούτε και αποφασίζει το θέμα της εξουσιοδότησης ή μη δικηγόρου στην καταχώρηση αιτήσεων. Εκείνο αποφασίστηκε πρωτόδικα και το τι αποφασίστηκε κατ΄ έφεση είναι ότι αυτό δεν θεωρείται αντικείμενο έφεσης αφού δεν θεωρείται «απόφαση» στο πλαίσιο του Νόμου. Αδυνατώ εν πάση περιπτώσει να αντιληφθώ από πού έκαστος των δικηγόρων (που αντιπροσωπεύουν τους εναγόμενους 2, 3, 4) λαμβάνει οδηγίες. Το μόνο που υπάρχει ενώπιόν μου είναι η εξουσιοδότηση Τεκμήριο Α προς τον κ. Αντώνη Αποστόλου να προωθήσει την παρούσα διαδικασία για τους εναγόμενους 2, 3 και 4 και τίποτα πέραν τούτου. Είναι γνωστό ότι εταιρείες έχουν ως μετόχους και αξιωματούχους διάφορους από τους πραγματικούς μετόχους και αυτούς που έχουν τον ουσιαστικό έλεγχο (beneficiaries) για δικούς τους λόγους. Είναι επίσης γνωστό ότι ο κ. Α. Αποστόλου είναι ο άνθρωπος δια μέσου των εναγομένων 1 που αντιπροσώπευσε αυτούς και εισήγαγε στο σύστημα των εναγόντων όπως είναι φανερό από το Τεκμήριο Α ότι αντιπρόσωπός των εναγομένων 2, 3 και 4 είναι η Easypay Solutions, που παραχώρησε εξουσιοδότηση στον κ. Α. Αποστόλου. Ο κ. Γ. Γεωργίου έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου, επίσης, θέμα μη πλήρους αποκάλυψης όλων των ουσιωδών γεγονότων όπως είναι η υποχρέωση οποιουδήποτε αιτητή αποτείνεται στο Δικαστήριο με μονομερή αίτηση για θεραπεία (βλ. Resola (Cyprus) Ltd v. Χάρης Χρίστου,
(1998)1Β ΑΑΔ 598 και Cobelfret Ro - Ro Services N.V. κα v. Cyprus Potato Marketing Board,
(1996)1B ΑΑΔ 733). Ο κ. Γ. Γεωργίου με παρέπεμψε σε συγκεκριμένες πρόνοιες των συμφωνιών που καταδεικνύουν ότι μοναδικός στόχος του κ. Α. Αποστόλου ήταν η παραπλάνηση του Δικαστηρίου με έντεχνο τρόπο ο οποίος ερμηνεύει με εντελώς αυθαίρετο τρόπο όρους των συμφωνιών οι οποίοι προνοούν συμψηφισμό των εκατέρωθεν απαιτήσεων (εξ ου και η αγωγή των εναγόντων) με δικαίωμα επίσχεσης (lien) και οι οποίοι δεν υποδεικνύονται στο Δικαστήριο και κατά συνέπεια δεν αποκαλύπτονται με απώτερο στόχο την παραπλάνηση. Κατ΄ αρχήν είναι διάφορο το θέμα της παραπλάνησης από το θέμα της μη αποκάλυψης. Η μη αποκάλυψη βέβαια μπορεί να γίνεται με σκοπό την παραπλάνηση. Έχω ήδη αποφασίσει ότι για τα θέματα που εγείρει ο κ. Γ. Γεωργίου που κατά τον ίδιο συνιστούν σκόπιμη ή έντεχνη παραπλάνηση του Δικαστηρίου αυτά εξετάστηκαν και κατά το στάδιο της έκδοσης των διαταγμάτων και επιπρόσθετα καταχωρήθηκαν δύο συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις και αφορούν το κατεπείγον και την αντιπροσώπευση των εναγομένων 2, 3, 4, 5 και 6. Επιπρόσθετα «το στοιχείο της εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για την ακύρωση εκδοθέντος διατάγματος, λόγω παράλειψης πλήρους αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων. Αρκεί η διαπίστωση ότι η μη αποκάλυψη συγκεκριμένων γεγονότων, συνιστούσε εξ αντικειμένου ουσιώδες στοιχείο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου». (Resola (Cyprus) Ltd v. Χρήστου,
(1998)1(Α) ΑΑΔ 598). Η υποχρέωση του διαδίκου που ζητά θεραπεία μονομερώς για πλήρη και δίκαιη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων συνοψίστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστόφορου κ.α.,
(1995)1 Α.Α.Α.248: «Η διαδικασία με μονομερή αίτηση επιβάλλει στον αιτητή την αποκάλυψη στο Δικαστήριο όλων των ουσιαστικών γεγονότων που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση. Η αίτηση αυτή είναι υψίστης πίστεως (uberrima fides). Ο αιτητής έχει καθήκον να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου οποιαδήποτε γεγονότα που γνωρίζει, ή που με εύλογη επιμέλεια θα εγνώριζε, τα οποία μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο, ή μπορεί να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου. Παράλειψη παρουσίασης ουσιαστικών γεγονότων ενώπιον του Δικαστηρίου στη μονομερή αίτηση θεωρείται ως είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου και το Δικαστήριο απαντά: «δεν σας ακούω πλέον» και ακυρώνει τη διαταγή που έδωσε, χωρίς να εξετάσει την ουσία. Τα γεγονότα πρέπει να είναι ουσιώδη για την απόφαση του Δικαστηρίου στη μονομερή αίτηση». Στη The Timberland of USA v. Enans & Sons Ltd κ.α.,
(1998)1 Α.Α.Δ.1179 αναφέρθηκε ότι: «Η απόκρυψη ουσιώδους γεγονότος επενεργεί καταλυτικά. Διασαλεύει τη βάση του διατάγματος, ανεξάρτητα από την ύπαρξη πρόθεσης για εξαπάτηση του δικαστηρίου. Το κριτήριο είναι αντικειμενικό. Συναρτάται (η μη αποκάλυψη) με τις, εξ αντικειμένου, συνέπειες στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου, όπως επισημαίνεται στην Demstar Limited ν. Zim Israel Navigation Co Limited κ.ά., (ανωτέρω) - (σελ. 601-602) «Ό,τι ανατρέπει τη βάση του διατάγματος είναι η μη αποκάλυψη γεγονότων εξ αντικειμένου ουσιώδους σημασίας για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Στην απουσία τους, η απόφαση του δικαστηρίου καθίσταται ακροσφαλής». Στην υπόθεση Ρένα Αριστοτέλους Λτδ ν. Benfleei Enterprises Ltd,
(2006)1(Α) Α.Α.Δ.280, όπου το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι το κριτήριο κατά πόσο ένα γεγονός είναι ουσιώδες είναι αντικειμενικό και πρέπει να αποφασίζεται από το Δικαστήριο, επισημάνθηκαν τα εξής: «Όπως τονίστηκε και στην υπόθεση Rex v. Kensington Income Tax Commissioners, Ex parte Princess Edmond de Polignac
(1917)1 K.B.486, 514 ουσιώδη γεγονότα είναι εκείνα που πρέπει να γνωρίζει ο δικαστής κατά την εξέταση της αίτησης. Το ουσιώδες των γεγονότων θα πρέπει να αποφασίζεται από το δικαστήριο και όχι τον αιτητή ή τους δικηγόρους του. Η υποχρέωση πλήρους αποκάλυψης δεν καλύπτει μόνο ουσιώδη γεγονότα που είναι γνωστά στον αιτητή, αλλά και εκείνα που μπορούσε να ανακαλύψει με εύλογη έρευνα». Στην υπόθεση Μ & Ch. Mitsingas Trading Ltd κ.α. v. The Timberland Co of USA,
(1997)1 A.A.A.1791, υπεδείχθη ότι: «... σε μονομερείς αιτήσεις, ουσιώδη είναι και τα γεγονότα που σχετίζονται με το επείγον του ζητήματος». Η υποχρέωση του αιτητή δεν σταματά στην αποκάλυψη των γεγονότων αλλά περιλαμβάνει και την δίκαιη αποκάλυψη, δηλαδή αποκάλυψη με τρόπο μη παραπλανητικό προς το Δικαστήριο. Η συνολική εικόνα που πρέπει να μεταδίδεται μέσα από την αίτηση πρέπει να είναι στη βάση της ορθή χωρίς παραπλάνηση. Στην Χαραλάμπους v. Petros Michael Exclusif Ltd κ.ά,
(2004)1 Α.Α.Δ.1953, λέχθηκαν τα εξής: «Είναι μεγάλη η ευθύνη εκείνου που επιδιώκει θεραπεία χωρίς να ακούεται η άλλη πλευρά, να θέσει όλα τα δεδομένα με ύψιστη καλή πίστη και με πληρότητα. Το ενδεχόμενο να είναι δυνατό εκ των υστέρων η γενική εικόνα που δημιουργείται να είχε αντικριστεί διαφορετικά μετά από μια εξονυχιστική έρευνα, δεν είναι ικανοποιητική απάντηση όταν, όσα ως σύνολο μεταδίδονται, σαφώς οδηγούν στο σχηματισμό άλλης εικόνας». Αν και το Δικαστήριο έχει, παρά την παράλειψη πλήρους και δίκαιης αποκάλυψης, την διακριτική ευχέρεια να διατηρήσει ένα εκδοθέν διάταγμα σε ισχύ ή να εκδώσει νέο διάταγμα με όρους (βλ. Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστόφορου κ.α. (ανωτέρω) και Harvardskiy Prumyslovy Holding A.S - υπό Εκκαθάριση ν. Daventree Resources Limited κ.α.,
(2008)1(Β) Α.Α.Δ.801), προκύπτει από την νομολογία ότι απόκρυψη ουσιώδους γεγονότος είναι στην συντριπτική πλειοψηφία των περιστάσεων μοιραία. Στην υπό εξέταση υπόθεση τα γεγονότα που κατ΄ ισχυρισμόν δεν αποκαλύφθηκαν εξ αντικειμένου δεν επηρεάζουν ουσιωδώς την κρίση του Δικαστηρίου (βλ The Timberland Co of USA (ανωτέρω)). Οι αλληλοσυγκρουόμενες θέσεις των διαδίκων, για το τι δικαιώματα απορρέουν από τις μεταξύ τους συμφωνίες και ποιός παραβίασε ουσιώδεις όρους αυτών, δεν θα επιλυθούν στο παρόν στάδιο. Αυτά έχουν σημασία κατά την εξέταση της διαφοράς στο στάδιο της δίκης, για να αποφανθεί το Δικαστήριο σε ποίον εκ των διαδίκων καταλογίζεται υπαιτιότητα στην ανάκληση της άδειας της Visa Europe από τους ενάγοντες, η οποία προκάλεσε ζημιές σε αμφότερους τους διαδίκους και οδήγησε στην επίκληση όρων των συμφωνιών, για την κατακράτηση των χρημάτων και τις εκατέρωθεν απαιτήσεις. Δεν θα υπεισέλθω να εξετάσω αυτού του είδους τα θέματα. Όλα αυτά θα εξεταστούν κατά την ακροαματική διαδικασία. Υπάρχει όντως σοβαρή διαφωνία μεταξύ των διαδίκων όσον αφορά την ερμηνεία των όρων των συμφωνιών μεταξύ των διαδίκων και τα εκατέρωθεν δικαιώματα που απορρέουν από αυτές. Δεν θεωρώ επίσης ότι υπήρχε ουσιώδης απόκρυψη γεγονότων τα οποία θα επηρέαζαν ουσιωδώς την κρίση του Δικαστηρίου στην έκδοση ή τη μη έκδοση του διατάγματος. Αυτό που έκαμε ο κ. Α. Αποστόλου και είναι υπό ορισμένες προϋποθέσεις επιλήψιμο είναι ότι εκτός του ότι κατέθεσε ελλειπή έγγραφα δεν επέστησε την προσοχή του Δικαστηρίου σε συγκεκριμένους όρους των συμφωνιών τους οποίους επιχειρεί να ερμηνεύσει. Δεν είναι αρκετή η επισύναψη ενός εγγράφου στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, το οποίο αν μελετηθεί προσεκτικά αποκαλύπτει τα γεγονότα, αλλά πρέπει να επισύρεται ειδικά σ΄ αυτά η προσοχή του Δικαστηρίου (βλ. Mike Willstrop κ.ά. ν. Mammous κ.ά.,
(2010)1(Γ) ΑΑΔ 1740 και CYBARCO PLC κ.α. ν. Αναθεωρητικής Αρχής Προσφορών κ.α.), υπόθεση αρ. 1855/2008, ημερ. 9.1.09). Αρκετή δεν είναι ούτε η υιοθέτηση στην ένορκη δήλωση του περιεχομένου ενός δικογράφου (βλ. Νίνος Μιχαηλίδης Λτδ ν. Αρουσιώτη κ.ά.,
(1995)1 ΑΑΔ 877 και Interpartemental Concern "Uralmetrom" v. Besuno Ltd,
(2004)1(A) ΑΑΔ 557. Πλην όμως λαμβάνοντας υπόψη μου την αυθεντία M. & Ch. Mitsingas Trading Ltd κ.ά. v. The Timberland Co of USA,
(1997)1 ΑΑΔ 1791, όπου αποφασίστηκε ότι το ουσιώδες ενός ζητήματος προσδιορίζεται στο πλαίσιο της αντιδικίας των μερών θεωρώ ότι έγινε επαρκής αποκάλυψη από τους αιτητές. Περαιτέρω ο αιτητής θα πρέπει να αποκαλύψει γεγονότα γνωστά σε αυτόν ή γεγονότα τα οποία θα μπορούσε να ανακαλύψει με εύλογες προσπάθειες τα οποία σχετίζονται με (α) το βάσιμο του δικαιώματός του όπως διαγράφεται στο δικόγραφό του, και (β) τη σοβαρότητα του ζητήματος το οποίο εγείρεται, καθ΄ ως και (γ) την πιθανότητα επιτυχίας, θεωρώ ότι οι αιτητές έχουν ικανοποιήσει τις προϋποθέσεις αποκάλυψης που επιβάλλεται σ΄ αυτούς (σε μονομερείς αιτήσεις υψίστης πίστεως όπως η παρούσα), για γεγονότα γνωστά σε αυτούς όπως έχει νομολογιακά καθιερωθεί. Το θέμα του κατεπείγοντος (άρ. 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6) που αποτελεί το δικαιοδοτικό πλαίσιο της έκδοσης διαταγμάτων με μονομερή αίτηση και το οποίο επίσης έθιξε ο κ. Γ. Γεωργίου απασχόλησε το Δικαστήριο κατά την έκδοση του Διατάγματος. Στο παρόν στάδιο θα το απασχολήσει σε συνάρτηση με τους εναγομένους 1 αλλά και για τους εναγόμενους 2-7 οι οποίοι από το περιεχόμενο του φακέλου φαίνεται ότι έκαμαν προσπάθειες και για τους ίδιους αλλά και για τους άλλους εναγόμενους (πριν την καταχώρηση της παρούσης αιτήσεως) για να διαφυλάξουν χρήματα που ανήκαν σ΄ αυτούς και στους λοιπούς εναγόμενους χωρίς να απαιτούν την άμεση πληρωμή τους. Υπήρξε κατ΄ επανάληψη άρνηση να δοθούν στοιχεία από μέρους των εναγόντων-καθ΄ ων η αίτηση όσον αφορά τα χρήματα που κατακρατούνται, τους ακριβείς λόγους που κατακρατούνται και σε ποιούς λογαριασμούς αυτά ευρίσκονται κατατεθειμένα. Οι ενάγοντες μάλιστα (εκτός της παράλειψής τους να καταχωρήσουν εμπρόθεσμα έκθεση απαίτησης), αρνήθηκαν έγκαιρα να απαντήσουν σε επιστολή των εναγομένων 1 ημερομηνίας 21.8.2013 και να δώσουν ικανοποιητικές εξηγήσεις όσον αφορά τη φύλαξη των χρημάτων και τους λογαριασμούς στους οποίους αυτά φυλάττονται. Εάν εξεταστεί η τρίτη προϋπόθεση του άρ. 32 του Ν. 14/60 σε συνδυασμό με το ισοζύγιο της ευχέρειας (Balance of Convenience), που επιβάλλεται να εξετάσει το Δικαστήριο μετά που έχει ήδη αποφασίσει ότι συντρέχουν οι δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρ. 32 του Ν.14/60, αμφότερα κλείνουν σαφώς στην πλευρά των αιτητών-εναγομένων 1-7, αφού από τη διατήρηση της ισχύος ενός διατάγματος για κατακρατούμενα από τους ενάγοντες χρήματα δεν θα επέλθει καμία ζημία σε αυτούς (μάλλον όφελος), ενώ αντίθετα σε περίπτωση που δεν διαφυλαχθούν τα χρήματα των εναγομένων 1 (προς τους οποίους θα πρέπει να δοθεί και ο λογαριασμός στον οποίο είναι κατατεθειμένα), είναι δυνατό να προκύψουν δυσανάλογα μεγαλύτερες ζημιές σ΄ αυτούς παρά οφέλη στους ενάγοντες και πιθανόν να είναι αδύνατο οι εναγόμενοι σε μεταγενέστερο στάδιο να ικανοποιηθούν. Το Δικαστήριο επιβάλλεται ουσιαστικά να διατηρήσει την παρούσα κατάσταση πραγμάτων (status quo). Επίσης δεν μπορώ να αντιληφθώ την εισήγηση του κ. Γ. Γεωργίου ότι είναι δυνατόν και πώς τα δύο διατάγματα μπορούν να επηρεάσουν τις προσπάθειες των συνηγόρων για εξεύρεση εξώδικης διευθέτησης. Οι ενάγοντες που επικαλούνται ότι έχουν κατατεθειμένα τα χρήματα των εναγομένων που αναφέρονται στο Τεκμήριο 7 σε Clients Account στη FBME BANK LTD, (από στοιχεία προφανώς που εδόθησαν σ΄ αυτούς από τους ίδιους τους ενάγοντες), καμία ζημιά δεν θα υποστούν αν τα κατακρατήσουν εκεί μέχρι το πέρας της δίκης δίδοντας παράλληλα πληροφόρηση για το λογαριασμό στον οποίο αυτά έχουν κατατεθεί. Η παράλειψη τους για αρκετούς μήνες να αποκαλύψουν στοιχεία για τα χρήματα των εναγομένων, η μη καταχώρηση έκθεσης απαίτησης για 8 μήνες, η μη ουσιαστική απάντηση στην επιστολή ημερ. 21.8.13, η έντονη αρνητική αντίδρασή τους στην έκδοση και διατήρηση του διατάγματος ακόμη και το γεγονός ότι αφέθηκε να καταχωρηθεί αίτηση παρακοής του διατάγματος του Δικαστηρίου εναντίον τους, δημιουργεί εύλογες υπόνοιες στους εναγομένους, όπως εκφράστηκαν από τον κ. Φρακάλα, ότι υπάρχει σοβαρός κίνδυνος τα χρήματα να μην είναι ασφαλισμένα σε καταθετικό λογαριασμό των εναγόντων για τους εναγόμενους 1-7 πελάτες τους. Είναι ορθή η θέση του κ. Γεωργίου που βασίζεται στην αυθεντία Αναφορικά με την αίτηση της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ και άλλων
(2005)1 ΑΑΔ 1047, ότι δυνάμει του άρ. 9
(2)του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, είναι επιτακτικό για το Δικαστήριο να απαιτεί από τον αιτητή την ανάληψη εγγύησης για την εξασφάλιση της υποχρέωσής του για αποζημίωση του προσώπου εναντίον του οποίου και στην απουσία του οποίου ζητείται το διάταγμα, η δε ανάληψη αυτής της υποχρέωσης είναι προσωπική από τον αιτητή (βλ. Δισκοθήκη «ΑΦΡΙΚΑΝΑ» ΛΤΔ
(1990)1 ΑΑΔ 738 και Αίτηση της MARKETRENDS (CAPITAL MARKET) LTD,
(2002)1(Β) ΑΑΔ 749). Κάποιος Χάρης Παπαδόπουλος, διευθυντής των εναγομένων 1, υπέγραψε προσωπική εγγύηση ποσού €40.000 για όλους τους εναγόμενους-αιτητές 1-7. Αν και το εγγυητήριο έγγραφο φέρει τη σφραγίδα της εναγόμενης 1 εταιρείας εν τούτοις ο κος Χ. Παπαδόπουλος δεν το υπογράφει ως διευθυντής της εναγόμενης 1 εταιρείας αλλά υπό την προσωπική του ιδιότητα κάτι που σύμφωνα με τις πιο πάνω αυθεντίες δεν είναι επιτρεπτό. Η εγγύηση πρέπει να προέρχεται από τους εναγόμενους 1 που είναι μεταξύ των αιτητών και όχι από το διευθυντή τους προσωπικά. Κατά συνέπεια την εγγύηση πρέπει να υπογράψουν οι αιτητές-εναγόμενοι 1 ή οποιοσδήποτε εκ των υπόλοιπων αιτητών-εναγομένων 2-7 αλλά όχι όλοι σωρευτικά ως η εισήγηση του κ. Γ. Γεωργίου με την οποία διαφωνώ. Τα δύο διατάγματα οριστικοποιούνται και καθίστανται απόλυτα για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω. Τα έξοδα της παρούσης αίτησης είναι έξοδα δίκης (προς όφελος οποιουδήποτε διαδίκου εκ των εναγόντων ή εναγομένων επιτύχουν στην απαίτηση ή ανταπαίτησή τους) θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή, θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι καταβλητέα μετά το πέρας της δίκης. (Υπ.) ............ Μ. Παπαμιχαήλ, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ΜΠ΄μ/ΜΗ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.