Y F YIALLOUROU LTD ν. ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Συνεκδικαζόμενες Αγωγές Αρ.: 1664/07, 1665/07, 1666/07, 24/10/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:A364 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. Παπαμιχαήλ, A.Ε.Δ. Συνεκδικαζόμενες Αγωγές Αρ.: 1664/07 1665/07 1666/07 Ως έχουν συνενωθεί δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου ημερ. 30.6.2009 Μεταξύ:- Y & F YIALLOUROU LTD Ενάγουσα -και- ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ Εναγόμενου ---------------------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 24.10.2013 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα: κος Καλλής Για Εναγόμενο: κα Στυλιανού ---------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι ενάγοντες αποκλείστηκαν, μετά από αίτημά τους στο Υπουργείο Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού, για εισαγωγή φιλέτων από τρίτες χώρες με μειωμένο δασμό. Προσέφυγαν στο Ανώτατο Δικαστήριο και δικαιώθηκαν (Προσφυγές 347/03/19.02.04, 334/04/22.06.05 και 453/02/08.03.04). Το Υπουργείο Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού καταχώρησε εφέσεις οι οποίες αποσύρθηκαν και απορρίφθηκαν στις 09.10.06. Με τις τρεις συνενωμένες αγωγές οι ενάγοντες αξιούν δυνάμει του Άρθρου 146
(6)του Συντάγματος την αποκατάσταση της ζημιάς τους (με την μορφή διαφυγόντος κέρδους το οποίο συμφωνήθηκε σε €102.806,54). Επίσης έγιναν παραδεκτά τα ακόλουθα γεγονότα σε κάθε μια από τις τρεις συνενωμένες αγωγές: «ΠΑΡΑΔΕΚΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΣΤΗΝ ΑΓΩΓΗ 1664/07:
- Η Ενάγουσα είναι Εταιρεία Περιορισμένης Ευθύνης δεόντως εγγεγραμμένη δυνάμει του Περί Εταιρειών Νόμο Κεφ. 113 και ασχολείται μεταξύ άλλων με την εισαγωγή, εμπορία, αγορά, πώληση και διάθεση κατεψυγμένων προϊόντων, ήτοι κρεάτων, ψαρικών, λαχανικών, πατατών κ.λ.π.
- Κατά ή περί την 13.01.2003 το Υπουργείο Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού ανακοίνωσε ότι δέχεται αιτήσεις για εισαγωγή 300ΜΤ φιλέτων από τρίτες χώρες με μειωμένο δασμό.
- Η Ενάγουσα με επιστολή της ημερ. 07.01.2003 προς τον Διευθυντή του Υπουργείου Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού, τον πληροφόρησε ότι τα βοδινά κρέατα ήταν από τα βασικά τους είδη και υπέβαλαν παράκληση όπως τους εγκριθεί η μεγαλύτερη δυνατή ποσότητα από το ΚΟΤΑ των 300ΜΤ.
- Με επιστολή του ημερ. 20.02.2003 το πιο πάνω Υπουργείο απέρριψε το αίτημα της Ενάγουσας γιατί σύμφωνα με την επιστολή, δεν πληρούσαν τα κριτήρια για συμπερίληψη στην κατανομή όπως ίσχυαν τότε.
- Η Ενάγουσα καταχώρησε την προσφυγή υπ΄ αρ. 347/2003 κατά της πιο πάνω απόρριψης.
- Το Ανώτατο Δικαστήριο με απόφασή του ημερ. 19.02.2004 αποδέκτηκε την προσφυγή της Ενάγουσας και ακύρωσε την απόφαση ημερ. 20.02.2003 λόγω παράβασης του Νόμου 49/62 (Βλ. Y & F Yiallourou Ltd ν. Δημοκρατίας, Προσφυγή 347/2003, 19.02.2004 αντίγραφο της οποίας επισυνάπτεται).
- Μετά την πιο πάνω απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου, ο Εναγόμενος καταχώρησε την Αναθεωρητική Έφεση 3786, την οποία τελικά απέσυρε στις 05.10.
- Η Ενάγουσα με επιστολή των Δικηγόρων της ημερ. 11.12.2006 προς το Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού και η οποία παρελήφθηκε την 14.12.2006, αξίωσε το ποσό των £34.500 για τις ζημιές τις οποίες υπέστη.
- Ο Γενικός Διευθυντής του πιο πάνω Υπουργείου με επιστολή του ημερ. 12.01.2007 απέρριψε το αίτημα της Ενάγουσας.
- Στην υπό κρίση υπόθεση δεν έγινε επανεξέταση για αντικειμενικούς λόγους και έτσι δεν δόθηκε η ευκαιρία για αποκατάσταση της τρωθείσας νομιμότητας. Οι λόγοι που δεν έγινε επανεξέταση εμφαίνονται στην επιστολή της Νομικής Υπηρεσίας ημερομηνίας 19.10.2006 προς το Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού. Αντίγραφο της οποίας επισυνάπτεται. ΠΑΡΑΔΕΚΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΣΤΗΝ ΑΓΩΓΗ 1665/07:
- Η Ενάγουσα είναι Εταιρεία Περιορισμένης Ευθύνης δεόντως εγγεγραμμένη δυνάμει του Περί Εταιρειών Νόμο Κεφ. 113 και ασχολείται μεταξύ άλλων με την εισαγωγή, εμπορία, αγορά, πώληση και διάθεση κατεψυγμένων προϊόντων, ήτοι κρεάτων, ψαρικών, λαχανικών, πατατών κ.λ.π.
- Κατά ή περί την 14.12.2001 το Υπουργείο Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού ανακοίνωσε ότι δέχεται αιτήσεις για εισαγωγή 300ΜΤ φιλέτων από τρίτες χώρες με μειωμένο δασμό.
- Η Ενάγουσα με επιστολή της ημερ. 03.01.2002 προς τον Διευθυντή του Υπουργείου Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού, τον πληροφόρησε ότι τα βοδινά κρέατα ήταν από τα βασικά τους είδη και υπέβαλαν παράκληση όπως τους εγκριθεί η μεγαλύτερη δυνατή ποσότητα από το ΚΟΤΑ των 300ΜΤ.
- Με επιστολή του ημερ. 25.04.2002 το πιο πάνω Υπουργείο απέρριψε το αίτημα της Ενάγουσας γιατί σύμφωνα με την επιστολή, δεν πληρούσαν τα κριτήρια για συμπερίληψη στην κατανομή όπως ίσχυαν τότε.
- Η Ενάγουσα καταχώρησε την προσφυγή υπ΄ αρ. 453/2002 κατά της πιο πάνω απόρριψης.
- Το Ανώτατο Δικαστήριο με απόφασή του ημερ. 08.03.2004 αποδέκτηκε την προσφυγή της Ενάγουσας και ακύρωσε την απόφαση ημερ. 25.04.2002 λόγω παράβασης του Νόμου 49/62 (Βλ. Y & F Yiallourou Ltd ν. Δημοκρατίας, Προσφυγή 453/2002, 08.03.2004 αντίγραφο της οποίας επισυνάπτεται).
- Μετά την πιο πάνω απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου, ο Εναγόμενος καταχώρησε την Αναθεωρητική Έφεση 3785, την οποία τελικά απέσυρε στις 05.10.
- Η Ενάγουσα με επιστολή των Δικηγόρων της ημερ. 23.11.2006 προς το Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού και η οποία παρελήφθηκε την 01.12.2006, αξίωσε το ποσό των £61.000 για τις ζημιές τις οποίες υπέστη.
- Ο Γενικός Διευθυντής του πιο πάνω Υπουργείου με επιστολή του ημερ. 05.01.2007 απέρριψε το αίτημα της Ενάγουσας.
- Στην υπό κρίση υπόθεση δεν έγινε επανεξέταση για αντικειμενικούς λόγους και έτσι δεν δόθηκε η ευκαιρία για αποκατάσταση της τρωθείσας νομιμότητας. Οι λόγοι που δεν έγινε επανεξέταση εμφαίνονται στην επιστολή της Νομικής Υπηρεσίας ημερομηνίας 19.10.2006 προς το Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού. Αντίγραφο της οποίας επισυνάπτεται. ΠΑΡΑΔΕΚΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΣΤΗΝ ΑΓΩΓΗ 1666/07:
- Η Ενάγουσα είναι Εταιρεία Περιορισμένης Ευθύνης δεόντως εγγεγραμμένη δυνάμει του Περί Εταιρειών Νόμο Κεφ. 113 και ασχολείται μεταξύ άλλων με την εισαγωγή, εμπορία, αγορά, πώληση και διάθεση κατεψυγμένων προϊόντων, ήτοι κρεάτων, ψαρικών, λαχανικών, πατατών κ.λ.π.
- Κατά ή περί την 05.01.2004 το Υπουργείο Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού ανακοίνωσε ότι δέχεται αιτήσεις για εισαγωγή 300ΜΤ φιλέτων από τρίτες χώρες με μειωμένο δασμό.
- Η Ενάγουσα με επιστολή της ημερ. 19.01.2004 προς τον Διευθυντή του Υπουργείου Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού, τον πληροφόρησε ότι τα βοδινά κρέατα ήταν από τα βασικά τους είδη και υπέβαλαν παράκληση όπως τους εγκριθεί η μεγαλύτερη δυνατή ποσότητα από το ΚΟΤΑ των 300ΜΤ.
- Με επιστολή του ημερ. 30.01.2004 το πιο πάνω Υπουργείο απέρριψε το αίτημα της Ενάγουσας γιατί σύμφωνα με την επιστολή, δεν πληρούσαν τα κριτήρια για συμπερίληψη στην κατανομή όπως ίσχυαν τότε.
- Η Ενάγουσα καταχώρησε την προσφυγή υπ΄ αρ. 334/2004 κατά της πιο πάνω απόρριψης.
- Το Ανώτατο Δικαστήριο με απόφασή του ημερ. 22.06.2005 αποδέκτηκε την προσφυγή της Ενάγουσας και ακύρωσε την απόφαση ημερ. 30.01.2004 λόγω παράβασης του Νόμου 49/62 (Βλ. Y & F Yiallourou Ltd ν. Δημοκρατίας, Προσφυγή 334/2004, 22.06.2005 αντίγραφο της οποίας επισυνάπτεται).
- Μετά την πιο πάνω απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου, ο Εναγόμενος καταχώρησε την Αναθεωρητική Έφεση 84/2005, την οποία τελικά απέσυρε στις 05.10.
- Η Ενάγουσα με επιστολή των Δικηγόρων της ημερ. 11.12.2006 προς το Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού και η οποία παρελήφθηκε την 18.12.2006, αξίωσε το ποσό των £82.500 για τις ζημιές τις οποίες υπέστη.
- Ο Γενικός Διευθυντής του πιο πάνω Υπουργείου με επιστολή του ημερ. 12.01.2007 απέρριψε το αίτημα της Ενάγουσας.
- Στην υπό κρίση υπόθεση δεν έγινε επανεξέταση για αντικειμενικούς λόγους και έτσι δεν δόθηκε η ευκαιρία για αποκατάσταση της τρωθείσας νομιμότητας. Οι λόγοι που δεν έγινε επανεξέταση εμφαίνονται στην επιστολή της Νομικής Υπηρεσίας ημερομηνίας 19.10.2006 προς το Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού. Αντίγραφο της οποίας επισυνάπτεται». ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Παραμένει προς εκδίκαση το δικαίωμα των εναγόντων δυνάμει του Άρθρου 146
(6)του Συντάγματος να αποζημιωθούν και το ύψος της αποζημίωσής τους. Πρωταρχικής σημασίας είναι οι λόγοι για τους οποίους έχουν γίνει αποδεκτές οι προσφυγές των εναγόντων και ακυρώθηκαν οι διοικητικές πράξεις με τη μη συμπερίληψή τους στους δικαιούχους (ως «εισαγωγείς») για την εισαγωγή φιλέτων χωρίς δασμό. Για την επίλυση του επίδικου θέματος, δηλαδή του δικαιώματος αποζημίωσης δυνάμει του Άρθρου 146
(6)του Συντάγματος, είναι αναγκαία η παράθεση των λόγων για τους οποίους έχει ακυρωθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Βρίσκονται στις σελ. 4-6 της ακυρωτικής απόφασης (βλ. Y & F Yiallourou Ltd ν. Δημοκρατίας, Αίτηση 347/2003/19.2.2004), όπου ο Δ. Αρτέμης υιοθετεί το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Δημοκρατία ν. Ledra Brick Factory,
(1996)3 ΑΑΔ 153, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: «Αναφορικά με την έννοια του όρου «εισαγωγέας» στην ίδια απόφαση, στη σελ. 159 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Επιστρέφοντας στην αιτιολογία, βρίσκω ότι ο προβαλλόμενος λόγος για προστασία της ντόπιας βιομηχανίας συνδέεται άμεσα με ότι ακολουθεί στην δεύτερη παράγραφο, που μιλά για τους εισαγωγείς και αποτελεί την αιτιολογική βάση της όλης αντιμετώπισης. Έτσι είναι κρίσιμος ο ορισμός της έννοιας του εισαγωγέα. Ο νόμος σιωπά. Τον ορισμό περιέχει το περί Κανονισμού Εισαγωγών (Έλεγχος και Ρύθμισις Εμπορευμάτων) Διάταγμα του 1988:
- Στο παρόν Διάταγμα, εκτός εάν άλλως προκύπτει από το κείμενο, «εισαγωγέας» σημαίνει - (α) πάντα μόνιμο κάτοικο της Δημοκρατίας ασκούντα εργασία στη Δημοκρατία, ή (β) πάντα οργανισμό προσώπων αποτελούντα νομικό πρόσωπο ή μη και ασκούντα εργασία στη Δημοκρατία, αλλά δεν περιλαμβάνει οποιαδήποτε υπερπόντια εταιρεία που έχει εγγράψει γραφείο εργασίας στην Δημοκρατία μετά τις 4.5.
- Σχετικές είναι και οι πρόνοιες του Καν. 3:
- Η εισαγωγή στη Δημοκρατία οποιωνδήποτε εμπορευμάτων δεν επιτρέπεται εκτός από εισαγωγέα: .......................». Στην υπόθεση αυτή η εφεσίβλητη εταιρεία είχε εργοστάσιο τούβλων. Η αίτησή της για εισαγωγή 6.720 κεραμιδιών απορρίφθηκε με την πιο κάτω αιτιολογία: «Έχω οδηγίες να αναφερθώ στην αίτησή σας με ημερομηνία 05.02.88 με την οποία ζητάτε την παραχώρηση άδειας για εισαγωγή 6.720 κεραμιδιών σαν νεοεισερχόμενος εισαγωγέας και να σας πληροφορήσω ότι το αίτημά σας έχει μελετηθεί και δεν μπορεί να εγκριθεί για σκοπούς προστασίας της ντόπιας βιομηχανίας. Για ενημέρωσή σας η εισαγωγή κεραμιδιών περιορίζεται με ποσοτικό περιορισμό και κατά το 1988 παραχωρήθηκαν σε παραδοσιακούς εισαγωγείς με βάση τα στοιχεία εισαγωγών που παρουσίασαν για τα χρόνια 1985, 1986 και 1987 και σε νέους εισαγωγείς που υπόβαλαν τις αιτήσεις τους μέχρι 09.02.88 και ασχολούνται με το εμπόριο οικοδομικών υλικών και που διαθέτουν κατάστημα οικοδομικών υλικών». Πρωτοδίκως η διοικητική αυτή απόφαση ακυρώθηκε γιατί «η παραχώρηση αδειών εισαγωγής, μόνον σε εισαγωγείς που πληρούν τα πιο πάνω κριτήρια, επιβάλλει περιορισμούς έξω από τα πλαίσια του νόμου και αποτελεί πλημμελή και αυθαίρετη άσκηση της εξουσίας που παρέχει ο νόμος». Περαιτέρω, λέχθηκαν τα πιο κάτω στις σελ. 159 και 160 της απόφασης πλειοψηφίας του Νικήτα, Δ., με την οποία απορρίφθηκε η έφεση: «Υπό το πλέγμα των νομικών αυτών διατάξεων δε διαφάνηκε ότι προκύπτει εξουσία για τη θέσπιση κριτηρίων άλλων από εκείνα που επέλεξε να θέσει ο νομοθέτης με τον Καν.
- Η ταξινόμηση στην οποία είχαν προβεί οι καθ΄ ων δεν έχει έγκυρο νομοθετικό έρεισμα. Ούτε μπορεί να συγχέεται με τις παραπάνω διατάξεις σύμφωνα με τις οποίες μπορεί, κατ΄ ενάσκηση διακριτικής εξουσίας, να επιβληθούν όροι εισαγωγής. Ασφαλώς η ελευθερία των εισαγωγών μπορεί και πρέπει να περιορίζεται για τη διαφύλαξη της εγχώριας παραγωγής. Αλλά τα κριτήρια σε κάθε περίπτωση δεν είναι δυνατό να διαμορφώνονται ελεύθερα από τη διοίκηση χωρίς νομοθετική εξουσιοδότηση. Αναμφίβολα η μεθοδολογία που εισήγαγε και εφαρμόζει η διοίκηση εξέρχεται από τα όρια του νομικού πλαισίου στο οποίο μπορεί να κινείται και αποτελεί υπέρβαση αρμοδιότητας. Περαιτέρω, ο θεσμός του «παραδοσιακού» εισαγωγέα, ανεξάρτητα από οποιεσδήποτε αγαθές προθέσεις, τείνει στην καθιέρωση ολιγοπωλίων προς βλάβη του δημόσιου συμφέροντος». Κατ΄ αναλογία, κρίνω πως οι ίδιες αρχές εφαρμόζονται και στην παρούσα περίπτωση, όπου τα γεγονότα είναι παρόμοια. Δέχομαι τη θέση της αιτήτριας πως, αφού κατά το χρόνο λήψης της προσβαλλόμενης απόφασης η Κύπρος δεν ήταν μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο Κανονισμός 980/2000 δεν αποτελούσε μέρος του εσωτερικού δικαίου της Κύπρου και η νομική θέση διέπετο σαφώς από το Νόμο 49/62 και τους δυνάμει τούτου θεσπισθέντες κανονισμούς και όχι από τον Κανονισμό 980/2000 της Ευρωπαϊκής Ένωσης». Για τους ίδιους λόγους έχουν ακυρωθεί και οι προσβαλλόμενες αποφάσεις, αντικείμενο των Προσφυγών 334/2004 και 453/
- Εκεί όπου η πράξη ακυρώνεται για τυπικούς λόγους π.χ. λόγω έλλειψης αιτιολογίας η Διοίκηση μπορεί να επαναλάβει την πράξη με το να τηρήσει τον παραλειφθέντα τύπον ήτοι να δώσει αιτιολογία. (Βλ. «Αι Συνέπειαι της Ακυρώσεως Διοικητικής Πράξεως» (ανατύπωση) 1988 της Δήμητρας Κοντογιώργα-Θεοχαροπούλου σελ. 42): «Επί ακυρώσεως δι΄ εξωτερικής παρανομίαν, ήτοι δια τυπικούς λόγους (παράβασιν κανόντων αρμοδιότητος ή τύπου διατεταγμένου περί την ενέργειαν της πράξεως), η απαγόρευσις προς την Διοίκησιν συνίσταται εις το ότι δεν δύναται να επιχειρήση εκ νέου την πράξιν με την αυτήν παράβασιν αρμοδιότητος ή τύπου. Δηλαδή, εν προκειμένω δεν είναι δυνατόν να εκδοθή εκ νέου η πράξις κατά την αυτήν π.χ. πλημμελή διαδικασίαν όπως και η ακυρωθείσα ή υπό του αναρμοδίου επίσης οργάνου όπως η ακυρωθείσα ή με την αυτήν παράλειψιν αιτιολογίας ή ειδικής αιτιολογίας (απαιτούμενης εκ του νόμου) ως και η ακυρωθείσα. Αντιθέτως δεν εμποδίζεται η Διοίκησις να επαναλάβη την πράξιν, τηρούσα αυτήν την φοράν τους σχετικούς κανόνας περί αρμοδιότητος ή τύπου. Η επανέκδοσις τοιαύτης πράξεως δεν συνιστά οποίαν ακριβώς πράξιν προς την ακυρωθείσαν και συνεπώς ούτε παραβίασιν του κριθέντος ζητήματος υπό του ακυρωτικού δικαστού». Στις παρούσες συνεκδικαζόμενες υποθέσεις η προσβαλλόμενη απόφαση ακυρώθηκε λόγω παράβασης των διατάξεων του περί Κανονισμού εισαγωγών Νόμου του 1962 (49/62). Σε τέτοια περίπτωση η διοίκηση δεν μπορεί να επανεκδώσει την πράξη με την αυτή εσφαλμένη νομική θέση, βλ. Θεοχαροπούλου (πιο πάνω), σελ. 42: «Εάν η ακύρωσις εγένετο δια πράβασιν ουσιαστικής διατάξεως νόμου, ως επί παραδείγματι, διά πλάνην δικαίου, δι΄ εσφαλμένην ερμηνείαν ή μη ορθήν εφαρμογήν του νόμου, ή εναντίον των γενικών αρχών του διοικητικού δικαίου, τίθεται εκποδών η νομική βάσις της πράξεως και κατ΄ ακολουθίαν, δεν είναι δυνατή η επανέκδοσις της πράξεως με την αυτήν εσφαλμένη νομική βάσιν. Η Διοίκησις δεν δύναται να επανεκδώση την πράξιν, χωρίς να προσβάλη το δεδικασμένον εκ της ακυρωτικής αποφάσεως» Κατά συνέπεια το ερώτημα που τίθεται και πρέπει να απαντηθεί είναι το εξής: Πώς θα έπρεπε να είχε ενεργήσει η Διοίκηση ύστερα από την Ακυρωτική Απόφαση; Η ενδεδειγμένη διοικητική δράση καταγράφεται στο βιβλίο του καθηγητή Κυριακόπουλου «Ελληνικόν Διοικητικόν Δίκαιον», 4η Έκδοση, 1961, Τόμος Γ., σελ. 155, το ποίο είχε αναφερθεί με επιδοκιμασία στην Petrides v. Greek Commercial Chamber,
(1965)1 CLR 39, 46: «Η υποχρέωσις της διοικήσεως εις ακριβή συμμόρφωσιν προς ακυρωτική απόφασιν, εκδοθείσαν επί εκτελεσθείσης ήδη πράξεως, συνιστάται εις την εξαφάνισιν των αποτελεσμάτων ταύτης, ήτοι εις την αποκατάστασιν της προηγούμενης πραγματικής καταστάσεως. Η υποχρέωσις προς συμμόρφωσιν της διοικήσεως δεν περιορίζεται εις μόνην την λήψιν των αναγκαίων διοικητικών μέτρων προς άμεσον εκτέλεσιν της ακυρωτικής αποφάσεως αλλ΄ επιβάλλει άμα εις την διοίκησιν, όπως, δια διοικητικών εκτελεστών πράξεων, αποκαταστήση τα πράγματα εις την προ της ακυρωθείσης πράξεως νομικήν κατάστασιν. Προς τούτο υποχρεούται η διοίκησις ν΄ ανακαλέση και πάσαν πράξιν, τελούσαν εν στενώ συνδέσμω προς την ακυρωθείσαν. Η αποκατάστασις δέον να είναι πλήρης, ήτοι να περιλαμβάνη πάντα τα ζημιούντα τον προσφυγόντα αποτελέσματα της πράξεως εξ αρχής. Η αποκατάστασις όμως δεν περιλαμβάνει και την ανόρθωσιν της υλικής ζημιάς. Το Σ.Ε., μη κρίνον άλλως τε περί των εξ αυτής δικαωμάτων του προσφεύγοντος και των αντιστοίχων υποχρεώσεων της διοικήσεως, δεν επιδικάζει χρηματικάς καταβολάς - πλην των δικαστικών εξόδων. Αν δε η διοίκησις αρνήται να εκπληρώση τοιαύτας υποχρεώσεις, ανακύπτει πλέον αστική διαφορά, δια την οποία αρμόδια είναι τα πολιτικά δικαστήρια, τα οποία δεσμεύονται ως προς το υπό του Σ.Ε. κριθέν ζήτημα, περί ού γεννάται δεδικασμένον εκ της αποφάσεως τούτου. Την προς αποζημίωσιν, κατ΄ αρχήν, υποχρέωσιν αυτής, η διοίκησις δεν δύναται ν΄ αμφισβητήση εν η περιπτώσει η αποκατάστασις είναι εκ των πραγμάτων αδύνατος - ως λ.χ. εάν ο διαρρεύσας χρόνος περιέλαβεν ολόκληρον το διάστημα, εις ο αφεώρα η ακυρωθείσα πράξις - επειδή η προς συμμόρφωσιν υποχρεώσις περιορίζεται εν όλω ή εν μέρει εις μόνην την αστικήν ευθύνην». Στην παρούσα υπόθεση η αποκατάσταση ήταν εκ των πραγμάτων αδύνατη για τους λόγους που υποδεικνύονται στην παράγραφο 10 των παραδεκτών γεγονότων και εμφαίνονται στην επιστολή της Λαμπρινής Λάμπρου-Ουστά ημερ. 19.10.06 Δικηγόρου της Δημοκρατίας προς το Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού, την οποία παραθέτω αυτούσια. «Αναφορικά με τις πιο πάνω εφέσεις σας πληροφορώ ότι αφού λήφθηκαν υπόψη τα γεγονότα που τις περιβάλλουν τα ευρήματα των πρωτόδικων ακυρωτικών αποφάσεων, η δυνατότητα επιτυχίας τους καθώς και τα δεδομένα που δημιουργήθηκαν μετά την ένταξή μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, κρίθηκε από το Γενικό Εισαγγελέα ορθότερο όπως μη υποστηριχθούν οι πιο πάνω εφέσεις. Ως εκ τούτου οι εν λόγω εφέσεις έχουν αποσυρθεί και απορριφθεί από το Δικαστήριο στις 9.10.
- Περαιτέρω σας πληροφορώ ότι δεν τίθεται θέμα επανεξέτασης των υποθέσεων καθ΄ ότι δεν γίνονται πλέον εισαγωγές με τον περί Τελωνειακών Δασμών και Φόρων Κατανάλωσης Νόμο, ο οποίος ίσχυε μέχρι τις 30.4.2004, λόγω της ένταξής μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Τίθεται όμως θέμα αποζημιώσεων εάν και εφόσον οι αιτητές αποδείξουν ότι υπέστησαν ζημιά από τη μη συμπερίληψή τους στην κατανομή της ποσόστωσης βοδινών φιλέτων». Παρόμοια θέση διατυπώνεται και στο πιο πάνω βιβλίο της Θεοχαροπούλου στη σελ. 285: «β. Υλική αδυναμία Υπάρχουν περιπτώσεις όπου η in natura αποκατάστασις των πραγμάτων εις την προτέραν των θέσιν, είναι αδύνατος. Τούτο παρατηρείται οσάκις η εκτέλεσις της ακυρωθείσης πράξεως ή παραλείψεως επέφερεν υλικήν αλλοίωσιν ανεπανόρθωτον, όπως π.χ. εις περίπτωσιν παρανόμου κατεδαφίσεως ως αυθαιρέτου κτίσματος (οικίας, περιπτέρου, λυομένου κτίσματος) ή εις περίπτωσιν που ο χρόνος καθ΄ ον ίσχυσεν η ακυρωθείσα περιέλαβεν ολόκληρον το διάστημα εις το οποίον αφεώρα η ακυρωθείσα, όπως π.χ. εις την περίπτωσιν αρνήσεως χορηγήσεως αδείας κυκλοφορίας αυτοκινήτου δι΄ ωρισμένην ημέραν, η συγκροτήσεως διαδηλώσεως καθ΄ ωρισμένην ημέραν, ή επιτάξεως ωρισμένου πράγματος δι΄ ωρισμένον χρόνον, ή αποβολής και διακοπής δι΄ ωρισμένον χρόνον των σπουδών κ.ο.κ. Προς αποφυγήν των αθεραπεύτων αυτών καταστάσεων, η παρ΄ ημίν νομολογία ερμηνεύουσα την σχετικην νομοθεσίαν, καθιέρωσε δια τας θετικάς πράξεις προσωρινήν προστασίαν δια τον διοικούμενον. Ήτοι, αναστέλλεται κατά κανόνα η εκτέλεσις τοιούτων θετικών πράξεων, κατόπιν σχετικής αιτήσεως αναστολής του ενδιαφερομένου, εφ΄ όσον όμως αυτός ήσκησε παραλλήλως και αίτησιν ακυρώσεως. Οσάκις υπάρχει η ως άνω αντικειμενική αδυναμία εκτελέσεως της αποφάσεως in natura, η έννοια της αποκαταστάσεως θα πρέπει να περιορίζεται εις χρηματικήν αποζημίωσιν, όταν όμως υπάρξη ζημιά και εφ΄ όσον συντρέχουν αι λοιπαί προϋποθέσεις προς αποζημίωσιν. Ο χαρακτήρ της αποζιμίωσεως αυτής είναι επανορθωτικός υπό την έννοιαν ότι αυτή ισοδυναμεί με αποκατάστασιν (retroactivite par equivalence) και αντιδιαστέλλεται της αποζημιώσεως ως κυρώσεως δια την μηυ εκτέλεσιν της ακυρωτικής αποφάσεως. Πάντω και εν προκειμένω η υποχρέωσις προς αποζημίωσιν δεν είναι αυτόματος και αυτοδικαία, διότι είναι δυνατόν πχ η διοίκησις να υποστηρίξη ότι ουδεμία ζημιά επροξενήθη από την ακυρωθείσαν πράξιν». Νομικό έρεισμα της παρούσας διαδικασίας είναι το Άρ. 146.6 του Συντάγματος το οποίο στο βαθμό που είναι σχετικό ορίζει: «Άρθρο 146
- Παν πρόσωπον ζημιωθέν εξ΄ αποφάσεως ή πράξεως ή παραλείψεως κηρυχθείσης άκυρου κατά την τέταρτην παράγραφον του παρόντος άρθρου δικαιούται, εφ΄ όσον η αξίωσις αυτού δεν ικανοποιηθή υπό του περί ου πρόκειται οργάνου, αρχής ή προσώπου, να επιδιώξη δικαστικώς αποζημίωσιν ή άλλην θεραπείαν επί τω τέλει, όπως επιδικασθή εις τούτο δίκαια και εύλογος αποζημίωσις καθοριζόμενη υπό του δικαστηρίου ή παρασχεθή εις τούτο άλλη δίκαια και εύλογος θεραπεία ήν το δικαστήριον έχει την εξουσία να παράσχη». Στην πρόσφατη απόφαση Savvas & Leonidas Motors Ltd v. Γενικός Εισαγγελέας, Πολιτική Έφεση 400/2008/30.4.2012, έχουν τεθεί οι προϋποθέσεις που δίδουν δικαίωμα αποζημίωσης στον ενάγοντα: «(α) Να έχει υπέρ του ακυρωτική απόφαση. (β) Να έχει απευθυνθεί στην Διοίκηση για ικανοποίηση του αιτήματος και συμμόρφωση προ της ακυρωτικής απόφαση. (γ) Αν δεν ικανοποιηθεί τότε μπορεί να εγείρει αγωγή. (δ) Η ζημιά που διεκδικείται πρέπει να προκύπτει άμεσα από την απόφαση που ακυρώθηκε». Στην Εγγλεζάκη κ.α. ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας,
(1992)1 ΑΑΔ 697, το Επαρχιακό Δικαστήριο απέρριψε την αγωγή για αποζημίωση δυνάμει του Άρ. 146
(6)γιατί μετά την εξαφάνιση της ακυρωθείσας πράξης και επανεξέταση του θέματος αποκαταστάθηκε η νομιμότητα χωρίς να αφεθούν οποιαδήποτε κατάλοιπα ζημιάς στις αιτήτριες. Το Εφετείο επεκύρωσε τη πρωτόδικη απόφαση. Αφού πρώτα έθεσε το ερώτημα κατά πόσο «μετά την επανόρθωση και αποκατάσταση της νόμιμης τάξης πραγμάτων, οι αιτήτριες υπέστησαν οποιαδήποτε ζημιά», στη συνέχεια έκαμε αναφορά στη σχετική νομολογία και συνόψισε ως εξής τις αρχές που προκύπτουν από τη νομολογία. «1) Όπως το κείμενο του άρθρου 146.6 υποδηλώνει, και η νομολογία βεβαιώνει, η ακύρωση διοικητικής απόφασης δε θεμελιώνει αφ' εαυτής δικαίωμα για αποζημίωση από πολιτικό δικαστήριο. Δικαίωμα για αποζημίωση εγείρεται εφ΄ όσον η αξίωσις αυτού δεν ικανοποιηθή υπό του περί ου πρόκειται οργάνου, αρχής ή προσώπου. 2) Η αποκατάσταση της τρωθείσας νομιμότητας, όπως διαπιστώνεται στην αναθεωρητική ακυρωτική απόφαση, αποτελεί ευθύνη του αρμόδιου διοικητικού οργάνου στο πεδίο του δημόσιου δικαίου. Παράλειψη αποκατάστασης της νομιμότητας με την εξαφάνιση της πράξης, συνιστά παράλειψη εκπλήρωσης υποχρέωσης που θέτει το άρθρο 146.5 του Συντάγματος που επιβάλλει την ενεργό συμμόρφωση με την ακυρωτική απόφαση, και συνιστά παράλειψη υποκείμενη σε αναθεώρηση βάσει του άρθρου 146.1. Στην προκείμενη περίπτωση, η Διοίκηση συμμορφώθηκε με την εξαφάνιση της πράξης και την επανεξέταση της ακυρωθείσας απόφασης. Η μη αμφισβήτηση της νέας απόφασης, σε συνδυασμό με το τεκμήριο της νομιμότητας, επισφραγίζουν το πλαίσιο της νομιμότητας αναφορικά με τη διοικητική λειτουργία. Δικαίωμα για αποζημίωση εγείρεται αν, παρά την αποκατάσταση της νομιμότητας, προέκυψε ζημία, η οποία δεν είχε ικανοποιηθεί, από την αρμόδια διοικητική αρχή. Στην προκείμενη περίπτωση δεν προέκυψε καμιά ζημιά γιατί οι εφεσείουσες δεν ήταν, βάσει του γραπτού διαγωνισμού, μεταξύ των εισακτέων φοιτητών». Η απόφαση του Εφετείου κατέληξε ως εξής: «Κάτω από οποιοδήποτε πρίσμα κι΄ αν ήθελε κριθεί η απαίτηση των εφεσειουσών για αποζημιώσεις, αυτή ήταν καταδικασμένη σε αποτυχία. Για να επιτύχουν έπρεπε να είχαν αποδείξει ότι, παρά το γεγονός ότι δεν είχαν δικαίωμα εισδοχής στην Παιδαγωγική Ακαδημία το 1984, υπέστησαν ζημία η οποία δεν έχει ικανοποιηθεί. Η απαίτησή τους στηρίχθηκε ουσιαστικά στην απώλεια του δικαιώματος για εισδοχή το 1984, και στις συνέπειες που προέκυψαν από τη μη εισδοχή τους. Εφόσον διαπιστώθηκε ότι δεν είχαν δικαίωμα να εισαχθούν το 1984, το βάθρο της απαίτησής τους κατέρρευσε». Η Εγγλεζάκη (πιο πάνω), έχει υιοθετηθεί στη Νικόλας ν. Δημοκρατίας,
(2001)1 ΑΑΔ 983, στην οποία η αξίωση για αποζημίωση απορρίφθηκε από το Πρωτόδικο Δικαστήριο γιατί ήταν άγνωστο κατά πόσο είχε λάβει χώραν επανεξέταση ύστερα από την ακυρωτική απόφαση, ως καταφαίνεται από το πιο κάτω απόσπασμα της Πρωτόδικης απόφασης. «Μετά την έκδοση της ακυρωτικής απόφασης από το Ανώτατο Δικαστήριο η διοίκηση είχε υποχρέωση με βάση το Άρθρο 146.6 του Συντάγματος να πάρει μέτρα διορθωτικά της κατάστασης. Είναι άγνωστο στην παρούσα υπόθεση αν υπήρξε κάτι τέτοιο. Άγνωστο επίσης στην περίπτωση που υπήρξε εξέταση ποιό το αποτέλεσμα. Δεν υπάρχει καμιά αναφορά γι΄ αυτές τις εξελίξεις στην έκθεση απαίτησης. Ούτε όμως και αν δεν υπήρξαν εξελίξεις». Η πλειοψηφία του Εφετείου υιοθέτησε το πιο πάνω σκεπτικό και επικύρωσε την Πρωτόδικη προσέγγιση. Αυτό που έχει οδηγήσει στην απόρριψη της αξίωσης στην Νικόλας (πιο πάνω), και αυτό που τη διακρίνει από την παρούσα υπόθεση είναι το γεγονός ότι στην Νικόλας, δεν είχε διευκρινισθεί κατά πόσο είχε λάβει χώραν ή όχι επανεξέταση. Στην παρούσα υπόθεση έχει διευκρινισθεί. Επομένως η παρούσα διακρίνεται από την Νικόλας, λόγω αυτού του γεγονότος. Δικαίωμα προσφυγής κατά της άρνησης ή παράλειψης της διοίκησης να συμμορφωθεί με την ακυρωτική απόφαση έχει επιχειρήσει να ασκήσει ο ανεπιτυχών προσφοροδότης στην Laos Bros Ltd v. Δημοκρατίας, Υποθ. 561/2005/7.8.2006, με το πιο κάτω αιτητικό: «Δήλωση του Δικαστηρίου ότι η παράλειψη και ή άρνησή του να συμμορφωθεί με την ακυρωτική απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου ημερ. 04.11.2003 στην Προσφυγή 1085/2001 των Αιτητών εναντίον του Καθ΄ ου η αίτηση είναι άκυρη και εστερημένη έννομου αποτελέσματος και ότι παραλήφθηκε έπρεπε να είχε εκτελεστεί». Το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι δεν υπήρχαν περιθώρια επιτυχίας της Προσφυγής. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα: «Η επανεξέταση του θέματος της κατακύρωσης της προσφοράς σε συμμόρφωση με την ακυρωτική απόφαση στην Προσφυγή 1085/2001 με την έννοια της κατακύρωσης της προσφοράς, είτε στην αιτήτρια είτε σε οποιοδήποτε άλλο προσφοροδότη θα είχε όντως θεωρητικό και μονό χαρακτήρα εφόσον οι μηχανολογικές εγκαταστάσεις έχουν ήδη ολοκληρωθεί». Παρομοίως και στην παρούσα υπόθεση η προσφορά είχε κατακυρωθεί σε άλλους εισαγωγείς οι οποίοι είχαν εισάξει την επίδικη ποσότητα. Στην Costas Tsakistos v. The Attorney - General of the Republic Etc,
(1969)1 CLR 355, το Ανώτατο Δικαστήριο υιοθέτησε την απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου ως σωστή έκφραση των αρχών του δικαίου, επί του προκείμενου. Το Δικαστήριο, αφού αναφέρθηκε στο επιτακτικό καθήκον, που επιβάλλει η παράγραφος 5, του Άρθρου 146 του Συντάγματος, στην αρμόδια αρχή να συμμορφωθεί με την ακυρωτική απόφαση του Δικαστηρίου, έθεσε τα ακόλουθα δύο ερωτήματα, κρίσιμα, προς διαπίστωση ύπαρξης δικαιώματος αποζημιώσεως: «A. Has the appropriate organ or authority of the Republic given effect to and acted upon the decision of the Supreme Court, and B. If the answer to A. hereinabove is in the negative, then what is the amount of the just and equitable compensation payable in the circumstances». Στην παρούσα υπόθεση η απάντηση στο ερώτημα Α είναι αρνητική. Επομένως αυτό που πρέπει να αποφασισθεί είναι το ποσό της δίκαιης αποζημίωσης. Αυτό έχει συμφωνηθεί στο ποσό των €102.806,
- Στην παρούσα υπόθεση ισχύουν απόλυτα οι προϋποθέσεις (α), (β) και (γ) που τέθηκαν στη Savvas & Leonidas Motors Ltd (πιο πάνω). Αναφορικά με την προϋπόθεση (δ) - κατά πόσο η ζημιά που διεκδικείται προκύπτει άμεσα από την απόφαση που ακυρώθηκε - πρέπει να λεχθεί ότι στην υπό κρίση υπόθεση δεν έγινε επανεξέταση και έτσι δεν δόθηκε ευκαιρία για αποκατάσταση της τρωθείσας νομιμότητας. Επομένως στην παρούσα υπόθεση δεν μπορεί να τεθεί το ερώτημα το οποίο τέθηκε στην Εγγλεζάκη (πιο πάνω), ήτοι «κατά πόσο μετά την επανόρθωση και αποκατάσταση της νόμιμης τάξης πραγμάτων η Ενάγουσα έχει υποστεί οποιαδήποτε ζημιά». Η απόφαση της Διοίκησης έχει ακυρωθεί για λόγους ουσίας, ήτοι λόγω παράβασης των διατάξεων του Νόμου 49/
- Εάν η ακύρωση οφειλόταν σε τυπικούς λόγους ήτοι έλλειψη αιτιολογίας η διοίκηση μπορούσε να εκδώσει απόφαση του αυτού περιεχομένου με νέα αιτιολογημένη απόφαση. Στην παρούσα υπόθεση είναι εντελώς άγνωστο ποιά θα ήταν η απόφαση της Διοίκησης εάν εξέταζε την προσφορά της ενάγουσας στη βάση των επιταγών του Νόμου 49/
- Το κυρίαρχο ζήτημα είναι ότι δεν έχει αποκατασταθεί η νομιμότητα. Επί του προκείμενου επανέρχομαι στα νομολογηθέντα στην Petrides (πιο πάνω), στην οποία λέχθηκε ότι «η αποκατάσταση πρέπει να είναι πλήρης ήτοι να περιλαμβάνει πάντα τα ζημιούντα τον προσφυγόντα αποτελέσματα της πράξεως εξ αρχής». Στην παρούσα υπόθεση όχι μόνο δεν έχει λάβει χώραν πλήρης αποκατάσταση αλλά δεν έχει λάβει χώραν ούτε μερική αποκατάσταση. Η ενάγουσα λόγω της παρανομίας της ακυρωθείσας απόφασης έχει στερηθεί της ευκαιρίας να εισάξει μια ποσότητα φιλέτων με μειωμένο δασμό και επομένως έχει υποστεί ζημιά γιατί έχει στερηθεί του κέρδους το οποίο θα αποκόμιζε από την εισαγωγή. Κατά συνέπεια απουσιάζει παντελώς η πλήρης αποκατάσταση η οποία να περιλαμβάνει πάντα τα ζημιούντα την ενάγουσα αποτελέσματα της πράξης αυτής. Σε τέτοια περίπτωση την απάντηση την έχει δώσει η νομολογία. Σύμφωνα με την Petrides (πιο πάνω), η Διοίκηση δεν μπορεί να αμφισβητήσει την υποχρέωσή της «προς αποζημίωσιν» στην περίπτωση που η αποκατάσταση είναι εκ των πραγμάτων αδύνατη, όπως στην παρούσα υπόθεση. Στο ίδιο αποτέλεσμα καταλήγουμε εάν εφαρμόσουμε την προσέγγιση της Θεοχαροπούλου (πιο πάνω), σύμφωνα με την οποία όπου υπάρχει αντικειμενική αδυναμία εκτελέσεως της απόφασης in natura η έννοια της αποκαταστάσεως θα πρέπει να περιορίζεται σε χρηματική αποζημίωση όταν, όμως, υπάρξει ζημιά και εφόσον συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις προς αποζημίωση. Στην παρούσα υπόθεση συντρέχουν οι πρώτες τρεις προϋποθέσεις της Savvas & Leonidas Motors Ltd (πιο πάνω). Πρόσθετα όμως η ενάγουσα έχει στερηθεί του κέρδους το οποίο θα αποκόμιζε από την επίδικη εισαγωγή. Περαιτέρω οι ζημιές και για τις τρεις υποθέσεις έχουν συμφωνηθεί στο ποσό των €102.806,54 και έχουν δηλωθεί ως παραδεκτό γεγονός. Αναφορικά με την μη επανεξέταση του θέματος ύστερα από την ακυρωτική απόφαση, ενόψει της αντικειμενικής αδυναμίας επανεξέτασης ή τυχόν προσφυγή κατά της παράλειψης επανεξέτασης δεν θα είχε προοπτική επιτυχίας (βλ. Laos Bros (πιο πάνω)). Στην παρούσα υπόθεση η διοίκηση στην υπεράσπισή της έχει προβάλει τους πιο κάτω ισχυρισμούς: «
- Ο εναγόμενος δεν έκανε επανεξέταση, οπότε χωρίς αυτή δεν δίναται να διαπιστωθεί εάν υφίσταται ζημιά ο ενάγοντας, καθότι από τους 300 τόνους οι οποίοι διανεμήθηκαν σε 11 εισαγωγείς δεν είναι βέβαιο ότι ο ενάγοντας θα αποτελούσε τον 12ο εισαγωγέα, ούτως ώστε διαιρούμενοι οι 300 τόνοι με τον αριθμό 12 να κατέληγε ότι ο αριθμός 25 τόνων, είναι αυτός που αντιστοιχεί στο δικαίωμα του ενάγοντα.
- Εάν εγίνετο επανεξέταση, σύμφωνα με την ακυρωτική απόφαση, η πιθανή εξαφάνιση της ετεροβαρούς προτίμησης προς τους παραδοσιακούς εισαγωγείς δεν σημαίνει ότι θα συμπεριλάμβανε τον ενάγοντα ως τον 12ο εισαγωγέα, καθότι είναι πιθανή και η συμμετοχή κι άλλων εισαγωγέων.
- Περαιτέρω, από το σύνολο των 300 τόνων η ποσόστωση δεν κατανεμήθηκε ίσα ανάμεσα στους παραδοσιακούς εισαγωγείς και ανάμεσα στους νέους εισαγωγείς, ούτως ώστε να γίνεται η διαίρεση με συγκεκριμένο αριθμό.
- Περαιτέρω, αν γινόταν ανοικτή πρόσκληση σε όλους τους ενδιαφερόμενους χωρίς κριτήρια και ποσόστωση κανείς δεν γνωρίζει πόσοι θα ήταν αυτοί και επομένως ο αριθμός 12 που ισχυρίζεται ο ενάγοντας δεν ευσταθεί.
- Οι ισχυρισμοί του ενάγοντα στηρίζονται σε τυχόν διαφυγόν κέρδος και όχι σε πραγματική ζημιά η οποία χωρίς να προηγηθεί επανεξέταση δεν δύναται να γνωρίζει ποιά θα ήταν.
- Ο εναγόμενος αρνείται τις αξιώσεις του ενάγοντα που περιέχονται στην παράγραφο 17 της έκθεσης απαίτησης με στοιχεία (α) και (β), καλεί δε τον ενάγοντα σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών του και περαιτέρω ισχυρίζεται ότι: (α) Ο αιτητής δεν πληρούσε τα κριτήρια καθότι δεν είχε πραγματοποιήσει εισαγωγές φιλέτων ή άλλων βοδινών κρεάτων. (β) Η ποσόστωση δεν κατανεμήθηκε ίσα ανάμεσα στους δικαιούχους. (γ) Δεν διεφάνη οποιαδήποτε ζημιά στον ενάγοντα. (δ) Δεν έχει προηγηθεί επανεξέταση της ακυρωτικής απόφασης». Η Ενάγουσα δεν ευθύνεται για τη μη επανεξέταση. Εάν ελάμβανε χώρα επανεξέταση και η έκβασή της ήταν δυσμενής για την ενάγουσα, η τελευταία θα είχε την ευκαιρία να προσβάλει τη νομιμότητά της με προσφυγή δυνάμει του Άρθρου 146.1 του Συντάγματος, οπόταν θα προέκυπτε πλήρης διευκρίνιση των δικαιωμάτων της. Εφόσον δεν έλαβε χώρα επανεξέταση, και μάλιστα χωρίς υπαιτιότητα της ενάγουσας, και εφόσον η ενάγουσα δεν έχει την ευκαιρία να προσβάλει τη νομιμότητα της απόφασης που θα λαμβανόταν ύστερα από την επανεξέταση, η διοίκηση δεν μπορεί να ισχυρίζεται ότι δεν είναι βέβαιο ότι το αίτημα της ενάγουσας θα εγκρινόταν. Εφόσον η απουσία επανεξέτασης δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα της ενάγουσας, η διοίκηση δεν νομιμοποιείται να οικοδομήσει επί της δικής της παρανομίας. Αναφορικά με την παράγραφο 14(α) της υπεράσπισης (ο αιτητής δεν πληρούσε τα κριτήρια καθότι δεν είχε πραγματοποιήσει εισαγωγές φιλέτων ή άλλων βοδινών κρεάτων), πρέπει να διασαφηνιστεί ότι ο εν λόγω ισχυρισμός αποτελούσε τη βάση της ακυρωθείσας πράξης. Η ακύρωση πράξης συμπαρασύρει σε εξαφάνιση και τον εν λόγω ισχυρισμό. Οι εναγόμενοι έχουν δώσει ορισμένους λόγους για τη μη επανεξέταση για να αποκατασταθεί η τρωθείσα νομιμότητα. Οι λόγοι που δόθηκαν από τους εναγομένους για τη μη επανεξέταση, ως καταγράφονται στην παράγραφο 10 των παραδεκτών γεγονότων, και ήταν ως εμφαίνονται στην επιστολή της Νομικής Υπηρεσίας ημερομηνίας 19.10.06 προς το Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού: «
- Τα γεγονότα που περιβάλλουν τα ευρήματα του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην ακυρωτική απόφαση.
- Η ένταξη της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση». Τα ευρήματα του Ανωτάτου Δικαστηρίου όμως, όπως έχουν παρατεθεί ανωτέρω είναι ότι: «. . . η νομική θέση διέπετο σαφώς από το Νόμο 49/62 και τους δυνάμει τούτου θεσπιθέντες Κανονισμούς και όχι από τον Κανονισμό 980/2000 της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ως εκ τούτου κρίνω ότι το Υπουργείο κακώς και χωρίς νομικό έρεισμα καθόρισε κριτήρια που στην ουσία ήταν εξωγενή και αντιβαίνοντα προς τις νομοθετικές πρόνοιες του Νόμου 49/62». Το πιο πάνω συμπέρασμα, τα ευρήματα όπως τα καλούν οι εναγόμενοι, δεν εμπόδιζε τους εναγόμενους να προβούν σε επανεξέταση στη βάση του ορθού νομικού πλαισίου εφόσον το εν λόγω πλαίσιο, ο Νόμος 49/62, βρισκόταν σε ισχύ. Ούτε η ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση εμπόδιζε την επανεξέταση αφού η απόφαση στην Προσφυγή 347/2003 εκδόθηκε στις 19/02/2004, ενώ η Κύπρος έγινε μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις 30/04/
- Επομένως οι εναγόμενοι είχαν στη διάθεσή τους χρόνο 70 ημερών, από τις 19/02/2004 μέχρι τις 30/04/2004, να προβούν στην επανεξέταση στη βάση του Νόμου 49/62 ο οποίος, σύμφωνα με την ακυρωτική απόφαση αποτελούσε το ορθό νομικό πλαίσιο. Παρά ταύτα οι εναγόμενοι δεν είχαν προχωρήσει στην επανεξέταση. Επέλεξαν να ασκήσουν έφεση για να την αποσύρουν στις 09/10/2006 γιατί, όπως προκύπτει από τα παραδεκτά γεγονότα (παράγραφος 10), δεν υπήρχε δυνατότητα επιτυχίας της. Από τα πιο πάνω προκύπτουν τα εξής:
- Οι ενάγοντες έχουν εξασφαλίσει μια ακυρωτική απόφαση.
- Οι εναγόμενοι, ως όφειλαν, δεν έχουν προβεί σε επανεξέταση για να αποκατασταθεί η νομιμότητα μέσα από την έγκριση του αιτήματος των αιτητών ή μέσα από την λήψη μιας νόμιμης απόφασης.
- Οι λόγοι για τη μη επανεξέταση δεν ευσταθούν. Έστω, όμως, και να ευσταθούσαν, αυτό που έχει σημασία είναι η αποκατάσταση της τρωθείσας νομιμότητας. Αυτή δεν έχει αποκατασταθεί και οι ενάγοντες δεν ευθύνονται με οποιοδήποτε τρόπο για τη μη αποκατάσταση. Στην παρούσα υπόθεση ισχύουν απολύτως τα όσα έχουν λεχθεί στις σελ. 35-36 της Petrides (πιο πάνω): «We are not concerned here with what is known to the English law as "special damage". We are clearly dealing with a provision giving to the citizen the right to claim an award of general damages to be assessed by the civil court, to compensate him for the failure of the public authority to deal with and decide according to law, his case, in their hands, by reason of their competence in the State; and to put him as near as it may be done, in the position in which he would have been, had the law been properly applied by the authority concerned. Σε μετάφραση: «Δεν εξετάζουμε εδώ αυτό που είναι γνωστό στο Αγγλικό Δίκαιο "ως ειδική ζημιά". Σαφώς ασχολούμεθα με διάταξη η οποία παρέχει στο διοικούμενο το δικαίωμα να αξιώνει επιδίκαση γενικών αποζημιώσεων που θα καθορισθούν από το Πολιτικό Δικαστήριο για την παράλειψη της Δημόσιας Αρχής να εξετάσει και να αποφασίσει επί της υποθέσεώς του σύμφωνα με το Νόμο λόγω της αρμοδιότητάς της στην Πολιτεία και να τον θέσει όσο είναι δυνατό στη θέση που θα βρισκόταν εάν ο Νόμος εφαρμοζόταν σωστά από την αρμόδια αρχή». Υπάρχουν δύο παραλείψεις της διοίκησης «to deal with and decide according to Law» την υπόθεση της ενάγουσας. Η απόρριψη της προσφοράς της και η παράλειψή της να αποκαταστήσει τη νομιμότητα. Το Άρθρο 146
(1)του Συντάγματος διασφαλίζει το δικαίωμα Προσφυγής στο Δικαστήριο κατά αποφάσεων και παραλείψεων οποιουδήποτε οργάνου που ασκούν εκτελεστική ή διοικητική λειτουργία. Το Άρθρο 146
(5)του Συντάγματος υποχρεώνει σε ενεργό συμμόρφωση όλα τα Δικαστήρια, όργανα και αρχές της δημοκρατίας προς την απόφαση που εκδίδεται σε μια Προσφυγή. Το Άρθρο 146
(6)του Συντάγματος διασφαλίζει το δικαίωμα του διοικουμένου να επιδιώξει δικαστικώς αποζημίωση εφόσον έχει ζημιωθεί από απόφαση ή παράλειψη που έχει κηρυχθεί άκυρη. Στην παρούσα υπόθεση η προσβαλλόμενη πράξη έχει κηρυχθεί παράνομη λόγω παραβίασης του Νόμου 49/
- Λόγω αντικειμενικής αδυναμίας η Διοίκηση δεν μπορεί να επανεξετάσει το θέμα και να αποκαταστήσει τη νομιμότητα. Για το λόγο αυτό δεν έχει εκδοθεί απόφαση της Διοίκησης στη βάση του ορθού νομικού πλαισίου, ήτοι του Νόμου 49/
- Η ενάγουσα έχει κάμει χρήση των μέσων που της παρέχει το Δίκαιο για διεκδίκηση των δικαιωμάτων της, ήτοι: 1) Έχει ασκήσει προσφυγή δυνάμει του Άρθρου 146.1 του Συντάγματος. 2) Έχει πετύχει ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης, και 3) Εφόσον, λόγω της ακυρωθείσας πράξης, έχει υποστεί ζημιά και δεν έχει ικανοποιηθεί η αξίωσή της έχει προσφύγει στο Πολιτικό Δικαστήριο. Απόρριψη της αγωγής θα έχει σαν συνέπεια να καταστήσει ανενεργό και αναποτελεσματικό το δικαίωμα προσφυγής που κατοχυρώνεται από το Άρθρο 146.1 του Συντάγματος. Εδώ ένας πολίτης έχει πετύχει ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης για λόγους ουσίας. Η υπόθεσή του δεν επανεξετάστηκε από τη Διοίκηση για να αποκατασταθεί η νομιμότητα. Προς τι λοιπόν η άσκηση προσφυγής, η ταλαιπωρία και η δαπάνη εάν δεν δικαιωθεί στη βάση του Άρθρου 146
(6)του Συντάγματός; Απόρριψη της αξίωσης στην παρούσα υπόθεση θα καθιστούσε ανενεργό και αναποτελεσματικό το Άρθρο 146
(1)του Συντάγματος αλλά και θα εξίσωνε την ακυρωτική απόφαση με επιταγή χωρίς αντίκρισμα. Πρόσθετα θα είχε ως αποτέλεσμα να καταστήσει απολύτως μάταιες την ακυρωτική απόφαση και τη δικαστική διαδικασία. Ωστόσο, καθώς έχει νομολογηθεί, τα Δικαστήρια «δεν πράττουν επί ματαίω» (βλ. Μαυρονικόλα κ.ά. ν. Φοινιώτη κ.ά.,
(1997)1 ΑΑΔ 1659). Οι αγωγές αποσυνενώνονται. Για όλους τους πιο πάνω λόγους εκδίδεται απόφαση προς όφελος του ενάγοντα και εναντίον του εναγομένου ως ακολούθως: Στην αγωγή 1664/07 για το ποσό των €41.792,
- Στην αγωγή 1665/07 για το ποσό των €19.648,
- Στην αγωγή 1666/07 για το ποσό των €41.365,
- Επιπλέον επιδικάζονται έξοδα προς όφελος του ενάγοντα και εναντίον του εναγομένου όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή (ένα σετ εξόδων) και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............ Μ. Παπαμιχαήλ, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ΜΠ΄μ/ΜΗ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο