Αννούλας Βασιλείου ν. Αικατερίνης Κώστα Αντωνίου κ.α., Συνεκδικαζόμενες Αιτήσεις / Εφέσεις 164/05 και 165/05, 29/10/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:A371 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Μαθηκολώνη, Ε.Δ. Συνεκδικαζόμενες Αιτήσεις / Εφέσεις 164/05 και 165/05 Αίτηση/Έφεση 164/2005 Αναφορικά με τον Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμησης) Νόμο, Κεφ.224 και τους Τροποιητικούς Νόμους 3/60 μέχρι 123(Ι)/2001 Μεταξύ : Αννούλας Βασιλείου εκ Κακοπετριάς Εφεσείουσας-Αιτήτριας και
- Αικατερίνης Κώστα Αντωνίου εκ Κακοπετριάς
- Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας Εφεσιβλήτων -Καθ'ων η αίτηση Αίτηση/Έφεση 165/2005 Αναφορικά με τον Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμησης) Νόμο, Κεφ.224 και τους Τροποιητικούς Νόμους 3/60 μέχρι 123(Ι)/2001 Μεταξύ : Αννούλας Βασιλείου εκ Κακοπετριάς Εφεσείουσας-Αιτήτριας και
- Γεώργιου Ιωάννη Σκώττη
- Αριστοτέλη Ιωάννη Σκώττη
- Αριστείδη Ιωάννη Σκώττη
- Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας Εφεσιβλήτων-Καθ' ων η αίτηση Ημερομηνία: 29 Οκτωβρίου 2013 Για την Εφεσείουσα-Αιτήτρια στην Αίτηση Έφεση 164/2005 και 165/05: κ. Α. Χ''Ιωάννου και κ. Δ. Ιωαννίδης. Για την Εφεσίβλητη-Καθ'ης η αίτηση 1 στην Αίτηση/Έφεση 164/05: κ. Π Παπαγεωργίου. Για τους Εφεσίβλητους-Καθ'ων η αίτηση 1-3 στην Αίτηση/Έφεση 165/05: κ. Χρ. Ιωάννου. ΑΠΟΦΑΣΗ Η Εφεσείουσα/Αιτήτρια (στο εξής καλούμενη «η αιτήτρια») στις 17/3/2005 καταχώρησε τις ως άνω Αιτήσεις/Εφέσεις ζητώντας από το Δικαστήριο στην μεν 164/05: « Α. Διαταγήν του Δικαστηρίου που να ακυρώνει την απόφαση του Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας η οποία εκοινοποιήθη στην αιτήτρια την 22/2/2005 με αρ. ΑΧ4044/02, δια της οποίας απεφάσισε ότι η έκταση γης που σημειώνεται με κίτρινο χρώμα στο σχέδιο που είναι επικολλημένο στο πίσω μέρος της ειδοποίησης, αποτελεί μέρος του ακινήτου με αρ. τεμαχίου 1336 του Κυβερνητικού Σχεδίου 37/21 σε κλίμακα 1:5000 και είναι μέρος της εγγραφής 5277 στο όνομα της καθ' ης η αίτηση
- Β. Διαταγή του Δικαστηρίου ότι η πιο πάνω αναφερόμενη έκταση ανήκει στην αιτήτρια, ιδιοκτήτρια του τεμαχίου 1338 με αρ. εγγραφής
- Γ. Οιανδήποτε άλλη διαταγή ήθελε αποφασίσει το Δικαστήριο. Δ. Έξοδα και Φ.Π.Α. », στην δε 165/05: « Α. Διάταγήν του Δικαστηρίου που να ακυρώνει την απόφαση του Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας η οποία εκοινοποιήθη στην αιτήτρια την 22/2/2005 με αρ. ΑΧ1328/99, δια της οποίας απεφάσισε ότι η έκταση γης που σημειώνεται με κίτρινο χρώμα στο σχέδιο που είναι επικολλημένο στο πίσω μέρος της ειδοποίησης, αποτελεί μέρος του ακινήτου με αρ. τεμαχίου 1335 του Κυβερνητικού Σχεδίου 37/21 σε κλίμακα 1:5000 και είναι μέρος της εγγραφής 5276 στο όνομα των καθ' ων η αίτηση 1, 2 και
- Β. Διαταγή του Δικαστηρίου ότι η πιο πάνω αναφερόμενη έκταση ανήκει στην αιτήτρια, ιδιοκτήτρια του τεμαχίου 1338 με αρ. εγγραφής
- Γ. Οιανδήποτε άλλη διαταγή ήθελε αποφασίσει το Δικαστήριο. Δ. Έξοδα και Φ.Π.Α. » Με απλά λόγια η αιτήτρια με τις δύο αυτές Αιτήσεις/Εφέσεις που καταχώρησε αμφισβητεί αντίστοιχα και για τους ίδιους λόγους δύο ξεχωριστές αποφάσεις[1] του Διευθυντή Κτηματολογίου και Χωρομετρίας (στο εξής καλούμενου «Διευθυντή»), οι οποίες σχετίζονται με τη συνοριακή διαφορά που ανέκυψε στο δυτικό σύνορο του τεμαχίου της αιτήτριας (τεμ. 1338), το οποίο εφάπτεται και συνορεύει με το ακίνητο της εφεσίβλητης 1 στην 164/05 αφ΄ενός (τεμ. 1336), και το ακίνητο των εφεσιβλήτων 1-3 στην 165/05 αφ' ετέρου (τεμ.1335) και οι οποίες αποφάσεις του Διευθυντή στηρίχθηκαν και οι δύο στη χωρομετρική εργασία του ίδιου χωρομέτρη ο οποίος και στις δύο περιπτώσεις (παρ' όλο ότι διενήργησε την επιτόπια εξέταση σε διαφορετικές ημερομηνίες σε σχέση με κάθε σύνορο), ενήργησε με το ίδιο σκεπτικό και με τον ίδιο τρόπο για καθορισμό των αντίστοιχων συνόρων. Εξ ου και στις 10/1/2012 εκδόθηκε εκ συμφώνου διάταγμα Δικαστηρίου με το οποίο διατάχθηκε η συνένωση των πιο πάνω αιτήσεων σε σχέση με όλα τα επίδικα θέματα. Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι οι πιο πάνω Αιτήσεις/Εφέσεις δεν προωθήθηκαν τελικώς κατά του Διευθυντή (καθ' ου 2 και 4 αντίστοιχα στις πιο πάνω Αιτήσεις/Εφέσεις), εναντίον του οποίου αποσύρθηκαν πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας. Και οι δύο πιο πάνω αναφερόμενες Αιτήσεις/Εφέσεις έχουν την ίδια νομική βάση και συγκεκριμένα στηρίζονται στον Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμο, Κεφ.224 και στους τροποποιητικούς αυτού νόμους άρθρα 80, 50, 50Α, 55, 58, 60 και 75, στους εκδοθέντες κανονισμούς, στο άρθρο 23 του Συντάγματος και στις Γενικές και Συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Περαιτέρω ως έχει ήδη αναφερθεί και οι δύο αιτήσεις/εφέσεις στηρίζονται στους ίδιους λόγους έφεσης με μόνες διαφορές την αναφορά στον Διευθυντή, που αναφέρεται ως καθ' ου 4 στην 165/05 αντί καθ' ου 2 που είναι ο Διευθυντής στην 164/05, ως και την αναφορά στα ακίνητα που αφορούν τους εφεσίβλητους-καθ' ων η αίτηση στην κάθε αίτηση (το ακίνητο της καθ' ης 1 στην 164/05 έχει αριθμό εγγραφής 5277 (τεμάχιο 1336) Φ/Σχ3721 στην Κακοπετριά, ενώ το ακίνητο στο οποίο είναι συνιδιοκτήτες κατά 1/3 μερίδιο οι καθ' ων 1,2 και 3 στην 165/05 έχει αρ. εγγραφής 5276 (τεμάχιο 1335) Φ/Σχ3721 Κακοπετριά). Ως εκ των ανωτέρω θα προχωρήσω στην παράθεση των λόγων έφεσης ως αυτοί καταγράφονται στην Αίτηση/Έφεση 164/05, οι οποίοι είναι με βάση και τα όσα έχουν πιο πάνω αναφερθεί, κατ' αναλογία οι ίδιοι και στην Αίτηση/Έφεση 165/05: «
- Ο καθ' ου 2 εσφαλμένα και παράνομα έκρινε ότι η έκτασης γης που σημειώνεται με κίτρινο χρώμα στην ειδοποίηση του ημερ. 22/2/2005, αποτελεί μέρος του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 5277 (τεμάχιο 1336) ιδιοκτησίας της καθ' ης η αίτηση 1 και όχι μέρος του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 5166, (τεμάχιο 1338) ιδιοκτησίας της αιτήτριας. 2.Η απόφαση του καθ' ου η αίτηση 2 είναι άκυρη, νομικά αστήρικτη και αποτελεί υπέρβαση και κατάχρηση εξουσίας. 3.Η απόφαση του καθ' ου η αίτηση 2 δεν είναι αιτιολογημένη. 4.Με την απόφαση του καθ' ου η αίτηση 2 η έκταση του ακινήτου με αρ. εγγραφής 5166 (τεμάχιο 1338 του Φύλλου/Σχεδίου 37/21 μειώνεται κατά μισό προστάθιο, από την έκταση που καλύπτεται από τον τίτλο. 5.Ο καθ' ου η αίτηση αρ. 2 δεν έλαβε υπόψη τα παλαιά ορόσημα που ευρίσκοντο και κατεδείκνυαν την γραμμή των συνόρων. 6.Ο καθ' ου η αίτηση αρ. 2 δεν έλαβε υπόψη τη συμφωνία ημερομηνίας 29/10/1953 μεταξύ της προηγούμενης ιδιοκτήτριας του ακινήτου με αρ. εγγραφής 5166 (τεμ. 1338) και του Συμβουλίου Βελτιώσεως της Περιοχής Κακοπετριάς, όπου συμφωνήθη η ανέγερση ντεποζίτου νερού στο τεμάχιο
- 7.Ο καθ' ου η αίτηση αρ. 2 δεν έλαβε υπόψη ότι επί του τίτλου του ακινήτου με αρ. εγγραφής 5166 (τεμάχιο 1388) και εντός της έκτασης αυτού σημειώνεται το ντεπόζιτο νερού που αναφέρεται στην πιο πάνω συμφωνία. 8.Ο καθ' ου η αίτηση 2 και/ή οι αντιπρόσωποι του κατά την επιτόπια εξέταση δεν ετήρησαν τις υπό του νόμου προβλεπόμενες διαδικασίες σχετικά με τα δικαιώματα και την παρουσία της αιτήτριας.
- Ο καθ' ου η αίτηση αρ. 2 δεν έλαβε υπόψη την υπάρχουσα μαρτυρία ως προς τη χρήση των συνόρων την ύπαρξη μονοπατιού προς το κτήμα της αιτήτριας και την τοποθέτηση των πασσάλων της ηλεκτρικής.
- Ο καθ' ου η αίτηση 2 δεν έλαβε υπόψη τα σημεία που έχει ανεγερθεί η οικία της αιτήτριας επί του τεμαχίου με αρ. εγγραφής 5166(τεμάχιο 1388).
- Ο καθ' ου η αίτηση 2 δεν έλαβε υπόψη την προηγούμενη χαρτογράφηση της περιοχής.» Παρεμβάλλεται εδώ ότι η αναφορά σε τεμάχιο 1388 στους λόγους έφεσης 7 και 10 πιο πάνω θεωρώ ότι έγινε εκ παραδρομής, αφού καθ' όλη τη διάρκεια της διαδικασίας ήταν σαφές και αποδεκτό από όλες τις πλευρές ότι το τεμάχιο της αιτήτριας έχει αρ. 1338, όπως άλλωστε αναφέρεται και στους λόγους έφεσης 1 και 4 πιο πάνω. Η αίτηση/έφεση στην 164/05 καταχωρήθηκε υποστηριζόμενη αρχικά από μια ένορκη δήλωση και συγκεκριμένα την ένορκη δήλωση της αιτήτριας ημερ. 17/3/
- Στη συνέχεια και αφού μεσολάβησε ο τροποποιητικός Κανονισμός με Αριθμό 21, των περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Διαδικαστικών Κανονισμών του 1956, (ημερ. 10/11/2006) με τον οποίο αντικαταστάθηκε ο υφιστάμενος κανονισμός 10
(3)[2], και κατόπιν σχετικής άδειας καταχωρήθηκε συμπληρωματική ένορκος δήλωση από την αιτήτρια ημερ. 26/2/2007 ως και ένορκος δήλωση από τον Ρίκκο Μιχαηλίδη ημερ.14/2/2007 και τον Χριστόδουλο Μάρκου ημερομηνίας επίσης 14/2/
- Ο τελευταίος προέβη και σε συμπληρωματική ένορκη δήλωση ημερομηνίας 10/12/2012 κατόπιν και πάλιν σχετικής άδειας. Η ίδια πορεία ακολουθήθηκε και στην Αίτηση/Έφεση 165/05, με τη διαφορά ότι η αιτήτρια στην 165/05 δεν προέβη σε συμπληρωματική ένορκο δήλωση. Αναφορά στο περιεχόμενο των πιο πάνω ενόρκων δηλώσεων ως και των ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν τις ενστάσεις θα γίνει κατωτέρω στα πλαίσια ανάλυσης της μαρτυρίας. Στην αίτηση/έφεση 164/05 καταχωρήθηκε ένσταση με την οποία προβάλλονται οι εξής λόγοι: «1)Η επίδικη απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου ημερ. 22/2/2005 είναι απόλυτα ορθή και νόμιμη. 2)Η Αίτηση/Έφεση της Αιτήτριας είναι νομικά και πραγματικά αστήριχτη, αβάσιμη και αδικαιολόγητη. 3).Η Καθ' ης η Αίτηση αρνείται όλους μαζί και τον κάθε ένα ξεχωριστά τους ισχυρισμούς ή/και τους λόγους έφεσης της Αιτήτριας που εκτίθενται στις παραγράφους 1,2,3,4,5,6,7,8,9,10 και 11 της Αίτησης/ Έφεσης, για λόγους που αναφέρονται στη συνημμένη Ένορκη Δήλωση ή/και άλλως πως.» Η ένσταση καταχωρήθηκε αρχικά υποστηριζόμενη από την ένορκη δήλωση του Σάββα Καραγιάννη ενώ στη συνέχεια και για τον ίδιο λόγο που ανέφερα και πιο πάνω και κατόπιν σχετικής άδειας που δόθηκε από το Δικαστήριο, καταχωρήθηκε ένορκη δήλωση από τον Αιμίλιο Τσίγκη ημερ. 8/1/2009 και από τον Παναγιώτη Γεωργιαδη ημερ. 9/1/
- Στην Αίτηση/Έφεση 165/05 καταχωρήθηκε ένσταση με την οποία προβάλλονται οι εξής λόγοι ένστασης: «
- Οι καθ' ων η αίτηση 1,2 και 3 απορρίπτουν τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας που περιέχονται στις παραγράφους 1,2 και 8 των λόγων έφεσης και ισχυρίζονται ότι η απόφαση του Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, Καθ' ου η Αίτηση 4, είναι ορθή και έγκυρη και ότι λήφθηκε νόμιμα και μέσα στα πλαίσια των εξουσιών του, αφού εξέτασε την υπόθεση ακολουθώντας και εφαρμόζοντας όλες τις νόμιμες διαδικασές και αφού έλαβε υπόψη του όλα τα γεγονότα και/ή στοιχεία της υπόθεσης. 2.Οι Καθ' ων η Αίτηση 1,2 και 3 απορρίπτουν τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας που περιέχονται στην παράγραφο 3 των λόγων έφεσης και ισχυρίζονται ότι η απόφαση του Καθ' ου η Αίτηση 4 είναι δεόντως και επαρκώς αιτιολογημένη. 3.Οι Καθ' ων η Αίτηση 1,2 και 3 ισχυρίζονται ότι η χωρομετρική εργασία που έγινε από τον Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, Καθ' ου η Αίτηση 4, είναι απόλυτα ορθή και είναι αποτέλεσμα ακριβών καταμετρήσεων που έγιναν με σύγχρονα μέσα μέτρησης. Οι καταμετρήσεις λήφθηκαν από σταθερά σημεία στη γύρω περιοχή με βάση το εν χρήσει Κυβερνητικό χωρομετρικό σχέδιο. 4.Οι Καθ΄ων η Αίτηση 1,2 και 3 αγνοούν και συνεπώς αρνούνται τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας που περιέχονται στους λόγους Έφεσης αρ. 6 και
- 5.Αναφορικά με τους λόγους 4,5,9, 10 και 11 της ένστασης, οι Καθ΄ων η Αίτηση 1,2 και 3 ισχυρίζονται ότι ο Διευθυντής του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, Καθ' ου η Αίτηση 4, ήταν υποχρεωμένος από το Νόμο να καθορίσει τα σύνορα με βάση το εν χρήσει σχέδιο και τους φακέλους που αφορούν τα επηρεαζόμενα τεμάχια, ως ορθώς έπραξε, και όχι σύμφωνα με την ισχυριζόμενη επί τόπου κατάσταση. 6.Η ένορκη δήλωση της Αιτήτριας, η οποία συνοδεύει την αίτηση/έφεση είναι παράτυπη, αντικανονική και εκτός των πλαισίων, τύπων και προϋποθέσεων που προβλέπονται από το Διαδικαστικό Κανονισμό Δ.
- 7.Οι Καθ' ων η Αίτηση 1-3 επιφυλάσσονται να αναπτύξουν περαιτέρω τους λόγους ένστασης κατά την ακροαματική διαδικασία.» Η ένσταση υποστηρίζετο αρχικά από την ένορκο δήλωση του Αριστείδη Ιωάννη Σκώττη (καθ' ου 3) ημερ. 30/5/2005, ενώ στη συνέχεια και σε αυτήν, για τον ίδιο λόγο που ανέφερα και πιο πάνω, καταχωρήθηκε κατόπιν σχετικής άδειας ένορκη δήλωση από τον Αιμίλιο Τσίγκη ημερομηνίας 7/6/2007 αλλά και τον Παναγιώτη Γεωργιάδη επίσης ημερομηνίας 7/6/
- Η διαδικασία διεξήχθη στη βάση των ενόρκων δηλώσεων με βάση τον Κανονισμό 10
(3)των περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Διαδικαστικών Κανονισμών του 1956 ως αυτός τροποποιήθηκε στις 10/11/2006, ήτοι μετά την καταχώρηση των πιο πάνω Αιτήσεων/Εφέσεων και πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας. Περαιτέρω οι διάδικοι έκαναν χρήση του δικαιώματος αντεξέτασης των ενόρκως δηλούντων, όλοι εκ των οποίων αντεξετάστηκαν σε σχέση με τις ένορκες δηλώσεις που υπέβαλαν σε κάθε αίτηση από τους αντίστοιχους συνηγόρους. Θα πρέπει στο σημείο αυτό να σημειωθεί ότι αυτή ήταν και η μόνη διαδικασία που θα μπορούσε να ακολουθηθεί στην προκειμένη περίτπωση[3] και τούτο παρά το γεγονός ότι η αίτηση καταχωρήθηκε πριν τις 10/11/2006, δηλαδή πριν την ημερομηνία έκδοσης του τροποποιητικού Κανονισμού με Αριθμό 21, των περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Διαδικαστικών Κανονισμών του 1956, με τον οποίο αντικαταστάθηκε ο υφιστάμενος κανονισμός 10
(3)με τον πιο κάτω: «Το Δικαστήριο ή Δικαστής, μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα, μπορεί για καλό λόγο, να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων. Η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Διαταγή 39 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών.» Και τούτο διότι θεωρώ ότι η τροποποποίηση του εν λόγω Κανονισμού έχει αναδρομική ισχύ λαμβανομένης υπόψη και της φύσης της τροποποίησης του Κανονισμού 10
(3), η οποία αφορά καθαρά τη διαδικασία που ακολουθείται στην εκδίκαση αιτήσεων-εφέσεων. Αυτός ήταν άλλωστε και ο λόγος που ζητήθηκε από τους συνηγόρους των διαδίκων και δόθηκε σχετική άδεια για καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων. Στην πιο πάνω κατάληξη μου υπόψη μου είχα και τα λεχθέντα στην απόφαση στην υπόθεση DATAMEDIA Α.Ε ν K.S.N.(BUSINESS AIDS) LTD
(1990)1 Α.Α.Δ.13, όπου αναφέρθηκαν μεταξύ άλλων τα εξής: «Το τεκμήριο εναντίον της ερμηνείας της αναδρομικότητας, δεν έχει εφαρμογή σε νομοθετήματα που επηρεάζουν μόνο τη δικονομία και πρακτική των δικαστηρίων. Κανένα πρόσωπο δεν έχει κεκτημένο δικαίωμα σε οποιαδήποτε διαδικασία, εκτός από το δικαίωμα δίωξης και υπεράσπισης κατά τον προβλεπόμενο κατά τον συγκεκριμένο χρόνο, τρόπο, υπό ή ενώπιον του εκδικάζοντος δικαστηρίου, και αν οποιαδήποτε νομοθεσία τροποποιεί τον τρόπο διαδικασίας, μπορεί μόνο να ενεργήσει σύμφωνα με την τροποποιημένη διαδικασία. Δικονομικές τροποποιήσεις έχουν πάντοτε αναδρομική ισχύ, εκτός αν υπάρχει καλή αιτία περί του αντιθέτου.». (Βλ. επίσης American Express Europe Limited v Pavemar Hotels Limited
(1992)1 (Β) Α.Α.Δ. 1204). Η μαρτυρία Όπως έχει ήδη αναφερθεί προς υποστήριξη της αίτησης 164/05 καταχωρήθηκαν ένορκες δηλώσεις από τρία πρόσωπα ήτοι τον κ.Ρίκκο Μιχαηλίδη (Μ.Α.1), κ. Χριστόδουλο Μάρκου (Μ.Α.2) και την αιτήτρια (Μ.Α.3), εκ των οποίων όλοι αντεξετάστηκαν. Ο Ανδρέας (Ρίκκος) Μιχαηλίδης Μ.Α. 1, με την ένορκη δήλωση του ημερομηνίας 14/2/2007 στην 164/05 αναφέρει ότι είναι συνταξιούχος κτηματολογικός υπάλληλος και ότι κατά τη διάρκεια της εργοδότησης του στο κτηματολόγιο εργάστηκε σε διάφορα τμήματά του, ενώ μετά την αφυπηρέτηση του ασχολείται με διάφορες κτηματολογικές υποθέσεις και παρουσιάζεται επίσης ως εμπειρογνώμονας μάρτυρας στο Δικαστήριο για κτηματολογικά θέματα. Όσον αφορά την παρούσα υπόθεση αναφέρει ότι διεξήγαγε επιτόπια έρευνα την 8/12/2005, την 28/3/2006 και την 8/12/2006 στην παρουσία της εφεσείουσας, του συζύγου της και του χωρομέτρη κ. Χριστόδουλου Μάρκου. Περαιτέρω αναφέρει ότι κατά την επιτόπια έρευνα που έγινε στις 8/12/2006 η εφεσείουσα και ο σύζυγος της κ. Ανδρέας Βασιλείου υπέδειξαν τόσο στον ίδιο όσο και στο χωρομέτρη κ. Χριστόδουλο Μάρκου το σύνορο μεταξύ των επιδίκων ακινήτων όπως καθορίστηκε από τον Διευθυντή με βάση την απόφαση και το οποίο φαίνεται με μαύρη γραμμή και με γράμματα ΑΒ στο «Παράρτημα Α» της ένορκης δήλωσης του Χριστόδουλου Μάρκου, το οποίο ετοιμάστηκε από τον τελευταίο[4]. Όπως περαιτέρω αναφέρει, ο χωρομέτρης Χριστόδουλος Μάρκου του υπέδειξε το εγγεγραμμένο σύνορο μεταξύ των επιδίκων ακινήτων όπως ο ίδιος το καθόρισε και το οποίο φαίνεται με κόκκινη γραμμή και με γράμματα ΑΓ[5] στο ίδιο σχεδιάγραμμα. Όπως εξηγεί αφού μελέτησε όλα τα στοιχεία που είχε ενώπιον του ήτοι, (α) τη θέση του ιδιώτη χωρομέτρη όσον αφορά το εγγραμμένο σύνορο των επιδίκων ακινήτων όπως ο ίδιος το καθόρισε, (β) το σχεδιάγραμμα («Παράρτημα «Α») στην ένορκο του δήλωση το οποίο αποτελεί τη βάση του διαχωρισμού και της εγγραφής του κτήματος της εφεσείουσας σύμφωνα με τον φάκελο Α2604/53, (γ) τον τίτλο ιδιοκτησίας της εφεσείουσας («Παράρτημα Β»), (δ) το σχεδιάγραμμα («Παράρτημα Γ») που αποτελεί την βάση της εγγραφής του κτήματος της εφεσίβλητης 1 σύμφωνα με το φακ. G 4014/55, (ε) την εγκύκλιο του Ανώτερου Κτηματολογικού Λειτουργού Χωρομετρίας κ. Α. Σωκράτους («Παράρτημα Δ»), (στ) την έγγραφη δήλωση της μητέρας της εφεσίβλητης 1, Άννας Κασάπη («Παράρτημα Ε») η οποία δήλωνε στο πλαίσιο της εξέτασης της αίτησης της Α 1452/79 για διευθέτηση συνοριακής διαφοράς μεταξύ του κτήματος της και του κτήματος της εφεσείουσας ότι ουδεμία συνοριακή διαφορά έχουν, (ζ) την έγγραφη δήλωση («Παράρτημα ΣΤ») όπου στο πλαίσιο της αίτησης Α1217/74 για την επίλυση συνοριακής διαφοράς μεταξύ των κτημάτων με αριθμό τεμαχίου 310/3 (τώρα 1337 - μη επίδικο), 310/1/2/3 10/2/2 (τώρα 1336 - επίδικο κτήμα επ'ονόματι της εφεσίβλητης 1 στην 164/05) και 311/1 (τώρα 1338) επίδικο κτήμα επ'ονόματι της εφεσείουσας, δηλώθηκε ότι ουδεμία συνοριακή διαφορά υφίσταται πλέον μεταξύ των, (η) την επιτόπου κατάσταση σύμφωνα με την οποία το σύνορο μεταξύ των επιδίκων κτημάτων καθορίζεται με πέτρινη δόμη ύψους 2 μέτρων η οποία αποτελεί το φυσικό εγγεγραμμένο σύνορο μεταξύ των κτημάτων, κατέληξε ότι η απόφαση του Διευθυντή σύμφωνα με την οποία καθόρισε το εγγεγραμμένο σύνορο στην θέση ΑΒ αντί στη θέση ΑΓ του σχεδιαγράμματος του «Παραρτήματος Α», το οποίο επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση του χωρομέτρη Χρ. Μάρκου ημερ.14/2/2007, είναι λανθασμένη για τους λόγους που αναφέρει αναλυτικά στην ένορκη του δήλωση και στους οποίους αναφορά θα γίνει πιο κάτω στα πλαίσια αξιολόγησης της μάρτυρίας του προς αποφυγή επαναλήψεων. Τα ίδια αναφέρει ουσιαστικά και με την ένορκο του δήλωση ημερομηνίας 10/9/2012 η οποία κατατέθηκε στην Αίτηση/Έφεση 165/05 με αναφορά βέβαια στο σύνορο που αφορά το ακίνητο της αιτήτριας και των εφεσιβλήτων 1-3 στην 165/05. Αντεξετασθείς από τον συνήγορο της εφεσίβλητης 1 στην 164/05 σε σχέση με την ένορκο δήλωση του στην 164/05, δέχθηκε ότι δεν έχει εργαστεί στον κλάδο χωρομετρίας, δεν είναι χωρομέτρης και δεν γνωρίζει τις μεθόδους χωρομετρίας που χρησιμοποιεί το κτηματολόγιο. Ανέφερε επίσης ότι δεν είναι σε θέση να αναφερθεί στη χωρομετρική εργασία, αλλά όπως ανέφερε ήταν σε θέση να αντικρούσει την απόφαση στη βάση της εγκυκλίου του Κτηματολογίου, (Τεκμήριο Δ στην ένορκο του δήλωση), με βάση την οποία θα έπρεπε να είχε ληφθεί υπόψη η επί τόπου κατάσταση δηλαδή πέτρινη δόμη ύψους 2 μέτρων (βλ. παρ. 8(θ) και παρ. 8 (θ) (iv) της ενόρκου δήλωσης του). Ερωτηθείς κατά πόσον το δυτικό σύνορο του τεμαχίου της αιτήτριας το οποίο εφάπτεται με το ακίνητο της εφεσίβλητης 1 στην 164/05 και το ακίνητο των εφεσιβλήτων 1-3 στην 165/05, έχει υποστεί οποιαδήποτε τροποποίηση από τον καιρό της γενικής χωρομετρίας (1918-1928), ανέφερε ότι δεν βλέπει να έγινε κάτι τέτοιο. Επίσης ερωτηθείς σχετικά ανέφερε ότι δεν έγινε ούτε οποιαδήποτε αναπροσαρμογή συνόρων μεταξύ των πιο πάνω ακινήτων, αλλά ανέφερε ότι έγινε διαχωρισμός στις 8/9/53 με το ΦΑΚ. Α2604/53 με βάση τον οποίο το τότε τεμάχιο 311 διαχωρίστηκε σε 5, ήτοι το 311
(1)που είναι το επίδικο τεμάχιο της αιτήτριας (σήμερα τεμάχιο 1338) και άλλα 4 (311
(2),
(3),
(4),
(5)- μη επίδικα). Ερωτηθείς επίσης αν το 1953 υπήρξε αλλοίωση του συνόρου μεταξύ του ακινήτου που ευρισκόταν υπό διαχωρισμό (ήτοι του 311) αφ' ενός και του ακινήτου της εφεσίβλητης 1 στην 164/05 και των εφεσιβλήτων 1-3 στην 165/05 αφ' ετέρου, ανέφερε ότι δεν υπήρχε τότε συνοριακή διαφορά, αλλά αίτηση εσωτερικού διαχωρισμού του τότε τεμαχίου
- Ήταν η θέση του ότι ο ίδιος εξέτασε το σχεδιάγραμμα που επισυνάπτει ως «Παράρτημα Α» στην ένορκη του δήλωση (Πιστό αντίγραφο του σχεδιαγράμματος που βρίσκεται στο φάκελο Α2604/53 που αφορούσε το διαχωρισμό του 311 από το οποίο προέκυψε το τεμάχιο της αιτήτριας - στο εξής καλούμενο «το σχεδιάγραμμα του 1953») όπου η κατοικία της αιτήτριας όπως τη μέτρησε ο κτηματολόγος τότε απείχε από τη δόμη 14 και 15 πόδια. Όπως επίσης ανέφερε τον ίδιο δεν τον ενδιέφερε αν οι μετρήσεις του χωρομέτρη ήταν ορθές ή λανθασμένες ούτε ο ίδιος προέβη σε κάποια μέτρηση, αλλά αυτό που τον ενδιέφερε ήταν ότι υπήρχε αυτό το σχεδιάγραμμα με αυτές τις μετρήσεις. Σε υποβολή ότι όταν έγινε η χωρομετρία της κατοικίας της αιτήτριας για τους σκοπούς του διαχωρισμού η ισχυριζόμενη παλαιά δόμη δε βρισκόταν εντός του ακινήτου της, αλλά στα ακίνητα της εφεσίβλητης στην 164/05 και των εφεσιβλήτων στην 165/05, ανέφερε ότι στο σχέδιο εκσυγχρονισμού που έγινε για την έκδοση τίτλου, ο υπάλληλος έγραψε ότι η κατοικία απείχε 14 και 15 πόδια από τη δόμη η οποία δεν είναι δυνατόν σύμφωνα με το μάρτυρα να μην υπήρχε εκεί και συνέχισε αναφέροντας πως αν ο εν λόγω υπάλληλος φτιάχνοντας το σχεδιάγραμμα έκανε λάθος, ο ίδιος (ο μάρτυρας) δεν μπορούσε να το γνωρίζει αλλά πάντως ήταν η θέση του πως με αυτό τον τρόπο έδωσε κάρπωση στην αιτήτρια. Ήταν επίσης η θέση του ότι ο χωρομέτρης στα πλαίσια εξέτασης της επίδικης συνοριακής διαφοράς πήρε το αρχικό σχέδιο και αγνοώντας το σχεδιάγραμμα του 1953, έκανε τη δική του χωρομετρική εργασία, η οποία με βάση τα νέα δεδομένα που είχε (π.χ. όργανα που δεν υπήρχαν προηγουμένως) δεν συμφωνούσε με το σχεδιάγραμμα του
- Θα έπρεπε, όπως ο μάρτυρας ανέφερε, ο εν λόγω χωρομέτρης να προβληματιστεί αφού βρήκε αυτές τις διαφορές και να σταματήσει τη διαδικασία του άρθρου 58 και να ζητήσει γνώμη από τον ανώτερο του και να εισηγηθεί άνοιγμα υπόθεσης με αιτητή το Διευθυντή με βάση το άρθρο 61 (του Κεφ. 224) για διόρθωση λάθους. Κατά την αντεξέταση του σε σχέση με την ένορκο δήλωση του ημερ. 10/9/2012 από τον κ. Ιωάννου εκ μέρους των εφεσιβλήτων στην 165/05, ερωτηθείς αν υιοθετεί την εργασία του κ. Μάρκου απάντησε αρνητικά. Ερωτηθείς να εξηγήσει τις αναφορές του στις παραγράφους 7 και 8(α) της ενόρκου δήλωσης, ανέφερε ότι ο ίδιος υιοθετεί την εργασία του κ. Μάρκου χωρίς να μπορεί να την ελέγξει και πρόσθεσε ότι ούτε την εργασία του Κτηματολογίου μπορούσε να την ελέγξει. Ερωτηθείς να αναφέρει ποιαν από τις δύο θεωρεί ορθή, ανέφερε ότι θεωρεί ορθό το σχέδιο του
- Σε υπόδειξη ότι στη δήλωση του αναφέρει ότι η απόφαση του διευθυντή είναι λανθασμένη (βλ. παρ. 8(θ)), ενώ του ιδιώτη χωρομέτρη είναι ορθή, ανέφερε ότι δεν λέει έτσι και πως αν το λέει είναι διότι θα έπρεπε ο χωρομέτρης του Κτηματολογίου να προβληματιστεί και εφόσον δεν προβληματίστηκε η απόφαση του Διευθυντή ήταν λανθασμένη. Δέχθηκε ότι ο ίδιος δεν μπορούσε να διαπιστώσει αν η απόφαση του Διευθυντή ήταν ή όχι λανθασμένη. Ερωτηθείς πως έρχεται ως εμπειρογνώμοντας αφού δεν ξέρει αν η χωρομετρική εργασία είναι ορθή, ανέφερε ότι δεν ήρθε σαν χωρομέτρης, αλλά έλεγξε τους φακέλους και τις δύο χωρομετρικές εργασίες και το σχέδιο του 1953 και δεν χρειάζεται να είναι εμπειρογνώμονας χωρομέτρης για να αντιληφθεί ότι με την απόφαση του Διευθυντή η οικία της αιτήτριας δεν απέχει απο το σύνορο 14 και 15 πόδια ως το σχεδιάγραμμα του
- Ερωτηθείς γιατί εκφέρει άποψη εφόσον δεν είναι ειδικός ανέφερε ότι ο κ. Μάρκου δεν μπορεί να εμβαθύνει στη νομική πτυχή ούτε για «την κατοχή και κάρπωση που έδωσε στους διαδίκους» το κτηματολόγιο ως και για τη διαδικασία που έπρεπε να ακολουθηθεί για άνοιγμα φακέλου με βάση το άρθρο
- Κληθείς να διευκρινίσει την πιο πάνω απάντηση του ανέφερε ότι εφόσον το Κτηματολόγιο έδωσε κατοχή και κάρπωση το 1953 δεν μπορούσε να έρθει μετά από 65 χρόνια να ξαναμετρήσει και να τα βρει διαφορετικά. Ερωτηθείς αν η θέση του είναι ότι νομιμοποιείται η παράνομη επέμβαση με την πάροδο του χρόνου, απάντησε αρνητικά αλλά ανέφερε ότι εφόσον το κτηματολόγιο έκανε το σχεδιάγραμμα του 1953 οφείλουμε να το ακολουθούμε και αν δεν μπορεί να ακολουθηθεί θα έπρεπε να ανοιχθεί φάκελος για διόρθωση λάθους με βάση το άρθρο 61 του Κεφ.
- Ερωτηθείς αν τελικά δεν έχει άποψη αν είναι λάθος ή ορθό το σχεδιάγραμμα του 1953, ανέφερε ότι αυτό είναι δουλειά των χωρομετρών και ο ίδιος πιστεύει στο σχεδιάγραμμα του 1953 όπως είναι. Ερωτηθείς εάν συμφωνεί ότι με την ένορκο του δήλωση πήρε θέση και ανέφερε ότι επίδικη απόφαση είναι λανθασμένη στη βάση του σχεδιαγράμματος του 1953, το οποίο τελικά δεν γνωρίζει αν είναι ορθό, ανέφερε ότι η θέση του δεν είναι ότι δεν είναι ορθή η απόφαση του χωρομέτρη, αλλά ότι ο τελευταίος έπρεπε να προβληματιστεί. Ερωτηθείς κατά πόσον παλιά όταν πήγαιναν για εσωτερικό διαχωρισμό ακινήτου έκαναν χωρομετρική εργασία για τα εξωτερικά σύνορα του ακινήτου πριν το διαχωρίσουν, ανέφερε ότι ο σωστός τρόπος διαχωρισμού ενός τεμαχίου ήταν πρώτα να οριοθετηθεί όλο το ακίνητο από σταθερά σημεία και μετά να γίνει ο διαχωρισμός αλλά από την πείρα του γνωρίζει ότι στο 90% των περιπτώσεων δεν γινόταν έτσι. Ερωτηθείς αν με βάση το εν χρήσει σχέδιο το πλάτος του ακινήτου της αιτήτριας είναι 50 πόδια και ο κτηματολόγος το έκανε 67 απάντησε ότι μπορεί να είναι έτσι, αλλά επέμεινε ότι οι μετρήσεις υπάρχουν. Δέχθηκε ότι σήμερα δεν πηγαίνουν κτηματολόγοι αλλά χωρομέτρες προς επίλυση των συνοριακών διαφορών, αλλά ήταν η θέση του ότι εάν είχαν γίνει λάθη και πέρασαν πολλά χρόνια οφείλει το Κτηματολόγιο να τα διορθώσει «και όχι να ρίχνει σπίτια κάτω και να προχωρά». Ερωτηθείς αν η θέση του είναι ότι μπορεί να έγινε λάθος, αλλά λόγω του χρόνου θα πρέπει να τοποθετηθεί αλλού το ακίνητο απ' όπου το δείχνει το εν χρήσει σχέδιο, ανέφερε ότι η θέση του είναι ότι δεν γνωρίζει αν είναι ορθή ή λανθασμένη η χωρομετρική εργασία του
- Αντεξετασθείς σε σχέση με την αίτηση για επίλυση συνοριακής διαφοράς που έγινε με το φάκελο Α1452/79 (μεταξύ του κτήματος της αιτήτριας και του κτήματος της εφεσίβλητης 1 στην Αίτηση/Έφεση 164/05- βλ. «Παράρτημα Ε» και Τεκμήριο 3 στη διαδικασία) ανέφερε ότι δεν υπάρχουν σχέδια που να δείχνουν ποια ήταν η διαφορά. Επίσης ανέφερε ότι η διαφορά τελικώς επιλύθηκε χωρίς απόφαση του Διευθυντή. Ανέφερε μάλιστα ότι αφ' ης στιγμής δεν εκδόθηκε απόφαση τα μέρη θα μπορούσαν να επανέλθουν με συνοριακή διαφορά και ο διευθυντής θα μπορούσε με απόφαση να τους την επιλύσει. Ερωτηθείς σε σχέση με τις δηλώσεις που γίνονταν από τους ιδιοκτήτες όταν θα αποσυρόταν μια αίτηση συνοριακής διαφοράς, ανέφερε ότι στις περιπτώσεις όπου γίνονταν δηλώσεις, αυτές σε μεταγενέστερη διαδικασία δεν ήταν 100% δεσμευτικές διότι δεν υπήρχε σχέδιο. Ο Χριστόδουλος Μάρκου Μ.Α.2, με την ένορκο δήλωση του ημερομηνίας 14/2/2007 στην οποία προέβη στην αίτηση 164/05 στο εξής καλούμενη «η πρώτη ένορκη δήλωση»[6] ανέφερε ότι είναι εξ επαγγέλματος χωρομέτρης - τοπογράφος, εγγεγραμμένος στο ΕΤΕΚ και ασχολείται με χωρομετρήσεις ακινήτων, υψομετρήσεις ακινήτων από το 1992 μέχρι σήμερα. Όπως ανέφερε έχει παρουσιασθεί πολλές φορές ενώπιον των Δικαστηρίων ως εμπειρογνώμονας μάρτυρας σε διάφορες υποθέσεις διαφοράς συνόρων όπως η παρούσα. Σε σχέση με την επίδικη υπόθεση αναφέρει ότι την 8/12/2005, την 28/3/2006 και την 8/12/2006 διεξήγαγε επιτόπια έρευνα ύστερα από οδηγίες που πήρε από την εφεσείουσα και προέβη σε χωρομετρική εργασία για την τοποθέτηση του εγγεγραμμένου συνόρου μεταξύ των επίδικων ακινήτων (τεμάχια 1338 και 1336) στην παρουσία του συζύγου της εφεσείουσας και της ίδιας της Εφεσείουσας, οι οποίοι του υπέδειξαν τα σύνορα μεταξύ των δύο επιδίκων τεμαχίων όπως είχαν τοποθετηθεί από το χωρομέτρη του Κτηματολογίου και τα οποία φαίνονται με γράμματα ΑΒ στο σχεδιάγραμμα «Παράρτημα Α» που ετοίμασε ο ίδιος. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι το σύνορο ΑΒ (δηλ. το σύνορο ως το καθόρισε ο χωρομέτρης του Κτηματολογίου) τοποθετείται στο «Παράρτημα Α» από τον κ. Μάρκου ώστε να συμπίπτει με το σύνορο ως το εν χρήσει σχέδιο, το οποίο αποτυπώνεται στο εν λόγω «Παράρτημα Α» από τον ίδιο τον κ.Μάρκου. Σε σχέση με τη χωρομετρική του εργασία αναφέρει ότι βασίστηκε στο εν χρήσει σχέδιο, ενώ έλαβε επίσης υπόψη την επιτόπου κατάσταση, τον τίτλο ιδιοκτησίας της εφεσείουσας, τα σχεδιαγράμματα που επισυνάπτονται ως «Παράρτημα Β» (το σχέδιο του 1953) και «Γ» (πιστό αντίγραφο του σχεδιαγράμματος που βρίσκεται στο φάκελο G4014/55) ως επίσης και το περιεχόμενο της εγκυκλίου του Ανώτερου Λειτουργού Χωρομετρίας με ημερομηνία 11/12/1998 «Παράρτημα Δ». Μετά τη διεξαγωγή της χωρομετρικής εργασίας ως αναφέρει, το εγγεγραμμένο σύνορο μεταξύ των επιδίκων κτημάτων τοποθετήθηκε στη θέση ΑΓ στο «Παράρτημα Α» και όχι στη θέση ΑΒ (σύνορα με βάσει το εν χρήσει σχέδιο) που τοποθετήθηκε από τον Διευθυντή με βάση την επίδικη απόφαση. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η θέση ΑΓ στο «Παράρτημα Α» όπου είναι σύμφωνα με το μάρτυρα το σύνορο των δύο ακινήτων, συμπίπτει με την επί τόπου υφιστάμενη πέτρινη δόμη. Αιτιολογεί δε την πιο πάνω απόφαση του αναφέροντας στους πιο κάτω λόγους:
(1)Δεδομένου του ότι τα επίδικα κτήματα διαχωρίζονται μεταξύ των με παλαιά πέτρινη δόμη ύψους 2 μέτρων η οποία ευρίσκεται στην θέση ΑΓ του «Παραρτήματος Α», η τοποθέτηση του συνόρου στην θέση ΑΒ («ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Α») όπως είναι η απόφαση του Διευθυντή έρχεται σε αντίθεση με την ίδια την εγκύκλιο του Διευθυντή («ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Δ») όπου στην σελίδα 4 αναφέρει : «Τα σχέδια έγιναν για φορολογικούς σκοπούς. Γνωρίζοντας τις αδυναμίες αυτές όμως μπορούμε να τα χρησιμοποιούμε με τον καλύτερο τρόπο για σωστή ερμηνεία των κτηματικών συνόρων χωρίς να δημιουργούμε προβλήματα επεμβάσεων εκεί που δεν υπάρχουν. Σ"όλους θα τύχει να ερμηνεύσουν μια δομη στο σχέδιο η οποία υπάρχει στη γη με τα γεωδαιτικά σημεία και να την τοποθετήσουν σάλλη από την πραγματική θέση. Η πρακτική που έλεγε ότι εφαρμόστε το σχέδιο είναι λανθασμένη. Δεν μπορούμε να υποχρεώσουμε τη γη να συμπεριφερθεί σύμφωνα με το σχέδιο μας γνωρίζοντας τις αδυναμίες του. Πρέπει το σχέδιο να έρθει να συμπεριφερθεί σύμφωνα με τη γη. Η γη είναι το πρότυπο σχέδιο». (β)Με βάση το σχεδιάγραμμα του 1953 («ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Β») το οποίο αποτελεί την βάση της εγγραφής του κτήματος της εφεσείουσας, το σπίτι της εφεσείουσας απέχει από το σύνορο του κτήματος της εφεσίβλητης (επίδικο σύνορο) 14 και 15 πόδια αντίστοιχα, αποστάσεις που υπάρχουν μέχρι την πέτρινη δόμη η οποία σήμερα διαχωρίζει τα επίδικα κτήματα, ενώ αν γίνει αποδεκτό το σύνορο μεταξύ των δύο κτημάτων όπως έχει τοποθετηθεί από τον Διευθυντή, οι αποστάσεις των 14 και 15 ποδών του σχεδιαγράμματος του 1953 δεν θα συμφωνούν, αφού με βάση την απόφαση του Διευθυντή (γραμμή ΑΒ «Παράρτημα Α») η οικία απέχει 1 1/2 πόδια από το σύνορο όπως το καθόρισε ο Διευθυντής αντί 15 με βάση το σχεδιάγραμμα του
- (γ)Με βάση την απόφαση του Διευθυντή το εμβαδό του κτήματος της εφεσείουσας μειώνεται αφού αντί να είναι 669τ.μ ως είναι στον τίτλο της, θα ανέρχεται 504 τ.μ. όπως ο ίδιος το υπολόγισε. (δ) Επίσης προς επιβεβαίωση ότι το εγγεγραμμένο σύνορο μεταξύ των επιδίκων κτημάτων είναι η υφιστάμενη επιτόπου πέτρινη δόμη, επικαλέστηκε συγκεκριμένες μετρήσεις στο «Παράρτημα Γ» (σχεδιάγραμμα που αποτελεί τη βάση της εγγραφής του κτήματος της εφεσίβλητης 1 σύμφωνα με το φακ. G 4014/55). Όπως διευκρινίζει έκρινε ότι το εγγεγραμμένο σύνορο «πρέπει να είναι η υφιστάμενη επί τόπου πέτρινη δόμη», επειδή η αποτύπωση της επιτόπου κατάστασης σε σχέση με το εν χρήση σχέδιο ήταν μέσα στα αποδεκτά πλαίσια, θέση η οποία ως ανέφερε συνάδει και με την εγκύκλιο του Ανώτερου Λειτουργού Χωρομετρίας κ. Ανδρέα Σωκράτους («ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Δ»). Ως προς τη χωρομετρική εργασία που διεξήγαγε ο χωρομέτρης του Κτηματολογίου αναφέρει ότι αυτή βασίστηκε στο γεωδαιτικό δίκτυο ως επίσης και στα σημεία 4ης τάξης τα οποία παρουσιάζουν μεταξύ τους διαφορές σε σχέση με την επιτόπου κατάσταση. Η πραγματικότητα αυτή έπρεπε σύμφωνα πάντα με το μάρτυρα να οδηγήσει τον χωρομέτρη του Κτηματολογίου να υιοθετήσει την επιτόπου κατάσταση και να υποδείξει ως το εγγεγραμμένο σύνορο την πέτρινη δόμη, εφαρμόζοντας έτσι στην πράξη και τις οδηγίες του Ανώτερου Λειτουργού Χωρομετρίας όπως τούτες περιγράφονται στο «Παράρτημα Δ» Με τη συμπληρωματική ένορκο δήλωση του ημερομηνίας 10/12/2012 την οποία κατέθεσε στην Αίτηση/Έφεση 164/05 στο εξής καλούμενη «η δεύτερη ένορκος δήλωση»[7], αναφέρει ότι έχει πρόσφατα διενεργήσει νέα επιτόπια έρευνα αναφορικά με την επίεικη συνοριακή διαφορά και έχει ετοιμάσει σχέδιο (βλ. Τεκμήριο 1 στη δεύτερη ένορκη δήλωση) που αποτυπώνει την επί τόπου κατάσταση σε σύγκριση με το σχέδιο του φακέλου Α2604/53 (φάκελος διαχωρισμού του 311 από το οποίο προέκυψε το τεμάχιο της αιτήτριας 1338) και του φακέλου G 4014/55 που αποτελεί την βάση της εγγραφής του κτήματος της εφεσίβλητης 1 (τεμ. 1336). Με απλά λόγια με το δεύτερο σχέδιο του ο Μ.Α.2 πρώτον τοποθετεί το σύνορο με βάση την απόφαση του διευθυντή σε άλλο σημείο ώστε να μην συμπίπτει πλέον με το σύνορο ως το εν χρήσει σχέδιο ως συνέπιπτε στο «Παράρτημα Α» της πρώτης ένορκης του δήλωσης και δεύτερον τοποθετεί το σύνορο με βάση τους φακέλους Α2604/53 και G4014/55 ώστε να μην συμπίπτει με την επί τόπου πέτρινη δόμη, ενώ προηγουμένως τα δύο ταυτίζοντο απόλυτα. Παρά δε τα πιο πάνω είναι η θέση του ότι με βάση τα αποτέλεσματα της έρευνας του και το σχέδιο που ετοίμασε, η επί τόπου κατάσταση συνάδει πλήρως με το σχεδιάγραμμα που περιέχεται στο φάκελο Α2604/53 που είναι η βάση εγγραφής του τεμ.1338 και η δε φιλονικούμενη λωρίδα γης ανήκει στο εν λόγω τεμάχιο 1338 και προσθέτει ότι οι μικροδιαφορές που υπάρχουν μεταξύ της πράσινης γραμμής (σύνορο φακέλους Α2604/53 και G4014/55) και της κόκκινης γραμμής (επί τόπου κατάσταση) είναι λόγω της ανακατασκευής της παλαιάς δόμης η οποία στα σημεία Α και Γ συμπίτπει απόλυτα με τη νέα δόμη. Ακόμη αναφέρει ότι πρόσφατη εκκοπή ακακιών και βλάστησης που διενήργησε το Συμβούλιο Κακοπετριάς απεκάλυψε παλαιό ορόσημο του Κτηματολογίου στο σημείο Ε περίπου που επίσης συμφωνεί με την επί τόπου κατάσταση. Αντεξετασθείς από τον κ. Παπαγεωργίου εκ μέρους της εφεσίβλητης στην 164/05 σε σχέση με τη θέση του στην «πρώτη ένορκο δήλωση» ότι είναι εξ επαγγέλματος χωρομέτρης ανέφερε ότι δεν τελείωσε πολυτεχνείο ή τεχνική σχολή σε σχέση με το θέμα του επαγγέλματος του, αλλά λόγω της πείρας του στον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα εξασκεί το εν λόγω επάγγελμα και έχει λάβει σχετική αναγνώριση από το ΕΤΕΚ μετά από εξετάσεις. Ανέφερε επίσης ότι έδωσε περί τις 50 φορές μαρτυρία στο Δικαστήριο. Ερωτηθείς αν κατά τις επισκέψεις του στις 8/12/2005, 28/3/2006 και 8/12/2006 έκανε χωρομετρική εργασία απάντησε καταφατικά επεξηγώντας τις ενέργειες του. Επίσης ανέφερε ότι είχε σημειώσεις στα διάφορα βιβλία του τις οποίες δεν είχε μαζί του. Ερωτηθείς αν για τη χωρομετρική του εργασία βασίστηκε στο εν χρήσει σχέδιο απάντησε ότι δεν ξέρει τι εννοεί η ένορκος του δήλωση και ότι η θέση του ίδιου ήταν ότι συσχετίστηκε η επί τόπου κατάσταση με το εν χρήσει σχέδιο. Ερωτηθείς αν είχε μαζί του το εν χρήσει σχέδιο απάντησε καταφατικά. Ανέφερε μάλιστα ότι το «Παράρτημα Α» στην ένορκη του δήλωση είναι αντιγραφή από το εν χρήσει σχέδιο. Σε υποβολή ότι οι θέσεις του δεν συνάδουν με το εν χρήσει σχέδιο ανέφερε ότι ο ίδιος κρίνει ότι το εν χρήσει σχέδιο είναι λάθος και γι' αυτό επιμένει ότι η σωστή απόφαση είναι αυτή που βασίζεται στα «Παραρτήματα Β» και «Γ» (πιστά αντίγραφα σχεδιαγραμμάτων που βρίσκονται στους φακέλους Α2604/53 και G4014/55 αντίστοιχα στην πρώτη ένορκη του δήλωση), ενώ όπως αναφέρει στο σχέδιο που επεσύναψε στην συμπληρωματική του ένορκο δήλωση η επί τόπου κατάσταση συμπίπτει απόλυτα με τους φακέλους αυτούς. Ερωτηθείς αν όπως είναι το «Παράρτημα Α» στην πρώτη του ένορκο δήλωση συμφωνεί με το «Τεκμήριο 1» στη συμπληρωματική συμφωνούν, δεν απάντησε ευθέως αλλά ανέφερε ότι είναι επί τόπου η κατάσταση όπως αποτυπώθηκε και συμπίπτει απόλυτα με τους πιο πάνω φακέλους αλλά όχι με το εν χρήσει σχέδιο. Αντεξετασθείς σε σχέση με την παρ. 6 (α) της πρώτης του ένορκης του δήλωσης ημερ. 14/2/2007 στην οποία αναφέρει ότι επί τόπου υπάρχει παλαιά πέτρινη δόμη και σε υποβολή ότι το ΑΓ στο «Παράρτημα Α» στην πρώτη του ένορκο δήλωση δεν είναι πέτρινη δόμη, ανέφερε ότι από πληροφορίες που έλαβε από την οικογένεια της πελάτιδας του η πέτρινη δόμη ανακατασκευάστηκε το 1972 και στα σημεία Α και Γ συμπίπτει με τους 2 φακέλους, οι οποίοι όπως ανέφερε είχαν περάσει από έλεγχο και το κτηματολόγιο θα έπρεπε να προχωρήσει σε διόρθωση του εν χρήσει σχεδίου και όχι να το ακολουθήσει. Επέμεινε δε ότι με βάση τα όσα αναφέρονται στη σελίδα 4 του «Παραρτήματος Δ» (εγκυκλίου) θα έπρεπε να γίνει διόρθωση σφάλματος και το εν χρήσει σχέδιο να συγχρονιστεί με τη γη. Η δόμη όπως ανέφερε ήταν παλιά χωμάτινη και ανασκευάστηκε με πέτρα. Σε ερώτηση πότε ο ίδιος επισκέφθηκε το μέρος πριν το 2005 ανέφερε ότι πήγε για πρώτη φορά στις 8/12/2005 και αυτά που αναφέρει σε σχέση το θέμα αυτό είναι από πληροφορίες που έλαβε από τους πελάτες του. Σε ερώτηση πως πείστηκε ότι η δόμη είναι παλαιότατη και ήταν πάντα εκεί, ανέφερε ότι στους 2 φακέλους δείχνει κάποιες αποστάσεις τις οποίες αν τις εφαρμόσεις δείχνουν ακριβώς που ήταν η παλαιά χωμάτινη δόμη πράγμα που επιβεβαίωσε πρόσφατα με την πιο λεπτομερή αποτύπωση στην οποία προέβη (βλ. Τεκμήριο 1 στη συμπληρωματική). Ερωτηθείς αν η δόμη είναι παλαιά πέτρινη ή τοίχος από μπετόν («κουγκρί») ανέφερε ότι από το Α -Γ στο Τεκμήριο 1 είναι πέτρινη δόμη και το Γ- Γ1 είναι μπετόν και αυτό κατασκευάστηκε μετά από συνεννόηση της αιτήτριας με την προηγούμενη ιδιοκτήτρια του τεμαχίου
- Ερωτηθείς πότε έγινε ο τοίχος δεν γνώριζε. Ερωτηθείς γιατί δεν έκανε από την αρχή το λεπτομερές σχέδιο ανέφερε ότι οι λεπτομέρειες δεν τελιώνουν. Ερωτηθείς πότε έγινε το εν χρήσει σχέδιο και η γενική χωρομετρία ανέφερε ότι ξεκίνησε το 1918 και τέλιωσε το 1928 εκτός κάποιων εξαιρέσεων που τέλιωσαν μετά και όλοι οι χάρτες ξεκίνησαν το 1918 και τέλιωσαν το
- Αντεξετασθείς σε σχέση με τη παράγραφο 3 της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης όπου αναφέρει ότι η επί τόπου κατάσταση, δηλαδή επί τόπου τα σύνορα του 1338 και 1336 είναι όπως φαίνονται στο φάκελο Α2604/53 και σε υποβολή ότι για να συνάδει το εν χρήσει σχέδιο με τη δόμη θα έπρεπε η δόμη να υφίστατο από τότε που ετοιμάστηκε το σχέδιο, ανέφερε ότι η θέση του ήταν ότι συνάδει η επί τότπου κατάσταση με τον ως άνω φάκελο και όχι με το εν χρήσει και θα έπρεπε να γίνει διόρθωση λάθους βάσει του άρθρου
- Σε ερώτηση πως γνωρίζει ότι έχει λάθος το εν χρήσει και όχι το σχέδιο του 1953 ανέφερε ότι τα Παραρτήματα Β και Γ αναγνωρίζουν ότι τα σύνορα είναι η παλαιά χωμάτινη δόμη και ο τότε κτηματολόγος αυτά αναγνώρισε σαν σύνορα. Σε υποβολή ότι η δόμη μπορεί να έγινε μετά το εν χρήσει σχέδιο και συγκεκριμένα από το 1928 μέχρι το 1953 που πήγε η πελάτισσα του στο μέρος, επέμεινε ότι ο κτηματολόγος αναγνωρίζει ως σύνορο τη χωμάτινη δόμη στους δύο φακέλους. Σε υποβολή ότι έδωσε υπέρμετρη βαρύτητα στην επί τόπου κατάσταση και την παλαιά πέτρινη δόμη, ανέφερε ότι τα σύνορα πρέπεί να στηριχθούν στους δύο αυτούς φακέλους και υπάρχει αδιαφιλονίκητη κατοχή από το 1953 και θα πρέπει να γίνει σεβαστή. Επέμεινε ότι οι αποστάσεις που αναφέρονται στο σχεδιάγραμμα του 1953 ελέχθηκαν από το Τμήμα ελέγχου (σχεδιαστήριο) για να είναι σε ισχύ ο φάκελος. Ερωτηθείς αν στο Παράρτημα Β στην πρώτη του ένορκη δήλωση (σχεδιάγραμμα του 1953) αναφέρεται κάπου ότι ελέχθηκε και είναι σωστό, ανέφερε ότι δεν γίνεται να μην ελέγχθηκε και ότι δεν είναι δυνατόν ο κάθε κτηματολόγος να έβγαζε «φιρμάνια» χωρίς έλεγχο και υποστήριξε ότι κάποιος έλεγχος θα έγινε. Ερωτηθείς αν γνωρίζει πως εργάζονταν τότε απάντησε αρνητικά αλλά ανέφερε ότι ως θέμα λογικής όταν κάποιος κάνει κάτι θα το ελέγξει κάποιος άλλος. Σε υποβολή ότι η θέση του στην παρ. 7 της πρώτης δήλωσης ότι διαφορά της επί τόπου κατάστασης σε σχέση με το εν χρήσει σχέδιο είναι σε αποδεκτά πλαίσια είναι λανθασμένη. Ανέφερε ότι η απόκλιση είναι 3,82 που είναι σε αποδεκτά πλαίσια. Επεσήμανε δε σε σχέση με τη θέση του στην πρώτη ένορκη δήλωση (όπου ανέφερε ότι το εγγεγραμένο σύνορο πρέπει να είναι η υφιστάμενη δόμη, και ότι η θέση αυτή υποστηρίζεται και από την εγκύκλιο), ότι ο ίδιος προχώρησε σε διορθώσεις στα σχέδια που παρουσίασε και δεν επιμένει ότι η δόμη είναι τα σύνορα αλλά τα σύνορα είναι ως καθορίζονται στους φακέλους του 1953 και
- Σε υποβολή ότι η θέση του ότι το σύνορο είναι η δόμη είναι λανθασμένη ανέφερε ότι στην πρώτη ένορκη δήλωση πήρε τα σημεία Α και Γ τα οποία συνέπιπταν με τους φακέλους και θεώρησε ότι η δόμη ήταν το σύνορο. Στη συνέχεια διαπίστωσε ότι το σύνορο με βάση το σχεδιάγραμμα του 1953 δεν ήταν ακριβώς εκεί που είναι σήμερα η πέτρινη δόμη και έτσι το αποτύπωσε στο νέο σχέδιο (βλ. Τεκμήριο 1 στη δεύτερη δήλωση). Σε υποβολή ότι η πέτρινη δόμη δεν μπορεί να είναι το σύνορο όταν ο ίδιος την είδε το 2005 ανέφερε ότι η πέτρινη δόμη μπορεί να μην υπήρχε το πριν το 1953-54, ανέφερε όμως ότι υπήρχε χωμάτινη δόμη. Ερωτηθείς πως το γνωρίζει αφού ο ιδιος πήγε επί τόπου την 8/12/2005 ανέφερε ότι γνωρίζει από τους φακέλους. Ερωτηθείς σε ποιο φάκελο αναφέρεται κάτι τέτοιο αναφέρθηκε στους φακέλους του 1953 και
- Αντεξετασθείς από τον κ. Ιωάννου και ερωτηθείς ποιο είναι το σφάλμα που θα έπρεπε να διορθώσει ο Διευθυντής με βάση το άρθρο 61, ανέφερε ότι το σφάλμα είναι παράλειψη του χωρομέτρη να περιλάβει το αντίστοιχο του σημείου Ε στο σχέδιο από το οποίο λείπει ένα σημείο, και ανέφερε ότι κατά την αρχική χωρομετρία έπρεπε τα σύνορα να είναι στη γραμμή που τα καθόρισε ο ίδιος και όχι εκεί που τα δείχνει το εν χρήσει σχέδιο. Σε ερώτηση αν η θέση του είναι ότι η αρχική χωρομετρία είναι λανθασμένη ανέφερε ότι ένα σημείο είναι λάθος. Ερωτηθείς που βασίζει τον ισχυρισμό του, ανέφερε ότι οι φάκελοι του 1953 και 1954 έγιναν 28 χρόνια μετά το 1919 και κανένας δεν βρέθηκε να αμφισβητήσει την κατοχή στο ενδιάμεσο και να υπερισχύσει το εν χρήσει σχέδιο και επομένως δεν είναι δυνατόν τώρα να ισχυρίζονται ότι πρέπει να ισχύσει το εν χρήσει. Σε ερώτηση αν η θέση του με βάση το Τεκμήριο 1 στη συμπληρωματική ένορκο δήλωση είναι ότι το σύνορο με βάση το εν χρήσει σχέδιο (το οποίο φαίνεται με μπλε χρώμα) θα πρέπει να μετατοπιστεί και να πάει στο σημείο που λέει ο ίδιος απάντησε καταφατικά. Ερωτηθείς αν αυτό επηρεάζει τα εμβαδά των τεμαχίων με αύξηση της έκτασης του τεμ. 1338 και μείωση του 1335 απάντησε καταφατικά. Ερωτηθείς αν μπορεί να γίνει μετατόπιση του συνόρου με βάση το εν χρήσει σχέδιο και διόρθωση με βάση το άρθρο 61 χωρίς συγκατάθεση των μερών, επέμεινε ότι μπορεί ο διευθυντής να διορθώσει σφάλματα και να τους τα κοινοποιήσει χωρίς τη συγκατάθεση τους αφού έχει οιωνεί δικαστική εξουσία. Ερωτηθείς να αναφέρει με ποιο σχέδιο συμφωνεί η απόφαση του Κτηματολογίου, ανέφερε ότι μοιάζει πολύ με το εν χρήσει αν και στο σημείο Β ο χωρομέτρης του κτηματολογίου είναι πολύ αυστηρός με την αιτήτρια κατά 1,5 μέτρο τουλάχιστον κατά την άποψη του όπως ανέφερε. Ερωτηθείς για ποιο λόγο έγινε το σχεδιάγραμμα του 1953 με το οποίο ο ίδιος συμφωνεί συμφώνησε τελικά ότι έγινε για τον εσωτερικό διαχωρισμό του
- Σε υποβολή ότι έκανε ατεκμηρίωτη εργασία και επικαλείται την εγκύκλιο για να πείσει ότι η επέμβαση της αιτήτριας δεν είναι παράνομη επέμβαση, ανέφερε ότι η σωστή δουλειά είναι οι φάκελοι του 1953 και 1954, υπήρχε αδιαφιλονίκητη κατοχή για πολλά χρόνια και ήταν υποχρέωση του Διευθυντή να διορθώσει το εν χρήσει σχέδιο (το οποίο είναι λάθος κατά ένα σημείο) σύμφωνα με την κατοχή. Ερωτηθείς αν ήταν παρών κατά το χρόνο που έγινε το εν χρήσει σχέδιο για να γνωρίζει την επί τόπου κατάσταση ανέφερε ότι μιλά σαν επαγγελματίας. Ερωτηθείς πως καταλήγει ότι το 1925 το σύνορο ήταν ως η σημερινή επί τόπου κατάσταση, ανέφερε ότι η φυσική κατάσταση ήταν η ίδια με το
- Ερωτηθείς αν έχει κάποια απόδειξη για αυτό ανέφερε ότι δεν έχει μαρτυρία αλλά το 1953 οι άνθρωποι που γεννήθηκαν το 1900 ήταν ώριμοι και θα δημιουργείτο από τότε συνοριακή διαφορά. Σε υποβολή ότι όλα τα συμπεράσματα του είναι αυθαίρετα και ότι δεν γνωρίζει πως ήταν το σύνορο το 1925 ή το 1953 ανέφερε ότι πιστεύει ότι υπήρχε κατοχή και προ της χωρομετρίας διότι είναι τα φυσικά σύνορα δηλαδή η χωμάτινη δόμη. Ερωτηθείς αν γνωρίζει πότε έγινε η χωμάτινη δόμη ανέφερε ότι είναι φυσική και έγινε με τη διάβρωση. Σε υποβολή ότι το σχεδιάγραμμα του 1953 δεν είχε σχέση με τον καθορισμό του ορθού συνόρου μεταξύ του 1335 και 1338 και έγινε για τον εσωτερικό διαχωρισμό του πρωην 311, ανέφερε ότι συμφωνεί ότι έγινε για τον εσωτερικό διαχωρισμό αλλά όχι ως προς το ότι δεν αποτελεί εξασφάλιση για τα σύνορα. Σε υποβολή ότι δεν έκανε σοβαρή εργασία και είναι εσφαλμένες οι τοποθετήσεις του, ανέφερε ότι δέχεται ως ορθούς τους φακέλους του 1953 και 1955 που συμπίπτουν πολύ προσεγγιστικά με την επί τόπου κατάσταση και επανέλαβε ότι ο χωρομέτρης το 1925 δεν έλαβε υπόψη το σημείο Ε στο Τεκμήριο 1 στη συμπληρωματική του ένορκο δήλωση. Ερωτηθείς να υποδείξει ποια είναι η απόδειξη ότι έγινε αυτό το λάθος, ανέφερε ότι είναι η επί τόπου κατάσταση και η κατοχή και οι φακέλοι του 1953 και
- Η αιτήτρια στην ένορκη δήλωση της ημερομηνίας 17/3/2005 στην 164/05 αναφέρει ότι στα πλαίσια εξέτασης της αίτησης με αρ. ΑΧ4044/02 για επίλυση συνοριακής διαφοράς μεταξύ του ακινήτου της εφεσίβλητης 1 (Τεμάχιο 1336) και του δικού της τεμαχίου με αρ. (τεμάχιο 1338), διεξήχθη χωρομετρική εργασία μετά από επιτόπια εξέταση. Όπως η αιτήτρια αναφέρει η όλη διεξαχθείσα χωρομετρική εργασία ήταν πλημμελής και ο υπάλληλος δεν δέχθηκε να λάβει υπόψη την υπάρχουσα μαρτυρία και τα ορόσημα που ήσαν τοποθετημένα. Αντίθετα έκαμε πρόχειρες μετρήσεις και δεν δεχόταν να ακούσει τις θέσεις του συζύγου της Ανδρέα Βασιλείου. Είναι η θέση της ότι ο υπάλληλος δεν έλαβε υπόψη το ορόσημο που ήδη υπήρχε, όπως και τη θέση της οικίας της που είχε ήδη ανεγερθεί προ πολλών δεκαετιών. Επίσης δεν έλαβε υπόψη το κυρίζι που υπάρχει στο ακίνητο της, ούτε το μονοπάτι που χρησιμοποιείτο για πολλά χρόνια ούτε και τους πασσάλους της ηλεκτρικής. Περαιτέρω αναφέρει ότι μεταξύ της προηγούμενης ιδιοκτήτριας του τεμαχίου το οποίο τώρα της ανήκει, Παρασκευούς Ζαχαρία και του Συμβουλίου Βελτιώσεως Κακοπετριάς, είχε συμφωνηθεί όπως εντός του ακινήτου της ανεγερθεί από του Συμβουλίου ντεπόζιτο διανομής νερού. Σε αντάλλαγμα είχε ανεγερθεί από του Συμβουλίου Βελτιώσεως Κακοπετριάς υποστηρικτικός τοίχος στη άκρια του οικοπέδου της μήκους 20 ποδών περίπου. Το εν λόγω ντεπόζιτο νερού είναι σημειωμένο στον τίτλο της και αναφέρεται ότι ανήκει στο Κοινοτικό Συμβούλιο Κακοπετριάς. Είναι η θέση της ότι με τα σύνορα όπως τα έχει αποδεχθεί ο Διευθυντής του Κτηματολογίου, το ντεπόζιτο βρίσκεται εκτός του τεμαχίου της γεγονός που αποδεικνύει, σύμφωνα πάντα με την αιτήτρια, το λανθασμένο των μετρήσεων του υπαλλήλου της Χωρομετρίας. Με τα νέα σύνορα η έκταση του ακινήτου της μειώνεται κατά μισό προστάθι, σε σχέση με την έκταση του ακινήτου της όπως αναγράφεται στον τίτλο ιδιοκτησίας της. Όπως αναφέρει η χωρομετρική εργασία έχει ελεγχθεί λανθασμένα και είναι αντίθετη με τους παλαιούς χάρτες της περιοχής. Όπως περαιτέρω αναφέρει στην είσοδο του ακινήτου της είναι χαραγμένο μονοπάτι το οποίο χρησιμοποιείται για πολλά χρόνια και δείχνει τα σύνορα του τεμαχίου της. Σύμφωνα δε με την αιτήτρια ουδέποτε υπήρχε συνοριακή διαφορά για επίλυση από του Διευθυντή διότι τα σύνορα ήταν καθορισμένα και υπήρχαν τοποθετημένα ορόσημα. Με βάση τα πιο πάνω και υιοθετώντας τους λόγους έφεσης εισηγείται ότι η απόφαση του Διευθυντή είναι άκυρη και νομικά αστήρικτη και αναιτιολόγητη και ζητεί όπως αυτή ακυρωθεί. Τα ίδια αναφέρει και με την ένορκη δήλωση της ημερ.17/3/05 η οποία κατατέθηκε στην Αίτηση/Έφεση 165/05 με αναφορά στην αίτηση για επίλυση συνοριακής διαφοράς με αρ.ΑΧ1328/99 η οποία υπεβλήθη από τους καθ' ων η αίτηση 1,2 και 3 προς επίλυση της συνοριακής διαφοράς του ακινήτου τους με το ακίνητο της αιτήτριας. Με τη συμπληρωματική της ένορκο δήλωση ημερ.26/2/2007 την οποία καταχώρησε στην Αίτηση/Έφεση 164/05 η αιτήτρια αναφέρει επιπρόσθετα ότι την 10/5/1974 διεξήχθη επιτόπια έρευνα σύμφωνα με το φάκελο Α1217/74 ύστερα από αίτηση διαφοράς συνόρων που έγινε από την ιδιοκτήτρια του κτήματος με αρ. τεμαχίου 310/3 (τώρα 1337 - μη επίδικο) το οποίο εφάπτεται με το δικό της κτήμα και το κτήμα της εφεσίβλητης. Ο υπάλληλος του Κτηματολογίου καθόρισε την υφιστάμενη δόμη ως το εγγεγραμμένο σύνορο των κτημάτων τους και υπεγράφη σχετική δήλωση από όλους η οποία επισυνάπτεται ως «Παράρτημα ΣΤ» στην ένορκη δήλωση του Ρίκκου Μιχαηλίδη ημερ. 14/2/
- Επίσης αναφέρει ότι κατά το έτος 1979 ύστερα από αίτηση της μητέρας της εφεσίβλητης/καθ' ης 1 Άννας Κώστα Χασάπη σύμφωνα με το φάκελο Α1452/79, έγινε επιτόπια έρευνα από το Κτηματολόγιο για εξέταση της συνοριακής διαφοράς. Η μητέρα της εφεσείβλητης/καθ' ης 1 που ήταν τότε η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του κτήματος (τεμάχιο 310/1/2,310/2/2) τώρα τεμάχιο 1336 και με αρ. εγγραφής 5277 υπέγραψε σχετική δήλωση η οποία επισυνάπτεται ως «Παράρτημα Ε» στην ένορκη δήλωση του Ρίκκου Μιχαηλίδη ημερ. 14/2/2007, σύμφωνα με την οποία δεν υφίσταται οποιαδήποτε συνοριακή διαφορά και η ίδια η μητέρα της εφεσίβλητης δήλωσε εγγράφως ότι ουδεμία διαφορά υπέδειξε στον Κτηματολογικό υπάλληλο. Το Κτηματολόγιο στο πλαίσιο των αιτήσεων που έγιναν για διευθέτηση συνοριακής διαφοράς σύμφωνα με τις αιτήσεις Α1217/74 και Α1452/79 τους υπέδειξε ότι το εγγεγραμμένο σύνορο μεταξύ των κτημάτων τους ήταν η θέση της υφιστάμενης πέτρινης δόμης. Είναι η θέση της με βάση και τη συμβουλή που η ίδια έχει λάβει, ότι ενόψει των δηλώσεων που έγιναν στο πλαίσιο των πιο πάνω αιτήσεων ο Διευθυντής έπρεπε να απορρίψει την αίτηση της εφεσίβλητης για καθορισμό των συνόρων, επειδή δεν υπήρχε τέτοια διαφορά και εφόσον δε αποφάσισε να προχωρήσει στην εξέταση της, τα ευρήματα του έπρεπε να συνάδουν με τις προηγούμενες θέσεις του ότι η υφιστάμενη δόμη αποτελεί το εγγεγραμμένο σύνορο μεταξύ των κτημάτων τους. Κατά την αντεξέταση της από το συνήγορο της εφεσίβλητης 1 στην 164/05, σε υποβολή ότι καταχώρησε την αίτηση/έφεση τυχαία και χωρίς να έχει γνώμη από δικό της εμπειρογνώμονα που να έκανε μετρήσεις αφού οι σύμφωνα με τις ενόρκους δηλώσεις των Μάρκου και Μιχαηλίδη αυτοί επισκέφθηκαν το μέρος μετά την καταχώρηση των επίδικων αιτήσεων/εφέσεων, ανέφερε ότι προηγουμένως δεν είχε κάποια διαφορά για να καλέσει οποιονδήποτε. Ερωτηθείσα ποιος έχτισε το κυρίζι ανέφερε ότι το έχτισε το Συμβούλιο Βελτιώσεως στο ακίνητο της, το οποίο (Συμβούλιο) έδωσε και την ίδια άδεια για να χτίσει υπό κάποιες προϋποθέσεις. Σε υποβολή ότι με βάση την παρ. 9 της ένορκης δήλωσης της ημερ. 17/3/2005 δεν προέβη η ίδια σε συμφωνια με το Συμβούλιο Βελτιώσεως αλλά η προκάταχος της, η αιτήτρια συμφώνησε και ανέφερε ότι πράγματι η συμφωνία με βάση την οποία δόθηκε άδεια για να τοποθετηθεί ντεπόζιντο νερού στο ακίνητο της σε αντάλλαγμα την ανέγερση τοίχου 20 ποδών στο σύνορο της έγινε από την προκάτοχο της και υλοποιήθηκε. Όταν δε η ίδια κατέστη ιδιοκτήτρια και έχτισε την οικία της, βρισκόταν εκεί. Δέχθηκε ότι ουδέποτε προηγουμένως είχε καλέσει χωρομέτρη για να προβεί σε επίλυση συνοριακής διαφοράς επειδή δεν είχε πρόβλημα με κανέναν. Σε ερώτηση ποιος τότε έβαλε τα ορόσημα στα οποία αναφέρεται η ίδια στην παρ. 12 της ενόρκου Δήλωσης της ανέφερε ότι τα έβαλε ο Σκώττης. Αντεξετασθείσα από τον κ. Ιωάννου σε σχέση με την παρ. 7 της ένορκης δήλωσης της που καταχώρησε στην Αίτηση/Έφεση 165/05 και συγκεκριμένα αν η ίδια εκφέρει γνώμη για την ποιότητα εργασίας του χωρομέτρη και ποιος της ανέφερε όλα αυτά που αναφέρει στην παρ. 7, ανέφερε ότι της το ανέφεραν τα κοτσιάνια της και οι τοίχοι ενώ πρόσθεσε ότι σέβεται την εργασία του χωρομέτρη αλλά αφού έγινε ανθρώπινο λάθος με το δικό της ακίνητο στη χωρομετρία, έπρεπε να βασιστούν στα σύνορα όπως είναι επί τόπου. Αντεξετασθείσα σε σχέση με την αναφορά της στην παρ. 13 της ίδιας δήλωσης για παλαιούς χάρτες ανέφερε ότι έχει πολλούς αλλά δεν τους κατέθεσε γιατί δεν είχε διαφορές με κανένα και δεν υπήρχε λόγος να τους καταθέσει. Ερωτηθείσα αναφορικά με το πότε χτίστηκε ο τοίχος που όπως η ίδια ισχυρίζεται αποτελεί το σύνορο της με τους «Σκώττηδες» ανέφερε ότι χτίστηκε πριν 40 χρόνια. Ερωτηθείσα πως είναι χτισμένος ανέφερε ότι είναι χτισμένος από πέτρες και πηλούς και τον έχτισε η ίδια διότι χάλασε και της είπε «η γερόντισσα η κάτω» να τον διορθώσει. Εκ μέρους των καθ' ων η αίτηση και στις δύο αιτήσεις ένορκες δηλώσεις καταχώρησαν οι Αιμίλιος Τσίγκης Μ.Κ.1 και Παναγιώτης Γεωργιάδης Μ.Κ.
- Για την δε 164/05 ένορκη δήλωση κατέθεσε και ο Σάββας Καραγιάννης Μ.Κ.3 ενώ για την 165/05 ο Αριστείδης Ιωάννη Σκώττη Μ.Κ.4 , όλοι εκ των οποίων αντεξετάστηκαν Ο Αιμίλιος Τσίγκης Μ.Κ.1 με την ένορκο δήλωση του ημερ. 8/1/2009 αναφέρει ότι είναι Κτηματολογικός Γραφέας στο Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας και εργαζόταν κατά τον ουσιώδη χρόνο στον Κλάδο Επιτόπιων Ερευνών του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λευκωσίας. Μέσα στα πλαίσια των καθηκόντων του στις 8/5/2003 συμμετείχε ως εκπρόσωπος του Επαρχιακού Κτηματολογικού Λειτουργού Λευκωσίας σε συνεργασία με τον Χωρομέτρη του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας κ. Παναγιώτη Γεωργιάδη σε επιτόπια εξέταση στην Κακοπετριά για εξέταση της αίτησης για συνοριακή διαφορά με αρ. ΑΧ4044/02 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λευκωσίας, η οποία αφορούσε το ακίνητο της αιτήτριας (τεμ. 1338) και της εφεσίβλητης 1 (τεμ. 1336). Αφού υποδείχθηκε συνοριακή διαφορά από τους ενδιαφερόμενους ιδιοκτήτες, ο χωρομέτρης Παναγιώτης Γεωργιάδης έκανε χωρομετρική εργασία και υπέδειξε στους ενδιαφερόμενους ιδιοκτήτες το εγγεγραμμένο σύνορο των ακινήτων τους. Ως αποτέλεσμα της πιο πάνω επιτόπιας εξέτασης ο Διευθυντής του Κτηματολογίου και Χωρομετρίας απεφάσισε επί της υπό εξέταση συνοριακής διαφοράς και γνωστοποίησε στα ενδιαφερόμενα μέρη την απόφαση του με ειδοποίηση ημερ. 22/2/2005 σύμφωνα με το άρθρο 58
(3)του Κεφ.
- Η Εφεσείουσα στη συνέχεια καταχώρησε την υπό εξέταση Αίτηση/Έφεση. Στις 14/4/2005 ο Διευθυντής καταχώρησε στο φάκελο της υπόθεσης του Δικαστηρίου Αιτιολογημένη Απόφαση ημερ. 12/4/2005 στην οποία παραθέτει τους λόγους οι οποίοι οδήγησαν στην απόφαση του ημερ. 22/2/2005 επί της αναφερθείσας συνοριακής διαφοράς. Ο ίδιος όπως αναφέρει έχει διαβάσει την «Αιτιολογημένη Απόφαση» την οποία επισυνάπτει ως Τεκμήριο Α στην ένορκη του δήλωση και την οποία υιοθετεί προβαίνοντας σε συγκεκριμένες διορθώσεις γραφικών λαθών. Με την ένορκο δήλωση στην οποία προβαίνει στην Αίτηση/Έφεση 165/05 ημερ. 7/6/2007 αναφέρει την ίδια διαδικασία ως την διαδικασία που ακολουθήθηκε και σε σχέση με την αίτηση που υπεβλήθη από τους καθ' ων η αίτηση στην Αίτηση/Έφεση 165/05 (αίτηση ΑΧ1328/99) διευκρινίζοντας ότι η επιτόπια εξέταση έγινε στις 28/11/2002 από τον ίδιο χωρομέτρη κ. Παναγιώτη Γεωργιάδη στην παρουσία του και η απόφαση του Διευθυντή κοινοποιήθηκε στις 22/2/
- Όπως αναφέρει η Αιτιολογημένη απόφαση του Διευθυντή ημερομηνίας 13/4/2005 καταχωρήθηκε στο φάκελο της Αίτησης/Έφεσης 165/05 στις 14/4/
- Αντεξετασθείς από τον κ. Χ''Ιωάννου ανέφερε ότι η όλη χωρομετρική εργασία από τη στιγμή που θα υποδειχθεί συνοριακή διαφορά ως και τα ευρήματα στις επιτόπιες εξετάσεις ανήκουν στον κλάδιο χωρομετρίας. Ερωτηθείς ποια είναι η αιτιολογία της απόφασης ανέφερε ότι στηρίζεται στα ευρήματα της όλης χωρομετρικής εργασίας που διενεργήθηκε. Ερωτηθείς που στηρίχθηκε η χωρομετρική εργασία ανέφερε ότι αυτό θα το αναφέρει ο χωρομέτρης. Ερωτηθείς αν υπέδείχθη συνοριακή διαφορά και ποια ήταν αυτή ανέφερε ότι υπεδείχθη συνοριακή διαφορά από την αιτήτρια για το σύνορο του ακινήτου της 1338 με το 1336 και ανέλαβε να εξετάσει χωρομέτρης. Όπως ανέφερε δεν προσδιορίζεται στην απόφαση του Διευθυντή το αμφισβητούμενο μέρος αλλά δεικνύεται στην όλη χωρομετρική εργασία αφού την σχεδιάσει και αφού τη διεκαπιερώσει και παραδώσει ο χωρομέτρης στον αρμόδιο κλάδο ελέγχο που είναι οκλάδος χαρτογραφήσεως. Εφόσον δε θεωρηθεί ορθή διαβιβάζεται στο Διευθυντή για έκδοση απόφασης. Ερωτηθείς να αναφέρει ποια ήταν η συνοριακή διαφορά που υπεδείχθη, ανέφερε ότι η υπόδειξη της συνοριακής διαφοράς δεν προϋποθέτει και γνώση του αιτητή ως προς τα μέτρα αλλά και μόνο η υπόνοια για τυχόν επέμβαση υποδηλοί ότι υπάρχει συνοριακή διαφορά εξ ου και υπεβλήθη αίτηση. Ερωτηθείς πως μπορεί να γνωρίζει αν επιλύθηκε συνοριακή διαφορά μεταξύ των διαδίκων προηγουμένως, ανέφερε ότι για να μην χρήζει επίλυσης μια αίτηση, θα πρέπει να έχει λυθεί προηγουμένως με απόφαση του Διευθυντή. Σε υποβολή ότι υπήρχε αίτηση για επίλυση συνοριακής διαφοράς με την Α1452/79 συμφώνησε και ανέφερε ότι η κατάληξη της ήταν ότι απεσύρθη χωρίς απόφαση του Διευθυντή. Κατέθεσε δε τη σχετική δήλωση που υπεγράφη ως Τεκμήριο 3 στη διαδικασία. Ερωτηθείς πως δέχθηκαν νέα αίτηση λαμβανομένου υπόψη του περιεχομένου του Τεκμηρίου 3, ανέφερε ότι στα πλαίσια της προηγούμενης αίτησης για επίλυση συνοριακής διαφοράς δεν υποδείχθηκε συνοριακή διαφορά, αλλά αποσύρθηκε η αίτηση. Επίσης διευκρίνισε ότι δεν μπορούσε να γνωρίζει αν στην Α1452/79 υπεβλήθη σχέδιο με τη διαφορά, αλλά από το φάκελο και τη δήλωση Τεκμήριο 3 προκύπτει ότι δεν υπεδείχθη διαφορά τότε. Επίσης έκανε αναφορά σε σειρά φακέλων που έδωσε στο χωρομέτρη και τους ανέφερε στο Δικαστήριο. Ερωτηθείς με βάση ποιο φάκελο περάστηκε το δικαίωμα του Συμβουλίου Βελτιώσεως να διατηρεί κυρίζι στο ακίνητο της αιτήτριας ανέφερε ότι έγινε με το φάκελο Α2604/53 που ήταν ο φάκελος διαχωρισμού από τον οποίο προέκυψε το ακίνητο της αιτήτριας. Ερωτηθείς κατά πόσον το Τεκμήριο 2 στη διαδικασία (Σύμφωνία μεταξύ της προκατόχου της αιτήτριας και του Συμβουλίου Βελτιώσεως Κακοπετριας) περιλαμβάνεται στο φάκελο του ανέφερε ότι αναφέρεται το τάγκι και το ντεπόζιτο και όροι στην αγγλική όσον αφορά το ντεπόζιτο αυτό. Ερωτηθείς αν έγινε επιτόπια εξέταση κατά την εξέταση του αιτήματος για διαχωρισμό, ανέφερε ότι στο φάκελο αναφέρεται περιγραφικά τόσο η οικία όσο και το ντεπόζιτο που βρίσκονταν εντός του τεμαχίου αυτού. Ερωτηθείς αν οι φάκελοι αυτοί λήφθηκαν υπόψη από το Διευθυντή κατά την έκδοση της απόφασης του απάντησε καταφατικά αιτιολογώντας τη θέση του με βάση το ότι γίνεται αναφορά στις εκθέσεις και τα σημειώματα του χωρομέτρη τα οποία υποβλήθηκαν στον αρμόδιο κλάδο για εξέταση. Εξ άλλου όπως ανέφερε και ο κλάδος που θα ελέγξει τη χωρομετρική εργασία και ο ελεγκτής των επιτόπιων ερευνών, έχουν στην κατοχή τους τους φακέλους και τη χωρομετρική έκθεση και την έκθεση των αρμοδίων κλάδων στους οποίους διαβιβάστηκε. Ερωτηθείς αν υπάρχει σχέδιο στο φάκελο Α2604/53 με τις αποστάσεις από τα σύνορα, ανέφερε ότι υπάρχει και στην ουσία ο Διευθυντής διαφωνεί με τα ευρήματα εκεί. Δεν κατατέθηκε ως τεκμήριο αφού ήταν ήδη κατατεθειμένο ως τεκμήριο στην ένορκη δήλωση του Χριστόδουλου Μάρκου. Ο Παναγιώτης Γεωργιάδης Μ.Κ.2 με την ένορκο δήλωση του ημερ. 9/1/2009 στην 164/05 αναφέρει ότι είναι απόφοιτος Τ.Ε.Ι. Πατρών, και κατέχει τη θέση Τεχνικού Μηχανικού Χωρομετρίας 1ης Τάξης και σε κάθε ουσιώδη χρόνο ήταν Ανώτερος Χωρομέτρης στο Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας. Εργάζεται δε στον Κλάδο Χωρομετρίας Λευκωσίας από το διορισμό του την 15/7/
- Μέσα στα πλαίσια των καθηκόντων του, στις 8/5/2003 συμμετείχε ως εκπρόσωπος του Ανώτερου Κτηματολογικού Λειτουργού Χωρομετρίας, σε συνεργασία με το Κτηματολόγο του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας .κ. Αιμίλιο Τσίγκη, σε επιτόπια εξέταση στην Κακοπετριά για εξέταση της αίτησης για συνοριακή διαφορά με αριθμ. ΑΧ4044/02 Επαρχιακού Κτηματολογίου Λευκωσίας. Αφού υποδείχθηκε συνοριακή διαφορά από τους ενδιαφερόμενους ιδιοκτήτες, διεξήγαγε τη δέουσα χωρομετρική εργασία και υπεδείξε στους ενδιαφερόμενους ιδιοκτήτες το εγγεγραμμένο σύνορο των ακινήτων τους. Όπως αναφέρει η πολύωρη χωρομετρική και γραφική εργασία που έκανε φαίνεται και αποτυπώνεται στα σχεδιαγράμματα που ετοίμασε και επισυνάπτονται ως Τεκμήρια 1 (α), 1 (β) και 1 (γ). Κατά την εργασία του όπως αναφέρει λήφθηκαν υπόψη τόσο οι φάκελοι του Κτηματολογίου που αφορούν τα επίδικα τεμάχια όσο και το εν χρήσει κτηματικό σχέδιο το οποίο επισυνάπτεται ως Τεκμήριο
- Η χωρομετρική εργασία βασίστηκε πάνω στα χωρομετρικά δεδομένα που αφορούν τη χωρομέτρηση του χωρίου Κακοπετριά, περιλαμβανομένου του παλαιού δρόμου Λευκωσίας-Κακοπετριάς-Τροόδους, καθώς και επιτόπου καταστάσεις π.χ. ο νέος δρόμος Λευκωσίας-Τροόδους κ.α. Όπως περαιτέρω αναφέρει ως αποτέλεσμα της πιο πάνω επιτόπιας εξέτασης ο Διευθυντής Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας αποφάσισε επί της υπό εξέταση συνοριακής διαφοράς και γνωστοποίησε στα ενδιαφερόμενα μέρη την απόφαση του με ειδοποίηση ημερομηνίας 22/2/2005, και στη συνέχεια η εφεσείουσα καταχώρησε την Αίτηση/Εφεση αρ. 164/05 κατά της πιο πάνω απόφασης του Διευθυντή και στις 14/4/2005, ο Διευθυντής καταχώρησε στο φάκελο της υπόθεσης του Δικαστηρίου "Αιτιολογημένη Απόφαση", ημερ. 12/4/2005, στην οποία παραθέτει τους λόγους οι οποίοι οδήγησαν στην απόφαση του ημερ. 22/2/2005 επί της εν λόγω συνοριακής διαφοράς. Όπως αναφέρει έχει αναγνώσει την "Αιτιολογημένη Απόφαση" του Διευθυντή, αντίγραφο της οποίας επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 3 και συμφωνεί με το περιεχόμενο της το οποίο και υιοθετεί πλήρως, με τις μικροδιορθώσεις γραφικών λαθών που αναφέρονται στην Ένορκη Δήλωση του συναδέλφου του κ. Αιμίλιου Τσίγκη. Στη συνέχεια παραθέτει τις θέσεις του σε σχέση με τις ένορκες δηλώσεις των εμπειρογνωμόνων Χριστόδουλου Μάρκου, Ρίκκου Μιχαηλίδη και της ίδιας της Εφεσείουσας με τις οποίες ως αναφέρει διαφωνεί για τους εξής λόγους τους οποίους παραθέτω αυτούσιους: «(α) Η πέτρινη ή/και τσιμεντένια δόμη ή/και τοίχος αντιστήριξης είναι μεταγενέστερη της αρχικής χωρομετρίας και δεν μπορεί να θεωρηθεί ως σύνορο. (β) Δόμη μπορεί να υιοθετηθεί ως σύνορο, μόνον όταν η ερμηνεία του συνόρου, τόσο από το εν χρήσει σχέδιο, όσο και από τους υπάρχοντες φακέλλους διαχωρισμού, πλησιάζει την εν λόγω δόμη στα επιτρεπτά όρια απόκλισης του σχεδίου από τη γη. Στην προκειμένη περίπτωση ο τοίχος αντιστήριξης και συγκεκριμένα η απόσταση μεταξύ του σημείου Β (το οποίο τοποθετήθηκε από εμένα) μέχρι το σημείο Ε (το οποίο τοποθετήθηκε από τον ιδιώτη τοπογράφο κ. Χριστόδουλο Μάρκου) είναι 5 μέτρα και 80 εκατοστόμετρα, απόσταση που είναι εκτός των επιτρεπτών ορίων απόκλισης. (γ) Όσον αφορά τις παρατηρήσεις του ιδιώτη τοπογράφου σχετικά με τις αποστάσεις της κατοικίας της Εφεσείουσας όπως αυτές καθορίζονται στο φάκελλο Α2604/53 σε σχέση με το σύνορο της Εφεσίβλητης (επίδικο σύνορο) και συγκεκριμένα τον ισχυρισμό ότι τα 14 πόδια και 15 πόδια αντίστοιχα που καθορίζονται στον εν λόγω φάκελλο δεν συμφωνούν, απλά αναφέρω ότι ο εν λόγω φάκελλος αφορά διαχωρισμό του Τεμ. 1338 της Εφεσείουσας με τα γειτονικά τεμάχια στο βόρειο σύνορο της και όχι με το επίδικο Τεμ.
- (δ) Το ίδιο ισχύει και για τον ισχυρισμό του ιδιώτη τοπογράφου στην παράγραφο 6δ της Ένορκης Δήλωσης του, όσον αφορά την απόσταση της κατοικίας που βρίσκεται στο διπλανό Τεμ. 1335 (επίδικο στην Αίτηση -Έφεση 165/05) με το επίδικο Τεμ. 1336 της Εφεσίβλητης ή/και το Τεμ. 1338 της Εφεσείουσας. (ε) Ο φάκελλος G 4014/55 στον οποίο αναφέρεται ο ιδιώτης τοπογράφος, αφορά αναπροσαρμογή συνόρων των Τεμ. 1335 και
- Συγκεκριμένα η απόσταση των 76 ποδιών που αναφέρεται στο φάκελλο έρχεται σε αντίθεση με την απόσταση του κοινού συνόρου που καθορίστηκε με τον πιο πάνω φάκελλο, όσον αφορά τα Τεμ. 1335, 1336 (129 πόδια) ως επίσης και με το φάκελλο A3104/68, για τον οποίον εκδόθηκε απόφαση του διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας και την οποία καθορίζει στα 148 πόδια. (στ) Σε ότι αφορά την εγγραφή του ντεπόζιτου, που όπως ισχυρίζεται η Εφεσείουσα και οι εμπειρογνώμονες της βρίσκεται στο δικό της Τεμάχιο 1338, διαφωνώ και λέγω ότι αντίθετα βρίσκεται (με βάση την γενόμενη χωρομετρική εργασία) στο Τεμ. 1336 της Εφεσίβλητης, και, μετά την επίλυση της διαφοράς από το Δικαστήριο, θα γίνει Α.Δ.Λ. δηλαδή Αίτηση διόρθωσης λάθους, όπως αναφέρεται και στο Σημείωμα 11 του Διευθυντή του Κτηματολογίου στο Φάκελλο ΑΧ4044/
- (ζ) Αναφορικά με την ισχυριζόμενη μείωση του εμβαδού του Τεμ. 1338 της Εφεσείουσας λέγω ότι οποιαδήποτε μείωση του εμβαδού συνάδει με την γενόμενη χωρομετρική εργασία και το εν χρήσει σχέδιο. Συναφώς με το θέμα τούτο λέγω ότι το διαφιλονικούμενο τεμάχιο γης μεταξύ του Τεμ. 1336 της Εφεσίβλητης και του Τεμ. 1338 της Εφεσείουσας είναι 70 τετραγωνικά μέτρα, το δε διαφιλονικούμενο τεμάχιο γης μεταξύ του Τεμ.1338 της Εφεσείουσας και του Τεμ.1335 των Εφεσίβλητων στην Αίτηση Έφεση 165/05 είναι 60 τετραγωνικά μέτρα. Και το κτήμα της Εφεσίβλητης Τεμ. 1336, προστιθέμενων και των 70 διαφιλονικούμενων τετρ.μέτρων, εξακολουθεί να έχει και αυτό μειωμένη έκταση από ότι αναγράφεται στο δικό της τίτλο ιδιοκτησίας ή/και στα μητρώα και έγγραφα του Κτηματολογίου. Κατά συνέπεια, καμιά μείωση του εμβαδού του Τεμ. 1338 της Εφεσείουσας δεν έγινε προς όφελος του Τεμ. 1336 της Εφεσίβλητης.» Καταληκτικά αναφέρει ότι είναι η θέση του ότι οι εμπειρογνώμονες της Εφεσείουσας δεν έλαβαν υπόψη όλους τους σχετικούς με τα τεμάχια φακέλους και τις μετρήσεις που φαίνονται σ' αυτούς και έχουν καταλήξει σε λανθασμένα ευρήματα ή/και συμπεράσματα, στηριζόμενοι και στον Φακ. Α1217/74 που δεν σχετίζεται με την υπό εξέταση υπόθεση και στο Φακ. Α1452/79 ο οποίος αποσύρθηκε. Με την ένορκο δήλωση ημερ. 7/6/2007 στην Αίτηση/Έφεση 165/05 αναφέρει τις αντίστοιχες ενέργειες που έγιναν στα πλαίσια εξέτασης της αίτησης ΑΧ1328/
- Αντεξετασθείς ανέφερε ότι προ της ημερομηνίας κατά την οποία καθορίστηκε η επιτόπια εξέταση είχε επισκεφθεί το μέρος οπόταν και προέβη σε αποτυπώσεις λεπτομερειών γειτονικών τεμαχίων που θα του έδιδαν ως ανέφερε τη δυνατότητα να προσεγγίσει τα επίδικα σύνορα στη σωστή τους διάσταση, διαδικασία που αποτελεί πάγια τακτική του σαν χωρομέτρη για να δώσει το ορθό αποτέλεσμα. Εξήγησε ποια ήταν η διαφορά που του υπεδείχθη ενώ ανέφερε και ποια πρόσωπα ήταν παρόντα κατά την επιτόπια εξέταση. Η αιτήτρια μεταξύ άλλων ήταν παρούσα. Ανέφερε ότι στον καθορισμό του συνόρου έλαβε υπόψη χαρακτηριστικά σημεία όπως ήταν ο δρόμος ο οποίος διέρχεται δυτικότερα των τεμαχίων 1336 και 1335, ο οποίος ελέχθηκε και φάνηκε ότι βρισκόταν στη σωστή του θέση. Δηλαδή όπως εξήγησε, η επί τόπου θέση του δρόμου βρέθηκε να συνάδει με την εγγεγραμμένη του θέση. Για τον συγκεκριμένο δρόμο ανέφερε ότι υπάρχει καταχωρημένη χωρομετρική εργασία δεδομένου του ότι συνορεύει με το χωριό Κακοπετριά, και η οποία βασίζεται σε τριγωνομετρικά σημεία και το αποτέλεσμα δεν μπορεί να αμφισβητηθεί. Επέλεξε όπως ανέφερε αυτό το σημείο αφού αυτό προσφερόταν ως καλό σημείο αναφοράς για τις μετρήσεις που θα εφάρμοζε. Ανέφερε επίσης ότι τον εν λόγω δρόμο τον προσδιόρισε επί τόπου. Επίσης αντεξετάστηκε εκτενώς ως προς το γιατί δεν υιοθετήθηκε το σχεδιάγραμμα του 1953 ως και οι μετρήσεις του φακέλου Α2604/53 και δόθηκε βαρύτητα από το συνήγορο των αιτητών στο Σημείωμα «Παράρτημα Η» στη δήλωση του Ρίκκου Μιχαηλίδη, με το οποίο ζητήθηκε από τον κ. Γεωργιάδη από τον τομέα σχεδιαστηρίου που ήλεγχε την εργασια του, να εφαρμόσει τη χωρομετρία με βάση το φάκελο Α2604/53 και στο οποίο ο κ. Γεωργιάδης απάντησε ότι δεν μπορούσε να εφαρμοστεί η χωρομετρία του εν λόγω φακέλου καθ ΄ότι στο ανατολικό σύνορο του τεμαχίου 1338 η απόσταση από της κατοικίας της εφεσείουσας από το δρόμο είναι τέτοια που ο δρόμος θα πρέπει να τοποθετηθεί σε ύψωμα θέση στην οποία σύμφωνα και με μαρτυρίες των κατοίκων δεν βρισκόταν ποτέ. Έτσι υιοθέτησε την επί τόπου κατάσταση. Αυτός ο δρόμος όπως διευκρίνισε είναι άλλος από αυτόν που είχε αναφέρει ως σταθερό σημείο αναφοράς. Ανέφερε δε ότι η αποδοχή της επί τόπου κατάστασης σε σχέση με τον εν λόγω δρόμο και όχι της χωρομετρίας του φακέλου του 1953 ικανοποιούσε πλήρως το εν χρήσει κτηματικό σχέδιο. Σε υπόδειξη ότι το πρόβλημα με τον δρόμο προέκυψε διότι ο ίδιος εξέλαβε ως ορθό το σύνορο όπως το καθόρισε και δεν δέχθηκε την πέτρινη δόμη, ανέφερε ότι αν υιοθετούσε την πέτρινη δόμη ως σύνορο θα προέκυπτε άλλο πρόβλημα το οποίο θα επηρέαζε το εγγεγραμμένο σύνορο από την αρχική χωρομετρία και θα επηρέαζε και τον δρόμο που έλαβε ως σταθερό σημείο και ο οποίος ελέγχθηκε και ήταν αδιαμφισβήτητα ορθός και το πρόβλημα θα προχωρούσε και σε τεμάχια εντός του χωριού Κακοπετριάς. Επίσης ανέφερε σε σχέση με το σχεδιάγραμμα του φακέλου Α2604/53, ότι η παρουσίαση της οικίας και του μικρού ντεποζίτου στο εν λόγω σχεδιάγραμμα, ήταν καθαρά περιγραφική και δεν αποτελούσε προϊόν χωρομετρικής εργασίας από τον κτηματολόγο που εξέτασε το φάκελο Α2604/
- Γι αυτό το λόγο και ο σχεδιαστής ο οποίος ανέλαβε να σχεδιάσει το διαχωρισμό στο εν χρήσει σχέδιο δεν σχεδιάσε ούτε την οικία ούτε το μικρό ντεπόζιτο διότι δεν του δίδονταν οι κατάλληλες μετρήσεις έτσι ώστε να τα τοποθετήσει πάνω στο σχέδιο στην ορθή τους θέση και αυτό όπως ανέφερε φαίνεται και από το κτηματικό σχέδιο το οποίο υπάρχει στο φάκελο ΑΧ1328/99 που εξέτασαν και που είναι το τελευταίο κτηματικό σχέδιο πριν αυτό ενημερωθεί με βάση τη δική του χωρομετρική εργασία. Ερωτηθείς πως το γνωρίζει ανέφερε ότι στο φάκελο δεν αναφέρεται ότι έγινε χωρομετρική εργασία αλλά ότι έγινε ενα σχεδιάγραμμα. Συμφώνησε πάντως ότι οι αποστάσεις του φακέλου Α2604/53 συμπίπτουν με την επί τόπου απόσταση που χωρίζει την οικία από τη δόμη η οποία ευρίσκεται επί τόπου. Ερωτηθείς αν διαφωνεί με την παρ. 10(γ) της δήλωσης του όπου απαντώντας στο θέμα αυτό δεν αναφέρει ότι η εργασία ήταν περιγραφική αλλά κάνει αναφορά στο ότι ο φάκελος Α2604/53 δεν εφαρμόστηκε διότι αφορούσε το διαχωρισμό του 1338, ανέφερε ότι δεν διαφωνεί με την εν λόγω παράγραφο αφού όπως εξήγησε ο φάκελος Α2604/53 αφορούσε διαχωρισμό του παλαιού 311 από το οποίο προέκυψε το 1338 και άλλα 4, ενώ το κοινό σύνορο των επίδικων τεμαχίων 1338 1336 και 1335 είχε καθοριστεί από την αρχική χωρομετρία και καθόλου δεν επηρεάστηκε από τον εσωτερικό διαχωρισμό του 311 από το οποίο προέκυψε το
- Αντεξετασθείς σε σχέση με το φάκελο Α1452/79 που αφορούσε συνοριακή διαφορά μεταξύ της αιτήτριας και της μητέρας της εφεσίβλητης 1 στην 164/05 ανέφερε ότι δεν τον έλαβε υπόψη αφού απεσύρθη και δεν δημιούργησε οποιοδήποτε προηγούμενο. Ερωτηθείς αν συμφωνεί ότι το σχέδιο σε κλίμακα 1:5000 είναι ανακριβές και αναξιόπιστο ανέφερε ότι υπάρχουν κάποια προβλήματα που εντόπισαν και λαμβάνοντας υπόψη διάφορες καταστάσεις διεκπεραιώνουν τις υποθέσεις με την ακρίβεια που μπορούν.Ανέφερε ότι στο 1:5000 δεν υπάρχουν σταθερά σημεία χωρομετρίας αλλά μόνο τριγωνομετρικά σημεια που έχουν συντεταγμένες και είναι διαβαθμισμένα π.χ. 4ης τάξης κλπ. Δεν δέχθηκε ότι κατ' ανάγκη οι αποστάσεις σε σχέδιο 1:5000 πρέπει να λαμβάνονται με σημεία 3ης τάξεως. Ερωτηθείς αν υπάρχουν άλλα σημεία που τοποθετήθηκαν κατά τη γενική χωρομετρία που μπορούν να καθοδηγήσουν σε κάποιο αποτέλεσμα ανέφερε ότι τα σχέδια σε κλίμακα 1:5000 έγιναν με τη μέθοδο της μετροτράπεζας (μέθοδος που χρησιμοποιείτο τότε). και με βάση αυτή τη χωρομετρική εργασία καταγράφονται τα τεμάχια ως φαίνονται στο κτηματικό σχέδιο. Όπως ανεφερε αν ένα σύνορο ήταν δόμη παρουσιάζετο με συγκεκριμένο κωδικό αν ήταν δρόμος με άλλο κλπ και με βάση αυτά τα σύνορα (κωδικούς), η δική τους έρευνα ήταν να βρουν αυτά τα χαρακτηριστικά σημεία στο έδαφος και πάνω σε αυτά να βασιστούν για να καθορίσουν τα σύνορα των τεμαχίων. Ερωτηθείς να υποδείξει στο συγκεκριμένο φύλλο σχέδιο που αφορά τα επίδικα τεμάχια ποια τέτοια σημεία υπάρχουν, ανέφερε μεταξύ άλλων το δρόμο που διέρχεται δυτικά των τεμαχίων 1335 και 1336, και κάποια άλλα τα οποία τον βοήθησαν να σταθεροποιήσει την περιοχή του λαμβανομένων υπόψη και των γειτονικών τεμαχίων διότι ως ανέφερε η εργασία που εκτελεί δεν πρέπει να προκαλεί δυσμενείς καταστάσεις για τα γειτονικά ακίνητα. Στη θέση ότι δεν έχει αναφερθεί σε σταθερό σημείο χωρομετρίας αναφέρεθηκε στο 1667/4 που είναι τριγωνομετρικό σημείο και φαίνεται βορειότερα των τεμαχίων και είναι ένα από τα στοιχεία στα οποία στηρίχθηκε. Ερωτηθείς αν διακρίβωσε κατά πόσον ήταν ορθά περασμένος ο συγκεκριμένος δρόμος και πότε περάστηκε ανέφερε ότι τον ίδιο τον αφορούσε τί φαίνεται στο εν χρήσει σχέδιο και αυτό έλαβε υπόψη για να υλοποιήσει την εργασία του και τόνισε πως για να φαίνεται ο συγκεκριμένος δρόμος στο σχέδιο τούτο σημαίνει ότι έγινε με συγκεκριμένο φάκελο ο οποίος έτυχε των κατάλληλων εγκρίσεων. Ερωτηθείς αν το κτηματικό σχέδιο επηρεάζεται από συστολές διαστολές ανέφερε ότι επηρεάζεται αλλά το εν χρήσει δεν επηρεάζεται ενώ εξήγησε ότι όταν χρησιμοποιούνται αποστάσεις από το κτηματικό σχέδιο λαμβάνονται υπόψη σχετικές αναλογίες. Ερωτηθείς που βρήκε τις αποστάσεις που χρησιμοποίησε ανέφερε ότι οι αποστάσεις καθορίζονται από το κτηματικό σχέδιο και αν θα χρησιμοποιήσει μια δόμη θα μετρήσει από τη δόμη στο τεμάχιο ποια απόσταση υπάρχει στο κτηματικό σχέδιο με ρίγα και μετά θα μετρήσει επί τόπου και θα δει αν εντάσσεται η απόσταση που βρίσκει στα πλαίσια της αναλογίας που έκανε για τη συστολή διαστολή επί του σχεδίου. Στην προκειμένη περίπτωση ανέφερε ότι όταν εξέτασε την υπόθεση έκρινε τις αποστάσεις πολύ ικανοποιητικές και προχώρησε στην υπόδειξη του συνόρου. Επίσης ανέφερε τα όργανα που χρησιμοποίησε για τις επί τόπου μετρήσεις ως και τον τρόπο με τον οποίο τα χρησιμοποίησε. Ερωτηθείς σε σχέση με μετρήσεις που διενήργησε από βοηθητικά σημεία ανέφερε ότι τα σημεία αυτά ήταν βοηθητικά για να καταλήξει στο αποτέλεσμα του χωρομετρικού βιβλίου Μ2630 σελ.10-15 και το αποτέλεσμα αυτών των μετρήσεων καταλήγει στην εικόνα που παρουσιάζει στο χωρομετρικό σχέδιο, εγιναν δε τον 11/02 και δεν έχουν κρατηθεί. Σε γενική υποβολή ότι οι μετρήσεις είναι λάθος διαφώνησε. Αντεξετασθείς σε σχέση με τη θέση του ότι η διαφορά της επί τόπου κατάστασης με το σύνορο ως το καθόρισε στη βάση του εν χρήσει σχεδίου ήταν εκτός των επιτρεπτών ορίων απόκλισης ανέφερε ότι το όριο απόκλισης είναι 1 με 1 ½ μέτρο ενώ η απόσταση μεταξύ του σημείου Β το οποίο τοποθέτησε ο ίδιος και του σημείου Γ το οποίο τοποθέτησε ο ιδιώτης τοπογράφος είναι 5,
- Δέχθηκε ότι σε κάποια σημεία η απόκλιση είναι μεγαλύτερη και σε άλλα μικρότερη. Σε υποβολή ότι δεν έλαβε υπόψη την επί τόπου κατάσταση ανέφερε ότι την έλαβε αλλά δεν την αποδέχθηκε για τους λόγους που εξήγησε. Σε υποβολή ότι αγνόησε τις μετρήσεις του φακ. Α2604/53 ανέφερε ότι δεν τις αγνόησε αλλά δεν τις εφάρμοσε στην πλειοψηφία τους. Σε υποβολή ότι δεν εφάρμοσε τις μετρήσεις του Φακ. 4014/55 ανέφερε ότι δεν τις εφάρμοσε διότι αφορούσαν αποστάσεις που βασίζονταν στην επί τόπου κατάσταση. Σε υποβολή ότι δεν έλαβε υπόψη το φάκελο Α1452/79 ανέφερε ότι ο φάκελος αυτός αποσύρθηκε και δεν δημιούργησε χωρομετρικά οποιαδήποτε δέσμευση. Σε υποβολή ότι δεν έλαβε υπόψη το φάκελο Α1217/74 ανέφερε ότι ο φάκελος αυτός δεν αφορούσε τα επίδικα τεμάχια τα οποία εξέτασε ο ίδιος. Σε υποβολή ότι δεν έλαβε υπόψη τη συμφωνία Τεκμήριο 2 ανέφερε ότι δεν την έλαβε υπόψη διότι η οποιαδήποτε συμφωνία δεν ήταν προϊόν χωρομετρικής εργασίας που να καθόριζε το εγγεγραμμένο σύνορο ούτως ώστε να φαίνεται σε ποιο τεμάχιο ανήκε το ντεπόζιτο νερού. Σε υποβολή ότι έπρεπε να τα λάβει υπόψη και να τα εφαρμόσει και να καταλήξει ότι η επίδικη λωρίδα ανήκε στο τεμάχιο της αιτήτριας, ανέφερε ότι έλαβε υπόψη όλα τα δεδομένα και στοιχεία που τον βοήθησαν να διεκπαιρεώσει την εργασία του και με βάση το αποτέλεσμα της χωρομετρικής εργασίας διεφάνη ποια ίσχυαν. Ερωτηθείς αν τις μετρήσεις και τις αποστάσεις που αναφέρει τις έδωσε οπουδήποτε ανέφερε ότι αυτές ήταν οι μετρήσεις που τον βοήθησαν να παρουσιάσει τη χωρομετρική εργασία στο βιβλίο Μ2630 σελ. 10-15 και επέμεινε ότι τα στοιχεία που παρέδωσε ήταν πλήρως ικανοποιητικά για να ελέγξουν τα αρμόδια τμήματα την εργασία του και τα στοιχεία αυτά περιέχονται στην ένορκο του δήλωση. Ερωτηθείς αν μειώνεται το εμβαδόν του τεμαχίου 1338 με την επίδικη απόφαση απάντησε ότι μειώνεται αλλά μειώνεται και το εμβαδόν των καθ' ων η αίτηση σε σχέση με αυτό που αναγράφεται στον τίτλο τους και επομένως κανένας δεν επωφελείται από τη μείωση του εμβαδού του τεμαχίου της αιτήτριας. Ερωτηθείς κατά την επανεξέταση από ποιον ελέγχθηκε η εργασία του ανέφερε ότι ελέγχθηκε από τον τομέα ενημέρωσης σχεδίου και εξήγησε πως αν κατά τον έλεγχο βρεθεί λάθος του αποστέλλεται πίσω η εργασία με επισήμανση του λάθους. Ερωτηθείς κατά πόσον έγινε κάτι τέτοιο στην προκειμένη περίπτωση ανέφερε ότι ζητήθηκε συμπληρωματικη εργασία σε σχέση με την οποία απάντησε (βλ. «Παράρτημα Η» στην ένορκη δήλωση Μιχαηλίδη) και έγινε αποδεκτή η απάντηση του και ως εκ τούτου προχώρησε ο Διευθυντής στην έκδοση της απόφασης. Ερωτηθείς περαιτέρω κατά πόσον σχεδιαγράμματα όπως το σχεδιάγραμμα του 1953 ελέγχονταν από οποιονδήποτε απάντησε αρνητικά. Ο Σάββας Καραγιάννης Μ.Κ.3 με την ένορκο δήλωση του ημερ. 11/10/05 αναφέρει ότι είναι ο σύζυγος της αιτήτριας και γνωρίζει καλά και προσωπικά τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, τόσο λόγω προσωπικού χειρισμού και εμπλοκής του στις σχετικές διαδικασίες όσο και από πληροφορίες και έγγραφα που έχει στην κατοχή του, προερχόμενα κατά κύριο λόγο από το Κτηματολόγιο ή/και άλλες αρμόδιες αρχές και είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος από την Αιτήτρια να προβεί στην Ένορκη Δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης της. Αρνείται ότι η εργασία που διεξήχθη προς επίλυση της διαφοράς ήταν πλημμελής και λέγει ότι η διεξαχθείσα χωρομετρική εργασία έγινε απόλυτα ορθά και νόμιμα , σύμφωνα με τις ενδεδειγμένες διαδικασίες, στην παρουσία αρμοδίων λειτουργών του Κτημτολογίου και της Χωρομετρίας, του Κοινοτάρχη, της Αιτήτριας με το σύζυγο της και της Καθ' ης η Αίτηση και του ίδιου, η δε Αιτήτρια ουδεμία ένσταση ήγειρε σε σχέση με τη διαδικασία και, κατά συνέπεια, εμποδίζεται να εγείρει οποιοδήποτε ζήτημα σχετικά με το θέμα αυτό. Σε σχέση με τον ισχυρισμό ότι υπήρξε συμφωνία ως προς τα σύνορα με την προκάτοχο της συζύγου του αρνείται ότι κάτι τέτοιο έγινε και περαιτέρω αναφέρει ότι οποιαδήποτε ισχυριζόμενη συμφωνία μεταξύ της προκατόχου ιδιοκτήτριας του τεμαχίου της Αιτήτριας και του τότε Συμβουλίου Βελτιώσεως Κακοπετριάς, αν αποδειχθεί τέτοια, δεν είναι δεσμευτική και δεν επηρεάζει με οποιοδήποτε τρόπο τα δικαιώματα της συζύγου του. Ως προς το ντεπόζιτο νερού αρνείται τους ισχυρισμούς της αιτήτριας και αναφέρει ότι το αναφερόμενο ντεπόζιτο νερού βρίσκεται στο κτήμα της συζύγου του, το δε Κοινοτικό Συμβούλιο Κακοπετριάς πληροφόρησε την σύζυγο του ότι στο εγγύς μέλλον θα γίνουν οι σχετικές ενέργειες για διάλυση του ντεπόζιτου και μετακίνηση των άχρηστων υλικών. Σε σχέση με τη θέση της αιτήτριας ότι με την απόφαση του Διευθυντή επέρχεται μείωση του εμβαδού ή/και έκτασης του ακινήτου της, αναφέρει ότι αυτοί δεν επηρεάζουν με οποιοδήποτε τρόπο την ορθότητα ή νομιμότητα της επίδικης απόφασης του Κτηματολογίου για τη συνοριακή διαφορά μεταξύ των ακινήτων των δύο διαδίκων. Ως προς τη θέση της αιτήτριας ότι η χωρομετρική εργασία είναι αντίθετη με παλαιούς χάρτες της περιοχής αναφέρει ότι η προηγούμενη χαρτογράφηση της περιοχής δεν βοηθά την Αιτήτρια, ούτε και ενισχύει τους ισχυρισμούς της. Σε σχέση με τη θέση της αιτήτριας ότι ουδέποτε υπήρξε συνοριακή διαφορά προς επίλυση καθ' ότι τα σύνορα ήταν καθορισμένα ανέφερε ότι και συνοριακή διαφορά υπήρξε, και η ίδια η Αιτήτρια έλαβε μέρος σε αυτή και στη σχετική διαδικασία επιτόπιας εξέτασης και λύσης της συνοριακής διαφοράς και ως εκ τούτου, εμποδίζεται ή/και απώλεσε οποιοδήποτε δικαίωμα να αμφισβητά τη σχετική διαδικασία και δεν μπορεί ταυτόχρονα να επιδοκιμάζει και αποδοκιμάζει τη διαδικασία που ακολουθήθηκε. Αντεξετασθείς ανέφερε ότι το 1974 που απέκτησαν την εν λόγω ακίνητη ιδιοκτησία υπήρχε η δόμη αλλά δεν ήταν πολύ παλαιά. Όπως ανέφερε οι πληροφορίες του είναι ότι η δόμη έγινε από αυτούς που διέμειναν μέσα στο ακίνητο μετά την Αννούλα. Ερωτηθείς ποιος του ανέφερε κάτι τέτοιο ανέφερε ότι τις έλαβε από μεγάλα στην ηλικία άτομα αλλά δεν ήταν σε θέση να αναφέρει κάποιο όνομα. Ήταν η θέση του ότι μέρος της δόμης ανεγέρθη πριν το 1974 και μέρος μετά το
- Σε υποβολή ότι από το 1980 δεν έγινε καμία δόμη, επέμεινε ότι έγινε. Ως προς τις ενέργειες της Άννας Κώστα Κασάπη ανέφερε ότι ο ίδιος δεν γνώριζε τι έκανε η πεθερά του. Ο Αριστείδης Ιωάννη Σκώττη ΜΚ.4, καθ' ου η αίτηση 3 στην Αίτηση/Έφεση 165/05, με την ένορκη δήλωση του ημερομηνίας 30/5/2005 αναφέρει ότι είναι ένας εκ των συνιδιοκτητών στο ακίνητο με αρ. εγγραφής 5276 τεμάχιο 1335 Φ/Σχ3721 Κακοπετριά. Αφού κάνει αναφορά στο ιστορικό του ακινήτου αναφέρει ότι προ 20 ετών η αιτήτρια εκμεταλλευόμενη την απουσία τους στη Λευκωσία όπου κατοικούσαν αλλά και την άγνοια τους ως προς τα σύνορα επενέβη παράνομα και χωρίς δικαίωμα και κατασκεύασε μέσα στο ακίνητο τους με μπετόν μικρό τοίχο αντιστήριξης ύψους 1 μέτρου περίπου με αποτέλεσμα να ενώσει τμήμα της παρακείμενης ακίνητης ιδιοκτησίας της με το ακίνητο τους. Το 1998 επειδή από το εν χρήσει σχέδιο ήταν οφθαλμοφανής η επέμβαση χρησιμοποιήσαν τις υπηρεσίες χωρομέτρη ο οποίος διαπίστωσε ότι πράγματι υπήρχε επέμβαση στο ακίνητο τους και στη συνέχεια καταχωρήθηκε η αίτηση ΑΧ1328/99 στο Κτηματολόγιο προς επίλυση της εν λόγω συνοριακής διαφοράς. Αφού όπως αναφέρει ακολουθήθηκε η υπό του Νόμου προβλεπόμενη διαδικασία έγινε επιτόπια εξέταση και στη συνέχεια ο Διευθυντής εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Αντεξετασθείς ανέφερε ότι δεν είναι ειδικός επί κτηματολογικών θεμάτων και για τα ζητήματα αυτά στηρίζεται στη γνώμη ειδικων. Ανέφερε επίσης ότι δεν γνώριζε πότε χτίστηκε ο τοίχος διότι δεν διέμενε εκεί. Σε ερώτηση αν συμφωνεί ότι το 1979 είχε υπογραφεί δήλωση ότι δεν υπάρχει συνοριακή διαφορά με την αιτήτρια ανέφερε ότι δεν θυμάται τέτοια συμφωνία διότι το 1979 απουσίαζε για σπουδές. Ερωτηθείς αν ο προκάτοχος τους είχε οποιαδήποτε συνοριακή διαφορά με την αιτήτρια, ανέφερε ότι αν είχε δεν το γνώριζαν και ότι οι ίδιοι ως κληρονόμοι το έμαθαν όταν διόρισαν χωρομέτρη ο οποίος τους ανέφερε ότι υπήρχε επέμβαση στο ακίνητο τους. Ερωτηθείς αν είναι ορθό ότι οι ίδιοι δεν διεκδικούσαν οτιδήποτε μέχρι που τους ανέφερε ο χωρομέτρης ότι υπήρχε επέμβαση ανέφερε ότι εφόσον δεν ήταν κάτοικοι (το ακίνητο ήταν ενοικιαζόμενο) δεν ήταν γνώστες και δεν προέβησαν σε οποιαδήποτε ενέργεια. Σε υποβολή ότι ουδέποτε είχαν οποιαδήποτε συνοριακή διαφορά με το ακίνητο της αιτήτριας, ανέφερε ότι δεν είχαν διότι δεν γνώριζαν. Σε περαιτέρω υποβολή ότι τα σύνορα του ακινήτου τους βρίσκονταν πάντα στα σημεία που ευρίσκονται σήμερα επί τόπου ανέφερε ότι δεν γνωρίζει αν ήταν πάντοτε έτσι. Αξιολόγηση της μαρτυρίας Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας είχα την ευκαιρία να παρακολούθησω με προσοχή τους μάρτυρες κατά την αντεξέταση τους και είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη μαρτυρία τους. Στα πλαίσια της αξιολόγησης λαμβάνω υπόψη, μεταξύ άλλων, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος των μαρτύρων στην υπόθεση, τις ευκαιρίες που είχαν να γνωρίζουν τα γεγονότα, την ειλικρίνεια τους, την αμεσότητα των απαντήσεων τους, την μνήμη τους και εν γένει την συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. (βλ. Ζερβού v. Χαραλάμπους,
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους,
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Επίσης κατά την αξιολόγηση λαμβάνω υπόψη τα όσα λέχθηκαν στην υπόθεση Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, σε σχέση με τον ορθό τρόπο προσέγγισης της μαρτυρίας και δη ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Τέλος κατά την αξιολόγηση έλαβα υπόψη και τις εισηγήσεις των όλων των πλευρών στο στάδιο των τελικών αγορεύσεων. Ο Ρίκκος Μιχαηλίδης (Μ.Α.1) πρέπει να πω ότι δεν μου έκανε καλή εντύπωση σαν μάρτυρας και για τους λόγους που πιο κάτω εξηγώ δεν θεωρώ ότι μπορώ να αποδεχθώ τη μαρτυρία του. Και εξηγώ. Ως προς την ποιότητα της μαρτυρίας του κατ' αρχήν πρέπει οπωσδήποτε να σημειωθεί ότι ήταν έκδηλη η πλήρης διαφοροποίηση των ουσιαστικών θέσεων του όπως φαίνονται στις γραπτές δηλώσεις που κατέθεσε σε κάθε αίτηση, σε σχέση με την προφορική του μαρτυρία κατά την αντεξέταση του επί των ίδιων ζητημάτων. Συγκεκριμένα ενώ με τις ένορκες δηλώσεις του τόσο στην αίτηση 164/05 όσο και στην 165/05 δηλώνει με τον πλέον ξεκάθαρο τρόπο ότι η απόφαση του Διευθυντή είναι εσφαλμένη για τους λόγους που συγκεκριμένα αναφέρει στην εν λόγω δήλωση του υπό στοιχεία 8(θ)(
- i)- (
- vi)αναφέροντας παράλληλα με βεβαιότητα ότι το σύνορο θα πρέπει να καθοριστεί εκεί που ευρίσκεται η επί τόπου δόμη, θέση η οποία συνάδει μεταξύ άλλων όπως αναφέρει και με τα ευρήματα του Χρ. Μάρκου, κατά την προφορική του μαρτυρία ανέφερε πως δεν είναι η θέση του ότι η απόφαση είναι εσφαλμένη, αλλά ότι δεδομένης της ύπαρξης του σχεδιαγράμματος που υπάρχει στο φάκελο Α2604/53 (που έγινε για το διαχωρισμό του τεμαχίου 311 και από το οποίο προέκυψε το τεμάχιο της αιτήτριας και άλλα 4 άσχετα με την παρούσα διαδικασία τεμάχια), το οποίο αναφέρει συγκεκριμένες μετρήσεις οι οποίες δεν συνάδουν εάν το σύνορο τοποθετηθεί ως η απόφαση του Διευθυντή, ο τελευταίος έπρεπε να προβληματιστεί και δεν έπρεπε να υιοθετήσει χωρίς προβληματισμό το σύνορο ως το εν χρήσει σχέδιο. Εφόσον δε, δεν προβληματίστηκε και έλαβε απόφαση με βάση το εν χρήσει σχέδιο, η απόφαση αυτή είναι εσφαλμένη. Επέμεινε πάντως ότι με την ένορκη του δήλωση δεν αναφέρει ότι η απόφαση του Διευθυντή είναι εσφαλμένη και ότι αν το λέει, αυτό είναι που εννοεί. Βέβαια όλα αυτά είναι πολύ διαφορετικά από τα όσα πραγματικά αναφέρει στις ένορκες δηλώσεις που καταχώρησε στις δύο αιτήσεις όπου η θέση του ήταν ξεκάθαρα ότι η απόφαση του Διευθυντή ήταν εσφαλμένη και ότι μάλιστα το ορθό σύνορο είναι η επί τόπου δόμη, δηλαδή εκεί που καθόρισε το σύνορο και ο ιδιώτης χωρομέτρης. Παρά δε το ότι υιοθετεί το σύνορο ως αυτό καθορίστηκε από τον Χρ. Μάρκου, ερωτηθείς αν υιοθετεί την εργασία του απάντησε αρνητικά ενώ ξεκάθαρα ανέφερε ότι δεν γνωρίζει αν η χωρομετρική εργασία του κ. Μάρκου είναι ορθή όπως δεν μπορούσε να γνωρίζει ούτε έαν η χωρομετρική εργασία του χωρομέτρη του κτηματολογίου είναι ορθή. Ερωτηθείς δε αν προέβη σε οποιαδήποτε μέτρηση ο ίδιος απάντησε αρνητικά, ενώ τόνισε ότι ο ίδιος δεν είναι χωρομέτρης και δεν γνωρίζει τις μεθόδους που χρησιμοποιούν οι χωρομέτρες. Σε άλλο δε σημείο η θέση του ήταν ότι ο χωρομέτρης και κατά συνέπεια ο Διευθευντής με βάση τα δεδομένα που είχε ενώπιον του και δη το φάκελο Α2604/53 δεν θα έπρεπε να προχωρήσει με την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης και θα έπρεπε να ανοίξει υπόθεση με βάση το άρθρο 61 του Κεφ. 224 για διόρθωση λάθους. Με άλλα λόγια ήταν η θέση του ότι πρώτον ο Διευθυντής δεν θα έπρεπε να λάβει απόφαση επί των αιτήσεων για συνοριακή διαφορά που είχε ενώπιον του και δεύτερον θα έπρεπε να τροποποιήσει το εν χρήσει σχέδιο μέσω της διαδικασίας του άρθρου 61 για να συνάδει με το σχεδιάγραμμα του 1953 και την επί τόπου κατάσταση, λαμβανομένου υπόψη του ότι ως ο ίδιος ανέφερε το κτηματολόγιο με το σχεδιάγραμμα του 1953 έδωσε «κατοχή και κάρπωση στην αιτήτρια». Οι θέσεις του αυτές δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτές. Σε σχέση με το πρώτο σκέλος της εισήγησης του σημειώνω ότι ο Διευθυντής είχε υποχρέωση να εξετάσει τις αιτήσεις συνοριακής διαφοράς που είχε ενώπιον του και ορθώς επιλήφθηκε αυτών. Στην πρόσφατη υπόθεση Κωμοδρόμου v. Kόκου Πολ.Έφεση 293/07 ημερ. 18/7/2013 ο εφεσείων είχε προβάλει ακριβώς την ίδια εισήγηση η οποία απερρίφθη. Αναφέρθηκαν συγκεκριμένα τα εξής: «Σε σχέση με το καίριο ερώτημα που προκύπτει από την ως άνω εισήγηση του Εφεσείοντα, κατά πόσο δηλαδή ο Διευθυντής είχε υποχρέωση να εξετάσει την αίτηση για επίλυση της συνοριακής διαφοράς και να δώσει οριστική απάντηση σε αυτή, το πρωτόδικο δικαστήριο άντλησε καθοδήγηση από την υπόθεση Μάρκου ν. Πασχάλη
(2001)1 Α.Α.Δ. 829 όπου στις σελίδες 836-837 αναφέρεται: «Έχοντας υπόψη το λεκτικό του άρ. 58 του Κεφ. 224 θεωρούμε ότι αυτό επιβάλλει επιτακτική υποχρέωση στο Διευθυντή να επιλύει οποιαδήποτε διαφορά ως προς τα σύνορα η οποία τίθεται ενώπιον του. Όπως έχει τεθεί στην Pitsillides (πιο πάνω), στις σελ. 431-432: «Ο Διευθυντής υποχρεούται να επιλύσει τη διαφορά ως προς τα σύνορα και να καθορίσει τα σύνορα, όσο καλύτερα μπορεί υπό το φως του διαθέσιμου υλικού και των μητρώων του Κτηματολογίου. Ο νόμος δεν προβλέπει για οποιεσδήποτε περιστάσεις δυνάμει των οποίων ο Διευθυντής δυνατό να μπορούσε να μη δώσει οριστική απάντηση σε διαφορά ως προς τα σύνορα. Κατά συνέπεια υπέχει επιτακτική υποχρέωση να αποφασίσει επί της διαφοράς ως προς τα σύνορα και τίποτε λιγότερο δεν μπορεί να τον απαλλάξει από τις ευθύνες του.»» Τα ίδια λέχθησαν και πιο πρόσφατα στην υπόθεση Μιχαήλ κ.α. ν. Πότση κ.α., Πολ. Έφεση Αρ. 39/2008, ημερ. 22.3.2011.» Ανεξαρτήτως των πιο πάνω θα πρέπει να σημειωθεί σε σχέση με το δεύτερο σκέλος της εισήγησης του, ότι αν ακολουθείτο η διαδικασία που εισηγήθηκε ο μάρτυρας, και ο Διευθυντής προέβαινε σε διόρθωση αυτού του ισχυριζόμενου «λάθους» στο εν χρήσει σχέδιο δυνάμει του άρθρου 61 του Κεφ. 224 (χωρίς τη συγκατάθεση όλων των εμπλεκομένων), σίγουρα θα ενεργούσε εκτός του πλαισίου των εξουσιών που του παρέχονται με βάση το εν λόγω άρθρο για διόρθωση λάθους, όπως το πλαίσιο αυτό έχει καθοριστεί από τη νομολογία. Και τούτο διότι η απόφαση του θα επηρέαζε (όπως άλλωστε δέχθηκε και ο ιδιώτης χωρομέτρης κ.Μάρκου) τις εκτάσεις των εμπλεκομένων ακινήτων ως αυτές προκύπτουν από το εν χρήσει σχέδιο πράγμα ανεπίτρεπτο στα πλαίσια της διαδικασίας του άρθρου 61 (βλ. Γεώργιος Κώστα Νικολάου v. Ευδοκίας Μιχαήλ
(2003)1Γ Α.Α.Δ. 1676). Δεν μου διαφεύγει ότι με την απόφαση του Διευθυντή επέρχεται μείωση στο εμβαδό του ακινήτου της αιτήτριας, πλην όμως το ζήτημα αυτό απαντάται πιο κάτω (στη μεθεπόμενη παράγραφο) και αναλύεται περαιτέρω και στα πλαίσια της ανάπτυξης της νομικής πτυχής. Η δε θέση του ότι δεδομένου του ότι το κτηματολόγιο με το σχεδιάγραμμα του 1953 «έδωσε κατοχή και κάρπωση» στην αιτήτρια δεν μπορούσε να έρθει μετά από 65 χρόνια να ξαναμετρήσει και να τα βρει διαφορετικά για να πω το ολιγότερο στερείται σοβαρότητας, ιδιαίτερα αν συναρτηθεί προς τη θέση του ότι ο ίδιος δεν γνώριζε καν πως ετοιμάστηκε το σχεδιάγραμμα του 1953 το οποίο σύμφωνα με τον ίδιο θα έπρεπε να υιοθετηθεί ως βάση για τον καθορισμό του συνόρου, ούτε εάν αυτό είναι ορθό. Ανέφερε σε σχέση με το θέμα αυτό ότι δεν μπορούσε να γνωρίζει αν οι μετρήσεις του κτηματολόγου που αποτυπώνονται στο σχεδιάγραμμα του 1953 είναι ορθές, ούτε εάν έγινε χωρομετρική εργασία και αν αυτή ήταν ορθή. Προέβαλε μόνο υποθέσεις σε σχέση με τα ζητήματα αυτά. Ανεξαρτήτως τούτου η πιο πάνω τοποθέτηση του ως και ο λόγος ακύρωσης της απόφασης που προβάλλει υπό στοχείο, (iii)[8] στην παρ. 8(θ) της ενόρκου δήλωσης του, ο οποίος εμπεριέχει και τη θέση ότι με την απόφαση του Διευθυντή επέρχεται μείωση στο εμβαδό του ακινήτου της αιτήτριας όπως αυτό καταγράφεται στον τίτλο ιδιοκτησίας της, βαρύνονται από το σφάλμα ότι εξισώνουν στην ουσία τον τίτλο ιδιοκτησίας της αιτήτριας με αυτή τούτη την ιδιοκτησία του τεμαχίου της, ενώ όπως έχει νομολογηθεί ο τίτλος ιδιοκτησίας αποτελεί μόνο εκ πρώτης όψεως μαρτυρία για την ιδιοκτησία του. Συγκεκριμένα όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Άννα Μιλτιάδου Ιωάννου v. Σοφίας Kωνσταντίνου κ.α
(1999)1Β Α.Α.Δ 749 το πιστοποιητικό εγγραφής δεν είναι ο αυθεντικός οδηγός της ιδιοκτησίας, αλλά η εκ πρώτης όψεως απόδειξη της αφού αυθεντικό οδηγό της ιδιοκτησίας αποτελεί ο συσχετισμός τεμαχίου προς το κτηματολογικό σχέδιο σύμφωνα και με το άρθρο 50 του Κεφ.224. Με άλλα λόγια η γη η οποία καλύπτεται από το πιστοποιητικό εγγραφής ακίνητης ιδιοκτησίας προδιορίζεται από το άρθρο 50 του Κεφ. 224 το οποίο προβλέπει ότι: «Η έκταση γης που καλύπτεται από εγγραφή τίτλου επί ακίνητης ιδιοκτησίας είναι η έκταση του τεμαχίου με το οποίο δύναται να συσχετιστεί η εγγραφή πάνω σε οποιοδήποτε Κυβερνητικό χωρομετρικό σχέδιο ή πάνω σε οποιοδήποτε άλλο σχέδιο που καταρτίστηκε πάνω σε κλίμακα από το Διευθυντή: Νοείται ότι όταν η εγγραφή δεν δύναται να συσχετιστεί με οποιοδήποτε τέτοιο σχέδιο η έκταση αυτή είναι η έκταση της γης στην οποία δικαιούται ο κάτοχος του τίτλου λόγω εχθρικής κατοχής, αγοράς ή κληρονομιάς.» ...». Όπως επεξηγείται στην πιο πάνω απόφαση μόνο όταν η ιδιοκτησία δεν μπορεί να προσδιορισθεί με τον τρόπο που καθορίζει ο νόμος λόγω λάθους στα σχέδια, βιβλία και εγγραφές του Κτηματολογίου, υπεισέρχεται το άρθρο 61 ώστε να αποκαθαρισθούν από το λάθος τα σχέδια και μητρώα και να δώσουν αυθεντική εικόνα της ιδιοκτησίας. Στην προκειμένη περίπτωση ο ίδιος ο Μ.Α.1 δεν αμφισβήτησε ότι ο τίτλος της αιτήτριας μπορούσε να συναρτηθεί προς το εν χρήσει σχέδιο, ούτε ότι ο Διευθυντής συνάρτησε τον τίτλο της προς το εν χρήσει σχέδιο και τοποθέτησε το σύνορο με βάση το εν χρήσει σχέδιο, αφού με την ένορκο του δήλωση υιοθετεί το «Παράρτημα Α» στην πρώτη ένορκο δήλωση του Χρ.Μάρκου, στην οποία το σύνορο ως η απόφαση του Διευθυντή τοποθετείται από τον Χρ. Μάρκου ώστε να συμπίπτει με το σύνορο ως το εν χρήσει σχέδιο. Ούτε εν πάση περιπτώσει μπορούσε να υποστηρίξει ότι το εν χρήσει σχέδιο περιείχε σφάλμα με την έννοια του ότι η δόμη βρισκόταν εκεί και δεν αποδόθηκε στο εν χρήσει σχέδιο, αφού δεν γνώριζε καν πότε κατασκευάστηκε η επίμαχη δόμη. Επί τούτου θα πρέπει να λεχθεί ότι καμία θετική μαρτυρία παρουσιάστηκε από οποιοδήποτε μάρτυρα. Δεν μου διαφεύγει βέβαια ότι με βάση το δεύτερο λόγο που προβάλλει ο μάρτυρας στην ουσία ισχυρίζεται ότι η γη η οποία καλύπτεται από το πιστοποιητικό εγγραφής της αιτήτριας θα πρέπει να καθοριστεί σε συσχετισμό προς άλλο σχέδιο του Κτηματολογίου (και όχι το εν χρήσει) ήτοι το σχεδιάγραμμα του 1953, από το οποίο προκύπτει ότι η κατοικία της αιτήτριας απέχει από την πέτρινη δόμη 14 και 15 πόδια, αποστάσεις οι οποίες δεν θα υφίστανται αν υιοθετηθεί το σύνορο ως η απόφαση του Διευθυντή, με βάση την οποία η οικία της αιτήτριας θα απέχει από το σύνορο 1 ½ πόδι. Η θέση του αυτή δεν μπορεί να γίνει δεκτή αφού αφ' ενός μάρτυρας δεν γνώριζε αν έγινε χωρομετρική εργασία για το εν λόγω σχεδιάγραμμα και αν ναι κατά πόσον είναι ορθή, ούτε ο ίδιος προέβη σε οποιεσδήποτε μετρήσεις και αφ' ετέρου διότι ο κ. Παναγιώτης Γεωργιάδης εξήγησε τους λόγους για τους οποίους το εν λόγω σχεδιάγραμμα και οι μετρήσεις του εν λόγω φακέλου Α2604/53 δεν μπορούσαν να εφαρμοστούν ή να υιοθετηθούν και τα οποία για τους λόγους που πιο κάτω επεξηγώ κρίνω αποδεκτά. Τα ίδια ισχύουν και ως προς το λόγο που προβάλλει υπό στοιχείο (
- v)στην παράγραφο 8(θ) της ένορκης δήλωσης του, με βάση τον οποίο ισχυρίζεται ότι θα πρέπει να εφαρμοστούν οι μετρήσεις του φακέλου G4014/55 οι οποίες συνάδουν με την επί τόπου κατάσταση, λόγος ο οποίος απαντήθηκε με ευκρίνεια από τον κ. Π. Γεωργιάδη. Το ίδιο ισχύει και για τον λογο υπό στοιχείο (
- vi)στην παράγραφο 8(θ) της ένορκης δήλωσης του. Επομένως η μείωση του εμβαδού της αιτήτριας που επέρχεται με την εφαρμογή της απόφασης του Διευθυντή, σε σχέση με το εμβαδό του ακινήτου της ως αυτό εμφαίνεται στον τίτλο της είναι καθ' όλα επιτρεπτή και θεμιτή δεδομένου ότι συνάδει με τη γενόμενη χωρομετρική εργασία και το εν χρήσει σχέδιο το οποίο ως θα διαφανεί και πιο κάτω μέσω της αξιολόγησης της μαρτυρίας του Π.Γεωργιάδη ήταν το μόνο που θα μπορούσε να εφαρμοστεί στην προκειμένη περίπτωση. Όσον αφορά τώρα τον πρώτο λόγο που προβάλλει για να καταδείξει το εσφαλμένο της απόφασης του Διευθυντή (βλ. παρ. 8(θ)(
- i)της ένορκης δήλωσης του) με τον οποίο ισχυρίζεται ότι με βάση τις έγγραφες δηλώσεις των ιδιοκτητών των επιδίκων ακινήτων σύμφωνα με τα «Παραρτήματα Ε» και «ΣΤ» στο πλαίσιο των αιτήσεων Α1217/74 και Α1452/79 για διευθέτηση συνοριακής διαφοράς δηλώθηκε ότι ουδεμία διαφορά υφίσταται πλέον, και κατά συνέπεια ο Διευθυντής εξετάζοντας την παρούσα αίτηση έπρεπε να θεωρήσει ως το εγγεγραμμένο σύνορο των επιδίκων ακινήτων την μεταξύ των δύο κτημάτων υφιστάμενη πέτρινη δόμη, σημειώνω τα εξής. Κατ' αρχάς σε σχέση με τη θέση του αυτή, αυτοαναιρέθηκε κατά την αντεξέταση του αφού δέχθηκε τουλάχιστον για την Α1452/79 ότι δεν εκδόθηκε απόφαση του Διευθυντή (ούτε και υπάρχει άλλη μαρτυρία ενώπιον μου ότι εκδόθηκε απόφαση στις πιο πάνω αιτήσεις) και ο ίδιος ανέφερε ότι όταν μια συνοριακή διαφορά δεν επιλύεται με την έκδοση απόφασης του Διευθυντή και το αποτέλεσμα της είναι η απόσυρση, οι εμπλεκόμενοι έχουν δικαίωμα να επανέλθουν και να ζητήσουν από το Διευθυντή την έκδοση απόφασης. Ως προς τις δηλώσεις που γίνονταν στα πλαίσια απόσυρσης αυτές όπως ανέφερε δεν ήταν «100% δεσμευτικές» διότι δεν υπήρχε σχέδιο προς το οποίο να συναρτηθούν. Ανεξαρτήτως τούτου το ζήτημα επιλύεται διεξωδικά με την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Ε.Κ. Κατεκος Λτδ (ανωτέρω) όπου αναφέρθηκαν τα εξής: «...Και σε ότι δε αφορά την έρευνα του 1979, η οποία δεν απέληξε σε απόφαση του διευθυντή του κτηματολογίου σύμφωνα με το Άρθρο 58 του Νόμου και κατά την οποία οι ιδιοκτήτες συμφώνησαν με την οριοθέτηση των τεμαχίων τους, αυτή δεν μπορούσε να ήταν διαφορετική από την επίδικη οριοθέτηση, εφόσον και οι δυο θα έπρεπε να συνάδουν με τους επίσημους χάρτες του κτηματολογίου. Η αληθινή αυτή κατάσταση δεν αμφισβητήθηκε, ούτε και μπορεί να αμφισβητηθεί.» (η έμφαση δική μου) Ως προς τον τέταρτο λόγο που προβάλλει (βλ. παρ. 8(θ)(iv)) ο οποίος σχετίζεται με το ότι θα έπρεπε να εφαρμοστεί η Εγκύκλιος του Ανώτερου Λειτουργού Χωρομετρίας («Παράρτημα Δ») η οποία σύμφωνα με το μάρτυρα αναφέρει ότι όπου τα σύνορα με βαση την επί τόπου κατάσταση καθορίζονται από δόμες, πρέπει να υιοθετούνται ως τα εγγεγραμμένα σύνορα λαμβάνοντας υπόψη ότι τα σχέδια της κλίμακας 1:5000, έγιναν για φορολογικούς σκοπούς και γνωρίζοντας όπως η εγκύκλιος αναφέρει τις αδυναμίες των, σημειώνω τα εξής. Η εν λόγω εγκύκλιος υιοθετείται αποσπασματικά και με παραπλανητικό τρόπο αφού στην ίδια εγκύκλιο αναφέρονται και τα εξής: «...Αυτό δεν σημαίνει ότι αδιάκριτα και αδιερεύνητα θα υιοθετούμε τη ΓΗ. Είμαστε όμως υποχρεωμένοι να την υιοθετήσουμε ακόμα και αν δεν συμφωνά με το σχέδιο εκεί όπου πέρα πάσης λογικής αμφιβολίας η ΓΗ ήταν σε μια θέση και απλά δεν αποδόθηκε με την απαιτούμενη ακρίβεια στο σχέδιο μας. ...»(η έμφαση δική μου) Στην προκειμένη περίτπωση ο μάρτυρας δεν ήταν καν σε θέση να αναφέρει πότε κατασκευάστηκε η εν λόγω δόμη και αν προϋπήρχε της γενικής χωρομετρίας και εσφαλμένα δεν περιλήφθηκε στο εν χρήσει σχέδιο, αφού ο ίδιος πρωτοεπισκέφθηκε το μέρος το 2005 ενώ τα όσα ανέφερε επί του προκειμένου ήταν εξ ακοής μαρτυρία γενική και αόριστη. Ούτε επαναλαμβάνω δόθηκε στα πλαίσια της υπόθεσης οποιαδήποτε θετική μαρτυρία επί τούτου από οποιοδήποτε πρόσωπο. Σημειώνω εν παρόδω ότι ο ίδιος ο ΜΑ1 δεν ήταν εις θέση καν να προσδιορίσει το υλικό κατασκευής της δόμης αφού ερωτηθείς σχετικά ανέφερε αρχικά ότι σκοπός της επίσκεψης του δεν ήταν να ελέγξει την κατασκευή της δόμης, ενώ στη συνέχεια ανέφερε ότι η δόμη είναι από μπετόν και σκυρόδεμα. Συνακόλουθα και για όλους τους λόγους που ανέφερα πιο πάνω δεν αποδέχομαι τη μαρτυρία του. Ως προς τη μαρτυρία του Χρ. Μάρκου Μ.Α.2 πρέπει να πω ότι αντικρύζω αυτήν με ιδιαίτερη επιφυλακτικότητα με δεδομένο το ότι ο εν λόγω μάρτυρας ενώ αρχικά στις 14/2/2007 προέβη σε ένορκο δήλωση στην οποία επεσύναψε ως «Παράρτημα Α» σχέδιο με βάση το οποίο τοποθετούσε το σύνορο ως η απόφαση του Διευθυντή κατά τρόπο ώστε να συμπίπτει με το εν χρήσει σχέδιο το οποίο και αποτύπωνε στο εν λόγω Παράρτημα, στη συνέχεια και μετά από πάροδο 5 (και πλέον) χρόνων προέβη σε νέα εξέταση και ετοίμασε νέο σχέδιο («Τεκμήριο 1» στην συμπληρωματική του ένορκο δήλωση ημερ. 10/12/2012) με βάση το οποίο το σύνορο ως η απόφαση του Διευθυντή δεν σημειωνόταν στην ίδια θέση αλλά σε διαφορετική θέση ώστε να μην συμπίπτει πλέον με το σύνορο ως το εν χρήσει σχέδιο, χωρίς να δώσει οποιαδήποτε θετική εξήγηση για αυτή του την διαφοροποίηση. Ερωτηθείς δε γιατί δεν ετοίμασε από την αρχή το Τεκμήριο 1 στην συμπληρωματική του ένορκη δήλωση και γιατί αρχικά παρουσίασε το Παράρτημα Α, ανέφερε ότι έλαβε υπόψη πρόσθετες λεποτεμέρειες και πως οι λεπτομέρειες δεν τελειώνουν, θέσεις οι οποίες για να πω το ολιγότερο στερούνται σοβαρότητας, αφού πέραν του ότι είναι γενικές και αόριστες, υπονοούν πως ο μάρτυρας κάθε φορά που προβαίνει σε μετρήσεις μπορεί να καταλήγει σε διαφορετικό αποτέλεσμα. Επίσης δεν μου διαφεύγει ότι ερωτηθείς κατά την αντεξέταση του με ποιο σχέδιο τελικά είναι η θέση του ότι συμφωνεί η απόφαση του Διευθυντή, ανέφερε ότι μοιάζει πολύ με το εν χρήσει αλλά κατά την άποψη του ο χωρομέτρης του κτηματολογίου ήταν αυστηρός με την πελάτισσα του τουλάχιστον κατά 1,5, μέτρο χωρίς και πάλιν να δώσει οποιαδήποτε περαιτέρω εξήγηση για αυτό. Με βάση τα πιο πάνω δεν είμαι διατεθειμένη να λάβω υπόψη την πιο πάνω τοποθέτηση του η οποία δεν αιτιολογήθηκε θετικά και η οποία με τα δεδομένα που έχω ενώπιον μου δεν μπορώ παρά να θεωρήσω ότι έγινε απλά και μόνο για σκοπούς υποβοήθησης της υπόθεσης της πελάτιδας του. Άλλο σημείο που μου δημιουργεί σοβαρές αμφιβολίες ως προς την ορθότητα του Τεκμηρίου 1 είναι το γεγονός ότι ο ίδιος ο συνήγορος της αιτήτριας ρώτησε τον κ. Γεωργιάδη αν συμφωνεί μαζί του ότι οι αποστάσεις της οικίας της αιτήτριας προς το σύνορο όπως φαίνονται από το φάκελο Α2604/53 συμπίπτουν με τις αποστάσεις του σπιτιού από τη δόμη που διαχωρίζει επί τόπου τα κτήματα, προφανώς έχοντας ξεχάσει ότι η θέση του κ. Μάρκου στο Τεκμήριο 1 είναι ότι οι μετρήσεις με βάση το φάκελο δεν συμπίπτουν με την επί τόπου κατάσταση, όπως άλλωστε ξεκάθαρα φαίνεται στο Τεκμήριο 1. Το γεγονός δε ότι ο κ. Μάρκου αναφέρει στην συμπληρωματική του ένορκο δήλωση ότι οι μετρήσεις συμπίπτουν δεν αναιρεί τα όσα ξεκάθαρα φαίνονται από το ίδιο το Τεκμήριο 1. Ο κ. Γεωργιάδης βέβαια συμφώνησε με την πιο πάνω θέση που του υπεβλήθη αναφέροντας ότι οι αποστάσεις του φακέλου Α2604/53 συμπίπτουν με την επί τόπου κατάσταση, θέση η οποία έγινε αποδεκτή και σε κανένα σημείο του υπεβλήθη ότι οι αποστάσεις του φακέλου Α2604/53 και της επί τόπου κατάστασης δεν συμπίπτουν και έχουν κάποια διαφορά ως φαίνεται από το Τεκμήριο 1. Με αυτή του την τοποθέτηση η ίδια η πλευρά της αιτήτριας αμφισβήτησε την ορθότητα του Τεκμηρίου 1. Εξετάζοντας τωρα τις θέσεις του ως προς το ποιο θα έπρεπε να υιοθετηθεί ως το ορθό σύνορο, σημειώνω ότι η θέση του ήταν ότι θα έπρεπε να υιοθετηθούν οι μετρήσεις των φακέλων Α2604/53 και G4014/55 οι οποίες αρχικά ήταν η θέση του ότι συμπίπτουν με την επι τόπου κατάσταση ενώ στη συνέχεια με το Τεκμήριο 1 στην συμπληρωματική του ένορκο εισηγήθηκε ότι δεν συμπίπτουν με την επί τόπου κατάσταση αλλά έχουν κάποια διαφορά ως το Τεκμήριο 1. Δήλωσε δε αντεξετασθείς ότι δεν επιμένει πλέον ότι θα πρέπει να υιοθετηθεί η επί τόπου πέτρινη δόμη αλλά οι μετρήσεις των εν λόγω φακέλων. Σε κάθε περίπτωση το γεγονός ότι δεν αμφισβητήθηκε από τον χωρομέτρη του κτηματολογίου ότι οι αποστάσεις του φακέλου Α2604/53 συμπίπτουν με την επί τόπου κατάσταση, αυτό δεν εξυπακούει χωρίς άλλο ότι θα έπρεπε οι μετρήσεις και το σχέδιο του φακέλου να υιοθετηθούν ως ορθά, ιδιαίτερα λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι σε όποια από τις δύο θέσεις που προβάλλει η αιτήτρια και αν θεωρηθεί ότι καταλήγουν οι μετρήσεις του φακέλου Α2604/53, σε καμία περίπτωση συνάδουν με το εν χρήσει σχέδιο ενώ δεν υπάρχει οποιαδήποτε θετική μαρτυρία η οποία να καταδεικνύει ότι το εν χρήσει σχέδιο είναι λανθασμένο. Δηλαδή με άλλα λόγια δεν υπάρχει οποιαδήποτε θετική μαρτυρία ότι η επί τόπου κατάσταση κατά τη γενική χωρομετρία ήταν ως η επί τόπου κατάσταση σήμερα ή ως το Τεκμήριο 1 (βλ. πράσινη γραμμή - σύνορο με βάση τους φακέλους Α2604/53 και G4014/55) και εσφαλμένα δεν αποδόθηκε ορθά στο σχέδιο. Ο ίδιος δε ερωτηθείς για το θέμα δέχθηκε ότι οι πληροφορίες που πήρε για το θέμα αυτό ήταν από τους πελάτες του και δεν είχε προσωπική γνώση για το χρόνο κατά τον οποίο δημιουργήθηκε η δόμη αφού ο ίδιος επισκέφθηκε το μέρος για πρώτη φορά το 2005. Σε άλλο δε σημείο ερωτηθείς πως καταλήγει ότι το 1925 (κατά τη γενική χωρομετρία) το σύνορο ήταν ως η σημερινή επί τόπου κατάσταση και αν έχει κάποια απόδειξη για αυτό ανέφερε ότι δεν έχει μαρτυρία αλλά όπως ανέφερε το 1953 οι άνθρωποι που γεννήθηκαν το 1900 ήταν ώριμοι και θα δημιουργείτο από τότε συνοριακή διαφορά και επομένως δεν είναι δυνατόν να ισχυρίζονται τώρα ότι πρέπει να υπερισχύσει το εν χρήσει σχέδιο. Η θέση αυτή για προφανείς λόγους θεωρώ ότι στερείται σοβαρότητας για να πω το λιγότερο. Η θέση που πρόβαλε σε άλλο σημείο ότι υπήρχε στο μέρος φυσική χωμάτινη δόμη δεν έγινε αντιληπτό πως προέκυψε και πως ο μάρτυρας που δεν είχε καμία σχέση με το εν λόγω ακίνητο πριν την επιτόπια εξέταση που διενήργησε, μπορούσε να γνωρίζει ότι τέτοια χωμάτινη δόμη υφίστατο και μάλιστα το σημείο στο οποίο υφίστατο. Η δε προσπάθεια του να δικαιολογήσει την πιο πάνω θέση του με αναφορά σε φακέλους παρέμεινε μετέωρη αφού αναφέρθηκε στους φακέλους του 1953 και 1955. Η δε αιτήτρια στη δική της μαρτυρία δεν ήταν σε θέση να δώσει θετική μαρτυρία ως προς το εάν η δόμη βρισκόταν εκεί από τον καιρό της γενικής χωρομετρίας και εσφαλμένα δεν αποτυπώθηκε στο σχέδιο. Μπορούσε να αναφέρει μόνο ότι όταν η ίδια αγόρασε το ακίνητο 1952/53 η δόμη βρισκόταν εκεί αλλά τίποτα πιο συγκεκριμενο. Ούτε και οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο που έδωσε μαρτυρία στα πλαίσια της υπόθεσης μπορούσε να δώσει θετική μαρτυρία επί τούτου. Η δε θέση του ότι το λάθος στο εν χρήσει σχέδιο έγκειται στο ότι δεν λήφθηκε υπόψη ένα σημείο ήτοι το σημείο Ε στο Τεκμήριο 1 παρέμεινε και αυτή ατεκμηρίωτη αφού ερωτηθείς να υποδείξει ποια είναι η απόδειξη για αυτό που λέει, ανέφερε ότι απόδειξη είναι η επί τόπου κατάσταση και η κατοχή και οι φάκελοι του 1953 και 1955, κάνοντας στην ουσία ένα κύκλο και χωρίς και πάλι να δίνει ουσιαστική απάντηση για τις θέσεις του. Επομένως η θεση του ότι το εν χρήσει σχέδιο είναι λάνθασμένο είναι καθ' όλα αυθαίρετη και αναιτιολόγητη και χωρίς κανένα έρεισμα. Για τον ίδιο λόγο χωρίς έρεισμα είναι και η θέση του ότι η απόφαση του Διευθυντή δεν συνάδει με την προαναφερθείσα εγκύκλιο αφού όπως και πιο πάνω έχει αναφερθεί η εγκύκλιος αναφέρει ότι είναι υποχρεωτική η υιοθέτηση της γης ακόμα και αν δεν συμφωνά με το σχέδιο εκεί όπου πέρα πάσης λογικής αμφιβολίας η γη ήταν σε μια θέση και απλά δεν αποδόθηκε με την απαιτούμενη ακρίβεια στο σχέδιο. Όμως όπως έχει ήδη λεχθεί ο μάρτυρας αυτός δεν ήταν σε θέση να δώσει θετική μαρτυρία ως προς το εάν η δόμη ήταν στη θέση που βρίσκεται σήμερα ή έστω παραπλήσια κατά το χρόνο της γενικής χωρομετρίας και δεν αποδόθηκε με ακρίβεια στο σχέδιο. Ούτε όμως και οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο έδωσε θετική μαρτυρία για κάτι τέτοιο. Ως εκ τούτου ο εν λόγω ισχυρισμός κρίνεται ανεδαφικός και απορρίπτεται. Η δε θέση του ότι θα έπρεπε να γίνει φάκελος με βάση το άρθρο 61 για διόρθωση λάθους ούτως ώστε το εν χρήσει σχέδιο να συγχρονιστεί με τη γη είναι επίσης εσφαλμένη για τους λόγους που πιο πάνω αναλυτικά εξηγούνται στα πλαίσια αξιολόγησης της μαρτυρίας του Ρίκκου Μιχαηλίδη ΜΑ1 ο οποίος προέβαλε αντίστοιχη εισήγηση. Σημειώνω ότι ο μάρτυρας δέχθηκε ότι η μετατόπιση του συνόρου από το σημείο όπου ευρίσκεται με βάση το εν χρήσει μέχρι το σημείο που εισηγείται ο ίδιος ως σύνορο προϋποθέτει τη αύξηση της έκτασης του 1338 και τη μείωση του 1335 (όπως τούτη προκύπτει με βάση το εν χρήσει σχέδιο), αλλά εισηγήθηκε ότι παρά ταύτα ο Διευθυντής μπορεί να προβεί σε αυτή τη διόρθωση αφού έχει οιωνεί δικαστική εξουσία, θέση παντελώς λανθασμένη και εκ διαμέτρου αντίθετη με τα όσα αναφέρονται στη σχετική με το θέμα νομολογία. (βλ. Γεώργιος Κώστα Νικολάου ανωτέρω). Το ίδιο ισχύει και για τη θέση του ότι δεδομένης της αδιαφιλονίκητης κατοχής για πολλά χρόνια ήταν υποχρέωση του Διευθυντή να διορθώσει το εν χρήσει σχέδιο σύμφωνα με την κατοχή, το οποίο όπως επέμεινε είναι λάθος κατά ένα σημείο. Σημειώνεται ότι η θέση του ότι το εν χρήσει είναι λάθος κατά ένα συγκεκριμένο σημείο, όπως και πιο πάνω έχει αναφερθεί, δεν τεκμηριώνεται αφού η αποδειξη που προσφέρει ο ΜΑ2 για αυτό είναι η επί τόπου κατάσταση και οι φάκελοι του 1953 και 1955 χωρίς σε κανένα σημείο να απαντά το καίριο ερώτημα του εάν η δόμη ήταν εκεί κατά τη γενική χωρομετρία και δεν ελήφθη υπόψη, θέμα σε σχέση με το οποίο ως ήταν πρόδηλο από το σύνολο της μαρτυρίας του δεν είχε οποιαδήποτε θετική μαρτυρία να προσφέρει. Πέραν των πιο πάνω τα οποία δεν επιτρέπουν την αποδοχή των θέσεων του σημειώνω ότι ο ίδιος ο Παναγιώτης Γεωργιάδης εξήγησε με λεπτομέρεια τους λόγους για τους οποίους οι μετρήσεις του εν λόγω φακέλου Α2604/53 ως και το σχεδιάγραμμα του 1953 αλλά και ο φάκελος G4014/55 δεν μπορούσαν να υιοθετηθούν, οι οποίοι για τους λόγους που πιο κάτω στα πλαίσια αξιολόγησης της μαρτυρίας του Παναγιώτη Γεωργιάδη αναφέρονται γίνονται αποδεκτοί. Ως προς τη θέση του ΜΑ2 ότι οι αποστάσεις στο σχεδιάγραμμα του 1953 ελέγχθηκαν, διαφάνηκε ότι στηριζόταν σε εικασίες του μάρτυρα αφού αντεξετασθείς επί τούτου στήριξε τη θέση του στο ότι δεν γίνεται να μην ελέγχθηκε και ότι κάποιος έλεγχος θα έγινε. Υπό το φως των πιο πάνω καταλήγω ότι ο κ. Μάρκου δεν προσέφερε καμία θετική μαρτυρία για να αποδείξει ότι η τοποθέτηση του συνόρου από το Διευθυντή δεν ήταν με βάση το εν χρήσει σχέδιο, ούτε όμως έπεισε ότι δεν θα έπρεπε να χρησιμοποιηθεί το εν χρήσει σχέδιο ως βάση καθορισμού του συνόρου και ότι θα έπρεπε να χρησιμοποιηθούν τα σχεδιαγράμματα και οι μετρήσεις των φακέλων Α2604/53 και G4014/55. Η αιτήτρια Μ.Α.3 δεν μπορώ να πω ότι μου έκανε καλή εντύπωση. Πλατείαζε αχρείαστα,σε πολλά σημεία, ενώ σε άλλα σημεία η μαρτυρία της ήταν συγκεχυμένη και δεν ήταν λίγες οι φορές που δεν απαντούσε σε αυτό που ερωτάτο αλλά ανέφερε πράγματα άσχετα με την ερώτηση. Διερωτάται δε κάποιος πως η ίδια προέβη στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης αναφέροντας όλα όσα εκεί αναφέρονται χωρίς να έχει λάβει την γνώμη κάποιου ειδικού αφού σύμφωνα και με τα όσα η ίδια ανέφερε δεν είχε ποτέ διαφορά με κάποιον για να ζητήσει από κάποιον να έρθει επί τόπου, ενώ ο ιδιώτης χωρομέτρης και κτηματολόγος που διόρισε επισκέφθηκαν το μέρος μετά την καταχώρηση της αίτησης. Με αυτά τα δεδομένα προσεγγίζω με μεγάλη επιφυλακτικότητα τη μαρτυρία της, αφού είναι και η άμεσα ενδιαφερόμενη. Εν πάση περιπτώσει το μόνο ίσως ουσιαστικό μέρος της μαρτυρίας της ήταν η αναφορά της στην πέτρινη δόμη και πότε αυτή κατασκευάστηκε, θέμα σε σχέση με το οποίο όμως δεν ήταν σε θέση να διαφωτίσει με ακρίβεια το Δικαστήριο, αφού ως προέκυψε το μόνο που η ίδια γνώριζε ήταν ότι όταν η ίδια κατέστη ιδιοκτήτρια του ακινήτου η δόμη υφίστατο και ήταν παλιά, αλλά δεν μπορούσε να αναφέρει συγκεκριμένα πότε κτίστηκε και συγκεκριμένα αν κτίστηκε και βρισκόταν στη κατάσταση που είναι σήμερα προ της έκδοσης του εν χρήσει σχεδίου και εσφαλμένα δεν αποδόθηκε σε αυτό. Ως προς τη θέση της ότι με βάση τις αιτήσεις Α1217/74 και Α1452/79 και τις δηλώσεις που έγιναν στα πλαίσια των αιτήσεων αυτών δεν υπήρχε διαφορά πλέον προς επίλυση και οι αιτήσεις θα έπρεπε να απορριφθούν ή αν δεν θα απορρίπτοντο θα έπρεπε να εδίδετο απόφαση που να συνάδει με τις προηγούμενες θέσεις του Διευθυντή, παραπέμπω στα όσα αναφέρθηκαν επί του θέματος πιο πάνω στα πλαίσια αξιολόγησης της μαρτυρίας του Μ.Α.1 με αναφορά και στην υπόθεση Ε.Κ. Κατεκος Λτδ. Το ίδιο ισχύει και για τα όσα αναφέρει σε σχέση με το ντεπόζιτο (και το ότι με βάση τον τίτλο ιδιοκτησίας της τούτο φαίνεται να ευρίσκεται στο δικό της τεμάχιο ενώ με τον καθορισμό του συνόρου από το Διευθυντή τούτο εμπίπτει στο τεμάχιο των εφεσιβλήτων), τα οποία εξέτασα πιο πάνω στα πλαίσια αξιολόγησης της μαρτυρίας του Μ.Α.1., όπου είχε προβληθεί το ίδιο ζήτημα ως λόγος που καταδεικνύει το εσφαλμένο της απόφασης του Διευθυντή και απαντήθηκε με αναφορά και στην υπόθεση Άννα Μιλτιάδου Ιωάννου. Το γεγονός δε ότι η ίδια προέβη σε συμφωνία με το Συμβούλιο Βελτιώσεως Κακοπετριάς δεν μπορεί να μεταβάλει την κατάληξη μου σε σχέση με το πιο πάνω θέμα, αφού όπως ορθά επεσήμανε και ο Παναγιώτης Γεωργιάδης η συμφωνία Τεκμήριο 2 δεν έγινε κατόπιν χωρομετρικής εργασίας που να καθόριζε το εγγεγραμμένο σύνορο ούτως ώστε να φαίνεται σε ποιον ανήκε το μέρος όπου ανεγέρθη το ντεπόζιτο νερού. Ο Αιμίλιος Τσίγκης Μ.Κ.1 πρέπει να πω ότι μου έκανε καλή εντύπωση. Αποδέχομαι τη μαρτυρία του η οποία στην ουσία δεν αμφισβητήθηκε, αφού ο μάρτυρας ξεκάθαρα δήλωσε ότι δεν μπορούσε να εκφέρει άποψη για τη χωρομετρική εργασία που διεξήχθη η οποία εμπίπτει αποκλειστικά στην ευθύνη του χωρομέτρη. Σημειώνω δε ότι η θέση του ότι ο Διευθυντής δεν εμποδιζόταν να εξετάσει νέα αίτηση για επίλυση συνοριακής διαφοράς αφού η προηγούμενη, απεσύρθη χωρίς να εκδοθεί απόφαση συνάδει πλήρως και την επί του προκειμένου νομολογία (βλ. Ε.Κ. Κατεκος Λτδ ανωτέρω). Η δε θέση του επί του προκειμένου ότι δηλαδή η προηγούμενη αίτηση απεσύρθη χωρίς να εκδοθεί απόφαση δεν αμφισβητήθηκε. Ερχόμενη τώρα στον Παναγιώτη Γεωργιάδη Μ.Κ.2, θεωρώ ορθό κατ' αρχάς να επισημάνω ότι η κριτική για την εργασία του εν λόγω μάρτυρα έχει δύο πτυχές. Πρώτον εάν ο μάρτυρας ορθά τοποθέτησε το σύνορο σύμφωνα με βάση το εν χρήσει σχέδιο ως ήταν η θέση του ότι έπραξε και δεύτερον κατά πόσον ορθά επέλεξε να εφαρμόσει το εν χρήσει σχέδιο ή κατά πόσον θα έπρεπε να εφαρμόσει μετρήσεις ή σχεδιαγράμματα άλλων φακέλων ήτοι του Α2604/53 και G4014/55 οι οποίοι συνάδουν και με την επί τόπου κατάσταση. Τόσο σε σχέση με το πρώτο ζήτημα όσο και σε σχέση με το δεύτερο ζήτημα οι χειρισμοί, θέσεις και ενέργειες του μάρτυρα ήταν καθ' όλα ορθά για τους λόγους που πιο κάτω εξηγώ. Ως προς το εάν ο μάρτυρας τοποθέτησε το σύνορο με βάση το εν χρήσει σχέδιο ως ήταν η θέση του καταλήγω πράγματι ότι αυτό έπραξε ο μάρτυρας ο οποίος μου έκανε εξαιρετική εντύπωση. Μου έδωσε την εντύπωση ενός πολύ ευσυνείδητου και ειλικρινούς υπαλλήλου ο οποίος χωρίς να έχει οποιοδήποτε συμφέρον από την έκβαση της υπόθεσης προσπάθησε να φέρει εις πέρας την ανατεθείσα σε αυτόν εργασία με τον πιο ορθό τρόπο και σύμφωνα πάντα με την πρακτική που ακολουθείται ενώ παράλληλα ήταν πρόθυμος να επεξηγήσει τις ενέργειες του με λεπτομέρεια στο Δικαστήριο. Τόσο η προσέγγιση του όσο και η μέθοδος που ακολούθησε την οποία επεξήγησε στο Δικαστήριο λεπτομερώς ως φαίνεται και από την κατά τα ανωτέρω παράθεση της μαρτυρίας του, δεν παρουσίαζε οποιεσδήποτε αδυναμίες οι οποίες να καθιστούν το αποτέλεσμα αβάσιμο ή ανακριβές. Και εξηγώ. Ως προς τη θέση που του υπεβλήθη και στην οποία ο συνήγορος των αιτητών έδωσε πολλή έμφαση, ότι δηλαδή δεν γνώριζε και δεν έλεγξε αν ο δρόμος που έλαβε υπόψη ως σταθερό σημείο στα δυτικά των τεμαχίων 1335 και 1336, ορθώς τοποθετήθηκε εκεί, σημειώνω ότι ο μάρτυρας ανέφερε ότι έλαβε υπόψη τον εν λόγω δρόμο δεδομένου του ότι περιλαμβανόταν στο εν χρήσει σχέδιο και σε σχέση με αυτόν είχε γίνει χωρομετρική εργασία σε συγκεκριμένο φάκελο, θέση καθ' όλα ορθή και πλήρως λογική. Ούτε άλλωστε προσφέρθηκε οποιαδήποτε θετική μαρτυρία ότι υπήρχε οποιοδήποτε σφάλμα με την τοποθέτηση του δρόμου στο συγκεκριμένο σημείο. Το ότι δεν παρουσίασε στο Δικαστήριο τις πρόχειρες σημειώσεις του για κάποιες μετρήσεις οι οποίες χρησιμοποιήθηκαν για καθορισμό κάποιων βοηθητικών σημείων τα οποία οποία έλαβε υπόψη, δεν θεωρώ ότι αποδυναμώνει καθ' οιονδήποτε τρόπο τη μαρτυρία του αφού όπως ο μάρτυρας ανέφερε τα σημεία εκείνα ήταν βοηθητικά στο να καταλήξει στο αποτέλεσμα που καταχωρήθηκε στο χωρομετρικό βιβλίο Μ2630 σελ. 10-15 το οποίο επέτρεπε με τα δεδομένα που παρουσίαζε τον έλεγχο της εργασίας του η οποία και ελέγχθηκε από το ανάλογο τμήμα. Εν πάση περιπτώσει η αμφισβήτηση από τον συνήγορο της αιτήτριας έγινε κατά τρόπο γενικό και δεν υπεδείχθη με συγκεκριμένο τρόπο ή με θετική μαρτυρία κάποιο λάθος στο σχέδιο του. Σχετική επί του προκειμένου είναι η υπόθεση Δ. Παπαχρυσοστόμου v. 1. Χρίστου Παπασταύρου κ.α.
(2004)1Α Α.Α.Δ 546 όπου αναφέρθηκαν τα εξής: «.Με αυτά τα δεδομένα η επάρκεια και ορθότητα της εργασίας του Λιάτσου δεν επηρεάζετο καθόλου από την έλλειψη των πρόχειρων σημειώσεων του κατά τη διενέργεια των επί του εδάφους μετρήσεων, που συνιστούσε τη "μηχανική" πτυχή του όλου εγχειρήματος με την έννοια της μετάδοσης των αποστάσεων που καταδείκνυαν οι μέθοδοι μέτρησης που εφαρμόσθηκαν. Ήταν ορθή η προσέγγιση του ευπαίδευτου Δικαστή ότι ο Λιάτσος: "Εξετέλεσε τα εντεταλμένα καθήκοντα του με τον τρόπο που ανάφερε και συμφώνως της πρακτικής που ακολουθείται. Δέχομαι την θέση του πως επροέβηκε σε χωρομετρική εργασία από τα σταθερά σημεία που ανέφερε με τη βοήθεια των βοηθών που παραδεκτά είχε μαζί του. .... Έχω ικανοποιηθεί πως με την εμπειρία του και ακολουθώντας την πεπατημένη επροέβη σε ακριβή και ορθή μέτρηση"» Τα ίδια θεωρώ ότι ισχύουν κατ' αναλογία και στην προκειμένη περίπτωση όπου παρά την εκτενή αντεξέταση στην οποία υπεβλήθη ο μάρτυρας, η μαρτυρία του αναδεικνύεται πειστική σε όλα τα ουσιώδη. Δεν περιορίστηκε ο μάρτυρας στην απλή παράθεση του αποτελέσματος της έρευνας του αλλά επεξήγησε και τη μέθοδο που ακολούθησε και τα σταθερά σημεία που έλαβε υπόψη. Δέχομαι τη θέση του ότι προέβη στις μετρήσεις από τα σταθερά σημεία που ανέφερε και είμαι ικανοποιημένη πως με τις γνώσεις και την εμπειρία που διέθετε, η οποία δεν αμφισβητήθηκε, προέβη σε ακριβή και ορθή μέτρηση. Επι τούτου υπογραμμίζω, ότι όπως και πιο πάνω ανέφερα ο ίδιος ο ιδιώτης χωρομέτρης κ. Μάρκου αρχικά με το «Παράρτημα Α» στην πρώτη του ένορκη δήλωση ημερ. 14/2/2007 αλλά και με τα λεχθέντα του στην εν λόγω ένορκη δήλωση, ισχυρίζετο ότι ο Διευθυντής τοποθέτησε το σύνορο στη θέση ΑΒ, θέση η οποία συμπίπτει με το εν χρήσει σχέδιο το οποίο ο ίδιος αποτυπώνει στο εν λόγω «Παράρτημα Α», αποδεχόμενος έτσι στην ουσία ότι η τοποθέτηση του συνόρου από το χωρομέτρη έγινε πράγματι σύμφωνα με το εν χρήσει σχέδιο. Η δε θέση του ως προκύπτει ξεκάθαρα από την πρώτη του ένορκο δήλωση δεν ήταν ότι υπήρχε κάποιο λάθος στον καθορισμό αυτό, με την έννοια ότι δεν τοποθετήθηκε το σύνορο με βάση το εν χρήσει σχέδιο, αλλά (η θέση του ήταν) ότι δεν θα έπρεπε να καθορισθεί το σύνορο με βάση το εν χρήσει σχέδιο αλλά με βάση τις μετρήσεις μεταξύ άλλων και του φακέλου Α2604/53 οι οποίες συμπίπτουν με την επί τόπου κατάσταση. Στη συνέχεια βέβαια (και μετά από πάροδο 5 και πλέον χρόνων) ο μάρτυρας με τη συμπληρωματική του ένορκο δήλωση ημερ. 10/12/2012 διαφοροποίησε τη θέση του ως προς το σημείο όπου βρίσκεται το σύνορο σύμφωνα με την απόφαση του Διευθυντή, κατά τρόπο που να μην συμπίπτει με το σύνορο ως το εν χρήσει σχέδιο το οποίο και πάλι αποτυπώνει στο σχέδιο Τεκμήριο 1 στη συμπληρωματική του ένορκο δήλωση, χωρίς όμως να επεξηγήσει καθ' οιονδήποτε θετικό τρόπο τη διαφοροποίηση αυτή, η οποία υπό αυτές τις περιστάσεις θεωρώ όπως άλλωστε έχω και πιο πάνω αναφέρει ότι έγινε μόνο για σκοπούς υποβοήθησης της υπόθεσης της αιτήτριας και δεν προτίθεμαι να την λάβω υπόψη αφού παρέμεινε παντελώς ατεκμηρίωτη. Δεν μου διαφεύγει δε ότι ερωτηθείς κατά την αντεξέταση του με ποιο σχέδιο τελικά είναι η θέση του ότι συμφωνεί η απόφαση του Διευθυντή ανέφερε ότι μοιάζει πολύ με το εν χρήσει αλλά κατά την άποψη του ο χωρομέτρης του κτηματολογίου ήταν αυστηρός με την πελάτισσα του τουλάχιστον κατά 1,5, μέτρο χωρίς να δώσει οποιαδήποτε περαιτέρω εξήγηση για αυτό. Ερωτηθείς δε γιατί δεν ετοίμασε από την αρχή το Τεκμήριο 1 στην συμπληρωματική του ένορκη δήλωση και γιατί αρχικά παρουσίασε το Παράρτημα Α ανέφερε ότι έλαβε υπόψη πρόσθετες λεποτεμέρειες και πως πάντοτε είναι δυνατόν να υπάρχουν περισσότερες λεπτομέρειες, θέσεις οι οποίες ως και πιο πάνω ανέφερα στερούνται σοβαρότητας, αφού πέραν του ότι είναι γενικές και αόριστες, υπονοούν πως ο μάρτυρας κάθε φορά που προβαίνει σε μετρήσεις μπορεί να καταλήγει σε διαφορετικό αποτέλεσμα. Με άλλα λόγια η υπόθεση για την αιτήτρια πέραν των λοιπών αδυναμιών της είχε και την πρόσθετη αδυναμία όπως και στην υπόθεση Δ. Παπαχρυσοστόμου (ανωτέρω)[9] ότι η πλευρά της δεν παρουσίασε μαρτυρία πως η εργασία του κ. Γεωργιάδη περιείχε σφάλμα σε σχέση τουλάχιστον με το ότι η τοποθέτηση του συνόρου στο σημείο όπως το καθόρισε ο Διευθυντής δεν συμπίπτει με το εν χρήσει σχέδιο. Η όλη δε προσπάθεια του κ. Μάρκου στην ουσία όπως και φαίνεται και από τα όσα πιο πάνω αναφέρονται δεν ήταν να πείσει ότι το σύνορο δεν καθορίστηκε με βάση το εν χρήσει σχέδιο, αλλά να πείσει ότι το σύνορο δεν θα έπρεπε να τοποθετηθεί με βάση το εν χρήσει σχέδιο αλλά με βάση την επί τόπου κατάσταση και τις μετρήσεις του φακέλου Α2604/53 θέση η οποία για τους λόγους που φαίνονται πιο κάτω θα πρέπει να απορριφθεί. Των πιο πάνω δεδομένων, και στην απουσία οποιουδήποτε λόγου που να καθιστά λανθασμένη ή ανακριβή την απόφαση του χωρομέτρη και κατ' επέκταση του Διευθυντή, η εισήγηση που προβλήθηκε ότι το εν χρήσει σχέδιο το οποίο αποτέλεσε και τη βάση για τον καθορισμό του συνόρου, έγινε σε κλίμακα 1:5000 και επο