← Κύπρος

Ανδρέα Σ. Αγγελίδη ν. Εκδόσεις «ΑΡΚΤΙΝΟΣ Λτδ» κ.α., Αρ. Αγωγής: 1826/10, 29/10/2013

Ανδρέα Σ. Αγγελίδη ν. Εκδόσεις «ΑΡΚΤΙΝΟΣ Λτδ» κ.α., Αρ. Αγωγής: 1826/10, 29/10/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:A372 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Τ. Παρασκευαϊδου-Καρακάννα, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1826/10 Μεταξύ: Ανδρέα Σ. Αγγελίδη Ενάγοντα -και-

  1. Εκδόσεις «ΑΡΚΤΙΝΟΣ Λτδ»
  2. Γιάννου Παπαδόπουλου
  3. Κώστα Κωνσταντίνου
  4. Διονύσιου Διονυσίου Εναγομένων Ημερομηνία: 29.10.2013 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: κ. Α. Αιμιλιανίδης και κ. Σ. Αγγελίδης Για τους Εναγόμενους 1-4: κα Κ. Γεωργίου Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την υπό κρίση αγωγή ο ενάγοντας αξιώνει από τους εναγομένους γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για δυσφημίσεις και ή κακόβουλες ψευδολογίες ή αναλήθειες και ή ανοίκεια συστηματικά φραστική κακοβουλία και ή λιβέλους σε βάρος του οι οποίες δημοσιεύθηκαν σε πέντε διαφορετικές περιπτώσεις στην εφημερίδα Πολίτης. Παραθέτω αυτούσια τα σχετικά δημοσιεύματα τα οποία αποτελούν και το αντικείμενο της αγωγής: »
  5. Δημοσίευμα στη σελίδα 11 της εφημερίδας «Πολίτης», ημερομηνίας 29 Νοεμβρίου 2009, το οποίο συνέταξε πρόσωπο με το ψευδώνυμο «ο Κοριός», με τίτλο "Δεν παζαρεύω, κι αντιστέκομαι....", τεκμήριο 1, όπου καταγράφονται μεταξύ άλλων και τα εξής: «Η Εκκλησία ανακοίνωσε μαζικές προσφυγές στο ΕΔΑΔ για τις περιουσίες της στα κατεχόμενα με δικηγόρο τον Αντρέα Σίμου Αγγελίδη. Οκ, πέστε ότι λύθηκε το Κυπριακό και το ΕΔΑΔ σταματήσει να δέχεται προσφυγές από Ελληνοκύπριους, αυτό δε σημαίνει απώλειες εσόδων για τα δικηγορικά γραφεία; Έχει καμιά επιχείρηση που επιδιώκει μείωση των εσόδων της; Τότε γιατί οι επαγγελματίες δικηγόροι με πτυχία αναγνωρισμένα και... άδειες εξασκήσεως επαγγέλματος να θέλουν λύση του Κυπριακού; "Κι ως τον ύστατο κτύπο της χρηματομηχανής θα αντιστέκομαι..."». Το δημοσίευμα αυτό αποτελεί μέρος ενός μεγαλύτερου δημοσιεύματος που χωρίζεται σε δεκαπέντε παραγράφους. Το δημοσίευμα θίγει διάφορα θέματα, κάποια επιστολή που είχε αποστείλει ο τέως πρόεδρος της Δημοκρατίας σε άλλα κράτη μέλη σε σχέση με το εθνικό μας θέμα, τις ενέργειες των Άκη Παπασάββα και Πέτρου Κληρίδη και την ανακοίνωση της Εκκλησίας της Κύπρου που αποτελεί και το αντικείμενο του επιδίκου δημοσιεύματος. Το δημοσίευμα είναι γραμμένο σε σατυρικό και καυστικό ύφος.
  6. Δημοσίευμα στη σελίδα 13 της Εφημερίδας «Πολίτης» στη στήλη «Κατά Βαρβάρων» ημερομηνίας 16 Δεκεμβρίου 2009 το οποίο συνέταξε ο Εναγόμενος 3 με τίτλο «Κάηκε η φουστανέλα, πάνε και τα σώβρακα», τεκμήριο 2, στο οποίο καταγράφονται μεταξύ άλλων και τα εξής: ««[...] Αλλά δυστυχώς, έτσι είναι αυτοί οι τύποι. Άμα τους πιέσεις να σου δώσουν πειστικές απαντήσεις κάνουν την πάπια. Όπως επίσης και άμα τα κάνουν σκατά, μετά συγχωρήσεως, όπως ο άλλος ο λαμπρός πατριωτικός νους ο κ. Αγγελίδης του ΔΗΚΟ, ο οποίος νόμιζε ότι άλλη δουλειά δεν θα έκανε το ΕΔΑΔ από του να ασχολείται με τη βιομηχανία των προσφυγών που είχαν στήσει κάποιοι Ελληνοκύπριοι δικηγόροι. Οι οποίοι συν τοις άλλοις, άμα τους ρωτούσαν, έλεγαν πως δεν χρέωναν τους πρόσφυγες. Φυσικά και δεν τους χρέωναν. Η κοινή πρακτική, ένας από αυτούς το είπε κιόλας δημοσίως, ήταν πως έπαιρναν ποσοστό από την αποζημίωση που θα επιδίκαζε το ΕΔΑΔ, εάν πετύχαινε η προσφυγή. Και επειδή συνήθως πετύχαινε, η κλαδική των... προσφυγοποιών αυξήθηκε ραγδαία. Για να μην παρεξηγούμαστε, δεν υπάρχει τίποτα το κακό στο να παίρνουν ποσοστά. Επαγγελματίες δικηγόροι είναι οι άνθρωποι. Αυτή είναι η δουλειά τους. Όσο δεν μας παριστάνουν τους αόκνως αγωνιζόμενους και συνεχώς θυσιαζόμενους υπέρ πίστεως και πατρίδος, κανένα πρόβλημα! *Βεβαίως, ΔΕΝ γνωρίζουμε εάν ο κύριος Αγγελίδης ήταν η εξαίρεση και τα έκανε όλα χωρίς όφελος και μόνο από πατριωτισμό. Και δεν έχουμε κανένα λόγο να πιστεύουμε πως δεν θα μπορούσε να ήταν έτσι τα πράγματα. Όπως και να έχει, με το νομικό ή το πολιτικό του κριτήριο, ή και τα δύο μαζί, όφειλε τόσο αυτός όσο και όλοι οι άλλοι να υπολογίσουν ότι οι μαζικές αγωγές, αυτές οι οποίες μετέτρεψαν το ΕΔΑΔ σε... Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Κυπριακών Προσφυγών, θα γύριζαν μπούμερανγκ για μας και θα μας έκαιγαν εν πολλοίς ένα από τα καλύτερα χαρτιά μας. Δεν το υπολόγισαν, όμως. Δυστυχώς. Και δεν άκουσαν τις προειδοποιήσεις πολλών συναδέλφων τους και άλλων. Κι αυτό δείχνει το μέγεθος του κριτηρίου τους. Διότι αποκλείεται να το είχαν υπολογίσει και να το έκαναν αδιαφορώντας για τον κίνδυνο, έτσι δεν είναι; Έτσι. Όπως και να έχει, με το μαξιμαλισμό και τις ακρότητες τους, τα έκαναν σκατά, συγχωρέστε μας πάλι, για άλλη μία φορά. Να έπιασαν το μήνυμα άραγε και να κατάλαβαν πόσο ανέφικτα και ανόητα είναι αυτά που μερικοί από αυτούς, ως γκράντε πατριώτες πολιτικοί κιόλας, πουλάνε στον κοσμάκη. Πολύ το αμφιβάλλουμε. Έως πάρα πολύ». Έναυσμα για τη συγγραφή του συγκεκριμένου δημοσιεύματος έδωσε η στάση αποχής που τήρησε η ΕΔΕΚ στην ψήφιση του προϋπολογισμού για το ΡΙΚ και η δήλωση του βουλευτή κ. Βαρνάβα, ότι κάποια προγράμματα που μεταδίδει το ΡΙΚ δεν συνάδουν με το βασικό στόχο της πολιτείας που είναι η λύση του Κυπριακού προβλήματος. Η δήλωση αυτή, σύμφωνα με το συντάκτη του δημοσιεύματος παρέμεινε μετέωρη, καθότι η ΕΔΕΚ δεν «βρίσκει το θάρρος να μας πει ποιες είναι αυτές οι απαράδεκτες εκπομπές του ΡΙΚ». Σήμερα, όπως αναφέρει χαρακτηριστικά ο συντάκτης «.η λάσπη μόνη της δεν «παρπατά» κατά το κυπριακό, όπως τότε, στα θλιβερά χρόνια του Μακαρίου που αλώνιζαν όλοι αυτοί οι τόσο ευαίσθητοι πλέον για τη .δεοντολογία».
  7. Δημοσίευμα στη σελίδα 13 της εφημερίδας «Πολίτης» στη στήλη «Κατά Βαρβάρων» ημερομηνίας 17 Δεκεμβρίου 2009, το οποίο συνέταξε ο Εναγόμενος 3 με τίτλο «Αιφνίδιο κι άδοξο (το τέλος του Σερ Λόρενς)», τεκμήριο 3 και στο οποίο αναφέρονται μεταξύ άλλων τα εξής: «Ετοιμαζόμασταν να γράψουμε ως κορυφαίο εκείνο του Ανδρέα Αγγελίδη (ναι, αυτού που πέτυχε το θρίαμβο στο ΕΔΑΔ προχθές και τρέχουμε ακόμη), την ατάκα, «ευχόμαστε και επιδιώκουμε το 2010 να είναι το έτος της λύσης» (ο Αγγελίδης, of all people) αλλά μετά, διαβάσαμε και την... ουρά στη συνέχεια. Εάν, λέει, η λύση είναι σύμφωνη με το τάδε, το δείνα, το άλλο, το παράλλο, το παρακείνο, το παρατέτοιο και το παρατούτο, της Παναγιάς τα μάτια. Ευτυχώς, ένα βήμα πριν την ανακήρυξη... αυτοκρατορίας σταμάτησε. Τόσο πολύ το επιδιώκουν. Διότι, το ότι εύχονται να υπάρξει λύση εξυπακούεται. Εμ, τι; Άμα δεν θέλουν όλοι αυτοί, ποιος;». Και αυτό το δημοσίευμα αποτελεί μέρος μεγαλύτερου δημοσιεύματος το οποίο χωρίζεται σε εννιά παραγράφους/ενότητες. Ασχολείται με τους «θεατρινισμούς», «τα νούμερα» των πολιτικών και ιδιαίτερα με την εισήγηση που είχε κάνει ο κ. Μάριος Καρογιάν όπως η Χριστουγεννιάτικη γιορτή της βουλής αναβληθεί λόγω της κλοπής της σορού του τέως Προέδρου της Δημοκρατίας.
  8. Δημοσίευμα στη σελίδα 13 της εφημερίδας «Πολίτης» στη στήλη «Κατά Βαρβάρων» ημερομηνίας 25 Φεβρουαρίου 2010, το οποίο συνέταξε ο Εναγόμενος 3 με τίτλο «Στιγμές πατριωτικής ανάτασης», τεκμήριο 4 και στο οποίο αναφέρονται μεταξύ άλλων τα εξής: «*Ξέρουμε τι σκέφτεστε, ξέρουμε. Σκέφτεστε ότι «κάμνουμεν μίλλες» με το βροντερό εκείνο «Όχι» που είπε το ΔΗΚΟ στην Ένωση Κέντρου, προχθές το βράδυ και μάλιστα, με ένα 73% με μυστική (κιόλας...!) ψηφοφορία. Όντως, η σκέψη αυτή κινείται σε επίπεδο γεύματος με αρνάκι στο φούρνο και μακαρόνια στο ζουμί του για κυρίως συν προφιτερόλ με διπλή σοκολάτα για επιδόρπιο από απόψεως... λίπους αλλά, εμείς δεν σκεφτόμαστε αυτό. Εμείς σκεφτόμαστε θετικά. Κι αυτό σημαίνει πως βλέπουμε τα πράγματα πάντοτε από την ευχάριστη σκοπιά. Όχι πως η (νέα) «αξινόστραφη» που εισέπραξε ο Νεικωλάκοις και η παρέα του δεν ήταν ευχάριστη. Χάρμα ήταν! *Ενδιαφέρον δεν είναι, όμως; Κάθε φορά που εισπράττει ένα «βουζουνόπατσο» αυτή η παρέα, ο μεν Νηκωλάκεις χάνεται (στην ανάγκη πάει να βοηθήσει τη κυρία Φωτεινή στους εράνους του Ερυθρού Σταυρού), ο δε Κολοκασίδης δεν κάνει δηλώσεις ενώ, ο (Άλφα Σίγμα) Αγγελίδης λείπει ταξίδι (μετά και από τον πρόσφατο... θρίαμβο του στο ΕΔΑΔ, πού τον χάνεις πού τον βρίσκεις μόνο σε αεροδρόμια κυκλοφορεί -...». Το δημοσίευμα έχει ως κεντρικό θέμα το ΔΗΚΟ και διάφορα πολιτικά στελέχη του, ήτοι τον Νικόλα Παπαδόπουλο, το Γιώργο Κολοκασίδη, τον Κενεβέζο και τον ενάγοντα.
  9. Δημοσίευμα στη σελίδα 4 της εφημερίδας «Πολίτης», ημερομηνίας 7 Μαρτίου 2010, το οποίο συνέταξε ο Εναγόμενος 4, με τίτλο «Μετά την ήττα στο ΕΔΑΔ», τεκμήριο 5 και στο οποίο αναφέρονται τα εξής: «Οι νομικές αποφάσεις απλώς συνεπικουρούσαν τις λύσεις, όπου αυτό ήταν εφικτό. Για όσους εναντιώνονται σήμερα σε οποιαδήποτε λύση στο Κυπριακό επειδή δεν ικανοποιούνται πλήρως τα αιτήματα μας, ας μου επιτραπεί να αναφέρω (εάν θέλουν να με εννοήσουν) και το εξής: Η Γερμανία, μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, εξευτελίσθηκε. Αν σήμερα η Γερμανία επιστρέφει στην Πολωνία κι αν έχει μετατρέψει την Τσεχία σε οικονομικό της δορυφόρο, αυτό δεν το πέτυχε γιατί ανάμεσα στην ηγεσία της είχε πολιτικούς του εκτοπίσματος ενός Βάσου Λυσσαρίδη που ήθελαν να γεμίσουν την Κύπρο κάστρα ή νομικούς του κύρους ενός Ανδρέα Αγγελίδη, που πιστεύει στην ανυπέρβλητη ισχύ του δικαίου. Είχε ταπεινούς και ρεαλιστές πολιτικούς όπως παλαιότερα ο Χέλμουτ Κολ και σήμερα η Άνγκελα Μέρκελ, οι οποίοι αντιλήφθηκαν έγκαιρα ότι οι ανέξοδες πατριωτικές κορώνες δεν οδηγούν πουθενά. Η Γερμανία σήμερα μακριά από επιλεκτικές αναγνώσεις της ιστορίας της πορεύεται στον ευρωπαϊκό δρόμο της ανάπτυξης και της ευημερίας. Η Κύπρος σίγουρα δεν είναι Γερμανία, αλλά είναι στην Ευρώπη. Δυστυχώς, όμως, οι περισσότεροι πολιτικοί της ζουν και αναπνέουν στη λογική των εθνικών κινημάτων και των εθνικών αντιπαραθέσεων του 19ου αιώνα. Ο Κολ και η Μέρκελ, που ένωσαν και ενίσχυσαν οικονομικά τη Γερμανία ψηφίστηκαν από την πλειοψηφία των Γερμανών. Το 2004 στην Κύπρο, μόνο ο Νίκος Αναστασιάδης και το 24% των πολιτών αντιλήφθηκαν την ευρωπαϊκή πρόκληση που είχαν μπροστά τους. Τι μπορούμε να κάνουμε;». Και αυτό το δημοσίευμα αποτελεί μέρος μεγαλύτερου δημοσιεύματος, γραμμένο όμως σε πολύ διαφορετικό ύφος από τα υπόλοιπα. Γίνεται αναφορά σε απόφαση του ΕΔΑΔ, τα στοιχεία της οποίας όμως δεν αποκαλύπτονται, η οποία εκδόθηκε δύο μέρες πριν το δημοσίευμα. Αργότερα κατά την ακρόαση διαφάνηκε από τη μαρτυρία ότι επρόκειτο για τη Δημόπουλος κατά Τουρκίας. Από το κείμενο του δημοσιεύματος προκύπτει ότι η εν λόγω απόφαση αφορούσε ακίνητη ιδιοκτησία Ελληνοκυπρίων στα κατεχόμενα. Ο συγγραφέας του άρθρου αναλύει την απόφαση και συνοψίζει σε έξι διαφορετικές παραγράφους τις θέσεις του ΕΔΑΔ σε σχέση με το θέμα αυτό, οι οποίες κάθε άλλο παρά ευμενείς ήταν για την Ελληνοκυπριακή πλευρά. Ο συγγραφέας τις χαρακτηρίζει ως «ανήκουστες». Το ΕΔΑΔ αποφάσισε μεταξύ άλλων ότι «η κατοχή του τίτλου μετά από τόσα χρόνια έχει απωλέσει την ισχύ της από άποψη πρακτικού αποτελέσματος». Η επόμενη ενότητα του δημοσιεύματος τιτλοφορείται, «Οι ανιστόρητοι» και σε αυτή καταγράφει τις ανησυχίες που του προκάλεσε η απόφαση και αναφέρει ότι «κάποιος με στοιχειώδη επίγνωση της ευρωπαϊκής ιστορίας, θα μπορούσε να είχε προβλέψει την κατάληξη των πραγμάτων» και ότι «το Κυπριακό» δεν είναι μόνο νομικό θέμα. Γίνεται αναφορά σε ευρωπαϊκούς λαούς οι οποίοι εκδιώχθησαν από τις περιουσίες τους και δεν επέστρεψαν. Είναι η θέση του ότι ο λόγος που η Γερμανία κατάφερε να ξεπεράσει τον «εξευτελισμό» της μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και να απολαμβάνει σήμερα μεγάλης οικονομικής ευμάρειας, ήταν οι πολιτικοί της, οι οποίοι ταπεινοί και ρεαλιστές, «.αντιλήφθηκαν έγκαιρα ότι οι ανέξοδες πολιτικές κορώνες δεν οδηγούν πουθενά». Μέσα σε αυτό το πλαίσιο έγινε αναφορά στον ενάγοντα. Με βάση τη δικογραφία που καταχωρήθηκε προκύπτει ότι τα πιο κάτω γεγονότα είναι παραδεκτά και από τις δύο πλευρές: Ο ενάγοντας ήταν κατά τον επίδικο χρόνο εγγεγραμμένος δικηγόρος και βουλευτής Λευκωσίας του Δημοκρατικού Κόμματος (ΔΗΚΟ), παράλληλα ήταν μέλος της Κεντρικής Επιτροπής του πιο πάνω κόμματος και μέλος Κοινοβουλευτικών Επιτροπών. Ήταν νυμφευμένος, πατέρας δύο τέκνων και άτομο γνωστό στην κοινωνία της Κύπρου. Η εναγόμενη 1 ήταν εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, δεόντως εγγεγραμμένη στην Κύπρο και ιδιοκτήτρια της ημερήσιας εφημερίδας Πολίτης. Εκδότης και κατά νόμον υπεύθυνος της πιο πάνω εφημερίδας ήταν ο εναγόμενος
  10. Σύμφωνα με τις δικογραφημένες θέσεις του ενάγοντα τα δυσφημιστικά δημοσιεύματα, «μαζί και το κάθε ένα δημοσίευμα ξεχωριστά» κατά την ουσιαστική συνήθη και φυσική σημασία και έννοια αναφέρονταν στο πρόσωπο του και εννοούσαν τα πιο κάτω: «α. Ότι ο Ενάγοντας ως δικηγόρος που έχει αναλάβει αρκετές υποθέσεις προσφυγών στο ΕΔΑΔ δεν επιθυμεί την λύση του Κυπριακού Προβλήματος, γιατί το ΕΔΑΔ μετά τη λύση του προβλήματος θα σταματήσει να δέχεται προσφυγές από τους Ελληνοκυπρίους κατά της Τουρκίας και ο Ενάγοντας ως Ελληνοκύπριος Δικηγόρος που εκπροσωπεί και εκπροσώπησε μέχρι σήμερα Ελληνοκυπρίους ενώπιον του ΕΔΑΔ θα έχει απώλειες πελατών και εσόδων. β. Ότι ο Ενάγοντας αντιμετωπίζει την λύση του Κυπριακού ως ένα καταστροφικό ενδεχόμενο για τα οικονομικά του συμφέροντα, διότι με την λύση του Κυπριακού Προβλήματος θα μειωθούν οι υποθέσεις που αναλαμβάνει και κατ' επέκταση θα έχει απώλειες εσόδων. γ. Ότι ο Ενάγοντας είναι ένας επικίνδυνος τυχοδιώκτης που κατατάσσει το προσωπικό του συμφέρον και ειδικότερα τα οικονομικά του συμφέροντα πάνω από το συμφέρον της πατρίδας του. δ. Ότι ο ενάγοντας έχει στήσει μια βιομηχανία παραγωγής προσφυγών στο ΕΔΑΔ με πρόφαση τον πατριωτισμό και με σκοπό το κέρδος. ε. Ότι ο Ενάγοντας ως δικηγόρος και πολιτικός έχει ως μοναδική επιδίωξη την αλίευση πελατείας μέσω της εκμετάλλευσης του κυπριακού προβλήματος, του πόνου των Ελληνοκυπρίων εκτοπισμένων και των συγγενών των αγνοουμένων. στ. Ότι ο Ενάγοντας δεν είναι υπεύθυνος δικηγόρος ή και πολιτικός και ότι άσκησε το επαγγελματικό του καθήκον χωρίς συναίσθηση της ευθύνης ή/ και της σοβαρότητας που απαιτούσε η κατάσταση και με τις μαζικές αγωγές που ο ίδιος καταχώρησε στο ΕΔΑΔ έβλαψε τα συμφέροντα του κυπριακού λαού. ζ. Ότι ο Ενάγοντας είναι ανάξιος και/ή ανίκανος και/ή δεν συμπεριφέρεται όπως απαιτεί η θέση του και το σύνολο των ευθυνών του και/ή οι αποφάσεις του είναι λανθασμένες ή/ και ότι έδρασε αδιαφορώντας για τους κινδύνους ή/και ότι έδρασε μαξιμαλιστικά ή/ και ακραία ή /και ανόητα. η. Ότι ο Ενάγοντας ευθύνεται για την αποτυχία των Ελληνοκυπριακών προσφυγών στο ΕΔΑΔ και ιδιαίτερα για την απόρριψη των προσφυγών των Ελληνοκυπρίων αγνοουμένων. θ. Ότι ο Ενάγοντας δεν επιδιώκει ή/και δεν επιθυμεί ή/ και απεύχεται την λύση του Κυπριακού Προβλήματος και ότι ψεύδεται όταν δηλώνει ότι επιθυμεί την λύση του Κυπριακού και επομένως ότι αποσκοπεί ως πολιτικός στην έσχατη προδοσία της πατρίδας του. ι. Ότι ο Ενάγοντας εναντιώνεται στην οποιαδήποτε λύση του Κυπριακού, πορεύεται με ανέξοδες πατριωτικές κορώνες, φέρει ευθύνη για την μη επανένωση της Κύπρου και έκαψε με την συμπεριφορά του και την προδοτική και συμφεροντολόγα του στάση ένα από τα καλύτερα χαρτιά της κυπριακής πολιτικής, δηλαδή τις προσφυγές στο ΕΔΑΔ. ια. Ότι ο Ενάγοντας είναι ένας αποτυχημένος δικηγόρος, ένας δικηγόρος που φέρεται ανεύθυνα και σε βάρος των συμφερόντων των πελατών του με μοναδική επιδίωξη το χρήμα και τα οικονομικά του συμφέροντα». Είναι η θέση του ενάγοντα ότι τα πιο πάνω δημοσιεύματα του αποδίδουν «ανάρμοστη, προδοτική, συμφεροντολογική, ανεύθυνη και επιπόλαια συμπεριφορά» για ένα εκλελεγμένο βουλευτή, κοινοβουλευτικό εκπρόσωπο κόμματος και πολιτικό άντρα. Επηρεάζουν δυσμενώς την υπόληψη του τόσο σε σχέση με την εργασία του ως δικηγόρου όσο και λόγω της θέσης του ως πολιτικού. Ενδέχεται να τον εκθέσουν σε γενικό μίσος, περιφρόνηση και ή χλεύη ως προδότη και ως πρόσωπο αποτυχημένο, ανεύθυνο που μεριμνά μόνο για το δικό του συμφέρον και εξαπατά τους πελάτες και τους εκλογείς του. Τα δημοσιεύματα τον παρουσιάζουν ως το πρόσωπο που υπό την επαγγελματική του ιδιότητα ως δικηγόρου έφερε την ευθύνη για την απόρριψη προσφυγών Ελληνοκυπρίων αγνοουμένων στο ΕΔΑΔ παρά το γεγονός ότι δεν ήταν αυτός που είχε χειριστεί την υπόθεση Βαρνάβα εναντίον Τουρκίας και την Καρεφυλλίδης εναντίον Τουρκίας και ουδέποτε είχε προβεί σε οποιαδήποτε σφάλματα κατά τον χειρισμό οποιωνδήποτε προσφυγών ενώπιον του ΕΔΑΔ. Οι εναγόμενοι 1, 3 και 4 κατεχώρησαν υπεράσπιση με την οποίαν παραδέχονται τη δημοσίευση των επιδίκων άρθρων, αρνούνται όμως ότι τα άρθρα αυτά είναι δυσφημιστικά. Σε περίπτωση που ήθελε φανεί ότι αυτά είναι δυσφημιστικά ισχυρίζονται ότι συνιστούν εύλογο σχόλιο επί θέματος δημοσίου συμφέροντος και ή ενδιαφέροντος που έγινε καλόπιστα, ήτοι: «i. επί του γεγονότος ότι κάποιοι από τους πολιτικούς που υποστήριζαν την μαζική καταχώρηση προσφυγών από ελληνοκύπριους στο ΕΔΑΔ κατά της Τουρκίας ήταν και δικηγόροι, οι οποίοι ασχολούνταν επαγγελματικά με το θέμα και καταχωρούσαν οι ίδιοι προσφυγές στο ΕΔΑΔ εκ μέρους ελληνοκυπρίων πελατών τους, έναντι αμοιβής και εκφραζόταν η άποψη ότι αυτό δυνατόν να μην ήταν ηθικά και/ή πολιτικά ορθό και/ή να δημιουργούσε ερωτηματικά για τις πεποιθήσεις και/ή την συμπεριφορά τους και/ή τα κίνητρα τους. ii. ότι η μαζική καταχώρηση προσφυγών ελληνοκυπρίων στο ΕΔΑΔ κατά της Τουρκίας ήταν λανθασμένη πολιτικά κίνηση και όσοι την υποστήριξαν, περιλαμβανομένου και του ενάγοντα, εκτίμησαν νομικά και πολιτικά τα δεδομένα, λανθασμένα. iii. ότι το κυπριακό δεν θα μπορούσε να λυθεί μόνο δικαστικά ή μόνο με την άποψη ότι το δίκαιο υπερισχύει της πολιτικής, θέση που υποστήριζε και ο ενάγων και ότι ήταν και συνεχίζει να είναι κυρίως πολιτικό ζήτημα και ως τέτοιο θα έπρεπε να αντιμετωπίζεται». Ισχυρίζονται διαζευκτικά ότι τα επίδικα άρθρα συνιστούν προνομιούχα δημοσιεύματα υπό επιφύλαξη που έγιναν καλόπιστα. Οι εναγόμενοι είχαν τόσο ηθικό όσο και κοινωνικό καθήκον να τα δημοσιεύσουν. Το δημοσίευμα δε, τεκμήριο 1, είναι γραμμένο με ύφος χιουμοριστικό και η ευθυμογραφικό και/ή κριτικό και ή καυστικό. Ο εναγόμενος 2 στην υπεράσπιση που κατεχώρησε, εγείρει προδικαστική ένσταση και ισχυρίζεται ότι δεν αποκαλύπτεται οποιαδήποτε αιτία αγωγής εναντίον του. Η αγωγή είναι επιπόλαια, ενοχλητική, καταπιεστική και αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας. Άνευ βλάβης της προδικαστικής του ένστασης παραδέχεται ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν ο κατά νόμο υπεύθυνος και ο εκδότης της εφημερίδας Πολίτης, αρνείται όμως ότι ήταν διευθυντής της εφημερίδας αυτής. Ισχυρίζεται ότι ουδεμία γνώση ή ανάμειξη ή συμμετοχή είχε στη διαδικασία σύνταξης ή δημοσίευσης των επιδίκων δημοσιευμάτων. Η ιδιότητα του, ως κατά νόμο υπευθύνου της εφημερίδας, δεν στοιχειοθετεί αφ΄ εαυτής οποιαδήποτε ευθύνη του εναγομένου για τη δημοσίευση των επιδίκων δημοσιευμάτων. Η υπόλοιπη υπεράσπιση του εναγομένου 2 είναι ταυτόσημη με την υπεράσπιση που καταχώρησαν οι εναγόμενοι 1, 3 και
  11. Ο ενάγοντας κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου και κάλεσε επίσης τέσσερις μάρτυρες. Εκ μέρους της υπεράσπισης κατέθεσαν οι εναγόμενοι 3 και 4, Κώστας Κωνσταντίνου και Διονύσης Διονυσίου. Συνοψίζω τη μαρτυρία τους. Ο ενάγοντας καταθέτοντας ενώπιον του Δικαστηρίου ανέφερε ότι ήταν ενεργός πολίτης πολύ πριν την κομματική του ανάμειξη. Ως φοιτητής διετέλεσε μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕΦΕΚ και αργότερα αντιπρόεδρος και ιδρυτικό μέλος του Διεθνούς Συνδέσμου για την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Κύπρο και μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του Παγκυπρίου Δικηγορικού Συλλόγου. Αρθρογραφούσε δε επί τακτικής εβδομαδιαίας βάσης. Ως εκ της θέσης του και των δημοσίων παρεμβάσεων του πολλοί εγνώριζαν τις απόψεις του για την ανάγκη μιας δικαιότερης κοινωνίας, την αντικατοχική του στάση και τη διεκδίκηση μιας δίκαιης λύσης στηριγμένης στα ανθρώπινα δικαιώματα. Ως δικηγόρος εκπροσώπησε πελάτες σε σωρεία υποθέσεων που αφορούσαν παραβάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Κύπρου και ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Στους πελάτες του περιλαμβάνονται Ελληνοκύπριοι εκτοπισμένοι και συγγενείς αγνοουμένων. Ο μάρτυρας αναφέρθηκε στην γνωστή απόφαση Τιτίνας Λοϊζίδου κατά της Τουρκίας με την οποία το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο καταδίκασε την Τουρκία για την παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων της αιτήτριας. Αναφέρθηκε επίσης στην Τέταρτη Διακρατική Προσφυγή της Κύπρου κατά της Τουρκίας με την οποία το πιο πάνω Δικαστήριο αποφάσισε ότι η Τουρκία ήταν υπεύθυνη για τις παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων που αφορούσαν το δικαίωμα ιδιοκτησίας Ελληνοκυπρίων εκτοπισμένων και για τις παραβιάσεις θεμελιωδών άρθρων της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, οι οποίες αφορούσαν τους αγνοουμένους και τους συγγενείς τους. Ήταν η θέση του ότι η επιλογή της Κυπριακής κυβέρνησης να μην προβεί σε μέτρα για εφαρμογή των πιο πάνω αποφάσεων, δημιούργησε σοβαρή ζημιά στην αποτελεσματικότητα των αποφάσεων αυτών και στο δεδικασμένο τους. Το 2009 εκδόθηκε από το ΕΔΑΔ η απόφαση στην προσφυγή Βαρνάβα κατά Τουρκίας. Η προσφυγή κρίθηκε παραδεκτή από το Δικαστήριο, αποφασίστηκε όμως ότι οι συγγενείς των αγνοουμένων θα έπρεπε να είχαν προσφύγει στο Δικαστήριο τουλάχιστον από το τέλος του 1990, ώστε να μην βρίσκονται εκτός της εξάμηνης προθεσμίας που επρονοείτο. Μη τήρηση της προθεσμίας κρίθηκε ότι επέφερε απόρριψη της προσφυγής ως μη παραδεκτής. Λίγους μήνες αργότερα το ΕΔΑΔ εξέδωσε απόφαση στην υπόθεση Καρεφυλλίδη κατά Τουρκίας με την οποία κρίθηκε ότι μια προσφυγή που καταχωρήθηκε το 1999 ήταν εκπρόθεσμη και κατά συνέπεια μη παραδεκτή. Ως αποτέλεσμα της απόρριψης της πιο πάνω προσφυγής, που θεωρήθηκε από το ΕΔΑΔ ως πιλοτική, το ΕΔΑΔ απέρριψε μαζικά 49 προσφυγές αγνοουμένων οι οποίες είχαν καταχωρηθεί μετά το 1999, χωρίς να εξετάσει την ουσία των προσφυγών αυτών. Τέλος του 2009 ο ενάγοντας κατεχώρησε προσφυγή στο ΕΔΑΔ εκ μέρους της Ιεράς Αρχιεπισκοπής, της Ιεράς Μητρόπολης Κερύνειας, της Ιεράς Μητρόπολης Μόρφου, της Ιεράς Μονής Κύκκου και της Ιεράς Μονής Μαχαιρά για την παραβίαση του δικαιώματος ιδιοκτησίας της στις κατεχόμενες περιοχές και την παραβίαση του δικαιώματος της ελευθερίας της άσκησης της θρησκείας στους θρησκευτικούς χώρους που βρισκόντουσαν στις κατεχόμενες περιοχές. Για την πιο πάνω προσφυγή ο ενάγοντας δεν εχρέωσε την Εκκλησία της Κύπρου οποιαδήποτε δικηγορικά έξοδα. Και αυτή η προσφυγή απορρίφθηκε από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο χωρίς να ακουστεί η ουσία της καθότι στην απόφαση Δημόπουλος κατά της Τουρκίας, κρίθηκε ότι η Επιτροπή Αποζημιώσεων στην κατεχόμενη Κύπρο ήταν νόμιμη. Η πιο πάνω μαρτυρία δεν έχει αμφισβητηθεί από την υπεράσπιση. Ο ενάγοντας αναφέρθηκε και στα επίδικα δημοσιεύματα, ανέλυσε τους λόγους για τους οποίους τα θεωρούσε κακόβουλα και προσβλητικά και ισχυρίστηκε ότι τον έπλητταν τόσο υπό την ιδιότητα του ως δικηγόρου όσο και υπό την ιδιότητα του ως πολιτικού προσώπου. Τα δημοσιεύματα κυκλοφόρησαν ευρέως και αυτός δέχθηκε πολλά τηλεφωνήματα τόσο από φίλους όσο και γνωστούς του, από τον επαγγελματικό και κοινωνικό του χώρο. Βρέθηκε στη δύσκολη θέση να υπερασπίζεται την αξιοπρέπεια του από την «μεθοδευμένη λασπολογία και δυσφήμιση των εναγομένων». Η υπόληψη του έχει πληγεί προσωπικά, επαγγελματικά και σε σχέση με το κοινοβουλευτικό του αξίωμα. Ήταν η θέση ότι οι αποφάσεις για τον τρόπο που αντιμετωπίζονται από την εφημερίδα πολιτικά πρόσωπα ή πολιτικές θέσεις, λαμβάνεται πάντα σε συνεδρίαση που διεξάγεται υπό την προεδρία του κ. Παπαδόπουλου, εναγομένου
  12. Πρόσθεσε δε ότι η εταιρεία, εναγομένη 1, «.ως νομικό πρόσωπο έχει πάντα κατευθυντήρια πολιτική και γραμμή από έμπνευση κάποιων προσώπων και εδώ η έμπνευση, η οδηγία και η καθοδήγηση είναι του κ. Παπαδόπουλου». Ο ενάγοντας παραδέχθηκε ότι πολλές φορές άρθρα του είχαν δημοσιευθεί στην εφημερίδα Πολίτης. Στα πιο πάνω άρθρα ανάφερε μεταξύ άλλων ότι το σχέδιο Ανάν δεν θα μπορούσε να αποτελέσει βάση προς λύση του εθνικού μας προβλήματος ούτε καν βάση προς συζήτηση. Κατά την αντεξέταση του ισχυρίσθηκε ότι τα επίδικα δημοσιεύματα είχαν παρουσιαστεί και στο διαδίκτυο, δεν ήταν σε θέση όμως να δώσει οποιαδήποτε στοιχεία. Δεν ήταν σε θέση να δώσει στοιχεία και σε σχέση με τη θέση του ότι λόγω την επιδίκων δημοσιευμάτων μειώθηκε ο όγκος εργασίας στο γραφείο του. Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα από τη μαρτυρία του: «Ε. Δηλαδή ξέρετε, είναι δική σας εκτίμηση ότι εξαιτίας αυτών των δημοσιευμάτων πως δεν ήρθαν κάποιοι πελάτες σας και πήγαν αλλού; Α. Είπα, δεν μπορώ να καταδείξω ότι οφείλεται σε αυτά τα δημοσιεύματα. Ε. Έχετε κάποιες περιπτώσεις υφισταμένων πελατών που έφυγαν που σας το είπαν καθαρά ή καταλάβατε με άλλον τρόπο; Α. Όχι να με εγκαταλείψουν ενώ εκκρεμούσαν υποθέσεις όχι. Και δεν μπορώ να πω ότι οφείλεται στα δημοσιεύματα». Ο ΜΕ2, Ιωάννης Χαραλάμπους είναι διευθυντής του κεντρικού εκκλησιαστικού ταμείου της Κύπρου και του ελεγκτικού τμήματος της Εκκλησίας της Κύπρου. Εκ της θέσεως του εγνώριζε ότι η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Κύπρου είχε λάβει απόφαση για να διεκδικήσει την περιουσία της στις κατεχόμενες περιοχές και να διεκδικήσει εκ μέρους των πιστών το δικαίωμα της ελεύθερης θρησκευτικής λατρείας. Με βάση την πιο πάνω απόφαση ανέθεσε την υπόθεση στον ενάγοντα ο οποίος ανέλαβε να την διεκπεραιώσει χωρίς οποιαδήποτε αμοιβή καθότι ήθελε να συμβάλει στην προάσπιση των πιο πάνω ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Παρομοίου περιεχομένου ήταν και οι μαρτυρίες των επόμενων τριών μαρτύρων ήτοι της Ανδρούλλας Χ¨Κυπριανού Αγγελίδου, του Χρίστου Τουφεξή και της Ελένης Φωκά. Ο ενάγοντας ανέλαβε το χειρισμό των υποθέσεων της Ανδρούλλας Χ¨Κυπριανού Αγγελίδου και Ελένης Φωκά κατά της Τουρκίας αφιλοκερδώς, ως επίσης και τις προσφυγές που αφορούσαν τους αγνοουμένους. Η ανάθεση των υποθέσεων των αγνοουμένων έγινε μέσω του συνδέσμου πολεμιστών 286 ΜΤΠ-
  13. Σχετική ήταν η μαρτυρία του Χρίστου Τουφεξή, προέδρου του πιο πάνω συνδέσμου ο οποίος ανέφερε μεταξύ άλλων ότι ο ενάγοντας κανένα ποσό χρέωσε για τις υποθέσεις αυτές. Ο Κώστας Κωνσταντίνου, εναγόμενος 3 είναι δημοσιογράφος και εργάζεται στην εφημερίδα «Πολίτης» από το 2000 μέχρι σήμερα. Το 2005 βραβεύθηκε ως δημοσιογράφος της χρονιάς. Είναι ο συντάκτης της στήλης «Κατά Βαρβάρων», πρόκειται για καθημερινή, σατιρική στήλη, γραμμένη σε ύφος έντονο και κριτικό από τον ίδιο. Η στήλη του δεν τυγχάνει έγκρισης από οποιονδήποτε προτού αυτή δημοσιευθεί. Οι απόψεις που εκφράζονται μέσα από τη στήλη είναι δικές του, προσωπικές και ουδέποτε υπήρξε παρέμβαση ή έστω και υπόδειξη από τρίτο πρόσωπο σε σχέση με τα άρθρα του. Απέρριψε τη θέση ότι η εφημερίδα Πολίτης έχει εκφρασμένη δημόσια πολιτική θέση ως προς το σχέδιο Ανάν. Προς επίρρωση της θέσης του ανέφερε ότι η πλειοψηφία των συντακτών της εφημερίδας κατά τη περίοδο του δημοψηφίσματος έτυχε να έχει μια συγκεκριμένη θέση, ο διευθυντής σύνταξης της εφημερίδας όμως, Άριστος Μιχαηλίδης και κάποιοι άλλοι συντάκτες είχαν αντίθετη άποψη. Τα άρθρα τους επί του θέματος αυτού δημοσιεύτηκαν στην εφημερίδα Πολίτης παράλληλα με τα άρθρα των συντακτών που υποστήριζαν την αντίθετη άποψη. Αναφερόμενος στα δημοσιεύματα, τεκμήρια 2, 3 και 4 ανέφερε ότι το μόνο που καταλογίζει στον ενάγοντα είναι ότι κατεχώρησε πολύ μεγάλο αριθμό προσφυγών στο ΕΔΑΔ. Είχε την άποψη ότι οι προσφυγές στο ΕΔΑΔ απορρίφθησαν λόγω της μαζικής καταχώρησης προσφυγών, στην οποία συνέβαλε και ο ενάγοντας. Την θέση του αυτή την ανέλυσε κατά την αντεξέταση. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα από τη μαρτυρία του αυτούσιο: «Ε. Σας υποβάλλω ότι το Δικαστήριο δεν απορρίπτει προσφυγές γιατί καταχωρήθηκαν πολλές, στην Καρεφυλλίδη ήταν συγκεκριμένοι νομικοί λόγοι για τους οποίους το Δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή που αν τη διαβάζατε θα μπορούσατε να τους δείτε. Α. Ως ήδη εξήγησα ήταν ένα σχόλιο στην αρχή, μια γενικότητα για την κακή τροπή που είχαν πάρει τα πράγματα, κατά την εκτίμηση μου, λόγω της τακτικής μας με την οποία βομβαρδίσαμε το ΕΔΑΔ με υποθέσεις πιστεύοντας αυτό που προανέφερα. Από εκεί και πέρα η άποψη σας ότι το Δικαστήριο δεν οδηγεί με τον τρόπο αυτό είναι εξίσου υποκειμενική με τη δική μου και συγκρούεται με άλλες αντίθετες θέσεις νομικών και πολιτικών οι οποίες εκφράστηκαν στο πλαίσιο δημοσίου διαλόγου.». Σε κάποιο άλλο στάδιο ανέφερε ότι κάποιοι νομικοί οι οποίοι ήταν παράλληλα και πολιτικοί, εσύγχυσαν τη νομική με την πολιτική και εξώθησαν τους πρόσφυγες να καταχωρήσουν προσφυγές, οι οποίες τελικά προκάλεσαν, σύμφωνα με τον ίδιο, «ζημιά». Διευκρίνισε όμως ότι οι νομικοί-πολιτικοί, συμπεριλαμβανομένου και του ενάγοντα, ενεργούσαν «ακουσίως» και όχι «εκουσίως». Στόχος του δεν ήταν να κρίνει τη νομική επάρκεια του ενάγοντα μέσα από τα άρθρα του, ούτε ήταν σε θέση να το πράξει καθότι δεν ήταν νομικός και «ούτε ήταν στο ΕΔΑΔ», ως ανέφερε χαρακτηριστικά. Εκείνο που έκανε ήταν να σχολιάσει την αρνητική τροπή των γεγονότων στο ΕΔΑΔ. Υποβλήθηκε στο μάρτυρα ότι τα γεγονότα επί των οποίων εστήριξε τα άρθρα του, «δεν ήταν υπαρκτά», είχε διαστρεβλώσει το νόημα και το περιεχόμενο των αποφάσεων του ΕΔΑΔ και κατηγόρησε τον ενάγοντα για ενέργειες για τις οποίες αυτός καμία ευθύνη έφερε. Ο μάρτυρας απέρριψε την πιο πάνω θέση και ισχυρίσθηκε ότι απλώς είχε κάνει ένα γενικό σχόλιο, στα πλαίσια ενός δημοσίου διαλόγου με αφορμή την «τροπή των πραγμάτων που επήραν στο ΕΔΑΔ». Αναφέρθηκε στον ενάγοντα ονομαστικά καθότι αυτός είχε καλέσει τον κόσμο μαζικά, να καταχωρήσει προσφυγές. Ο εναγόμενος 3 απέρριψε τη θέση ότι είχε «έχθρα και εμμονή» με τον ενάγοντα λόγω των θέσεων του τελευταίου στο εθνικό θέμα. Ο λόγος που ασχολήθηκε με τον ενάγοντα ήταν γιατί ήταν πολιτικό πρόσωπο «τρίτος τη τάξη», στο Δημοκρατικό Κόμμα. Ο εναγόμενος 3 διαφωνούσε με τις θέσεις του ενάγοντα και τις θέσεις του κόμματος του, έγραψε κάποιες στήλες που τον αφορούσαν, ουδέποτε όμως προέβη σε «συστηματική καταδίωξη» του. Ανέφερε δε χαρακτηριστικά ότι μέχρι σήμερα είχε δημοσιεύσει 4.000 στήλες περίπου και με τον ενάγοντα ασχολήθηκε μόνοι 10-12 φορές. Ανέφερε επίσης ότι δεν συνηθίζει να επικοινωνεί με τα πρόσωπα τα οποία προτίθεται να σχολιάσει προτού δημοσιεύσει τα άρθρα του. Στα άρθρα του σχολιάζει γεγονότα, υπαρκτά πρόσωπα, δηλώσεις και παραθέτει τη δική του άποψη. Ο εναγόμενος Διονύσης Διονυσίου δημοσιογραφεί από το 1985 και εργάσθηκε σε διάφορες εφημερίδες. Από το 1999 είναι σύμβουλος εκδότης της εφημερίδας «Πολίτης». Είναι κάτοχος πτυχίου στην Ελληνική Φιλολογία από το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και στην Γλώσσα και στην Ιστορία από το Queen's College στην Αγγλία. Εργάζεται ως φιλόλογος σε δημόσιο σχολείο. Το άρθρο του, που αποτελεί ένα από τα επίδικα δημοσιεύματα, τεκμήριο 5, γράφτηκε με αφορμή την υπόθεση Δημόπουλος κατά Τουρκίας. Ήταν η θέση του ότι η πιο πάνω απόφαση είχε «βάλει ένα τέλος», στην «εμμονή» που είχε ο κόσμος ότι το εθνικό μας θέμα θα μπορούσε να επιλυθεί σε Δικαστήριο. Η «εμμονή» αυτή, η οποία είχε ως αποτέλεσμα την καταχώρηση χιλιάδων προσφυγών, οδήγησε κατά την άποψη του σε «απόφαση καταστροφική». Μέσα από το άρθρο του προσπάθησε, κάνοντας μια ιστορική αναδρομή, να καταδείξει ότι και στο παρελθόν υπήρξαν τέτοιας φύσης προβλήματα τα οποία όμως λύθηκαν με πολιτικό και όχι νομικό τρόπο. Στο άρθρο γίνεται αναφορά στον ενάγοντα ονομαστικά καθότι ήταν ένας από τους πρωταγωνιστές του δόγματος που θεωρούσαν ότι το Κυπριακό πρόβλημα θα μπορούσε να λυθεί «μέσα από τα Δικαστήρια». Καταθέτοντας σε σχέση με το άρθρο, τεκμήριο 1, ο μάρτυρας ανέφερε ότι πρόκειται για στήλη που σχολιάζει θέματα της επικαιρότητας με χιουμοριστικό ύφος, και συντάσσεται από δημοσιογράφο της εφημερίδας ΠΟΛΙΤΗΣ, ο οποίος θέλησε να διατηρήσει την ανωνυμία του. Γι΄ αυτό το λόγο παρουσιάζεται με το ψευδώνυμο «Κοριός». Ο εναγόμενος 4 απέφυγε να αποκαλύψει το όνομα του συντάκτη της συγκεκριμένης στήλης. Απέρριψε τη θέση ότι η εφημερίδα «Πολίτης» έχει «εμμονή» με τον ενάγοντα. Ο ενάγοντας είναι δημόσιο πρόσωπο, εμφανίζεται πλειστάκις στα μέσα για αυτό και η εφημερίδα σχολιάζει τις δηλώσεις του. Αυτή ήταν συνοπτικά η μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Τα πλείστα γεγονότα δεν αμφισβητούνται. Εκείνο που αμφισβητήθηκε έντονα κατά την ακροαματική διαδικασία ήταν οι προθέσεις των εναγομένων κατά τη δημοσίευση των επιδίκων άρθρων, θέμα με το οποίο θα ασχοληθώ σε κατοπινό στάδιο. Από τη μαρτυρία προέκυψε ως αναντίλεκτο γεγονός ότι τα τελευταία χρόνια μεγάλος αριθμός προσφυγών καταχωρήθηκε, εκ μέρους Ελληνοκυπρίων, στο ΕΔΑΔ. Ο ενάγοντας ήταν ένας εκ των δικηγόρων ο οποίος κατεχώρησε μεγάλο αριθμό προσφυγών στο πιο πάνω Δικαστήριο εκ μέρους της Εκκλησίας της Κύπρου, προσφύγων και συγγενών αγνοουμένων. Ο ενάγοντας καμία σχέση είχε με τις υποθέσεις Καρεφυλλίδης κατά Τουρκίας, Βαρναβίδη κατά Τουρκίας, Ξενίδη κατά Τουρκίας και Δημόπουλος κατά Τουρκίας. Οι προσφυγές που είχε καταχωρήσει ο ενάγοντας, συμπεριλαμβανομένης και της προσφυγής που κατεχώρησε η Εκκλησία της Κύπρου απορρίφθηκαν χωρίς να εξεταστεί η ουσία αυτών. Αποτελεί επίσης παραδεκτό γεγονός ότι υπήρξαν ακόμη τρεις δημοσιεύσεις στην εφημερίδα Πολίτης που αφορούσαν το πρόσωπο του ενάγοντα. Το πρώτο δημοσίευμα είναι ημερομηνίας 16.1.2013, τεκμήριο 6 αποτελεί μέρος της στήλης «Κατά Βαρβάρων», συντάκτης της οποίας είναι ο εναγόμενος
  14. Ο εναγόμενος 3, μέσα από το άρθρο του καλούσε τους δημοσιογράφους και τους πολιτικούς που απόδιδαν το φόνο του Άντη Χ¨Κωστή σε πολιτικά κίνητρα, «ιδεολογικές ερπύστριες» των ξένων και το Δημοψήφισμα να παραδεχθούν το λάθος τους και να ανασκευάσουν τις δηλώσεις τους. Από το κείμενο του δημοσιεύματος προκύπτει ότι ο ενάγοντας είχε εκφράσει την άποψη ότι η δολοφονία του Άντη Χατζηκωστή σχετιζόταν με τη θέση του στο δημοψήφισμα. Ο δημοσιογράφος καλεί τον ενάγοντα ονομαστικά να ζητήσει συγνώμη για τις «διχαστικές και εμπρηστικές αρλούμπες που αράδιασε». Το δεύτερο δημοσίευμα, τεκμήριο 7 είναι και αυτό του εναγομένου 3 και δημοσιεύθηκε στη στήλη «Κατά Βαρβάρων». Αναφέρεται με ειρωνικό και σαρκαστικό τρόπο στην απόφαση του ενάγοντα να μην επαναδιεκδικήσει βουλευτική έδρα, την χαρακτηρίζει μεταξύ άλλων, ειρωνικά βέβαια, ως «τεράστια απώλεια για την εθνική μας υπόθεση». Γίνεται επίσης αναφορά, με ειρωνικό τρόπο στους «θριάμβους» του ενάγοντα στο ΕΔΑΔ. Αναφέρονται χαρακτηριστικά τα πιο κάτω: «.Ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος του ΔΗΚΟ, κ. Ανδρέας Σ. Αγγελίδης, γνωστός και από τους θριάμβους του στο ΕΔΑΔ αποφάσισε να μην επαναδιεκδικήσει βουλευτική έδρα στις εκλογές του Μαΐου». Το τελευταίο δημοσίευμα, τεκμήριο 8 ημερομηνίας 6.2.2011 πρόκειται για γελοιογραφία του Θανάση Παπασπυρόπουλου, δύο πρόσωπα συζητούν και διεξάγεται μεταξύ τους ο πιο κάτω διάλογος: «Α. Τα έμαθες? Ο Αγγελίδης δεν θα ξαναβάλει για βουλευτής στις εκλογές του Μαΐου, διαφωνεί με το ΔΗΚΟ. Β. Διαφωνεί με το ΔΗΚΟ ή φοβάται μην πάθει στις εκλογές ότι έπαθε και στο ΕΔΑΔ.. Α. Δηλαδή? Β. .. Βατερλό». Η μαρτυρία των ΜΕ2, ΜΕ3, ΜΕ4 και ΜΕ5 περιορίστηκε κυρίως σε ένα θέμα, κατά πόσο καταβλήθηκε οποιαδήποτε αμοιβή στον ενάγοντα για τις υπηρεσίες που τους είχε προσφέρει, μαρτυρία η οποία δεν έχει αμφισβητηθεί και γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο. Ως επισημαίνω και πιο πάνω το μεγαλύτερο μέρος της μαρτυρίας του ενάγοντα δεν έχει αμφισβητηθεί από την υπεράσπιση. Ο ενάγοντας μου έδωσε την εικόνα ατόμου με ψηλά ιδανικά, ο οποίος πιστεύει ακράδαντα στην ισχύ του δικαίου. Η όλη συμπεριφορά του, σε σχέση με το συγκεκριμένο θέμα φανερώνει άτομο ανιδιοτελή και αφιλοχρήματο. Εντύπωση μου έκαναν οι δηλώσεις των μαρτύρων, ΜΕ2, ΜΕ3, ΜΕ4 και ΜΕ5 ότι ουδέν ποσό κατέβαλαν στον ενάγοντα για τις υπηρεσίες που τους επρόσφερε ενώ οι υπηρεσίες που επρόσφερε στην Ελένη Φωκά δεν περιοριζόταν σε νομικά θέματα, την βοήθησε επίσης, αφιλοκερδώς, με το θέμα της στέγασης της. Ο ενάγοντας ως κατέθεσε και ο ίδιος στο Δικαστήριο ασχολείται με την πολιτική από τα νεανικά του χρόνια. Έχει έντονες απόψεις σε σχέση με το εθνικό μας θέμα, το σχέδιο Ανάν και το δημοψήφισμα, απόψεις που ανέλυσε και σε κάποιο βαθμό και κατά τη μαρτυρία του ενώπιον του Δικαστηρίου, χωρίς αυτό σε κάποιες περιπτώσεις να ήταν απολύτως αναγκαίο. Την υπόλοιπη μαρτυρία του ενάγοντα ως και αυτή των εναγομένων 3 και 4 κρίνω σκόπιμο να την αξιολογήσω όταν θα αναλύω τα επίδικα άρθρα και θα εξετάσω τις υπερασπίσεις που εγείρονται. Το πρώτο θέμα που καλείται το Δικαστήριο να αποφασίσει είναι κατά πόσο τα επίδικα άρθρα είναι δυσφημιστικά. Κατά πόσο ένα άρθρο είναι δυσφημιστικό ή όχι δεν εξαρτάται από τη πρόθεση του συντάκτη αλλά από τη φυσική τάση του δημοσιεύματος, λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων που περιβάλλουν την υπόθεση. Εναπόκειται στο Δικαστήριο να το κρίνει αποδίδοντας στις λέξεις ή στις φράσεις που χρησιμοποιούνται στο κείμενο, τη συνήθη και φυσική τους έννοια. Το κείμενο πρέπει να κρίνεται στο σύνολο του και όχι αποσπασματικά. Κριτήριο είναι η αντίληψη του μέσου, συνηθισμένου λογικού ανθρώπου[1] και όχι η εντύπωση που προκάλεσε το επίδικο άρθρο σ΄ ένα δικηγόρο ή σε ένα διανοούμενο, ούτε σε κάποιο που θα το διαβάσει και θα το ξαναδιαβάσει και θα προβεί σε μια εκ βάθους ανάλυση του, με προοπτική ανακάλυψης του πραγματικού ή ενός πιθανού νοήματος του[2]. Ως αναφέρεται χαρακτηριστικά στην απόφαση Ρ. Σταυράκης και Κ. Κοντεάτης[3]: «Η διακρίβωση του νοήματος ενός δημοσιεύματος δεν εξαρτάται από το τι ήθελε να αποδώσει με το δημοσίευμα αυτός που το δημοσίευσε, ούτε κατ΄ ανάγκη αποφασίζεται από την έννοια την οποία του προσδίδει εκείνος που τον αφορά. Το δημοσίευμα δεν είναι δυσφημιστικό έστω και αν αυτός προς τον οποίο στρέφεται, θεωρεί τούτο δυσφημιστικό, αν δεν είναι τέτοιο για ένα λογικό άνθρωπο. Το κριτήριο επομένως είναι καθαρά αντικειμενικό, η δε έννοια και σημασία ενός δημοσιεύματος κρίνονται ανάλογα με τον τόπο, το χρόνο και τις περιστάσεις που έγινε». Ως αναφέρεται χαρακτηριστικά στο σύγγραμμα Gatley on Libel and Slander[4]: «.provided that the impression not of what the words mean but of what a jury could sensibly think they meant. Such an exercise is an exercise in generosity, not in parsimony. It is why, once fairly performed, it will not be second-guessed on appeal by [the court of Appeal]: the longstop is the jury». Καθοδηγητικό επί του θέματος είναι και το πιο κάτω απόσπασμα από την Αγγλική απόφαση Lewis v Daily Telegraph.[5] «What the ordinary man would infer without special knowledge has generally been called the natural and ordinary meaning of words. But that expression is rather misleading in that it conceals the fact that there are two elements in it. Sometimes it is not necessary to go beyond the words themselves, as where the claimant has been called a thief and a murderer. But more often the sting is not so much in the words themselves as in what the ordinary man will infer from them, and that is also regarded as part of their natural and ordinary meaning». Η φυσική και συνήθης ερμηνεία των λέξεων περιλαμβάνει οποιοδήποτε υπονοούμενο ή συμπέρασμα στο οποίο θα μπορούσε να καταλήξει ένας λογικός άνθρωπος καθοδηγούμενος όχι από ειδικές αλλά μόνο γενικές γνώσεις και δεν περιορίζεται από οποιουσδήποτε αυστηρούς νομικούς κανόνες[6]. Στην απόφαση Jaynes v News Magazines Ltd[7] αναλύεται ο τρόπος με τον οποίον θα πρέπει να εξεταστεί το δημοσίευμα από το Δικαστήριο. Παραθέτω κατωτέρω το σχετικό απόσπασμα: «

(1)The governing principle is reasonableness.
(2)The hypothetical reasonable reader is not naïve but he is not unduly suspicious. He can read between the lines. He can read in an implication more readily than a lawyer and may indulge in a certain amount of loose thinking but he must be treated as being a man who is not avid for scandal and someone who does not, and should not, select one bad meaning where other non-defematory meanings are available.
(3)Over-elaborate analysis is best avoided.
(4)The intention of the publisher is irrelevant.
(5)The article must be read as a whole, and any 'bane and antidote' taken together.
(6)The hypothetical reader is taken to be representative of those who would read the publication in question.
(7)In delimiting the range of permissible defamatory meanings, the court should rule out any meaning which, 'can only emerge as the produce of some strained, or forced, or utterly unreasonable interpretation .'
(8)It follows that it is not enough to say that by some person or another the words might be understood in a defamatory sense". Το Δικαστήριο, κατά την εξέταση της υπόθεσης, πρέπει να εξισορροπήσει μεταξύ δύο αρχών, του συνταγματικού δικαιώματος της ελευθερίας του λόγου και της έκφρασης, που προστατεύεται από το άρθρο 19 του Συντάγματος και το άρθρο 10, της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του δικαιώματος της προάσπισης της αξιοπρέπειας και της φήμης του ανθρώπου που προστατεύεται από το άρθρο 2 της Σύμβασης[8]. Καθήκον του Δικαστηρίου είναι να εντοπίσει τη χρυσή τομή μεταξύ των δύο πιο πάνω αρχών, χωρίς να παραγνωρίζει το γεγονός ότι το κοινό δεν πρέπει να αποθαρρύνεται από το να εκφράσει τη γνώμη του για θέματα δημοσίου συμφέροντος, λόγω φόβου, ποινικών ή άλλων κυρώσεων[9]. Πρόσωπα που κατέχουν πολιτικά ή άλλα δημόσια αξιώματα θα πρέπει να ανέχονται πιο εύκολα τη δημόσια κριτική. Όπως αναφέρθηκε χαρακτηριστικά στην Αγγλική απόφαση Branson v Bower[10]: «In a modern democracy all those who venture into public life, in whatever capacity, must expect to have their motives subjected to scrutiny and discussed. Nor is it realistic today to demand that such debate should be hobbled by the constraints of conventional good manners - still of deference. The law of fair comment must allow for healthy skepticism». Το έργο του δημοσιογράφου είναι να πληροφορήσει τον πολίτη για θέματα δημοσίου ή γενικού ενδιαφέροντος. Η ενημέρωση πρέπει να είναι έγκυρη, αντικειμενική και αμερόληπτη. Μπορεί να επιτραπεί στους δημοσιογράφους ένας βαθμός υπερβολής ή ακόμη και πρόκλησης αλλά δεν είναι επιτρεπτό η ενημέρωση να διατυπώνεται με τρόπο παραπλανητικό και ανεύθυνο. Οποιοσδήποτε επιλέγει να απευθυνθεί στο λαό είτε αυτός είναι πολιτικός, είτε είναι αξιωματούχος του κράτους, είτε είναι δημοσιογράφος θα πρέπει να το κάνει έχοντας πλήριν επίγνωση ότι εκ της θέσεως του οι δηλώσεις του έχουν απόηχο στην κοινωνία. Ως αναφέρθηκε χαρακτηριστικά από το ΕΔΑΔ στην απόφαση Alithia Publishing Company Ltd and Constantinides εναντίον Κύπρου[11]: «.the exercise of freedom of expressions carries with it 'duties and responsibilities', which also apply to the press. By reason of these 'duties and responsibilities', which are inherent in the exercise of the freedom of expression, the safeguard afforded by Article 10 to journalists in relation to reporting on issues of general interest is subject to the proviso that they are acting in good faith in order to provide accurate and reliable information in accordance with the ethics of journalism.». Όλα τα επίδικα δημοσιεύματα, τεκμήρια 1 μέχρι 5, έχουν εξετασθεί από το Δικαστήριο έχοντας ως γνώμονα τις πιο πάνω αρχές και έχοντας επίγνωση της πολιτικής κατάστασης που βρίσκεται η χώρα μας λόγω της τουρκικής εισβολής και κατοχής και των προσπαθειών που καταβάλλονται για εξεύρεση λύσης στο εθνικό μας πρόβλημα. Τα επίδικα δημοσιεύματα, στην έκταση που αυτά αφορούν τον ενάγοντα, έχουν όλα ως αντικείμενο τις προσφυγές που καταχωρήθηκαν το ΕΔΑΔ. Το πρώτο άρθρο που αποτελεί μέρος της στήλης «Φάκα», τεκμήριο 1, παρουσιάζει τον ενάγοντα και τους δικηγόρους που ασχολούνται με προσφυγές στο ΕΔΑΔ ως φιλοχρήματους που για χάριν των εσόδων δεν επιθυμούν λύση του Κυπριακού προβλήματος. Χαρακτηριστική είναι η φράση «κι ως τον ύστατο κτύπο της χρηματομηχανής θα αντιστέκομαι». Επισημαίνω ότι ο αρθρογράφος παρά το γεγονός ότι αναφέρεται σε επαγγελματίες δικηγόρους και δικηγορικά γραφεία, με κάπως γενικό τρόπο, το μόνο δικηγόρο που επέλεξε να κατονομάσει ήταν τον ενάγοντα. Πέραν τούτου το δημοσίευμα επικεντρώνεται στην προσφυγή που είχε καταχωρήσει στο ΕΔΑΔ ο ενάγοντας εκ μέρους της Εκκλησίας της Κύπρου. Το περιεχόμενο του άρθρου αυτού είναι κατά την άποψη μου δυσφημιστικό για τον ενάγοντα. Στο τεκμήριο 2 ο ενάγοντας παρουσιάζεται ως το άτομο που λόγω των ανίκανων και αδέξιων χειρισμών του απερρίφθησαν οι προσφυγές στο ΕΔΑΔ. Χαρακτηριστική είναι η απρεπής και προσβλητική φράση που χρησιμοποιείται «και άμα τα κάνουν σκατά». Τον παρουσιάζει επίσης ως άτομο που μετέτρεψε την καταχώρηση προσφυγών στο ΕΔΑΔ, ως «βιομηχανία». Επρόκειτο για επιχείρηση που επέφερε σε αυτόν και σε άλλους δικηγόρους, οι οποίοι όμως ούτε εδώ κατονομάζονται, οικονομικά κέρδη γεγονός το οποίο οι ίδιοι αρνιόντουσαν. Ο ενάγοντας κατηγορείται ότι μαζί με τους άλλους δικηγόρους παραπλανούσαν τον κόσμο διακηρύττοντας ότι δεν εχρέωναν τους πρόσφυγες ενώ η πρακτική τους ήταν να λαμβάνουν ποσοστά επί των ποσών που θα επιδίκαζε το ΕΔΑΔ. Ο αρθρογράφος αφού αφήνει το κεντρί του σε σχέση με τα κίνητρα του ενάγοντα και των άλλων δικηγόρων, όσον αφορά την καταχώρηση των προσφυγών στο ΕΔΑΔ, στην επόμενη παράγραφο αφήνει το ερώτημα αυτό, ήτοι κατά πόσο ο ενάγοντας είχε οικονομικό όφελος ή όχι, αναπάντητο. Το ερώτημα του το διατυπώνει ως εξής: «Βεβαίως, ΔΕΝ γνωρίζουμε εάν ο κύριος Αγγελίδης ήταν η εξαίρεση και τα έκανε όλα χωρίς όφελος και μόνο από πατριωτισμό. Και δεν έχουμε κανένα λόγο να πιστεύουμε πως δεν θα μπορούσε να ήταν έτσι τα πράγματα». Η προσθήκη των πιο πάνω γίνεται με έντεχνο και παραπλανητικό κατά την άποψη μου τρόπο και δεν μπορεί από μόνη της να εξαλείψει την έντονα αρνητική εικόνα που δημιουργήθηκε για τον ενάγοντα με την προηγούμενη παράγραφο. Επί της ιδίας βάσης στηρίζονται και τα επόμενα δύο άρθρα, τεκμήρια 3 και 4 που έχουν γραφτεί από το ίδιο πρόσωπο, τον εναγόμενο
  1. Και στα δύο άρθρα ο ενάγοντας παρουσιάζεται ως το άτομο που ευθυνόταν για την απόρριψη των προσφυγών στο ΕΔΑΔ. Τόσο στο τεκμήριο 3, όσο και στο τεκμήριο 4, ο ενάγοντας παρουσιάζεται με ειρωνικό τρόπο ως το πρόσωπο «που πέτυχε το θρίαμβο στο ΕΔΑΔ». Καταλήγω ότι το περιεχόμενο των πιο πάνω άρθρων, στην έκταση που αυτά αναφέρονται στο «θρίαμβο» του ενάγοντα στο ΕΔΑΔ είναι δυσφημιστικό για το πρόσωπο του. Υποβιβάζει τις επαγγελματικές του ικανότητες, στην ουσία τον παρουσιάζει ως ένα ανίκανο δικηγόρο ο οποίος έστησε μαζί με άλλους «βιομηχανία» προσφυγών και είχε ως πρωταρχικό του σκοπό το οικονομικό του όφελος. Επισημαίνω ότι το άρθρο, τεκμήριο 3, δεν επικεντρώνεται στο «θρίαμβο» του ενάγοντα στο ΕΔΑΔ, σε αυτό γίνεται αναφορά παρεμπιπτόντως. Αντικείμενο του άρθρου ήταν η δήλωση του ενάγοντα, «ευχόμαστε και επιδιώκουμε το 2010 να είναι το έτος της λύσης». Η λύση όμως που ήθελε ο ενάγοντας, σύμφωνα με το πιο πάνω άρθρο, θα έπρεπε να πληροί πολλές προϋποθέσεις. Χαρακτηριστική είναι η φράση που χρησιμοποιείται, «Εάν, λέει, η λύση είναι σύμφωνη με το τάδε, τα δεινά, το άλλο, το παράλλο, το παρακείμενο, το παρατέτοιο και το παρατούτο, της Παναγιάς τα μάτια. Ευτυχώς, ένα βήμα πριν την ανακήρυξη .αυτοκρατορίας σταμάτησε». Αμέσως μετά αναγράφονται τα πιο κάτω: «Τόσο πολύ το επιδιώκουν. Διότι, το ότι εύχονται να υπάρξει λύση εξυπακούεται. Εμ, τι; Άμα δεν θέλουν όλοι αυτοί, ποιος:». Το νόημα της τελευταίας φράσης δεν είναι εύκολα κατανοητό. Ο αρθρογράφος αφήνει υπαινιγμούς, διφορούμενους υπαινιγμούς, οι οποίο παρά το γεγονός ότι εγείρουν κάποια ερωτηματικά, εξετάζοντας το κείμενο και ερμηνεύοντας τις λέξεις και τις φράσεις με βάση τη συνήθη και φυσική έννοια τους, κρίνω ότι αυτό δεν είναι δυσφημιστικό. Όταν κάποιος περιγράφεται ως άτομο που επιθυμεί λύση, η οποία θα πληροί κάποιες προϋποθέσεις, έστω και αν αυτές οι προϋποθέσεις είναι δύσκολο να ικανοποιηθούν, δεν αποτελεί δυσφήμηση. Το ίδιο ισχύει βέβαια και για το αντίθετο, ήτοι όταν κάποιος περιγράφεται ως άτομο που επιθυμεί λύση χωρίς προϋποθέσεις ή με περιορισμένες προϋποθέσεις. Σε μια δημοκρατική κοινωνία ο πολίτης είναι ελεύθερος να εκφράσει τις απόψεις του για όλα τα θέματα συμπεριλαμβανομένης και οποιασδήποτε τυχόν λύσης στο εθνικό μας πρόβλημα. Αυτό είναι και το βασικό χαρακτηριστικό γνώρισμα της δημοκρατικής σκέψης. Κατακριτέος είναι εκείνος που καθοδηγείται στη λήψιν των αποφάσεων του με βάση τα δικά του προσωπικά συμφέροντα ή με βάση άλλα ευτελή κριτήρια. Είναι σε αυτό το σημείο που διαφοροποιείται και το τεκμήριο 1 από το συγκεκριμένο άρθρο. Υπενθυμίζω ότι στο τεκμήριο 1 ο ενάγοντας παρουσιάζεται ως άτομο το οποίο δεν επιθυμεί λύση του εθνικού προβλήματος μας, λόγω της φιλαργυρίας του. Ενόψει των πιο πάνω καταλήγω ότι το μέρος του άρθρου, τεκμήριο 3, που αφορά το θέμα της λύσης δεν είναι δυσφημιστικό. Το τεκμήριο 5 είναι γραμμένο σε πολύ διαφορετικό ύφος. Πρόκειται για ένα μακροσκελές άρθρο το οποίο γράφτηκε με αφορμή την απόφαση Δημόπουλος κατά Τουρκίας. Στο σημείο αυτό θα ήθελα να αναφέρω ότι ο εναγόμενος 4 μου έκανε θετική εντύπωση. Πρόκειται για καλλιεργημένο άτομο, άριστο χρήστη της Ελληνικής γλώσσας, που φαίνεται να προβληματίζεται σε μεγάλο βαθμό για τα πολιτικά δρώμενα της χώρας μας. Ήταν πρόδηλο ότι για κάποια θέματα είχε έντονες απόψεις όπως για παράδειγμα ότι ο μεγάλος αριθμός προσφυγών που καταχωρήθηκαν στο ΕΔΑΔ οδήγησαν στην έκδοση αποφάσεων, όπως η Δημόπουλος κατά Τουρκίας, η οποία είχε κατά την άποψη του δυσμενείς επιπτώσεις για το εθνικό μας θέμα. Ήταν επίσης πεπεισμένος ότι το εθνικό μας θέμα δεν μπορεί να επιλυθεί από τα Δικαστήρια, μέσα από νομικές διαδικασίες. Αυτά βέβαια αποτελούν προσωπικές του απόψεις, τις παρουσιάζει ως δικές του απόψεις και ουδείς μπορεί να τον κρίνει ή να τον κατακρίνει για τις θέσεις του αυτές. Ουδέν μεμπτόν δε βρίσκω στο να δημοσιεύει τις πιο πάνω απόψεις του. Μέσα από το συγκεκριμένο άρθρο προσπάθησε να καταδείξει βασιζόμενος σε ιστορικά παραδείγματα ότι το εθνικό μας θέμα δεν μπορεί να λυθεί μόνο μέσα από νομικές διαδικασίες, θεωρεί την πιο πάνω προσέγγιση λανθασμένη, για τους λόγους που αναλύει και μας καλεί να αντιμετωπίσουμε το ζήτημα αυτό ρεαλιστικά έχοντας επίγνωση της θέσης στην οποία βρίσκεται η πατρίδα μας σήμερα. Μέσα στα πλαίσια αυτά γίνεται αναφορά στον πολιτικό Βάσο Λυσσαρίδη και στον ενάγοντα, τους οποίους ο ίδιος θεωρεί ως μη ρεαλιστές. Ο μεν πρώτος ήθελε «να γεμίσει την Κύπρο κάστρα» και ο δε δεύτερος «επίστευε στην ανυπέρβλητη ισχύ του δικαίου». Η αναφορά που γίνεται στο πρόσωπο του ενάγοντα δεν είναι κατά την άποψη μου δυσφημιστική. Το γεγονός ότι ο αρθρογράφος θεωρεί ότι η λύση δεν μπορεί να επέλθει μέσα από νομικές διαδικασίες και ότι όποιος πιστεύει στην ανυπέρβλητη ισχύ του δικαίου δεν είναι ρεαλιστής, δεν εξυπακούει ότι η δήλωση αυτή είναι δυσφημιστική. Πρόκειται για την προσωπική άποψη του συντάκτη η οποία με κανένα τρόπο δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι μειώνει και ή υποβιβάζει με οποιονδήποτε τρόπο τον ενάγοντα. Αμέσως μετά την αναφορά του στους Βάσο Λυσσαρίδη και Ανδρέα Αγγελίδη (ενάγοντα), ο συντάκτης κάνει αναφορά σε Γερμανούς πολιτικούς και συγκεκριμένα στους Χέλμουτ Κολ και Άνγκελα Μέρκελ, τους οποίους προφανώς έχει ως πρότυπο, εκθειάζει την ταπεινότητα και τον ρεαλισμό τους και τους συγκρίνει με τους Κυπρίους πολιτικούς οι οποίοι «.ζουν και αναπνέουν στην λογική των εθνικών κινημάτων και των εθνικών αντιπαραθέσεων του 19ου αιώνα». Κατά την αναφορά του στους δύο γερμανούς καγκελάριους αναφέρει ότι αυτοί «αντιλήφθηκαν έγκαιρα ότι οι ανέξοδες πατριωτικές κορώνες δεν οδηγούν πουθενά». Ο ενάγοντας συνδέει την πιο πάνω αναφορά, ήτοι των ανέξοδων πατριωτικών κορώνων, με το πρόσωπο του. Η θέση του δεν με βρίσκει σύμφωνη. Εν πρώτοις θα ήθελα να παρατηρήσω ότι η αναφορά το όνομα του ενάγοντα γίνεται παρεμπιπτόντως και η αναφορά που γίνεται στο πρόσωπο του είναι υπό την ιδιότητα του ως νομικού, και συγκεκριμένα ως νομικού μη ρεαλιστή, ήτοι ιδεαλιστή, που πιστεύει στην ανυπέρβλητη ισχύ του δικαίου και όχι ως πολιτικού προσώπου. Δεν παραγνωρίζω ότι τη συγκεκριμένη περίοδο ο ενάγοντας ήταν νομικός και πολιτικός ταυτόχρονα, ο συντάκτης όμως στο συγκεκριμένο άρθρο, επέλεξε να σχολιάσει τη στάση του ενάγοντα ως νομικού και όχι ως πολιτικού. Χαρακτηριστική είναι η φράση που χρησιμοποιείται «τους νομικούς του κύρους ενός Ανδρέα Αγγελίδη», ενώ το Βάσο Λυσσαρίδη τον κατατάσσει στην κατηγορία των πολιτικών. Πέραν τούτου όμως διαβάζοντας το κείμενο στην ολότητα του, καταλήγω ότι η συγκεκριμένη αναφορά περί ανέξοδων πατριωτικών κορώνων, δεν αφορούσε τον ενάγοντα αλλά τους Κυπρίους πολιτικούς γενικά, πλην του Νίκου Αναστασιάδη, τους οποίους ο αρθρογράφος θεωρούσε εθνικιστικές. Το συγκεκριμένο άρθρο, τεκμήριο 5 είναι το πέμπτο κατά σειρά άρθρο που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Πολίτης στην οποία γίνεται αναφορά στον ενάγοντα. Το γεγονός ότι και σε αυτό τον αριθμό σχολιάζονται οι αποφάσεις του ΕΔΑΔ δεν δίδει έρεισμα στο Δικαστήριο να θεωρήσει το άρθρο αυτό ως μέρος μιας ενότητας πέντε δημοσιευμάτων, ούτε να το ερμηνεύσει με βάση τα προηγούμενα άρθρα, τεκμήρια 1 μέχρι
  2. Ως ανέφερα και προηγουμένως το άρθρο αυτό είναι γραμμένο σε πολύ διαφορετικό ύφος, τα πρώτα τέσσερα είναι σατιρικά, σατιρίζουν διάφορα δημόσια πρόσωπα και καταστάσεις, ενώ στο συγκεκριμένο ο αρθρογράφος καταγράφει τις δικές του προσωπικές απόψεις σε σχέση με το εθνικό μας θέμα. Πέραν τούτου, οι συγγραφείς των άλλων δημοσιευμάτων ήταν άλλα, τρίτα πρόσωπα και όχι ο εναγόμενος
  3. Καμία αναφορά γίνεται στο συγκεκριμένο άρθρο στο περιεχόμενο των υπολοίπων άρθρων και υπάρχει αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα μεταξύ της δημοσίευσης των πρώτων δημοσιευμάτων και του συγκεκριμένου. Το επίδικο άρθρο, τεκμήριο 5, θα πρέπει να ερμηνευθεί με βάση το δικό του περιεχόμενο και όχι σε συνάρτηση με τα υπόλοιπα. Καθοδηγητική επί του θέματος είναι η Αγγλική απόφαση Astaire v Campling and another[12], όπου λέχθησαν μεταξύ άλλων τα πιο κάτω[13]: «.A statement does not give rise to a cause of action against its publishers merely because it causes damage to the plaintiff. The statement must be false and it must also be defamatory of the plaintiff∙ that is so say, the statement must itself contain, whether expressly or by implication, a statement of fact or expression of opinion which would lower the plaintiff in the estimation of a reasonable reader who had knowledge of such other facts, not contained in the statement, as the reader might reasonably be expected to possess. I emphasise this: the statement of fact or expression of opinion relied on as defamatory must be one which can be reasonably said to be contained in the statement in respect of which the action is brought and not merely in some other statement. ............................ The plaintiff is not entitled by adopting the device of pleading innuendos to recover from the defendants damages for defamatory statements made about him by other persons which are not either expressly or by implication approved, adopted or repeated in the statement by the defendant in respect of which the action is brought[14]». Καταλήγω ότι το πιο πάνω άρθρο δεν είναι δυσφημιστικό για τον ενάγοντα. Τα υπόλοιπα όμως άρθρα, τεκμήρια 1-4, περιλαμβάνουν ως αναλύω και ανωτέρω κάποιες δυσφημιστικές αναφορές και ως εκ τούτου θα προχωρήσω να εξετάσω τις υπερασπίσεις που προβάλλουν οι εναγόμενοι, αρχίζοντας από την υπεράσπιση του εντίμου σχολίου. Το άρθρο 19(β) του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148 προνοεί για το θέμα του εντίμου σχολίου. Διαβάζουμε σχετικά: «
  4. Σε αγωγή για δυσφήμιση αποτελεί υπεράσπιση (α) ....... (β) ότι το δημοσίευμα για το οποίο έγινε η αγωγή ήταν έντιμο σχόλιο για θέμα δημοσίου συμφέροντος. Νοείται ότι όταν το δυσφημιστικό δημοσίευμα συνιστάται εν μέρει στον ισχυρισμό γεγονότων και εν μέρει στην έκφραση γνώμης, υπεράσπιση εντίμου σχολίου δεν καταρρίπτεται για μόνο το λόγο ότι δεν αποδεικνύεται το αληθές κάθε ισχυρισμού γεγονότος, αν η έκφραση γνώμης αποτελεί έντιμο σχόλιο αφού ληφθούν υπόψη αυτά τα οποία ισχυρίζεται ή αναφέρονται στο δυσφημιστικό δημοσίευμα για το οποίο έγινε η αγωγή τα οποία αποδεικνύονται. Νοείται περαιτέρω ότι η βάση της παραγράφου αυτής υπεράσπιση δεν επιτυγχάνεται αν ο ενάγων αποδείξει ότι η δημοσίευση δεν έγινε καλή τη πίστη εντός της έννοιας του εδαφίου
(2)του άρθρου 21 του Νόμου αυτού». Ο έντιμος σχολιασμός προϋποθέτει τρία στοιχεία: Ι. Οι λέξεις να αποτελούν σχόλιο και όχι δήλωση γεγονότων. ΙΙ. Να αποτελούν έντιμο ή δίκαιο σχολιασμό επί γεγονότων ορθώς διατυπωμένων. ΙΙΙ. Ο σχολιασμός να αφορά θέμα δημοσίου ενδιαφέροντος. Το κριτήριο για να κριθεί κατά πόσο το σχόλιο είναι έντιμο ή όχι είναι αν ένας έντιμος άνθρωπος, παρά την προκατάληψη που μπορεί να τον διακατέχει και τις υπερβολικές απόψεις του, θα μπορούσε να είχε προβεί στη συγκεκριμένη κριτική. Ως αναφέρεται χαρακτηριστικά στο σύγγραμμα Gatley on Libel and Slander[15]: «...The question which the jury must answer is this: "Would any [honest] man, however prejudiced he might be, or however exaggerated or obstinate his views, have written this criticism? Could an honest person, holding a strong view, holding perhaps an obstinate view, holding perhaps a prejudiced view - could an honest person have been capable of writing this? That is a totally different question from the question, "Do you agree with what he has said"». Στρεφόμενη τώρα στα γεγονότα της υπόθεσης, διαπιστώνω ότι ο ενάγοντας καμία σχέση, καμία εμπλοκή είχε με τις αποφάσεις Καρεφυλλίδη κατά Τουρκίας, Δημόπουλος κατά Τουρκίας, Ξενίδης κατά Τουρκίας και Βαρναβίδη κατά Τουρκίας. Ο εναγόμενος 3 καταθέτοντας ενώπιον του Δικαστηρίου εξήγησε ότι τα ό,σα ανέφερε στα άρθρα του σε σχέση με τον ενάγοντα, στηρίζονταν στην πεποίθηση του ότι η μαζική καταχώρηση προσφυγών στο ΕΔΑΔ, για το οποίο ευθυνόταν σε μεγάλο ποσοστό και ο ενάγοντας, είχε ως αποτέλεσμα την απόρριψη των συγκεκριμένων προσφυγών από το ΕΔΑΔ. Τα πιο πάνω μπορεί να αποτελούν την προσωπική άποψη του εναγομένου 3, αυτός όμως παρέλειψε να τη διατυπώσει στα άρθρα του με σαφήνεια και ευκρίνεια, με τον τρόπο που την περιέγραψε ενώπιον του Δικαστηρίου. Αντί να παρουσιάσει τα πιο πάνω ως δική του άποψη, τα παρουσιάζει ως γεγονότα, πρόκειται για αναφορά σε μια πραγματική κατάσταση και δεν τίθεται θέμα σχολίου επί γεγονότος ή έκφρασης άποψης. Οι επίδικες λέξεις, για να συνιστούν έντιμο σχόλιο θα πρέπει, ως αναλύω και ανωτέρω, να αποτελούν σχόλιο επί γεγονότων και όχι δήλωση περί της ύπαρξης γεγονότων. Ο εναγόμενος 3 μέσα από τα άρθρα του, τεκμήρια 2, 3 και 4 παρουσίασε τον ενάγοντα ως το άτομο, ως το νομικό που έφερε την αποκλειστική ευθύνη για την έκβαση των πιο πάνω υποθέσεων, παραλείποντας να αναφέρει ότι αυτός καμία σχέση, καμία εμπλοκή είχε με τις συγκεκριμένες υποθέσεις και ότι ήταν η δική του, προσωπική του άποψη ότι η ενέργεια του ενάγοντα να καταχωρήσει μεγάλο αριθμό προσφυγών είχε συμβάλει στην απόρριψη των προσφυγών από το ΕΔΑΔ. Ενώπιον του Δικαστηρίου, ο εναγόμενος 3 κατέθεσε πλειστάκις ότι δεν ήταν νομικός και δεν είχε διαβάσει τις αποφάσεις του ΕΔΑΔ τις οποίες σχολιάζει στα άρθρα του, παρά ταύτα στα δημοσιεύματα του πουθενά δεν αποκαλύπτει το γεγονός αυτό. Ο τρόπος με τον οποίον έχουν διατυπωθεί τα άρθρα δεν είναι κατά την άποψη μου ακριβοδίκαιος. Και στα τέσσερα άρθρα χρησιμοποιούνται ειρωνικές και επιτιμητικές εκφράσεις «.άμα τα κάνουν σκατά, . όπως ο άλλος λαμπρός πατριωτικός νους ο κ. Αγγελίδης του ΔΗΚΟ», ή «.αυτού που έτυχε το θρίαμβο στο ΕΔΑΔ προχθές και τρέχουμε ακόμη», που μοναδικό σκοπό είχαν να εξευτελίσουν τον ενάγοντα. Το γεγονός ότι ο εναγόμενος 3 δεν ήταν νομικός και δεν είχε διαβάσει τις συγκεκριμένες αποφάσεις δεν αποτελεί δικαιολογία, αντίθετα καταδεικνύει ότι επέλεξε να γράψει για ένα θέμα, ήτοι τις αποφάσεις του ΕΔΑΔ, χωρίς ο ίδιος να κατέχει το θέμα αυτό και χωρίς να μεριμνήσει να κατατοπιστεί από κάποιο νομικό ή ειδικό. Πέραν των πιο πάνω, επισημαίνω ότι τόσο στο τεκμήριο 1 όσο και στο τεκμήριο 2 ο ενάγοντας παρουσιάζεται ως άτομο φιλοχρήματο, καταχώρησε τις προσφυγές για να αυξήσει τα έσοδα της επιχείρησης του. Το πρώτο δε άρθρο, τεκμήριο 1, του αποδίδει και ευτελή κίνητρα σε σχέση με τις απόψεις και επιφυλάξεις που εξέφραζε σε σχέση με τη λύση του εθνικού μας προβλήματος. Συγκεκριμένα, ο ενάγοντας παρουσιάζεται ως πρόσωπο το οποίο δεν επιθυμούσε λύση καθότι αυτό θα είχε δυσμενείς οικονομικές συνέπειες για τον ίδιο. Με βάση τη λογική του αρθρογράφου, σε περίπτωση που το Κυπριακό πρόβλημα λυνόταν το ΕΔΑΔ δεν θα δεχόταν προσφυγές και θα μειώνονταν τα έσοδα του ενάγοντα και των άλλων Ελληνοκυπρίων δικηγόρων που ασχολούνταν με την καταχώρηση προσφυγών. Από τη προσκομισθείσα μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου προέκυψε όμως ότι το τελευταίο που είχε κατά νου ο ενάγοντας ήταν η οικονομική του ευμάρεια και η αύξηση των εσόδων. Υπενθυμίζω ότι με βάση την αδιαμφισβήτητη μαρτυρία ο ενάγοντας για μεγάλο αριθμό προσφυγών δεν έλαβε ούτε ένα ευρώ, για κάποιες άλλες έλαβε τα πραγματικά του έξοδα και για τις υπόλοιπες έλαβε κάποια μικρή αμοιβή. Ο εναγόμενος 3 αντεξετάσθηκε σε σχέση με την αμοιβή του ενάγοντα, η μαρτυρία του όμως επί του συγκεκριμένου σημείου και ιδιαίτερα κατά πόσο ο ίδιος εγνώριζε όταν έγραφε τα άρθρα ποια ήταν η αμοιβή του ενάγοντα κάθε άλλο παρά θετική ήταν. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα από τη μαρτυρία του αυτούσιο: «Ε. Ο κ. Αγγελίδης έπαιρνε ποσοστά από προσφυγές; Α. Ο κ. Αγγελίδης, εξ όσων και ο ίδιος εδήλωσε έπαιρνε ένα μέρος ελάχιστο από την αμοιβή, στο πλαίσιο αυτής της προσπάθειας. Ε. Πριν το πει, γνωρίζετε κάτι για το θέμα αυτό; Α. Κάθε δικηγόρος λαμβάνει μια ελάχιστη αμοιβή για υπηρεσίες που προσφέρει. Ναι, υποθέτω το ήξερα. Δεν ήμουν σίγουρος αν έπαιρνε ή όχι αμοιβή». Σε περίπτωση που η άλλη πλευρά αμφισβητεί τα κίνητρα του εναγομένου και του αποδίδει κακοβουλία, ως την υπό κρίση υπόθεση, τότε αυτός θα πρέπει να προσκομίσει αντικρουστική μαρτυρία. Ως αναφέρεται χαρακτηριστικά στην απόφαση «Αλήθεια» Εκδοτική Εταιρεία Λτδ και Thamira Food Manufactures Ltd[16] «.Αν υπάρχει ισχυρισμός κακοβουλίας, συνήθως είναι ουσιώδες όπως ο εναγόμενος παράσχει μαρτυρία που να αντικρούει την κατηγορία. Επειδή η ειλικρίνεια της πεποίθησης είναι μεγάλης σημασίας, η μαρτυρία του εναγομένου θα πρέπει να αποδεικνύει την ειλικρίνεια του ή να αντικρούει τον ισχυρισμό ότι τη γνώμη που εξέφρασε δεν την είχε στην πραγματικότητα». Στην υπό κρίση υπόθεση ο συγγραφέας του τεκμηρίου 1 επέλεξε να μην καταθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου ενώ ο εναγόμενος 3 κατέθεσε σε σχέση με την αμοιβή του ενάγοντα ό,σα παραθέτω ανωτέρω, τα οποία κάθε άλλο παρά διαφωτιστικά ήταν. Ενόψει όλων των πιο πάνω καταλήγω ότι η υπεράσπιση του εντίμου σχολίου δεν μπορεί να πετύχει. Οι εναγόμενοι εγείρουν επίσης την υπεράσπιση του προνομίου υπό αίρεση. Το άρθρο 21 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148 προνοεί για το θέμα αυτό τα πιο κάτω: «Η δημοσίευση δυσφημιστικού δημοσιεύματος είναι προνομιούχα, υπό την επιφύλαξη ότι έγινε καλή τη πίστη, στις ακόλουθες περιπτώσεις, δηλαδή- (α) αν η σχέση μεταξύ του προσώπου από το οποίο και του προσώπου προς το οποίο έγινε η δημοσίευση είναι τέτοια ώστε το πρόσωπο που δημοσίευσε να τελεί υπό νομικό, ηθικό ή κοινωνικό καθήκον να δημοσιεύσει αυτό προς το πρόσωπο προς το οποίο έγινε η δημοσίευση και ο τελευταίος έχει αντίστοιχο συμφέρον στη λήψη του δημοσιεύματος ή το πρόσωπο που δημοσίευσε έχει έννομο προσωπικό συμφέρον που χρειάζεται προστασία, και το πρόσωπο προς το οποίον έγινε η δημοσίευση τελεί υπό αντίστοιχο νομικό, ηθικό ή κοινωνικό καθήκον να προστατεύσει το εν λόγω συμφέρον: Νοείται ότι η δημοσίευση δεν υπερβαίνει είτε κατ΄ έκταση είτε κατ΄ ουσία το εύλογα επαρκές υπό τις περιστάσεις. ...............................». Για να μπορεί εναγόμενος να επικαλεστεί επιτυχώς την υπεράσπιση του προνομίου υπό αίρεση, θα πρέπει να έχει ενεργήσει καλόπιστα και να πίστευε όταν έκανε τη δημοσίευση ότι τα όσα αναληθώς ανέφερε ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Περαιτέρω, θα πρέπει το θέμα στο οποίο αφορά η δημοσίευση να είναι ζήτημα το οποίο ο εναγόμενος έχει υποχρέωση ή καθήκον να δημοσιοποιήσει και σε σχέση με το οποίο ο αποδέκτης της δημοσίευσης έχει κάποιου είδους καθήκον ή ενδιαφέρον. Η λέξη «ενδιαφέρον» υποδηλώνει στοιχείο το οποίο μπορεί να τύχει νομικής αναγνώρισης. Η απλή περιέργεια ή επιθυμία πληροφόρησης που δεν συνδέεται με στοιχείο που να έχει αυτά τα χαρακτηριστικά δεν αρκεί». Το θέμα αυτό απασχόλησε πρόσφατα το Εφετείο στην υπόθεση Phileleftheros Public Company Ltd κ.α v Α. Χριστοδούλου[17] το οποίο αποφάσισε ότι η υπεύθυνη δημοσιογραφία απαιτεί είτε επαλήθευση των στοιχείων, είτε συγγραφή του δημοσιεύματος με τέτοιο τρόπο που να εξυπηρετείται το δημόσιο συμφέρον, χωρίς να γίνεται αναφορά σε γεγονότα που όχι μόνο δεν είχαν επαληθευθεί πλήρως, αλλά και δεν ήταν απολύτως αναγκαία για την προβολή του θέματος στη γενικότητα του. Μόνο σε περίπτωση που πρόκειται για επείγον θέμα δικαιολογείται η μη πλήρης επιβεβαίωση των γεγονότων. Λαμβάνοντας υπόψη τα περιστατικά της υπόθεσης, τον τρόπο διατύπωσης των δημοσιευμάτων, το ύφος αυτών, το γεγονός ότι στηρίχθηκαν σε γεγονότα τα οποία δεν είχαν επαληθευτεί, καταλήγω ότι τα υπό κρίση δημοσιεύματα δεν εξυπηρετούν το δημόσιο συμφέρον ούτε αφορούν θέματα για τα οποία οι συντάκτες του είχαν καθήκον και ή υποχρέωση να δημοσιοποιήσουν[18]. Καταλήγω ότι ούτε η υπεράσπιση του προνομίου υπό αίρεση εφαρμόζεται στη συγκεκριμένη περίπτωση. Σε σχέση με τον εναγόμενο 2 διαπιστώνω ότι τα μόνα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον μου σε σχέση με το πρόσωπο αυτό ήταν ότι ήταν ο κατά νόμο υπεύθυνος και εκδότης της εφημερίδας «Πολίτης». Το γεγονός ότι ο εναγόμενος 2 ήταν ο κατά νόμο υπεύθυνος της εφημερίδας δεν εξυπακούει ότι ευθύνεται και για το λίβελο[19]. Ο ενάγοντας προσπάθησε να καταδείξει ότι ο τρόπος που «αντιμετωπίζονται» από την πιο πάνω εφημερίδα πολιτικά πρόσωπα ή πολιτικές θέσεις αποφάσιζε κατά τις συνεδρίες. Ο εναγόμενος 2 ήταν το άτομο που χάρασσε την πολιτική αυτή και καθοδηγούσε τους υπολοίπους. Η στάση της εφημερίδας έναντι του ενάγοντα ήταν εχθρική λόγω της «στάσης» που τηρούσε σε σχέση με το Κυπριακό ζήτημα, ήταν «κατευθυνόμενη», ως ανέφερε χαρακτηριστικά, από τους συντάκτες της εφημερίδας και τον εναγόμενο 2 προσωπικά. Η πιο πάνω μαρτυρία παρέμεινε μετέωρη, πρόκειται για τις προσωπικές πεποιθήσεις του ενάγοντα οι οποίες όμως παρέμειναν ατεκμηρίωτες. Δεν υπάρχει οποιαδήποτε θετική μαρτυρία ότι ο εναγόμενος 2 είχε οποιαδήποτε ανάμειξη ή σχέση με τα επίδικα δημοσιεύματα και ή ότι αυτά έτυχαν της έγκρισης του[20]. Επί του σημείου αυτού δέχομαι τις θέσεις των εναγομένων 3 και 4 ότι ουδείς παρεμβαίνει στο έργο τους και είναι ελεύθεροι να εκφραστούν ελεύθερα. Από τη μαρτυρία δε που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου προκύπτει ότι στην περίπτωση του ενάγοντα, μεγάλος αριθμός άρθρων που συνέταξε ο ίδιος είχαν φιλοξενηθεί από τη συγκεκριμένη εφημερίδα σε διάφορα χρονικά διαστήματα στο παρελθόν. Μέσα από τα άρθρα αυτά ο ενάγοντας είχε την ευκαιρία να εκφράσει δημόσια τις θέσεις του σε πολιτικά ζητήματα. Τα άρθρα αυτά δημοσιεύτηκαν από την εφημερίδα παρά τα γεγονός ότι αριθμός συντακτών και πιθανόν και ο εναγόμενος 2 να μην συμμερίζονταν τις απόψεις του. Απορρίπτω επίσης τη θέση του ενάγοντα ότι ο εναγόμενος 3 «διακατέχει εμμονή» με το πρόσωπο του. Η στήλη του εναγομένου 3, «Κατά Βαρβάρων» ασχολείται με την κριτική των πολιτικών και διάφορων πολιτικών καταστάσεων. Διαβάζοντας ολόκληρα τα κείμενα τόσο των τεκμηρίων 2, 3 και 4 όσο και των τεκμηρίων 6 και 7 διαπιστώνω ότι όλα τα άρθρα είναι διατυπωμένα με το ίδιο επικριτικό σατιρικό τρόπο και ενίοτε ειρωνικό ύφος. Το ύφος και η γλώσσα που χρησιμοποιείται όταν γίνεται αναφορά στον ενάγοντα είναι τα ίδια που χρησιμοποιούνται και για τους υπολοίπους πολιτικούς που σχολιάζονται στα άρθρα. Ο εναγόμενος 3 έχει γράψει μέχρι σήμερα 4.000 στήλες, εξ αυτών μόνο σε 10-12 γίνεται αναφορά στον ενάγοντα. Το μικρό αυτό ποσοστό δεν καταδεικνύει κατά την άποψη μου κάποια «εμμονή ή έχθρα» ως ήταν η θέση του ενάγοντα. Το γεγονός δε ότι ο εναγόμενος 3 δεν διερεύνησε εκ των προτέρων τα θέματα, για τα οποία επέλεξε να αρθρογραφήσει, από μόνο του δεν συνιστά κακοβουλία. Στρέφομαι τώρα στο θέμα των αποζημιώσεων. Το κοινό αντικείμενο των δημοσιευμάτων τεκμήρια 1-4 και η δυσφήμιση του ενάγοντα που έγινε με τον τρόπο που περιγράφω πιο πάνω, δικαιολογούν τη σφαιρική προσέγγιση του θέματος σε σχέση με την επιδίκαση των αποζημιώσεων. Το Δικαστήριο πρέπει να αποκαταστήσει τον ενάγοντα στη θέση που θα ήταν αν τα λιβελλογραφήματα δεν είχαν δημοσιευθεί, στο βαθμό βέβαια που αυτό μπορεί να γίνει με την καταβολή κάποιου ποσού[21]. Ταυτόχρονα η αποζημίωση πρέπει να είναι εύλογη, δηλαδή να ευρίσκει αντικειμενικό έρεισμα στο κοινωνικό χώρο[22]. Ο υπολογισμός των αποζημιώσεων γίνεται κατά πάγια νομολογία την ημέρα της δίκης. Το μέτρο των αποζημιώσεων συναρτάται με τη συμπεριφορά του ενάγοντα τη θέση του στην κοινωνία, τη φύση της δυσφήμισης, τον τρόπο και την έκταση της. Λαμβάνεται επίσης υπόψιν η συμπεριφορά του εναγομένου από την ώρα που το λιβελλογράφημα δημοσιεύθηκε μέχρι την ημέρα που εκδίδεται η απόφαση[23]. Στην υπό κρίση περίπτωση η συμπεριφορά του ενάγοντα δεν μπορεί να κριθεί μεμπτή από οποιαδήποτε άποψη. Το μόνο «αμάρτημα» του ήταν ο ιδεαλισμός του και η πίστη του στην ισχύ του δικαίου. Πρόκειται βέβαια για αξία και όχι μειονέκτημα έστω και αν κάποιοι τον θεωρούν ως «μη ρεαλιστή». Δεν χωρεί αμφιβολία δε ότι με τη δημοσίευση των επιδίκων δημοσιευμάτων έχει θιγεί η υπόληψη και η φήμη του τόσο ως νομικού όσο και ως πολιτικού εφόσον αφήνονται έντονες αιχμές τόσο για τις επαγγελματικές ικανότητες του ως δικηγόρου όσο και για τα κίνητρα του πίσω από τις πολιτικές του θέσεις. Παρά την κατάληξη μου ότι έχει θιγεί το κύρος και η υπόληψη του ενάγοντα ως νομικού δεν έχω ικανοποιηθεί ότι ο κύκλος εργασιών του δικηγορικού γραφείου του ενάγοντα έχει μειωθεί. Ο ίδιος, όντας ειλικρινής, παραδέχθηκε ότι δεν ήταν σε θέση να δώσει οποιαδήποτε στοιχεία για τη μείωση αυτή και ως εκ τούτου ο ισχυρισμός του αυτός παρέμεινε ατεκμηρίωτος. Παράλληλα λαμβάνω υπόψη ότι πρόκειται περί προσώπου «ζυμωμένου» στην πολιτική που εκ της θέσεως του πρέπει να έχει μεγαλύτερη αντοχή στη δημόσια κριτική. Πέραν των πιο πάνω λαμβάνω υπόψη το περιεχόμενο των επιδίκων άρθρων, το ύφος με το οποίο είναι γραμμένα, σατιρικό και κάπως χιουμοριστικό, τον αριθμό και την έκταση των δημοσιευμάτων. Επισημαίνω ότι τα δημοσιεύματα δεν «στόχευαν» τον ενάγοντα αποκλειστικά αλλά άγγιζαν διάφορα θέματα της επικαιρότητας και καυτηρίαζαν και σχολίαζαν και άλλους πολιτικούς με το ίδιο ύφος και γλώσσα. Σχετικό κατά τον υπολογισμό των αποζημιώσεων είναι και το γεγονός ότι η εφημερίδα συνέχισε να ασχολείται με το «θρίαμβο» του ενάγοντα στο ΕΔΑΔ και σε δύο άλλες περιπτώσεις. Σχετικό είναι το άρθρο τεκμήριο 7 και η γελοιογραφία του Θανάση Παπασπυρόπουλου, τεκμήριο 8. Το άρθρο, τεκμήριο 6 αφορά ένα εντελώς διαφορετικό θέμα, γράφτηκε κάτω από συνθήκες που δεν διευκρινίστηκαν δεόντως στο Δικαστήριο και ως εκ τούτου δεν λαμβάνεται υπόψη. Λαμβάνω επίσης υπόψη τις πωλήσεις της εφημερίδας κατά τον επίδικο χρόνο ως αυτές αναλύονται στο τεκμήριο 26. Οι πωλήσεις ήταν κατά μέσο όρο 6.000 φύλλα ημερησίως. Η θέση του ενάγοντα ότι τα επίδικα δημοσιεύματα αναρτήθηκαν στο διαδίκτυο δεν έχει αποδειχθεί επαρκώς και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Ένας άλλος καθοριστικός παράγοντας είναι η οικονομική κρίση στην οποία βρίσκεται η χώρα μας τα τελευταία χρόνια που είναι πολύ πιο έντονη τους τελευταίους μήνες. Η κρίση αυτή είναι τέτοιας έκτασης, έχει επηρεάσει σχεδόν όλες τις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά και θα πρέπει κατά την άποψη μου να ληφθεί υπόψη κατά τον υπολογισμό αποζημιώσεων. Ο ενάγοντας αξιώνει, πέραν των γενικών, αυξημένες και ή τιμωρητικές αποζημιώσεις. Σκοπός των αποζημιώσεων αυτών είναι η τιμωρία του αδικοπραγήσαντα. Το θέμα εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Σημαντικός παράγοντας κατά τον υπολογισμό των αποζημιώσεων αυτών είναι η συμπεριφορά των δύο μερών. Το Δικαστήριο δύναται να επιδικάσει τέτοιας φύσης αποζημιώσεις που είναι γνωστές και ως «παραδειγματικές» όταν η συμπεριφορά του εναγομένου είναι τόσο εξωφρενική που χρήζει τιμωρίας, ήτοι όταν η συμπεριφορά του φανερώνει κακεντρέχεια, απάτη, σκληρότητα ή θρασύτητα. Η επιδίκαση τέτοιας φύσεως αποζημιώσεων ενδείκνυται μόνο σε μερικές εξαιρετικές περιπτώσεις. Χρήσιμη ανάλυση του πιο πάνω θέματος γίνεται στο σύγγραμμα Αστικά Αδικήματα των Αρτέμης και Ερωτοκρίτου[24] στην οποία γίνεται εκτενής αναφορά στην Αγγλική απόφαση Rookes v Barnard[25] η οποία είναι καθοδηγητική επί του θέματος. Στην υπό κρίση υπόθεση παρά το γεγονός ότι θεωρώ ότι τα δημοσιεύματα, τεκμήρια 1 μέχρι 4 στην έκταση που αναλύω ανωτέρω, δεν ανταποκρίνονταν στην αλήθεια και οι απόψεις που εκφράζονταν σε αυτά δεν αποτελούν έντιμο σχόλιο δεν έχω ικανοποιηθεί με βάση τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον μου ότι η συμπεριφορά των εναγομένων ήταν τόσο ακραία, τόσο εξωφρενική που να χρήζει τιμωρίας. Εκδίδεται απόφαση υπέρ του ενάγοντα για το ποσό των €20.000 για το οποίο ο εναγόμενος 1 είναι υπεύθυνος στο ακέραιο ενώ ο εναγόμενος 3 μέχρι το ποσό των €14.000, αλληλέγγυα και ή κεχωρισμένα με τον εναγόμενο 1 με νόμιμο τόκο από σήμερα, πλέον έξοδα ως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η αγωγή εναντίον των εναγομένων 2 και 4 απορρίπτεται. Σε σχέση με τα έξοδα των εναγομένων 2 και 4, αφού έλαβα υπόψη ότι οι ίδιοι δικηγόροι εκπροσωπούσαν και τους τέσσερις εναγομένους κρίνω ορθό και δίκαιο όπως επιδικάσω έξοδα υπέρ τους, το 1/2 των εξόδων, ως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) Τ. Παρασκευαϊδου-Καρακάννα, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΝ [1] Ν. Κουτσού v Αλήθεια Εκδοτική Εταιρεία Λτδ
(2003)1 Β Α.Α.Δ. 1198. [2] Turner v Metro-Goldwyn-Mayer Pictures Ltd
(1950)1 All ER 499 (HL) και Μ. Ατταλίδη v Χρ. Ροδούλη
(2004)1 Γ Α.Α.Δ. 1690. [3]
(2004)1 ΑΑΔ Γ
  1. [4] 11η έκδοση παρ. 3.
  2. [5] [1964] A.C. 234,
  3. [6] Σύγγραμμα Gatley ανωτέρω, 11η έκδοση, παρ. 3.18 και Jones v Skelton [1963] 1 W.L.R. 1326 PC. [7] [2008]EWCA Civ
  4. Βλέπετε σχετικά σύγγραμμα Gatley on Libel and Slander, 11η έκδοση παρ. 3.13 όπου γίνεται σχετική αναφορά. [8] Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ και Νίκος Παπαευσταθίου Πολιτική Έφεση 12139, ημερ. 12.7.2007). [9] Barfod v. Denmark, Αρρ. No 11508/85, Ser. Α. Vol 149
(1991)13 E.H.R.R., 495, παρ. 29 [10] [2002] QB 735, 745: [11] Application No 17550/03, ημερομηνίας 22.5.
  1. [12] [1965] 3 All ER
  2. [13] Σελ. 668-
  3. [14] Βλέπετε επίσης σχετικά επί του θέματος την Αγγλική απόφαση Wheeler v Somerfield and Others QBD [1966]
  4. [15] 11η έκδοση, παρ. 12.
  5. [16] ΠΕ 69/07, 18.10.
  6. [17] Π.Ε. 15/09, ημερομηνίας 20.7.
  7. [18] Βλέπετε σχετικά Reynolds v Times Newspapers Ltd [2001] 2 A.C. 127 HL. [19] Γ.Ε. v Thamina Food Manufactures Ltd 11146, 6.2.
  8. [20] Γ.Ε. v. Thamina Food Manufactures Ltd
(2004)1 ΑΑΔ 377. [21] Λουκαϊδης v Εκδοτική Εταιρεία Αλήθεια Λτδ
(2003)1 Α.Α.Δ. 22. [22] Saveriades and other v Georgiades and other
(1982)1 CLR
  1. [23] Βλέπετε σχετικά Gatley on Libel and Slander 10η έκδοση, παρ. 9.
  2. [24] Σελίδες 84 και
  3. [25] [1964] 1 All E.R.
  4. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.