ΑΝΔΡΕΑΣ ΘΕΟΔΟΥΛΟΥ ν. AQUA MASTERS LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 1391/06, 31/10/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:A381 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1391/06 Μεταξύ: ΑΝΔΡΕΑΣ ΘΕΟΔΟΥΛΟΥ Ενάγων και
- AQUA MASTERS LTD
- ΤΕΧΝΙΚΗ ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ Α.Ε. Εναγόμενοι 31 Οκτωβρίου 2013 Για τον ενάγοντα: κος Παγιάσης Για την εναγομένη 1: κος Παπαχαραλάμπους Α Π Ο Φ Α Σ Η Η 20η Φεβρουαρίου 2004 είναι η ημερομηνία που έμελλε να μείνει για πάντα χαραγμένη στη μνήμη του Ανδρέα Θεοδούλου (στη συνέχεια ο ενάγων). Αυτός είναι και ο χρόνος που αφορά η παρούσα αγωγή. Και εξηγώ· την 20.02.2004 ο ενάγων βρισκόταν στην Ελλάδα και συγκεκριμένα στο Πόρτο Καρράς στη Χαλκιδική. Σκοπός της εκεί παρουσίας του δεν ήταν η απόλαυση του μαγευτικού τοπίου αλλά η εποπτεία των εργασιών που βρίσκονταν σε εξέλιξη στο θέρετρο με την ονομασία Βίλλα Γαλήνη. Ποια ήταν ακριβώς τα καθήκοντα του ενάγοντα, που διεξάγονταν οι εργασίες που θα επόπτευε και ποιο ήταν το νομικό πρόσωπο που ανέλαβε την εκτέλεση τούτων, αποτελεί αμφισβητούμενο γεγονός και έτσι σε αυτό το στάδιο αποφεύγω να τοποθετηθώ. Γεγονός, όμως, είναι ότι την 20.02.2004 ο ενάγων, μηχανολόγος μηχανικός στο επάγγελμα, βρίσκετο στη Βίλλα Γαλήνη ως απεσταλμένος της εναγομένης 1 (στη συνέχεια η εναγομένη). Παρεμβάλλω ότι η εναγομένη εργοδότησε τον ενάγοντα την 01.11.2000 δυνάμει σχετικής συμφωνίας εργοδότησης (βλ. τεκμήριο 1). Δεν ήταν όμως απλώς υπάλληλος της εναγομένης. Πέραν της διευθυντικής θέσης που κατείχε, διευθυντής του ηλεκτρομηχανολογικού τμήματος, ήταν και σημαντικός μέτοχος. Με τη συμφωνία εργοδότησης (τεκμήριο 1) ο ενάγων αγόρασε 66.667 μετοχές της εναγομένης, για το ποσό των £40.000 (η απόδειξη αγοράς τούτων των μετοχών είναι το τεκμήριο 13), ενώ στη συνέχεια η εναγομένη του πρόσφερε ακόμη 16.667 μετοχές ως φιλοδώρημα. Κατ' επέκταση, με την απόκτηση των 83.334 μετοχών ο ενάγων κατέστη, πέραν από διευθυντής, και σημαντικός μέτοχος της εταιρείας, όπως άλλωστε αναφέρεται και στη συμφωνία εργοδότησης (βλ. τεκμήριο 1 στην παράγραφο 1(α) κάτω από τον τίτλο «Αρμοδιότητες»). Έχοντας λοιπόν αυτή την ιδιότητα την 20.02.2004 μετέβη στο Πόρτο Καρράς ώστε να επιθεωρήσει τις εργασίες που εκτελούντο στην περιοχή. Είναι αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι την ίδια ημέρα ο ενάγων και ο Νεόφυτος Ανδρέου (στη συνέχεια ΜΥ2), επίσης υπάλληλος της εναγομένης, μετέβησαν στο χώρο που θα κατασκευαζόταν το μηχανοστάσιο της πισίνας στη Βίλλα Γαλήνη, ώστε ο ενάγων να υποδείξει στον ΜΥ2 τις εργασίες και το χώρο όπου θα εκτελούσε τούτες, εφόσον ο ΜΥ2 συγκαταλεγόταν στο τεχνικό προσωπικό της εναγομένης. Επισημαίνω ότι η κατασκευή πισίνων είναι ο κυριότερος τομέας εργασιών της εναγομένης. Αμέσως μετά την ολοκλήρωση της επιθεώρησης και καθ' ον χρόνο ο ενάγων κατευθυνόταν προς την έξοδο, τραυματίστηκε στο κεφάλι από αντικείμενο που έπεσε από ψηλά. Γεγονός είναι ότι κατά τον επίδικο χρόνο τόσο ο ενάγων όσο και ο ΜΥ2 δεν φορούσαν προστατευτικό κράνος. Είναι λόγω αυτού του τραγικού συμβάντος που η ημερομηνία 20.02.2004 χαράχτηκε στη μνήμη του ενάγοντα με τον ίδιο βίαιο και επίπονο τρόπο που το αντικείμενο που τον κτύπησε χάραξε το κεφάλι και την προσωπικότητά του. Αμέσως μετά το κτύπημα ο ενάγων σωριάστηκε στο έδαφος σε λίμνη αίματος που τον κατέκλυσε. Στη συνέχεια, και χάρις τη βοήθεια άλλων παρευρισκομένων, οδηγήθηκε στο πλησιέστερο νοσοκομείο, δηλαδή στο Γενικό Νοσοκομείο Πολυγύρου. Την ίδια ημέρα διακομίστηκε εσπευσμένα στο Ιπποκράτειο Γενικό Περιφερειακό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης, όπου υπεβλήθη σε εγχείρηση. Στο Ιπποκράτειο παρέμεινε μέχρι και την 28.02.2004 οπότε και έλαβε εξιτήριο. Το εν λόγω εξιτήριο είναι το τεκμήριο
- Παρά το εξιτήριο που έλαβε από το Ιπποκράτειο, τα τεκμήρια 4, 5 και 6, πιστοποιητικά που εξέδωσε ο νευροχειρουργός Νεόφυτος Νεοφύτου, ημερομηνίας 04.04.2007, 10.11.2009 και 05.10.2010, καταμαρτυρούν ότι η παρακολούθηση του ουδέποτε τερματίστηκε. Αξίζει να αναφερθεί ότι τα εν λόγω πιστοποιητικά, τεκμήρια 4, 5 και 6, όπως και το τεκμήριο 15, πιστοποιητικό νευροχειρουργού Πετρίδη, ημερομηνίας 12.03.2012, κατατέθηκαν για την αλήθεια του περιεχομένου τους. Μοναδική επιφύλαξη αποτελεί η δήλωση των συνηγόρων ότι το κόστος μελλοντικής επέμβασης ανέρχεται σε €28.000 και όχι στο ποσό που αναφέρεται στα εν λόγω τεκμήρια (δήλωση ημερομηνίας 10.10.2012). Αυτή η θέση δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός και επιπλέον οι συνήγοροι των δύο πλευρών ανέφεραν ότι· πλην του ποσού που αναφέρεται στα τεκμήρια 4, 5, 6 και 15, τα εν λόγω τεκμήρια κατατίθενται για την αλήθεια του περιεχομένου τους. Ως εκ τούτου, τα εκεί αναφερόμενα παρέχουν στέρεο και κοινό έδαφος που μπορεί να υποβαστάξει τα ακόλουθα ευρήματα. Οι διαπιστώσεις των ιατρών αναδεικνύουν τόσο τη σοβαρότητα του τραύματος όσο και την επιβαλλόμενη μελλοντική αντιμετώπισή του. Στο τεκμήριο 2, ενημερωτικό δελτίο της νευροχειρουργικής κλινικής του Ιπποκράτειου, αναφέρεται ότι η κλινική εικόνα που παρουσίαζε ο ενάγων κατά την είσοδό του στο νοσοκομείο ήταν θλαστικό τραύμα μετωποβρεγματικό. Από την άλλη οι θέσεις των ιατρών Νεοφύτου (τεκμήρια 4, 5 και 6) και Πετρίδη (τεκμήριο 15) αποκαλύπτουν ότι ο ενάγων υπέστη εμπιεσματικό κάταγμα κρανίου, υπεβλήθη σε χειρουργική επέμβαση, νοείται η εγχείρηση που διεξήχθη στο Ιπποκράτειο Νοσοκομείο, αφαιρέθηκαν θραύσματα οστού από την περιοχή του κατάγματος και έκτοτε η περιοχή παρουσιάζει οστικό έλλειμμα. Εν ολίγοις, το κτύπημα συνέθλιψε μέρος του κρανίου και παρά την εγχείρηση που διεξήχθη καθώς και όλο αυτό το διάστημα που παρήλθε, δεν κατέστη δυνατό να δημιουργηθεί φυσική οστεοποίηση, δηλαδή εκείνο το μέρος του κρανίου που θρυμματίστηκε. Οι θέσεις των δύο ιατρών ταυτίζονται και στα συμπτώματα που παρουσιάζει ο ενάγων. Προκύπτει συναφώς ότι έκτοτε ο ενάγων ταλαιπωρείται από έντονα συμπτώματα ζάλης και πονοκεφάλου, τα οποία, συμπτώματα, οφείλονται στην κρανιοεγκεφαλική κάκωση και στο οστικό έλλειμμα. Επιπλέον, ο ενάγων πάσχει από επιληπτικές κρίσεις οι οποίες επίσης οφείλονται στην κάκωση και εγκεφαλική θλάση, όχι όμως στο οστικό έλλειμμα. Είναι η θέση και των δύο ιατρών, η οποία συνιστά παραδεκτό γεγονός, ότι ο ενάγων επιβάλλεται να υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση αποκατάστασης του κρανιακού ελλείμματος. Μετά την επέμβαση τα προαναφερόμενα συμπτώματα ζάλης και κεφαλαλγίας αναμένεται να βελτιωθούν. Εν τούτοις, οι επιληπτικές κρίσεις δεν θα αλλάξουν χαρακτήρα και μοναδική αντιμετώπισή τους είναι η λήψη κατάλληλης φαρμακευτικής αγωγής. Η επέμβαση είναι αναγκαία και για λόγους ασφάλειας εφόσον ενδέχεται κίνδυνος άμεσης πλήξης και τραυματισμού του εγκεφάλου, καθώς και για κοσμητικούς και ψυχολογικούς λόγους. Το κόστος της προαναφερόμενης επέμβασης ανέρχεται σε €28.
- Τέλος, γεγονός είναι ότι την 31.05.2004 ο ενάγων υπέβαλε παραίτηση από την εργασία του (βλ. επιστολή παραίτησης τεκμήριο 10). Ακολούθως, και αφού είχε προηγηθεί επιστολή που απέστειλε στην εναγομένη μέσω συνηγόρου (βλ. τεκμήριο 14, επιστολή ημερομηνίας 02.08.2004), την 07.09.2004 τα μέρη, ενάγων και εναγομένη, κατέληξαν σε συμφωνία (βλ. τεκμήριο 11). Το περιεχόμενο τούτης της συμφωνίας σχολιάζεται πιο κάτω. Όλα τα πιο πάνω συνάγονται από παραδεκτά ή αδιαμφισβήτητα γεγονότα και ως εκ τούτου υιοθετούνται ως διαπιστώσεις του Δικαστηρίου. Το επίδικο ατύχημα είναι η βάση στην οποία ο ενάγων εδράζει την αγωγή του. Η δικογραφημένη εκδοχή του ενάγοντα υποστηρίζει ότι η εναγομένη, αφενός ως εργοδότης του αφετέρου ως πρόσωπο που είχε υπό τον έλεγχό του το εργοτάξιο εντός του οποίου τραυματίστηκε, υποχρεούται να του καταβάλει γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για υλικές ζημιές και/ή έξοδα και/ή σωματικές και/ή προσωπικές βλάβες και/ή απώλεια εισοδημάτων και/ή πόνο και ταλαιπωρία που υπέστη συνεπεία του τραυματισμού. Ο ενάγων υποστηρίζει ότι κατά πάντα ουσιώδη χρόνο η εναγομένη ήτο αμελής και/ή παρέβη των εκ του νόμου και κανονισμών απορρεόντων καθηκόντων της και/ή παρέλειψε να λάβει λογικά μέτρα για την ασφάλεια των εργοδοτουμένων της και/ή να παράσχει και διατηρεί το χώρο εργασίας ασφαλή και/ή να εφαρμόσει ασφαλές σύστημα εργασίας. Σε αυτό το πλαίσιο διατείνεται ότι κατά ή περί την 29.10.2002 η εναγομένη συμβλήθηκε με την Τεχνική Ολυμπιακή Α.Ε. (τέως εναγομένη 2) ώστε να αναλάβει ως υπεργολάβος την εκτέλεση και κατασκευή του έργου «εξωτερικές εγκαταστάσεις λιμνοπισίνων και λοιπών εγκαταστάσεων θαλασσοθεραπείας». Δυνάμει αυτής της σύμβασης ανέλαβε και την εκτέλεση, κατασκευή και ηλεκτρομηχανολογική εγκατάσταση της πισίνας και του spa της Βίλλας Γαλήνη στην Ελλάδα. Προς το σκοπό εκτέλεσης και ολοκλήρωσης των πιο πάνω εργασιών η εναγομένη απέστειλε τον ενάγοντα στην Ελλάδα, αφού τον διαβεβαίωσε ότι το έργο είναι ασφαλισμένο και ότι ο ίδιος μπορούσε να εργαστεί εκεί. Ακολούθως, δικογραφείται το συμβάν του τραυματισμού και προβάλλεται αριθμός λόγων δια τους οποίους η εναγομένη ήτο αμελής στην εκτέλεση των καθηκόντων της (βλ. Έκθεση Απαίτησης, λεπτομέρειες αμέλειας και/ή παράβασης νόμιμου καθήκοντος). Τέλος, αναλύονται οι σωματικές και υλικές ζημιές που υπέστη, ως επίσης η αναγκαία μελλοντική αντιμετώπιση. Σημειώνω εδώ ότι πολύ πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας ο ενάγων απέσυρε την αγωγή στην έκταση που αφορούσε την Τεχνική Ολυμπιακή Α.Ε. (εναγομένη 2). Ως εκ τούτου, η ακροαματική διαδικασία που ακολούθησε περιορίστηκε στην Aqua Masters Ltd, δηλαδή την εναγομένη. Η εναγομένη υποστηρίζει ότι ο ενάγων κωλύεται στην έγερση της αγωγής εφόσον με μεταγενέστερη του ατυχήματος συμφωνία, συμφωνία ημερομηνίας 07.09.2004, απεμπόλησε τα όποια δικαιώματά του. Υποστηρίζει συναφώς ότι στο πλαίσιο αυτής της συμφωνίας ο ενάγων της μεταβίβασε τις 83.334 μετοχές που κατείχε και ότι η τελευταία του κατέβαλε το ποσό των £27.000 ως οριστική διευθέτηση όλων των απαιτήσεων που απορρέουν από τη μεταξύ τους συμφωνία εργοδότησης ημερομηνίας 01.11.2000 (στην παράγραφο 2.1 της υπεράσπισης αναφέρεται η ημερομηνία 01.11.2002, προφανώς είναι τυπογραφικό λάθος), περιλαμβανομένων δεδουλευμένων και άλλων παρεμφερών απαιτήσεων. Πέραν των πιο πάνω, η εναγομένη διατείνεται ότι ουδεμία σχέση έχει με το εργοτάξιο στο οποίο τραυματίστηκε ο ενάγων. Επί του προκειμένου υποστηρίζει ότι κατά τον επίδικο χρόνο κάτοχος τούτου του εργοταξίου ήταν η ελληνική εταιρεία Aqua Masters ΕΠΕ (στη συνέχεια η ΕΠΕ). Επιπλέον, υποστηρίζει ότι την 21.10.2003 η ΕΠΕ συμβλήθηκε με την εταιρεία Τοξότης ΑΤΕ και συνεπεία αυτής της σύμβασης ανέλαβε, ως υπεργολάβος, την εκτέλεση των εργασιών στη Βίλλα Γαλήνη. Πέραν τούτου, υποστηρίζει ότι το επίδικο συμβάν, δηλαδή ο τραυματισμός του ενάγοντα, δεν έλαβε χώρα στο εργοτάξιο της ΕΠΕ αλλά σε παρακείμενο εργοτάξιο του οποίου την ευθύνη και/ή έλεγχο είχε η εταιρεία Τοξότης Α.Τ.Ε. Εις επίμετρον, η υπεράσπιση ισχυρίζεται ότι καθ' ύλην αρμόδιο πρόσωπο να θέσει και να εφαρμόσει κανόνες ασφαλείας και ασφαλές σύστημα εργασίας στο εν λόγω εργοτάξιο ήταν ο ίδιος ο ενάγων. Συνακόλουθα αρνείται ότι η ίδια υπέχει οιασδήποτε ευθύνης. Διαζευκτικά υποστηρίζει ότι ο ενάγων βαρύνεται με συντρέχουσα αμέλεια. Ας σημειωθεί εδώ ότι οι δικογραφημένοι ισχυρισμοί της υπεράσπισης που συνιστούν αμφισβήτηση των σωματικών βλαβών που υπέστη ο ενάγων, καθώς ότι είναι διογκωμένο και υπερβολικό το κόστος της μελλοντικής επέμβασης, κρίνω ότι εγκαταλείφθηκαν ευθύς μόλις οι δύο πλευρές προχώρησαν σε παραδοχή του περιεχομένου των τεκμηρίων 4, 5, 6 και
- Ανάλογα κρίνω ότι ισχύουν και για τον άλλο ισχυρισμό της υπεράσπισης, δηλαδή ότι το επίδικο ατύχημα δεν επισυνέβη στο πλαίσιο επιθεώρησης που διενεργούσε ο ενάγων αλλά καθ' ον χρόνο επισκέπτετο παρακείμενο εργοτάξιο εκτός των πλαισίων εργοδότησής του (βλ. δεύτερο σκέλος παραγράφου 6 της Υπεράσπισης). Όπως έχει υποδειχθεί, η αναμφισβήτητη μαρτυρία θέλει τον ενάγοντα να τραυματίζεται κατά την επιθεώρηση, έστω με την ολοκλήρωση τούτης. Από την εν λόγω θέση μοναδικό ζητούμενο παραμένει ο χώρος του συμβάντος, δηλαδή κατά πόσο έλαβε χώραν εντός ή εκτός του εργοταξίου της εναγομένης, ενώ ο ισχυρισμός που αφορά τους λόγους δια τους οποίους ο ενάγων βρέθηκε στον εν λόγω χώρο, επίσκεψη ή επιθεώρηση, εγκαταλείφθηκε. Εκ μέρους του ενάγοντα μαρτυρία έδωσε μόνο ο ίδιος. Από την άλλη για την υπεράσπιση κατέθεσε ο πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της εναγομένης, ονόματι Άθως Κυριάκου (στη συνέχεια ΜΥ1) και ο Νεόφυτος Ανδρέου (ΜΥ2), δηλαδή το πρόσωπο που συνόδευε τον ενάγοντα κατά το χρόνο του επίδικου περιστατικού. Δεν είναι πρόθεσή μου να παραθέσω σε έκταση τη μαρτυρία των προσώπων που παρέλασαν από το Δικαστήριο. Άλλωστε μεγάλο τμήμα τούτης αποτελεί μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου. Από την άλλη, εκτενής ανάλυση της μαρτυρίας θα επιτευχθεί με την αξιολόγηση του μαρτυρικού υλικού. Γι' αυτό το στάδιο της απόφασης είναι αρκετό να υποδείξω ότι η μαρτυρία όλων των μαρτύρων είχε κοινή βάση, δηλαδή τις ακόλουθες θεματικές ενότητες· (α) ποια εκ των εταιρειών Aqua Masters Ltd και Aqua Masters ΕΠΕ ανέλαβε την εκτέλεση των επίδικων εργασιών στη Βίλλα Γαλήνη· (β) σε ποιο εργοτάξιο ευρίσκετο ο ενάγων κατά τον επίδικο χρόνο, δηλαδή το χρόνο τραυματισμού και ποια εταιρεία είχε τον έλεγχο τούτου· (γ) ήταν η διαμόρφωση και εφαρμογή ασφαλούς συστήματος εργασίας υποχρέωση ή καθήκον του ενάγοντα· και (δ) στη δοσμένη περίπτωση παρεχόταν κράνος ασφαλείας στους εργαζομένους. Ήταν η θέση του ενάγοντα ότι η εναγομένη είναι εκείνη που συμβλήθηκε για την εκτέλεση των επίδικων εργασιών και ότι το άλλο μέρος της συμφωνίας ήταν η τέως εναγομένη
- Περαιτέρω, ήταν η θέση του ότι ο χώρος στον οποίο βρίσκετο τη στιγμή που κτυπήθηκε εμπίπτει στο εργοτάξιο της εναγομένης και όχι άλλου. Ο ενάγων προσκόμισε στο Δικαστήριο το τεκμήριο 1, δηλαδή τη συμφωνία εργοδότησης μεταξύ του ιδίου και της εναγομένης, ώστε να υποδείξει τα καθήκοντά του και να υποστηρίξει ότι η ασφάλεια του εργοταξίου δεν ενέπιπτε σε αυτά. Επιπλέον, υπέδειξε ότι η παρουσία του στο εργοτάξιο ήταν περιοδική, γεγονός που δεν του επέτρεπε να είναι ο υπεύθυνος ασφαλείας. Ούτως ή άλλως, υποστήριξε ο ενάγων, άλλα πρόσωπα είχαν οριστεί ως διευθυντές παραγωγής και εργοταξίου. Τέλος, ήταν η θέση του ότι η εναγομένη ήταν αμελής. Επί του προκειμένου σχετική είναι η παράγραφος 17 της γραπτής δήλωσης του ενάγοντα (τεκμήριο Α) όπου παρατίθεται καθετί που διαγράφει, σύμφωνα με τον ενάγοντα, την αμελή συμπεριφορά της εναγομένης. Εκ διαμέτρου αντίθετη ήταν η μαρτυρία του προέδρου της εναγομένης, ΜΥ
- Ήταν η θέση του ότι η ΕΠΕ είναι εκείνη που ανέλαβε την εκτέλεση των εργασιών στη Βίλλα Γαλήνη και όχι η εναγομένη. Προς υποστήριξη τούτου προσκόμισε το τεκμήριο 16, δηλαδή συμφωνία που συνομολογήθηκε την 21.10.2003 μεταξύ της ΕΠΕ και της εταιρείας Τοξότης Α.Τ.Ε. και φαίνεται να αφορά εκτέλεση εργασιών για την πισίνα στη Βίλλα Γαλήνη (βλ. τεκμήριο 16, Άρθρο 1, πρώτη παράγραφο). Ως εκ τούτου υποστήριξε ότι ο χώρος όπου έλαβε χώραν το δυστύχημα δεν ελεγχόταν από την εναγομένη. Εν πάση περιπτώσει, υποστήριξε ο ΜΥ1, ούτε η ΕΠΕ ήλεγχε το εργοτάξιο στο οποίο βρισκόταν ο ενάγων κατά τον επίδικο χρόνο. Παραπέμποντας σε ό,τι του είχε λεχθεί από τρίτα πρόσωπα, όχι μόνο τον ΜΥ2 αλλά και άλλα πρόσωπα που εργάζοντο για την εταιρεία Τοξότης Α.Τ.Ε., υποστήριξε ότι το σημείο του δυστυχήματος δεν εμπίπτει στην περιοχή ελέγχου της ΕΠΕ. Πέραν των πιο πάνω, ο ΜΥ1 υποστήριξε ότι ανέκαθεν η εναγομένη παρείχε στους εργοδοτούμενούς της κράνος. Περαιτέρω, κατά τον επίδικο χρόνο στην περιοχή υπήρχαν δύο αποθήκες πλήρως εφοδιασμένες με τον αναγκαίο εξοπλισμό. Προς υποστήριξη της θέσης ότι παρείχετο κράνος, ανέφερε ότι ο εργολάβος, εν προκειμένω η Τοξότης Α.Τ.Ε., υποχρέωσε την ΕΠΕ να εφαρμόσει κάθε κανόνα ασφαλείας. Ο ίδιος δε, δηλαδή ο ΜΥ1, επισκέφθηκε το εργοτάξιο πριν την έναρξη των εργασιών της ΕΠΕ ώστε να διαπιστώσει ιδίοις όμμασιν ότι τηρούνταν οι κανόνες ασφαλείας. Θέση του ΜΥ1 ήταν ότι η εναγομένη παρείχε συνεχή επιμόρφωση του προσωπικού της σε θέματα ασφαλείας. Επιπλέον, ήταν η θέση του ότι εκείνος ο οποίος όφειλε να θέσει και να εφαρμόσει κανόνες ασφαλείας ήταν ο ίδιος ο ενάγων και όχι άλλος. Όπως ο ενάγων έτσι και αυτός παρέπεμψε στη συμφωνία εργοδότησης του ενάγοντα (βλ. τεκμήριο 1 και συγκεκριμένα παράγραφο 9), προσδίδοντας όμως διαφορετική ερμηνεία. Ο ΜΥ2 ανέφερε ότι την ημέρα του δυστυχήματος ήταν η πρώτη φορά που μετέβη στο εργοτάξιο στη Βίλλα Γαλήνη. Ο ενάγων τον πήρε πρώτα και του έδειξε τις αποθήκες και ακολούθως τον πήρε στο εργοτάξιο. Εκεί στο εργοτάξιο ο ΜΥ2 ζήτησε να μάθει πού θα τοποθετούσε το λάστιχο του backwash και έτσι οι δυο τους, ενάγων και ΜΥ2, προχώρησαν λίγο πιο κάτω για να εξετάσουν και αυτό το ζήτημα. Όταν πλέον αποφάσισαν ο ενάγων προχώρησε προς τα έξω, μέχρι εκείνη τη στιγμή βρίσκονταν σε καλυμμένο χώρο, και μόλις εξήλθε μια πέτρα έπεσε από ψηλά και τον κτύπησε στο κεφάλι. Μετά από αυτό ο μάρτυρας τον πλησίασε και τον βοήθησε να σταματήσει την αιμορραγία. Σύμφωνα με τον ΜΥ2, το σημείο που βρισκόταν ο ενάγων την ώρα του τραυματισμού πιθανόν να μην εμπίπτει στα γεωγραφικά όρια του εργοταξίου. Εν τούτοις, ανέφερε ότι δεν γνωρίζει τα πραγματικά όρια του εργοταξίου. Για δε το κράνος, ανέφερε ότι κατά τον επίδικο χρόνο ουδείς εκ των δύο φορούσε. Την επόμενη ημέρα διαπίστωσε όμως ότι στις αποθήκες που τον πήρε ο ενάγων, υπήρχαν κράνοι. Δέχθηκε όμως ότι ακόμη και μετά το δυστύχημα ο ίδιος δεν φορούσε πάντα κράνος. Μάλιστα, σπάνια φορούσε, δηλαδή όταν βρισκόταν στο Μελίτον όπου ήταν και οι μηχανικοί οι οποίοι ήταν αυστηροί με τους κανόνες ασφαλείας. Περαιτέρω, ο ΜΥ2 ανέφερε ότι οδηγίες ελάμβανε από τον ενάγοντα ο οποίος ήταν ο υπεύθυνος των ηλεκτρομηχανικών. Ευθαρσώς ανέφερε ότι ο ενάγων δεν ήταν υπεύθυνος παραγωγής. Επιπλέον, ανέφερε ότι εργάστηκε στην εναγομένη έντεκα χρόνια και σε αυτό το διάστημα ποτέ δεν του έγινε επιμόρφωση για την ασφάλεια. Τέλος, ήταν η θέση του ότι στην εναγομένη δεν χρησιμοποιούσαν κράνος, παρ' ότι παρεχόταν. Όπως ανέφερε, σπάνια και μόνο σε μεγάλα και σημαντικά έργα χρησιμοποιούσαν κράνος. Χωρίς ποσώς να μειώνω τις τοποθετήσεις των συνηγόρων κρίνω ότι δεν εξυπηρετεί η επανάληψη όσων ανέφεραν στις γραπτές αγορεύσεις τους. Άλλωστε, πιο κάτω, όπου κρίνεται χρήσιμο, θα γίνεται αναφορά στις εκατέρωθεν θέσεις. Με γνώμονα όλα τα πιο πάνω στρέφομαι σε αξιολόγηση του μαρτυρικού υλικού. Παρακολούθησα τους μάρτυρες κατά τη διάρκεια της ζωντανής ατμόσφαιρας της διαδικασίας και αποτίμησα τη συνολική τους παρουσία κατά την εξιστόρηση των γεγονότων με κριτήριο τα εγγενή της μαρτυρίας τους χαρακτηριστικά (πηγή γνώσεων, ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, ακεραιτότητα και προκατάληψη, ανιδιοτέλεια, αληθοφάνεια βλ. Phipson on Evidence, 16th edition, σελ. 333). Σημειώνω περαιτέρω ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός εκάστου των μαρτύρων δεν περιορίζεται σε ατομική κρίση του καθενός ξεχωριστά αλλά επεκτείνεται και στα συμπεράσματα που προκύπτουν από συσχετισμό, αντιπαραβολή και διερεύνηση της αντικειμενικής υπόστασης των εκατέρωθεν θέσεων (βλ. Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056), καθώς ότι η αποτίμηση της αξιοπιστίας μάρτυρα είναι έργο διακριτό και εντελώς αποσυναρτημένο από οποιοδήποτε βάρος απόδειξης (βλ. Αγαθοκλέους κ.α. ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 316 και Αθανασίου κ.α. ν. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614). Παρά την εισήγηση των δύο συνηγόρων, αμφότεροι υποστήριξαν ότι αξιόπιστη είναι η μαρτυρία που οι ίδιοι προσκόμισαν, η εντύπωση που μου έκαναν ενάγων και ΜΥ1 κυμαίνεται στο ίδιο επίπεδο. Δεν είναι τόσο η παρουσία τους στο εδώλιο του μάρτυρα που στιγμάτισε την εντύπωση που δημιούργησαν. Πολύ περισσότερο είναι το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους. Εξέταση τούτου υπό το φως των αρχών που πιο πάνω αναφέρονται αποκαλύπτει ότι σε ουσιώδη θέματα διαπνέεται από υπερβολή, αοριστολογία και αχρείαστο πλατειασμό. Επιπλέον, δεν παραγνωρίζεται ότι αμφότερων η μαρτυρία εξυπηρετεί προσωπικό όφελος, ψεγάδι από το οποίο δεν κατόρθωσαν να απαλλαγούν. Από την άλλη ο ΜΥ2 άφησε τις καλύτερες εντυπώσεις. Κύριο γνώρισμα της μαρτυρίας του είναι η ανεπιτήδευτη απλοϊκότητα όπως και οι πλούσιες λεπτομέρειες. Χαρακτηριστικό επίσης είναι ότι κράτησε ίσες αποστάσεις και από τις δύο πλευρές και αυτό παρ' ότι κλήθηκε ως μάρτυρας της υπεράσπισης. Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι η μαρτυρία του αντανακλά τα πραγματικά γεγονότα. Ας λεχθεί από τώρα ότι το γεγονός και μόνο ότι ο ενάγων και ο ΜΥ1 μεταχειρίστηκαν υπερβολές και δεν απεκάλυψαν όλη την αλήθεια, δεν με οδηγεί σε συλλήβδην απόρριψη της μαρτυρίας τους. Αποσπάσματα της μαρτυρίας τους υποστηρίζονται από άλλη ανεξάρτητη μαρτυρία και έτσι παρέχεται ευχέρεια αποδοχής τούτων. Όπου λοιπόν αποδέχομαι μέρος της μαρτυρίας τους επεξηγώ τους λόγους που πράττω τούτο. Για το ασφαλές της αξιολογικής κρίσης που πιο πάνω παρατίθεται, παρατηρώ τα ακόλουθα. Η πλευρά του ενάγοντα επιχείρησε να πλήξει την αξιοπιστία του ΜΥ2 με αφετηρία το γεγονός ότι μετά το δυστύχημα ο ΜΥ2 έφυγε από την εναγομένη και εργοδοτήθηκε από τον ενάγοντα, ο οποίος όμως, εν τέλει, τον εξανάγκασε σε παραίτηση. Εν πρώτοις, υποστηρίχθηκε ότι δεν είναι ο ενάγων που παρότρυνε τον μάρτυρα να τον ακολουθήσει και αυτό γιατί είναι πολύ μετά το δυστύχημα, συγκεκριμένα 28 μήνες, που ο ΜΥ2 έφυγε από την εναγομένη και εργοδοτήθηκε από τον ενάγοντα, ενώ ο ενάγων έφυγε αμέσως μετά το δυστύχημα. Με τον ενάγοντα ο ΜΥ2 εργάστηκε για 26 μήνες και ακολούθως απεχώρησε. Ως εκ τούτου, υποστήριξε ο ενάγων, δεν μπορεί να παρότρυνε τον ΜΥ2 μετά από 28 μήνες. Επί του προκειμένου είναι γεγονός ότι όταν ο ΜΥ2 ερωτήθηκε πότε έφυγε από την εναγομένη ανέφερε 9 μήνες μετά το δυστύχημα, για να δεχθεί όμως στη συνέχεια ότι είναι 28 μήνες. Επιπλέον, ο ΜΥ2 δέχθηκε τα έγγραφα που του υπεδείχθησαν από τον ενάγοντα, τεκμήρια 18 έως
- Το μεν τεκμήριο 18 είναι επιστολή παραίτησης ημερομηνίας 23.12.
- Τα δε τεκμήρια 19 και 20 είναι επιστολές ημερομηνίας 06.05.2008 και 13.06.2008, αντίστοιχα, που ο ενάγων απέστειλε στον ΜΥ2 και ο τελευταίος τις υπέγραψε άμα την παραλαβή τους. Στις εν λόγω επιστολές αναφέρεται ότι ο ενάγων δεν είναι ικανοποιημένος από την εκτέλεση των καθηκόντων του ΜΥ
- Συνακόλουθα, η πλευρά του ενάγοντα υπέβαλε στο ΜΥ2 ότι συνεπεία του περιεχομένου των τεκμηρίων 19 και 20 οι σχέσεις των δύο, ενάγοντα και ΜΥ2, διερρήχθησαν, με αποτέλεσμα τα έντονα αισθήματα θυμού και εκδίκησης που τον διακατέχουν να είναι εκείνα που κατεύθυναν τη μαρτυρία του στο Δικαστήριο. Το πρώτο που αξίζει να επισημανθεί είναι ότι όλα τα πιο πάνω αποτελούν την παρυφή και όχι την ουσία της μαρτυρίας του ΜΥ
- Επί της ουσίας ο ενάγων αποδέχεται και υιοθετεί το μεγαλύτερο μέρος της μαρτυρίας του ΜΥ
- Πέραν τούτης της επισήμανσης υποδεικνύω ότι οι φαινομενικές αντιφάσεις στη μαρτυρία του ΜΥ2, φερειπείν η αρχική αναφορά του ότι από την εναγομένη έφυγε 9 μήνες μετά το δυστύχημα ενώ στη συνέχεια δέχθηκε ότι είναι 28 μήνες μετά το δυστύχημα, δεν διαδραματίζουν κανένα ουσιαστικό ρόλο στη μαρτυρία του και ούτε συνδυάστηκαν με φυσική παρουσία που υποδηλώνει ψεύδος ή προσπάθεια απόκρυψης της αλήθειας. Η προσπάθεια του ενάγοντα να χρησιμοποιήσει αυτή τη φαινομενική αντίφαση για να καταρρίψει τον έτερο ισχυρισμό του μάρτυρα, δηλαδή ότι έφυγε μετά από παροτρύνσεις του ενάγοντα, αποτυγχάνει και πέφτει στο κενό. Δοθέντος ότι ο ΜΥ2 έφυγε από την εναγομένη 28 μήνες μετά το δυστύχημα ενώ ο ενάγων 6 μήνες μετά το δυστύχημα, εύλογη είναι η θέση του ΜΥ2 ότι ο ενάγων τον παρότρυνε να τον ακολουθήσει. Και εξηγώ· Πέραν του ότι ο ΜΥ2 πλαισίωσε τον ισχυρισμό του με πλούσιες λεπτομέρειες - μου τηλεφώνησε, συναντηθήκαμε στο κέντρο «Λεωφόρος 13» στη Λακατάμεια, εφάγαμε, ήπιαμε τις μπύρες μας και μου υποσχέθηκε ορισμένα πράγματα, εκάμαμε συμφωνία και του είπα 1ην του μηνός έρχομαι κοντά σου - στοιχείο που αναδεικνύει τον ανεπιτήδευτο χαρακτήρα της μαρτυρίας του, ο ισχυρισμός του είναι και λογικοφανής εφόσον ο ενάγων ήταν ο διευθυντής και προϊστάμενος του τα τέσσερα προηγούμενα χρόνια, δηλαδή καθ' ον χρόνο οι δυο τους εργάζονταν στην εναγομένη. Ως εκ τούτου ο ενάγων είχε γνώση των ικανοτήτων του ΜΥ2 και εφόσον μετά την αποχώρησή του από την εναγομένη δημιούργησε τη δική του εταιρεία, εύλογο είναι να υποθέσει κανείς ότι θα επάνδρωνε τούτην με πρόσωπα που γνώριζε και πίστευε στις ικανότητές τους. Εν πάση όμως περιπτώσει, δεν έχει ιδιαίτερη σημασία ποιος εκ των δύο αποτάθηκε στον άλλο. Ακόμη και επί τη υποθέσει ότι ο ΜΥ2 είναι εκείνος που αποτάθηκε στον ενάγοντα για εργασία, κρίνω ότι το περιεχόμενο των τεκμηρίων 19 και 20 (οι επιστολές που του απεύθυνε ο ενάγων εκφράζοντας παράπονα για την εργασία του) δεν αντέχει στη βάσανο της λογικής. Ο λόγος που αναφέρω τούτο είναι γιατί όταν ο ενάγων αποφάσισε να εργοδοτήσει το ΜΥ2 οι ικανότητες του τελευταίου δεν του ήταν άγνωστες. Γνώριζε την ποιότητα της εργασίας του ΜΥ2 εφόσον ήταν μέρος του τεχνικού προσωπικού της εναγομένης και μάλιστα του τμήματος που προΐστατο ο ίδιος. Εύλογα λοιπόν εγείρεται το ερώτημα· αν οι υπηρεσίες που πρόσφερε δεν ήταν ικανοποιητικές, γιατί τον προσέλαβε; Τίποτα από την ενώπιον μου μαρτυρία αφήνει να νοηθεί ότι ξαφνικά οι ικανότητες του ΜΥ2 μειώθηκαν. Από την άλλη ο ΜΥ2 ανέφερε ότι ο ενάγων έστελνε αυτές τις επιστολές σε όλους. Ως εκ των πιο πάνω, το περιεχόμενο των τεκμηρίων 19 και 20 δεν είναι απαλλαγμένο αμφιβολιών. Παρεμβάλλω εδώ ότι δεν παραγνωρίζω πως ο ΜΥ2 δεν απάντησε στην ερώτηση ποιος ήταν ο λόγος που δεν ήταν ευχαριστημένος από τον ενάγοντα. Σε τούτη την ερώτηση, η οποία υπεβλήθη πέραν της μιας φοράς, παρέπεμπε στον ενάγοντα λέγοντας «είπα σας δεν ήμουν ευχαριστημένος, το γιατί ρωτάτε τον ενάγοντα». Η σχετική απάντηση και στάση δεν διέλαθε την προσοχή μου και αξιολογήθηκε με το σύνολο του μαρτυρικού υλικού. Διαφωνώ όμως ότι ο ΜΥ2 απέκρυψε το θυμό του, ως ισχυρίστηκε η πλευρά του ενάγοντα. Κατ' αρχάς, διαπιστώνω ότι δεν διακατέχετο από θυμό την ώρα που μαρτυρούσε. Με παρρησία απάντησε το σύνολο των άλλων ερωτήσεων που του τέθηκαν. Επ' αυτού του σημείου ρωτήθηκε· «Εθύμωσες τότε όταν είδες αυτά τα πράγματα που σε κατηγορούσε» (νοείται τα τεκμήρια 19 και 20). Η απάντησή του τόσο αποστομωτική όσο και ανεπιτήδευτη· «Τότε ή τώρα». Κατόπιν διευκρίνησης ότι η ερώτηση αφορά το παρελθόν απάντησε «Βέβαια, όταν του κάνω όλες τις δουλειές, οι πελάτες εν ευχαριστημένοι, γιατί να έχει παράπονο από μένα», για να διευκρινίσει όμως στη συνέχεια «. έφυγα ήβρα άλλη δουλειά, εξέχασα τον κο Θεοδούλου και εσυνέχισα. Είμαι 65 χρονών δουλεύω αυτές τις δουλειές 45 χρόνια δεν είχα καμιά φορά εργοδότη ή συνεργάτη που να έχει παράπονο μαζί μου, που να μην είναι ευχαριστημένος». Οι σχετικές απαντήσεις ευκρινώς αποκαλύπτουν ότι τη στιγμή που κατέθετε ενόρκως δεν διακατεχόταν από θυμό ή μίσος και προπαντός δεν απέκρυψε ότι τότε, δηλαδή όταν έφυγε από την εργασία του ενάγοντα, είχε ενοχληθεί. Αν ασχολήθηκα σε έκταση με όλα τα πιο πάνω, θέματα που δεν άπτονται της ουσίας, είναι γιατί ο ενάγων εισηγείται ότι αποκαλύπτουν εγγενή αναξιοπιστία. Με αυτή τη θέση δεν μπορώ να συμφωνήσω και την απορρίπτω. Και επί της ουσίας όμως η μαρτυρία του ΜΥ2 είναι λυχνία που φωτίζει την ατραπό της αλήθειας. Ο ΜΥ2 καταρρίπτει τον ισχυρισμό του ΜΥ1, προέδρου του διοικητικού συμβουλίου της εναγομένης, ότι πάγια πολιτική της εταιρείας είναι η συνεχής επιμόρφωση των υπαλλήλων και των διευθυντικών στελεχών. Επί του προκειμένου η μαρτυρία του ΜΥ2 ταυτίζεται πλήρως με τη μαρτυρία του ενάγοντα, δηλαδή ότι η εναγομένη δεν προέβαινε σε οποιαδήποτε επιμόρφωση των υπαλλήλων της. Χωρίς περιστροφές ο ΜΥ2 ανέφερε ότι εργάστηκε στην εναγομένη για 11 χρόνια και ποτέ δεν παρακολούθησε οιονδήποτε σεμινάριο για θέματα ασφάλειας. Και η άλλη θέση του ΜΥ2 ταυτίζεται με τη θέση του ενάγοντα και αντικρούει τη μαρτυρία του ΜΥ
- Ανέφερε ότι στην εναγομένη δεν χρησιμοποιούσαν κράνος. Σε δεύτερη ερώτηση κατά πόσο γνωρίζει αν η εναγομένη είχε κράνος, η απάντηση που έδωσε κυμαίνεται στην ίδια γραμμή πλεύσης, προσθέτει όμως και ένα νέο στοιχείο. Απάντησε ότι «είχε αλλά δεν χρησιμοποιούσαν, μόνο καμιά φορά αν κάποια δουλειά ήταν σημαντική». Ενδεικτική της φιλαλήθειάς του είναι και η άλλη θέση ότι δεν γνωρίζει την εταιρεία Aqua Masters ΕΠΕ, όπως και ο ενάγων. Επιπλέον, συμπλέει με τη θέση του ενάγοντα και επί ενός άλλου βασικού θέματος, ότι ο ενάγων δεν ήταν υπεύθυνος για την παραγωγή, γι' αυτό το σκοπό υπεύθυνος ήταν ο Κούλλης Ρώζου. Τέλος, αναφορικά με τα όρια του εργοταξίου δεν ήταν κάθετος και κατηγορηματικός. Γνωστοποίησε στο Δικαστήριο την αμφιβολία του και συνέχισε λέγοντας «Δεν είναι της ειδικότητας μου να ξέρω το όριο, αλλά πιστεύω εκεί που πήγε ήταν εκτός». Όλα τα πιο πάνω αναδεικνύουν τον ανεπιτήδευτο χαρακτήρα της μαρτυρίας του ΜΥ2 και ότι καθ' ον χρόνο κατέθετε ενόρκως ήταν απαλλαγμένος σκοπιμοτήτων, προσωπικών συμφερόντων και αισθημάτων του παρελθόντος. Όλα αυτά σε αντίθεση με τη μαρτυρία του ενάγοντα και του ΜΥ1 που στο πίσω μέρος του μυαλού τους είχαν την εξυπηρέτηση προσωπικού συμφέροντος. Έχοντας καταγράψει την εντύπωση που μου έκαναν οι μάρτυρες είναι εδώ το κατάλληλο στάδιο να επιληφθώ της προδικαστικής ένστασης που ήγειρε η εναγομένη. Όπως προανέφερα η δικογραφημένη εκδοχή τούτης είναι ότι ο ενάγων απεμπόλησε τυχόν δικαίωμα που είχε και αυτό γιατί οι διάδικοι συνομολόγησαν τη συμφωνία ημερομηνίας 07.09.2004 (τεκμήριο 11), με την οποία οι διάδικοι διευθέτησαν το σύνολο των διαφορών τους. Στο στάδιο της αγόρευσης η εναγομένη υποστήριξε ότι το περιεχόμενο του τεκμηρίου 11 ερμηνεύεται κατά τον ίδιο τρόπο που ερμηνεύονται οι όροι συμφωνίας. Παρέπεμψε σχετικά στα λεχθέντα στην υπόθεση Μεταλλικά Ηράκλης Μιχαηλίδης Λτδ ν. G&C Exhaust Systems Ltd
(2001)1 Α.Α.Δ.500 και υποστήριξε ότι στη δοσμένη περίπτωση οι όροι της συμφωνίας είναι ξεκάθαροι και δεν χωρούν ερμηνείας άλλης πλην του ότι με την υπογραφή της συμφωνίας οι διάδικοι διευθέτησαν τελεσίδικα το σύνολο των διαφορών τους. Αντίθετη ήταν η θέση του ενάγοντα ο οποίος ανέφερε ότι ουδείς μπορεί να παρακάμψει δικαίωμα τρίτου που απορρέει από νομοθετική πρόνοια, ιδιαίτερα δε αν η εν λόγω πρόνοια βασίζεται σε σαφή δημόσια πολιτική. Προς υποστήριξη τούτης της θέσης ο ενάγων επικαλέστηκε την υπόθεση Οικονομίδης ν. Alliance International Reinsurance Co Ltd
(2010)1Γ Α.Α.Δ.
- Πριν οτιδήποτε άλλο υπενθυμίζω ό,τι σχετικό έχει ήδη διαπιστωθεί. Μετά το τραγικό συμβάν ακολούθησε η παραίτηση του ενάγοντα από την εναγομένη (βλ. επιστολή ημερομηνίας 31.05.2004 - τεκμήριο 10). Στη συνέχεια, 02.08.2004, ο ενάγων απέστειλε επιστολή στην εναγομένη (βλ. τεκμήριο 14), με την οποία διεκδίκησε διάφορα ποσά ήτοι· αναλογία 13ου μισθού, αναλογία μισθού για το μήνα Ιούλιο 2004, αναλογία άδειας για το έτος 2004 και αυξήσεις προηγούμενων ετών. Το συνολικό ποσό που διεκδίκησε ο ενάγων δεν υπερέβαινε τις £16.
- Σύμφωνα με τα αναφερόμενα στο τεκμήριο 14, αν η εναγομένη κατέβαλε τα εν λόγω ποσά ο ενάγων δεν θα διεκδικούσε ποσό £100.000 που ως ισχυριζόταν ισοδυναμούσε σε αποζημίωση λόγω παραβίασης της συμφωνίας εργοδότησης, δηλαδή εξαναγκασμό του σε παραίτηση. Ενδιαφέρει, επίσης, το καταληκτικό σχόλιο της επιστολής όπου αναφέρονταν τα ακόλουθα· «Η παρούσα αποστέλλεται ως εκ τούτου με πλήρη επιφύλαξη των δικαιωμάτων του πελάτη μου προς τα ανωτέρω και τυχόν απαίτησής του εναντίον σας για τις σοβαρότατες σωματικές βλάβες που υπέστη στο εξωτερικό κατά την διάρκεια εργασιών της εταιρείας σας». Διαπιστώνεται λοιπόν ότι με την επιστολή ημερομηνίας 02.08.2004 (τεκμήριο 14), ο ενάγων επεφύλαξε τα τυχόν δικαιώματά του συνεπεία του τραυματισμού που υπέστη. Εν τούτοις αντίθετη ήταν η συμπεριφορά του σε κατοπινό στάδιο, διαπίστωση που εξάγεται από το περιεχόμενο της συμφωνίας ημερομηνίας 07.09.2004 (τεκμήριο 11). Στο προοίμιο της σχετικής συμφωνίας αναφέρεται ότι· «ΕΠΕΙΔΗ το Δεύτερο Μέρος εργοδοτήθηκε από το Πρώτο Μέρος με Συμφωνία Εργοδότησης ημερομηνίας 01.11.2000 και ΕΠΕΙΔΗ τα μέρη συμφώνησαν όπως η ως άνω εργοδότηση τερματισθεί με φιλικό τρόπο και ΕΠΕΙΔΗ έχουν αποφασίσει στην πλήρη διευθέτηση απασών των εκατέρωθεν υποχρεώσεων και / ή οφειλών που προέρχονται από την εργοδότηση του Δευτέρου Μέρους στο Πρώτο Μέρος και / ή άλλων παρεμφερών σχέσεων μεταξύ των». Στη συνέχεια, γίνεται πρόνοια όπως ο ενάγων μεταβιβάσει στην εταιρεία τις μετοχές που κατείχε, έναντι του ποσού των £27.
- Όπως αναφέρεται στον όρο 1 της συμφωνίας (τεκμήριο 11) το ποσό των £27.000 καταβάλλεται «προς πλήρη ικανοποίηση του Δεύτερου Μέρους (δηλαδή του ενάγοντα) έναντι δεδουλευμένων, μεταβίβαση μετοχών και τυχόν οφειλών του Πρώτου Μέρους προς αυτό». Ιδιαίτερη όμως σημασία έχουν τα αναφερόμενα στους όρους 4 και 5 της συμφωνίας. Ό,τι αναφέρεται εκεί είναι πως· «
- Με την καταβολή του ποσού των £27.000- προς το Δεύτερο Μέρος και την μεταβίβαση των 83.334 μετοχών από το Δεύτερο Μέρος προς το Πρώτο Μέρος διευθετούνται οριστικών όλες οι απαιτήσεις του Πρώτου Μέρους έναντι του Δεύτερου Μέρους που προέρχονται από την Συμφωνία Εργοδότησης ημερομηνίας 01.11.2000 περιλαμβανομένων δεδουλευμένων και άλλων παρεμφερών απαιτήσεων. Ομοίως συμφωνείται ότι με την πιο πάνω μεταβίβαση των 83.334 μετοχών από το Δεύτερο Μέρος προς το Πρώτο Μέρος όλες οι απαιτήσεις του Δεύτερου Μέρους έναντι του Πρώτου Μέρους που προέρχονται από την Συμφωνία Εργοδότησης ημερομηνίας 01.11.2000 θεωρούνται διευθετηθείσες.
- Τα μέρη περαιτέρω δηλούν ότι με την παρούσα συμφωνία ουδεμία άλλη απαίτηση, διαφορά, οφειλή και/ή αξίωση υφίσταται εκατέρωθεν οι οποίες και θεωρούνται διευθετηθείσες». Έχοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω σπεύδω σε επεξήγηση της σχετικής νομικής αρχής. Ευθύς αναφέρω ότι η υπόθεση Οικονομίδης, πιο πάνω, είναι καθ' όλα σχετική. Με τρόπο ευσύνοπτο και κατατοπιστικό διαγράφεται εκεί η νομολογιακή αρχή. Σχετικό εν προκειμένω είναι το απόσπασμα στη σελίδα 2060 όπου αναφέρεται· «Δεν υπάρχει άκαμπτος και απόλυτος κανόνας αναφορικά με το κατά πόσο μπορεί να γίνει επίκληση της αρχής του κωλύματος (estoppel) για την εξουδετέρωση δικαιώματος που απορρέει από νομοθετική πρόνοια. Σε αγγλική νομολογία, όμως, έχει γίνει αναφορά στο ότι ένας διάδικος δεν μπορεί να βασιστεί στην αρχή του κωλύματος για να παρακάμψει δικαίωμα του άλλου διάδικου το οποίον απορρέει από νομοθετική πρόνοια. Αν μια νομοθετική πρόνοια βασίζεται σε σαφή δημόσια πολιτική τότε το δικαίωμα που απορρέει από τέτοια νομοθετική πρόνοια δεν μπορεί να παρακαμφθεί με την εφαρμογή της αρχής του κωλύματος. Σε άλλες όμως περιπτώσεις νομοθετικών προνοιών που αφορούν π.χ. σε τύπους ή χρονικούς περιορισμούς, το δικαίωμα που απορρέει από τη νομοθετική πρόνοια μπορεί να παρακαμφθεί με τη λειτουργία της αρχής του κωλύματος (Δέστε: Halsbury's Laws of England, Reissue, Τόμος 16
(2), παράγραφος 960-963, σελ. 413-420 και τη νομολογία που αναφέρεται στις σελίδες εκείνες). Το συμπέρασμα που φαίνεται να εξάγεται από τη νομολογία είναι ότι η αρχή του κωλύματος συχνότερα εφαρμόζεται όταν πρόκειται για συμβατικά δικαιώματα και σπανιότερα όταν πρόκειται για δικαιώματα που πηγάζουν από το νόμο, τα οποία συνήθως επηρεάζουν μεγαλύτερο φάσμα ατόμων απ' ότι τα συμβατικά δικαιώματα. Όμως στην υπόθεση Scholey (ανωτέρω), εξετάστηκε συγκεκριμένα το ζήτημα της απώλειας του δικαιώματος ακύρωσης συμφωνίας αγοράς μετοχών, που δημιουργήθηκε εξαιτίας ψευδών παραστάσεων και το οποίον πήγαζε από νομοθετική πρόνοια και αποφασίστηκε ότι η είσπραξη μερίσματος συνιστούσε ενέργεια που αποστερούσε το δικαιούχο από το δικαίωμα τερματισμού της συμφωνίας.». Έχω την αίσθηση πως το πιο πάνω απόσπασμα δεν δικαιολογεί τη θέση του ενάγοντα ότι «ένας διάδικος δεν μπορεί να βασιστεί στην αρχή του κωλύματος για να παρακάμψει δικαίωμα του άλλου διαδίκου το οποίο απορρέει από νομοθετική διάταξη». Εν πρώτοις, η σχετική εισήγηση αποκαλύπτει στρέβλωση, ήτοι αντιστροφή των όρων. Η νομολογία δεν είναι το δικαίωμα της υπεράσπισης που αναγνωρίζει αλλά την υποχρέωση που επωμίζεται ο ενάγων, δηλαδή το πρόσωπο που στα συγγράμματα καλείται grantor (ο παραχωρών) (βλ. Phipson on Evidence 16η έκδ. 5ο κεφάλαιο, συγκεκριμένα 5-07 έως 5-33). Η υποχρέωση του παραχωρούντος συνίσταται στο ότι δεν επιτρέπεται να ανακαλέσει ή αναιρέσει όσα συμφώνησε και γι' αυτό ακριβώς το λόγο είναι που κωλύεται να προχωρήσει επικαλούμενος πραγματική βάση που συγκρούεται με εκείνο που ο ίδιος συμφώνησε σε προηγούμενο στάδιο. Επιπλέον η νομολογία, και δη η απόφαση Οικονομίδης, διατυμπανίζει πως δεν υπάρχει άκαμπτος και απόλυτος κανόνας ότι η αρχή του κωλύματος δεν μπορεί να εγερθεί για εξουδετέρωση δικαιώματος που απορρέει από νομοθετική πρόνοια. Πέραν της ρητής αυτής αναφοράς ας μην λησμονείται ότι στην υπόθεση Οικονομίδης το δικαίωμα του ενάγοντα εδραζόταν σε νεοσύστατη νομοθετική πρόνοια. Προκύπτει συνεπώς ότι όπου οι περιστάσεις το επιβάλλουν το κώλυμα υπερισχύει έστω και αν το αγώγιμο δικαίωμα απορρέει από νομοθετική πρόνοια. Πέραν όμως των πιο πάνω, επίσης καθοδηγητική είναι και η υπόθεση Χ" Στυλλή ν. Κυπριακών Αερογραμμών Λτδ, Πολ. Έφ. 38/09, ημερομηνίας 22.05.2012. Σε αυτή την υπόθεση ο εφεσείων, εργοδοτούμενος της εφεσίβλητης, κινήθηκε εναντίον της τελευταίας αιτιώμενος ότι τον δυσφήμησε με έγγραφο που δημοσίευσε. Εκκρεμούσης της δικαστικής διαδικασίας ο εφεσείων απεχώρησε από την εργασία του στην εφεσίβλητη ως πλεονάζων προσωπικό και υπέγραψε έγγραφα απαλλαγής. Το κείμενο που υπέγραψε ο εφεσείων ανέφερε τα ακόλουθα· «(γ) Επιπρόσθετα ο Υπάλληλος δηλώνει ότι μετά από την πιο πάνω αναφερόμενη πληρωμή του ποσού των (ΛΚ 19.811) και ποσού ΛΚ 5.540 η Εταιρεία αποδεσμεύεται και απαλλάσσεται τελεσίδικα από οποιαδήποτε χρηματικά ποσά, και/ή αγωγές, και/ή δικαστικές και/ή άλλες διαδικασίες και/ή διεκδικήσεις οποιασδήποτε φύσης και/ή μορφής που ο Υπάλληλος είχε, τώρα έχει ή δυνατό να είχε κατά οποιοδήποτε χρόνο προηγουμένως, εναντίον της Εταιρείας για και/ή λόγω και/ή σε σχέση με οποιαδήποτε πράξη, ενέργεια, αιτία, υπόθεση ή οτιδήποτε πράγμα, μέχρι και συμπεριλαμβανομένης της ημερομηνίας του παρόντος.». Το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι ο εφεσείων εμποδίζετο να προχωρήσει την αγωγή του λόγω κωλύματος εκδηλώσεως σε έγγραφο (estoppel by deed). Η σχετική θέση επικυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο το οποίο ανέφερε ότι· «Όταν διάδικος έχει αναλάβει εγγράφως δέσμευση, δεν μπορεί στη συνέχεια να ισχυριστεί ότι τα γεγονότα που αναφέρονται στο συγκεκριμένο έγγραφο δεν είναι ορθά. Όπως έχει προσφυώς αναφερθεί στην αγγλική υπόθεση Gallie v. Lee
(1971)A.C. 1004, το πρόσωπο που υπογράφει έγγραφο, έχει την ευθύνη να προσέχει τι υπογράφει και εμποδίζεται από του να αρνηθεί την ευθύνη του με βάση το έγγραφο και σύμφωνα με το περιεχόμενό του. Ο κανόνας του νόμου της απόδειξης ότι δεν επιτρέπεται η αποδοχή μαρτυρίας που αντικρούει ή τροποποιεί τους όρους εγγράφου, αναπτύχθηκε για να προσδώσει βεβαιότητα στις καθημερινές συναλλαγές (Polykarpou v. Polykarpou
(1982)1 C.L.R. 182). Το όλο θέμα δεν έχει σχέση με την αξιοπιστία του εφεσείοντα, αλλά με την αδυναμία του να προωθήσει την αγωγή του λόγω κωλύματος. Δεν ενδιαφέρουν οι προθέσεις του, ούτε και οι συλλογισμοί που ακολούθησε πριν υπογράψει. Γεγονός παραμένει η υπογραφή της δήλωσης απαλλαγής «σε σχέση με οποιαδήποτε πράξη, ενέργεια, αιτία, υπόθεση ή οτιδήποτε πράγμα, μέχρι και συμπεριλαμβανομένης της ημερομηνίας του παρόντος».» Από τα πιο πάνω αποκαλύπτεται ότι και η υπόθεση Χ" Στυλλή, πιο πάνω, δεν αφορούσε συμβατικό δικαίωμα αλλά δικαίωμα που πηγάζει από νόμο, εν προκειμένω το Κεφ. 148, όπως και η επίδικη υπόθεση. Έχοντας αναφέρει όλα τα πιο πάνω δεν παραγνωρίζω ότι το μεγαλύτερο μέρος των μετοχών που αφορά η συμφωνία τεκμήριο 11, είχε αγοραστεί από τον ενάγοντα κατά τη συνομολόγηση της συμφωνίας εργοδότησης των διαδίκων (τεκμήριο 1). Η δε αξία αγοράς τους το 2000 ήταν £40.000 (βλ. τεκμήριο 13), ενώ με την επιστροφή τούτων ο ενάγων έλαβε το ποσό των £27.
- Από την άλλη, οι διάδικοι ενήργησαν στη βάση των αναφερομένων στη συμφωνία (βλ. τεκμήριο 11) και σχετικές είναι οι αποδείξεις πληρωμής του ενάγοντα, τεκμήριο
- Βαρύνουσας και καθοριστικής σημασίας είναι και το ίδιο το λεκτικό της επίδικης συμφωνίας (τεκμήριο 11). Η φράση «διευθετούνται οριστικώς . και άλλων παρεμφερών απαιτήσεων» στο προοίμιο και στον 4ο όρο, καθώς το σύνολο των αναφερομένων στον 5ο όρο της συμφωνίας, δεν χωρούν πολλαπλών και διαζευκτικών ερμηνειών. Μια και απαρασάλευτη είναι η ερμηνεία που επιδέχονται. Τούτη είναι πως με την εν λόγω συμφωνία οι διάδικοι διευθέτησαν, άπαξ και δια παντός, το σύνολο των μεταξύ τους διαφορών, συμπεριλαμβανομένου και του ατυχήματος. Δεν είναι πρόθεσή μου να προβώ σε υποθέσεις ώστε να αποδείξω πως η θέση του ενάγοντα ότι η συμφωνία περιορίζετο σε πώληση των μετοχών δεν απολαύει λογικού ερείσματος. Ο λόγος δια τον οποίο αποφεύγω να πράξω τούτο είναι γιατί σε αυτή την πτυχή των λεγομένων του ενάγοντα δεν προσδίδω καμία απολύτως βαρύτητα δια το λόγο ότι προσκρούουν στο αδιαφιλονίκητο λεκτικό του τεκμηρίου
- Λέγοντας τούτο παρεμβάλλω ότι η θέση του ενάγοντα πως επειδή η εναγομένη δεν τον αντεξέτασε επί του προκειμένου οδηγεί στο συμπέρασμα ότι εγκατέλειψε τη σχετική προδικαστική ένσταση, δεν με βρίσκει σύμφωνο. Όπως υποδεικνύεται στην υπόθεση Χ" Στυλλή, πιο πάνω, η υποκειμενική αντίληψη του ενάγοντα για τη συμφωνία δεν αφορά και ούτε δεσμεύει, έστω και εκεί όπου κρίνεται αξιόπιστος, όπως δηλαδή στην περίπτωση Χ" Στυλλή. Αυτό δεν σημαίνει βεβαίως ότι η σχετική μαρτυρία δεν αξιολογείται. Τονίζεται απλώς πως πολύ δύσκολα τέτοια μαρτυρία μπορεί να αντιστρέψει και να εξουδετερώσει τα συμπεράσματα που με ασφάλεια προκύπτουν από το λεκτικό της συμφωνίας που προσκομίζεται στο Δικαστήριο. Δεν πρέπει να παραγνωρίζεται και η βασική νομολογιακή αρχή πως η ερμηνεία εγγράφων δεν καθορίζεται από την υποκειμενική κρίση των μαρτύρων αλλά από το Δικαστήριο, έχοντας ως κριτήριο την έννοια που θα απέδιδε σε αυτή ο μέσος λογικός άνθρωπος. Όπως έχει νομολογηθεί, είναι γι' αυτό το λόγο που διαπραγματεύσεις, μονομερείς δηλώσεις και υποκειμενικές προθέσεις των συμβαλλομένων, δεν είναι επιτρεπτή μαρτυρία (βλ. Θεολόγου ν. Κτηματικής Εταιρείας Νέμεσις Λτδ
(1998)1Α.Α.Δ. 407, 413). Για χάριν ολοκλήρωσης και μόνο υποδεικνύω ότι σύμφωνα με το σύγγραμμα Phipson, πιο πάνω, διάδικος μπορεί να αμφισβητήσει το κώλυμα που η συμφωνία αποκαλύπτει, επικαλούμενος περιστάσεις που ισοδυναμούν με εξαναγκασμό, απάτη, ψυχική πίεση ή ότι κατά τον επίδικο χρόνο ήτο ανήλικος (infant) (βλ. σχετικά κεφάλαιο 5-17, Phipson, πιο πάνω). Στη δοσμένη περίπτωση δεν δικογραφήθηκε και ούτε επιχειρήθηκε κάτι τέτοιο. Εφόσον λοιπόν τίποτα ανάλογο ηγέρθηκε η μαρτυρία του ενάγοντα δεν κρίνεται ικανή να ανατρέψει το αδιαφιλονίκητο συμπέρασμα που εξάγεται από το μονοσήμαντο λεκτικό που χρησιμοποιήθηκε στο τεκμήριο 11, δηλαδή ότι με τη συμφωνία αυτή οι διάδικοι συμφώνησαν πως διευθετούντο πλήρως οι μεταξύ τους διαφορές, μη εξαιρουμένης και της επίδικης υπόθεσης, η πραγματική βάση της οποίας υφίστατο και ήταν γνωστή στα μέρη κατά το χρόνο συνομολόγησης της συμφωνίας. Η εν λόγω γνώση συνάγεται και από το ότι ένα μόλις μήνα προηγουμένως ο ενάγων επεφύλαξε τα σχετικά δικαιώματά του (βλ. τεκμήριο 14), πράγμα που δεν έπραξε κατά την υπογραφή του τεκμηρίου
- Κατ' επέκταση, η ανεπιφύλακτη αποδοχή όσων ρητά αναφέρονται στο τεκμήριο 11 δεν μπορεί παρά να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι η συνολική διευθέτηση ήταν και η πρόθεση των συμβαλλομένων. Καταλήγω συνεπώς ότι ο ενάγων κωλύεται, λόγω συμφωνίας (estoppel by deed), να προωθεί την επίδικη αγωγή και ως εκ τούτου μοιραία η αγωγή οδηγείται σε απόρριψη. Παρά την πιο πάνω κατάληξη κρίνω επιβεβλημένο να προχωρήσω σε εξέταση και των υπολοίπων επίδικων θεμάτων, ώστε αν η πιο πάνω διαπίστωση ήθελε ανατραπεί κατ' έφεση, η απόφαση ενώπιον του Εφετείου να αποδίδει ολόκληρη την εικόνα των διαπιστώσεων τούτου του Δικαστηρίου. Στρέφομαι λοιπόν σε εξέταση των θεματικών ενοτήτων επί των οποίων εκτυλίχθηκε η μαρτυρία του ενάγοντα και του ΜΥ1, διαδικασία η οποία θα καταδείξει και τα τρωτά της μαρτυρίας των δύο αυτών μαρτύρων (ενάγοντα και ΜΥ1). Το πρώτο ερώτημα που επιλαμβάνομαι είναι· ποια εκ των Aqua Masters Ltd και Aqua Masters ΕΠΕ ανέλαβε την εκτέλεση των επίδικων εργασιών στη Βίλλα Γαλήνη. Επί του προκειμένου παρατηρώ ότι η πλευρά του ενάγοντα δεν προσκόμισε θετική μαρτυρία. Περιορίστηκε σε αοριστολογίες και ασάφειες χωρίς όμως να γνωρίζει, ως ο ίδιος ο ενάγων παραδέχθηκε, ποια εταιρεία ανέλαβε το έργο. Αυτό και μόνο είναι ικανό να απορρίψει αυτή την πτυχή της μαρτυρίας του. Περαιτέρω, όταν του υπεδείχθη το τεκμήριο 16 ανέφερε ότι πρέπει να είδε την εν λόγω συμφωνία, τουλάχιστον στην έκταση που τον αφορούσε, δηλαδή το τεχνικό μέρος. Αυτή η απάντηση του ενάγοντα υποστηρίζει, εμμέσως, τη θέση του ΜΥ1, δηλαδή ότι δεν είναι η εναγομένη που ανέλαβε την εκτέλεση του έργου αλλά η ΕΠΕ. Αυτό γιατί αν ο ενάγων είδε μέρος του τεκμηρίου 16 σημαίνει ότι· αφενός το εν λόγω έγγραφο είναι αυθεντικό και αφετέρου ότι έχει σχέση με το επίδικο έργο, εφόσον με αυτό είναι που το ταύτισαν και οι δύο- ενάγων και ΜΥ
- Επιπλέον, το τεκμήριο 16 ομιλεί αφ' εαυτού και αποκαλύπτει ότι η ΕΠΕ είναι εκείνη που ανέλαβε το έργο. Η αυθεντικότητα του εν λόγω τεκμηρίου δεν αμφισβητήθηκε και έτσι υπό τις περιστάσεις, δηλαδή ό,τι πιο πάνω αναφέρθηκε, η προσκόμιση του εγγράφου συνιστά επιπρόσθετο τρόπο απόδειξης του επίδικου ερωτήματος. Ως εκ των πιο πάνω καταλήγω ότι η απάντηση στο ερώτημα είναι ότι η Aqua Masters ΕΠΕ είναι εκείνη που ανέλαβε την εκτέλεση των εργασιών στη Βίλλα Γαλήνη. Σε αυτό το σημείο κρίνω αναγκαίο να επιληφθώ ενός νομικού ζητήματος. Έχοντας διαπιστώσει ότι η εταιρεία που ανέλαβε την εκτέλεση των επίδικων εργασιών είναι η ΕΠΕ, έπεται ότι κάτοχος του επίδικου εργοταξίου ήταν αυτή η εταιρεία και όχι η εναγομένη. Διευκρινίζω ότι σε αυτό το στάδιο δεν αποφαίνομαι για το χώρο που βρισκόταν ο ενάγων όταν τραυματίστηκε, δηλαδή σε ποιο εργοτάξιο εμπίπτει. Το ερώτημα όμως που προκύπτει λόγω της διαπίστωσης ότι η ΕΠΕ είναι εκείνη που ανέλαβε τις εργασίες του έργου και όχι η εναγομένη, είναι κατά πόσο είναι νομικά δυνατό να κριθεί η εναγομένη ένοχη αμέλειας. Ο λόγος δια τον οποίο θέτω το εν λόγω ερώτημα είναι γιατί οι συνήγοροι των δύο πλευρών εστίασαν τα επιχειρήματα τους στο καθεστώς του κατόχου του εργοταξίου και δεν έστρεψαν την προσοχή τους σε άλλες νομικές παραμέτρους, αφήνοντας να νοηθεί πως σε διαφορετική περίπτωση η εναγομένη απαλλάσσεται. Είναι αντιληπτό βεβαίως ότι εάν διαπιστώνετο ότι η εναγομένη ήταν ο κάτοχος του εργοταξίου, εφαρμογής θα ετύγχαναν οι διατάξεις του άρθρου 51 του Κεφ. 148 και συγκεκριμένα η παράγραφος (β) του εδαφίου
(2). Η όλη όμως θεώρηση του θέματος δεν σταματά εδώ. Είμαι της γνώμης ότι η νομολογία του κοινού δικαίου δεν περιορίζεται μόνο στον κάτοχο. Σχετική εν προκειμένω είναι η ακόλουθη περικοπή από το σύγγραμμα Textbook on Torts, του Michael A. Jones, 4η έκδοση. Στη σελίδα 176, στο κεφάλαιο 5.1.2, κάτω από τον τίτλο Safe place of work, αναφέρεται ότι· «The employer is also under a duty with respect to the premises of a third party even though he has no control over the premises, but the steps required to discharge the duty will vary with the circumstances (Wilson v. Tyneside Window Cleaning Co
(1958)2 Q.B. 110, 124 per Parker LJ)». Επιπλέον, σχετική είναι και η απόφαση του δικού μας Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Στυλιανού κ.α.
(2002)1Γ Α.Α.Δ. 1718, 1734 όπου αναφέρθηκε ότι· «Το γεγονός ότι ο τόπος εργασίας δεν βρίσκεται κάτω από τον έλεγχο του εργοδότη, είναι μόνο ένας παράγοντας για να αποφασιστεί κατά πόσο η υποχρέωση παροχής ασφαλούς τόπου εργασίας έχει ικανοποιηθεί (Wilson v. Tyneside Window Cleaning Co. [1958] 2 All E.R. 265 C.A.). Αν και ο εργοδότης δεν έχει υποχρέωση προς τους εργοδοτούμενούς του ως προς την ασφάλεια υποστατικών που κατέχονται από άλλον, δεν παύει να είναι υπόχρεος να παραχωρήσει ένα σύστημα εργασίας κατάλληλο για τα υποστατικά αυτά (Garcia v. Harland and Wolff Ltd. [1943] 2 All E.R. 477).» Εν κατακλείδι, στο ίδιο σύγγραμμα, Textbook on Torts, πιο πάνω, στη σελίδα 176, σχολιάζεται η υπόθεση Cook v. Square D Ltd
(1992)ICR 262, 268 και αναφέρεται ότι· «Thus, where an employee was sent to Saudi Arabia on a two-month contract and the employer was satisfied that the site occupiers and the general contractors were both reliable companies and aware of their responsibility for the safety of workers on the site, the employer could not be expected to be held responsible for daily events on the site; though if a number of employees were going to work on a foreign site or one or two employees were going to work there for a considerable period of time, it may be that the employer would be required to inspect the site and satisfy himself that the occupiers were conscious of their safety obligations.» Για την ώρα δεν αποφαίνομαι αν εναγομένη υπείχε ή όχι ευθύνης. Στο ερώτημα όμως που έχει τεθεί απαντώ ότι απ' όλα τα πιο πάνω εύλογα προκύπτει το συμπέρασμα ότι η διαπίστωση και μόνο πως δεν είναι η εναγομένη που ανέλαβε την εκτέλεση των εργασιών και συνεπώς δεν ήταν κάτοχος του εργοταξίου, δεν την απαλλάσσει ευθύνης, δοθέντος ότι αποτελεί παραδεκτό γεγονός πως κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ο ενάγων βρισκόταν στην υπηρεσία της εναγομένης και ο λόγος δια τον οποίο βρέθηκε στη Βίλλα Γαλήνη είναι γιατί η εναγομένη τον απέστειλε εκεί ώστε να επιθεωρήσει τις εργασίες που εκτελούντο. Αυτή λοιπόν η προκαταρκτική θέση αποκαλύπτει ότι η διερεύνηση της υπόθεσης δεν τελματώνεται εδώ. Έχοντας κατά νου όλα τα πιο πάνω δράττομαι της ευκαιρίας να υποδείξω άλλη μια νομική παράμετρο. Τούτη έχει ως ακολούθως· εκεί όπου ο εργοδοτούμενος παίρνει οδηγίες από τον εργοδότη του να εργαστεί σε άλλη εταιρεία και δη σε άλλη χώρα, για υπολογίσιμο χρονικό διάστημα, παρέλκει ανάγκη εξακρίβωσης του χώρου τραυματισμού, δηλαδή όπως στην προκείμενη περίπτωση που οι διάδικοι ερίζουν για το εργοτάξιο και το χώρο στον οποίο βρισκόταν ο ενάγων την ώρα του δυστυχήματος. Ζητούμενο δεν είναι ο ακριβής χώρος του δυστυχήματος αλλά κατά πόσο ο εργοδότης εξασφάλισε στον εργοδοτούμενο ασφαλές περιβάλλον εργασίας, δηλαδή βεβαιώθηκε ότι η ξένη εταιρεία εφαρμόζει σύστημα και κανόνες ασφάλειας στην εργασία. Για το εν λόγω συμπέρασμα υποστήριξη αντλώ και από τα αναφερόμενα στο σύγγραμμα Charlesworth & Percy on Negligence, 12η έκδοση, para 11-35 και δη την εκεί αναφερόμενη υπόθεση Smith v. Vange Scaffolding & Engineering Co Ltd
(1970)1 W.L.R.
- Στο ίδιο πάντα πλαίσιο σχετικά είναι και τα αναφερόμενα στην παράγραφο 11-38 του συγγράμματος Charlesworth, πιο πάνω. Κάτω από τον τίτλο Including a safe means of access αναφέρεται ότι η υποχρέωση του εργοδότη δεν περιορίζεται απλώς στο δικό του χώρο. Εκεί όπου ο εργοδοτούμενος επιβάλλεται να διέλθει δια μέσου χώρου που κατέχεται από τρίτο πρόσωπο η ευθύνη του εργοδότη επεκτείνεται και στο χώρο αυτό. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στο εν λόγω σύγγραμμα· «where the workplace does not adjoin the highway and can only be reached by crossing land occupied by a third party, the employer is under a duty to take reasonable care to see that the way is reasonably safe for his workman to use.» Συνακόλουθα το καθήκον του εργοδότη να εξασφαλίσει στον εργοδοτούμενο ασφαλή εργασία, δεν περιορίζεται σε στενά γεωγραφικά πλαίσια και βεβαίως δεν είναι το ίδιο σε κάθε περίπτωση. Τούτο το καθήκον προσδιορίζεται ανάλογα με τις περιβάλλουσες περιστάσεις και τη φύση της εργασίας που πρόκειται να εκτελεστεί. Αυτό το τελευταίο νομικό συμπέρασμα εξουδετερώνει το επιβεβλημένο της απάντησης του ερωτήματος ποιο είναι το εργοτάξιο που βρισκόταν ο ενάγων τη στιγμή του τραυματισμού. Εν τούτοις, κρίνω ορθό να απαντήσω και αυτό το ερώτημα ώστε σε περίπτωση που τα πιο πάνω ευρήματα ανατραπούν η κρίση του Δικαστηρίου να μην αφεθεί ημιτελής. Επί του προκειμένου κρίνω ότι ορθή είναι η θέση του ενάγοντα και όχι της υπεράσπισης. Σημειώνω ότι η θέση του ΜΥ1 περιορισμένη έχει σημασία εφόσον δεν ήταν παρών την ώρα του δυστυχήματος και η όποια γνώση του πηγάζει από μαρτυρίες τρίτων προσώπων, εν πολλοίς άγνωστων. Από την άλλη ο ΜΥ2 δεν απέκλεισε την πιθανότητα το δυστύχημα να έλαβε χώραν εντός του εργοταξίου. Όπως δήλωσε δεν γνωρίζει τα όρια του εργοταξίου και εικάζοντας ανέφερε ότι το συμβάν επισυνέβη εκτός εργοταξίου. Πέραν των πιο πάνω υποδεικνύω ότι από τα λεγόμενα ενάγοντα και ΜΥ2 συνάγεται ότι το σημείο στο οποίο στεκόταν ο ενάγων την ώρα του δυστυχήματος βρισκόταν παρά την είσοδο - έξοδο του μηχανοστασίου. Χαρακτηριστική είναι η επεξήγηση του ΜΥ2 ότι τη δεδομένη στιγμή βρίσκονταν, ενάγων και ΜΥ2, στο χώρο όπου θα τοποθετούσαν το λάστιχο του backwash και ότι τελειώνοντας αυτή την εργασία κατευθύνθηκαν προς την έξοδο. Εφόσον λοιπόν οι εργασίες της ΕΠΕ επεκτείνοντο στον εν λόγω χώρο και εκεί θα εργάζονταν οι υπάλληλοι της εναγομένης, όπως ο ενάγων και ο ΜΥ2, καταλήγω ότι ο χώρος ενέπιπτε, γεωγραφικά, στο εργοτάξιο της ΕΠΕ. Η δε είσοδος - έξοδος του εν λόγω χώρου, αλλά και ο χώρος που συνορεύει με αυτόν, δηλαδή ο χώρος που οι εργαζόμενοι διέρχονται για να μεταβούν στο εργοτάξιο τους, και ο οποίος χώρος συνορεύει με την είσοδο - έξοδο του εργοταξίου, δεν μπορεί να θεωρηθεί εκτός εργοταξίου. Εμπίπτει στο ευρύτερο γεωγραφικό πλαίσιο τούτου εφόσον είναι διαμέσου αυτού του χώρου που επιτυγχάνεται πρόσβαση στο εργοτάξιο. Καταλήγω συνεπώς ότι το δυστύχημα επισυνέβη εντός του εργοταξίου της ΕΠΕ. Το επόμενο ερώτημα που επιλαμβάνομαι αφορά τα καθήκοντα που είχε ο ενάγων κατά τον κρίσιμο χρόνο και δη κατά πόσο ήταν υπεύθυνος για εκπόνηση και εφαρμογή ασφαλούς συστήματος εργασίας. Αυτή την πτυχή της μαρτυρίας είχα υπόψη μου όταν ανέφερα ότι η μαρτυρία του ενάγοντα και του ΜΥ1 είναι διανθισμένη με υπερβολές και ότι έκδηλο είναι πως γνώμονας και των δύο ήταν η εξυπηρέτηση των συμφερόντων τους. Ο μεν ενάγων επιχείρησε να αποποιηθεί κάθε ευθύνης, ο δε ΜΥ1 χωρίς δεύτερη σκέψη και αναιτιολόγητα καταλόγισε στον ενάγοντα ευθύνες που δεν του ανήκαν. Κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ο ενάγων ήταν διευθυντικό στέλεχος της εναγομένης. Το άρθρο 9 της συμφωνίας εργοδότησης μεταξύ του ιδίου και της εναγομένης (τεκμήριο 1), παραθέτει λεπτομερώς το σύνολο των καθηκόντων του. Εστιάζω την προσοχή μου στο άρθρο 9.3 όπου αναφέρεται ότι· «Θα έχει κατά κύριον λόγον την ευθύνη και διεύθυνση του Ηλεκτρομηχανολογικού τμήματος της Εταιρείας στους τομείς των πισίνων, λιμνών, δεξαμενών, θέρμανσης και ψύξης οικιών και πισίνων, συντήρησης χημικών, συντριβανιών κτλ. στην Κύπρο και στο εξωτερικό.» Περαιτέρω στην υποπαράγραφο (ζ) του ίδιου άρθρου αναφέρεται ότι· «Επίβλεψη των εργασιών δια την εξασφάλιση ποιότητας και έγκαιρης παράδοσης.» Όλα τα πιο πάνω εναργώς αποκαλύπτουν τη σημασία της θέσης που κατείχε ο ενάγων. Ο χαρακτηρισμός της ως διευθυντική θέση, ως επίσης η αρμοδιότητα εποπτείας συγκεκριμένου τμήματος της εταιρείας, εν προκειμένω το ηλεκτρομηχανολογικό, και επίβλεψης της εξέλιξης των εργασιών, αποκαλύπτουν ότι είναι θέση μείζονος σημασίας. Πέραν βεβαίως των εξουσιών της θέσης, επιλέγει προσωπικόν (άρθρο 9.21), επιλέγει και προετοιμάζει τον υποδιευθυντή του τμήματος (άρθρο 9.22) και διάφορα άλλα, δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί ότι ο κάτοχος τούτης υπείχε και ευθύνης, αυτό άλλωστε τονίζει ο χαρακτηρισμός υπεύθυνη θέση. Για του λόγου το ασφαλές υποδεικνύω ότι το άρθρο 9.20 του τεκμηρίου 1, αναφέρει· «Θα κατευθύνει, επιμορφώνει, συντονίζει και διευθύνει το προσωπικό του τμήματος του μέσα στα πλαίσια του συμμετοχικού συστήματος διεύθυνσης.» Μπορεί να εισηγηθεί κανείς ότι η αναφορά σε επιμόρφωση του προσωπικού, εννοεί απλώς τεχνική επιμόρφωση ώστε οι δείκτες ποιότητας και ποσότητας να έχουν ανοδική πορεία. Είμαι βέβαιος ότι αυτή είναι μια παράμετρος επιμόρφωσης, σίγουρα όμως όχι η μόνη. Άλλη θεώρηση του θέματος μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ποιότητα και ποσότητα, καθώς επίσης κερδοφορία, δεν επιτυγχάνονται με απώλειες συνεπεία αμελούς συμπεριφοράς ή σφάλματος. Επαναλαμβάνω εδώ ότι ο ενάγων ήταν υπεύθυνος του ηλεκτρομηχανολογικού τμήματος. Όπως επεξήγησε ο ΜΥ2 ο οποίος υπάγετο σε αυτό το τμήμα, προϊστάμενός του, δηλαδή το πρόσωπο από το οποίο ελάμβανε οδηγίες, ήταν ο ενάγων. Ο ΜΥ2 επεξήγησε περαιτέρω ότι η φύση της εργασίας του είχε σχέση με εργοτάξια και ήταν χειρωνακτική. Υπό αυτή τη θεώρηση του πράγματος δυσκολεύομαι να αντιληφθώ πως η επιμόρφωση που αναφέρεται στο άρθρο 9.20 του τεκμηρίου 1 περιορίζεται μόνο σε τεχνικά θέματα και δεν επεκτείνεται και σε θέματα ασφάλειας στην εκτέλεση της εργασίας. Είμαι της γνώμης ότι εργασία, και δη χειρωνακτική, δεν μπορεί να διακριθεί ασφαλούς συστήματος εκτέλεσης. Κρίνω αναγκαίο να επαναλάβω εδώ εκείνο που ο ίδιος ο ενάγων ανέφερε, δηλαδή ότι σπούδασε μηχανολόγος μηχανικός. Από την άλλη το έγγραφο που επισυνάπτεται στο τεκμήριο 1, το οποίο τιτλοφορείται Job Description, αποκαλύπτει ότι ο ενάγων είχε εμπειρία δέκα ετών, εκ των οποίων τρία σε διευθυντική θέση. Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω δυσκολεύομαι να φανταστώ άλλον καταλληλότερο από τον ενάγοντα για να εξηγήσει στο προσωπικό του τμήματος που ο ίδιος διοικούσε τους βασικούς κανόνες ασφάλειας της εργασίας που καθημερινά εκτελούσαν. Λέγοντας ασφάλεια εννοώ πάντα θέματα συναφή με την εργασία του τμήματος που διοικούσε ο ενάγων και όχι πάσης φύσεως. Κρίνω λοιπόν ότι αυτό ήταν απόλυτη ευθύνη του ενάγοντα. Επιπλέον, η δημιουργία ασφαλούς συστήματος εργασίας, πάντα στο πλαίσιο του τμήματος που ήταν υπεύθυνος, δηλαδή η επιλογή κατάλληλων εργαλείων και υλικών, ενδεχομένως και ενδυμασίας, επίσης ήταν υποχρέωση του ενάγοντα. Επί του προκειμένου εμφανής ήταν η προσπάθεια του ενάγοντα να απαλλαγεί από οιανδήποτε ευθύνη και αυτό παρ' ότι ήταν ο υπεύθυνος του τμήματος, ο πλέον καταρτισμένος και το πρόσωπο που είχε υπό την επίβλεψη και έλεγχο του αριθμό υπαλλήλων. Αυτή η στάση του ενάγοντα αναδεικνύει την απροθυμία του να αποκαλύψει όλη την αλήθεια. Μόνιμη επωδός στη μαρτυρία του ήταν ότι η εταιρεία είχε διευθυντές εργοταξίου και ότι αυτό, δηλαδή η διεύθυνση του εργοταξίου, δεν ήταν δικό του καθήκον. Επί του προκειμένου απαντώ ότι αυτός ο ισχυρισμός, δηλαδή ότι ο ενάγων δεν ήταν διευθυντής του εργοταξίου και ότι η εν λόγω θέση είχε να κάνει, ως επί το πλείστον, με κατασκευαστικές εργασίες, είναι ορθός, εφόσον επιβεβαιώνεται τόσο που τον ΜΥ2 όσο και από τον ΜΥ
- Εν πρώτοις ο τελευταίος δέχεται ότι το ήμισυ των εργασιών της εναγομένης είναι κατασκευαστικής φύσης. Αφετέρου, ο ΜΥ2 με πάσα σαφήνεια ανέφερε ότι στο Πόρτο Καρράς διευθυντής παραγωγής και εργοταξίου ήταν ο Κούλλης Ρώζου. Είναι γι' αυτό το λόγο που δέχομαι τη θέση του ενάγοντα ότι δεν ήταν διευθυντής εργοταξίου και ότι αυτή η θέση είχε να κάνει με κατασκευαστικές εργασίες και δη την ευρύτερη ασφάλεια των εργαζομένων σε αυτές. Παρ' ότι αντιλαμβάνομαι ότι το αντικείμενο των δύο θέσεων, διευθυντής ηλεκτρομηχανολογικού τμήματος (βλ. τεκμήριο 1, άρθρο 9) και διευθυντής παραγωγής και εργοταξίου, διαφέρει, εκείνο που δεν κατανοώ και δεν αποδέχομαι από τη μαρτυρία του ενάγοντα είναι τον ισχυρισμό του ότι ουδεμία σχέση είχε με την ασφάλεια του προσωπικού. Για να γίνει κατανοητή η θέση μου, εις ανάδειξη του παραλόγου της θέσης του ενάγοντα, αντιστρέφω το επιχείρημα του τελευταίου, ότι υπεύθυνος για την ασφάλεια ήταν ο διευθυντής παραγωγής και εργοταξίου, λέγοντας το εξής· όπως ο ενάγων δεν γνώριζε από κατασκευαστικές εργασίες και συνεπώς δεν μπορούσε να επιβλέπει αυτό το τμήμα, άλλο τόσο ο διευθυντής παραγωγής και εργοταξίου δεν γνώριζε το ιδιαίτερο αντικείμενο του ενάγοντα, δηλαδή ηλεκτρομηχανολογικά, και συνεπώς δεν ήταν αρμόδιος να εφαρμόσει κανόνες ασφάλειας και σύστημα εργασίας στον τομέα του ενάγοντα. Σε αυτό τον τομέα φαινομενική (ostensible) εξουσία είχε ο ενάγων. Αυτός ήταν ο υπεύθυνος στον τομέα του και αυτός έπρεπε να μεριμνήσει τα του οίκου του. Εδώ είναι που έγκειται η απόκρυψη κάποιων γεγονότων από τον ενάγοντα και το αδικαιολόγητο της εμμονής του σε κατασκευαστικές εργασίες για τις οποίες οι πολιτικοί μηχανικοί γνωρίζουν περισσότερα από τον ίδιο. Επιπλέον, δεν μπορεί να μείνει ασχολίαστο ότι ο ενάγων δεν ήταν μόνο διευθυντής τμήματος της εναγομένης, ήταν και βασικός μέτοχος (βλ. τεκμήριο 1). Όπως δέχθηκε, ενίοτε ελάμβανε μέρος και στις συνεδριάσεις του διοικητικού συμβουλίου. Έχοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω ομολογώ ότι δεν αντιλαμβάνομαι πως ο ενάγων ουδέποτε παραπονέθηκε για την ασφάλεια και ουδέποτε εισηγήθηκε οποιαδήποτε μέτρα, όπως ο ίδιος δέχθηκε στην αντεξέταση, και εν τούτοις σήμερα είναι λαλίστατος και γνώστης του ποιος είχε την ευθύνη και γιατί. Υπό τις περιστάσεις, δηλαδή το μορφωτικό επίπεδό του και τη θέση που κατείχε στην εταιρεία, θα ανέμενε κανείς ότι η συμμετοχή του ήταν ουσιαστική, τουλάχιστον στα θέματα που τον αφορούσαν. Παρ' όλα ταύτα, δέχεται ότι ουδέποτε παραπονέθηκε, διατείνεται όμως ότι δεν ήταν δική του ευθύνη. Αυτή τη θέση του ενάγοντα δεν μπορώ να τη δεχτώ. Όπως έχει υποδειχθεί μέρος των εργασιών ήταν υπό την ευθύνη και επίβλεψή του και συνεπώς ήταν δική του υποχρέωση να θέσει κανόνες και να τους εφαρμόσει, ώστε οι υφιστάμενοι του τμήματός του να εργάζονται με ασφάλεια. Στο ίδιο όμως πλαίσιο αναδεικνύεται και το παράλογο του ισχυρισμού του ΜΥ1 ότι ο ενάγων ήταν ο υπεύθυνος ασφαλείας. Στη δική μου αντίληψη είναι εμφανές ότι ο ΜΥ1 επιχείρησε να φορτώσει τον ενάγοντα με πρόσθετα καθήκοντα που δεν αρμόζουν στη θέση που κατείχε, κατά τον ίδιο τρόπο που ο ενάγων επιχείρησε να απαλλαγεί κάθε καθήκοντος, ακόμη και εκείνων που συμφωνήθηκαν με το τεκμήριο
- Όπως προανέφερα, παρ' ότι δέχομαι πως ο ενάγων ήταν υπεύθυνος για την ασφάλεια του τμήματος που διοικούσε, αδυνατώ να αντιληφθώ πως στη δοσμένη περίπτωση ήταν υπεύθυνος για το σύνολο του εργοταξίου. Η θέση και μόνο του ΜΥ2 ότι υπεύθυνος εργοταξίου και παραγωγής ήταν ο Κούλλης Ρώζου, καταρρίπτει τον σχετικό ισχυρισμό. Από την άλλη, η παραδοχή του ΜΥ1 ότι το ήμισυ των εργασιών στο εργοτάξιο ήταν κατασκευαστικής μορφής, απογυμνώνει τον ισχυρισμό από το στοιχείο της λογικής και τον καθιστά έκπτωτο. Εν κατακλείδι, η κοινή θέση όλων ότι η παρουσία του ενάγοντα στο εργοτάξιο ήταν περιοδική και όχι μόνιμη, επίσης καταρρίπτει τον ισχυρισμό εφόσον το εργοτάξιο είναι ζωντανός οργανισμός, σύμφωνα πάντα με τον ΜΥ1, και η παρακολούθηση του σε καθημερινή βάση είναι επιβεβλημένη. Εδώ κρίνω σκόπιμο να σχολιάσω και τον άλλο ισχυρισμό του ΜΥ1 ότι πριν την ανάληψη του έργου, αλλά και μετά, επισκέφθηκε προσωπικά το εργοτάξιο ώστε να διαπιστώσει ότι τηρούνταν όλα τα προβλεπόμενα μέτρα ασφαλείας (βλ. τεκμήριο Β παράγραφο 5). Και σε αυτή τη θέση διαπιστώνω υπερβολή και προσπάθεια υπεκφυγής τυχόν υποχρεώσεων. Κατά την αντεξέταση αποκαλύφθηκε ότι η δική του έγνοια δεν ήταν η τήρηση των κανόνων ασφαλείας, ως άφησε να νοηθεί, αλλά η επισκόπηση του χώρου, ώστε να γνωρίζει αν είναι σε διάφορα επίπεδα ή σε ένα ενιαίο επίπεδο, αν είναι σε κρημνό και κατά πόσο χρειάζονται ειδικό εξοπλισμό, φερειπείν κιγκλιδώματα. Από τα πιο πάνω διαπιστώνεται ότι ο ΜΥ1 μετέβη στο εργοτάξιο όχι για να εξακριβώσει κατά πόσο ο εργολάβος τηρούσε κανόνες ασφαλείας, αλλά για να έχει ιδίαν γνώση των κατασκευών που θα διενεργούσαν. Άλλωστε το τεκμήριο 16, δηλαδή η συμφωνία που συνομολογήθηκε μεταξύ της ΕΠΕ και του Τοξότη Α.Τ.Ε., αποκαλύπτει ότι ο εργολάβος υποχρέωσε τον υπεργολάβο, δηλαδή την ΕΠΕ, να αναλάβει όλα τα αναγκαία μέτρα ασφαλείας. Κατ' επέκταση η εταιρεία του ΜΥ1, δηλαδή η ΕΠΕ ήταν εκείνη που θα αναλάμβανε τα μέτρα ασφαλείας και όχι το αντίστροφο. Καταλήγω λοιπόν ότι ο ΜΥ1 δεν μετέβη στο μέρος με σκοπό τη διαπίστωση του κατά πόσο ο εργολάβος, δηλαδή η Τοξότης Α.Τ.Ε. πληρούσε τους κανόνες ασφαλείας. Για όλους τους πιο πάνω λόγους καταλήγω ότι μέρος των καθηκόντων του ενάγοντα ήταν και η διαμόρφωση ασφαλούς συστήματος εργασίας, στην έκταση βεβαίως που αφορούσε το τμήμα στο οποίο ο ίδιος ήταν υπεύθυνος. Τελευταίο ζήτημα που απομένει να εξεταστεί είναι κατά πόσο στην προκείμενη περίπτωση η εναγομένη, ή καλύτερα η εταιρεία στην οποία η εναγομένη απέστειλε τον ενάγοντα για να εργαστεί, παρείχε κράνος. Καταλυτικής και καθοριστικής σημασίας είναι η αξιόπιστη μαρτυρία του ΜΥ
- Όπως ανέφερε, την επομένη του δυστυχήματος αντιλήφθηκε ότι στην αποθήκη που του υπέδειξε ο ενάγων υπήρχε κράνος το οποίο η εταιρεία παρείχε στους υπαλλήλους της. Παρεμβάλλω εδώ ότι η μαρτυρία του ΜΥ2 δεν είναι το μόνο στοιχείο. Όπως προανέφερα το περιεχόμενο του τεκμηρίου 16 αποκαλύπτει, εμμέσως, ότι η ΕΠΕ, δηλαδή η εταιρεία που ανέλαβε την εκτέλεση των σχετικών εργασιών, δεσμεύτηκε έναντι του εργολάβου, δηλαδή της Τοξότης Α.Τ.Ε., ότι θα θέσει και εφαρμόσει βασικούς κανόνες ασφάλειας. Στη δοσμένη περίπτωση όλοι συμφωνούν ότι η παροχή κράνους ασφαλείας ήταν ουσιαστικό και καθοριστικό μέτρο για την προστασία των εργαζομένων στο εργοτάξιο. Επιπλέον, ο ΜΥ2 ανέφερε ότι ενόσω εργαζόταν στο Μελίτον φορούσε κράνος γιατί εκεί ήταν οι μηχανικοί του εργολάβου και ήταν αυστηροί στην τήρηση των κανόνων ασφαλείας. Όλα τα πιο πάνω με οδηγούν στο συμπέρασμα ότι ορθή είναι και πάλι η θέση του ΜΥ2 και όχι άλλου. Η εταιρεία που ανέλαβε την εκτέλεση των εργασιών, δηλαδή η ΕΠΕ, παρείχε κράνος στους εργαζομένους στο εργοτάξιο. Επιπλέον, οι πολιτικοί μηχανικοί μεριμνούσαν για τήρηση του σχετικού κανόνα, δηλαδή χρήση προστατευτικού κράνους. Έχοντας απαντήσει όλα τα ερωτήματα που η προσκομισθείσα μαρτυρία ανέδειξε ως επίδικα ό,τι απομένει είναι η διακρίβωση της νομικής πτυχής της υπόθεσης και ακολούθως η υπαγωγή των διαπιστώσεων σε αυτήν. Η υφιστάμενη επί του θέματος νομολογία αποκαλύπτει ότι το κοινό δίκαιο, το οποίο τυγχάνει εφαρμογής δυνάμει του άρθρου 29
(1)(γ) του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/60, σε συνδυασμό με το άρθρο 51 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, προβλέπει ότι κάθε εργοδότης οφείλει στους εργοδοτούμενούς του εύλογη φροντίδα και ασφάλεια στην εργασία (βλ. Metalco (Heaters) Ltd v. Κ. Νεοφύτου κ.α.,
(1997)1Α Α.Α.Δ 211, 217 και L. P. Transbeton Ltd v. Κ. Σταύρου ν. Fysanco Development Ltd,
(2009)1Α Α.Α.Δ 304, 313). Ενδεικτικό εν προκειμένω είναι το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα Charlesworth, πιο πάνω, para 11-17, κάτω από τον τίτλο Elements of the duty· ". the employer' s duty needs to be considered under five seperate heads, which may frequently overlap: (
- i)to provide a safe place of work, including a safe means of access (
- ii)to employ competent employees and supervision· (iii) to provide and maintain adequate plant and appliances· (
- iv)to provide α safe system of work· and (
- v)other cases." Έχοντας αναφέρει όλα τα πιο πάνω δεν μπορώ να μην επισημάνω ότι στη δοσμένη περίπτωση η υπόθεση του ενάγοντα και συγκεκριμένα ο ισχυρισμός του περί αμέλειας της εναγομένης, εξαντλείται στη μη παροχή κράνους. Εύλογα μπορεί να αντιληφθεί κανείς ότι εφόσον αποτελεί διαπίστωση του Δικαστηρίου ότι η εταιρεία που ανέλαβε την εκτέλεση των εργασιών παρείχε κράνος, ως αναφέρθηκε από τον αξιόπιστο ΜΥ2, η αξίωση του ενάγοντα οδηγείται σε απόρριψη. Εν τούτοις, κρίνω σκόπιμο να εξηγήσω γιατί θεωρώ ότι η θέση που πρόβαλε ο ενάγων εξαντλείται στη μη παροχή κράνους και δεν αφορά οτιδήποτε άλλο. Επί του προκειμένου σχετική είναι η γραπτή δήλωση του ενάγοντα και συγκεκριμένα η παράγραφος 17, όπου αναφέρονται τα ακόλουθα· «Έχω την άποψη ότι το ρηθέν δυστύχημα και οι σωματικές βλάβες και ζημιές που έχω υποστεί προήλθαν από την αμελή συμπεριφορά και την παράβαση των καθηκόντων της AQUA MASTERS, αφού αυτή παρέλειψε να λάβει λογικά μέτρα για την ασφάλεια μου, δεν διατηρούσε ασφαλή το χώρο εργασίας μου και δεν εφάρμοζε ασφαλές σύστημα για την εργασία μου. Επίσης πιστεύω ότι η AQUA MASTERS παρέλειψε να επιδείξει την απαιτούμενη φροντίδα και επιμέλεια και με έθεσε σε κίνδυνο τον οποίο θα μπορούσε να προβλέψει και να περιορίσει. Σχετικά αναφέρω ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο η AQUA MASTERS δεν παρείχε προστατευτικά κράνη για το προσωπικό της, δεν εκπαίδευε τους υπαλλήλους της για τους ενδεχόμενους κινδύνους, ούτε υπήρχε διαδικασία τήρησης κανόνων ασφαλείας. Όσα προαναφέρω θεωρώ ότι ενισχύονται και από το γεγονός ότι η AQUA MASTERS δεν διέθετε κατά τον ουσιώδη χρόνο οποιαδήποτε σχετικά πιστοποιητικά επαγγελματικής ασφάλειας και υγείας ή ποιοτικής εκτέλεσης των εργασιών της, τύπου ISO. Συνακόλουθα, αρνούμαι κατηγορηματικά και απορρίπτω ως αναληθείς τους ισχυρισμούς της AQUA MASTERS που αναφέρονται στην παράγραφο 6 (Α) της Έκθεσης Υπεράσπισής της, αφού ουδέποτε η AQUA MASTERS παρείχε ή είχε στην διάθεσή μου ή στους υπολοίπους εργοδοτουμένους της, προστατευτικό κράνος.». Προσεκτική όμως εξέταση της μαρτυρίας αποκαλύπτει ότι ο ενάγων μόνο αφηρημένα ομιλεί για ασφαλές σύστημα εργασίας (safe system of work) και για παροχή ασφαλούς χώρου εργασίας (provide safe place of work). Πουθενά στη μαρτυρία που προσκομίστηκε δεν εντοπίζεται οτιδήποτε που να προσδιορίζει τι είναι εκείνο που όφειλε να γίνει ή να παρασχεθεί και δεν έγινε ή παρασχέθηκε. Επί του προκειμένου σχετική είναι η υπόθεση Κωνσταντίνου ν. The Cyprus Phassouri Plantations Co Ltd,
(1992)1Α Α.Α.Δ 720, 726, όπου υιοθετήθηκε το ακόλουθο απόσπασμα· "... the plaintiff must allege and prove specifically what is the defect in the system of which he complains. In other words, it is not sufficient that the system adopted was in fact unsafe, he must show something which could reasonably have been done or omitted which would have made the system reasonably safe and that this failure was the cause of his accident." Από το εν λόγω απόσπασμα είναι πρόδηλο ότι δεν νοείται αφηρημένη επίκληση εννοιών, αναγνωρισμένων κατά τα άλλα από τη νομολογία, φερειπείν ασφαλές σύστημα εργασίας και παροχή ασφαλούς χώρου εργασίας, δίχως να υποδεικνύεται ποια ήταν στην επίδικη περίπτωση η όλη κατάσταση και τι ήταν εκείνο που έπρεπε να γίνει και δεν έγινε. Ηχηρά αντηχούν εν προκειμένω τα λόγια του αείμνηστου Πογιατζή Δ. στην υπόθεση Δήμος Λεμεσού ν. Χρ. Χαραλάμπους
(1989)1E Α.Α.Δ 423, 435. Ό,τι αναφέρθηκε εκεί είναι πως· «Τι ακριβώς απαιτεί η λογική φροντίδα που πρέπει να επιδείξει ο εργοδότης στην κάθε περίπτωση είναι ερώτημα πραγματικό και όχι νομικό· για να απαντήσει δε το ερώτημα αυτό ο Δικαστής μπορεί να λάβει υπόψη του οποιαδήποτε εισήγηση που θα κρίνει με το κριτήριο της κοινής λογικής ότι συνάδει με τις ιδιαίτερες περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Σχετικό επί του προκειμένου είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του Λόρδου Denning στην υπόθεση Qualcast (Wolverhampton), Ltd v. Haynes [1959] 2 All E.R. 38, στις σελίδες 44 και 45, το οποίο έχει υιοθετηθεί από το Δικαστή Σαββίδη στην υπόθεση Ανδρέας Χαραλάμπους ν. Μετάλκο Λτδ.
(1982)1 Α.Α.Δ. 636: "... What did reasonable care demand of the employers in this particular case? That is not a question of law at all but a question of fact. To solve it, the tribunal of fact - be it judge or jury - can take into account any proposition of good sense that is relevant in the circumstances, but it must be ware not to treat it as a proposition of law. I may perhaps draw an analogy from the Highway Code. It contains many propositions of good sense which may be taken into account in considerating whether reasonable care has been taken, but it would be a mistake to elevate them into propositions of law."» Από το πιο πάνω απόσπασμα συνάγεται πως δεν νοείται διαπίστωση αμέλειας, δηλαδή μη επίδειξη εύλογης φροντίδας, δίχως σχετική διαπίστωση, δηλαδή εύρημα του Δικαστηρίου που να προκύπτει από το μαρτυρικό υλικό που προσκομίστηκε. Στη δοσμένη όμως περίπτωση η εισήγηση του ενάγοντα για αμέλεια της εναγομένης λάμπει δια της απουσίας γεγονότων. Η αναφορά σε γεγονότα νοείται πάντα γεγονότα άλλα από μη παροχή κράνους, ισχυρισμός που δεν έγινε πιστευτός και απορρίφθηκε. Υποδεικνύω περαιτέρω πως το τι εστί σύστημα εργασίας αναφέρεται στο σύγγραμμα Charlesworth, πιο πάνω. Στην παράγραφο 11-66, κάτω από τον τίτλο Meaning of system of work, αναφέρεται ότι·
- The organization,
- The way in which the work is intended to carried out,
- The giving of adequate instructions (especially to inexperienced workers),
- The sequence of events,
- The taking of precautions for the safety of the workers and at what stages,
- The number of persons required to do the job,
- The part to be taken by each of the various persons employed
- The moment of which they shall perform their respective tasks. Η πλευρά του ενάγοντα δεν προσκόμισε οιανδήποτε μαρτυρία που να αναφέρει οτιδήποτε γι' αυτό το σύστημα εργασίας. Το μόνο που επικαλέστηκε, και αυτό για την εναγομένη και όχι για την ΕΠΕ, είναι ότι η εναγομένη δεν παρείχε κράνος, δεν προέβαινε σε επιμορφωτικά σεμινάρια για την ασφάλεια και τέλος, δεν είχε εξασφαλίσει πιστοποιητικά ασφαλείας. Κρίνω βολικότερο να εξετάσω πρώτα τον τελευταίο ισχυρισμό, δηλαδή τα πιστοποιητικά ασφαλείας. Ο ενάγων ακροθιγώς υποστήριξε ότι η εναγομένη δεν ήταν κάτοχος πιστοποιητικών ασφάλειας, ήτοι· ISO και Hazzard. Κρίνω πως η εν λόγω θέση, δίχως οτιδήποτε περαιτέρω, δεν ικανοποιεί τις απαιτούμενες λεπτομέρειες και σίγουρα δεν αποδεικνύει απόκλιση από το κριτήριο εύλογης φροντίδας. Υποδεικνύεται ότι δεν αποτελεί δικαστική γνώση ποιες είναι οι υποχρεώσεις που χρειάζεται να πληρωθούν για εξασφάλιση των εν λόγω πιστοποιητικών. Ούτε το μαρτυρικό υλικό αποκαλύπτει τούτες τις προϋποθέσεις, ώστε να καταστεί το Δικαστήριο κοινωνός τούτων. Από την άλλη, ακόμη και αν οι σχετικές προϋποθέσεις ενέπιπταν στη σφαίρα δικαστικής γνώσης, δεν σημαίνει ότι η μη εξασφάλιση των σχετικών πιστοποιητικών θα οδηγούσε, δίχως άλλο, σε συμπέρασμα αμέλειας. Εξασφάλιση τέτοιων πιστοποιητικών δημιουργεί μαχητό τεκμήριο ότι ο κάτοχος τους έχει τη δυνατότητα να θέσει σε εφαρμογή ασφαλές σύστημα εργασίας και να παράσχει ασφαλή χώρο εργασίας. Τίποτα περαιτέρω δεν αποδεικνύει. Στον αντίποδα η μη εξασφάλιση τέτοιων πιστοποιητικών δεν σημαίνει αυτομάτως απόδειξη αμέλειας. Η συνταγματική επιταγή για απόδειξη της κατηγορίας δεν αίρεται. Ό,τι αποκαλύπτει το εν λόγω στοιχείο, δηλαδή το γεγονός ότι ο εναγόμενος δεν κατέχει τα εν λόγω πιστοποιητικά ασφαλείας, ισούται με περιστατική μαρτυρία η οποία συνυπολογίζεται με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό. Από μόνο του δεν αποκαλύπτει αμέλεια. Επανερχόμενος στο τι τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου δεν μπορώ να μην επισημάνω ότι καμία μαρτυρία τέθηκε ενώπιον μου για τον ευρύτερο χώρο του εργοταξίου και εννοώ του εργοταξίου που ελεγχόταν από τον κυρίως εργολάβο, δηλαδή την Τοξότης Α.Τ.Ε.. Όλως παραδόξως καμία μαρτυρία τέθηκε ενώπιον μου και για τον χώρο από τον οποίο προήλθε η πέτρα και υπό ποιες περιστάσεις έγινε τούτο. Επισκόπηση της μαρτυρίας αποκαλύπτει ότι δεν απασχόλησε το ευρύτερο περιβάλλον του χώρου όπου τραυματίστηκε ο ενάγων. Αναφέρω τούτο γιατί όπως έχει ήδη υποδειχθεί η ευθύνη εργοδότη δεν περιορίζεται στο υποστατικό που κατέχει, επεκτείνεται και στα υποστατικά που ελέγχει ο εργολάβος, εφόσον αυτά είναι που χρησιμοποιούνται και από τους υπαλλήλους του υπεργολάβου ώστε να εκτελέσουν τη δική τους εργασία. Ενδεικτική εν προκειμένω είναι η υπόθεση Smith v. Vange Scaffolding & Engineering Co Ltd
(1970)1 W.L.R. 733 στην οποία εκείνο που απασχόλησε, μεταξύ άλλων, είναι πως ο χώρος εργασίας του εργολάβου ήταν ασυνήθιστα ακατάστατος. Σε τέτοια περίπτωση πέραν από το σύστημα εργασίας του εργοδότη, σύστημα που αναμένεται να εξουδετερώνει προβλεπτούς κινδύνους, σημασία έχει και ο χώρος όπου θα εκτελεστεί η εργασία. Γι' αυτό το ζήτημα η πλευρά του ενάγοντα δεν ανέφερε οτιδήποτε. Δεν προσκόμισε μαρτυρία που να επεξηγεί πώς η πέτρα κατέληξε στο κεφάλι του ενάγοντα και αν αυτό το γεγονός είναι αποτέλεσμα αμέλειας κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του εργολάβου ή άλλου. Για να γίνει κατανοητή η θέση μου υποδεικνύω ότι άγνωστο παραμένει αν η πτώση της πέτρας ήταν εγκληματική ενέργεια, φερειπείν ρίξιμο δια προθέσεως, ή αμέλεια. Δεν υποστηρίζω ότι ηγέρθηκε τέτοιο ζήτημα, αναδεικνύω όμως ότι άγνωστο παραμένει κατά πόσο στο σημείο από το οποίο έφυγε η πέτρα υπήρχε φράκτης ή όχι, ή αν τη δεδομένη στιγμή εργάζονταν άτομα σε εκείνο το χώρο. Το ίδιο ισχύει και για το εάν η ρήψη αντικειμένων στον εν λόγω χώρο ήταν ή όχι συνηθισμένη πρακτική και από ποιόν. Αν ναι, υπήρχαν σχετικές σημάνσεις που να προειδοποιούν για τέτοιο συμβάν, ή έστω ότι σε συγκεκριμένες ώρες λαμβάνει χώραν; Ενημερώθηκαν γι' αυτό οι υπάλληλοι της εναγομένης; Τίποτα απ' όλα αυτά τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Αν αναφέρω αυτά είναι για να καταδείξω ότι δεν απασχόλησαν τη μαρτυρία που προσκομίστηκε. Παρεμβάλλω εδώ ότι η πλευρά του ενάγοντα μεταχειρίστηκε το όλο ζήτημα ως εάν να ίσχυε το γνωστό δόγμα res ipsa loguitur (το πράγμα ομιλεί αφ' εαυτού). Δεν είναι όμως αυτή η περίπτωση. Ο λόγος έγκειται στο ότι το επικίνδυνο αντικείμενο, εν προκειμένω η πέτρα, δεν έφυγε από περιοχή που ελέγχετο από την εναγομένη και αυτό γιατί η σχέση της εναγομένης με την όλη υπόθεση έγκειται στο ότι κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ο ενάγων ήταν εργοδοτούμενός της και όχι γιατί η ίδια ήταν η κάτοχος του εργοταξίου. Περαιτέρω, όλοι συμφωνούν ότι η πέτρα έφυγε από χώρο που δεν βρισκόταν υπό τον έλεγχο της ΕΠΕ. Κατ' επέκταση δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει το σχετικό δόγμα, δηλαδή ότι η ζημία προκλήθηκε από ιδιοκτησία επί της οποίας ο εναγόμενος έχει πλήρη έλεγχο. (βλ. Αθανασίου κ.α. ν. Κουνούνη
(1997)1Β Α.Α.Δ. 614, 628, και άρθρο 55, Κεφ. 148). Για δε το σύστημα εργασίας, είτε της εναγομένης είτε της εταιρείας που ήταν εργολάβος του έργου, η μαρτυρία τηρεί σιγήν ιχθύος. Υπήρχε ή όχι σύστημα, ποιο ήταν αυτό και τι περιλάμβανε; Τίποτα απ' όλα αυτά απαντάται από τη μαρτυρία. Εν πάση περιπτώσει, σε ότι αφορά την εναγομένη καταλήγω ότι το πρόσωπο που όφειλε να εκπονήσει και εφαρμόσει τούτο το σύστημα ήταν ο ενάγων. Η εν λόγω διαπίστωση περιορισμένη πάντα στα θέματα που αφορούν το τμήμα του ενάγοντα, ηλεκτρομηχανολογικό, και όχι άλλο. Η εμπειρία του, οι γνώσεις του, καθώς και η θέση που κατείχε, διευθυντής τμήματος με υποχρέωση την επίβλεψη των εργασιών και την αναβάθμιση της ποιότητας τούτων, εναποθέτουν στους δικούς του ώμους την επιλογή του κατάλληλου προσωπικού, την επιμόρφωση τούτου, τη χορήγηση κατάλληλων εργαλείων και υλικών, κατά τον ίδιο τρόπο που ο ίδιος κάθε φορά επέλεγε τον τάδε ή τον δείνα υπάλληλο να εκτελέσει κάποια εργασία γιατί θεωρούσε ότι ήταν ο καταλληλότερος, ή ακόμη συγκεκριμένο αριθμό προσώπων για να εργαστούν σε κάποιο έργο και όχι περισσότερους. Είμαι της γνώμης ότι σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και η παροχή και αναζήτηση κράνους. Ο ενάγων ήταν ο καταλληλότερος να αποφασίσει εάν υπό τις περιστάσεις χρειαζόταν κράνος ή όχι, κατά τον ίδιο τρόπο που θα αποφάσιζε και τι εργασίες θα εκτελούντο. Δεν πρέπει να λησμονείται ότι ο λόγος που ο ενάγων και ο ΜΥ2 βρέθηκαν στον επίδικο χώρο ήταν γιατί ο πρώτος έδιδε οδηγίες στον δεύτερο αναφορικά με τις εργασίες που θα εκτελούσε. Αυτή και μόνο η θέση συνιστά μια εκ των παραμέτρων του συστήματος εργασίας. Οι υπόλοιπες αφορούν τους κανόνες ασφαλείας που σχετίζονται με τα μέσα που θα εκτελείτο η εργασία και την επιβεβαίωση ότι τηρούντο. Ο υπεύθυνος λοιπόν του τμήματος, εδώ ο ενάγων, όφειλε να αναγνωρίσει τον κίνδυνο από πτώση αντικειμένων και να τον εξουδετερώσει. Εν τούτοις δεν έπραξε το καθήκον του ως υπεύθυνος και ανέμενε άλλους να εκτελέσουν τις δικές του υποχρεώσεις. Καταλήγω λοιπόν ότι για όλα τα πιο πάνω καμία μαρτυρία τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Οι σχετικοί ισχυρισμοί δεν πλαισιώθηκαν από μαρτυρία και αφέθηκαν μετέωροι στη σφαίρα της εικασίας. Το μόνο σχετικό που ειπώθηκε και από τις δύο πλευρές είναι ότι η ΕΠΕ όφειλε να παρέχει κράνος. Όλοι οι εμπλεκόμενοι, ενάγων, ΜΥ1 και ΜΥ2, συμφωνούν ότι το κράνος ήταν το πλέον σημαντικό μέτρο προστασίας. Επί τούτου δεν έχω καμία αμφιβολία να δεχτώ τη σχετική θέση. Παρ' ότι δεν επιχειρήθηκε επεξήγηση της ευρύτερης εικόνας του εργοταξίου, εφόσον λέχθηκε απ' όλους ότι στο μέρος διενεργούντο κατασκευές, και μάλιστα ξενοδοχειακής μονάδας, εύλογο είναι να υποθέσει κανείς ότι κατασκευάζονταν διάφορα επίπεδα, χρησιμοποιούντο βαριά υλικά και επιπλέον, ουδείς μπορεί να αποκλείσει την πτώση αντικειμένων, έστω συνεπεία αμέλειας. Ως εκ τούτου, δέχομαι ότι η παροχή κράνους ήταν αναγκαίο μέτρο ώστε ο εργοδότης να ικανοποιήσει το καθήκον του για εύλογη φροντίδα. Στην προκείμενη όμως περίπτωση κρίνω ότι ο εργοδότης απέσεισε τούτο το καθήκον εφόσον παρείχε κράνος. Επιπλέον, από τη μαρτυρία του ΜΥ2 διαπιστώνω ότι ο εργοδότης ικανοποίησε και την άλλη υποχρέωσή του, δηλαδή ότι μεριμνούσε όπως οι εργαζόμενοι συμμορφώνονται με αυτό τον κανόνα ασφαλείας. Αυτό γιατί σύμφωνα με τον ΜΥ2 οι πολιτικοί μηχανικοί ήταν αυστηροί και ζητούσαν απ' όλους να φοράνε το κράνος τους. Για όλους τους πιο πάνω λόγους καταλήγω ότι ο ενάγων απέτυχε να αποδείξει ότι η εναγομένη ήταν αμελής, δηλαδή ότι δεν εκπλήρωσε το καθήκον που είχε έναντί του ως εργοδότρια, δηλαδή να του παρέχει ασφαλή χώρο εργασίας και ασφαλές σύστημα εργασίας. Παρ' ότι ο ενάγων απέτυχε να αποδείξει την υπόθεσή του η δικανική διερεύνηση δεν ολοκληρώνεται. Εφόσον πάντα υπάρχει η πιθανότητα ανατροπής των ευρημάτων του Δικαστηρίου, κρίνω ορθό να παραθέσω την άποψή μου αναφορικά με αποζημίωση τούτου και τυχόν συντρέχουσα αμέλεια. Κατ' επανάληψη έχει λεχθεί ότι οι αποζημιώσεις που επιδικάζονται για σωματικές βλάβες έχουν αυξητική τάση ώστε να ανταποκρίνονται στην αξία του χρήματος η οποία μειώνεται (βλ. Ταμπούρας v. Κολάνη
(2008)1Α Α.Α.Δ.384). Η δε αποζημίωση που έχει επιδικαστεί σε προηγούμενες υποθέσεις δεν αποτελεί αυστηρό νομικό προηγούμενο εφόσον δύσκολα εντοπίζονται πανομοιότυποι τραυματισμοί σε πρόσωπα που έχουν τις ίδιες περιστάσεις και ανάγκες (βλ. G & L Calibers Ltd v. Λεμεσιανού
(2003)1Β Α.Α.Δ.948). Η νομολογία μας αναγνωρίζει ότι όπου διαπιστώνεται ανάγκη μελλοντικής επέμβασης, το ποσό τούτης επιδικάζεται ως μέρος των γενικών αποζημιώσεων (βλ. Φιλίππου ν. Μιχαήλ
(1997)1Α Α.Α.Δ. 540, 544). Ως εκ τούτου, εφόσον στη δοσμένη περίπτωση η διενέργεια μελλοντικής εγχείρησης και το κόστος τούτης συνιστά παραδεχτό γεγονός, ευθαρσώς δηλώνω ότι το εν λόγω ποσό, δηλαδή €28.000, θα αποτελέσει μέρος των γενικών αποζημιώσεων που θα επιδικαστούν. Σε αριθμό αποφάσεων έχει λεχθεί ότι η αποτίμηση των γενικών αποζημιώσεων είναι το πλέον άχαρο έργο του Δικαστηρίου. Αυτό γιατί το Δικαστήριο καλείται να εκτιμήσει τον ανθρώπινο πόνο και ταλαιπωρία σε χρηματική μορφή. Το δικαίωμα στη ζωή και η σωματική ακεραιότητα, ύψιστα αγαθά, κατοχυρωμένα από τον υπέρτατο νόμο της πολιτείας το Σύνταγμα, δεν συμβιβάζονται και δεν συγκρίνονται με το χρήμα. Εν τούτοις, αυτή η προσέγγιση αποτελεί την πλέον εφικτή απάμβλυνση, έστω οικονομική, τυχόν επιβαρύνσεων που αναμένεται να προκύψουν στο μέλλον, αλλά και ως εκτίμηση της ταλαιπωρίας και του πόνου που προκάλεσε το δυστύχημα. Σε αυτό το πλαίσιο και πάντα υπό το φως των γνωματεύσεων των δύο ιατρών, το περιεχόμενο των οποίων συνιστά κοινό έδαφος, είμαι της γνώμης ότι η θέση της πλευράς του ενάγοντα είναι πιο κοντά στην πραγματικότητα, απ' ότι η θέση της υπεράσπισης. Η υπόθεση Ψαρά ν. Μούσκου, Πολ. Έφ. 264/07, ημερομ. 23.07.2012, που επικαλείται ο ενάγων, είναι όντως σχετική. Δεν παραγνωρίζω ότι σε εκείνη την περίπτωση οι τραυματισμοί που υπέστη το θύμα, ήταν πολλαπλοί και κάπως σοβαρότεροι από τον τραυματισμό που υπέστη ο ενάγων στη δοσμένη περίπτωση. Εν τούτοις, πλην της τραχειοτομής που υπέστη εκεί το θύμα και το ότι ανέπτυξε διαβήτη που όμως ξεπέρασε, κατά τα λοιπά η σοβαρότητα του τραυματισμού, η ταλαιπωρία που υπέστησαν και οι δυο, το οστικό έλλειμμα και το επακόλουθο των επιληπτικών κρίσεων, είναι κοινό και στις δύο υποθέσεις. Κατ' επέκταση το ποσό των γενικών αποζημιώσεων που επιδικάστηκε στην υπόθεση Ψαρά, ήτοι €63.000, είναι ενδεικτικό και σχετικό για την αντιμετώπιση που πρέπει να τύχει εδώ ο ενάγων. Δεν παραγνωρίζεται ακόμη ότι ο ενάγων είναι περί τα 10 χρόνια νεότερος απ' ότι το θύμα στην υπόθεση Ψαρά, στοιχείο που επενεργεί υπέρ της αύξησης των αποζημιώσεων. Προτού όμως ολοκληρώσω αυτή την πτυχή κρίνω σκόπιμο να υποδείξω ότι η υπόθεση Ψαρά εκδόθηκε την 23.07.2012. Στην υπόθεση A. Panayides Contracting Ltd v. Χαραλάμπους
(2004)1 Α.Α.Δ. 416, 440, επαναλήφθηκε ότι το χρήμα πάσχει από την ατέλεια της μείωσης αλλά αυτό το γεγονός δεν πρέπει να επενεργεί προς επαύξηση των αποζημιώσεων. Το ποσό που επιδικάζεται πρέπει να είναι κοινωνικά αποδεκτό. Ο λόγος δια τον οποίο αναφέρω αυτά είναι γιατί είμαι της γνώμης πως σήμερα, μετά την απόφαση του Eurogroup της 16ης Μαρτίου 2013 και τις επάλληλες τούτης επιπτώσεις (για το ιστορικό, τις επιπτώσεις και τη δικαστική τούτων γνώση, σχετική είναι η υπόθεση Χριστοδούλου κ.α. ν. Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου κ.α., Υποθέσεις 551/13 κ.α., ημερομ. 07.06.2013, η αξία του χρήματος δεν είναι η ίδια με εκείνη που ήταν πριν την 16.03.
- Σήμερα το ποσό των €63.000, ήτοι η αποζημίωση που επιδικάστηκε στην υπόθεση Ψαρά, έχει μεγαλύτερη αξία απ' εκείνη που είχε το 2012, όταν δηλαδή εκδόθηκε η απόφαση. Οι πρόνοιες των νόμων· περί Έκτακτης Εισφοράς Αξιωματούχων της Κρατικής Υπηρεσίας και του Ευρύτερου Δημόσιου Τομέα, Ν.112(Ι)/2011και περί Συνταξιοδοτικών Ωφελημάτων Κρατικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων του Ευρύτερου Δημόσιου Τομέα, Ν.113(Ι)/2011, αποκαλύπτουν του λόγου το ασφαλές εφόσον θεσμοθέτησαν μειώσεις μισθών που υπερβαίνουν το 10%. Οι σχετικές νομοθεσίες δεν είναι οι μόνες. Οι μειώσεις μισθών επεκτάθηκαν στο σύνολο της κυπριακής κοινωνίας. Αυτή και μόνο η διαπίστωση αποκαλύπτει ότι υπό τις περιβάλλουσες οικονομικές περιστάσεις, το ποσό που επιδικάστηκε το 2012 ή ακόμη το 2013 πριν την απόφαση του Eurogroup, μειωμένο όμως περί το 10%, είναι εκείνο που ανταποκρίνεται στη σημερινή πραγματικότητα. Ως εκ των πιο πάνω, αν η αγωγή του ενάγοντα ήθελε επιτύχει, επί πλήρους ευθύνης θα επιδίκαζα το ποσό των €54.000, γενικές αποζημιώσεις, πλέον €28.000, δηλαδή το κόστος της μελλοντικής επέμβασης. Επί πλήρους ευθύνης το ποσό των γενικών αποζημιώσεων που θα επιδικάζονταν θα ήτο €82.
- Ό,τι απομένει να εξεταστεί είναι η τυχόν συντρέχουσα αμέλεια του ενάγοντα. Κριτήριο είναι η λογική και η κοινή εμπειρία (βλ. Αλεξάνδρου ν. Θεόδωρος Κυριάκου & Υιοί Λτδ
(1997)1Α Α.Α.Δ. 506.517). Είναι αντιληπτό ότι για να οδηγηθούμε σε αυτό το στάδιο προϋπόθεση είναι να επιτύχει η αξίωση του ενάγοντα, γεγονός που σημαίνει ανατροπή των ευρημάτων ότι η εναγομένη παρείχε κράνος και ότι ο ενάγων ήταν υπόχρεος να εκπονήσει και εφαρμόσει σύστημα ασφαλείας. Σε αυτό λοιπόν το στάδιο εκλαμβάνω ως δεδομένο ότι η εναγομένη δεν παρείχε κράνος και ότι ο ενάγων δεν ήταν υπεύθυνος για εφαρμογή ασφαλούς συστήματος εργασίας. Εν τούτοις δεν είναι άμοιρος ευθυνών. Πρόκειται για μορφωμένο πρόσωπο, πτυχιούχο πανεπιστημίου, και μάλιστα διευθυντή του συγκεκριμένου τμήματος της εναγομένης. Ο ρόλος του και οι υποχρεώσεις του συμπυκνώνονται στη σύμβαση εργοδότησης και συγκεκριμένα στην αναφορά ότι θα επιβλέπει τις εργασίες δια την εξασφάλιση της ποιότητας. Δυνάμει αυτών των δεδομένων δεν μπορώ να αντιληφθώ πως δέχθηκε, και πολύ περισσότερο ανέχθηκε, να εκτεθεί ο ίδιος, αλλά και να εκθέσει τους εργαζόμενους στο τμήμα του, όπως ήταν ο ΜΥ2, σε τέτοιο κίνδυνο. Θα ανέμενε κανείς ότι υπό αυτές τις περιστάσεις ο ενάγων όφειλε να αναζητήσει κράνος από τον άμεσα υπεύθυνο και εν ανάγκη να αρνηθεί την εκτέλεση της εργασίας. Κρίνω πως το γεγονός ότι δεν έπραξε τοιουτοτρόπως και απλώς προχώρησε να εκτελέσει την εργασία, συνέτεινε στην πρόκληση του δυστυχήματος εξίσου με την πέτρα που τον κτύπησε. Ιδιαίτερη βαρύτητα αποδίδω στο μορφωτικό επίπεδο του ενάγοντα, την προηγούμενη εμπειρία του καθώς ότι δεν ήταν μόνο διευθυντής τμήματος αλλά και βασικός μέτοχος της εναγομένης. Ως εκ των πιο πάνω, στον ενάγοντα καταλογίζω το ήμισυ της ευθύνης (50%), για τη ζημία που έχει υποστεί. Συνακόλουθα, αν η αξίωση του ενάγοντα ήθελε επιτύχει θα επιδίκαζα αποζημιώσεις ύψους €41.000, δηλαδή το ήμισυ του ποσού των €82.000 που θα επιδικαζόταν επί πλήρους ευθύνης. Εν πάση όμως περιπτώσει, για όλους τους λόγους που πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω η αξίωση του ενάγοντα απορρίπτεται. Επιπλέον, ο ενάγων να καταβάλει στην εναγομένη τα έξοδα της διαδικασίας, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........... Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΔ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο