← Κύπρος

VLL GROUP JSC ν. CR ROGIROS CONSTANTINOU ELECTRICAL CONTRACTOR LTD, Αρ. Αγωγής: 7091/10, 8/10/2013

VLL GROUP JSC ν. CR ROGIROS CONSTANTINOU ELECTRICAL CONTRACTOR LTD, Αρ. Αγωγής: 7091/10, 8/10/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:A340 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Καουτζάνη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 7091/10 Μεταξύ: VLL GROUP JSC Εναγόντων και CR ROGIROS CONSTANTINOU ELECTRICAL CONTRACTOR LTD Εναγομένων ------------------------- Αίτηση ημερομηνίας 16.5.2013 για τροποποίηση της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης Ημερομηνία: 8 Οκτωβρίου 2013. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους αιτητές-εναγόμενους: κα Ο. Σαμπάζοβα για Α. Καρεκλά. Για τους καθ' ων η αίτηση-ενάγοντες: κ. Χρ. Χριστοδούλου για Ανδρέας Νεοκλέους & Σία ΔΕΠΕ. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αίτηση οι αιτητές ζητούν διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να επιτρέπεται η τροποποίηση της υπεράσπισης και ανταπαίτησης, δυνάμει του αιτητικού Α, ως εξής: «Άδεια τροποποίησης της Έκθεσης Υπερασπίσεως και Ανταπαιτήσεως ως ακολούθως:
  2. i)Η παράγραφος 15 της Έκθεσης Υπερασπίσεως και Ανταπαιτήσεως να γίνει 15 (α). Να προστεθεί αμέσως μετά της ως άνω παραγράφου η παράγραφος 15 (β). 15.(β) Περαιτέρω και/ή επιπρόσθετα και/ή διαζευκτικά οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται, ότι το ποσό των €198.219,66 καταβλήθηκε σταδιακά από τους Εναγόμενους στον διευθυντή της εταιρείας «ROKYDAKA CYPRUS LTD» κύριο Raimondas Kaminskas ο οποίος εμφανιζόταν και ως μέτοχος και/ή εκπρόσωπος και/ή αντιπρόσωπος των Εναγόντων, ο οποίος πλήρωνε τα έξοδα και/ή εξοφλούσε τις υποχρεώσεις των Εναγόντων έναντι των Εναγομένων όπως αυτές αναφέρονται πιο πάνω στην παράγραφο 15 (α) της Έκθεσης Υπερασπίσεως και Ανταπαιτήσεως.
  3. ii)Μεταξύ των παραγράφων 17 και 18 να προστεθεί νέα παράγραφος με τον αριθμό 18 και οι παράγραφοι με τον αριθμό 18 και 19 να αναριθμηθούν ως παράγραφοι 19 και 20. 18. Οι Εναγόμενοι αρνούνται το περιεχόμενο των παραγράφων 27 και 28 και επαναλαμβάνουν την Υπεράσπισή τους, όπως αυτή αναφέρεται στις παραγράφους 15 (α), (β) και 16 της Έκθεσης Υπερασπίσεως και Ανταπαιτήσεως.» Με το αιτητικό Β της αίτησης οι αιτητές ζητούν όπως τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα της αγωγής. Νομική βάση της αίτησης αποτελούν οι θεσμοί της Πολιτικής Δικονομίας Δ.25 θ. 1 και Δ.48 θ. 2. Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Ρογήρου Κωνσταντίνου, ίδιας ημερομηνίας, ο οποίος, ως αναφέρει, υπό την ιδιότητά του ως διευθυντής των εναγομένων, έχει προσωπική γνώση των γεγονότων και εγγράφων της υπόθεσης και είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος να προβεί στην ένορκή του δήλωση, έχοντας και τη νομική συμβουλή των δικηγόρων που εκπροσωπούν τους εναγόμενους. Με τη θέση ότι, οι αιτούμενες τροποποιήσεις είναι αναγκαίες για να αποδοθεί δικαιοσύνη εφόσον εκ παραδρομής δεν είχαν συμπεριληφθεί στην αρχική Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση και δεν θα προξενήσουν οποιαδήποτε ζημιά στους ενάγοντες, η οποία δεν μπορεί να αποζημιωθεί με χρήματα, ο ενόρκως δηλών ζητά την έγκριση της αίτησης. Στην ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης των καθ' ων η αίτηση-εναγόντων που καταχωρήθηκε στις 11.6.2013 και βασίζεται στους Θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας Δ.20 θ. 1, Δ.25 θ.θ. 1-5, Δ.26 και Δ.48 θ.θ. 1-4, 7 και 9, καθώς και στην πρακτική και στην εγγενή εξουσία του Δικαστηρίου, προβάλλονται οι ακόλουθοι λόγοι ένστασης: Ø η αίτηση είναι παράτυπη και/ή αντικανονική και/ή νομικά και πραγματικά αστήρικτη Ø οι αιτητές δεν νομιμοποιούνται σύμφωνα με τους σχετικούς νόμους και/ή τους διαδικαστικούς κανονισμούς να καταχωρήσουν τέτοια αίτηση Ø δεν υπάρχει εκ πρώτης όψεως ούτε ίχνος δικαιολογίας για την τόσο μεγάλη καθυστέρηση στην καταχώρηση της αίτησης, εφόσον από το περιεχόμενό της προκύπτει ότι τα γεγονότα που την υποστηρίζουν ήταν σε γνώση των αιτητών εδώ και χρόνια Ø η έκδοση του αιτουμένου διατάγματος αντιβαίνει προς την ορθή απονομή της δικαιοσύνης Ø η αίτηση αποσκοπεί στην καταχρηστική απασχόληση του δικαστικού χρόνου και/ή στην καθυστέρηση στην απονομή της δικαιοσύνης Ø η αίτηση είναι παντελώς αδικαιολόγητη, εκπρόθεσμη και/ή χωρίς νομικό και/ή πραγματικό έρεισμα εφόσον έχει διαρρεύσει κάθε εύλογο χρονικό διάστημα από την καταχώρηση της Υπεράσπισης, δηλαδή από τις αρχές του 2011, εντός του οποίου οι αιτητές είχαν δυνατότητα και/ή ευχέρεια να προβούν στην καταχώρηση τέτοιας αίτησης Ø οι αιτητές μέχρι και σήμερα δεν έχουν συμμορφωθεί με οδηγίες του Δικαστηρίου για την καταχώρηση ένορκης δήλωσης αποκάλυψης εγγράφων με πρόθεση να καθυστερήσουν την ολοκλήρωση της διαδικασίας Ø με την υπό κρίση αίτηση επιχειρείται να «εισαχθούν» με λανθασμένο και/ή παράτυπο τρόπο στην υπόθεση τρίτα πρόσωπα, χωρίς να είναι διάδικοι Ø το Δικαστήριο θα πρέπει να μην ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ των αιτητών αλλά να απορρίψει την αίτηση με έξοδα εναντίον τους Ø η αίτηση δεν έγινε καλόπιστα και/ή θα επηρεάσει ανεπανόρθωτα τα δικαιώματα των καθ' ων η αίτηση εφόσον καταχωρήθηκε μετά τον ορισμό της αγωγής αρκετές φορές για ακρόαση Ø οι ισχυρισμοί που επιζητούν να εισάξουν οι εναγόμενοι είναι παντελώς άσχετοι με τα επίδικα θέματα της αγωγής και δεν εξειδικεύεται ούτε αναφέρεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση, με ποιο τρόπο οι εν λόγω ισχυρισμοί συνδέονται με τα επίδικα θέματα και/ή την ουσία της αγωγής Ø οι αιτητές δεν εξειδικεύουν οποιοδήποτε στοιχείο ανάγκης τροποποίησης της Υπεράσπισης Ø με την υπό κρίση αίτηση εισάγονται νέοι αβάσιμοι και/ή λανθασμένοι και/ή αναληθείς και/ή ανυποστήρικτοι ισχυρισμοί με αποτέλεσμα τη μεταβολή σε μεγάλο βαθμό της υπάρχουσας Υπεράσπισης με αναπόφευκτο αποτέλεσμα τον επαναπροσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων και τη μετατροπή των καταχωρηθέντων ήδη δικογράφων και Ø δεν υπάρχουν ούτε απεκαλύφθησαν επαρκείς λόγοι και/ή στοιχεία που να καταδεικνύουν το ουσιώδες και/ή τη χρησιμότητα και/ή την αναγκαιότητα της αιτούμενης τροποποίησης. Την ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης συνοδεύει ένορκη δήλωση ίδιας ημερομηνίας της Σταυρούλας Ανδρέου, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τους ενάγοντες, η οποία, ως αναφέρει, γνωρίζει καλά τα γεγονότα της υπόθεσης προσωπικά και έχοντας ενημερωθεί από συνάδελφό της δικηγόρο που χειρίζεται την υπόθεση, είναι δε δεόντως εξουσιοδοτημένη να προβεί στην ένορκή της δήλωση από τους διευθυντές των εναγόντων, οι οποίοι είναι μόνιμοι κάτοικοι εξωτερικού, διαμένοντας στη Λιθουανία και υπήρχαν ως εκ τούτου αντικειμενικές δυσκολίες να προβούν σε ένορκη δήλωση για την υπόθεση. Με αναφορά στη μέχρι τώρα πορεία της αγωγής, επισημαίνοντας ότι το ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα καταχωρήθηκε στις 13.8.2010 και επιδόθηκε στους εναγόμενους περί τις 27.8.2010, οι οποίοι κατεχώρησαν σημείωμα εμφάνισης την 1.9.2010 και περί τις αρχές του 2011 την Υπεράσπισή τους, έκτοτε δε μετά την έκδοση διατάγματος για αποκάλυψη εγγράφων και από τις δύο πλευρές, στο οποίο οι εναγόμενοι δεν συμμορφώθηκαν, η αγωγή ορίστηκε για ακρόαση. Επαναλαμβάνοντας τους λόγους ένστασης και αποδίδοντας την καθυστέρηση στην καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης σε αδιαφορία των εναγομένων και/ή του δικηγόρου τους που δεν μπορεί να δικαιολογήσει την έκδοση του αιτουμένου διατάγματος, η ενόρκως δηλούσα, με τη θέση ότι τυχόν έγκριση της αίτησης θα παραβλάψει τα δικαιώματα των εναγόντων επιφέροντας σ' αυτούς ζημιά και επιπλέον έξοδα, ζητά την απόρριψή της. Κατά την ακρόαση της αίτησης δεν αντεξετάστηκαν οι ενόρκως δηλούντες. Οι συνήγοροι στις γραπτές τους αγορεύσεις με αναφορά στη σχετική νομολογία για το θέμα και αναπτύσσοντας τους ισχυρισμούς της κάθε πλευράς, υποστήριξαν τις θέσεις τους αντίστοιχα. Οι αρχές που διέπουν το επιτρεπτό ή μη του αιτήματος για τροποποίηση σύμφωνα με τη Δ.25 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών είναι πολύ καλά γνωστές. Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να επιτρέψει τροποποίηση του κλητηρίου ή των εγγράφων προτάσεων σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας είναι ευρύτατη. Όσο πιο έγκαιρα υποβάλλεται η σχετική αίτηση τόσο πιο εύκολα ασκείται η διακριτική ευχέρεια για αποδοχή της. Όπου η αίτηση γίνεται καλόπιστα, ακόμη και αν εντοπίζεται αμέλεια ή απροσεξία στο δικόγραφο και ανεξάρτητα από την καθυστέρηση υποβολής της αίτησης, το Δικαστήριο μπορεί να επιτρέψει την τροποποίηση, νοουμένου ότι ικανοποιηθεί ότι είναι αναγκαία για να αποδοθεί δικαιοσύνη μεταξύ των διαδίκων κι αυτή δεν προκαλεί αδικία στην άλλη πλευρά εκτός από ταλαιπωρία, η οποία μπορεί να αποκατασταθεί με επιδίκαση εξόδων (βλ. μεταξύ άλλων Georghiou and another v. Pistolia

(1969)1 ΑΑΔ 613, Mahattou v. Viceroy Shipping Co. Ltd
(1979)1 ΑΑΔ 542, United Sea Transport Co. Ltd v. Zakou
(1980)1 ΑΑΔ 510, Ευριπίδου v. Καννάουρου
(1985)1 ΑΑΔ 24, Jack v. Philiappa Estates Ltd
(1988)1 ΑΑΔ 607, Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου κ.ά.
(1991)1 ΑΑΔ 934, Χρίστου v. Αζά
(1992)1 ΑΑΔ 704, SABA and Co. v. T.M.P. Agents
(1994)1 ΑΑΔ 426). Κάθε περίπτωση, φυσικά, πρέπει να εξετάζεται και αποφασίζεται με βάση τα δικά της γεγονότα (βλ. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. κ.ά. v. Βιομηχανία Χαρίλαος Αλωνεύτης Λτδ κ.ά.
(2002)1 ΑΑΔ 237). Στην υπόθεση Χρίστου v. Αζά (πιο πάνω) λέχθηκε ότι η τροποποίηση των εγγράφων προτάσεων είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή όπου η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής. Στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου πρέπει να συνεκτιμάται και ο παράγων της καθυστέρησης στην υποβολή της αίτησης ως λογικής απόρροιας των διατάξεων του άρθρου 30.2 του Συντάγματος (βλ. και Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Ν. Σιακόλα
(2002)1 ΑΑΔ 223). Βασική αρχή που διέπει την τροποποίηση είναι η κατά κανόνα έγκρισή της με ευκολία πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, ενώ όταν έχει αρχίσει η εκδίκαση της υπόθεσης και οι διάδικοι προσφέρουν ενόρκως τις θέσεις τους ενώπιον του Δικαστηρίου η τροποποίηση δεν γίνεται με τόση ευκολία δεκτή. Είναι νομολογημένο ότι όταν η αναγκαιότητα της τροποποίησης ήταν έκδηλη από καιρό ή σαφώς φανερή αλλά δεν είχε ζητηθεί, η τροποποίηση δεν θα επιτραπεί όχι μόνο επειδή θα δημιουργήσει περισσότερη καθυστέρηση αλλά και λόγω του ότι οι διάδικοι οφείλουν να ετοιμάζουν τη δικογραφία τους με την απαραίτητη προσοχή και ενδελέχεια και να καταγράφουν από την αρχή τις συγκεκριμένες θέσεις τους, τις οποίες έπρεπε ή μπορούσαν με εύλογη επιμέλεια να γνωρίζουν ή ήταν γνωστές σε αυτούς. Όσο πιο καθυστερημένα γίνεται η αίτηση τόσο μεγαλύτερο είναι το βάρος του αιτητή που πρέπει να αποσείσει για να επιτραπεί η τροποποίηση. Σύμφωνα με τη νομολογία το Δικαστήριο ασκεί τη διακριτική του ευχέρεια με μεγάλη φειδώ μετά την έναρξη της δίκης όταν πλέον το στάδιο υποβολής της αίτησης είναι πολύ καθυστερημένο έχοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης και τις επιπτώσεις που θα επιφέρει μια τέτοια καθυστερημένη αίτηση στα δικαιώματα του αντιδίκου (βλ. Φοινιώτης v. Greenmar Navigation
(1989)1(Ε) ΑΑΔ 33, Γραμμές Στρίντζη Αιγαίου Ναυτική Εταιρεία v. Επίσημου Παραλήπτη
(1995)1 ΑΑΔ 607). Στην Ετήσια Δικονομική Πρακτική του 1956, στη σελίδα 456 όπου αναλύεται ο αντίστοιχος Αγγλικός Θεσμός Ο.28 r.1, αναφέρεται το εξής: «But the Court will not readily allow at the trial an amendment, the necessity for which was abundantly apparent months ago, and then not asked for (Hipgrave v. Case, 28 Ch. D. p. 361)». Αχρείαστες ή άσχετες τροποποιήσεις, επίσης, δεν πρέπει να επιτρέπονται και το Δικαστήριο πάντοτε εξετάζει το ουσιώδες της προς εισαγωγή τροποποίησης. Χωρίς να αποφασίζεται η ουσία του θέματος ή να αξιολογούνται οι θέσεις των διαδίκων είναι πρόδηλο ότι η αιτούμενη τροποποίηση πρέπει να είναι σχετική με το επίδικο θέμα (βλ. Alexandra Rent a Car Ltd v. Νεάρχου
(1992)1 ΑΑΔ 111). Όπως προκύπτει από το δικογραφικό φάκελο η αγωγή καταχωρήθηκε στις 13.8.2010. Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης του ειδικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος, οι ενάγοντες απαιτούν από τους εναγόμενους το ποσό των €198.219,66 ως υπόλοιπο συμφωνηθέντος και/ή εύλογου τιμήματος για την εκτέλεση εργασιών και/ή την προσφορά υπηρεσιών δυνάμει συμφωνιών μεταξύ των διαδίκων και/ή ως υπόλοιπο τιμολογίων και/ή ως αποζημιώσεις για παράβαση των προαναφερθέντων συμφωνιών και/ή δυνάμει των αρχών του αδικαιολόγητου πλουτισμού, το ποσό των €2.600 ως το κόστος μεταφοράς και/ή επιστροφής των εμπορευματοκιβωτίων και/ή του εξοπλισμού των εναγόντων από τη Λεμεσό στη Λιθουανία και/ή ως αποζημιώσεις για παράβαση των συμφωνιών μεταξύ των διαδίκων, καθώς και το ποσό των €11.765 για απώλεια εισοδημάτων από τη στέρηση της χρήσης των μηχανημάτων και/ή του εξοπλισμού των εναγόντων για χρονική περίοδο εντός του 2010 και/ή ως υπόλοιπο τιμολογίων και/ή ως αποζημιώσεις για παράβαση των προαναφερθέντων συμφωνιών και/ή ως αποζημιώσεις δυνάμει των αρχών του αδικαιολόγητου πλουτισμού, πλέον νόμιμο τόκο και έξοδα. Στην υπεράσπιση και ανταπαίτηση, που καταχωρήθηκε στις 13.12.2010, οι εναγόμενοι αρνούνται την αξίωση των εναγόντων κατόπιν άρνησης των ισχυρισμών τους και ανταπαιτούν από αυτούς το ποσό των €328.605,27, ως αποζημιώσεις για τα πραγματικά έξοδα που πλήρωσαν για λογαριασμό των εναγόντων. Στην απάντηση στην υπεράσπιση και υπεράσπιση στην ανταπαίτηση, που καταχωρήθηκε στις 21.4.2011, οι ενάγοντες αρνούνται τις θέσεις των εναγομένων και την ανταπαίτηση τους, εμμένοντας στην αξίωση τους. Η υπόθεση ορίστηκε για οδηγίες στις 8.6.2011 κατόπιν αίτησης ορισμού και στη συνέχεια για ακρόαση στις 2.11.2011 και 29.2.2012, οπότε κατόπιν αίτησης των εναγομένων εκδόθηκε εκ συμφώνου διάταγμα ένορκης αποκάλυψης εγγράφων εκ μέρους των εναγόντων και δόθηκαν, κατόπιν προφορικού αιτήματος, οδηγίες να γίνει ένορκη αποκάλυψη εγγράφων εκ μέρους των εναγομένων. Η αγωγή ορίζετο έκτοτε για οδηγίες, με παράταση του χρόνου καταχώρησης ένορκης αποκάλυψης εγγράφων και από τις δύο πλευρές, μέχρι τις 20.5.2013 που ορίστηκε για ακρόαση, οπότε ορίστηκε και η υπό κρίση αίτηση που είχε καταχωρηθεί στο μεταξύ, ενόσω η αγωγή ανεβλήθη και ορίζεται έκτοτε για οδηγίες ενόψει της εκκρεμοδικίας της υπό κρίση αίτησης. Έχω εξετάσει με πολλή προσοχή τους ισχυρισμούς και τις θέσεις των διαδίκων όπως προβάλλουν από την υπό κρίση αίτηση, την ένσταση και τις ένορκες δηλώσεις που τις υποστηρίζουν αντίστοιχα, υπό το φως των νομολογιακών αρχών και των εισηγήσεων των συνηγόρων και των δυο πλευρών. Όπως προβάλλει από τα γεγονότα που συνοψίστηκαν πιο πάνω ως τα επικαλούνται οι αιτητές, η ανάγκη για την αιτούμενη τροποποίηση δημιουργήθηκε πρόσφατα λόγω του ότι διεφάνη ότι εκ παραδρομής δεν είχαν συμπεριληφθεί τα γεγονότα που αφορούν τις τροποποιήσεις στην καταχωρηθείσα υπεράσπιση και ανταπαίτηση. Μετά τη διαπίστωση των παραλείψεων επί των δικογραφηθέντων γεγονότων κρίθηκε αναγκαίο να ζητηθεί η προσθήκη γεγονότων και η διαμόρφωση των ισχυρισμών των εναγομένων στην ορθή τους διάσταση προς παρουσίαση της θέσης τους στην ολότητα της. Έχει επισημανθεί ότι είναι υποχρέωση κάθε διαδίκου να θέτει με πολλή προσοχή τα γεγονότα ενώπιον του Δικαστηρίου στα δικόγραφα που καταχωρεί και στην παρούσα υπόθεση υπάρχει αμέλεια, η οποία ωστόσο μπορεί να διορθωθεί σ' αυτό το στάδιο της δίκης. Τα δεδομένα φανερώνουν ότι η μη συμπερίληψη ουσιωδών γεγονότων στην έκθεση υπεράσπισης και ανταπαίτησης δεν μπορεί να αποδοθεί σε κακοπιστία των εναγομένων, αν και η καθυστέρηση στην υποβολή της παρούσας αίτησης είναι πρόδηλη (βλ. Ετήσια Δικονομική Πρακτική του 1956, στη σελίδα 456). Όπως και η νομολογία υποδεικνύει, ακόμη και τυχόν αμέλεια ή απροσεξία στη σύνταξη των δικογράφων που δεν οφείλεται σε κακοπιστία των διαδίκων, δεν μπορεί να στερήσει αυτούς από τη δυνατότητα να προβάλλουν ουσιώδεις ισχυρισμούς για την υπόθεση ενώπιον του Δικαστηρίου. Και στην παρούσα περίπτωση, όπως λέχθηκε ήδη, δεν μπορεί να αποδοθεί κακοπιστία στους εναγόμενους καθότι θα ήταν αυθαίρετο τέτοιο συμπέρασμα, με βάση τα δεδομένα της υπόθεσης και την προεκτεθείσα μαρτυρία του ενόρκως δηλούντος των αιτητών ως προς το θέμα αυτό. Η τροποποίηση ζητείται πριν από την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας οπότε δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η δίκη εκτροχιάζεται αν αυτή επιτραπεί και η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε μετά τον εντοπισμό στοιχείων που καθιστούν αναγκαία την τροποποίηση, με την οποία θα τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου ουσιώδη και σχετικά με τα επίδικα θέματα γεγονότα ώστε να επιλυθεί η όλη διαφορά των διαδίκων. Η παρούσα υπόθεση σαφώς διαφοροποιείται από την υπόθεση Γραμμές Στρίντζη ν. Επίσ. Παραλήπτη (πιο πάνω), λόγω του ότι στην υπόθεση εκείνη η αίτηση τροποποίησης είχε υποβληθεί σε πολύ προχωρημένο στάδιο της δίκης, αφού είχαν ακουστεί μάρτυρες για τους ενάγοντες και εναγόμενους και μετά από πάροδο πολλών ετών αφού καταχωρήθηκε η αγωγή. Αλλά και από την υπόθεση Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Παύλου
(1995)1 ΑΑΔ 560, διαφοροποιείται η παρούσα υπόθεση καθότι δεν προέκυψε ότι ζητήθηκαν επανειλημμένα αναβολές για να καταχωρηθεί αίτηση τροποποίησης ώστε να τίθεται θέμα παράβασης εκ μέρους των εναγόντων της αρχής της διεξαγωγής της δίκης εντός ευλόγου χρόνου σύμφωνα με την Συνταγματική επιταγή. Όπως τονίστηκε στην απόφαση Νικολάου ν. Μιλτιάδους κ.α.
(2007)1(Β) ΑΑΔ 1005, το κυρίαρχο στοιχείο στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου στις αιτήσεις τροποποίησης είναι το συμφέρον της δικαιοσύνης και τελικά ο κρίσιμος παράγων, από τους παράγοντες στους οποίους το Δικαστήριο βασίζει την απόφαση του, είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων. Όπως λέχθηκε στην απόφαση αυτή, όταν δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο, ακόμη και η μη πλήρως αιτιολογηθείσα καθυστέρηση δεν μπορεί να στερεί τον διάδικο του δικαιώματος να αποφασίζονται όλα τα θέματα τα οποία εγείρει (βλ. και την πρόσφατη απόφαση της πλειοψηφίας Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου ΛΤΔ ν. Χρίστου Χαρίδη, Πολ. Έφ. Αρ. 50/2010, ημερομηνίας 11.5.2011). Ως προς τη θέση των καθ' ων η αίτηση ότι η αίτηση είναι παράτυπη και νομικά και πραγματικά αστήρικτη είναι πρόδηλο ότι, υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, είναι ανυπόστατη, όπως και η θέση τους ότι η καταχώρηση της αίτησης συνιστά κατάχρηση διαδικασίας. Ακόμη δε και αν οι αιτητές δεν έχουν προβεί σε ένορκη αποκάλυψη εγγράφων εντός του χρονικού πλαισίου ως οι οδηγίες του Δικαστηρίου, δεν θα μπορούσε να τους αποδοθεί κακοπιστία εφόσον η αποκάλυψη εγγράφων συνδέεται με τα δικογραφηθέντα γεγονότα και οποιαδήποτε τυχόν τροποποίηση των δικογράφων θα πρέπει να προηγηθεί της ένορκης αποκάλυψης εγγράφων. Οι προτεινόμενες τροποποιήσεις αποσκοπούν να εξειδικεύσουν τη θέση των εναγομένων ότι δεν οφείλουν τα αξιούμενα ποσά και η αναφορά τους σε καταβολή αυτών σε τρίτο πρόσωπο μπορεί να επιτραπεί, χωρίς να θεωρείται ότι μεταβάλλεται η βάση της υπεράσπισης ή ανταπαίτησης τους ή ότι υφίστανται ζημιά ή αδικία οι ενάγοντες σ' αυτό το στάδιο της δίκης. Εξάλλου σύμφωνα με τη νομολογία όταν πληρούνται οι αναγκαίες προϋποθέσεις ακόμη και η προσθήκη νέας απαίτησης ή ανταπαίτησης μπορεί να εγκριθεί μέσα στα πλαίσια της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου (βλ. Ετήσια Δικονομική Πρακτική του 1956, στη σελίδα 459, Άννα Latouf Agini v. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος
(1999)1 ΑΑΔ 11). Δεν μπορεί επίσης να θεωρηθεί ότι αν επιτραπεί η τροποποίηση θα προκληθεί ζημιά στους καθ' ων η αίτηση ενόψει της αοριστίας της σχετικής θέσης τους, δεδομένου ότι μπορούν να καταχωρήσουν τροποποιημένη απάντηση στην υπεράσπιση και υπεράσπιση στην ανταπαίτηση, ενώ οι αιτητές-εναγόμενοι δεν απαλλάσσονται από το βάρος απόδειξης των θέσεων τους. Θα έχουν ωστόσο την δυνατότητα οι ενάγοντες να αντεξετάσουν τους μάρτυρες των εναγομένων, οι οποίοι έχουν το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών τους και δεν μπορεί να προβλεφθεί στο στάδιο αυτό ότι οι καθ' ων η αίτηση θα είναι αδύνατο να αντικρούσουν τους εν λόγω ισχυρισμούς. Απόρριψη της αίτησης υπό τα συγκεκριμένα δεδομένα θα ισοδυναμούσε με άρνηση να ακουστούν οι εναγόμενοι κατά την ακρόαση της υπόθεσης. Θεωρώ ότι, υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, δεν θα πρέπει να στερηθούν οι εναγόμενοι του δικαιώματος να προβάλουν τους ισχυρισμούς τους ενώπιον του Δικαστηρίου, δεδομένου μάλιστα ότι σύμφωνα με τα αναφερόμενα στις προτεινόμενες νέες παραγράφους της υπεράσπισης και ανταπαίτησης, ως το αιτητικό Α της αίτησης, οι εναγόμενοι επικαλούνται ουσιώδη πραγματικά γεγονότα και θέματα. Βέβαια η ουσία και ειδικότερα το βάσιμο των επικαλούμενων γεγονότων και ισχυρισμών, που ως είναι πρόδηλο εξειδικεύουν τη θέση των εναγομένων, δεν μπορούν να εξεταστούν σ' αυτό το στάδιο. Αναμφίβολα η τροποποίηση που επιζητείται είναι αναγκαία και με αυτή θα τεθούν γεγονότα που θεμελιώνουν τους ισχυρισμούς των εναγομένων ενώπιον του Δικαστηρίου, ενόψει του ελλιπούς περιεχομένου της αρχικής υπεράσπισης και ανταπαίτησης για τους λόγους που επεξηγήθηκαν. Η οποιαδήποτε δε βλάβη των καθ' ων η αίτηση μπορεί να αποκατασταθεί με την επιδίκαση εξόδων. Κρίνεται κατ' επέκταση ότι η αίτηση είναι επιτρεπτή και εγκρίνεται ως προς την αιτούμενη τροποποίηση της υπεράσπισης και ανταπαίτησης, ενόψει της αντίληψης ότι δεν θα προκληθεί αδικία στους καθ' ων η αίτηση και αυτοί ικανοποιούνται στο στάδιο αυτό με την καταβολή των εξόδων. Δίδονται συνεπώς οδηγίες όπως τροποποιημένη υπεράσπιση και ανταπαίτηση καταχωρηθεί εντός 7 ημερών από την σύνταξη του παρόντος διατάγματος και να ακολουθήσει εντός 10 ημερών η καταχώρηση της τροποποιημένης απάντησης στην υπεράσπιση και υπεράσπισης στην ανταπαίτηση. Τα έξοδα, που περιλαμβάνουν τόσο τα έξοδα της αίτησης καθ' ολοκληρίαν όσο και όσα καθίστανται αναγκαία λόγω της τροποποίησης, επιδικάζονται εναντίον των αιτητών-εναγομένων και υπέρ των καθ' ων η αίτηση-εναγόντων και θα καταβληθούν στο τέλος της υπόθεσης, αφού υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. (Υπ.) ........... Λ. Καουτζάνη, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΓΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.